Monthly Archives: January 2016

 Εὐαγγέλιο Κυριακῆς: Λουκ. (ιζ’ 12-19).

αρχείο λήψηςΤῷ καιρῶ ἐκείνω, εἰσερχομένου τοῦ  Ἰησοῦ εἷς τινὰ κώμην ἀπήντησαν αὐτῶ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες·  Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἠμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεύσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἐπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῶ· καὶ αὐτὸς ἣν Σαμαρείτης.  Ἀποκριθεῖς δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὒχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῶ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῶ·  Ἀναστᾶς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Continue reading


1 Κατήχησις περί ἐγκρατείας (καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων) 


11. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ (2)Ἀδελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν.Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ’ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει. Continue reading

images (4)Συλογίσου, ἀγαπητέ, ὅτι ὁ διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ διδάσκαλος τῶν διδασκάλων καί ὁ ἱεροκήρυκας τῶν ἱεροκηρύκων.Μᾶλλον ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἕνας καί μοναδικός διδάσκαλος, ὅπως ὁμολόγησε ὁ νυκτερινός μαθητής Νικόδημος:

«Ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπό Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος»1. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μιλώντας στό λαό καί τούς μαθητές Του, εἶπε: «Ὑμεῖς δέ μή κληθῆτε ῥαββί·εἶς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός»2. Γι᾿ αὐτό ἦρθε στόν κόσμο, ὄχι μόνο γιά νά τόν λυτρώσει, ἀλλά καί νά τόν διδάξει τήν ἀλήθεια, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιοςπάλι: «Ἐγώ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τόν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ»3. Καί γιά νά ἐπιβεβαιώσει αὐτή τή διδασκαλία ὁ οὐράνιος Πατέρας, μᾶς πρόσταξε ν᾿ἀκοῦμε αὐτό τό διδάσκαλο – «αὐτοῦ ἀκούεττε»4 –, ὅταν μάλιστα δέν διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ ἔργα. Continue reading

 

images (4)Σκέψου, ἀγαπητέ, τὴν αἰτία τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ εἶναι ἡ ἀμέλεια, ἡ ὁποία φαίνεται φανερὴ σ’ αὐτὰ τὰ τρία· στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦσε τὸν διδάσκαλο τοὺ• στὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ στὰ ἀποτελέσματα ποὺ τοῦ προξένησε ἡ ἀμέλεια. Ὁ τρόπος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε ἦταν ἀπὸ μακριά· «Ὁ Πέτρος τὸν ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ» (Ματθ. 26,58} ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Πέτρος κυριευόταν ἀπὸ μία χλιαρότητα καὶ ἀμέλεια καὶ οὔτε ἐντελῶς ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν διδάσκαλό του, οὔτε τελείως νὰ τὸν ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ ἤθελε στὴν περίπτωση αὐτὴ καὶ νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι μαθητής του καὶ νὰ μὴ κινδυνεύσει γιὰ τὸν διδάσκαλό του. Continue reading

images (2)1. Κάθε χριστιανός ὀφείλει ν᾽ ἀγαπᾶ τό Θεό. Ὀφείλεις ν᾽ ἀγαπᾶς τόν Κύριο καί Θεό σου μ᾽ ὅλη σου τήν καρδιά καί μ᾽ ὅλη σου τήν ψυχή καί μ᾽ ὅλο σου τό νοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη καί μεγάλη ἐντολή (Ματθ. 22, 37).
Continue reading

ikesia-151Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀρετὴ ὑψηλότερη καὶ ἀναγκαιότερη ἀπὸ τὴν ἱερὴ Προσευχή. Καὶ εἶναι ὑψηλότερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετές, διότι ἐνῶ ἐκεῖνες, π.χ. τὸ νὰ νηστεύουμε, ν’ ἀγρυπνοῦμε, νὰ κοιμόμαστε χάμω, νὰ δινόμαστε στὴν ἄσκητικη ζωή, νὰ παρθενεύουμε, νὰ κάνουμε ἐλεημοσύνες, καὶ ὅλα τ’ ἄλλα καλὰ ἔργα ποὺ ἀποτελοῦν τὴ χρυσὴ γενιά, τὸν ἔναρμονιο χορὸ καὶ τὴν οὔρανοπλεχτη σειρὰ τῶν θεοειδῶν ἀρετῶν, παρόλον ὅτι εἶναι θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀναφαίρετο κτῆμα καὶ ἀθάνατο στόλισμα τῆς κάθε ψυχῆς, ὡστόσο δὲν ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό. Ὂλ’ αὐτὰ τὸν προετοιμάζουν καὶ τὸν προωθοῦν γι’ αὐτὴ τὴν ἕνωση, μὰ δὲν τὸν ἑνώνουν μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸ τὸ κατορθώνει μονάχα ἡ ἱερὴ Προσευχὴ μόνο αὐτὴ ἑνώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό, καὶ τὸ Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο, κάνοντας τοὺς δύο ἕνα πνεῦμα· γιατί μὲ τὴν προσευχὴ γίνεται μιὰ ἕνωση ἄμεση κ’ ἕνα σφιχτὸ δέσιμο τοῦ Κτίστου μὲ τὰ λογικὰ κτίσματα. Αὐτὸ βροντοφωνάζει καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος διδάσκαλος καὶ πολύπειρος ἐργάτης τῆς ἱερᾶς προσευχῆς, ὁ μεγάλος ποιμὴν καὶ ἱεράρχης τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὅλης της Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ἡ ἐπικοινωνία ποὺ ἀποκτοῦμε διὰ τῶν ἀρετῶν, κάνει τοὺς ἐνάρετους ἱκανούς, λόγω τῆς ὁμοιότητος, καὶ τοὺς προετοιμάζει νὰ ὑποδεχτοῦν τὸ Θεό, ἄλλα δὲν τοὺς ἑνώνει μαζί Του· ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ὅμως εἲν’ ἐκείνη ποὺ ἵερουργει καὶ τελεσιουργεῖ τὴν ἀνάταση τοῦ ἄνθρωπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωση μ’ Ἐκεῖνον, γιατί εἶναι ὁ σύνδεσμος τῶν λογικῶν κτισμάτων μὲ τὸν Κτίστη τοὺς» (Λόγος περὶ Προσευχῆς, κέφ. α’).
Continue reading

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ´

Ἡ φροντίδα ποὺ πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ εἰρηνεύῃ

Λοιπόν, πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο νὰ ἔχῃς τὴν εἰρήνη αὐτὴν καὶ συστολή, ἀδελφέ, στὶς πέντε αἰσθήσεις σου: δηλαδὴ στὸ νὰ μὴν βλέπῃς, ἢ νὰ κινῇς τὰ χέρια σου ἢ νὰ ὁμιλῇς ἢ νὰ βαδίζῃς ταραγμένα, ἀλλὰ εἰρηνικὰ καὶ μὲ καλὲς κινήσεις. Γιατὶ ὅταν συνηθίσῃς νὰ διατηρῇς τὴν εἰρήνη αὐτὴ στὶς ἐξωτερικές σου κινήσεις, εὔκολα καὶ χωρὶς κόπο θὰ κατορθώσῃς νὰ εἰρηνεύῃς ἐσωτερικά, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος μετασχηματίζεται μὲ τὸν ἐξωτερικό. Συνήθιζε νὰ ἀγαπᾷς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ εἶσαι εἰρηνικὸς μὲ ὅλους, ὅπως παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσᾶς νὰ ζῆτε εἰρηνικὰ μὲ ὅλους» (Ρωμ. 12,18). Πρόσεχε τὴν συνείδησί σου νὰ μὴ σὲ κατηγορῇ γιὰ κανένα πράγμα, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀναπαυμένη μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό σου, μὲ τὸν πλησίον καὶ μὲ τὰ ἔξω πράγματα, ὅπως εἴπαμε στὸ η´ κεφάλαιο τοῦ μέρους αὐτοῦ. Καὶ μάλιστα νὰ μὴν σὲ κατηγορῇ ὅτι παρέλειψες κάποια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, γιατὶ ἡ διατήρησις τῆς καθαρῆς συνειδήσεως γεννᾷ τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς: «Ἔχουν πολλὴ εἰρήνη ὅσοι ἀγαποῦν τὸ νόμο σου καὶ δὲ συναντοῦν ἐμπόδιο μπροστά τους» (Ψαλμ. 118,164). Συνήθιζε νὰ ὑποφέρῃς τὶς ὕβρεις χωρὶς ταραχή. Εἶναι, ναί, ἀλήθεια ὅτι θὰ ὑποφέρῃς πολὺ μέχρι νὰ ἀποκτήσῃς τὴν εἰρήνη αὐτή, διότι εἶσαι ἀγύμναστος. Ἀλλὰ ἀφοῦ τὴν ἀποκτήσῃς ἡ ψυχή σου θὰ βρίσκῃ πολὺ παρηγοριὰ σὲ κάθε ἀντίθετη κατάστασι ποὺ θὰ συναντᾷ. Καὶ ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θὰ μάθης καλύτερα τὴν ἄσκησι αὐτὴ γιὰ νὰ εἰρηνεύῃς πνευματικά. Continue reading

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΓ´

Πῶς πρέπει νὰ διορθώνουμε τὶς αἰσθήσεις μας μὲ ἄλλους τρόπους, ὅταν μᾶς παρουσιάζωνται τὰ ὁρατὰ ἀντικείμενά τους.

Ὅταν βλέπῃς πράγματα ὡραῖα στὴν ὄψι καὶ τίμια στὴ γῆ, σκέψου, ὅτι ὅλα εἶναι μηδαμηνά, καὶ σὰν μιὰ κοπριά, σὲ σχέσι μὲ τὴν σύγκρισι τῶν ὡραιοτήτων καὶ πλουσιοτήτων τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸ θάνατο θὰ ἀπολαύσῃς ἂν καταφρονήσῃς ὅλο τὸν κόσμο· στρέφοντας ὅλη τη ματιά σου πρὸς τὸν ἥλιο, σκέψου ὅτι περισσότερο ἀπὸ αὐτὸν εἶναι φωτεινὴ καὶ ὡραία ἡ ψυχή σου, ἂν σταματᾷς στὴ χάρι τοῦ Ποιητοῦ σου· διαφορετικά, εἶναι περισσότερο σκοτεινὴ καὶ σιχαμερὴ ἀπὸ τὸ καταχθόνιο σκοτάδι. Βλέποντας μὲ τὰ μάτια σου στὸν οὐρανό, πέρασε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σου ψηλότερα στὸ πύρινο οὐρανό (43), καὶ ἐκεῖ συγκετρώσου μὲ τὸν λογισμό, σὰν νὰ σοῦ εἶναι αὐτὸς ἕτοιμος γιὰ παντοτεινὴ εὐτυχέστατη κατοικία, ἐφ᾿ ὅσον ζήσεις ἐδῶ στὴ γῆ μὲ ἀθῳότητα. Ἀκούγοντας τὰ κελαδίσματα τῶν πουλιῶν πάνω στὰ δέντρα τὴν ἐποχὴ τῆς ἀνοίξεως καὶ ἄλλα μελῳδικὰ τραγούδια, ἀνέβασε τὸ νοῦ σου σὲ ἐκεῖνα τὰ γλυκοκελαδίσματα τοῦ Παραδείσου, καὶ σκέψου πὼς ἐκεῖ ἀκούγεται ἀσταμάτητα τὸ Ἀλληλούϊα καὶ οἱ ἄλλες ἀγγελικὲς δοξολογίες (44) καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ σὲ ἀξιώσῃ νὰ τὸν ὑμνῇς γιὰ πάντα, μαζὶ μὲ ἐκεῖνα τὰ οὐράνια πνεύματα «Καὶ μετὰ ταῦτα ἤκουσα φωνὴν ὄχλου πολλοῦ μεγάλην ἐν τῷ οὐρανῷ, λέγοντος Ἀλληλούϊα» (Ἀποκ. 19,3).

Ὅταν καταλάβης ὅτι νιώθεις εὐχαρίστησι ἀπὸ τὴν ὡραιότητα τῶν δημιουργημάτων, σκέψου, ὅτι ἐκεῖ παρακάτω ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση, βρίσκεται κρεμασμένο τὸ ὑποχθόνιο φίδι, πολὺ προσεκτικὸ καὶ πρόθυμο νὰ σὲ σκοτώσῃ ἢ ἀκόμη καὶ νὰ σὲ πληγώσῃ καὶ πὲς ἐναντίον του· «Ἄ, κατηραμένο φίδι! πῶς κάθεσαι ἔτσι ποὺ ἔχεις στείσει παγίδα, γιὰ νὰ μὲ καταφᾶς»! καὶ ἔπειτα ἀφοῦ στραφῆς πρὸς τὸ Θεό, πές· «Εὐλογητὸς εἶσαι, Θεέ μου, ποὺ μοῦ φανέρωσες τὸ ἐχθρό μου καὶ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὸ λυσσασμένο του λάρυγγα καὶ τὸ ἄγγιστρο». Καὶ ἀμέσως κατάφυγε, κατάφυγε στὶς πληγὲς τοῦ ἐσταυρωμένου, συγκετρώσου σὲ αὐτές, καὶ σκέψου πόσο ὑπέφερε ὁ Κύριός μας στὴν ἁγιώτατη σάρκα του, γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ σὲ κάνῃ νὰ μισήσῃς τὶς ἡδονὲς τῆς σάρκας.

Σοῦ θυμίζω καὶ ἄλλο ἕνα πρᾶγμα, γιὰ νὰ ἀποφύγης αὐτὴ τὴν ἐπικίνδυνη ἀπόλαυσι καὶ εὐχαρίστησι τῆς σάρκας· καὶ αὐτὸ εἶναι, τὸ νὰ βυθίζῃς καλὰ τὸ νοῦ σου στὸ νὰ συλλογίζεται μετὰ ἀπὸ τὸν θάνατο τί θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο ποὺ τότε σοῦ ἄρεσε· δηλαδή, ὅτι θὰ γίνῃ σάπιο καὶ γεμάτο σκουλίκια καὶ βρωμιά· ὅταν περπατᾷς σὲ κάθε βῆμα καὶ διασκελισμὸ ποδιοῦ ποὺ κάνεις, θυμήσου πὼς κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο πηγαίνεις πλησιάζοντας στὸν τάφο. Βλέποντας πουλιὰ στὸν ἀέρα, ἢ νερὰ νὰ τρέχουν, σκέψου πὼς ἡ ζωή σου μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα πετᾶ καὶ πηγαίνει στὸ τέλος της. Ὅταν ξεσηκωθοῦν ἄνεμοι δυνατοὶ τὸν χειμῶνα, ἢ ἀστράφτει καὶ βροντάει ὁ οὐρανός, τότε θυμήσου τὴ φοβερὴ μέρα τῆς Κρίσεως· καὶ κλίνοντας τὰ γόνατα, προσκύνησε τὸν Θεὸ καὶ παρακάλεσέ τον νὰ σοῦ δώσῃ χάρι καὶ χρόνο, νὰ ἑτοιμασθῇς καλά, γιὰ νὰ παρουσιασθῇς τότε μπροστὰ στὴν Ὕψιστη Μεγαλειότητα.

Ἐὰν σὲ βροῦν διάφορα γεγονότα, ἐξασκήσου κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο· ὅταν, παραδείγματος χάριν, εἶσαι στενοχωρημένος ἀπὸ κανένα πόνο ἢ μελαγχολία ἢ ὑποφέρῃς ἀπὸ πυρετὸ ἢ κρύωμα ἢ κάτι ἄλλο θλιβερό, ἀνέβασε τὸ νοῦ σου στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο φάνηκε εὐχάριστο γιὰ τὸ καλό σου νὰ ὑποφέρῃς σ᾿ αὐτὸ τὸ μέτρο καὶ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὴν ἀρώστεια καὶ τὴν θλῖψι, γιὰ τὴν ὁποία, χαρούμενος γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ σοῦ δείχνει ὁ Θεός, καὶ γιὰ τὴν ἀφορμὴ ποὺ σοῦ δίνει νὰ τὸν ὑπηρετήσῃς σὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τοῦ ἀρέσουν περισσότερο, πὲς μὲ τὴν καρδιά σου· «Ἰδοὺ εἰς ἐμὲ τὸ πλήρωμα τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μου, τὸ ὁποῖο ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὥρισε μὲ ἀγάπη νὰ ὑποφέρω ἐγὼ αὐτὴ τὴν θλῖψι· ἂς εἶναι πάντα εὐλογημένος ὁ ἀγαθώτατός μου Δεσπότης». Καὶ πάλι, ὅταν ἔλθη στὸ νοῦ σου κανένας καλὸς λογισμός, στρέψου στὸ Θεὸ καὶ γνωρίζοντας ὅτι προῆλθε ἀπὸ αὐτόν, εὐχαρίστησέ τον.

Ὅταν κάνῃς ἀνάγνωσι, πίστεψε ὅτι βλέπεις τὸν Θεὸ κάτω ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ λόγια, καὶ δέξου τα σὰν νὰ προέρχονταν ἀπὸ τὸ θεϊκό του στόμα. Τὸν καιρὸ ποὺ βλέπεις ὅτι βασιλεύει ὁ ἥλιος καὶ ἔρχεται ἡ νύχτα, λυπήσου καὶ παρακάλεσε τὸν Θεό, νὰ μὴν πέσῃς στὸ αἰώνιο σκοτάδι. Βλέποντας τὸν σταυρό, συλλογίσου πὼς αὐτὸς εἶναι ἡ σημαία καὶ τὸ λάβαρο τῆς ἐκστρατείας καὶ τοῦ πολέμου σου, καὶ πώς, ἂν ἀπομακρυνθῇς ἀπὸ αὐτόν, θὰ παραδοθῇς στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν ἂν ὅμως τὸν ἀκολουθήσῃς, θὰ φθάσης στὸν οὐρανὸ φορτωμένος μὲ ἔνδοξα βραβεῖα. Βλέποντας τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἀφιέρωσε τὴν καρδιά σου σ᾿ αὐτὴ ποὺ βασιλεύει στὸν Παράδεισο καὶ εὐχαρίστησέ την, γιατὶ στάθηκε πάντα ἕτοιμη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σου, γιατὶ γέννησε, θήλασε, ἀνέθρεψε τὸν Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου, καὶ γιατὶ δὲν λείπει στὸν ἀόρατό μας πόλεμο ἡ προστασία καὶ ἡ βοήθειά της. Οἱ εἰκόνες τῶν Ἁγίων, ἂς παραβάλλουν στὸ νοῦ σου ὅτι ἔχεις τόσους συμπαραστάτες καὶ μεσῖτες στὸν Θεὸ καὶ παρακαλοῦν γιὰ σένα· αὐτοὶ ρίχνοντας μὲ γενναιότητα τὰ κοντάρια τους καὶ ἀφοῦ περπάτησαν, σοῦ ἄνοιξαν τὸν δρόμο, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο περπατώντας, θὰ στεφανωθῇς καὶ σὺ μαζί τους σὲ μιὰ δόξα παντοτεινή.

Ὅταν δῇς τὶς Ἐκκλησίες, ἀνάμεσα στὶς ἄλλες εὐλαβεῖς σκέψεις σου, συλλογίσου ὅτι ἡ ψυχή σου εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ «ἐσεῖς εἶσθε ναὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορινθ. 6,16) καὶ πρέπει νὰ τὴν διατηρῇς καθαρὴ καὶ ἁγνή. Ἀκούγοντας σὲ κάθε στιγμὴ τὸν ἀσπασμὸ τοῦ Ἀγγέλου τό, Θεοτόκε Παρθένε, κάνε αὐτὲς τὶς σκέψεις· α´) εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ ἐκεῖνο τὸ μήνυμα, ποὺ ἔστειλε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ καὶ στάθηκε ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας μας. β´) Χαῖρε μαζὶ μὲ τὴν Ἀειπαρθένο Μαρία γιὰ τὰ πολλὰ μεγαλεῖα της, στὰ ὁποῖα ὑψώθηκε γιὰ τὴν ἐξαίρετη τιμὴ καὶ βαθύτατη ταπείνωσί της. Καὶ γ´) προσκύνησε μαζὶ μὲ αὐτὴν τὴν εὐτυχισμένη Μητέρα καὶ μὲ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ τὸ θεῖο της βρέφος, ποὺ τότε ἀμέσως συνελήφθη στὴ παναγία της μήτρα· αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνῃς τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα, τὸ βράδυ, τὸ πρωὶ καὶ τὸ μεσημέρι.

Τὴν δὲ Πέμπτη τὸ βράδυ, σκέψου τὴν λύπη τῆς Θεοτόκου γιὰ τὸν γεμάτο αἵματα ἱδρῶτα, ποὺ ἔτρεξε ἀπὸ τὸν ἀγαπητό της Υἱὸ μέσα στὸ Κῆπο ποὺ προσευχόταν, ὅταν πῆγαν οἱ στρατιῶτες μὲ τὸν Ἰούδα καὶ τὸν ἔπιασαν καὶ γιὰ τὴν θλῖψι ποὺ εἶχε ὁ Υἱός της ὅλη ἐκείνη τὴν νύχτα· τὸ πρωὶ τῆς Παρασκευῆς, σκέψου τὶς λῦπες καὶ τοὺς πόνους ποὺ δοκίμασε γιὰ τὴν παρουσίασι τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ της στὸν Πιλᾶτο καὶ στὸν Ἡρῴδη, γιὰ τὴν ἀπόφασι τοῦ θανάτου καὶ γιὰ τὸ σήκωμα τοῦ Σταυροῦ του· τὸ μεσημέρι, ἕως τὸ Σάββατο, σκέψου τὴν ρομφαία τῆς θλίψεως ποὺ πέρασε τὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς πολὺ ἄξιας Κυρίας, γιὰ τὴν σταύρωσι καὶ τὸν θάνατο τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της, γιὰ τὸ σκληρότατο τρύπημα τῆς λόγχης τῆς ἁγίας του πλευρᾶς καὶ γιὰ τὴν ταφή του κ.τ.λ. Καὶ μὲ συντομία, ἂς εἶσαι πάντα ξάγρυπνος καὶ προσεκτικός, στὸ νὰ κυβερνᾷς τὶς αἰσθήσεις σου, καὶ σὲ κάθε τί ποὺ τύχαινει, χαροποιὸ ἢ λυπηρό, ἀγωνίσου νὰ κινῆσαι ἢ νὰ πηγαίνεις πίσω, ὄχι ἀπὸ τὴν ἀγάπη ἢ τὸ μῖσος τῶν ἐπιγείων, ἀλλὰ ἀπὸ μόνη τὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δέχεσαι αὐτὰ ἢ νὰ τὰ ἀποστρέφεσαι τόσο, ὅσο θέλει ὁ Θεός.

Λοιπόν, ἂς γνωρίζῃς ὅτι τοὺς παραπάνω τρόπους, ποὺ σοῦ φανέρωσα γιὰ τὴν κυβέρνησι τῶν αἰσθήσεών σου, δὲν σοῦ τοὺς ἔδωσα γιὰ νὰ ἀσχολῆσαι συνέχεια μὲ αὐτούς· ἐπειδὴ καὶ ἔχῃς ὑποχρέωσι σχεδὸν πάντα, νὰ ἔχῃς τὸ νοῦ σου μαζεμένο μέσα στὴν καρδιά σου, γιὰ νὰ στέκεσαι μαζὶ μὲ τὸν Κύριό σου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ προσέχῃς στὸ νὰ νικᾷς τοὺς ἐχθρούς σου καὶ τὰ πάθη σου, μὲ συνεχεῖς πράξεις, τόσο μὲ τὸ νὰ ἀντιστέκεσαι σ᾿ αὐτά, ὅσο καὶ μὲ τὶς πράξεις τῶν ἀντίθετων ἀρετῶν, καθὼς σοῦ προεῖπα στὸ ιγ´ κεφάλαιο· ἀλλὰ σοῦ τοὺς ἑρμήνευσα γιὰ νὰ γνωρίζῃς νὰ κυβερνᾷς τὸν ἑαυτό σου, ὅταν τὸ καλέσῃ ἡ ἀνάγκη. Γιατὶ πολλοί, καὶ παλαιοὶ καὶ νέοι ἀσκητές, καὶ ἄλλοι μὲ παρόμοιες φαντασίες πλανήθηκαν καὶ χάθηκαν ἀπὸ τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ συνηθίζει νὰ μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός, καθὼς εἶπε ὁ Παῦλος, γιὰ νὰ πλανήσῃ τὸν ἄνθρωπο· «Καὶ ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς μεταμφιέζεται σὲ ἄγγελο φωτός» (Β´ Κορινθ. 11,14).

Γνώριζε ἐπίσης καὶ αὐτό, ὅτι καθὼς ἀπὸ τὴν αἴσθησι γεννιέται ἡ φαντασία, ἔτσι ἀντιστρόφως καὶ ἀπὸ τὴν φαντασία γεννιέται ἡ αἴσθηση, δηλαδὴ τόσο πολὺ χοντραίνει καὶ παχαίνει ἡ φαντασία σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ προκαλεῖ τὶς ἴδιες ἐνέργειες καὶ ἔχει τὰ ἴδια ἀποτελέσματα, ποὺ κάνει καὶ ἡ αἴσθησις· γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ ὑποχόνδριοι καὶ φαντασιώδεις φοβοῦνται ἀπὸ τὶς φαντασίες τους, ὅπως φοβοῦνται καὶ ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις τους· καὶ ἢ γλυκαίνονται καὶ προσπαθοῦν ἢ πονοῦν καὶ ὑποφέρουν κάποιοι καὶ πεθαίνουν μόνο καὶ μόνο ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ φαντάζονται, παρομοίως σὰν νὰ ἦταν παρόντα αἰσθητὰ καὶ πραγματικά, αὐτὰ τὰ ἴδια πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ φαντάζονται. Καί, λοιπόν, ποιὸς δὲν βλέπει πόσο κακὸ πρᾶγμα εἶναι ἡ φαντασία καὶ πόσο πρέπει νὰ τὴν ἀποφεύγουμε;


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΔ´

Πῶς πρέπει νὰ κυβερνᾶμε τὴ γλῶσσα μας.

Ἀνάγκη μεγάλη εἶναι νὰ κυβερνᾷ κάποιος ὅπως πρέπει τὴν γλῶσσα του καὶ νὰ τὴν χαλιναγωγῇ. Γιατὶ, κάθε ἕνας κλίνει πολὺ στὸ νὰ τὴν ἀφήνῃ νὰ τρέχῃ καὶ νὰ ὁμιλῇ γιὰ ἐκεῖνα ποὺ δίνουν εὐχαρίστησι στὶς αἰσθήσεις μας· ἡ πολυλογία, τὶς περισσότερες φορές, προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀπὸ τὴν ὁποία, φανταζόμενοι ἐμεῖς πὼς γνωρίζουμε πολλά, καὶ ἰκανοποιώντας τὴ γνώμη μας, πιεζόμαστε μὲ πολλὲς ἐπαναλήψεις τῶν λόγων μας, νὰ τυπώσουε τὴν γνώμη μας αὐτὴ στὶς καρδιὲς τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ τοὺς κάνουμε τὸν δάσκαλο, σὰν νὰ ἔχουν ἀνάγκη νὰ μάθουν ἀπὸ μᾶς· καὶ μάλιστα τὴν ἴδια ὑπερηφάνεια δείχνουμε ὅταν τοὺς διδάσκουμε χωρὶς αὐτοὶ νὰ μᾶς ρωτήσουν πρῶτα.

Τὰ κακὰ ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν πολυλογία, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὰ περιγράψουμε μὲ λίγα λόγια· ἡ πολυλογία εἶναι μητέρα τῆς ἀκηδίας· ὑπόθεσις ἄγνοιας καὶ ἀνοησίας· πόρτα τῆς καταλαλιᾶς, ὑπηρέτης τῶν ψεμμάτων καὶ ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητας· τὰ πολλὰ λόγια δυναμώνουν τὰ πάθη καὶ ἀπὸ αὐτὰ κινεῖται μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἡ γλῶσσα μὲ περισσότερη εὐκολία στὴν ἀδιάκριτη συζήτησι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, θέλοντας νὰ φανερώσῃ πόσο δύσκολο εἶναι τὸ νὰ μὴν ἁμαρτάνῃ κάποιος στὰ λόγια ποὺ λέει, εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν τελείων ἀνδρῶν· «Ἂν κάποιος δὲν κάνῃ σφάλματα μὲ τὰ λόγια, αὐτὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, ἱκανὸς νὰ χαλιναγωγήσῃ ὅλο του τὸν ἑαυτό» (3). Γιατὶ, ἀφοῦ ἡ γλῶσσα ἀρχίσει μία φορὰ νὰ μιλάει, τρέχει σὰν ἀχαλίνωτο ἄλογο, καὶ δὲν μιλάει μόνο τὰ καλὰ καὶ αὐτὰ ποὺ πρέπει, ἀλλὰ καὶ τὰ κακά· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀπόστολο, «μεστὴ ἀπὸ κακό, γεμάτη ἀπὸ δηλητήριο θανατηφόρο». Ὅπως σύμφωνα καὶ ὁ Σολομώντας εἶπε, ὅτι ἀπὸ τὴν πολυλογία δὲν θὰ ἀποφύγῃς τὴν ἁμαρτία· «ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξη ἁμαρτίαν» (Παρ. 10,20). Καὶ γιὰ νὰ μιλήσουμε γενικά, ὅποιος μιλάει πολύ, δείχνει ὅτι εἶναι ἀνόητος· «ὁ ἄφρων πληθύνει λόγους» (Ἐκκλ. 10,14).

Μὴν ἀνοίξης μεγάλες συνομιλίες μὲ ἐκεῖνον, ποὺ σὲ ἀκούει μὲ κακὴ ὄρεξι, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀηδιάσης καὶ τὸν κάνῃς νὰ σὲ σιχαθῆ, ὅπως γράφτηκε: «Ὁ πλεονάζων λόγον, βδελυχθήσεται» (Σειρὰχ κεφ. 7). Ἀπόφευγε νὰ μιλᾷς αὐστηρὰ καὶ μεγαλόφωνα. Γιατὶ καὶ τὰ δυὸ εἶναι πολὺ μισητὰ καὶ δίνουν ὑποψία ὅτι εἶσαι μάταιος καὶ ἔχεις μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό σου· μὴν μιλᾷς ποτὲ γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ γιὰ τὶς ὑποθέσεις σου ἢ γιὰ τοὺς συγγενεῖς σου· παρά, ὅταν εἶναι ἀνάγκη καὶ ὅσο μπορεῖς περισσότερο, μὲ συντομία καὶ ὀλιγολογία. Καὶ ἂν σοῦ φανῆ πὼς ἄλλοι μιλοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους παραπάνω, ἐσὺ πίεσε τὸν ἑαυτό σου νὰ μὴ τοὺς μιμηθῇς, ἂν ὑποτεθῆ ὅτι καὶ τὰ λόγια τους νὰ φαίνωνται ταπεινὰ καὶ τῶν ἴδιων κατηγορητικά. Γιὰ δὲ τὸν πλησίον σου καὶ γιὰ ὅσα ἀνάγονται σὲ αὐτό, μίλα ὅσο λιγώτερο μπορεῖς, ὅταν καὶ ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἀνάγκη γιὰ τὸ καλό του (45).

Γιὰ τὸν Θεό, νὰ μιλᾷς μὲ ὅλη σου τὴν ὄρεξι καὶ μάλιστα γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀγαθότητά του. Ἀλλὰ μὲ φόβο, σκεπτόμενος, ὅτι μπορεῖς νὰ κάνῃς λάθος ἀκόμη καὶ σὲ αὐτό. Ὁπότε, καλύτερα ἀγάπα νὰ προσέχῃς, ὅταν ἄλλοι μιλοῦν σχετικὰ μὲ αὐτά, φυλάττοντας τοὺς λόγους τους στὰ ἐσωτερικά της καρδιᾶς σου. Γιὰ τὰ ἄλλα ποὺ μιλᾶνε, μόνο ὁ ἦχος τῆς φωνῆς ἂς ἐνοχλῇ τὴν ἀκοή σου· ἀλλὰ ὁ νοῦς σου, ἂς στέκεται ἀνυψωμένος στὸ Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃς ἐκεῖνον, ποὺ μιλάει γιὰ νὰ καταλάβης καὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσῃς, καὶ τότε μὴν παραλείψης ἀνάμεσα νὰ ὑψώσῃς κάποιο μὲ τὸ λογισμὸ στὸν οὐρανό, ποὺ κατοικεῖ ὁ Θεός σου· καὶ σκέψου τὸ ὕψος του καὶ πὼς αὐτὸς βλέπει πάντα τὴν μηδαμινότητά σου, ἐξέταζε καλὰ ἐκεῖνα, ποὺ ἔρχονται στὴν καρδιά σου γιὰ νὰ πῇς, πρὶν νὰ περάσουν στὴ γλῶσσα καὶ θὰ βρῇς πολλά, ποὺ εἶναι καλύτερα νὰ μὴν βγοῦν ἀπὸ τὸ στόμα σου· ἀλλὰ ἀκόμη γνώριζε, ὅτι καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ σκέφτεσαι ὅτι εἶναι καλὰ νὰ πῇς, εἶναι πολὺ καλύτερο νὰ τὰ θάψης στὴ σιωπὴ καὶ θὰ τὸ γνωρίσῃς, ἀφοῦ περάση ἐκείνη ἡ συνομιλία.

Ἡ σιωπή, εἶναι μία μεγάλη ἐνδυνάμωσις τοῦ Ἀοράτου Πολέμου καὶ μία σίγουρη ἐλπίδα τῆς νίκης· ἡ σιωπή, εἶναι πολὺ ἀγαπημένη ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ δὲν ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ἐλπίζει στὸ Θεό· εἶναι φύλακας τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καὶ θαυμαστῆ βοήθεια στὴν ἐκγύμνασι τῶν ἀρετῶν (46)· καὶ ἀκόμη εἶναι σημεῖο φρονιμάδας. Γιατὶ, ἂν καὶ ἄλλος δὲν μιλάη, τὸ κάνει γιατὶ δὲν ἔχει λόγο νὰ πῇ· «Ἐστὶ σιωπῶν, οὐ γὰρ ἔχει ἀπόκρισιν» (Σειρὰχ κεφ. 5)· καὶ ἄλλος, διότι φυλάττει τὸν κατάλληλο καιρὸ γιὰ νὰ μιλήσῃ· «Καὶ ἔστι σιωπῶν, εἰδὼς καιρόν» (αὐτόθι). Καὶ ἄλλος γιὰ ἄλλες αἰτίες (47)· γενικὰ ὅμως καὶ ὁλοκληρωτικά, ὅποιος δὲν μιλάει, δείχνει πὼς εἶναι φρόνιμος καὶ σοφός· «ἐστὶ σιωπῶν καὶ αὐτὸς φρόνιμος» (Σειρ. 14,27). «Ἕνας σιωπαίνει καὶ ἀποδεικνύεται σοφός» (Σειρ. 20,4).

Γιὰ νὰ συνηθίσῃς νὰ σιωπᾷς, σκέψου πολλὲς φορὲς τὶς ζημιὲς καὶ τοὺς κινδύνους τῆς πολυλογίας καὶ τὰ μεγάλα καλὰ τῆς σιωπῆς καὶ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς τρόπους, ποὺ εἶπα στὰ προηγούμενα τρία κεφάλαια, δηλαδὴ τὸ νὰ ἀνεβαίνῃ κάποιος ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, στὴ θεωρία τοῦ σαρκωθέντος Λόγου· καὶ στὸ στολισμὸ τῶν ἠθῶν, μποροῦν νὰ μεταχειρίζονται ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν γνῶσι, διάκρισι καὶ δύναμι στὸ λογισμό, γιὰ νὰ διορθώνουν τὶς αἰσθήσεις τους μὲ αὐτούς. Ὅσοι ὅμως δὲν ἔχουν αὐτὴ τὴν γνῶσι καὶ τὴν δύναμι, αὐτοὶ μὲ ἄλλον τρόπο μποροῦν νὰ διορθώνουν τὶς αἰσθήσεις τους· δηλαδή, μὲ ὅλη τους τὴν δύναμι νὰ ἀπέχουν ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰσθητά, ποὺ μποροῦν νὰ βλάπτουν τὴν ψυχή τους.

Καὶ λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ μου, α´ μέν, πρέπει νὰ φυλάττῃς μὲ μεγάλη προσοχὴ τοὺς κακοὺς καὶ γρήγορους κλέφτες ποὺ ἔχεις, δηλαδή, τὰ μάτια σου, καὶ νὰ μὴν τὰ ἀφήνῃς νὰ τεντώνονται καὶ νὰ βλέπουν μὲ περιέργεια τὰ πρόσωπα τῶν γυναικῶν, τόσο τὰ ὄμορφα, ὅσο καὶ τὰ ἄσχημα ἢ τὰ πρόσωπα τῶν ἀνδρῶν καὶ μάλιστα τῶν νέων καὶ ἀγένειων ἢ νὰ βλέπουν τὴν ξεγύμνωσι ὄχι μόνο τῶν ξένων σωμάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου σου σώματος. Γιατὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν περιέργεια καὶ τὸ ἐμπαθῆ κοίταγμα, ἡ καρδιὰ συλλαμβάνει τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ἐπιθυμία τῆς πορνείας καὶ τῆς παιδεραστίας. Καθὼς εἶπε ὁ Κύριος. «Ὅποιος βλέπει γυναῖκα μὲ ἐπιθυμία πονηρή, ἔχει κιόλας μέσα του διαπράξει τὴν μοιχεία μὲ αὐτήν» (Ματθ. 5,38). Καὶ κάποιος σοφὸς εἶπε «ἐκ τοῦ ὁρᾶν, τίκτεται τὸ ἐρᾶν» (48). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Σολομώντας παραγγέλνει, νὰ μὴ πιαστοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια μας, μήτε νὰ νικηθοῦμε ἀπὸ ἐπιθυμία ὡραιότητας· «υἱέ, μὴ σὲ νικήσῃ κάλλους ἐπιθυμία, μητὲ ἀγρευθῇς σοῖς ὀφθαλμοῖς» (Παρ. 6,25).

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, φυλάξου νὰ μὴ βλέπῃς περίεργα τὰ ὄμορφα φαγητὰ καὶ ποτά, ἐνθυμούμενος τὴν πρώτη μητέρα τοῦ γένους μας Εὔα ἡ ὁποία, γιὰ νὰ δῇ τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ τοῦ ἐμποδισμένου ξύλου στὸν Παράδεισο, τὸν ἐπιθύμησε, τὸν πῆρε, τὸν ἔφαγε καὶ ἔτσι πέθανε· οὔτε νὰ βλέπῃς μὲ εὐχαρίστησι τὰ ὄμορφα ροῦχα ἢ τὸν χρυσὸ καὶ τὸ ἀργύριο ἢ τὶς λαμπρὲς δόξες τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ μὴ περάση ἀπὸ τὰ μάτια σου μέσα στὴ ψυχήν σου τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας καὶ φιλαργυρίας. «Ἀπόστρεψαν γάρ, φησι, τοὺς ὀφθαλμούς μου, τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118.)· καὶ γιὰ νὰ μιλήσω γενικά, φυλάξου νὰ μὴ βλέπῃς χορούς, παιχνίδια, τραπέζια, ξεφαντώματα, μαλώματα, παλαίσματα, τρεχάματα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἄτακτα καὶ ἄσεμνα πράγματα, ποὺ ἀγαπᾷ ὁ ἠλίθιος κόσμος καὶ ἔχει ἀπαγορευμένα ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ ἀπόφευγε καὶ κλεῖσε τὰ μάτια σου ἀπὸ αὐτά, γιὰ νὰ μὴ γεμίσῃς τὴν καρδιὰ καὶ τὴν φαντασία σου ἀπὸ ἄσχημες εἰκόνες καὶ πάθη, καὶ ξεσηκώσῃς ταραχὴ καὶ νέο πόλεμο ἐναντίον σου, ἀφήνοντας τὸν ἀγῶνα, ποὺ ἔχεις νὰ ἀγωνίζεσαι ἐναντίον τῶν παλαιῶν σου παθῶν. Ἀγάπα ὅμως νὰ βλέπῃς τὶς Ἐκκλησίες, τὶς ἁγίες εἰκόνες, τὰ ἱερὰ βιβλία, τὰ κοιμητήρια, τοὺς τάφους καὶ ὅσα ἄλλα εἶναι σεμνὰ καὶ ἅγια, τῶν ὁποίων ἡ θεωρία σὲ ὠφελεῖ.

Α´. Πρέπει νὰ προφυλάττης τὰ αὐτιά σου. Πρῶτα γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς τὰ αἰσχρὰ καὶ ἐρωτικὰ λόγια, τὰ τραγούδια καὶ τὰ μουσικὰ ὄργανα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γλυκαίνεται ἡ ψυχή σου καὶ ἡ καρδιά σου ἀνάβει ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία. Γιατὶ εἶναι γραμμένο· «ἀπομάκρυνε ἀπὸ μένα τὰ ἐπονείδιστα λόγια» (Παρ. κζ´ 11).

Κατὰ δεύτερο λόγο, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς τὰ ἀστεῖα καὶ τὰ γελωτοποιὰ λόγια, τὰ ὁποῖα μάλιστα εἶναι φαντασιώσεις καὶ τὰ κάθε εἴδους καὶ διάφορα τοῦ κόσμου ψέμματα, νοστιμευόμενος καὶ γλυκαινόμενος ἀπὸ αὐτά. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι σωστὸ στὸ χριστιανὸ νὰ ἀκούῃ μὲ εὐχαρίστησι αὐτά, ἀλλὰ ἐκείνων τῶν διεφθαρμένων ἀνθρώπων, σχετικὰ μὲ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Παῦλος, ὅτι, «θὰ κλείσουν τὰ αὐτιά τους στὴν ἀλήθεια καὶ θὰ στραφοῦν στὰ παραμύθια» (Β´ Τιμ. δ´ 4).

Τρίτο, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς μὲ εὐχαρίστησι τὶς κατακρίσεις καὶ πολυλογίες ποὺ οἱ ἄλλοι κάνουν ἐναντίον τοῦ πλησίον ἀλλὰ ἢ νὰ τὶς ἐμποδίζεις, ἂν μπορεῖς ἢ νὰ μὴν κάθεσαι νὰ τὶς ἀκοῦς. Ἐπειδὴ ὁ μέγας Βασίλειος θεωρεῖ ἄξιους ἀφορισμοῦ, τόσο ἐκείνους ποὺ πολυλογοῦν, ὅσο καὶ ἐκείνους ποὺ στέκονται καὶ ἀκοῦν τὶς συκοφαντίες· «Ἂν βρεθῆ κάποιος νὰ καταλαλῇ ἄλλον ἢ ἂν ἀκούῃ νὰ καταλαλοῦν καὶ δὲν τοὺς ἐπιτιμᾷ… μαζὶ μὲ αὐτὸν νὰ ἀφορίζεται» (49).

Τέταρτο, φυλάξου νὰ μὴ γλυκαίνεσαι καὶ ἀκοῦς τὰ περιττὰ καὶ μάταια λόγια καὶ τὶς φλυαρίες, στὶς ὁποῖες καταπιάνεται ὁ περισσότερος κόσμος· γιατί, εἶναι γραμμένο· «δὲν θὰ ἀκούσῃς λόγο μάταιο» (Ἔξοδ. 23,1). Καὶ ὁ Σολομώντας εἶπε· «μάταιο λόγο κάντον μακρυά μου» (Παρ. 30,8). Καὶ ὁ Κύριος εἶπε· «Γιὰ κάθε μάταιο λόγο ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ λογοδοτήσουν τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως» (Ματθ. 12,36).

Καὶ γιὰ νὰ ποῦμε σύντομα, φυλάξου νὰ μὴν ἀκοῦς ὅλα ἐκεῖνα τὰ λόγια καὶ ἀκούσματα, ποὺ μποροῦν νὰ βλάψουν τὴν ψυχή σου· αὐτὰ κυρίως εἶναι οἱ κολακεῖες τῶν κολάκων καὶ οἱ ἔπαινοι, σχετικὰ γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Ἡσαΐας «λαός μου, αὐτοὶ ποὺ σᾶς καλοτυχίζουν, σᾶς κοροϊδεύουν» (3,11). Ἀγάπησε δὲ νὰ ἀκοῦς τὰ θεῖα λόγια, τὶς ἱερὲς μελῳδίες καὶ ψαλμῳδίες, καὶ ὅλα ὅσα εἶναι σεμνά, ἅγια, σοφὰ καὶ ψυχωφελῆ· καὶ μάλιστα ἀγάπα νὰ ἀκοῦς τὶς ἀτιμίες καὶ τὶς βρισιὲς ποὺ σοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι.

Ε´. Φύλαξε τὴν ὄσφρησί σου ἀπὸ τὰ μυρωδικά, τοὺς μόσχους καὶ ἄλλα εὐωδιαστὰ ἀρώματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει οὔτε πάνω σου νὰ τὰ βάζῃς ἢ νὰ τὰ ἀλείφῃς, οὔτε μὲ ὑπερβολὴ νὰ μυρίζεσαι. Ἐπειδὴ αὐτά, ὅλα εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀσέμνων γυναικῶν, καὶ ὄχι τῶν φρονίμων ἀνδρῶν, καὶ κοιμίζουν τὴν γενναιότητα τῆς ψυχῆς, καὶ τὴν σπρώχνουν σὲ πορνικὰ πάθη καὶ ἐπιθυμίες καὶ κάνουν νὰ ἔρχωνται σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ μεταχειρίζονται, οἱ προφητικὲς ἐκεῖνες κατάρες, ποὺ λένε «Καὶ ἀντὶ τῆς εὐχάριστης εὐωδίας, θὰ ὑπάρχη μοῦχλα» (Ἡσ. 3,23), «Καὶ ἀλοίομονο σὲ ὅσους ἀλείφονται μὲ τὰ καλύτερα ἀρώματα» (Ἄμ. 6,6).

ΣΤ´. Φύλαξε τὴν γεῦσι καὶ τὴν κοιλιά σου, γιὰ νὰ μὴν ὑποδουλώνεται σὲ παχυντικὰ καὶ εὐχάριστα καὶ πολυποίκιλα φαγητά, καὶ νόστιμα καὶ εὐώδη ποτά. Γιατὶ, τὰ τρυφερὰ αὐτὰ τραπέζια, πρὶν νὰ τὰ ἀποκτήσῃς, θὰ σὲ κάνουν νὰ πέσῃς σὲ κλεψιές, ψέματα, κολακεῖες, καὶ ἄλλα χίλια ὑπηρετικὰ πάθη καὶ κακά· ἀφοῦ ὅμως τὰ ἀποκτήσῃς, θὰ σὲ γκρεμίσουν στοὺς λάκκους τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν καὶ κτηνόμορφων ἐπιθυμιῶν, ὅσες πραγματοποιοῦνται κάτω ἀπὸ τὴν κοιλιά· καὶ θὰ φέρουν ἐναντίον σου τὶς προφητικὲς ἐκεῖνες κατάρες τοῦ Ἀμώς· «Ἀλοίμονο ἐσεῖς ποὺ τρῶτε τρυφερὰ ἀρνάκια καὶ καλοθρεμένα μοσχαράκια ἀπὸ τὰ κοπάδια….» (6,4).

Ζ´. Πρέπει νὰ φυλάγεσαι, νὰ μὴν πιάνῃς μὲ τὸ χέρι ὄχι μόνο ξένο σῶμα γυναίκας, ἄνδρα ἢ γέροντα, τὸ ἴδιο καὶ νεώτερου, ἀλλὰ οὔτε τὸ δικό σου σῶμα καὶ μάλιστα τὰ ἀπόκρυφα σημεῖα σου, χωρὶς νὰ ὑπάρχη ἀνάγκη. Γιατὶ, ὅσο ἄκομψη εἶναι αὐτὴ ἡ αἴσθησις τῆς ἁφῆς, τόσο αἰσθητικὴ καὶ ζωντανὴ εἶναι καὶ παρακινεῖ τὰ πάθη τῆς σάρκας, καὶ γκρεμίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς αὐτὴ τὴν πρᾶξι τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅλες μὲν οἱ ἄλλες αἰσθήσεις, ὑπηρετοῦν τὴν ἁφή, καὶ κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ μακριὰ ἐργάζονται τὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος φθάση στὴν ἁφή, δηλαδὴ φτάνῃ καὶ πιάνῃ, δύσκολα πιὰ μπορεῖ νὰ κρατηθῆ καὶ νὰ μὴν διαπράξῃ τὴν ἁμαρτία.

Στὴν αἴσθησι τῆς ἁφῆς, ἀναφέρεται καὶ ὁ στολισμὸς τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ τῶν ποδιῶν. Ὁπότε, φυλάξου νὰ μὴ στολίζῃς τὸ σῶμα σου μὲ μαλακὰ καὶ διάφορα καὶ λαμπρὰ ροῦχα ἢ μὲ πολυέξοδα καλύμματα τῆς κεφαλῆς ἢ μὲ πολύτιμα παπούτσια, γιατὶ αὐτὰ ἁρμόζουν στὶς γυναῖκες καὶ στοὺς ἄνδρες δὲν ταιριάζουν, ἀλλὰ μόνο νὰ φορᾷς σεμνὰ καὶ ταπεινὰ καὶ ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ χρειάζονται, στὸ κρύο τοῦ χειμῶνα καὶ στὸν καύσωνα τοῦ καλοκαιριοῦ γιὰ τὴν συντήρησι τοῦ σώματος, γιὰ νὰ μὴν ἀκούσῃς καὶ σὺ ἐκεῖνο, ποὺ ἄκουσε ὁ πλούσιος ποὺ ντύθηκε τὴν βασιλικὴ καὶ μεταξωτὴ ἐνδυμασία, δηλαδή, τό· «Ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου» (Λουκ. 16,25) καὶ ἔλθη πάνω σου ἡ κατάρα ποὺ λέγει ὁ Ἰεζεκιήλ· «Θὰ βγάλουν τοὺς μανδύες τους καὶ θὰ πετάξουν ἀπὸ πάνω τους τὰ χρυσοκέντητα ροῦχα τους» (26,16).

Στὴν ἁφὴ ἀναφέρονται ἀκόμη καὶ οἱ ἄλλες ἀνέσεις τοῦ σώματος· ὅπως εἶναι, τὸ φτιάξιμο τῶν μαλλιῶν καὶ τὸ συχνὸ πλύσιμο τῶν γενιῶν, τὰ λαμπρὰ καὶ πολύτιμα σπίτια, τὰ πολυέξοδα καὶ μαλακὰ στρώματα καὶ καθίσματα. Ἀπὸ αὐτὰ ὅλα νὰ φυλάγεσαι, ὡς βλαβερὰ τῆς συνέσεώς σου καὶ ὑπεύθυνα τῆς πορνείας καὶ τῶν σαρκικῶν παθῶν, γιὰ νὰ μὴν κληρονομήσῃς τὸ οὐαὶ τοῦ Ἀμώς, ποὺ λέγει· «Ἀλοίμονο σὲ σᾶς ποὺ ξαπλώνετε σὲ ἀνάκλιντρα στολισμένα μὲ ἐλεφαντόδοντο» (6,4).

Αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶπα ὡς τώρα, εἶναι ἡ γῆ, τὴν ὁποία κατεδικάστηκε νὰ τρώῃ τὸ νοητὸ φίδι ὁ διάβολος. Αὐτὰ εἶναι, ἡ ὕλη καὶ ἡ τροφή, μὲ τὴν ὁποία τρέφονται ὅλα τὰ πάθη τῆς σάρκας. Καὶ λοιπόν, ἐὰν ἐσὺ δὲν τὰ καταφρονήσῃς, ὡς δῆθεν μικρά, ἀλλὰ πολεμήσῃς γενναῖα καὶ δὲν τὰ ἀφήσῃς νὰ μποῦν μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις στὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά σου, σὲ πληροφορῶ, ὅτι ἀλήθεια, εὔκολα θὰ ἐξαφανίσῃς μὲ τὴν ἀτροφία τὸν διάβολο καὶ τὰ πάθη καὶ σὲ λίγο καιρὸ θὰ φανῆς νικητὴς ἄριστος σὲ αὐτὸν τὸν Ἀόρατο Πόλεμο.

Γιατὶ εἶναι γραμμένο στὸν Ἰώβ, ὅτι ὁ μυρμηκολέοντας (δηλαδὴ ὁ διάβολος) ἐξαφανίστηκε καὶ χάθηκε μὴ ἔχοντας νὰ φάῃ τροφή, «Μυρμηκολέων ὥλετο, παρὰ τὸ μὴ ἔχειν βορᾶν» (δ´ 11) (50).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΕ´

Πῶς πρέπει νὰ διορθώνουμε τὴν φαντασία καὶ τὴν ἐνθύμησί μας.

Ἀφοῦ μιλήσαμε σχετικὰ γιὰ τὴν διόρθωσι τῶν αἰσθήσεών μας, ἐπακόλουθο εἶναι νὰ ποῦμε ἐδῶ καὶ πῶς πρέπει νὰ διορθώνουμε τὴν φαντασία καὶ ἐνθύμησί μας, ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν γνώμη ὅλων σχεδὸν τῶν φιλοσόφων, ἡ φαντασία καὶ ἡ ἐνθύμησις, δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ μία ἀποτύπωσις ὅλων ἐκείνων τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων, ποὺ εἴδαμε, ἀκούσαμε καὶ μυριστήκαμε καὶ γευτήκαμε καὶ πιάσαμε. Καὶ γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία, ἡ φαντασία καὶ ἐνθύμησις, εἶναι μία ἐσωτερικὴ κοινὴ αἴσθησις, ἡ ὁποία φαντάζεται καὶ θυμᾶται καθαρὰ ὅλα, ὅσα οἱ ἐξωτερικὲς πέντε αἰσθήσεις μας πρόλαβαν νὰ προαισθανθοῦν. Καὶ κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ μὲν αἴσθησις καὶ τὰ αἰσθητά, παρομοιάζονται μὲ τὴν σφραγίδα, ἐνῷ ἡ φαντασία, μὲ τὸ ἀποτύπωμα τῆς σφραγίδας.

Ἡ φαντασία αὐτὴ καὶ ἡ ἐνθύμησις μᾶς δόθηκε μετὰ τὴν παράβασι γιὰ νὰ τὴν μεταχειρισθοῦμε, ὅταν οἱ ἐξωτερικές μας αἰσθήσεις ἡσυχάζουν καὶ ὅταν δὲν ἔχουμε μπροστά μας παρόντα τὰ αἰσθητὰ ἐκεῖνα πράγματα, ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ τυπώθηκαν σὲ αὐτήν. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἔχουμε πάντα παρόντα ὅλα ὅσα γνωρίσαμε καὶ ἀκούσαμε καὶ μυρίσαμε καὶ γευθήκαμε καὶ πιάσαμε, γι᾿ αὐτὸ τὰ φέρνουμε μπροστά μας μὲ τὴν φαντασία καὶ τὴν ἐνθύμησι, ποὺ τὰ ἔχει τυπωμένα καὶ ἔτσι μιλοῦμε γι᾿ αὐτὰ καὶ σκεπτόμαστε, σὰν νὰ τὰ εἴχαμε καὶ μπροστά μας.

Γιὰ παράδειγα· ἐσὺ πῆγες μία φορὰ καὶ εἶδες τὴν Σμύρνη, ἔπειτα ἔφυγες ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πλέον δὲν τὴν βλέπεις μὲ τὴν ἐξωτερικὴ αἴσθησι τῶν ματιῶν, ἀλλὰ ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ αἴσθησι δηλαδή, μὲ τὴν φαντασία καὶ ἐνθύμησι, ὅταν θέλῃς, φέρνεις τὴν Σμύρνη μπροστά σου καὶ τὴν βλέπεις, σὰν νὰ ἦταν καὶ παρόν, μὲ τὸ ἴδιο σχῆμα καὶ διάστημα καὶ μέγεθος καὶ τοποθεσία, ποὺ ἔχει· ὄχι πὼς τότε πηγαίνεις καὶ βλέπεις τὴν Σμύρνη, (καθὼς νομίζουν μερικοὶ ἀμαθεῖς). Ἀλλὰ βλέπεις τὴν εἰκόνα τῆς Σμύρνης, τὴν ὁποία ἔχει τυπωμένη μέσα ἡ φαντασία καὶ ἡ ἐνθύμησίς σου. Αὐτὴ ἡ φαντασία τῶν αἰσθητῶν εἶναι, ποὺ μᾶς ἐνοχλεῖ καὶ μέσα στὸν ὕπνο καὶ μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε τὰ διάφορα καὶ πολυποίκιλα ὄνειρα, στὰ ὁποῖα πρόσεχε νὰ μὴ πιστεύῃς ποτέ.

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ φαντασία αὐτή, εἶναι μιὰ παράλογη καὶ χοντρὴ ἀποτύπωσις τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ φαντάζεται τὰ αἰσθητὰ μὲ τὸ σχῆμα καὶ χρῶμα καὶ τὸ μέγεθός τους, ὅπως εἴπαμε.

Α. Νὰ γνωρίζῃς, δὲ ὅτι ὁ Θεός, ὅπως εἶναι ἔξω ἀπὸ ὅλες τὶς αἰσθήσεις μαζὶ καὶ τὰ αἰσθητὰ καὶ πέρα ἀπὸ κάθε σχῆμα καὶ χρῶμα καὶ διάστημα καὶ τόπο, ὡς ἐντελῶς ἀσχημάτιστος καὶ ἄμορφος καὶ ὑπάρχει παντοῦ καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα, ἔτσι εἶναι καὶ ἔξω ἀπὸ κάθε φαντασία. Καὶ στὴ συνέχεια, γνώριζε, ὅτι ἡ φαντασία εἶναι μία δύναμις τῆς ψυχῆς, ποὺ δὲν ἔχει ἐπιδεξιότητα νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό, γιὰ αὐτὰ τῆς τὰ ἐλαττώματα (Βλέπε στὴ Φιλοκαλία, ποὺ λέγει, ὅτι «καμία φαντασία δὲν ἔχει θέσι στὴν περίπτωσι τοῦ Θεοῦ. Διότι γενικὰ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε ἔννοια»).

Β´. Γνώριζε, ὅτι καὶ ὁ ἑωσφόρος καὶ ὁ πρῶτος τῶν Ἀγγέλων, ὄντας πρὶν ἀνώτερος τῆς παράλογης φαντασίας καὶ πέρα ἀπὸ κάθε σχῆμα καὶ χρῶμα καὶ αἴσθησι ὡς νοῦς λογικὸς καὶ ἄϋλος καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀσώματος, ὕστερα ἀφοῦ φαντάσθηκε καὶ ἐσχημάτισε μὲ τὸ νοῦ του τὴν ἰσοθεΐα, ἔπεσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη καὶ ἀπαθῆ καὶ ἑνιαία, ἀσώματη κατάστασι τοῦ νοῦ, κάτω στὴ πολυσχημάτιστη καὶ πολυμέριστη καὶ παχυλὴ αὐτὴ φαντασία, ὅπως εἶναι γνώμη πολλῶν θεολόγων καὶ ἔτσι, ἀπὸ ἄγγελος ἀσχημάτιστος, ἄϋλος καὶ ἀπαθής, ἔγινε διάβολος, ὑλικός, κατὰ κάποιο τρόπο, πολύσχημος καὶ ἐμπαθής (51). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς θείους Πατέρες ζωγράφος ποὺ μιμεῖται τὰ πάντα καὶ φίδι πολύμορφο καὶ τρώει τὴν γῆ τῶν παθῶν, φαντασιοκόπος καὶ ἄλλα παρόμοια ὀνόματα. Ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ παρομοιάζεται ὡς δράκος μὲ σῶμα, μὲ οὐρά, μὲ νεῦρα, μὲ πλευρά, μὲ ράχη, μὲ μύτη, μὲ μάτια, μὲ στόμα, μὲ χείλη, μὲ δέρμα, μὲ σάρκα καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια μέλη. Καὶ βλέπε στὸ μ´καὶ μα´ κεφάλαιο τοῦ Ἰώβ. Ὁπότε, ἀπὸ αὐτὰ μάθε, ἀγαπητέ, ὅτι ἡ φαντασία μὲ διάφορες μορφές, καθὼς εἶναι ἐφεύρεσι καὶ καρπὸς τοῦ διαβόλου, ἔτσι τοῦ εἶναι καὶ πολὺ ἐπιθυμητή. Ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους (52) αὐτὴ εἶναι τὸ γεφύρι, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο περνώντας οἱ δολοφόνοι δαίμονες, ἑνώνονται μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ἔτσι τὴν κάνουν κατοικητήριο αἰσχρῶν καὶ πονηρῶν καὶ βλάσφημων λογισμῶν καὶ ὅλων τῶν ἀκαθάρτων ψυχικῶν καὶ σωματικῶν παθῶν.

Γ. Γνώριζε, ὅτι κατὰ τὸν θεολογικώτατο Ἅγιο Μάξιμο καὶ ὁ πρωτόπλαστος Ἀδὰμ κτίστηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ χωρὶς φαντασία. Ἐπειδή, ὁ νοῦς ἐκείνου, καθαρός, μοναδικὸς καὶ πράγματι νοῦς ὤν, δὲν τυπωνόταν, οὔτε σχηματιζόταν ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὰ διάφορα εἴδη τῶν αἰσθητῶν. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ μεταχειρισθῆ τὴν κατώτερη δύναμι τῆς φαντασίας καὶ νὰ φαντασθῇ σχήματα καὶ χρώματα καὶ εἴδη καὶ διαστήματα, παρατηροῦσε μὲ τὴν ἀνώτερη δύναμη τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ τὴν διάνοια, μόνους γυμνοὺς καὶ ψιλούς τους λόγους τῶν ὄντων, ἄϋλα, καθαρὰ καὶ πνευματικά(53). Ἀλλὰ ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, καθὼς αὐτὸς ἔπεσε ἀπὸ τὴν φαντασία, ἔτσι ἔκανε καὶ τὸν Ἀδάμ, νὰ σχηματίσῃ τὸν νοῦ του μὲ τὴν ἰσοθεΐα καὶ νὰ πέσῃ ἀπὸ τὴν ἰδία αὐτὴ τὴν φαντασία καὶ ἔτσι ἀπὸ ἐκείνη τὴν νοερά, ἰσάγγελο, ἑνιαία, λογικὴ καὶ ἀσχημάτιστη ζωή, γκρεμίστηκε ὁ ταλαίπωρος, στὴν αἰσθητική, πολυμέριστη καὶ πολυσχημάτιστη φαντασία αὐτὴ καὶ τὴν κατάσταση τῶν ἀλόγων ζῴων. Ἐπειδὴ ἡ φαντασία εἶναι κυρίως ἰδίωμα τῶν ἀλόγων ζῴων καὶ ὄχι τῶν λογικῶν.

Ἀφοῦ γιὰ μία φορὰ ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος σὲ αὐτὴν τὴν κατάστασι, ποιὸς μπορεῖ νὰ πῇ, σὲ πόσα πάθη, σὲ πόσα κακὰ καὶ σὲ πόσες πλάνες κατακρεμίστηκε μέσα ἀπὸ τὴν φαντασία; Γέμισε τὴν ἠθικὴ φιλοσοφία ἀπὸ διάφορες ἀπάτες (54). Γέμισε τὴ φυσικὴ ἀπὸ πολλὲς ψευτοδοξασίες (55), καὶ γέμισε τὴν θεολογία ἀπὸ ψεύτικα καὶ σάπια δόγματα. Γιατὶ, πολλοί, καὶ μεγάλοι καὶ νεώτεροι, θέλοντας νὰ θεωρήσουν καὶ νὰ μιλήσουν σχετικὰ μὲ τὸ Θεὸ καὶ τῶν σχετικῶν, τῶν ἁπλῶν, ἀσχημάτιστων καὶ ἀφάνταστων μυστηρίων, ὅπου ἐνεργεῖ ἡ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλες τὶς δυνάμεις, ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς, δηλαδή, ὁ νοῦς, πρὶν ἀκόμη νὰ καθαρίσουν τὸ νοῦ τους ἀπὸ τὰ ἐμπαθῆ σχήματα καὶ εἰκόνες τῆς φαντασίας τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων, ἀντὶ γιὰ τὴν ἀλήθεια βρῆκαν τὸ ψέμα. Καὶ τὸ μεγαλύτερο κακὸ εἶναι, ὅτι καὶ τὸ ψέμα αὐτό, τὸ ἀσπάστηκαν καὶ τὸ κρατοῦν δυνατὰ σὰν ἀλήθεια καὶ ὄντως ὄν· ἀντὶ γιὰ θεολόγοι, φάνηκαν φαντασιολόγοι, ἀφοῦ παραδόθηκαν σὲ ἀδόκιμο νοῦ, κατὰ τὸν Ἀπόστολο.

Λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ, ἐὰν ἀγαπᾷς νὰ ἐλευθερωθῇς μὲ εὐκολία ἀπὸ τὶς πλάνες αὐτὲς καὶ τὰ πάθη, ἐὰν ἐπιθυμῇς νὰ νὰ ξεφύγης ἀπὸ τὶς διαφόρες παγίδες καὶ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου καὶ ἐὰν ἐπιθυμῇς νὰ ἑνωθῇς μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ πετύχης τὸν θεῖο φωτισμὸ καὶ τὴν ἀλήθεια, πολέμα, ἀλλὰ μὲ ὅλες σου τὶς δυνάμεις πολέμα, νὰ ξεγυμνώσῃς τὸν νοῦ σου ἀπὸ τὰ σχήματα καὶ τὰ χρώματα καὶ τὰ διαστήματα, καὶ γενικὰ ἀπὸ κάθε φαντασία καὶ ἐνθύμησι τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων, καὶ καλῶν καὶ κακῶν.

Ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ εἶναι σὰν μολυσμοὶ καὶ λάσπες καὶ σκοτεινιά, ποὺ μολύνουν τὴν καθαρότητα καὶ εὐπρέπεια καὶ λαμπρότητα τοῦ νοῦ καὶ παχαίνουν τὴν ἀϋλία του. Καὶ σχεδόν, κανένα πάθος (56) ψυχικὸ ἢ σωματικὸ δὲν μπορεῖ νὰ πλησίαση τὸν νοῦ, παρὰ διὰ μέσου τῆς φαντασίας αὐτῆς τῶν αἰσθητῶν. Ἀγωνίσου λοιπὸν νὰ φυλάξης αὐτὸ τὸ νοῦ σου ἀχρωμάτιστο, ἀσχημάτιστο, ἄμορφο καὶ καθαρό, καθὼς τὸ ἔπλασε ὁ Θεός.

Αὐτὸ βέβαια μὲ ἄλλο τρόπο δὲν γίνεται, παρὰ ἂν τὸν ἐπιστρέφῃς καὶ τὸν μαζέψης μέσα στὸ στενὸ τόπο τῆς καρδιᾶς σου καὶ ὅλου τοῦ ἐσωτερικοῦ ἄνθρωπου· καὶ ἐκεῖ μέσα νὰ τὸν συνηθίζῃς νὰ βρίσκεται πότε μὲν προσευχόμενος μὲ πένθος, μὲ τὸν ἐσωτερικὸ λόγο τῆς καρδιᾶς, καὶ λέγοντας· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»· καὶ νὰ προσέχῃ μόνον τὰ λόγια τῆς προσευχῆς αὐτῆς, (ὅπως σχετικὰ μὲ αὐτό σου λέω στὸ κς´ κεφάλαιο), ἄλλοτε παρατηρώντας τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό, μᾶλλον διὰ μέσου τοῦ ἑαυτοῦ σου κατανοώντας τὸν Θεὸ καὶ ἀναπαυόμενος (57)· αὐτὴ ἡ θεωρία καὶ ἡ μελέτη λέγεται κυκλικὴ καὶ ἀπλανής (58). Γιατὶ, ὅπως τὸ φίδι, ὅταν θέλῃ νὰ βγάλη τὸ παλιό του δέρμα, πηγαίνει καὶ περνάει ἀπὸ στενὸ τόπο, ὅπως λένει οἱ φυσιολόγοι, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς, μέσα ἀπὸ τὸ στενὸ τόπο τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς Νοερᾶς Προσευχῆς ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτήν, φιλτράρεται, βγάζει τὸ φόρεμα τῆς φαντασίας τῶν αἰσθητῶν καὶ κακῶν προλήψεων καὶ γίνεται καθαρός, λαμπρὸς καὶ κατάλληλος στὴν ἕνωσι τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁμοιότητα ποὺ παίρνει μὲ αὐτόν. Καὶ πάλι, καθὼς τὸ νερό, ὅσο ἑνώνεται καὶ περνάει στριμωγμένο μέσα ἀπὸ τοὺς στενοὺς σωλῆνες, τόσο λεπταίνει καὶ δυναμώνεται καὶ ἀνεβαίνει σὲ ὕψος· ἔτσι καὶ ὁ νοῦς, ὅσο ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀκριβῆ μελέτη τῆς καρδιᾶς καὶ τὴ δική του θεωρία, τόσο λεπταίνει, τόσο δυνατώτερος γίνεται καὶ ψηλότερος ἀπὸ κάθε πάθος καὶ ἐπίθεσι λογισμῶν καὶ ἀπὸ κάθε σχῆμα καὶ εἶδος, ὄχι μόνον τῶν αἰσθητῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν νοητῶν, μὲ τὸ νὰ μένουν ὅλα αὐτὰ ἔξω διότι ἐκεῖ μέσα δὲν μποροῦν νὰ μποῦν (59). Ἐὰν καμμιὰ φορὰ πάῃ ὁ νοῦς σου στὰ ἐξωτερικὰ ποὺ βλέπεις καὶ στὶς φαντασίες τοῦ κόσμου, πάλι ξαναγύρισε τὸν μέσα στὸν θάλαμο τῆς καρδιᾶς, ἕως ὅτου νὰ συνηθίσει.

Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κυριώτερος τρόπος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃς παντοτεινὸ ἔργο γιὰ νὰ διορθώσῃς, ἀγαπητέ, τὴν φαντασία καὶ τὴν θύμησί σου· τί λέω; Νὰ διορθώσῃς καὶ νὰ ἐξαφανίσῃς ἀπὸ τὴν ρίζα, τὶς κακὲς προλήψεις αὐτῆς καὶ τὰ εἴδωλα. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος τρόπος, ὅσο εἶναι καρποφόρος καὶ ὠφέλιμος, τόσο εἶναι καὶ κουραστικός· καὶ ὅσο εἶναι κουραστικός, τόσο εἶναι καὶ δυσκολοεπιχείρητος (γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ δυσκολοπίστευτος), κοντὰ στοὺς πολλοὺς καὶ μάλιστα στοὺς δικούς μας σοφοὺς καὶ διδασκάλους τοῦ τωρινοῦ αἰῶνα, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν στὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τόσων καὶ τόσων θεοφόρων Πατέρων, ποὺ διδάσκουν αὐτὸν τὸν τρόπο στὸ νεοτύπωτο βιβλίο τῆς Φιλοκαλίας, τὸ ὁποῖο εἶναι πιὸ πολύτιμο ἀπὸ κάθε βαρύτιμο πετράδι, στεροῦνται δίκαια τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς ὁποίους ἀπολαμβάνουν πολλοὶ ἀμαθεῖς καὶ ἀγράμματοι: «Τὰ ἀπέκρυψε αὐτὰ ὁ Θεός, κατὰ τὸ λόγιο, ἀπὸ σοφοὺς καὶ συνετοὺς καὶ τὰ φανέρωσε στὰ νήπια» (Λουκ. 10,21). Γιατὶ, ὅσοι δὲν πιστεύουν σ᾿ αὐτὴ τὴ νοερὴ ἐργασία, οὔτε νὰ καταλάβουν μποροῦν τὴν ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὴ κατὰ τό· «Ἂν δὲν πιστεύσετε, δὲν θὰ καταλάβετε» (Ἡσ. 7,9).

Ὅταν βλέπῃς ὅτι ὁ νοῦς σου κουράζεται καὶ δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ μείνη μέσα στὴν καρδιὰ καὶ στὴν προσευχὴ τοῦ νοῦ ποὺ γίνεται μέσα σὲ αὐτή, τότε χρησιμοποίησε καὶ τὸν β´ τρόπο, δηλαδή, ἄφησε τὸ νὰ βγαίνῃ ἔξω καὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ μελέτες καὶ παρατηρήσεις καὶ σὲ νοήματα θεῖα καὶ πνευματικά, τόσο σὲ αὐτὰ ποὺ περιέχονται μέσα στὶς Γραφές, ὅσο καὶ αὐτὰ ποὺ βρίσκονται στὰ κτίσματα, ἰδιαίτερα στὰ νοητά, τὰ ὁποῖα λέγονται στὴν καθομιλουμένη μεταφυσικὰ καὶ ἀφηρημένα τῆς ὕλης. Γιατὶ, αὐτὰ τὰ πνευματικὰ νοήματα, συγγενῆ μὲ τὸν νοῦ ἔχουν καὶ τὴν λεπτότητα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἄϋλου, δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ παχαίνῃ, ἀλλὰ τὸν κάνουν μὲ εὐκολία νὰ ἐπιστρέψη στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ ἑνωθῆ πάλι μὲ τὴν νοερὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ λέει, ὁ Θεῖος Μάξιμος, «ὅτι μόνη ἡ πρᾶξις δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸν νοῦ ἀπαθῆ, ἂν δὲν τὸν διαδέχονται πολλὲς καὶ ποικίλες θεωρίες». Πρόσεξε ὅμως, νὰ μὴ ἀσχολῆσαι στοὺς λόγους τῶν ὑλικῶν σωμάτων καὶ ζῴων, δηλαδὴ στὰ λεγόμενα φυσικά, ἀφοῦ εἶσαι ἀκόμη ἐπαθῇς. Γιατὶ μὴ ὄντας ὁ νοῦς σου ἐλεύθερος ἀπὸ τὶς μοχθηρὲς φαντασίες τῶν αἰσθητῶν, πρὶν νὰ διαπεράση μέσα στοὺς πνευματικοὺς καὶ ἄϋλους λογισμούς, ποὺ βρίσκονται μέσα στὰ σώματα καὶ στὰ ζῷα, πιάνεται ἀπὸ μόνο τὴν ἐξωτερικὴ μορφή τους καὶ τὴν ἐπιφάνεια· καὶ εὐχαριστημένος σὲ αὐτή, ἀποκτᾷ ψεύτικες δοξασίες καὶ πάθη, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἀντὶ νὰ βρῇ ἀπάθεια καὶ ἀλήθεια, καθὼς τὸ ἔπαθαν τόσοι καὶ τόσοι φιλόσοφοι, ποὺ καλοῦνται φυσικοί.

Ἢ χρησιμοποίησε καὶ τὸν γ´ τρόπο γιὰ ἀνάπαυσι καὶ παρηγοριὰ τοῦ νοῦ σου· δηλαδή, φαντάσου τὰ μυστήρια της ζωῆς καὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴν Γέννησί του στὸ σπήλαιο, τὴν Ὑπαπαντή του στὸ Ναό· τὴν Βάπτισί του στὸν Ἰορδάνη, τὴν Σαρανταήμερη νηστεία του στὴν ἔρημο· τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου του, τὰ διάφορα θαύματα ποὺ ἔκανε· τὴν Μεταμόρφωσί του στὸ Θαβώρ, τὸ νίψιμο τῶν ποδιῶν τῶν μαθητῶν του, τὴν παράδοσι τῶν μυστηρίων, τὴν προδοσία του, τὰ πάθη του· τὸν Σταυρό του, τὸν Ἐπιτάφιό του· τὴν Ἀνάστασί του καὶ τὴν Ἀνάληψί του· τὰ κάθε εἴδους βάσανα τῶν Μαρτύρων καὶ τὶς μακροχρόνιες ἀσκήσεις τῶν Ὁσίων.

Τὸ ἴδιο, μπορεῖς, ἀκόμη γιὰ τὴν συντριβὴ τῆς καρδιᾶς σου καὶ τὴν μετάνοια, νὰ φαντάζεσαι τὸ μυστήριο καὶ τὴν φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου σου, τὴν τρομερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως, τὰ διάφορα εἴδη τῶν αἰωνίων κολάσεων, δηλαδή, τὶς λίμνες τῆς αἰώνιας φωτιᾶς· τὶς κατασκότεινες καὶ ὑπόγειες φυλακές· τοὺς πολὺ κρύους τάφους· τὰ σκουλίκια ποὺ πίνουν αἷμα, τὴν συντροφιὰ μὲ τοὺς δαίμονες· φαντάσου ἀκόμη καὶ τὴν ἀπόλαυσι τῆς ἀπερίγραπτης χαρᾶς καὶ τὴν οὐράνια ἐκείνη βασιλεία τῶν δικαίων τὴν αἰώνια δόξα καὶ μακαριότητα· τὸν ἦχο ἐκείνων ποὺ ἑορτάζουν τὴν ἕνωσι μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν παντοτεινὴ γνωριμία καὶ συγκατοίκησι ὅλων τῶν Ἁγίων (60).

Ἀλλά, γνώριζε, ὅτι δὲν σοῦ λέω νὰ ἀσχολῆσαι πάντα μὲ αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ μεταχειρίζεσαι μόνο κάποτε κάποτε καὶ μερικὲς φορές, ὥς που νὰ ξεκουρασθῆ ὁ νοῦς σου καὶ πάλι νὰ ἐπιστρέψη στὴν καρδιὰ καὶ ἐκεῖ νὰ ἐργάζεται τὸ ἀφάνταστο καὶ ἀσχημάτιστο, διὰ μέσου τῆς καρδιακῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ, ὅπως ὅλα τὰ φερέοικα ζῷα, δηλαδὴ αὐτὰ ποὺ κουβαλᾶνε μαζὶ τὸ σπίτι τους (σὰν τὰ σαλιγκάρια καὶ τὶς χελῶνες) καὶ τὰ ὄστρακα, δὲν ἀναπαύονται πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ μέσα στὰ ὄστρακα, ποὺ εἶναι ντυμένα καὶ μέσα στὶς τρῦπες τους, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς, μὲ φυσικὸ τρόπο, σὲ τίποτα ἄλλο δὲν ἀναπαύεται τόσο, ὅσο, στὸ νὰ βρίσκεται μέσα στὸ σῶμα ποὺ φοράει, δηλαδή, μέσα στὸ θάλαμο τῆς καρδιᾶς καὶ στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, σὰν ἀπὸ καμία πολεμήστρα, νὰ πολεμᾷ τοὺς λογισμοὺς καὶ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὰ πάθη, ποὺ ἐκεῖ μέσα εἶναι κρυμμένα, ἂν καὶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν (61).

Πάνω ἀπὸ ὅλα σου λέω, ὅτι γιὰ νὰ πολεμᾷς καὶ νὰ προφυλάγεσαι καλά, μὴν ἀφίνης τὴν φαντασία καὶ τὴν ἐνθύμησί σου νὰ θυμᾶται ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ εἶδες ἢ ἄκουσες ἢ μυρίστηκες ἢ γεύτηκες ἢ ἔπιασες καὶ ἰδιαιτέρως, τὰ ἄσεμνα καὶ κακά. Γιατὶ ἔχει ἐπιβεβαιωθῆ μὲ τὴν δοκιμή, πὼς περισσότερο πόλεμο κάνει κάποιος νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν φαντασία καὶ τὴν ἐνθύμησι ἑνὸς πράγματος, παρὰ ἀπὸ τὴν ἰδία τὴν αἴσθησί του. Ἐπειδὴ τὸ νὰ ἰδῆ κανεὶς - ὑποθετικὰ λέμε - ἢ νὰ μὴν ἰδῆ ἕνα πρόσωπο μὲ πάθος, αὐτὸ εἶναι εὔκολο καὶ πόλεμο τόσο δὲν ἔχει· ὅταν ὅμως τὸ ἰδῆ καὶ τὸ περιεργασθῆ, δὲν εἶναι πλέον εὔκολο, ἀλλὰ χρειάζεται πόλεμος καὶ ἀγῶνας, γιὰ νὰ βγάλη τὴν ἐνθύμησι τοῦ προσώπου ἐκείνου ἀπὸ τὴν φαντασία του.

Καὶ πολλὲς φορές, μία μονάχα, ἐμπαθὴς καὶ περίεργη ματιά, ποὺ ρίξαμε σὲ ἕνα ὄμορφο πρόσωπο, μᾶς ἐντυπώνει στὴ φαντασία τόσο βαθιὰ τὴν ἐνθύμησί του, ποὺ πολεμοῦμε σαράντα ἢ πενήντα χρόνια, μέχρι καὶ αὐτὰ τὰ γηρατειά μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξαλείψουμε ἐκείνη τὴν ἐνθύμησι καὶ φαντασία. Καὶ εἶναι ἄξιο γιὰ γέλια, ὅτι τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο γερνάει καὶ ἀσχημαίνει ἢ πεθαίνει καὶ γίνεται χῶμα· καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πιάνουμε μὲ τὰ χέρια μας τὰ ὀστᾶ του στὸν τάφο, ἀλλὰ ἡ φαντασία μας κρατεῖ τόσο σφικτὰ καὶ δυνατὰ τὴν εἰκόνα του, ποὺ πάντα τὸ νομίζει γιὰ νέο καὶ γιὰ ζωντανό· καὶ ἔτσι σὰν παράλογη καὶ τυφλή, μᾶς κάνει νὰ ἁμαρτάνουμε μὲ αὐτὸ στὴ καρδία, σὰν νὰ ἦταν καὶ ἀληθινό, τόσο ὅταν εἴμαστε ξύπνιοι, ὅσο καὶ ὅταν κοιμώμαστε(62).

Ἀκόμη σοῦ ὑπενθυμίζω, νὰ φυλαχθῇς καλὰ καὶ νὰ μὴ πιστεύῃς ἢ τελείως νὰ δέχεσαι ὡς ἀληθινό, ἂν δῇς ξύπνιος ἢ ἐνῷ κοιμᾶσαι, μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου ἢ ἔξω κανένα σχῆμα, ὅπως φῶς ἢ φωτιὰ ἢ σὰν εἶδος ἀγγέλου ἢ ἁγίου ἢ κάτι ἄλλο παρόμοιο, ὅ,τι κι ἂν εἶναι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΣΤ´

Ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ μὲ ὅλη του τὴ δύναμι τὶς ταραχὲς καὶ ἐνοχλήσεις, ἂν θέλῃ νὰ πολεμήσῃ καλά τους ἐχθρούς του.

Ὅπως ἔχει ὑποχρέωσι ἀναπόφευκτη κάθε χριστιανός, ὅταν χάση τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς του νὰ κάνῃ τὸ ὅ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ τὴν ξαναποκτήσῃ, ἔτσι πάλι πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι κανένα γεγονὸς ποὺ συμβαίνει στὸν κόσμο, ποὺ θὰ τοῦ συνέβαινε, δὲν εἶναι σωστὸ καὶ φρόνιμο νὰ τοῦ στερῇ ἢ νὰ τοῦ κλονίζῃ τὴν παρόμοια εἰρήνη. Πρέπει ναί, νὰ λυπούμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ἀλλὰ μὲ ἕναν πόνο εἰρηνικό, κατὰ τὸν τρόπο, ποὺ προηγουμένως ἔδειξα σὲ πολλὰ σημεῖα· καὶ ἔτσι, χωρὶς ἐνόχλησι τῆς καρδιᾶς, νὰ συμπονᾶμε μὲ εὐλαβῆ διάθεσι ἀγάπης κάθε ἄλλο ἁμαρτωλὸ καὶ νὰ κλαῖμε ἐσωτερικὰ τὸ λιγότερο· δηλαδή, ἂς πενθοῦμε γιὰ τὰ σφάλματά του. Γιὰ τὰ ἄλλα ποὺ συμβαίνουν, τὰ βαρειὰ καὶ βασανιστικά, ποὺ μᾶς ἔρχονται, ὅπως ἀσθένειες, πληγές, θάνατοι τῶν συγγενῶν μας, ἐπιδημίες πείνας, πόλεμοι, φωτιὲς καὶ ἄλλα παρόμοια κακά, ἂν καὶ οἱ κοσμικοὶ τὰ ἀποστρέφωνται τὶς περισσότερες φορές, ὡς ἐνοχλήσεις τῆς φύσεως, παρόλα αὐτά, μποροῦμε μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο νὰ τὰ ὑποφέρουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ θέλουμε καὶ νὰ τὰ ἀγαπᾶμε, σὰν δίκαιη τιμωρία στοὺς παράνομους καὶ σὰν ἀφορμὲς τῶν ἀρετῶν στοὺς καλούς· ἐπειδὴ σὲ αὐτὸν τὸ σκοπὸ ἀποβλέπουμε, καὶ αὐτὸ ἀρέσει ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὸν τὸν Κύριό μας καὶ Θεό, ποὺ ἂς τὰ στέλνει· τοῦ ὁποίου τὸ θέλημα ἀκολουθώντας ἐμεῖς, θὰ περάσουμε μὲ καρδιὰ ἥσυχη καὶ ἀναπαυμένη ὅλες τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς τωρινῆς ζωῆς. Καὶ νὰ εἶσαι βέβαιος, ὅτι κάθε παρενόχλησις καὶ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς μας, δὲν ἀρέσει στὰ θεϊκὰ μάτια· γιατὶ ὅποια καὶ νἆναι αὐτή, πάντα εἶναι συντροφιασμένη ἀπὸ ἀτέλεια καὶ πάντα προέρχεται ἀπὸ κάποια κακιὰ ρίζα τῆς φιλαυτίας.

Γι᾿ αὐτὸ νὰ ἔχῃς πάντοτε ἄγρυπνη μία σκοπιὰ παρατηρήσεως, ἡ ὁποία ἀμέσως μόλις δεῖ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ἐνοχλήσῃ καὶ νὰ σὲ ταράξη, ἂς σοῦ κάνῃ νόημα, γιὰ νὰ καταλαβαίνῃς γιὰ τί πρόκειται καὶ νὰ πιάνεις τὰ ὅπλα στὸ νὰ διοικῆσαι σκεπτόμενος, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακὰ καὶ ἄλλα παρόμοια πολλά, ἂν καὶ φαίνονται ἐξωτερικὰ κατὰ τὴν αἴσθησι κακά, δηλαδὴ βλαβερά, ὅμως δὲν εἶναι ἀληθινὰ κακά, οὔτε μποροῦν νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τὰ πραγματικὰ καλὰ καὶ ὅτι ὅλα τὰ διατάζει καὶ τὰ παραχωρεῖ ὁ Θεός, γιὰ τοὺς σωστοὺς σκοποὺς ποὺ εἴπαμε πρὶν καὶ μᾶς συμφέρουν καὶ γιὰ ἄλλα, ποὺ δὲν εἶναι γνωστὰ σὲ μᾶς, ἀλλὰ πολὺ δίκαια καὶ πολὺ ἅγια χωρὶς ἀμφιβολία. Καί, ἂν σὲ κάθε θλιβερὸ καὶ ἀντίθετο γεγονὸς ποὺ συμβαίνει, παραμένῃ ἡ καρδιά σου ἔτσι ἀναπαυμένη καὶ εἰρηνική, μπορεῖ νὰ ἔχῃς πολὺ κέρδος· ἂν ὅμως ταράζεται, γνώριζε ὅτι κάθε ἄσκησι ποὺ κάνεις, σοῦ ἀποδίδει ἢ καμία ἢ πολὺ μικρὴ ὠφέλεια.

Ἐπιπλέον λέω καὶ αὐτό, ὅτι ὅταν ἡ καρδιὰ ἐνοχλῆται καὶ ταράσσεται, εἶναι πάντα κάτω ἀπὸ τὰ διάφορα χτυπήματα καὶ τοὺς πολέμους τῶν ἐχθρῶν καὶ τὸ σπουδαιότερο, ὅταν εἴμαστε ταραγμένοι δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε καλὰ καὶ νὰ διακρίνουμε τὸν ἴσιο δρόμο καὶ τὴν ἀσφαλῆ πορεία τῆς ἀρετῆς· ὁ ἐχθρός μας λοιπὸν διάβολος ποὺ μισεῖ πολὺ αὐτὴν τὴν εἰρήνη (ἐπειδὴ εἶναι μέρος, ποὺ κατοικεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐνεργήσῃ μεγάλα πράγματα), πολλὲς φορὲς ἔρχεται σὰν φίλος καὶ δοκιμάζει νὰ μᾶς τὴν πάρη, χρησιμοποιώντας διάφορες ἐπιθυμίες (63), οἱ ὁποῖες μας φαίνονται πὼς εἶναι καλές· ἀλλὰ πόσο αὐτὲς εἶναι ἀπατηλὲς καὶ ψεύτικες, μπορεῖς μεταξὺ τῶν ἄλλων στοιχείων νὰ τὸ γνωρίσῃς κι ἀπὸ αὐτό· δηλαδή, ἐπειδὴ μᾶς κλέβουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς.

Γι᾿ αὐτό, ἂν θέλῃς νὰ ἐμποδίσῃς τὴν τόση μεγάλη ζημιά, ὅταν ὁ παρατηρητής, δηλαδὴ ὁ νοῦς καὶ ἡ προσοχὴ τοῦ νοῦ, σὲ προειδοποιήσῃ ὅτι κάποια νέα ἐπιθυμία κάποιου καλοῦ ζητεῖ νὰ μπῆ μέσα σου, μὴν τῆς ἀνοίξης τὴν εἴσοδο τῆς καρδιᾶς, ἂν δὲν ἐλευθερωθῇς πρῶτα ἀπὸ κάθε θέλημα δικό σου καὶ τὴν παρουσιάσης στὸ Θεὸ καὶ ὁμολογώντας τὴν τυφλότητα καὶ ἀγνωσία σου, νὰ τὸν παρακαλέσῃς θερμὰ νὰ σὲ φωτίσῃ μὲ τὸ δικό του φῶς, γιὰ νὰ δῇς, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία προέρχεται ἀπὸ ἀντίδικο ἐχθρό· καὶ γι᾿ αὐτό, τρέξε στὸν πνευματικό σου πατέρα καὶ ἄφησέ το, ὅσο μπορεῖς, στὴν κρίσι ἐκείνου. Ὅμως, ἂν καὶ ἡ ἐπιθυμία ἐκείνη εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει ἐσύ, πρὶν νὰ τὴν ἐπιχειρήσῃς, νὰ ταπεινωθῇς καὶ νὰ θανατώσῃς τὴν μεγάλη σου προθυμία καὶ θερμότητα, ποὺ ἔχεις γι᾿ αὐτή· διότι τὸ ἔργο ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου προηγεῖται αὐτὴ ἡ δική σου ταπείνωσις, ἀρέσει πολὺ περισσότερο στὸ Θεό, παρὰ νὰ γίνῃ μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς φύσεως - μάλιστα καμιὰ φορὰ τοῦ ἀρέσει πολὺ περισσότερο ἐκείνη ἡ δική σου ταπείνωσις, παρὰ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἔργο. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἀφοῦ ἀποβάλλεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου τὶς ἐπιθυμίες, ποὺ δὲν εἶναι καλὲς καὶ μὴ κάνονας τὶς καλές, ἂν δὲν καθησυχάσης πρῶτα τὶς φυσικές σου κινήσεις, θὰ κρατήσῃς τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀσφάλεια, τὴν ἀκρόπολι τῆς καρδιᾶς σου.

Γιὰ νὰ διαφυλάξης ἀκόμη τὴν καρδιά σου εἰρηνικὴ σὲ κάθε πρᾶγμα, πρέπει νὰ τὴν ἐλέγχῃς καὶ νὰ τὴν φυλᾷς ἀπὸ κάποιες ἐπιπλήξεις καὶ ἐσωτερικοὺς ἐλέγχους τῆς συνειδήσεώς σου, οἱ ὁποῖοι μερικὲς φορὲς εἶναι τοῦ διαβόλου, μολονότι φαίνονται ὅτι εἶναι τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ νὰ σὲ κατηγοροῦν γιὰ κάποιο λάθος· τοὺς παρόμοιους ἐλέγχους, ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματά τους θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃς ἀπὸ ποῦ προέρχονται. Γιατὶ, ἂν σὲ ταπεινώνουν καὶ σὲ κάνουν ἐπιμελῆ στὸ νὰ ἐργάζεσαι καὶ δὲν σοῦ ἀφαιροῦν τὴν ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνη ποὺ ἔχεις στὸν Θεό, πρέπει νὰ τοὺς δέχεσαι σὰν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστῇς· ἂν ὅμως σὲ συγχύζουν καὶ σὲ κάνουν μικρόψυχο, δύσπιστο, ἀμελῆ καὶ ὀκνηρὸ στὸ καλό, νὰ εἶσαι βέβαιος πὼς προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρό· καὶ μὴ τοὺς δίνης σημασία, ἀλλὰ ἀκολούθησε τὸν δρόμο σου καὶ τὴν ἐξάσκησί σου. Γιατὶ, καὶ ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶπα, πλέον ἀπὸ κοινοῦ, γεννιῶνται στὴ καρδιά μας οἱ παρενοχλήσεις καὶ οἱ συγχύσεις, ἀπὸ τὰ περιστατικὰ τῶν ἀντιθέτων πραγμάτων, ποὺ μᾶς ἀκολουθοῦν σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Ἀλλὰ ἐσύ, γιὰ νὰ προφυλαχθῇς ἀπὸ αὐτὰ τὰ χτυπήματα τῆς συγχύσεως, μπορεῖς νὰ κάνῃς δυὸ πράγματα· τὸ ἕνα εἶναι νὰ σκεφθῇς σὲ ποιὸ εἶναι ἀντίθετα ἐκεῖνα τὰ περιστατικά· στὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχή; ἢ στὴν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν μας; Γιατὶ, ἂν εἶναι ἀντίθετα στὶς ἐπιθυμίες σου καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ σου (ὁ ὁποῖος εἶναι γενικὰ ὁ πρῶτος ἐχθρός σου), δὲν πρέπει νὰ τὰ ὀνομάζῃς ἀντίθετα, ἀλλὰ νὰ τὰ ἔχῃς γιὰ εὐεργεσίες καὶ βοήθεια τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ὁπότε καὶ μὲ χαρούμενη καρδιὰ καὶ εὐχαριστία νὰ τὰ ἀποδέχεσαι· ἐὰν ὅμως καὶ εἶναι ἀντίθετα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχή, δὲν πρέπει οὔτε γι᾿ αὐτὸ νὰ χάνῃς τὴν εἰρήνη τῆς καρδίας σου, ὅπως θὰ μάθῃς στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο· τὸ ἄλλο εἶναι νὰ ὑψώσῃς τὸν νοῦ σου στὸ Θεό, καὶ μὲ μάτια κλειστὰ (χωρὶς νὰ θέλῃς νὰ γνωρίζῃς κάτι ἄλλο), νὰ δέχεσαι κάθε περιστατικὸ ἀπὸ τὸ σπλαγχνικὸ χέρι τῆς θείας πρόνοιάς του, σὰν πρᾶγμα γεμάτο ἀπὸ διάφορα ἀγαθά (64).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΖ´

Τί πρέπει νὰ κάνουμε, ὅταν εἴμαστε πληγωμένοι.

Ὅταν βρίσκεσαι πληγωμένος, ἐπειδὴ ἔπεσες σὲ κάποιο ἁμάρτημα λόγῳ ἀδυναμίας σου ἢ καμιὰ φορὰ μὲ τὴν θέλησί σου γιὰ κακό σου, μὴ δειλιάσης· οὔτε νὰ ταραχθῇς γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ ἀφοῦ ἐπιστρέψης ἀμέσως στὸ Θεό, μίλησε ἔτσι· «Βλέπε, Κύριέ μου· ἔκανα τέτοια πράγματα σὰν τέτοιος ποὺ εἶμαι· οὔτε ἦταν δυνατὸ νὰ περίμενες καὶ τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἐμένα τὸν τόσο κακοπροαίρετο καὶ ἀδύνατο, παρὰ ξεπεσμὸ καὶ γκρέμισμα».

Καὶ ἐδῶ, ξευτελίσου στὰ μάτια σου ἀρκετὴ ὥρα καὶ λυπήσου μὲ πόνο καρδιᾶς γιὰ τὴν λύπη ποὺ προξένησες στὸν Θεὸ καὶ χωρὶς νὰ συγχυσθῇς, ἀγανάκτησε κατὰ τῶν αἰσχρῶν σου παθῶν, ἰδιαιτέρως δὲ καὶ μάλιστα, ἐναντίον ἐκείνου τοῦ πάθους ποὺ ἔγινε αἰτία νὰ πέσῃς· ἔπειτα πὲς πάλι· «Οὔτε μέχρι ἐδῶ θὰ στεκόμουνα, Κύριέ μου, καὶ θὰ ἁμάρτανᾳ χειρότερα, ἐὰν ἐσὺ δὲν μὲ κρατοῦσες μὲ τὴν πολὺ μεγάλη σου ἀγαθότητα».

Καὶ εὐχαρίστησέ τον καὶ ἀγάπησέ τον περισσότερο παρὰ ποτὲ θαυμάζοντας τὴν τόση μεγάλη εὐσπλαγχνία του, ὅτι καὶ παρόλο ποὺ λυπήθηκε ἀπὸ σένα, πάλι σοῦ δίνει τὸ δεξί του χέρι καὶ σὲ βοηθάει, γιὰ νὰ μὴ ξαναπέσῃς στὴν ἁμαρτία· τελευταία πὲς μὲ μεγάλο θάρρος στὴ μεγάλη εὐσπλαγχνία του· «Ἐσύ, Κύριέ μου, κάνε σὰν ἐκεῖνος ποὺ εἶσαι καὶ συγχώρεσέ με καὶ μὴν ἐπιτρέψης στὸ ἑξῆς νὰ ζῶ χωρισμένος ἀπὸ σένα, οὔτε νὰ ἀπομακρυνθῶ ποτέ, οὔτε νὰ σὲ λυπήσω πλέον».

Καὶ κάνοντας ἔτσι, μὴ σκεφθῇς ἂν σὲ συγχώρεσε, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὑπερηφάνεια, ἐνόχλησις τοῦ νοῦ, χάσιμο τοῦ καιροῦ καὶ ἀπάτη τοῦ διαβόλου, χρωματισμένη μὲ διαφόρες καλὲς προφάσεις. Γι᾿ αὐτό, ἀφήνοντας τὸν ἑαυτό σου ἐλεύθερα στὰ ἐλεήμονα χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀκολούθησε τὴν ἄσκησί σου, σὰν νὰ μὴν εἶχες πέσει. Καὶ ἂν συμβῇ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας σου νὰ ἁμαρτήσῃς πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα (65) καὶ νὰ μείνης πληγωμένος, κάνε αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα ὅλες τὶς φορές, ὄχι μὲ μικρότερη ἐλπίδα στὸ Θεό. Καὶ κατηγορώντας περισσότερο τὸν ἑαυτό σου καὶ μισώντας τὴν ἁμαρτία περισσότερο, ἀγωνίσου νὰ ζῇς μὲ περισσότερη προφύλαξι.

Αὐτὴ ἡ ἐκγύνασις δὲν ἀρέσει στὸ διάβολο· γιατὶ βλέπει πὼς ἀρέσει πολὺ στὸ Θεό, ἐπειδὴ καὶ μένει ντροπιασμένος ὁ ἀντίπαλος, βλέποντας ὅτι νικήθηκε ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ αὐτὸς εἶχε πρὶν νικήσει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ διαφορετικοὺς ἀπατηλοὺς τρόπους χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ μὴ τὸ κάνουμε. Καὶ πολλὲς φορὲς πετυχαίνει τὸν σκοπό του ἐξαιτίας τῆς ἀμέλειάς μας καὶ τῆς λίγης φροντίδας ποὺ ἔχουμε στὸν ἑαυτό μας. Γι᾿ αὐτό, ὅσο ἐσὺ βρεῖς δυσκολία σὲ αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἐχθρό, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ ἀγωνισθῇς νὰ τὸ κάνῃς πολλὲς φορές, ἀκόμη καὶ ἂν μία μόνο φορὰ ἔπεσες· μάλιστα πρέπει αὐτὸ νὰ κάνῃς, ἄν, ἀφοῦ ἁμαρτήσῃς, αἰσθάνεσαι ὅτι ἐνοχλεῖσαι καὶ συγχύζεσαι καὶ σὲ πιάνῃ ἀπελπισία γιὰ νὰ μπορέσῃς ἔτσι μὲ αὐτὸ νὰ ἀποκτήσῃς εἰρήνη καὶ γαλήνη στὴν καρδιά σου καὶ θάρρος μαζί· καὶ ἀφοῦ ὁπλισθῇς μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα, νὰ στραφῇς στὸ Θεό.

Γιατὶ, αὐτὴ ἡ παρόμοια ἐνόχλησις καὶ ταραχὴ ποὺ ἔχει κάποιος γιὰ τὴν ἁμαρτία, δὲν γίνεται ἐπειδὴ μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε λύπησε τὸν Θεό, ἀλλὰ γίνεται γιὰ τὸν φόβο τῆς δικῆς του καταδίκης· καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι, αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν φιλαυτία, ὅπως πολλὲς φορὲς εἴπαμε.

Ὁ τρόπος λοιπόν, γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν εἰρήνη, εἶναι ὁ ἑξῆς· νὰ ξεχάσης τελειωτικὰ τὴν πτῶσι καὶ τὴν ἁμαρτία σου (66) καὶ νὰ παραδοθῇς στὴν σκέψι τῆς μεγάλης καὶ ἄφατης ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ· καὶ ὅτι, αὐτὸς μένει πολὺ πρόθυμος καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ συγχωρέσῃ κάθε ἁμαρτία, ὅσο καὶ ἂν εἶναι βαρειά, προσκαλώντας τὸν ἁμαρτωλὸ μὲ διάφορους τρόπους καὶ μέσα ἀπὸ διάφορους δρόμους, γιὰ νὰ ἔλθῃ σὲ συναίσθησι καὶ νὰ ἑνωθῇ μαζί του σὲ αὐτὴ τὴν ζωὴ μὲ τὴν χάρι του· στὴν δὲ ἄλλη, νὰ τὸν ἁγιάση μὲ τὴ δόξα του καὶ νὰ τὸν κάνῃ αἰώνια μακάριο. Καὶ ἀφοῦ μὲ αὐτὲς καὶ παρόμοιες σκέψεις καὶ στοχασμούς, γαληνέψῃς τὸ νοῦ σου, τότε θὰ ἐπιστρέψης στὴν πτῶσι σου, κάνοντας ὅπως εἶπα πιὸ πάνω· κατόπιν, ὅταν ἔρθη ἡ ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως (τὴν ὁποία σὲ προτρέπω νὰ κάνῃς πολὺ συχνά), θυμήσου ὅλες σου τὶς ἁμαρτίες, καὶ μὲ νέο πόνο καὶ λύπη, γιὰ τὴν λύπη τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ πρόθεσι καὶ ἀπόφασι νὰ μὴ τὸν λυπήσῃς πλέον, φανέρωσέ τες ὅλες στὸν Πνευματικό σου καὶ κάνε μὲ προθυμία τὸν κανόνα ποὺ θὰ σοῦ ὁρίσῃ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΗ´

Ποιά τακτικὴ ἔχει ὁ διάβολος στὸ νὰ πολεμᾷ γενικὰ καὶ νὰ παραπλανᾷ ἀνθρώπους διαφόρων καταστάσεων.

Γνώριζε, ἀγαπητέ, ὅτι ὁ διάβολος δὲν φροντίζει γιὰ τίποτα ἄλλο, παρὰ γιὰ τὴ δική μας ἀπώλεια, καὶ ὅτι δὲν πολεμάει ὅλους μὲ ἕνα καὶ τὸν ἴδιο τρόπο. Καὶ γιὰ νὰ ἀρχίσω νὰ σοῦ περιγράφω μερικοὺς ἀπὸ τοὺς πολέμους του καὶ τὶς τακτικές τους καὶ τὶς ἀπάτες του, σοῦ παρουσιάζω πέντε καταστάσεις ἀνθρώπων. Μερικοὶ εἶναι στὴν ὑπηρεσία τῆς ἁμαρτίας χωρὶς κανένα λογισμὸ νὰ ἐλευθερωθοῦν· μερικοὶ πάλι, θέλουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιχειροῦν· εἶναι καὶ ἄλλοι ποὺ μετὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν, πέφτουν μὲ μεγαλύτερη φθορὰ στὴν ἁμαρτία. Ἄλλοι νομίζουν ὅτι βαδίζουν στὴν τελειότητα, ἄλλοι ἀφήνουν τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς ποὺ ἔχουν καὶ ἄλλοι, τὴν ἀρετὴ ποὺ ἔχουν, τὴν κάνουν αἰτία κακίας. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς θὰ μιλήσω ξεχωριστά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΘ´

Ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀπάτη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος γιὰ ἐκείνους ποὺ κρατάει στὴν ὑπηρεσία τῆς ἁμαρτίας.

Ὅταν ὁ διάβολος κρατᾷ κάποιον στὴν ὑπηρεσία τῆς ἁμαρτίας, δὲν φροντίζει γιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ τὸν τυφλώνῃ περισσότερο καὶ νὰ τὸν βγάζῃ ἀπὸ κάθε καλὸ λογισμό, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν παρακινήσῃ στὸ νὰ γνωρίσῃ τὴν πολὺ δυστυχισμένη του ζωή· καὶ ὄχι μόνον τὸν βγάζει ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ τὸν καλοῦν στὴν ἐπιστροφὴ καὶ στὴν μετάνοια, βάζοντας στὸ νοῦ του ἄλλους λογισμοὺς κακοὺς καὶ ἀντίθετους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἕτοιμες καὶ γρήγορες ἀφορμές, τὸν κάνει ὁ τρισκατάρατος νὰ πέφτῃ συχνὰ στὴν ἴδια ἁμαρτία ἢ σὲ ἄλλες μεγαλύτερες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες βγαίνει ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός, περισσότερο σκοτισμένος καὶ τυφλός, ὥστε μὲ τὴν τυφλότητά του φτάνει καὶ γκρεμίζεται στὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας καὶ ἔτσι τρέχοντας ὁ ἄθλιος ἀπὸ τὴν πρᾶξι τῆς ἁμαρτίας σὲ μεγαλύτερη τυφλότητα καὶ πάλι ἀπὸ τὴν τυφλότητα σὲ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα, κυκλογυρίζει σχεδὸν ὅλη τὴν ταλαίπωρη ζωή του μέχρι θανάτου, ἂν ὁ Θεὸς δὲν οἰκονομήσῃ τὴν σωτηρία του μὲ τὴν χάρι του.

Λοιπόν, ὅποιος βρίσκεται σὲ αὐτὴ τὴν πολὺ δυστυχισμένη κατάστασι, ἂν ἀγαπᾷ νὰ θεραπευθῆ, πρέπει νὰ δεχθῆ ἀμέσως τὸ γρηγορώτερο τὸν λογισμὸ ἐκεῖνον καὶ τὴν ἔμπνευσι, ποὺ τὸν προσκαλεῖ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴ μετάνοια καὶ πρέπει νὰ φωνάξη μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ στὸ Ποιητή του· «Κύριέ μου βοήθησέ με, βοήθησέ με γρήγορα καὶ μὴ μὲ ἀφήσῃς πλέον σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας»· ἂς μὴ σταματήσει νὰ ξαναλέῃ πολλὲς φορὲς τὸ ἴδιο καὶ νὰ φωνάζῃ μὲ αὐτὸ καὶ παρόμοιο τρόπο· καὶ ἀμέσως, ἀμέσως, ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς ζητήσῃ βοήθεια καὶ συμβουλή, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ἐχθρό· ἐὰν ὅμως δὲν μπορῇ νὰ πάῃ ἀμέσως, ἂς προστρέξῃ γρήγορα στὸν σταυρωμένο Ἰησοῦ καὶ ἂς προσπέσῃ στὰ Ἁγιά του πόδια μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ στὴ Θεοτόκο Μαρία, ζητώντας εὐσπλαγχνία καὶ βοήθεια· καὶ ἡ νίκη στέκεται σὲ αὐτὴ τὴν γρηγοράδα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Λ´

Ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀπάτη, ποὺ μεταχειρίζεται ὁ διάβολος γιὰ ἐκείνους ποὺ γνωρίζουν τὸ κακό τους καὶ θέλουν νὰ ἐλευθερωθοῦν. Καὶ γιατὶ οἱ ἀποφάσεις μας πολλὲς φορὲς δὲν φέρνουν τὸ ἀποτέλεσμά τους.

Ἐκεῖνοι, ποὺ γνωρίζουν τὴν κακὴ ζωὴ ποὺ ζοῦν καὶ θέλουν νὰ τὴν ἀλλάξουν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μένουν πλανεμένοι καὶ νικημένοι ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα· μετὰ ἀπὸ αὐτά· αὔριο, αὔριο· ἂς τελειώσω πρῶτα αὐτὴ τὴν ὑπόθεσι καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ νὰ παραδοθῶ μὲ περισσότερη ἀνάπαυσι στὴ χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ πνευματικὴ ζωή· ἂς κάνω αὐτὸ σήμερα καὶ αὔριο μετανοῶ. Παγίδα τοῦ ἐχθροῦ εἶναι αὐτή, ἀδελφέ, ἡ ὁποία ἔπιασε πολλοὺς καὶ πιάνει ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸν κόσμο. Αἰτία τῆς παγίδας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἄγνοιά μας. Ἐπειδὴ καὶ σὲ μιὰ τέτοια ὑπόθεσι, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποτελεῖται καὶ κρέμεται ὅλη ἡ σωτηρία τῆς δικῆς μας ψυχῆς καὶ ὅλη ἡ τιμὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν πιάνουμε γρήγορα ἐκεῖνο τὸ τόσο δυνατὸ ὅπλο καὶ νὰ ποῦμε στὸν ἑαυτό μας· τώρα, τώρα νὰ ζήσω πνευματικὴ ζωὴ καὶ ὄχι μετὰ ἀπὸ αὐτά· σήμερα, σήμερα νὰ μετανοήσω καὶ ὄχι αὔριο· τὸ τώρα καὶ τὸ σήμερα, εἶναι στὰ χέρια μου· τό, μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὸ αὔριο εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν μοῦ εἶχε δοθῇ τό, μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὸ αὔριο, ποιός δρόμος σωτηρίας καὶ νίκης θὰ εἶναι αὐτός, τὸ νὰ θέλω πρῶτα νὰ πληγωθῶ καὶ ὕστερα νὰ θεραπευθῶ, τὸ νὰ κάνω πρῶτα τὶς νέες ἀταξίες μου καὶ νὰ συμορφώνωμαι;

Ὁπότε, ἂν θέλῃς νὰ φύγεις, ἀδελφέ, ἀπὸ αὐτὴ τὴν πλάνη καὶ νὰ νικήσῃς τὸν ἐχθρό, ἡ θεραπεία εἶναι, τὸ νὰ ὑπακούσῃς γρήγορα μὲ τὴν πρᾶξι στοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς θεῖες ἐμπνεύσεις, ποὺ σὲ καλοῦν σὲ μετάνοια καὶ νὰ μὴ δώσῃς καθόλου περιθώριο στὴ μέση, οὔτε νὰ πῇς, ὅτι ἐγὼ ἀποφάσισα ὁριστικὰ νὰ μετανοήσω μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ πιὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀλλάξω· ὄχι γιατὶ οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς πολλὲς φορὲς εἶναι λανθασμένες καὶ πολλοὶ δείχνοντας ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτές, ἐξαπατήθηκαν καὶ ἔμειναν ἀμετανόητοι γιὰ διάφορες αἰτίες.

Α´. Γιατὶ οἱ δικές μας ἀποφάσεις δὲν εἶναι θεμελιωμένες πάνω στὴν ἀπιστία τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ στὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ· καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ συμβαίνει τὸ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴν μεγάλη μας ὑπερηφάνεια, ἀπὸ τὴν ὁποία παρακινούμενοι, δίνουμε ἐμπιστοσύνη στὶς δικές μας ἀποφάσεις, πὼς εἶναι σταθερές. Ἀλλὰ τὸ φῶς γιὰ νὰ γνωρίσουμε αὐτὴ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ ἀσθένειά μας καὶ ἡ βοήθεια γιὰ νὰ θεραπευτοῦμε, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος παραχωρεῖ, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, νὰ πέσουμε καὶ μὲ τὴν πτῶσι, μᾶς προσκαλεῖ ἀντὶ νὰ ἐλπίζουμε στὸ δικό μας θάρρος καὶ ἐλπίδα, νὰ ἐλπίζουμε καὶ νὰ δίνουμε ἐμπιστοσύνη σὲ αὐτὸν μόνο· καὶ ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά μας, μᾶς προσκαλεῖ στὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Θέλεις νὰ γνωρίζῃς, ἄνθρωπε, πότε εἶναι δυνατὲς καὶ στερεὲς οἱ ἀποφάσεις σου; Ὅταν δὲν ἔχῃς καμμία ἐμπιστοσύνη στὸ ἑαυτό σου καὶ ὅταν εἶναι ὅλες θεμελιωμένες μὲ ταπείνωσι στὴν ἐλπίδα καὶ τὸ θάρρος τοῦ Θεοῦ.

Β´. Ὅταν κινούμαστε ἐμεῖς νὰ πάρουμε καμμία ἀπόφασι, σκεφπόμαστε μόνο τὴν ὡραιότητα καὶ δύναμι τῆς ἀρετῆς, ἡ ὁποία παρασύρει μὲ τὸ μέρος της τὴν θέλησί μας, ὅσο καὶ ἂν εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατη· μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὅμως, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ δυσκολία καὶ ὁ κόπος, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποκτᾶται ἡ ἀρετή, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἀδύνατη καὶ νέα ἡ θέλησί μας, μικραίνει καὶ ἀποσύρεται πίσω καὶ στὴ συνέχεια μένουν ἄπρακτες οἱ ἀποφάσεις μας. Γι᾿ αὐτὸ ἐσὺ συνήθισε νὰ ἀγαπᾷς πολὺ περισσότερο τὶς δυσκολίες, ποὺ φέρνουν τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν, παρὰ τὶς ἴδιες τὶς ἀρετές, καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς δυσκολίες ἂς τρέφεται πάντα ἡ θέλησίς σου, πότε μὲ τὸ λίγο καὶ πότε μὲ τὸ πολύ, ἂν θέλῃς πραγματικὰ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀρετές. Καὶ ἂς εἶσαι βέβαιος, ὅτι τόσο πιὸ γρήγορα καὶ πιὸ γενναῖα θὰ νικήσῃς τὸν ἑαυτό σου καὶ τοὺς ἐχθρούς σου, ὅσο πιὸ γενναῖα ἀγκαλιάσεις τὶς δυσκολίες καὶ ὅσο περισσότερο τὶς ἀγαπᾷς.

Γ´. Γιατὶ οἱ ἀποφάσεις μας μερικὲς φορὲς δὲν σκέφτονται τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ δικό τους συμφέρον, τὸ ὁποῖο, συνήθως ἀκολουθεῖ τὶς ἀποφάσεις, ποὺ κάνουμε γιὰ τὶς πνευματικὲς τρυφὲς καὶ γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε θεῖα χαρίσατα. Ὁπότε ἐμεῖς, στὶς θλίψεις ποὺ μᾶς στενοχωροῦν πολύ, ἄλλη βοήθεια δὲν βρίσκουμε, παρὰ νὰ βάλουμε σκοπὸ καὶ νὰ ἀποφασίσουμε πῶς θὰ παραδοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεὸ καὶ στὶς ἐξασκήσεις τῶν ἀρετῶν. Καὶ ἂν ἀγαπᾷς νὰ παραδοθῇς καὶ σύ, ἀδελφέ, σὲ αὐτό, ἂς εἶσαι στὸ καιρὸ τῶν πνευματικῶν τρυφῶν πολὺ ἐπιφυλακτικὸς καὶ ταπεινὸς στὶς ἀποφάσεις σου· ἰδιαίτερα ὅμως φυλάξου, νὰ μὴ δίνης ἐντολὲς στὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ μὴν κάνῃς τάματα, γιὰ νὰ μὴν τὰ παραβῇς καὶ πέσῃς στὴν ἁμαρτία· καὶ ὅταν βρίσκεσαι λυπημένος, ἡ ἀπόφασι καὶ ἡ γνώμη σου ἂς εἶναι νὰ ὑποφέρῃς εὐχάριστα τὸν σταυρὸ καὶ τὴν θλῖψι, καθὼς θέλει ὁ Κύριος, ἀποστρεφόμενος κάθε γήινη βοήθεια καὶ καμιὰ φορὰ ἀκόμη καὶ τὴν οὐράνια· μιὰ ἂς εἶναι ἡ ἀναζήτησίς σου καὶ μία ἡ ἐπιθυμία σου, νὰ βοηθῆσαι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ ὑποφέρῃς κάθε τί ἀντίθετο, χωρὶς νὰ μολύνῃς τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς καὶ χωρὶς νὰ κάνῃς τὸν Θεό σου νὰ δυσανασχετήσῃ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΑ´

Ἡ ἀπάτη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἐχθρός, γιὰ ἐκείνους ποὺ νομίζουν ὅτι βαδίζουν στὴν τελειότητα.

Ὅταν ὁ ἐχθρὸς δὲν μπορῇ νὰ νικήσῃ οὔτε αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, οὔτε αὐτοὺς ποὺ ζητᾶνε νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ αὐτήν, ὅπως παραπάνω εἴπαμε, τότε τρέχει ὁ πονηρὸς στοὺς ἐναρέτους καὶ πολεμάει σὰν πανοῦργος νὰ τοὺς κάνῃ νὰ λησμονήσουν τοὺς ἐχθρούς, ποὺ εἶναι κοντά τους καὶ ἔμπρακτα τοὺς πολεμοῦν καὶ τοὺς βλάπτουν, νὰ ἐπιθυμοῦν ὅμως καὶ νὰ φαντάζωνται πάνω ἀπὸ τὴν δύναμί τους τὰ ὑψηλὰ καὶ μεγάλα (67) καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν κατάλληλο καιρὸ νὰ ἔχουν ἀποφασιστικοὺς σκοπούς, γιὰ νὰ φθάσουν στὴν τελειότητα. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ μὴ φροντίζουν αὐτοὶ γιὰ τὶς πληγές, μὲ τὶς ὁποῖες εἶναι πληγωμένοι, ἀλλά, νομίζοντας αὐτὲς τὶς ἐπιθυμίες καὶ ἀποφάσεις τῆς τελειότητας σὰν νὰ ἦταν ἔργα καὶ πράγματα, ὑπερηφανεύονται μὲ διαφόρους τρόπους. Ὁπότε, μὴ θέλοντας νὰ ὑποφέρουν στὴν πρᾶξι κάτι τὸ ἀντίθετο, οὔτε τὸ παραμικρὸ ἐμπόδιο ἢ ἕνα μικρὸ λόγο, χάνουν μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν καιρό τους σὲ μεγάλες μελέτες ἀποφάσεων, ἀποφασίζοντας δηλαδὴ μὲ τὸ νοῦ τους, νὰ ὑποφέρουν μεγάλες δοκιμασίες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπειδή, ὅταν παίρνουν τὶς φαντασμένες αὐτὲς ἀποφάσεις, δὲν αἰσθάνονται καμμία θλῖψι καὶ ἀντίθεσι στὸ σῶμα τους, γι᾿ αὐτὸ νομίζουν οἱ ταλαίπωροι ὅτι βρίσκονται στὸ ὕψος ἐκείνων τῶν ἐναρέτων, ποὺ ὑποφέρουν μεγάλες δοκιμασίες ἔμπρακτα. Καὶ δὲν γνωρίζουν, πὼς ἄλλα εἶναι τὰ λόγια καὶ οἱ ἀποφάσεις καὶ ἄλλα εἶναι τὰ ἔργα καὶ ἡ πραγματικότητα.

Λοιπόν, ἂν θέλῃς νὰ ἀποφύγης, ἀδελφέ, αὐτὴ τὴν ἀπάτη, ἀποφάσισε νὰ πολεμᾷς μὲ τοὺς ἐχθρούς, ποὺ σὲ πολεμοῦν πραγματικὰ καὶ ἀπὸ κοντὰ καὶ ἔτσι θὰ γνωρίσῃς φανερά, ἂν οἱ ἀποφάσεις ποὺ παίρνεις, εἶναι ἀληθινὲς ἢ ψεύτικες· δυνατὲς ἢ ἀδύνατες· καὶ ἔτσι θὰ βαδίσῃς στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν τελειότητα, μέσα ἀπὸ τὸν δοκιμασμένο ἀσφαλῆ καὶ βασιλικὸ δρόμο.

Ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν ἐκείνων, ποὺ δὲν σὲ ἐνοχλοῦν πρὸς τὸ παρόν, δὲν σὲ συμβουλεύω νὰ κάνῃς πόλεμο, πάρα μόνο ὅταν πιθανὰ ἀντιληφθῇς ὅτι μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου θὰ σὲ πολεμήσουν. Γιατὶ μὲ τὴν πρόγνωσι καὶ τὴν προμελέτη μπορεῖς νὰ προετοιμασθῇς μὲ γενναῖες ἀποφάσεις γιὰ νὰ ἀντισταθῇς· καὶ ὅταν ἔρθουν, μένουν ἄπρακτοι, ἀφοῦ σὲ βρίσκουν προετοιμασμένο. Γι᾿ αὐτὸ μὴ νομίσῃς ποτὲ ὅτι οἱ ἀποφάσεις σου πὼς νὰ ἔγιναν καὶ ἔργα καὶ πράξεις κι ἂν ἀκόμη ἐξασκήθηκες στὶς ἀρετὲς γιὰ λίγο χρόνο μὲ τοὺς κατάλληλους τρόπους· ἀλλὰ σὲ αὐτὰ ἂς εἶσαι ταπεινὸς καὶ νὰ φοβᾶσαι τὸν ἑαυτό σου καὶ τὴν ἀδυναμία σου· καὶ ἐλπίζοντας στὸ Θεό, τρέξε σὲ αὐτὸν μὲ συχνὲς δεήσεις γιὰ νὰ σὲ δυναμώνῃ καὶ νὰ σὲ φυλάη ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ μάλιστα ἀπὸ κάθε μικρὴ ὑπόληψι καὶ ἐλπίδα τοῦ ἑαυτοῦ σου. Γιατὶ ἂν ἐσὺ εἶσαι κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο ταπεινὸς στὸν ἑαυτό σου, πιθανὸν νὰ μὴν εἶσαι ἐλεύθερος τελείως ἀπὸ κάποια μικρὰ ἐλαττώματα (στὰ ὁποῖα σὲ ἀφήνει ὁ Θεὸς καμιὰ φορὰ γιὰ νὰ σὲ κάνῃ νὰ γνωρίσῃς τὴν ἀδυναμία τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ γιὰ νὰ φυλάξη σὲ σένα κάποιο καλὸ ποὺ ἔχεις), παρόλα αὐτά, σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιθυμῇς καὶ νὰ παίρνῃς μεγάλες ἀποφάσεις, γιὰ νὰ ἀνέβης σὲ ψηλότερο βαθμὸ τελειότητας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΒ´

Ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀπάτη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος, γιὰ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς ποὺ βαδίζουμε.

Ἡ τέταρτη ἀπάτη μὲ τὴν ὁποία μᾶς ἐπιτίθεται ὁ πονηρὸς διάβολος, ὅταν μᾶς δῇ ὅτι βαδίζουμε τὸν εὐθὺ δρόμο τῆς ἀρετῆς, εἶναι οἱ διάφορες ἐπιθυμίες, ποὺ ξεσηκώνει ἐναντίον μας, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ ξεπέσουμε ἀπὸ τὴν ἐκγύμνασι τῶν ἀρετῶν στὶς κακίες. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἕνας ἄρρωστος ὑποφέρῃ μὲ ὑπομονετικὴ θέλησι τὴν ἀρρώστια του, ὁ ἐχθρός, ποὺ γνωρίζει ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μπορεῖ ἐκεῖνος νὰ ἀποκτήσῃ τὴν συνήθεια τῆς ὑπομονῆς, τοῦ παρουσιάζει μπροστά του πολλὰ καλὰ ἔργα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνῃ ἂν βρισκότανε σὲ ἄλλη κατάστασι καὶ φροντίζει νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἂν ἦταν ὑγιής, θὰ μποροῦσε νὰ ὑπηρετήσῃ καλύτερα τὸν Θεὸ καὶ νὰ ὠφελήσῃ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους.

Ἀφοῦ τοῦ βάλλει αὐτὲς τὶς ἐπιθυμίες, πηγαίνει σιγὰ σιγά, αὐξάνοντάς τες κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο, ποὺ τὸν κάνει νὰ θορυβῆται καὶ νὰ ταράζεται, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς τελειώσῃ, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του. Καὶ ὅσο τοῦ γίνονται μεγαλύτερες καὶ δυνατώτερες οἱ παρόμοιες ἐπιθυμίες, τόσο πιὸ πολὺ αὐξάνει καὶ ἡ ἐνόχλησις καὶ ἡ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς του· καὶ μετὰ λίγο λίγο, μὲ ἱκανότητα τὸν καταφέρνει ὁ ἐχθρὸς ὥστε νὰ μὴν ὑπομένῃ πλέον τὴν ἀρρώστια του, ὄχι ὡς ἀρρώστια, ἀλλὰ ὡς ἐμπόδιο ἐκείνων τῶν ἀρετῶν, ποὺ μὲ πολλὴ ὄρεξι ἐπιθυμεῖ νὰ κάνῃ, γιὰ μεγαλύτερη ὠφέλεια. Καὶ ἀφοῦ τὸν φέρει σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, μὲ πολλὴ ἱκανότητα τοῦ κλέβει ἀπὸ τὸ νοῦ ἐκεῖνο τὸν σκοπὸ ποὺ εἶχε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καλύτερα τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀποκτήσῃ περισσότερες ἀρετές. Καὶ ἔτσι, ἄλλο δὲν τοῦ ἀφήνει, παρὰ γυμνὴ καὶ μόνη τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐπειδὴ ὅμως, σύμφωνα μὲ τὴν θέλησί του, δὲν τοῦ περνᾷ, συγχύζεται καὶ ταράσσεται σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ γίνεται ἐντελῶς ἀνυπόμονος, καὶ ἔτσι φθάνει ὁ ἄθλιος νὰ πέσῃ στὴν κακία τῆς ἀνυπομονησίας, ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, ποὺ ἐξασκεῖτο ἀπὸ πρὶν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνῃ καθόλου (68).

Ὁ τρόπος λοιπόν, γιὰ νὰ ἀντισταθῇς σὲ αὐτὴν τὴν ἀπάτη τοῦ διαβόλου, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ὅταν βρεθῇς σὲ αὐτὴ τὴν κατάστασι τῆς ἀρρώστιας, ποὺ νὰ ἐνοχλῆσαι καὶ νὰ ταράσσεσαι, πρόσεχε καλά, νὰ μὴ δέχεσαι ἢ νὰ μὴν ὑποχωρῇς καθόλου στὶς ἐπιθυμίες ποὺ τότε σοῦ ἔρχονται, ὅσο καλὲς κι ἂν φαίνωνται. Γιατὶ, μὴ μπορώντας τότε νὰ τὶς κάνῃς ἔργο, ἀναγκαστικὰ συγχύζεσαι καὶ δὲν εἰρηνεύεις. Πρέπει λοιπόν, μὲ κάθε ταπείνωσι, ὑπομονὴ καὶ ὑποταγὴ νὰ πιστεύῃς, πὼς οἱ ἐπιθυμίες σου αὐτές, δὲν μποροῦν νὰ πάρουν ἐκείνη τὴν ἔκβασι καὶ τὸ τέλος ποὺ ἐπιθυμεῖς, ὄντας ἐσὺ περισσσότερο ἀδύνατος καὶ ἀστήρικτος ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐσὺ λογαριάζεις· ἢ σκέψου ὅτι ὁ Θεὸς γιὰ τὶς κρυφὲς κρίσεις του ἢ καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, δὲν θέλει ἀπὸ σένα ἐκεῖνα τὰ καλὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀλλὰ καλύτερα θέλει νὰ σὲ ἔχῃ ταπεινωμένο μὲ τὴν ὑπομονή, κάτω ἀπὸ τὸ γλυκὸ καὶ δυνατὸ χέρι τῆς θελήσεώς του.

Ἔτσι παρόμοια καὶ ἂν ἔχῃς κάποτε κανόνα ἀπὸ τὸν Πνευματικό σου γιὰ κανένα σου ἁμάρτημα καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖς, ὅπως ἐπιθυμεῖς, νὰ ἀκολουθῇς μὲ συνέπεια τὴν κάθε ἐνέργεια ποὺ κάνεις γιὰ εὐλάβεια, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν θεία Κοινωνία, μὴ συγχυσθῇς καὶ ἐνοχληθῇς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τους· ἀλλὰ ἀφοῦ ἀποβάλῃς κάθε δικό σου θέλημα, φόρεσε ἐκεῖνο ποὺ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ πόνο καρδιᾶς, λέγοντας μέσα σου. Ἄχ, ἐὰν τὸ μάτι τῆς θεϊκῆς πρόνοιας, δὲν ἔβλεπε σὲ μένα ἀχαριστίες καὶ ἐλαττώματα, ἐγὼ βέβαια, δὲν θὰ βρισκόμουν τώρα σὲ τέτοια ἀθλιότητα, νὰ στερηθῶ τὴ χάρι τῶν ἁγιωτάτων Μυστηρίων γι᾿ αὐτό, βλέποντας ὅτι ὁ Κύριος μου, μοῦ φανερώνει μὲ αὐτὸ τὴν ἀναξιότητά μου, ὑμνῶ καὶ δοξολογῶ στοὺς αἰῶνας τὸ ὄνομά του, λέγοντας πρὸς αὐτό: «Φιλανθρωπότατε Δέσποτα· ἐλπίζοντας καλὰ στὴν ἀγαθότητά σου, ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος ὁ ἄθλιος νὰ σὲ δεχθῶ στὴν ψυχή μου μὲ τὸ μέσο τῶν θείων Μυστηρίων, μὲ ὅλα αὐτά, δὲν σταματῶ μὲ ἄλλον τρόπο νὰ σοῦ ἀνοίγω τὴν καρδιά μου, γιὰ νὰ μπαίνῃς πνευματικὰ σὲ αὐτή, νὰ τὴν χαροποιῇς καὶ νὰ τὴν δυναμώνῃς ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ποὺ θέλουν νὰ τὴν χωρίσουν ἀπὸ σένα· καὶ παραμένω πάντα εὐχαριστημένος γιὰ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ἀρέσουν στὰ μάτια σου, Δημιουργέ μου καὶ Σωτῆρα μου· αὐτὸ μόνο ἐπιθυμῶ, τὸ θέλημά σου νὰ εἶναι καὶ τώρα καὶ πάντα ἡ τροφή μου καὶ ἡ δύναμίς μου· καὶ αὐτὴ μόνο τὴν χάρι, πολυαγαπητέ μου, σοῦ ζητῶ· ἡ ψυχή μου ἐλευθερωμένη ἀπὸ κάθε τί ποὺ δὲν σοῦ ἀρέσει, νὰ μένῃ πάντα ντυμένη μὲ τὴν στολὴ τῶν ἁγίων σου ἐντολῶν καὶ ἑτοιμασμένη στὸ νοητὸ ἐρχομό σου καὶ σὲ ὅ,τι ἄλλο ἐπιθυμεῖς νὰ μοῦ δώσῃς».

Ἂν φυλάξης αὐτὲς τὶς παραγγελίες, νὰ εἶσαι σίγουρος, ὅτι κάθε ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ, ποὺ ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ ὁλοκληρώσῃς, ποὺ προέρχεται εἴτε ἀπὸ τὴν φύσι, εἴτε ἀπὸ τὸν διάβολο, ποὺ θέλει νὰ σὲ ἐνοχλεῖ πάντα καὶ νὰ σὲ βγάζῃ πάντα ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς· ἢ καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ δοκιμασθῆ ἡ ὑποταγή σου στὸ θέλημά του· σὲ κάθε, λέγω, ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία σου, θὰ ἔχῃς πάντα ἀφορμὴ νὰ εὐχαριστῇς τὸν Θεό σου, ὅπως τοῦ ἀρέσει. Γιατὶ ἀπὸ αὐτὸ ἀποτελεῖται ἡ ἀληθινὴ εὐλάβεια καὶ ἡ ὑπηρεσία ποὺ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς.

Γνώριζε ἀκόμη καὶ αὐτό, ὅτι γιὰ νὰ μὴν ἀγανακτῇς καὶ χάνῃς τὴν ὑπομονὴ στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἔρχονται, ἀπὸ ὅποιο μέρος καὶ ἂν εἶναι, πρέπει νὰ χρησιμοποιῇς ἐκεῖνα τὰ δίκαια καὶ φρόνιμα μέσα, ποὺ συνηθίζουν νὰ χρησιμοποιοῦν οἱ ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, τὸ νὰ μὴ δίνης ἐσὺ ἀφορμὴ σὲ αὐτές, τὸ νὰ παρακαλῇς τὸν Θεὸ νὰ σὲ ἐλευθερώνῃ ἀπὸ αὐτὲς καὶ ἄλλα παρόμοια· ὄχι ὅμως μὲ τόση ἐπιθυμία καὶ ἀφοσίωσι ὁλοκληρωτική, γιὰ νὰ ἐλευθερωθῇς ἀπὸ τὶς θλίψεις αὐτές, ἀλλὰ γιατὶ θέλει ὁ Θεὸς νὰ μεταχειριζώμαστε τὰ παρόμοια μέσα καὶ ὄργανα (69). Γιατὶ, ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε ἂν θέλῃ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μὲ τὰ μέσα αὐτὰ ἀπὸ τὴν θλῖψι ἐκείνη. Ὁπότε ἂν σὺ κάνῃς ἀλλιῶς, ζητώντας ὁλοκληρωτικὰ νὰ ἐλευθερωθῇς ἀπὸ τὶς θλίψεις, θὰ γκρεμισθῇς σὲ πολλὰ κακά, καὶ εὔκολα θὰ πέσῃς στὴν ἀνυπομονησία, μὲ τὸ νὰ μὴ γίνεται ἡ ἐλευθερία αὐτὴ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν προσπάθειά σου· ἢ ἡ ὑπομονή σου θὰ εἶναι ἐλαττωματική, καὶ δὲν θὰ εἶναι ὅλη ἀρεστὴ στὸ Θεό, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἄξια μικροῦ μισθοῦ.

Τέλος πάντων, σὲ πληροφορῶ ἐδῶ γιὰ μία κρυφὴ ἀπάτη τῆς φιλαυτίας, ἡ ὁποία συνηθίζει νὰ σκεπάζῃ τὰ ἐλαττώματά μας καὶ μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὰ ἀποκρούῃ ὅπως στὸ παράδειγμα· βρίσκεται κάποιος ἄρρωστος, λίγο ὑπομονητικὸς στὴν ἀσθένειά του, ὁ ὁποῖος κρύβει τὴν ἀνυπομονησία του μὲ σκέπασμα κάποιου ζήλου φαινόμενης ἀρετῆς, λέγοντας πὼς ἡ λύπη του δὲν εἶναι ἀληθινὴ ἀνυπομονησία γιὰ τὸ μαρτύριο ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἀλλὰ ὅτι λυπᾶται εὔλογα, ἢ γιατὶ αὐτὸς ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀσθένεια, ἢ γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν, ἀηδιάζουν ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του καὶ δυσανασχετοῦν καὶ βλάπτονται. Ἔτσι μπορεῖ νὰ πῇ κανεὶς ὅτι καὶ ὁ φιλόδοξος, ποὺ συγχύζεται γιὰ τὴν δόξα ποὺ δὲν πῆρε, δὲν ἀποδίδει τὴν ἀφορμὴ τῆς ἀποτυχίας στὴ δική του ὑπερηφάνεια καὶ ματαιότητα, ἀλλὰ σὲ ἄλλες ἀφορμὲς καὶ προφάσεις. Ὅτι δὲ ἡ ρίζα τῆς μικροψυχίας καὶ συγχύσεως αὐτῶν, δὲν εἶναι γι᾿ ἄλλους ἢ γι᾿ ἄλλη αἰτία, παρὰ γιατὶ αὐτοὶ μισοῦν καὶ ἀποστρέφονται ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι ἀντίθετο μὲ τὴν ἐπιθυμία τους, φανερὸ εἶναι· ἐπειδή, οὔτε ὁ παραπάνω ἄρρωστος φροντίζει καὶ συγχύζεται, γιατὶ οἱ ἴδιοι ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν, κοπιάζουν τὸ ἴδιο ἢ ἀηδιάζουν καὶ βλάπτονται γιὰ τὴν ἀσθένεια κάποιου ἄλλου, παρὰ γιὰ μόνο τὴ δική του· οὔτε ὁ φιλόδοξος, ποὺ ἀναφέρθηκε, συγχύζεται τόσο γιὰ ἄλλες θλιβερὲς ὑποθέσεις, ποὺ τοῦ τυχαίνουν, ὅσο γιατὶ ἀπέτυχε νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ θέσις ποὺ ἐπιθυμοῦσε. Ὁπότε, ἐσύ, γιὰ νὰ μὴ πέσῃς σὲ αὐτὸ τὸ σφάλμα καὶ σὲ ἄλλα, ὑπόφερε πάντα μὲ ὑπομονὴ κάθε κόπο καὶ ἐκπαίδευσι, ποὺ θὰ σὲ ἀκολουθήσῃ, ἀπὸ ὅποιου εἴδους ἀφορμὴ καὶ ἂν εἶναι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΓ´

Ἡ τελευταία ἀπάτη, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος, γιὰ νὰ μᾶς γίνωνται αἰτία κακίας οἱ ἀρετὲς ποὺ ἀποκτήσαμε.

Τὸ πανοῦργο φίδι, δὲν σταματάει ποτὲ νὰ μᾶς πειράζῃ μὲ τὶς πανουργίες καὶ τὶς ἀπάτες του, ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὲς τὶς ἀρετές, ποὺ ἀποκτήσαμε, γιὰ νὰ μᾶς γίνωνται αὐτὲς αἰτίες φθορᾶς καὶ κακίας· ἐπειδή, συναρεσκόμενοι σὲ αὐτὲς καὶ στὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό, φτάνουμε νὰ ὑψηλοφρονοῦμε, καὶ ὑψηλοφρονοῦντες πέφτουμε (φεῦ!) μετὰ ἀπὸ αὐτὰ στὴν κακία καὶ στὸ λάκκο τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κενοδοξίας. Ὁπότε, γιὰ νὰ φυλαχθῇς, ἀδελφέ, ἀπὸ αὐτὸ τὸν κίνδυνο, συμμάζεψε ὅλο τὸ νοῦ σου στὴν καρδιά σου καὶ πολέμα πάντα αὐτὸ τὸν δαίμονα, σὰν νὰ κάθεσαι, σὲ μιὰ πλατιὰ καὶ εὐρύχωρη πολεμήστρα, στὴν ἀληθινὴ καὶ πολὺ βαθιὰ γνῶσι τῆς μηδαμινότητας τοῦ ἑαυτοῦ σου· σκεπτόμενος, πὼς ἀληθινὰ δὲν εἶσαι τίποτα ἄλλο, παρὰ τὸ μηδέν, καὶ πὼς δὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς τίποτα, καὶ πὼς δὲν ἔχεις τίποτε ἄλλο, παρὰ ταλαιπωρίες, ἀρρώστιες, κακίες καὶ ἐλαττώματα, καὶ πὼς δὲν σοῦ ταιριάζει τίποτα ἄλλο, παρὰ αἰώνια καταδίκη. Καὶ ἀφοῦ βεβαιωθῇς σὲ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, μὴν ἀφήσῃς ποτὲ τὸ νοῦ σου νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τοῦ κόσμου, οὔτε κἂν ἀπὸ ἕνα παραμικρὸ λογισμὸ ἢ γεγονὸς ποὺ θὰ σοῦ τύχη, ἔχοντας βέβαιο καὶ σίγουρο, ὅτι ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πράγματά σου εἶναι τόσο ἐχθρικά, ποὺ ἂν εἶχες παραδοθῆ στὰ χέρια τους, θὰ ἤσουν σίγουρα νεκρὸς ἢ πληγωμένος.

Καὶ γιὰ νὰ γυμνάζεσαι καλὰ καὶ νὰ κρατᾷς καλὰ τὴν ἀνωτέρω πολεμήστρα τῆς ἀληθινῆς γνώσεως τῆς μηδαμηνότητάς σου, χρησιοποίησε αὐτὸ τὸν κανόνα: Ὅσες φορὲς φέρεις τὸ νοῦ σου στὴ σκέψι τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ τῶν ἔργων σου, νὰ ὑπολογίζῃς πάντα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι δικό σου καὶ ὄχι μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς χάριτός του· καὶ ἔπειτα, πίστευε τὸν ἑαυτό σου τέτοιο, ὅ,τι εἴδους τὸν βρίσκεις πὼς εἶναι μὲ τὴν δική σου δύναμι, γιὰ παράδειγμα· ἂν σκεφθῇς τὸν χρόνο, ποὺ ἦταν πρὶν νὰ δημιουργηθεῖς ἐσύ, θὰ δῇς ὅτι σὲ ὅλη ἐκείνη τὴν ἄβυσσο τῆς αἰωνιότητας ἤσουν ἕνα καθαρὸ μηδέν, οὔτε μποροῦσες νὰ κάνεις τίποτα, γιὰ νὰ λάβης τὴν ὕπαρξι· πάλι στὸν καιρὸ ποὺ ἔχεις τὴν ὕπαρξι, γιὰ μόνο τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἀφίνοντας σὲ αὐτὸν τὸ δικό του (τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ διαρκῆς πρόνοια, μὲ τὴν ὁποία κάθε ὥρα σὲ φυλάει), τί ἄλλο εἶσαι, παρὰ ἕνα μηδέν; Γιατὶ δὲν μένει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι στὸ πρῶτο σου μηδὲν (ἀπὸ τὸ ὁποῖο σὲ τράβηξε μὲ τὸ παντοδύναμό του χέρι ὁ Θεός), θὰ μποροῦσες νὰ γυρίσεις αὐτοστιγμεί, ἂν αὐτὸς σὲ ἀφήσῃ γιὰ μία μόνη στιγμή.

Εἶναι λοιπὸν φανερό, ὅτι μένοντας σὲ αὐτὴ τὴ φυσικὴ ὕπαρξι, μὲ τὴν δική σου δύναμι, δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ ὑπολογίσῃς τὸν ἑαυτὸ γιὰ κάτι ἢ νὰ θέλης νὰ σὲ ὑπολογίζουν οἱ ἄλλοι.

Ἔπειτα, ἂν σταθῇς καλὰ στὸ «εὖ εἶναι» τῆς χάριτος, πρέπει νὰ σκεφθῇς καλὰ πὼς ἂν ἡ δική σου φύσις γυμνωθῆ ἀπὸ τὴν θεία βοήθεια καὶ τὴν χάρι, ποιό καλὸ καὶ ἀξιόμισθο μπορεῖ ποτὲ νὰ κάνῃ αὐτὴ μόνη της; Βέβαια, τίποτα. Ὥστε μπορεῖς καὶ σὺ νὰ λὲς μὲ τὸν Παῦλο «δὲν ἐκοπίασα ἐγὼ ἀλλὰ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι μαζί μου» (Α´ Κορ. 15,10). Ἔπειτα, σκεπτόμενος ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τὰ πολλά σου περασμένα λάθη, καὶ ἐπιπλέον σὲ αὐτὰ τὰ ἄλλα πάρα πολλὰ κακὰ ποὺ θὰ ἔκανες, ἂν ὁ Θεὸς δὲν σὲ ἐμπόδιζε μὲ τὸ σπλαγχνικό του χέρι, θὰ βρῇς ὅτι οἱ παρανομίες σου μὲ τὸν πολλαπλασιασμό, ὄχι μόνο τῶν ἡμερῶν καὶ τῶν χρόνων, στοὺς ὁποίους ἔγιναν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῶν κακῶν σου πράξεων καὶ τῶν συνηθειῶν καὶ παθῶν σου (γιατὶ ἡ μία κακία καλεῖ καὶ παρασύρει στὸν ἑαυτό της τὴν ἄλλη), οἱ παρανομίες σου, λέω, μποροῦν νὰ φθάσουν σὲ ἕνα ἀριθμὸ σχεδὸν ἀμέτρητο καὶ σὺ θὰ γινόσουν ἕνας ἄλλος καταχθόνιος ἑωσφόρος.

Ὁπότε, ἂν δὲν θέλῃς νὰ εἶσαι ἅρπαγας καὶ κλέφτης τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ στὰ κτίσματά του, τὴν δόξα ὅμως τὴν κράτησε αὐτός, γιὰ νὰ δοξάζεται μόνος ὡς Δημιουργὸς ὅλων, γι᾿ αὐτὸ λέει, «τὴν δόξα μου δὲν θὰ τὴν δώσω σὲ ἄλλον» (Ἡσ. 42,8), ἀλλὰ θὰ μένῃς πάντα μὲ τὸν Κύριό σου καὶ νὰ δοξάζῃς αὐτὸν μόνο, ὅπως εἶναι δίκαιο, σὲ κάθε σου πρᾶξι ἀγαθή, ὡς ἀρχὴ καὶ μέση καὶ τέλος ὅλων τῶν ἀγαθῶν, πρέπει νὰ πιστεύῃς ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ κατώτερος καὶ ὁ χειρότερος ὅλων τῶν ἀνθρώπων (70).

Καὶ γνώριζε καλά, ὅτι αὐτὴ ἡ κρίσις ποὺ κάνεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου, δὲν ἔχει καθόλου ὑπερβολή, γιὰ νὰ ἔχῃς ἀφορμὴ καὶ ἀπὸ αὐτὸ νὰ ὑπερηφανεύεσαι· ἀλλὰ εἶναι δίκαια καὶ ἀληθινή, καὶ στὴ συνέχεια, αἰτία ταπεινώσεως, τὸ πὼς εἶσαι δηλαδὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους χειρότερος. Ἐὰν ὅμως καὶ σὺ νομίζεις πὼς γνωρίζοντας τὴν πονηριά σου, ξεπερνᾷς κατὰ αὐτὸ κάποιον ἄλλο, ποὺ φαντάζεται κάποιος κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό του· γνώριζε ὅτι ὑστερεῖσαι καὶ σὺ πολὺ καὶ γίνεσαι χειρότερος ἀπὸ αὐτόν, ἂν καὶ θέλῃς νὰ σὲ ὑπολογίζουν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ νομίζεσαι ἀπὸ αὐτοὺς ὡς τέτοιος (ὡς ἄνθρωπος ποὺ μποροῦν νὰ ὑπολογίζουν), ὁ ὁποῖος γνωρίζεις ὅτι δὲν εἶσαι στὴν πραγματικότητα.

Λοιπόν, ἂν θέλῃς ἡ γνῶσις τῆς πονηριᾶς σου καὶ τῆς μηδαμηνότητάς σου νὰ κρατᾷ μακριὰ τοὺς ἐχθρούς σου καὶ νὰ σὲ κάνῃ ἀγαπητὸ στὸ Θεό, εἶναι ἀνάγκη, ὄχι μόνο νὰ περιφρονῇς τὸν ἑαυτό σου ὡς ἀνάξιο, καὶ στὴ συνέχεια ἄξιο ὅλων τῶν κακῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ θέλεις νὰ εἶσαι καταφρονημένος καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀποστρεφόμενος τὶς τιμές, χαιρόμενος στὶς κατηγορίες καὶ κάνοντας ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ οἱ ἄλλοι ποὺ ἔχουν κοσμικὸ φρόνιμα περιφρονοῦν. Αὐτῶν τὴ γνώμη καὶ τὰ λόγια μὴ δεχθῇς καθόλου (71), οὔτε νὰ ἐγκαταλείψης αὐτὴ τὴν ἁγία πρᾶξι της περιφρονήσεως τοῦ ἑαυτοῦ σου, γιὰ νὰ γίνεται αὐτὸ ἀπὸ σένα, γι᾿ αὐτὸν καὶ μόνο τὸν σκοπὸ τῆς ταπεινώσεώς σου καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἀρέσῃς στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ σὲ ἔχουν σὲ ὑπόληψι.

Ἐὰν δὲ καὶ τύχει καμιὰ φορά, νὰ σὲ ἀγαποῦν πολὺ καὶ νὰ σὲ ἐπαινοῦν ἄλλοι γιὰ κάποιο καλὸ ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, στάσου καλὰ μαζεμένος μέσα στὸν ἑαυτό σου καὶ μὴ μετακινηθῇς καθόλου ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ γνῶσι τῆς μηδαμηνότητάς σου, ποὺ λέχθηκε παραπάνω, ἀλλὰ στρέψου πρῶτα στὸν Θεό, λέγοντας πρὸς αὐτὸν μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά· «Ἂς μὴ γίνει ποτέ, Κύριέ μου, νὰ γίνω κλέφτης τῆς δικῆς σου τιμῆς καὶ χάριτος· σὲ σένα πρέπει αἶνος, τιμὴ καὶ δόξα· σὲ μένα ντροπή». «Σὲ σένα, Κύριε, ἡ δικαιοσύνη καὶ σὲ μένα ἡ ντροπὴ τοῦ προσώπου σου» (Δαν. 9,7)· «ὄχι σὲ μᾶς Κύριε, ὄχι σὲ μᾶς, ἀλλὰ δόξασε τὸ ὄνομά σου» (Ψαλμ. 113,9). «Ἡ δόξα δική σου καὶ ἐγὼ δικός σου δοῦλος» (Ἔσδρ. 4,29).

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ γύρισε πρὸς αὐτὸν ποὺ σὲ ἐπαινεῖ, μιλώντας ἔτσι μέσα σου μὲ τὸν λογισμό σου· ἀπὸ ποῦ αὐτὸς μὲ ἔχει γιὰ καλόν, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἄλλος καλὸς καὶ ἀγαθὸς παρὰ μόνος ὁ Θεός μου; «οὐδεὶς ἀγαθός, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός» (Ματθ. 19,17). Γιατὶ, κάνοντας ἔτσι καὶ ἀποδίδοντας στὸ Θεὸ τὸ δικό του, θὰ κρατήσῃς μακριὰ τοὺς ἐχθροὺς καὶ θὰ γίνῃς ἄξιος νὰ δεχθῇς μεγαλύτερα χαρίσματα καὶ εὐεργεσίες ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἐνθύμησις τῶν καλῶν ἔργων καὶ ἀρετῶν ποὺ κάνεις σὲ παρακινοῦν στὴν ὑπερηφάνεια, ἀμέσως σκέψου, πὼς τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι δικά σου (72) καὶ σὰν νὰ μιλᾷς μὲ αὐτά, πές:

«Ἐγὼ δὲν γνωρίζω πῶς φανερωθήκατε καὶ ᾔρθατε στὸ νοῦ μου! Γιατὶ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἡ ἀρχή σας, ἀλλὰ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ ἡ χάρις του· ἐκεῖνος σᾶς δημιούργησε, σᾶς ἔθρεψε καὶ σᾶς διαφύλαξε, λοιπὸν αὐτὸν μόνον θέλω νὰ γνωρίζω γιὰ ἀληθινὸ καὶ ἀρχικὸ πατέρα καὶ αἴτιο, αὐτὸν νὰ εὐχαριστῶ καὶ σὲ αὐτὸν νὰ ἀποδίδω κάθε ἔπαινο».

Ἔπειτα, σκέψου, πὼς ὅλα τὰ ἔργα ποὺ ἔκανες, δὲν ἔφτασαν τὴν ἀναλογία καὶ τὴ συμμετρία στὸ φῶς καὶ στὴ χάρη ποὺ σοῦ παραδόθηκε, γιὰ νὰ γνωρίσῃς καὶ νὰ τὰ κάνῃς, ἀλλὰ πὼς εἶναι πολὺ ἀτελῆ καὶ πολὺ μακριὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ καθαρὸ σκοπὸ καὶ τὴν πρέπουσα ἐπιμέλεια, μὲ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ τὰ κάνῃς. Ὁπότε, ἂν σκεφθῇς καλά, περισσότερο πρέπει νὰ ντρέπεσαι ἀπὸ τὶς ἀρετές σου, παρὰ νὰ σοῦ ἀρέσουν αὐτὲς μάταια καὶ νὰ ὑπερηφανέυεσαι γιὰ αὐτές. Γιατὶ εἶναι ἀληθινό, ὅτι οἱ φυσικὲς ἀρετὲς τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ μιμούμαστε, αὐτὲς ἀπὸ μόνες τους εἶναι καθαρὲς καὶ πολὺ τέλειες, μολύνονται κατὰ κάποιο τρόπο καὶ μειώνονται ἀπὸ τὶς ἀτέλειες καὶ ἐλλείψεις τῆς δικῆς μας μιμήσεως (73).

Ἀκόμη, σύγκρινε τὰ ἔργα σου μὲ ἐκεῖνα τῶν ἁγίων καὶ ἀληθινῶν φίλων καὶ δούλων τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ γνωρίσῃς, ὅτι τὰ μεγαλύτερα καὶ καλύτερα ἔργα τὰ δικά σου, εἶναι πολὺ τιποτένια καὶ πολὺ μικρῆς ἢ καθόλου τιμῆς, ἂν τὰ συγκρίνῃς πάλι μὲ ἐκεῖνα τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔκανε γιὰ σένα στὰ Μυστήρια τῆς ζωῆς καὶ τοῦ Σταυροῦ του (τὰ ὁποῖα νὰ ὑπολογίσῃς ὄχι σὰν ἔργα Θεοῦ, ἀλλὰ καθ᾿ ἑαυτὰ μόνον ὡς ἔργα ἀνθρώπου) καὶ ἂν σκεφθῇς τὴν καθαρότητα τῆς ἀγάπης του, τὴν ἀναμαρτησία, μὲ τὴν ὁποία τὰ ἔκανε, θὰ γνωρίσῃς ὅτι ὅλα σου τὰ ἔργα καὶ οἱ ἀρετές, εἶναι σχεδὸν ἁμαρτίες καὶ ἀκαθαρσίες. Γιατὶ γράφτηκε· «ὅλη ἡ δικαιοσύνη μας εἶναι σὰν βρώμικο ροῦχο» (Ἡσ. 64,6)· ἢ πολὺ περισσότερο, χειρότερες ἀπὸ τὸ τίποτα.

Τελευταῖα, ἂν ἐξυψώσῃς τὸν νοῦ σου στὴ θεότητα καὶ στὴν ἄπειρη μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ σου, «ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου, οὐδὲ ὁ οὐρανὸς εἶναι καθαρός», ὅπως γράφτηκε (Ἰὼβ 15,15), καὶ στὴν ὑπηρεσία καὶ λατρεία ποὺ τοῦ πρέπει, θὰ δῇς καθαρά, ὅτι ὄχι ὑπερηφάνεια καὶ ὑψηλοφροσύνη, ἀλλὰ μεγάλος τρόμος καὶ φόβος πρέπει νὰ σοῦ δημιουργηθῆ σὲ κάθε σου ἔργο, ὅσο καὶ ἂν εἶναι ἅγιο, ὅσο καὶ ἂν εἶναι πολὺ τέλειο καὶ ὅτι μόνο χρεωστᾶς νὰ πῇς μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ στὸ Θεό, ἐκείνη τὴν ταπεινὴ φωνὴ τοῦ Τελώνου· «ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13).

Ἀκόμη σοῦ παραγγέλνω νὰ μὴν εἶσαι εὔκολος στὸ νὰ φανερώνῃς τὰ χαρίσματα, ποὺ σοῦ κάνει ὁ Θεός. Γιατὶ, αὐτὸ σχεδὸν πάντα, δὲν ἀρέσει στὸ Θεό, καθὼς ὁ ἴδιος μᾶς δίδαξε μὲ τὴν παρακάτω ἱστορία.

Φανερώθηκε μιὰ φορὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὰν εἶδος βρέφους, σὲ ἕνα εὐλαβῆ καὶ ἐνάρετο, καὶ ἐκεῖνος γνωρίζοντας πὼς ἦταν ὁ Κύριος, τὸν παρεκάλεσε μὲ ἁπλότητα νὰ τοῦ πῇ τὸν ἀγγελικὸ ἀσπασμό, καθὼς συνηθίζεται νὰ λέγεται ἀπὸ ὅλους, δηλαδὴ τό, Θεοτόκε Παρθένε· ἄρχισε τὸ πανάγιο ἐκεῖνο βρέφος νὰ λέγῃ μὲ προθυμία· «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί». Καὶ ἐδῶ στάθηκε, καὶ δὲν θέλησε μὲ τὰ ὑπόλοιπα λόγια νὰ ἐπαινέσῃ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ πῇ: «Καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου». Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος τὸν παρακαλοῦσε νὰ πῇ καὶ τὸν παρακάτω στίχο καὶ τὰ ὑπόλοιπα, αὐτὸ ἐξαφανίσθηκε, ἀφίνοντας τὸν δοῦλο του σὲ μεγάλη χαρά. Καὶ μὲ τὸ δικό του παράδειγμα, φανέρωσε σὲ αὐτὸν αὐτὴ τὴν οὐράνια διδασκαλία, δηλαδή, τὸ νὰ μὴν ἐπαινῇ ποτὲ κανεὶς τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς χάρες ποὺ ἔχει. Λοιπόν, μάθε καὶ σὺ νὰ ταπεινώνεσαι καὶ νὰ μὴν ἐπαινῆσαι μόνος σου, γνωρίζοντας τὸν ἑαυτό σου καὶ ὅλα τὰ ἔργα σου, πὼς εἶναι ἕνα τίποτα. «Ἂς σὲ ἐγκωμιάζῃ ὁ γείτονας, καὶ ὄχι τὸ δικό σου στόμα, ξένος καὶ ὄχι τὰ δικά σου χείλη» (Παροιμ. 27, 2).

Αὐτὸ εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετών (74)· ὁ Θεὸς μᾶς δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ τώρα ποὺ εἴμαστε ὄντα ἐξ αἰτίας του, θέλει νὰ θεμελιώσῃ ὅλη τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ πάνω σὲ αὐτή μας τὴ γνῶσι, ὅτι δηλαδή, ἀπὸ μόνοι ἂς εἴμαστε ἕνα μηδὲν καὶ ὅσο περισσότερο ἐμβαθύνουμε σὲ αὐτήν, τόσο περισσότερο θὰ μεγαλώσῃ ἡ οἰκοδομή· καὶ ὅσο περισσότερο χῶμα βγάζουμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ βάθος, δηλαδή, ὅσο, περισσότερο γνωρίζουμε τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἀθλιότητές μας, τόσο καὶ ὁ θεϊκὸς ἀρχιτέκτονας θὰ βάλῃ πλέον στερεὲς πέτρες, γιὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ οἰκοδομή. Καὶ μὴ νομίζῃς, παιδί μου, ὅτι μπορεῖς νὰ ἐμβαθύνῃς κάποτε σὲ αὐτὴ τὴν γνῶσι, ὅσο φτάνει. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο· μάλιστα, κάνε στὸν ἑαυτό σου αὐτὸ τὸν λογαριασμό, ὅτι ἂν καὶ ἦταν δυνατὸν νὰ παραδοθῆ σὲ κανένα δημιούργημα τέτοιο πρᾶγμα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ βρεθῆ ἄλλο πιὸ βαθὺ βάθος νὰ ἐρευνήσῃ, παρὰ ἡ δική σου μηδαμηνότητα.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν γνῶσι καλὰ βαλμένη στὴ πρᾶξι, μποροῦμε νὰ ἔχουμε κάθε καλό· καὶ χωρὶς αὐτὴν εἴμαστε σχεδὸν τίποτα, ἀκόμη καὶ ἂν θέλαμε νὰ κάνουμε τὰ ἔργα ὅλων τῶν ἁγίων καὶ νὰ εἴμαστε ἀπασχολημένοι πάντα μὲ τὸν Θεό· ὢ μακάρια γνῶσι, ποὺ μᾶς κάνεις εὐτυχισμένους στὴ γῆ καὶ δοξασμένους στὸν οὐρανό! ὢ φῶς ποὺ βγαίνεις ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ κάνεις λαμπρὲς καὶ καθαρὲς τὶς ψυχές! ὢ χαρὰ ποὺ δὲν ἀναγνωρίζεσαι πὼς λάπεις ἀνάμεσα στὶς ἀκαθασίες μας! ὢ μηδέν, τὸ ὁποῖο σὰν γνωρισθῇς, μᾶς κάνεις κυρίους τοῦ σύμπαντος! Δὲν μπορῶ νὰ χορτάσω ποτέ, μιλώντας σου σχετικὰ μὲ αὐτό, ἀγαπητέ. Ἂν θέλῃς νὰ ἐπαινέσῃς τὸν Θεό, κατηγόρησε τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ ἐπιθυμῇς νὰ κατηγορῆσαι ἀπὸ τοὺς ἄλλους· ταπεινώσου σὲ ὅλους καὶ κάτω ἀπὸ ὅλους, ἂν θέλῃς νὰ ὑψώσῃς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἑαυτό σου σ᾿ αὐτόν. Ἂν ἐπιθυμῇς νὰ τὸν βρῇς, μὴν ὑψώνεσαι, γιατὶ αὐτὸς φεύγει· ταπεινώνου καὶ ταπεινώσου ὅσο μπορεῖς· καὶ αὐτὸς θὰ ἔλθη νὰ σὲ βρῇ καὶ νὰ σὲ ἀγκαλιάση· καὶ τόσο θέλει νὰ σὲ δεχθῆ καὶ ἑνωθῆ σφικτὰ μαζί σου μὲ ἀγάπη, καὶ τόσο πλέον ἀγαπητά, ὅσο περισσότερο ἐσὺ ταπεινώνεσαι στὰ μάτια του καὶ ὅσο θέλεις νὰ ταπεινώνεσαι καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ὅλοι νὰ σὲ ἀποστρέφωνται, σὰν ἕνα πρᾶγμα συγχαμερό.

Λοιπόν, γιὰ τὴν τόση χάρι, ποὺ σοῦ κάνει, ἀδελφέ, ὁ Θεός, ὁ τόσο λυπημένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ σὲ ἑνώσῃ μὲ τὸν ἑαυτό του, κάνε καὶ σὺ αὐτό, τὸ νὰ νομίζῃς δηλαδὴ τὸν ἑαυτό σου ἀνάξιο καὶ χειρότερο ἀπὸ ὅλους καὶ μὴ παραλείπῃς συνεχῶς, νὰ εὐχαριστῇς καὶ νὰ εἶσαι χρεώστης ἐκείνων, ποὺ γίνονται ἀφορμὴ νὰ ταπεινώνεσαι· δηλαδὴ σὲ ἐκείνους ποὺ σὲ περιφρόνησαν ἢ καὶ σὲ περιφρονοῦν συνέχεια. Καὶ ἂν ἄθελά σου καὶ μὲ κακὴ ὄρεξι τῆς καρδιᾶς σου, ὑποφέρεις τὶς περιφρονήσεις τους, ὅμως ἀγωνίσου ὅσο μπορεῖς, νὰ μὴ δείχνῃς κανένα ἐξωτερικὸ σημάδι ὅτι σοῦ κακοφαίνονται.

Καὶ ἂν μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς σκέψεις καὶ λογαριασμούς, ποὺ εἶναι πολὺ ἀληθινές, ἡ πανουργία τοῦ διαβόλου καὶ ἡ ἀγνωσία καὶ κακὴ κλίσι ἡ δική μας, θὰ μποροῦσαν νὰ ἤθελαν ὑπερισχύσῃ σὲ μᾶς, μὲ τρόπο ποὺ οἱ λογισμοὶ τῆς ὑψηλοφροσύνης νὰ μὴ λείπουν ἀπὸ τὸ νὰ μᾶς ἐνοχλοῦν καὶ νὰ πληγώνουν τὴν καρδιά μας, ἀκόμη καὶ τότε εἶναι καιρὸς κατάλληλος, τόσο περισσότερο νὰ ταπεινωνώμαστε καὶ νὰ περιφρονοῦμε καὶ νὰ μισοῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὅσο ἀπὸ τὴν δοκιμὴ βλέπομε, πὼς πολεμοῦμε, ναί, καὶ ἀγωνιζόαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ αὐτό· δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν τυραννία του, ἐπειδὴ καὶ πάσχουμε ἀπὸ τὶς ἐνοχλήσεις τῆς ὑπερηφάνειας, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ρίζα καὶ ἀρχὴ στὴν μάταιη καὶ καταραμένη ὑπόληψι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἔτσι θὰ βγάλη ἀπὸ τὸ πικρὸ φαρμάκι μέλι, ὑγεία ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ ταπείνωσι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὑπερηφάνεια.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΔ´

Μερικὲς γνώσεις ποὺ εἶναι χρήσιμες, γιὰ νὰ νικήσουμε τὰ πάθη καὶ νὰ ἀκοκτήσουμε νέες ἀρετές.

Ἂν καὶ σοῦ εἶπα ὡς τώρα πολλά, δείχνοντάς σου τὸν τρόπο ποὺ θὰ χρησιμοποιῇς, γιὰ νὰ νικήσῃς τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ ὁπλισθῇς ἀπὸ τὶς ἀρετές, ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ σοῦ παραγγείλω ἀκόμη καὶ μερικὰ ἄλλα.

Καὶ Α´ σοῦ λέω αὐτό: Ἂν θέλεις, ἀδελφέ, νὰ ἀποκτήσῃς τὶς ἀρετές, νὰ μὴν ἀκολουθήσῃς τὴν τάξι ποὺ μεταχειρίζονται κάποιοι καὶ κάνουν πνευματικὲς ἀσκήσεις στὶς ἑπτὰ ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας, ἄλλη ἄσκησι γι᾿ ἄλλη ἀρετὴ καὶ ἄλλη γι᾿ ἄλλη, ὄχι· ἀλλὰ ἡ τάξις τῆς δικῆς σου ἐξασκήσεωςς ἂς εἶναι τὸ νὰ κάνῃς πόλεμο ἀντίθετο σὲ ἐκεῖνα τὰ πάθη, ποὺ πάντα σὲ πειράζουν καὶ σὲ ζημίωσαν καὶ ἀκόμη συνέχεια σὲ ζημιώνουν, νὰ στολίζεσαι ὅμως ἀπὸ τὶς ἀντίθετες ἀρετὲς τῶν παθῶν σου, ὅσο περισσότερο μπορεῖς. Γιατὶ, ἂν ἀποκτήσῃς αὐτὲς τὶς ἀρετές, τὶς ἀντίθετες μὲ τὰ πάθη ποὺ σὲ πειράζουν, βέβαια καὶ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές, μὲ εὐκολία καὶ μὲ λίγες πράξεις, θὰ τὶς ἀποκτήσῃς· τὴν κάθε μία στὸν κατάληλό της καιρὸ καὶ τὴν συνηθισμένη αἰτία της· ἐπειδὴ οἱ ἀρετὲς εἶναι πάντα μαζὶ συνδεδεμένες καὶ ὅποιος ἔχει μία ἐντελῶς, ὅλες τὶς ἄλλες τὶς ἔχει πρόχειρες στὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς του.

Β´. Μὴν ἀναβάλλῃς ποτὲ χρόνο γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν, οὔτε ἡμέρες, οὔτε βδομάδες, οὔτε μῆνες, οὔτε χρόνια. Ἀλλὰ σχεδόν, πάντα νὰ ἀγωνίζεσαι, σὰν νὰ γεννήθηκες τότε· καὶ σὰν νέος στρατιώτης, πολέμα συνέχεια καὶ βάδιζε στὸ ὕψος τῆς τελειότητάς τους καὶ μὴ σταματήσῃς οὔτε στιγμή. Γιατὶ, τὸ νὰ σταθῇς στὸ δρόμο τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς τελειότητας, δὲν εἶναι τὸ νὰ πάρης ἀναπνοὴ καὶ δύναμι, ἀλλὰ τὸ νὰ στραφῆς πίσω ἢ νὰ ἀδυνατήσῃς περισσότερο.

Τὸ νὰ σταθῇς, ἐγὼ ἐννοῶ, τὸ νὰ νομίζῃς ὅτι ἀπόκτησες ἐντελῶς τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ νὰ ψάχνεις λίγο τὶς μικρὲς παραλείψεις, ποὺ ἔχεις ἀκόμη, ἢ καὶ τὶς ἀφορμὲς καὶ τὰ αἴτια, ποὺ σὲ προσκαλοῦν σὲ πράξεις ἄλλης νέας ἀρετῆς. Ὁπότε, ἂς εἶσαι πάντα γνωστικὸς καὶ θερμὸς καὶ ἐπιδέξιος, γιὰ νὰ μὴ χάσης οὔτε κἂν μία παραμικρὴ ἀφορμὴ καὶ αἰτία ἀρετῆς. Ἀγάπα ὅλες τὶς ἀφορμὲς καὶ αἰτίες, ποὺ σὲ παρακινοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ μάλιστα σὲ ἐκεῖνες τὶς αἰτίες, ποὺ περισσότερο εἶναι δύσκολες νὰ νικηθοῦν. Ἐπειδὴ καὶ οἱ πράξεις ποὺ γίνονται γιὰ νὰ νικηθοῦν οἱ δυσκολίες τῶν ἀρετῶν, πιὸ γρήγορα δημιουργοῦν τὶς συνήθειες τῶν ἀρετῶν καὶ μὲ βαθυτέρη ρίζα. Ἐκεῖνες ὅμως τὶς αἰτίες, ποὺ μποροῦν νὰ σὲ παρακινήσουν στὸ πειρασμὸ τῆς σάρκας, ἀπόφευγε μὲ κάθε φιλοπονία καὶ γρήγορα, ὅπως προηγουμένως σοῦ εἶπα.

Γ´. Νὰ εἶσαι φρόνιμος καὶ διακριτικὸς στὶς ἐξωτερικὲς ἐκεῖνες ἀρετές, ποὺ μποροῦν νὰ προξενήσουν ζημιὰ καὶ ἀσθένεια στὸ σῶμα, ὅπως εἶναι τὸ νὰ τὸ βασανίζῃς μὲ ὑπερβολικὲς νηστεῖες, ἀγρυπνίες, μελέτες καὶ ἄλλα παρόμοια· γιατὶ αὐτές, πρέπει νὰ ἀποκτῶνται λίγο λίγο καὶ μὲ τοὺς βαθμούς τους, ὅπως θὰ πῶ πιὸ κάτω. Γιὰ τὶς ἄλλες ἀρετές, ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ ἐσωτερικὲς καὶ ψυχικές, καθὼς εἶναι τὸ νὰ ἀγαπᾷς τὸν Θεό, τὸ νὰ καταφρονῇς τὸν κόσμο, τὸ νὰ ταπεινώνεσαι στὰ ἴδια τὰ μάτια σου, τὸ νὰ μισεῖς τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία, τὸ νὰ εἶσαι ὑπομονητικὸς καὶ πρᾶος, τὸ νὰ ἀγαπᾷς ὅλους καὶ ὅποιον σὲ ζημιώνει καὶ ἄλλα παρόμοια, αὐτὲς τὶς ἀρετές, λέω, δὲν σοῦ χρειάζεται γιὰ νὰ τὶς ἀποκτήσῃς λίγο λίγο, οὔτε νὰ ἀνέβης στὴν τελειότητά τους μὲ βαθμοὺς καὶ σκαλοπάτια, ἀλλὰ βιάσου νὰ κάνεις γι᾿ αὐτὲς κάθε πρᾶξι ὅσο μπορεῖς, τὸ γρηγορώτερο.

Δ´. Ὅλος σου ὁ λογισμός, ὅλη ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ καρδιά, ἂς μὴ λογίζεται, οὔτε νὰ ἐπιθυμῇ, οὔτε νὰ θέλῃ ἄλλο, παρὰ τὸ νὰ νικήσῃς ἐκεῖνο τὸ πάθος, ποὺ πολεμᾷς καὶ σὲ πολεμεῖ καὶ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀρετή, ποὺ εἶναι ἀντίθετη σὲ αὐτό· αὐτὸ ἂς εἶναι γιὰ σένα ὅλος ὁ κόσμος, αὐτὸς ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ· αὐτὸ ἂς εἶναι ὅλος σου ὁ θησαυρὸς καὶ αὐτὸ ἂς εἶναι ὅλος σου ὁ σκοπός, γιὰ νὰ ἀρέσεις καὶ μὲ αὐτὸ στὸ Θεό· ἂν τρῷς, ἂν νηστεύῃς, ἂν κοπιάζης, ἂν ἀναπαύεσαι, ἂν ἀγρυπνᾷς, ἂν κοιμᾶσαι, τὸ ὁποῖο γίνεται μέσα στὸ σπίτι σου καὶ ἂν εἶσαι ἔξω, ἂν προσέχῃς στὶς εὐλάβειες καὶ στὰ ἐργόχειρα, ὅλα αὐτὰ ἂς κατευθύνωνται καὶ ἂς ἀποβλέπουν στὸ νὰ κυριεύσῃς καὶ νικήσῃς ἐκεῖνο τὸ πάθος καὶ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀντίστοιχη ἀρετή.

Ε´. Ἂς εἶσαι ἔχθρος κοινὸς ὅλων τῶν ἐπιγείων ἡδονῶν καὶ ἀπολαύσεων. Γιατὶ, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, θὰ πολεμηθῇς λιγώτερο ἀπὸ τὶς ἄλλες κακίες, οἱ ὁποῖες ὅλες ἔχουν γιὰ ρίζα τους τὴν ἡδονή. Ὅταν αὐτὴ κοπῆ μὲ τὸ μῖσος του ἑαυτοῦ μας, χάνουν ἐκεῖνες τὴν δύναμί τους. Γιατὶ, ἂν θελήσῃς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ πολεμήσῃς κάποια κακία, νὰ ποῦμε ἀκριβῶς, κάποια μερικὴ εὐχαρίστησι, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ προσέχῃς σὲ ἄλλες ἐπίγειες ἡδονές, ἂν καὶ ὄχι θανάσιμες, ἀλλὰ συγγνωστὲς καὶ ἐλαφριές, βέβαια, ὁ πόλεμός σου θὰ εἶναι σκληρός, αἱματώδης καὶ πολὺ ἀβέβαιος καὶ στὴ συνέχεια καὶ ἡ νίκη σου θὰ εἶναι σπάνια. Γι᾿ αὐτό, νὰ θυμᾶσαι πάντα ἐκεῖνες τὶς θεῖες ἀποφάσεις· «Ὅποιος ἀγαπᾷ τὴ ζωή του, θὰ τὴν χάση· αὐτὸς ὅμως ποὺ δὲν λογαριάζει τὴ ζωή του, ὅσο ζεῖ αὐτὸς ὁ κόσμος, θὰ τὴν φυλάξη γιὰ τὴν αἰώνια ζωή» (Ἰωάν. 12,25). «Ἀδελφοί, εἴμαστε ὀφειλέτες, ἀλλὰ ὄχι ὡς πρὸς τὸν σαρκικὸ ἄνθρωπο, ποὺ ἀπαιτεῖ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἐπιθυμίες του. Γιατὶ ἂν ζῆτε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, σᾶς περιμένει βέβαιος θάνατος. Ἂν ὅμως νεκρώσετε τὶς φυσικές σας ἐπιθυμίες, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Πνεύματος, θὰ ζήσετε» (Ρωμ. 8,12).

ΣΤ´. Καὶ τελευταῖα σου παραγγέλλω, ὅτι πολὺ καλὸ καὶ ἴσως ἀναγκαῖο, γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν τὸ νὰ κάνῃς πρῶτα μία γενικὴ ἐξομολόγησι, μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς ὀφειλόμενους τρόπους ποὺ πρέπει, γιὰ νὰ βεβαιωθῇς περισσότερο ὅτι σὲ σκέπει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ σου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ προσμένῃς ὅλα τὰ χαρίσματα, ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς νίκες.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΕ´

Οἱ ἀρετὲς πρέπει νὰ ἀποκτῶνται σταδιακά, βαθμηδὸν καὶ πρῶτα πρέπει νὰ ἀπασχολούμαστε μὲ τὴν μία καὶ κατόπιν μὲ τὴν ἄλλη.

Ἂν καὶ ὁ ἀληθινὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγαπᾷ νὰ φτάσει στὸ πλήρωμα τῆς τελειότητας, δὲν θὰ θέσῃ ποτὲ στὴν πρόοδό του κάποια χρονικὴ προθεσμία, ὅμως πρέπει νὰ συγκρατῶνται μὲ κάποια διάκρισι οἱ ὑπερβολικὲς ἐκεῖνες θερμότητες τοῦ πνεύματος, οἱ ὁποῖες ἀνάβουν μάλιστα στὴν ἀρχὴ μὲ μεγάλη ἐπιθυμία, σβύνουν μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ μᾶς ἀφήνουν στὰ μισὰ τοῦ δρόμου. Ὁπότε, ὄχι μόνο οἱ ἐξωτερικὲς καὶ σωματικὲς ἀρετὲς πρέπει νὰ ἀποκτῶνται σιγὰ σιγά, σὰν μὲ βαθμίδες καὶ σκαλοπάτια, ὅπως εἴπαμε, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ οἱ ἐσωτερικὲς καὶ ψυχικὲς ἀρετές, κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο πρέπει νὰ ἀποκτῶνται. Γιατὶ, μὲ τέτοιο τρόπο, τὸ λίγο γρήγορα γίνεται πολὺ καὶ παραμένει. Ὁπότε, γιὰ παράδειγμα, γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἐσωτερικὴ ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, δὲν μπορεῖς ἀμέσως νὰ χαίρεσαι ἢ νὰ ἐπιθυμῇς τὶς βρισιὲς καὶ τὰ ἄλλα ἀντίθετα, ποὺ θὰ σοῦ κάνῃ κάποιος, γιατὶ ἡ χαρὰ αὐτῶν καὶ ἡ ἐπιθυμία, εἶναι οἱ ὑψηλότεροι βαθμοὶ τῆς ὑπομονῆς· σ᾿ αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ ἀνεβαίνῃς ἂν ἴσως δὲν περάσῃς πρῶτα ἀπὸ τοὺς χαμηλότερους βαθμοὺς καὶ τὰ σκαλοπάτια αὐτῆς τῆς ἀρετῆς. Τὰ σκαλοπάτια αὐτὰ εἶναι, τὸ νὰ καταφρονῇς ἐσὺ πρῶτος τὸν ἑαυτό σου· τὸ νὰ μὴ συγκατατεθῇς στὸ νὰ ἐκδικηθεῖς· τὸ νὰ μισῇς τὴν ἐκδίκησι καὶ τὰ παρόμοια (βλέπε στὸ ιγ´ κεφάλαιο).

Σὲ συμβουλεύω ἀκόμη, νὰ ἐξασκῆσαι κυρίως ὄχι σὲ ὅλες τὶς ἀρετές, οὔτε σὲ πολλές, ἀλλὰ πρῶτα σὲ μία μόνο καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ στὴν ἄλλη. Γιατὶ ἔτσι φυτεύεται ἡ ἐνάρετη συνήθεια στὴ ψυχὴ πιὸ εὔκολα καὶ πιὸ σταθερά· διότι καὶ μὲ τὴν ἀδιάκοπη ἐκγύμνασι τῆς μιᾶς ἀρετῆς καὶ ἡ ἐνθύμησί σου τρέχει εὐκολώτερα σ᾿ αὐτὴν καὶ ὁ νοῦς σου λεπτύνεται πάντα περισσότερο, γιὰ νὰ βρίσκῃς νέους τρόπους καὶ αἰτίες γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃς· καὶ ἡ θέλησίς σου κλίνει εὐκολώτερα καὶ μὲ μεγαλύτερη διάθεσι σ᾿ αὐτήν. Αὐτὰ βέβαια, δὲν θὰ ἐπακολουθήσουν, ἂν καταπιασθῇς μὲ πολλὲς ἀρετές.

Ἐξ ἄλλου οἱ πράξεις μιᾶς μόνης ἀρετῆς, ὄντας ὅμοιες μεταξύ τους γίνονται μὲ τὴν ἴδια καὶ ὅμοια ἐξάσκησι, λιγότερο κοπιαστικές. Γιατὶ ἡ μία καλεῖ καὶ βοηθεῖ τὴν ἄλλη, τὴν παρόμοιά της καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ὁμοιότητος, ἐντυπώνονται σὲ μᾶς ἀκόμη καλύτερα, μὲ τὸ νὰ βρίσκουν τὸν θρόνο τῆς καρδιᾶς ἤδη ἕτοιμο καὶ διατεθειμένο στὸ νὰ δέχεται ἐκεῖνες τὶς νέες πράξεις, ποὺ θὰ ξανακάνουμε, καθὼς δέχτηκε ἀπὸ πρὶν καὶ τὶς ἄλλες τὶς ὅμοιές τους.

Αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί, ποὺ εἴπαμε, ἔχουν τόση δύναμι καὶ ἀλήθεια, ποὺ γνωρίζουμε βέβαια, πὼς ὅποιος γυμνάζεται καλὰ σὲ μία ἀρετή, μαθαίνει μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα καὶ τὸν τρόπο, γιὰ νὰ γυμνάζεται στὴν ἄλλη καὶ ἔτσι μὲ τὴν αὔξησι τῆς μιᾶς, αὐξάνουν ὅλες μαζί, γιὰ τὴν ἀδιαχώριστη ἕνωσι, ποὺ ἔχουν ἀναμεταξύ τους, διότι ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀκτῖνες, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἴδιο θεϊκὸ φῶς.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΣΤ´

Μὲ ποιά μέσα ἀποκτοῦνται οἱ ἀρετὲς καὶ πῶς πρέπει νὰ κυβερνούμαστε γιὰ νὰ ἐξασκούμαστε κάποιον καιρὸ σὲ μία μόνο.

Γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν, χρειάζεται νὰ ὑπάρχη μία ψυχὴ γενναία καὶ μεγάλη καὶ μία θέλησις, ὄχι ἀσθενὴς καὶ ἁπαλή, ἀλλὰ ἀποφαστικὴ καὶ δυνατή, μὲ σίγουρη προϋπόθεσι, ὅτι ἔχουμε νὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ πολλὰ ἀντίθετα καὶ σκληρὰ καὶ ἀκόμη, πρέπει νὰ ἔχουμε καὶ κλίσι ξεχωριστῆ καὶ ἀγάπη πρὸς αὐτές· αὐτὴν τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε, ἂν συλλογιζώμασυτε, πόσο οἱ ἀρετὲς αὐτὲς ἀρέσουν στὸ Θεὸ καὶ πόσο εἶναι εὐγενεῖς καὶ ἐξαιρετικὲς ἀπὸ μόνες τους καὶ πόσο μᾶς εἶναι ὠφέλιμες καὶ ἀναγκαῖες. Ἐπειδή, κάθε μας τελειότητα καὶ προκοπή, ἀπὸ αὐτὲς ἔχει καὶ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος.

Ὁπότε, κάθε πρωί, ἂς παίρνονται δραστικὲς προθέσεις καὶ ἀποφάσεις ἀπὸ μᾶς, γιὰ νὰ γυμναζώμαστε σὲ ὅσα αἴτια τῆς ἀρετῆς, πιθανῶς, μποροῦν νὰ συμβοῦν ἐκείνη τὴν ἡμέρα· τὸ βράδυ, πρέπει νὰ ἐξετάζουε, ἂν τὰ χρησιμοποιήσαμε καλά· καὶ τὸ ἄλλο πρωί, νὰ ἀνανεώνουμε πάλι τὶς ἴδιες ἀποφάσεις καὶ ἐπιθυμίες πιὸ ζωντανὰ καὶ μάλιστα, γιὰ νὰ ἀσκούμαστε στὴν ἀπόκτησι τῆς ἀρετῆς ἐκείνης, ποὺ ἔχουμε τότε στὰ χέρια μας. Παρόμοια καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων καὶ οἱ προσευχές μας καὶ οἱ μελέτες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, ὅλα αὐτά, ποὺ εἶναι τόσο ἀναγκαῖα σε κάθε πνευματικὴ ἄσκησι τῶν ἀρετῶν, ἂς γίνωνται κυρίως γιὰ ἐκείνη τὴν ἀρετή, στὴν ὁποία τότε θέλουμε νὰ γυμναστοῦμε· ἀλλὰ καὶ ὅσες ἀφορμὲς καὶ αἰτίες συναντήσουμε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, καὶ ἂν εἶναι διαφορετικὲς μεταξύ τους, ὅμως ὅλες πρέπει νὰ τὶς μεταχειριζώμαστε, ὅσο τὸ δυνατόν, στὴν ἀπόκτησι τῆς ἀρετῆς ἐκείνης, ποὺ ἐπιθυμοῦμε (βλέπε στὸ μ´ κεφάλαιο).

Κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο δὲν πρέπει νὰ φροντίζουμε, στὸ νὰ συνηθίσουμε νὰ κάνουμε τὶς ἐνάρετες πράξεις, ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές, καὶ μὲ τόση πολλὴ προθυμία καὶ εὐκολία, μὲ ὅση προθυμία καὶ εὐκολία κάναμε πρὶν καὶ τὶς ἀντίθετες κακίες τους ἢ καλύτερα, μὲ ὅση εὐκολία γίνονται καὶ οἱ φυσικὲς ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς μας· μὲ ἄλλα λόγια τόση συνήθεια πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε στὶς ἀρετές, ποὺ νὰ μᾶς γίνωνται σὰν φυσικές. Καὶ ὅσο μεγαλύτερες δυσκολίες συναντᾶμε σ᾿ αὐτὲς (ὅπως εἴπαμε παραπάνω), τόσο οἱ δυσκολίες αὐτές, γρηγορώτερα καὶ βαθύτερα, θὰ βάλουν καὶ θὰ φυτέψουν τὴν καλὴ συνήθεια στὴν ψυχή μας.

Τὰ κατάλληλα ρητὰ τῆς θείας Γραφῆς, ὅταν λέγωνται ἀπὸ μᾶς, μὲ τὴν φωνὴ ἢ καὶ μὲ τὸν νοῦ, ἔχουν θαυμαστὴ δύναμι, γιὰ νὰ βοηθήσουν στὴν ἐκγύμνασι τῆς ζητούμενης ἀρετῆς· γιατὶ λέγει ὁ Σολομών· «Τί θὰ τηρήσῃς, τέκνο; Τὰ λόγια του Θεοῦ» (Παρ. 31,2). Γι᾿ αὐτό, ἂς ἔχουμε πρόχειρα πολλὰ ρητὰ γιὰ τὴν ἀρετὴ ποὺ ἐξασκούμαστε, τὰ ὁποῖα ἂς γίνωνται πρᾶξι καὶ ἂς λέγωνται ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ μάλιστα, ὅταν τύχη τὸ ἀντίθετο πάθος τῆς ἀρετῆς ἐκείνης νὰ μᾶς πολεμήσει.

Γιὰ παράδειγμα· ἂν ἀσχολούμαστε μὲ τὴν ἀπόκτησι τῆς ὑπομονῆς, μποροῦμε νὰ ποῦμε τὰ παρακάτω ρητὰ καὶ ἄλλα παρόμοια· «Μακρόθυμος ἀνήρ, πολὺς ἐν φρονήσει» (Παρ. 14,31). «Ἡ ὑπομονὴ τῶν φτωχῶν δὲν θὰ ἐξαφανισθῆ» (Ψαλμ. 9,19). «Ἀλοίμονο σὲ ὅσους ἔχασαν τὴν ὑπομονή» (Σειρ. 2,15). «Ὁ μακρόθυμος εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν ἰσχυρό. Καὶ ὅποιος συγκρατεῖ τὴν ὀργή του, ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ κυριεύει μία πόλι» (Παρ. 10,32). «Μὲ τὴν ὑπομονή σας θὰ σώσετε τὶς ψυχὲς σας» (Λουκ. 21,19). «Μὲ τὴν ὑπομονὴ διανύουμε τὸν ἀγῶνα ποὺ ἔχουμε μπροστά μας» (Ἑβρ. 12,1). «Νά, καλοτυχίζουμε ὅσους δείχνουν ὑπομονή» (Ἰάκωβος 5,11). «Μακάριος ὅποιος δέχεται μὲ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες» (Ἰάκ. 1,12). «Ἡ ὑπομονή σας πρέπει νὰ κρατήσῃ ὡς τὸ τέλος» (Ἰάκ. 1,4). «Ἔχετε ἀνάγκη ἀπὸ ὑπομονή» (Ἑβρ. 10,36). Ὁμοίως μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ αὐτὲς τὶς μικρὲς προσευχές· «Ὦ Θεέ μου, πότε θὰ ὁπλισθῆ ἡ καρδία μου μὲ τὸ ὄχημα τῆς ὑπομονῆς;» «Πότε θὰ περάσω κάθε δοκιμασία μὲ ἀναπαυμένη καρδιά, γιὰ νὰ δώσω χαρὰ στὸ Θεό μου;» «Ὦ πολυαγαπητές μου δοκιμασίες, ποὺ μὲ κάνατε ὅμοιο μὲ τὸν Κύριό μου Ἰησοῦ, ποὺ ὑπόφερε γιὰ μένα; Ὦ Ἰησοῦ, μόνη ζωὴ τῆς ψυχῆς μου, ἄραγε θὰ ζήσω ποτὲ ἐγὼ ἀναπαυμένος μέσα στὰ χίλια βάσανα γιὰ τὴ δική σου δόξα;» «Μακάριος ἐγώ, ἂν καὶ στὸ μέσο της φωτιᾶς τῶν θλίψεων ἀνάψω ἀπὸ ἐπιθυμία, νὰ ὑποφέρω μεγαλύτερα βάσανα!»

Αὐτὲς τὶς μικρὲς προσευχὲς θὰ χρησιμοποιήσουμε, γιὰ νὰ προκόψουμε στὶς ἀρετὲς καὶ ἄλλες ἀκόμη κατάλληλες γιὰ κάθε ἀρετή, ποὺ γυμναζόμαστε, ὅσες θὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ τὸ πνεῦμα τῆς εὐλάβειας. Οἱ μικρὲς αὐτὲς προσευχὲς ἀποκαλοῦνται ἀκοντιστικὲς καὶ σαϊτευτικές, γιατὶ εἶναι σὰν ἀκόντια, δηλαδὴ κοντάρια καὶ βέλη ποὺ κονταρεύουν καὶ σαϊτεύουν στὸν οὐρανὸ καὶ ἔχουν μεγάλη δύναμι γιὰ νὰ μᾶς ξεσηκώσουν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ φθάσουν ὡς τὰ αὐτιὰ τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ συνοδεύωνται ἀπὸ δυὸ πράγματα, σὰν ἀπὸ δυὸ φτερά· τὸ ἕνα εἶναι, ἡ ἀληθινὴ γνῶσις τῆς χαρᾶς τοῦ Θεοῦ μας, τὴν ὁποία αὐτὸς λαμβάνει γιὰ τὴν ἐκγύμνασι, ποὺ ἐμεῖς κάνουμε στὶς ἀρετές, τὸ ἄλλο εἶναι μία θερμὴ καὶ διάπυρη ἐπιθυμία, νὰ τὶς ἀποκτήσουμε, γιὰ νὰ ἀρέσουμε στὴν θεία του μεγαλειότητα (75).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΖ´

Ὅτι πρέπει νὰ προχωροῦμε μὲ φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια παντοτινὴ στὴν ἄσκησι τῆς ἀρετῆς.

Ἀνάμεσα σὲ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀναγκαῖα καὶ συμβάλλουν στὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν, ἐκτὸς ἀπὸ ὅσα εἶπα μὲ παραπάνω, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς· δηλαδὴ τὸ νὰ πηγαίνουμε πάντα μπροστά, ἂν θέλουμε νὰ φθάσουμε στὸ σκοπό, ποὺ ἐμεῖς ἐδῶ θέλουμε. Γιατὶ ἀλλιῶς, ἂν μόνο σταματήσουμε, γυρίζουμε πρὸς τὰ πίσω· ὅτι, ὅταν παύσουμε ἀπὸ τὶς ἐνάρετες πράξεις, ἀναγκαστικὰ συμβαίνει, μέσα ἀπὸ βίαιες κλίσεις τῆς αἰσθητικῆς διαθέσεως καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων, ποὺ μᾶς παρακινοῦν ἐξωτερικά, συμβαίνει, λέω, νὰ γεννιοῦνται σὲ μᾶς πολλὰ πάθη ἄτακτα, τὰ ὁποῖα διαφθείρουν τὶς ἀρετὲς ἢ τουλάχιστον τὶς λιγοστεύουν καὶ ἔτσι μᾶς στεροῦν ἀπὸ πολλὲς χάρες, ποὺ μπορούσαμε προοδεύοντας, νὰ πετύχουμε ἀπὸ τὸν Θεό.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ πνευματικὸς δρόμος, εἶναι διαφορετικὸς ἀπὸ τὴν πορεία, ποὺ κάνει ὁ ὁδοιπόρος τῆς γῆς. Γιατὶ στὴν μὲν γήϊνη πορεία, ἂν σταματήσῃ ὁ ὁδοιπόρος, δὲν χάνει τίποτε ἀπὸ τὴν πορεία ποὺ ἔχει διανύσει· στὴν πνευματικὴ ὅμως πορεία, ἂν σταματήσῃ ὁ ὁδοιπόρος τῆς ἀρετῆς, χάνει καὶ ὅσες ἀρετὲς ἀπόκτησε προηγουμένως· καὶ ἀκόμη ἡ μὲν κούρασι τοῦ ὁδοιπόρου αὐξάνει, ὅσο περισσότερο θὰ περπατήσῃ, στὸν πνευματικὸ ὅμως δρόμο, ὅσο περισσότερο περπατεῖ κάποιος μπρός, τόσο ἀποκτᾷ πάντα μεγαλύτερη ἐξουσία καὶ δύναμι.

Γιατὶ μὲ τὴν ἐνάρετη ἄσκησι, τὸ μὲν κατώτερο μέρος, δηλαδὴ τὸ σῶμα, ποὺ μὲ τὸν πολεμό του ἔκανε σκληρὸ καὶ κοπιαστικὸ τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς, ἀδυνατίζει πάντα περισσότερο, τὸ δὲ ἀνώτερο μέρος, στὸ ὁποῖο μένει ἡ ἀρετή, δηλαδὴ ἡ ψυχή, στηρίζεται καὶ δυναμώνει πάντα περισσότερο. Ὁπότε, ὅσο προοδεύουμε στὸ καλὸ καὶ στὴν ἀρετή, τόσο μικραίνει ἡ δοκιμασία ἐκείνη ποὺ αἰσθανόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς ἀρετῆς· καὶ ἀκόμη, καὶ κάποια ἀπόκρυφη γλυκύτητα (ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό), ἑνώνεται μαζί μας καὶ γίνεται κάθε ὥρα μεγαλύτερη. Καὶ ἔτσι πορευόμενοι πάντα μὲ περισσότερη εὐκολία καὶ δύναμι, ἀπὸ ἀρετὴ σὲ ἀρετή, φθάνουμε τελευταῖα στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους, ἐκεῖ ποὺ ἡ ψυχὴ γίνεται τέλεια καὶ ἐνεργεῖ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ κάθε καλό, ὄχι μὲ ἀηδία, ἀλλὰ μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Γιατὶ ἀφοῦ νίκησε καὶ δάμασε τὰ πάθη καὶ ὑπέταξε ὅλη τὴν κτίσι διὰ μέσου τῆς ὑποταγῆς τοῦ σώματός της, ζῇ εὐτυχισμένη μέσα στὸν Θεό· καὶ ἐκεῖ κοπιάζοντας εὐχάριστα, δέχεται ἀνάπαυσι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΗ´

Ἔχοντας ὑποχρέωσι νὰ ἀγωνιζώμαστε πάντα τὸν ἀγῶνα τῶν ἀρετῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε ἐκεῖνα, ποὺ μᾶς γίνονται ἀφορμὲς γιὰ νὰ τὰ ἀποκτήσουμε.

Ἐὰν θέλῃς νὰ περπατᾷς πάντα μπροστὰ στὸ δρόμο τῶν ἀρετῶν χωρὶς νὰ σταματήσῃς, πρέπει νὰ προσέχῃς καλά, νὰ μὴν ἀφήσῃς νὰ φύγη ἀπὸ τὰ χέρια σου, ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ γίνῃ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀρετή. Ὁπότε, κακῶς σκέφτονται ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφεύγουν, ὅσο μποροῦν τὰ ἀντίθετα ἐκεῖνα, ποὺ μποροῦν νὰ τοὺς βοηθήσουν στὴν ἀπόκτησι τῆς ἀρετῆς· γιὰ παράδειγμα· ἐπιθυμεῖς νὰ ἀποκτήσῃς τὴν συνήθεια τῆς ὑπομονῆς; Δὲν εἶναι καλὸ νὰ ἀποφεύγῃς ἐκεῖνες τὶς ὑποθέσεις καὶ ἐκεῖνες τὶς πράξεις καὶ τοὺς λογισμούς, ποὺ σὲ παρακινοῦν στὴν ἀνυπομονησία· καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀπέχεις ἀπὸ κάποιες πράξεις ποὺ σοῦ εἶναι ἐνοχλητικές. Ἀλλὰ συναναστρεφόμενος καὶ συνομιλώντας μὲ ὅποιον καὶ ἂν εἶναι, ποὺ νὰ προκαλῇ ἀηδία καὶ θλῖψι, νὰ ἔχῃς πάντα ἑτοιμασμένη καὶ πρόθυμη τὴν θέλησί σου, νὰ ὑποφέρῃς κάθε τί τὸ ἀηδιαστικὸ καὶ ἀνόρεκτο ποὺ μπορεῖ νὰ συμβῇ. Γιατὶ ἂν κάνῃς διαφορετικά, δὲν θὰ συνηθίσῃς ποτὲ στὴν ὑπομονή.

Ἔτσι παρομοίως πρέπει νὰ κάνῃς σὲ ὅποια πρᾶξι σοῦ προξενεῖ ἀηδία ἢ ἀπὸ μόνη της ἢ ἐξ αἰτίας ἐκείνου ποὺ σὲ παρακίνησε σ᾿ αὐτὴ ἢ καὶ ἐξ αἰτίας ἐκείνου, ποὺ σὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἄλλη, ποὺ σοῦ ἀρέσει περισσότερο· δηλαδή, πρέπει νὰ μεταχειρισθῇς καὶ νὰ ἀκολουθήσῃς τὴν πρᾶξι καὶ τὸ ἔργο ἐκεῖνο καὶ ποὺ σὲ συγχύζει καὶ σὲ ἐνοχλεῖ καὶ μποροῦσες νὰ ἀναπαυθῇς, ἂν τὸ ἀφήσῃς. Γιατὶ ἔτσι δὲν μπορεῖς νὰ μάθης ποτὲ νὰ ὑποφέρῃς· ἀλλὰ οὔτε μπορεῖ νὰ εἶναι ποτὲ ἀληθινὴ ἀνάπαυσις αὐτὴ ποὺ ζητᾷς, ὅταν δὲν προέρχεται ἀπὸ ψυχὴ καθαρὴ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας καὶ στολισμένη ἀπὸ ἀρετή.

Τὸ ἴδιο σοῦ λέω νὰ κάνῃς καὶ γιὰ ἐκείνους τοὺς λογισμούς, ποὺ μερικὲς φορὲς ἐνοχλοῦν καὶ συγχύζουν τὸ νοῦ σου. Αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀποβάλῃς μόνος σου· ἐπειδή, μὲ τὴν δοκιμασία ποὺ σοῦ δίνουν, σὲ κάνουν συγχρόνως νὰ συνηθίζῃς νὰ ὑπομένῃς τὰ ἀντίθετα. Καὶ ὅποιος σοῦ λέγει ἀντίθετα ἀπὸ αὐτά, σὲ συβουλεύει νὰ ἀποφεύγῃς καλύτερα τὴν προσωρινὴ δοκιμασία ποὺ αἰσθάνεσαι, παρὰ νὰ ἀκολουθῇς τὴν ἀληθινὴ ἀρετή, ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Εἶναι βέβαια ἀληθινό, ὅτι ὁ ἀρχάριος στρατιώτης πρέπει νὰ παλεύῃ ἀντίθετα μὲ τὶς ἐχθρικὲς ἀφορμὲς ποὺ εἴπαμε, μὲ προσοχὴ καὶ ἐπιδεξιότητα· καὶ ἄλλοτε νὰ τὶς πολεμάει, ἄλλοτε νὰ τὶς καταφρονῇ καὶ νὰ τὶς ἀφίνη, ἀνάλογα μὲ τὴν περισσότερη ἢ λιγότερη πρόοδο καὶ δύναμι ποὺ ἀποκτᾷ στὴν ἀρετή. Ἀλλά, δὲν πρέπει γι᾿ αὐτὸ νὰ γυρνάῃ ἐντελῶς τοὺς ὤμους του καὶ νὰ ὀπισθοχωρῇ, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ ἐγκαταλείπῃ κάθε ἀφορμὴ ἐναντιότητος ποὺ θὰ τοῦ συνέβαινε. Γιατὶ, ἂν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν θέλαμε νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ ξεπεσμοῦ μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ φυγή, ὅμως, στὸ μέλλον θὰ κινδυνεύσουμε περισσότερο νὰ νικηθοῦμε ἀπὸ τὰ χτυπήματα καὶ τὶς προσβολὲς τῆς ἀνυπομονησίας, ἀφοῦ δὲν θὰ εἴμαστε ἀπὸ πρὶν ἐξοπλισμένοι μὲ τὴν χρήση τῆς ἀντίθετης ἀρετῆς, δηλαδὴ τῆς ὑπομονῆς. Ὅμως, αὐτοὶ οἱ συλλογισμοί, δὲν ἔχουν τόπο στὰ σαρκικὰ πάθη, ὅπως εἴπαμε παραπάνω κατὰ μέρος γι᾿ αὐτά. Ἐπειδὴ τὰ αἴτια αὐτῶν, πάντα καὶ μὲ τελειότητα πρέπει νὰ τὰ ἀποφεύγουμε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΘ´

Πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε ὅλες τὶς ἀφορμές, ποὺ προξενοῦν τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν καὶ περισσότερο ἐκεῖνες ποὺ φέρνουν περισσότερες δυσκολίες.

Δὲν πρέπει, ἀγαπητέ, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἀποφεύγῃς ἐκεῖνα, ποὺ γίνονται ἀφορμές, γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὶς ἀρετές. Ἀλλὰ ἀντίθετα, πρέπει νὰ τὰ δέχεσαι πάντα μὲ χαρά, ἀμέσως μόλις σοῦ παρουσιασθοῦν καὶ νὰ θεωρῇς ἔντιμα πλέον καὶ ἀγαπητὰ ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι στὴν αἴσθησί σου περισσότερο ἀηδιαστικὰ καὶ ἀνόρεκτα. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ πετύχης, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἂν τυπώσῃς καλὰ στὸν νοῦ σου τὶς ἀκόλουθες σκέψεις.

Πρῶτα πρέπει νὰ σκεφθῇς, ὅτι οἱ ἀφορμὲς εἶναι ὄργανα ἀνάλογα μάλιστα καὶ ἀναγκαῖα, γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὶς ἀρετές. Ὁπότε, ὅταν ἐσὺ ζητᾷς τὶς ἀρετὲς ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπόμενο εἶναι νὰ ζητᾷς ἀκόμη καὶ τὰ ὄργανα καὶ τὶς ἀφορμές τους· ἀλλιῶς, ἡ προσευχή σου εἶναι μάταιη καὶ μόνο γίνεται γιὰ νὰ πειράζῃς τὸν Θεό. Γιατὶ, ὁ Θεὸς δὲν συνηθίζει ποτὲ νὰ δίνῃ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς χωρὶς τὶς θλίψεις, οἱ ὁποῖες εἶναι οἱ ἀφορμὲς καὶ τὰ ὄργανα τῆς ὑπομονῆς· οὔτε τὴν ταπείνωσι, χωρὶς τὶς περιφρονήσεις καὶ ἀτιμίες· τὸ ἴδιο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές.

Γι᾿ αὐτό, πρέπει νὰ μᾶς εἶναι τόσο περισσότερο ἀρεστὰ καὶ ἀγαπητὰ τὰ ὄργανα αὐτὰ καὶ οἱ ἀφορμὲς τῶν ἀρετῶν, ὅσο εἶναι περισσότερο κοπιαστικές. Γιατὶ οἱ πράξεις, ποὺ κάνουμε σὲ αὐτὲς τὶς ἀφορμὲς ποὺ μᾶς συμβαίνουν, εἶναι γενναιότερες καὶ δυνατώτερες καὶ πλέον εὐκολώτερα καὶ γρηγορώτερα μᾶς ἀνοίγουν τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀσκούμαστε μόνο στὶς μεγάλες ἀφορμὲς καὶ ἀντιθέσεις ποὺ μᾶς τυχαίνουν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὶς μικρές· γιὰ παράδειγμα, δὲν πρέπει μόνο νὰ ὑπομένουμε τὰ χτυπήματα ἢ τὶς βρισιὲς ποὺ μᾶς τυχαίνουν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποένουμε καὶ τὸ βαρὺ βλέμμα καὶ σχῆμα ποὺ θὰ μᾶς κάνῃ κάποιος ἢ τὸν ψυχρὸ λόγο ποὺ θὰ μᾶς πῇ (76). Γιατὶ οἱ πράξεις ποὺ γίνονται στὶς μικρὲς αὐτὲς ἀφορές, συμβαίνουν συχνότερα καὶ στὴ συνέχεια μᾶς κάνουν νὰ συνηθίζουμε νὰ ὑπομένουμε εὐκολώτερα καὶ τὶς μεγάλες.

Δεύτερον, νὰ σκεφθῇς, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς συμβαίνουν, προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς ὠφέλειά μας καὶ γιὰ νὰ βγάλουμε ἐμεῖς καρπὸ ἀπὸ αὐτά. Καὶ ἂν μερικὰ ἀπὸ αὐτά, καθότι εἶναι ἐλλείψεις δικές μας ἢ ἄλλων, δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ πῇ ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ (ὁ ὁποῖος δὲν θέλει τὴν ἁμαρτία)· ὅμως, λέγονται πὼς εἶναι τοῦ Θεοῦ, μολονότι αὐτὸς παραχώρησε νὰ γίνουν καὶ γιατὶ μολονότι μποροῦσε νὰ τὰ ἐμποδίσῃ, δὲν τὰ ἐμποδίζει. Ἀκόμη ὅλες οἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα, ποὺ ἂς ἔρχονται ἢ ἀπὸ ἔλλειψι δική μας ἢ ἀπὸ κακία ἄλλων, λέγονται πὼς εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοῦ Θεοῦ· γιατὶ θέλει νὰ τὰ παθαίνουμε καὶ νὰ βασανιζώμαστε, γιὰ ἐκεῖνο τὸ καλό της ἀρετῆς, ποὺ μποροῦμε νὰ κερδίσουμε ἀπὸ αὐτὰ καὶ γιὰ ἄλλες κρίσεις τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς εἶναι ἀκατανόητες βέβαια, ὅμως δίκαιες καὶ εὔλογες, καθὼς λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος (βλέπε καὶ στὸ μα´ κεφάλαιο).

Ὁπότε, ἐμεῖς βέβαιοι ὄντες ὅτι ὁ Θεὸς θέλει νὰ ὑποφέρουμε θεληματικὰ κάθε εἴδους ἐνόχλησι, ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄλλους ἢ ἀπὸ δικά μας ἄδικα ἔργα, τὸ νὰ λέγουμε (ὅπως πολλοὶ μὲ πρόφασι τῆς ἀνυπομονησίας τους λέγουν), πὼς ὁ Θεὸς δὲν θέλει, μάλιστα συγχαίνεται τὰ κακὰ ποὺ γίνονται, δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ τὸ νὰ σκεπάζουμε τὰ σφάλματά μας μὲ μία μάταιη πρόφασι καὶ νὰ ἀποστρεφώμαστε τὸ σταυρὸ τῶν θλίψεων, τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε πὼς εἶναι ἀρεστὸς στὸ Θεὸ καὶ πὼς αὐτὸς ὁ ἴδιος προστάζει νὰ τὸν σηκώνουμε· μάλιστα λέω, πὼς ὁ Θεὸς περισσότερο ἀγαπᾷ νὰ ὑποφέρουμε ἐμεῖς ἐκεῖνες τὶς δοκιμασίες, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πονηρία τῶν ἀνθρώπων, καί, μάλιστα, ἐκείνων, ποὺ εἶναι εὐεργετημένοι ἀπὸ ἐμᾶς, παρὰ ἐκεῖνα τὰ βάσανα ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄλλα λυπηρὰ γεγονότα. Γιατὶ, φυσικὰ ἡ ὑπερήφανη φύσις μας, περισσότερο καταστέλλεται καὶ ταπεινώνεται ἀπὸ ἐκεῖνα· καὶ ἐπίπλεον ὑποφέροντας αὐτὰ θεληματικά, θεραπεύουμε καὶ δοξάζουμε ὑπερβολικὰ τὸν Θεό μας, μὲ τὸ νὰ συνεργαζώμαστε μαζί του σὲ ἕνα θαυμάσιο ἔργο, στὸ ὁποῖο πάρα πολὺ λάμπει ἡ ἀνέκφραστη ἀγαθότητα καὶ ἡ παντοδυναμία του. Καὶ αὐτὸ εἶναι, τὸ νὰ βγάζουμε ἀπὸ τὸ θανάσιμο φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας, γλυκύτατο καρπὸ καὶ μέλι ἀρετῆς καὶ κάλους.

Γι᾿ αὐτό, μόλις δῆ ὁ Θεὸς ὅτι ἔχουμε ἀληθινὰ ζωντανὴ καὶ θερμὴ ἐπιθυμία καὶ ὅτι τὸν παρακαλοῦμε ὅπως πρέπει, γιὰ μία τέτοιου εἴδους ἔνδοξη ἀπόκτησι τοῦ καλοῦ, μᾶς ἑτοιμάζει τὸ ποτήριο τῶν σφοδρότερων καὶ δυνατωτέρων πειρασμῶν καὶ τὶς πλέον σκληρότερες ἀφορμές, γιὰ νὰ τὶς δεχθοῦμε σὲ κατάλληλο καιρό. Ὁπότε, ἐμεῖς γνωρίζοντας τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς καὶ τὸ δικό μας συμφέρον, πρέπει μὲ κλεισμένα μάτια νὰ τὸ δεχώμαστε μὲ χαρὰ καὶ νὰ τὸ πίνουμε ὅλο ἕως στὸ βάθος, πρόθυμα καὶ μὲ ἀσφάλεια· ἐπειδὴ εἶναι ἰατρικό, ποὺ δόθηκε ἀπὸ χέρι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ λάθος καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ βότανα, τόσο πιὸ ὠφέλιμα στὴν ψυχή, ὅσο πικρὰ εἶναι ἀπὸ μόνα τους.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ´

Πῶς μποροῦμε σὲ διάφορες ἀφορμὲς νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἄσκησι μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀρετῆς.

Ἐπειδὴ εἴπαμε παραπάνω, ὅτι ἡ ἄσκησις μιᾶς μόνης ἀρετῆς, ἡ ὁποία γίνεται γιὰ λίγο καιρό, εἶναι πιὸ καρποφόρα καὶ ὠφέλιμη, παρὰ αὐτὴ ποὺ γίνεται μὲ ἐξάσκησι τῶν πολλῶν μαζὶ ἀρετῶν, καὶ ὅτι σύμφωνα μὲ ἐκείνη θὰ κυβερνοῦνται οἱ ἀφορμές, ποὺ μᾶς τυχαίνουν, ἂν καὶ εἶναι διαφορετικὲς μεταξύ τους, γι᾿ αὐτό, τώρα πρόσεχε νὰ μάθης τὸν τρόπο, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸ πολὺ εὔκολα.

Πολλὲς φορὲς συβαίνει σὲ μία καὶ τὴν ἴδια ἡμέρα ἢ καὶ ὥρα, νὰ μᾶς ἐλέγξη χωρὶς αἰτία κάποιος γιὰ μία μας πρᾶξι, ποὺ εἶναι καλή, ἢ νὰ μή μας κάνῃ μία χάρι, ποὺ ζητήσαμε ἀπὸ κάποιον, ἢ νὰ μᾶς τύχη κανένα ἄλλο, ποὺ νὰ δίνῃ κακὴ ὑποψία γιὰ μᾶς χωρὶς αἰτία, ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ κανένας πόνος τοῦ σώματός μας· ἢ νὰ μᾶς προστάξη ἀνώτερός μας κανένα πρᾶγμα, ποὺ δὲν μᾶς ἀρέσει ἢ νὰ μᾶς συμβοῦν ἄλλα σκληρὰ καὶ δυσκολοϋπόφερτα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι γεμάτη ἡ ταλαίπωρη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν μεγάλη ποικιλία, λέω, αὐτῶν ἢ ἄλλων παρόμοιων γεγονότων, μποροῦμε νὰ προβάλλουμε διάφορες πράξεις ἀρετῆς· ἀλλὰ γιὰ νὰ διαφυλάξουε τὸ κανόνα ποὺ ἔχει ὁρισθῆ, πρέπει νὰ γυμνασθοῦμε μὲ πράξεις, οἱ ὁποῖες νὰ εἶναι ὅλες ὁμοειδεῖς καὶ ὅμοιες μὲ τὴν ἀρετή, ποὺ ἔχουμε τότε στὰ χέρια μας.

Γιὰ παράδειγμα· ἀνίσως στὸ χρόνο ποὺ θὰ ἔλθουν οἱ ἀφορμὲς ποὺ εἰπώθηκαν, γυμναζώμαστε στὴν ὑπομονή, θὰ κάνουμε ἐνέργειες, στὸ νὰ ὑποφέρουμε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀφορμὲς θεληματικὰ καὶ μὲ ἀγαλλίασι ψυχῆς· ἂν ἡ ἄσκησί μας εἶναι στὴν ταπείνωσι, θὰ κάνῃ τὸν ἑαυτό μας νὰ γνωρίσῃ, πὼς εἶναι ἄξιος κάθε κακοῦ σε ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντίθετα ποὺ μᾶς ᾖρθαν ἂν εἶναι ὁ ἀγῶνας μας στὴν ὑποταγή, θὰ ὑποταχθῆ πρόθυμα στὸ πολὺ πιὸ ἰσχυρὸ χέρι τοῦ Θεοῦ· καὶ γιὰ θεραπεία δική του (ἐπειδὴ καὶ ἔτσι θέλει), θὰ ὑποταχθοῦμε καὶ στὰ κτίσματα τὰ λογικά, καὶ ἀκόμη καὶ στὰ ἄλογα καὶ στὰ ἄψυχα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προέρχονται σὲ μᾶς αὐτὰ τὰ βάσανα καὶ οἱ θλίψεις.

Ἂν πάλι γυμναζώμαστε στὴν πτωχεία, πρέπει νὰ ὑπομένουμε καὶ νὰ εἴμαστε εὐχαριστημένοι ἀπὸ κάθε παρηγοριά, ἢ μεγάλη ἢ μικρή, αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἂν εἶναι ἡ ἄσκησί μας στὴν ἀγάπη, θὰ προβάλλουμε πράξεις ἀγάπης καὶ πρὸς τὸν πλησίον, μιᾶς καὶ αὐτὸς μᾶς ἔγινε ὄργανο τοῦ καλοῦ, ποὺ μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε καὶ πρὸς τὸ Θεό, ἐφόσον αὐτὸς εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἀγαπητὴ αἰτία, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται ἢ ἐπιτρέπονται αὐτὲς οἱ θλίψεις, γιὰ τὴν δική μας ἐξάσκησι καὶ πνευματικὴ προκοπή. Ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, γίνεται φανερό, ὅτι καὶ μὲ μία μόνη ἀφορμὴ τυχὸν ἀρρώστειας ἢ ἄλλης θλίψεως, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς ἀκολουθῇ γιὰ πολὺ καιρό, μποροῦμε νὰ κάνουμε πράξεις ἐκείνης τῆς ἀρετῆς, ποὺ τότε ἐξασκοῦμε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΑ´

Ὁ καιρὸς ποὺ πρέπει νὰ βάλλουμε στὴν ἐξάσκησι κάθε ἀρετῆς· καὶ περὶ τῶν σημείων τῆς προκοπῆς μας.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ χρονικὸ διάσημα τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ διαθέτουμε γιὰ τὴν ἐξάσκησι τῆς κάθε ἀρετῆς, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ καθορίσουμε ἐμεῖς. Γιατὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κανονίζῃ κανεὶς σύμφωνα μὲ τὴν θέσι του, τὴν ἀνάγκη του, τὴν πρόοδο ποὺ κάνει στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν διάκρισι ἐκείνου τοῦ Γέροντα ἢ τοῦ Πνευματικοῦ ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ σ᾿ αὐτήν. Ἂν ὅμως δείξουμε ἐπιμέλεια πραγματικὴ καὶ χρησιμοποιοῦμε τοὺς τρόπους ποὺ εἴπαμε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μέσα σὲ λίγες ἑβδομάδες σημειώνεται μεγάλη πρόοδος. Σημεῖο ὅτι εἴχαμε κάποια πρόοδο στὴν ἀρετή, εἶναι ἡ σταθερὴ συνέχισις τῆς ἐξασκήσεως στὴν ἀρετὴ. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ συμβαίνῃ ἀκόμη καὶ τὸν καιρὸ τῆς σκοτίσεως καὶ στενοχώριας τῆς ψυχῆς, ἀκόμη καὶ τὸν καιρὸ ποὺ θὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ ἐμᾶς, κατὰ θεία οἰκονομία, οἱ πνευματικὲς χαρὲς καὶ παρηγοριές (77).

Πολὺ καθαρὸ σημεῖο τῆς προόδου μας εἶναι καὶ ὁ πόλεμος ποὺ μᾶς κάνει ἡ σάρκα γιὰ νὰ προβάλλουμε τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ, ὅσο ἀδυνατίζει ὁ σαρκικὸς πόλεμος, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι προκόψαμε στὴν ἀρετή.

Ἔτσι ὅταν δὲν αἰσθανώμαστε πόλεμο ἢ ἀποστασία στὸ αἰσθητικὸ καὶ κατώτερο μέρος, ἢ ὅταν τύχουν ξαφνικὰ τὰ αἴτια καὶ οἱ προσβολές (78), αὐτὸ εἶναι σημεῖο ὅτι πετύχαμε στὴν ἀρετή. Ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ πράξεις μας συνοδεύωνται μὲ μεγαλύτερη προθυμία στὴν ἐκτέλεσί τους ἀπὸ πρῶτα καὶ ὑπάρχει καὶ πνευματικὴ χαρά, τότε μποροῦμε περισσότερο νὰ ὑπολογίσουμε ὅτι προοδεύσαμε στὴν ἀρετή.

Ὅμως παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἀποκτήσαμε τὶς ἀρετὲς ἢ νικήσαμε ἐντελῶς κάποιο πάθος, μολονότι ὕστερα ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πολλοὺς πολέμους δὲν αἰσθανθήκαμε τὶς κινήσεις του πλέον, διότι ἐδῶ μπορεῖ νὰ εἶναι κρυμμένη ἡ πανουργία καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ διαβόλου καὶ τῆς φύσεώς μας ποὺ μᾶς ἐξαπατᾷ. Ἔτσι, μερικὲς φορὲς αὐτὴ εἶναι κακία, ποὺ ἀπὸ κάποια κρυφὴ ὑπερηφάνεια παρουσιάζεται ὡς ἀρετή· καὶ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, ἂν σκεφθοῦμε τὴν τελειότητα, στὴν ὁποία μᾶς προσκαλεῖ ὁ Θεός, ἀκόμη κι ἂν εἴχαμε προοδεύσῃ πολὺ στὴν ἀρετή, πάλι δὲν μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε ὅτι μπήκαμε στὴν ἀρχὴ καὶ στὰ πρῶτα της σύνορα (79).

Ἔπειτα μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας βρίσκονται τόσα κρυπτὰ καὶ τόσα λεπτὰ πάθη, ποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουμε ὅτι εἶναι πάθη. Πῶς λοιπὸν μποροῦμε νὰ ξεθαρρέψουμε ὅτι καθαρισθήκαμε ἀπὸ τὰ πάθη; Καὶ ἂν ἐκείνοι οἱ πολὺ δυνατοὶ καὶ προφητικοὶ ὀφθαλμοὶ τοῦ Δαβίδ, δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ γνωρίζουν αὐτά, πῶς μποροῦμε νὰ τὰ γνωρίσουμε ἐμεῖς; Γι᾿ αὐτὸ ὅπως ἐκεῖνος παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν καθαρίσῃ ἀπὸ αὐτά, «Ἀπὸ τὰ κρυφά μου πάθη καθάρισέ με» (Ψαλμ. 18,13), ἔτσι καὶ μεῖς εἴμαστε ὑποχρεωμένοι πάντοτε νὰ παρακαλοῦμε γιὰ τὴν κάθαρσι τῶν παρομοίων κρυφῶν παθῶν. Γιατὶ ἐμεῖς καταλαβαίνουμε μόνο τὶς ἐνέργειες καὶ τὰ κλαδιὰ τῶν παθῶν, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ γνωρίσουμε τὶς δυνάμεις τους καὶ τὶς ρίζες τους, χωρὶς τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μόνον ὅταν ἐνεργοῦν, καταλαβαίνουμε ὅτι ἔχουμε πάθη. Ὅταν ὅμως αὐτὰ ἡσυχάζουν (80), νομίζουμε ὅτι φθάσαμε στὴν τελειότητα.

Γι᾿ αὐτὸ ἐσὺ ὡς ἀρχάριος στὸν πόλεμο, καὶ σὰν ἕνα βρέφος ποὺ τότε γεννήθηκες γιὰ νὰ πολεμᾷς, νὰ γυμνάζεσαι πάντοτε μὲ προθυμία, σὰν νὰ μὴν εἶχες κάνει ἀκόμη ἀρχὴ στὴν ἀρετή. Καὶ καλύτερα νὰ φροντίζῃς νὰ προοδεύῃς στὶς ἀρετές, παρὰ νὰ ἐξετάζῃς καὶ νὰ ζητᾷς σημεῖα τῆς δικῆς σου πνευματικῆς προόδου.

Γιατὶ ὁ Κύριός μας, ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ μόνος ἐξεταστὴς τῶν καρδιῶν μας, μερικοὺς φωτίζει νὰ γνωρίζουν τὴν πρόοδό τους καὶ μερικοὺς δὲν τοὺς φωτίζει, ὅπως γνωρίζει ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς γνώσεως μπορεῖ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ταπείνωσις ἢ ἡ ὑπερηφάνεια, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὡς φιλόστοργος Πατέρας ἐμποδίζει τὸν κίνδυνο, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοὺς δίνει ἀφορμὴ γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν ἀρετή. Ὅμως κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν πρόοδό τους ἂς συνεχίζῃ τὴν ἐξάσκησι τῶν ἀρετῶν του καὶ θὰ τὸ γνωρίζῃ τότε, ὅταν φανῆ ἀρεστὸ στὸν Θεό· καὶ αὐτὸ γιὰ μεγαλύτερο καλὸ δικό του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΒ´

Δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμοῦμε πολλὰ γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὰ βάσανα ποὺ ὑποφέρουμε μὲ ὑπομονή. Καὶ πῶς πρέπει νὰ κυβερνοῦμε ὅλες μας τὶς ἐπιθυμίες, γιὰ νὰ εἴμαστε ἐνάρετοι.

Ὅταν βρίσκεσαι σὲ κάποια δοκιμασία καὶ τὴν ὑποφέρῃς εὐχάριστα, πρόσεχε καλὰ νὰ μὴ νικηθῇς ποτὲ ἀπὸ τὸν διάβολο ἢ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ ἐπιθυμήσῃς νὰ ἐλευθερωθῇς ἀπὸ αὐτό. Γιατὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ πάθῃς δυὸ μεγάλες ζημίες· ἡ μία εἶναι, ὅτι ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία πρὸς τὸ παρὸν δὲν θὰ σοῦ στερήσῃ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, ὅμως σιγὰ σιγὰ θὰ σὲ φέρῃ στὴν κατάστασι τῆς ἀνυπομονησίας· ἡ ἄλλη εἶναι τὸ ὅτι ἡ ὑπομονή σου θὰ γίνῃ ἐλλιπής, ἀφοῦ θὰ χάσης τοὺς μισθοὺς καὶ τὶς ἀμοιβὲς τοὺς ὁποίους δίνει ὁ Θεός, μόνον τὸ διάστημα ἐκεῖνο τὸ χρονικό, κατὰ τὸ ὁποῖο ἐσὺ ὑποφέρεις. Διότι, ἂν δὲν ἐπιθυμοῦσες ἐσὺ τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ σὲ ὅλες τὶς δοκιμασίες ἀφιέρωνες τὸν ἑαυτό σου στὴν θεϊκὴ ἀγαθότητα, ἂν καὶ ἡ δοκιμασία ἐκείνη ποὺ ὑπέφερες ἔμπρακτα, μπορεῖ νὰ διαρκοῦσε μία ὥρα ἢ καὶ λιγότερο, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς μία θεραπεία ποὺ διήρκεσε πολὺ μεγάλο χρονικὸ διάστημα.

Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὅλα τὰ πράγματα πρέπει νὰ κρατᾷς τὶς ἐπιθυμίες σου μακριὰ ἀπὸ τὸ δικό σου θέλημα, καὶ νὰ τὶς ἀντικρύζης ἁπλὰ ὅλες καὶ καθαρὰ μὲ μόνο τὸν ἀληθινό τους σκοπό, ποὺ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν καὶ αὐτὲς θὰ εἶναι δίκαιες καὶ ὀρθές, καὶ ἐσὺ σὲ κάθε ἀντίθετο συμβὰν θὰ εἶσαι ἀναπαυμένος καὶ θὰ μένῃς ἥσυχος. Διότι, ἐπειδὴ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ συμβῇ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ σὺ δὲν θέλεις τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι φανερὸ ὅτι θὰ φθάσης στὸ σημεῖο νὰ θέλῃς καὶ νὰ ἔχῃς ὅλη σου τὴν ἐπιθυμία, ὅπου κι ἂν συμβῇ σὲ κάθε καιρό.

Αὐτὸ ὅμως ποὺ λέμε, ὅ,τι θέλει ὁ Θεός, δὲν ἐννοεῖται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τὶς δικές σου ἢ τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν τὶς θέλει, οὔτε σύμφωνα μὲ τὸ προηγούμενό του θέλημα, οὔτε μὲ τὸ ἑπόμενο, ὅπως θεολογεῖ ὁ θεῖος Δαμασκηνός (81), ἀλλὰ ἐννοεῖται γιὰ κάθε παιδεία καὶ τιμωρία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἢ ἀπὸ κάτι ἄλλο. Αὐτὴ ἡ δοκιμασία καὶ ἡ θλῖψις, μὲ τὸ νὰ ὀνομάζεται σταυρός, εἶναι τόσο ἀγαπητὴ στὸν Θεό, ὥστε μὲ αὐτὴν εὐεργετεῖ μερικὲς φορὲς καὶ αὐτοὺς τοὺς δικούς του καὶ τοὺς ἀγαπημένους του φίλους. Ἐκπληρώνεται ἀκόμη μὲ αὐτὴ τὸ ἑπόμενό του θέλημα, τὸ ὁποῖο εἶναι πάντοτε δίκαιο καὶ ὠφέλιμο γιὰ μᾶς, κατὰ τὸν ἅγιο Δαμασκηνὸ (βλέπε καὶ στὸ λθ´ κεφάλαιο).

Ἐκεῖνο πάλι ποὺ λέω ἐδῶ, νὰ ὑπομένῃς δηλαδὴ κάθε θλῖψι καὶ δοκιμασία, ἐννόησέ το γιὰ ἐκεῖνο ποὺ παραμένει σὲ μᾶς καὶ εἶναι ἀρεστὸ στὸν Θεὸ νὰ τὸ ὑποφέρουμε· δηλαδὴ ἀφοῦ πρῶτα χρησιμοποιήσουμε ἐκεῖνα τὰ μέσα ποὺ ἐπιτρέπονται γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ αὐτό, (ὅπως εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ τὸ νὰ μὴ δίνουμε ἐμεῖς αἰτία, τὸ νὰ μὴν μποῦμε σὲ πειρασμὸ καὶ ἄλλα παρόμοια)· ὅμως καὶ αὐτὰ τὰ μέσα πρέπει νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε ὅπως θέλει καὶ ὅπως προστάσσει ὁ Θεός, ποὺ τὰ ὤρισε γιὰ τὴν ὑπηρεσία μας· δηλαδή, διότι αὐτὸς θέλει ἔτσι νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν δική μας προσπάθεια καὶ τὸ δικό μας θέλημα, οὔτε ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμε περισσότερο νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἐνοχλητικὲς καταστάσεις καὶ δοκιμασίες, ἀλλὰ νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ ὑπηρεσία καὶ εὐαρέστησι τοῦ Θεοῦ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΓ´

Πῶς πρέπει νὰ ἀντιστεκώμαστε στὸν διάβολο, ὅταν προσπαθῇ νὰ μᾶς παραπλανση μὲ τὴν ἀδιακρισία.

Ὅταν ὁ πονηρὸς διάβολος γνωρίζῃ ὅτι βαδίζουμε σωστὰ στὴν ὁδὸ τῆς ἀρετῆς, μὲ ζωντανὲς ἐπιθυμίες καὶ σωστὰ τοποθετημένες καὶ μὲ τάξι, ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποσπάση μὲ φανερὲς ἀπάτες, τότε μεταμφιέζεται σὲ ἄγγελο φωτὸς καὶ μὲ φιλικοὺς λογισμοὺς καὶ μὲ ρητὰ τῶν θείων Γραφῶν καὶ μὲ παραδείγματα τῶν ἁγίων, μᾶς παρακινεῖ, εὐκαίρως ἀκαίρως, νὰ βαδίσουμε ἀδιάκριτα στὸ ὕψος τῆς τελειότητος, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ κατόπιν νὰ πέσουμε στὸν γκρεμό. Ἔτσι μᾶς παρακινεῖ νὰ ταλαιπωροῦμε σκληρὰ τὸ σώα μας μὲ νηστεῖες, ἐγκράτειες, μαστιγώσεις, χαμαικοιτίες καὶ ἄλλες παρόμοιες θλίψεις, ἢ γιὰ νὰ ὑπερηφανευθοῦμε νομίζοντας ὅτι κατωρθώσαμε μεγάλα πράγματα ἢ γιὰ νὰ μᾶς συμβῇ κάποια ἀσθένεια καὶ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ κάνουμε καλὰ ἔργα, ἢ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἄσκησι νὰ ἀηδιάσουμε καὶ νὰ συγχαθοῦμε τὶς πνευματικὲς ἀσκήσεις· καὶ ἔτσι σιγὰ σιγά, ἀφοῦ κρυώσουμε γιὰ τὸ καλό, νὰ πέσουμε μὲ περισσότερη ἐπιθυμία ἀπὸ πρὶν στὶς ἐπίγειες ἡδονὲς καὶ ξεφαντώματα. Κι αὐτὸ συνέβη σὲ πολλούς. Αὐτοὶ ἀκολουθώντας τὴν ὁρμὴ ἑνὸς ἀδιάκριτου ζήλου καὶ περνώντας τὸ μέτρο τῆς ἀρετῆς τους, μὲ πολλοὺς βασανισμούς, χάθηκαν μέσα στὶς ἐφευρέσεις τους καὶ ἔγιναν παίγνιο τῶν πονηρῶν δαιμόνων. Αὐτὸ ὅμως δὲν θὰ συνέβαινε, ἂν σκεπτόταν καλὰ ἐκεῖνα ποὺ εἴπαμε· καὶ ἂν σκεφτόταν ἀκόμη ὅτι αὐτὲς οἱ βασανιστικὲς πράξεις, ἂν καὶ εἶναι ἄξιες ἐπαίνου καὶ καρποφόρες, ἐν τούτοις χρειάζονται σωματικὴ δύναμι καὶ ἀνάλογη ταπείνωσι τῆς ψυχῆς, παρόμοια δηλαδὴ μὲ τὴν σωματικὴ δύναμι· χρειάζεται ὅμως καὶ παρόμοια κρᾶσι στὴν ποιότητα καὶ στὸν χαρακτῆρα τοῦ καθενός.

Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀγωνίζωνται μὲ αὐτὴ τὴ σκληρότητα τῆς ζωῆς παρόμοια μὲ τοὺς Ἁγίους, μποροῦν καὶ μὲ ἄλλους τρόπους νὰ μιμηθοῦν τὴ ζωή τους· δηλαδή, ἔχοντας μεγάλες καὶ ἀποτελεσματικὲς ἐπιθυμίες γιὰ τὴν ἀρετή· κάνοντας θερμὲς προσευχές· ποθώντας τὰ πιὸ ἔνδοξα στεφάνια τῶν ἀληθινῶν πολέμων γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό· καταφρονώντας ὅλον τὸν κόσμο, ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν ἑαυτό τους· παραδιδόμενοι στὴ σιωπὴ καὶ τὴν μοναξιά· ὄντας ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι μὲ ὅλους· ὑποφέροντας τὸ κακὸ καὶ κάνοντας τὸ καλὸ στοὺς ἐχθρούς τους καὶ στοὺς ἀχάριστους· φυλάγοντας τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε σφάλμα, ἔστω καὶ μικρό· ὅλα αὐτὰ εἶναι περισσότερο εὐάρεστα στὸν Θεό, ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἀσκήσεις καὶ οἱ σκληραγωγίες τοῦ σώματος.

Γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ σὲ συμβουλεύω, στὶς παρόμοιες σκληραγωγίες τοῦ σώματος νὰ βαδίζῃς μὲ διάκρισι, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ τὶς αὐξήσῃς· ἐπειδὴ μὲ τὶς ὑπερβολὲς ἀναγκαστικὰ θὰ φθάσης στὸ σημεῖο νὰ τὶς ἐγκαταλείψης. Σὲ συμβουλεύω ὅμως νὰ μὴν πέσῃς στὸ ἄλλο σφάλμα καὶ τὴν ὑπερβολὴ μερικῶν, ποὺ θεωροῦνται ὡς πνευματικοὶ ἄνδρες. Αὐτοί, κολακευόμενοι καὶ ἀπατόμενοι ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ σώματός τους, φροντίζουν πολὺ νὰ διατηροῦν τὴν σωματική τους ὑγεία, καὶ φαίνονται τόσο ζηλότυποι καὶ ὅτι τὸ ἐπιθυμοῦν αὐτὸ τόσο πολύ, ποὺ μὲ τὸν παραμικρὸ κόπο καὶ τὴν παραμικρὴ ἐνόχλησι, τρέμουν καὶ φοβοῦνται μὴ τὴν χάσουν. Καὶ γιὰ ἄλλο πρᾶγμα δὲν συζητοῦν μὲ μεγαλύτερη ὄρεξι, οὔτε σκέπτονται κάτι ἄλλο, ὅσο τὴν διακυβέρνησι τῆς ζωή τους. Γι᾿ αὐτὸ προσέχουν πάντοτε νὰ ζητοῦν φαγητὰ περισσότερο κατάλληλα στὴν ὄρεξι, παρὰ στὸ στομάχι τους, τὸ ὁποῖο πολλὲς φορὲς χάνει τὴν δύναμί του ἀπὸ τὴν μεγάλη καλοπέρασι.

Κι ἂν αὐτοὶ ἰσχυρίζωνται ὅτι αὐτὸ τὸ κάνουν γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ὑπηρετοῦν καλύτερα τὸν Θεό, βέβαια, αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ συμφωνήσουν μεταξύ τους, χωρὶς κανένα κέρδος καὶ μάλιστα μὲ ζημία τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, δυὸ κεφαλιακοὶ καὶ πρῶτοι ἐχθροί, δηλαδὴ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα. Γιατὶ μὲ τὴν φροντίδα αὐτή, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ σῶμα ἡ ὑγεία καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα χάνεται ἡ εὐλάβεια. Γι᾿ αὐτὸ τὸ πιὸ ἀσφαλὲς καὶ ὠφέλιμο εἶναι καὶ γιὰ τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὴν ψυχή, νὰ ὑπάρχη κάποιος ἐλεύθερος τρόπος ζωῆς, ὄχι ὅμως χωρὶς τὴν διάκρισι ἐκείνη ποὺ ἀνέφερα προηγουμένως· μὲ τὴν διάκρισι αὐτὴ πρέπει νὰ παρατηροῦνται καὶ οἱ διαφορετικὲς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ οἱ διαφορετικὲς κράσεις τῶν σωμάτων, οἱ ὁποῖες δὲν ὑπόκεινται ὅλες στὸν ἕνα καὶ ἴδιο κανόνα, ὅπως λέγει στὰ Ἀσκητικά του ὁ Μέγας Βασίλειος (82). Προσθέτω καὶ αὐτό, ὅτι ὄχι μόνο γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὶς ἐξωτερικὲς ἀρετές, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἐσωτερικῶν ἀρετῶν, πρέπει νὰ προχωροῦμε μὲ κάποια μετριότητα καὶ βαθμηδόν, λίγο λίγο, ὅπως εἶπα παραπάνω στὸ λδ´ κεφάλαιο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΔ´

Ἡ ὑπόληψις τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ παρακίνησις τοῦ διαβόλου μᾶς κάνουν νὰ κρίνουμε μὲ αὐθάδεια τὸν πλησίον. Πῶς πρέπει νὰ ἀντιστεκώμαστε σὲ αὐτά.

Ἀπὸ τὴν ρίζα τῆς φιλαυτίας, τὴν ὁποία ἔχουμε ἀναφέρει πολλὲς φορές, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμὴ ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, προέρχεται μία ἄλλη κακία ποὺ μᾶς προξενεῖ πάρα πολὺ μεγάλη ζημία· αὐτὴ εἶναι ἡ αὐθάδης κρίσις καὶ κατάκρισις ποὺ κάνομε σὲ βάρος τοῦ πλησίον μας. Ἀπὸ τὴν κατάκρισι αὐτὴ φθάνουμε στὸ σημεῖο νὰ ἐξευτελίζουμε τοὺς ἀδελφούς, νὰ τοὺς καταφρονοῦμε καὶ νὰ τοὺς ταπεινώνουμε. Αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα ὅπως προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀπὸ αὐτὴν θάλπεται καὶ τρέφεται μὲ προθυμία. Γιατὶ αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια μαζὶ μὲ τὴν κατάκρισι, αὐξάνεται συνέχεια, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, ἀρέσκεται ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη καὶ πλανῶνται συγχρόνως.

Ὅση μεγαλύτερη ὑπόληψι καὶ τιμὴ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τόσο περισσότερο παρακινούμαστε νὰ κατακρίνουμε καὶ νὰ καταφρονοῦμε τοὺς ἄλλους, νομίζοντας ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε μακριὰ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἀτέλειες καὶ τὰ ἐλαττώματα ποὺ νομίζουμε ὅτι ἔχουν αὐτοί. Καὶ ὁ πανοῦργος διάβολος ποὺ βλέπει μέσα μας μιὰ τόσο κακὴ διάθεσι, παραμένει πάντοτε ἄγρυπνος γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίγῃ τὰ μάτια καὶ νὰ μᾶς κρατᾷ ξάγρυπνους γιὰ νὰ βλέπουμε καὶ νὰ ἐξετάζουμε καὶ νὰ μεγαλοποιοῦμε τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ οἱ ἀμελεῖς δὲν τὸ πιστεύουν καὶ δὲν γνωρίζουν πόσο φροντίζει καὶ πόσο συνεργεῖ ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς νὰ τυπώσῃ στὸ νοῦ μας αὐτὰ τὰ μικρὰ ἐλαττώματα τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.

Γι᾿ αὐτό, ἐὰν ἀδελφέ μου, ἀγρυπνῆ αὐτὸς γιὰ νὰ σὲ ζημιώσῃ, στάσου καὶ σὺ ἄγρυπνος γιὰ νὰ μὴ πέσῃς στὶς παγίδες του. Καὶ ἀμέσως μόλις σοῦ παρουσιάση κάποιο ἀσφάλμα τοῦ πλησίον σου, γύρισε πίσω ἀπὸ τὸν λογισμὸ αὐτόν, διότι ἔχει γραφῆ· «καθένας σας νὰ μὴ σκέπτεσθε τὴν κακία τοῦ πλησίον» (Ζαχ. 8,17). Κι ἂν ἀκόμη αἰσθάνεσαι ὅτι παρακινεῖσαι νὰ τὸν κρίνῃς, σκέψου ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτὴ δὲν δόθηκε σὲ σένα. Ἀλλὰ κι ἂν σοῦ εἶχε δοθῆ, δὲν θὰ μποροῦσες νὰ κρίνῃς σωστὰ ὄντας ἐσὺ ὁ ἴδιος περικυκλωμένος ἀπὸ χίλιους λογισμοὺς καὶ πάθη καὶ πολὺ εὔκολος νὰ ἔχῃς κακὴ ἰδέα γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς δίκαιη αἰτία.

Τὸ δραστικώτερο φάρμακο τῆς κακίας αὐτῆς εἶναι τὸ νὰ ἀσχολῆσαι πάντοτε νὰ ἐρευνᾷς μὲ τὸν λογισμό σου τὰ δικά σου πάθη καὶ τὶς δικές σου κακίες, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσο πολλὰ καὶ τόσο ἀπόκρυφα, ποὺ μόνον γιὰ νὰ τὰ γνωρίσῃς καὶ νὰ τὰ θεραπεύσῃς, δὲν θὰ σοῦ φθάσουν ὅλες οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς σου, καὶ ὄχι νὰ σοῦ περισσέψη καιρὸς γιὰ νὰ ἐξετάζῃς τὶς πράξεις τῶν ἄλλων. Ἐὰν ἔτσι ἐρευνᾷς καὶ κρίνῃς μόνον τὰ δικά σου πάθη, θὰ καθαρίσῃς τοὺς ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοῦ σου ἀπὸ ἐκείνους τοὺς κακοὺς χυμοὺς καὶ τὰ μεγάλα δοκάρια ποὺ βρίσκονται μέσα· ἀπὸ τὰ ὁποῖα παρακινεῖσαι νὰ βλέπῃς τὰ μικρὰ ξυλαράκια, ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι στὰ μάτια τους, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Γιατὶ βλέπεις τὸ σκουπιδάκι στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ δὲν καταλαβαίνεις τὸ δοκάρι ποὺ βρίσκεται στὸ δικό σου τὸ μάτι;» (Ματθ. 7,3).

Γνώριζε, ὅτι ὅπως ἐξετάζεις μὲ κακὴ διάθεσι κάποιο πάθος τοῦ ἀδελφοῦ σου, κάποια ρίζα τοῦ ἴδιου πάθους βρίσκεται καὶ μέσα στὴν καρδιά σου, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν διάθεσι καὶ τὸ πάθος ποὺ ἔχει, ἔτσι μὲ ἐμπάθεια κρίνει καὶ τὰ τῶν ἄλλων, ὅπως ἔχει γραφῆ· «ὁ κακὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ἀπόθεμα τῆς καρδιᾶς του βγάζει πονηρὰ πράγματα» Ματθ. 12,35). Γιατὶ καὶ μὲ ἄλλον τρόπο, ἕνας καθαρὸς καὶ ἀπαθὴς ὀφθαλμός, μὲ ἀπάθεια βλέπει τὰ πράγματα καὶ ὄχι μὲ πονηριά· «Καθαρὸς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς ὅταν δὲν βλέπῃ πονηρά» (Ἄββ. 1,13). Ἔτσι ὅταν σοῦ ἔλθη κάποιος λογισμὸς γιὰ νὰ κρίνῃς ἄλλους γιὰ κάποιο ἐλάττωμα, ἀγανάκτησε κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ σου ὡς φταίχτη καὶ ἐργάτου τοῦ ἴδιου σφάλματος, καὶ πὲς στὴν καρδιά σου· «πῶς ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος βρισκόμενος στὸ ἴδιο σφάλμα θὰ σηκώσω κεφάλι γιὰ νὰ ἰδῶ καὶ νὰ κρίνω τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων;». Καὶ ἔτσι τὰ ὅπλα ποὺ θὰ μεταχειρισθῇς γιὰ τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, μεταχειρίσου τα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ σου, γιὰ νὰ θεραπεύσῃς τὶς πληγές σου.

Κι ἂν ἀκόμη τὸ σφάλμα κάποιου ἀδελφοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι δημόσιο καὶ φανερό, ἐσὺ αἰτιολόγησέ το μὲ ἀγάπη καὶ φιλαδελφία καὶ πὲς ὅτι στὸν ἀδελφὸ ἐκεῖνον μὲ τὸ νὰ βρίσκωνται ἄλλες ἀρετὲς κρυμμένες, γιὰ νὰ φυλαχθοῦν αὐτές, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ πέσῃ στὸ σφάλμα αὐτὸ ἢ ἂν ἔχῃ μικρὸ χρονικὸ διάστημα τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖνο, γιὰ νὰ παραμένῃ πιὸ ταπεινὸς στὰ μάτια τὰ δικά του· καὶ ἀκόμη μὲ τὴν καταφρόνησι τῶν ἄλλων νὰ κάνῃ κάποιον καρπὸ ταπεινώσεως καὶ νὰ εὐαρεστήσῃ τὸν Θεὸ περισσότερο, καὶ ἔτσι τὸ κέρδος του θὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ζημία του. Ἂν πάλι ἡ ἁμαρτία κάποιου εἶναι ὄχι μόνο φανερή, ἀλλὰ καὶ μεγάλη καὶ προέρχεται ἀπὸ καρδιὰ ἰσχυρογνώμονος, μὴ τὸν κατακρίνῃς· ἀλλὰ τρέξε μὲ τὸ λογισμό σου στὶς φοβερὲς κρίσεις τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ δῇς ἐκεῖ καὶ ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ ἐνῷ προηγουμένως ἦσαν στὴν παρανομία σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό, νὰ ἔχουν φθάσει σὲ μεγάλα μέτρα ἁγιότητος μὲ τὴν μετάνοια· καὶ ἄλλους πάλι ἐνῷ προηγουμένως ἦσαν στὸν ὑψηλότερο βαθμὸ τῆς τελειότητος, νὰ ἔχουν πέσει σὲ ἀθλιώτατο γκρεμό.

Γι᾿ αὐτό, νὰ στέκεσαι πάντοτε μὲ φόβο καὶ τρόμο, περισσότερο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, παρὰ γιὰ κανένα ἄλλον. Καὶ ἂς εἶσαι βέβαιος ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλὰ λόγια ποὺ θὰ πῇς γιὰ τὸν πλησίον καὶ ἡ χαρὰ ποὺ θὰ δοκιμάσης γι᾿ αὐτόν, εἶναι καρπὸς καὶ ἀποτέλεσμα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἀντίθετα κάθε καταφρόνησις καὶ αὐθάδης κρίσις καὶ καταλαλιὰ τοῦ πλησίον, προέρχεται ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ ἀπὸ διαβολικὴ παρακίνησι.

Ἔτσι ἂν κάποιο ἐλάττωμα τοῦ ἀδελφοῦ σου σὲ σκανδαλίσῃ, μὴν ἀναπαυθῇς ποτέ, οὔτε νὰ δώσῃς ὕπνο στοὺς ὀφθαλμούς σου, μέχρις ὅτου τὸ διώξης ἀπὸ τὴν καρδιά σου μὲ ὅλη σου τὴν δύναμι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕ´

Ἡ προσευχὴ

Ἂν καὶ ἡ ἀπιστία πρὸς τὸν ἑαυτό μας καὶ ἡ ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἐξάσκησις, εἶναι τόσο ἀπαραίτητα στὸν πόλεμο αὐτόν, ὅπως ἀποδείχθηκε μέχρις ἐδῶ, περισσότερο ἀναγκαία καὶ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ εἶναι ἡ προσευχὴ (ποὺ εἴπαμε ὅτι εἶναι τὸ τέταρτο ὅπλο στὸ πρῶτο κεφάλαιο)· μὲ αὐτὴν μποροῦμε νὰ λάβουμε ἀπὸ τὸν Κύριό μας, ὄχι μόνον ἐκεῖνα ποὺ εἴπαμε, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλο καλό. Γιατὶ ἡ προσευχὴ εἶναι μέσον καὶ ὄργανο γιὰ νὰ λάβουμε ὅλες ἐκεῖνες τὶς χάρες ποὺ μᾶς πλημυρίζουν προερχόμενες ἀπὸ ἐκείνη τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὴν προσευχὴ θὰ βάλῃς τὸ μαχαῖρι στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ πολεμᾷ καὶ νὰ νικᾷ γιὰ σένα. Καὶ γιὰ νὰ μεταχειρισθῇς καλὰ τὴν προσευχὴ αὐτή, πρέπει νὰ τὴν κάνῃς παντοτεινὴ καὶ νὰ γίνῃ συνήθεια, καὶ νὰ κοπιάζης γιὰ νὰ ἔχῃς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα.

α´) Νὰ ἔχῃς πάντοτε μία ζωντανὴ ἐπιθυμία νὰ ὑπηρετῇς τὸν Θεὸ σὲ κάθε περίπτωσι, μὲ ἐκεῖνον τὸν τρόπο, ποὺ εἶναι ἀρεστὸς στὸν Θεό. Καὶ γιὰ νὰ ἀνάψη μέσα σου ἡ ἐπιθυμία αὐτή, σκέψου καλά, ὅτι ὁ Θεός, ἐξ αἰτίας τῶν ὑπερθαυμασίων ἐξοχοτήτων, ἀγαθότητας, λέγω, μεγαλωσύνης, σοφίας, ὡραιότητας, καὶ ἄλλων ἀμέτρητων τελειοτήτων, εἶναι ὑπεράξιος νὰ ὑπηρετῆται καὶ νὰ τιμᾶται· ὅτι αὐτὸς γιὰ νὰ σὲ ὑπηρετήσῃ, βασανίσθηκε καὶ κοπίασε τριάντα τρία χρόνια, θεράπευσε καὶ χάρισε ὑγεία στὶς βρωμερές σου πληγές, ποὺ ἦταν δηλητηριασμένες μὲ τὴν κακία τῆς ἁμαρτίας· ὄχι μὲ κρασὶ καὶ λάδι καὶ ἔμπλαστρα· ἀλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο Αἷμα του, ποὺ ἔτρεξε ἀπὸ τὶς πανάγιες φλέβες του καὶ ἀπὸ τὶς καθαρώτατες σάρκες, ποὺ καταξεσχίσθηκαν ἀπὸ τὶς μαστιγώσεις, τὰ ἀγκάθια καὶ τὰ καρφιά. Καὶ ἀκόμη, σκέψου πόσο μᾶς συμφέρει αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία. Διότι γινόμαστε κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀνώτεροι ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ υἱοὶ τοῦ ἴδιου του Θεοῦ.

β´) Νὰ ἔχῃς μία ζωντανὴ καὶ θερμὴ πίστι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσῃ ὅ,τι χρειάζεται γιὰ τὴν ὑπηρεσία του καὶ γιὰ δική σου ὠφέλεια. Αὐτὴ ἡ ἁγία πίστις καὶ ἐλπίδα εἶναι τὸ σκεῦος, τὸ ὁποῖο ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ γεμίζει ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῶν χαρίτων του. Καὶ ὅσο αὐτὸ εἶναι μεγαλύτερο καὶ ἔχει μεγαλύτερη χωρητικότητα, τόσο πλουσιώτερα ἡ προσευχὴ θὰ μεταστραφῆ στὸ στῆθος μας. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἀναλλοίωτος καὶ παντοδύναμος Θεὸς νὰ σταματήσῃ ἀπὸ τὸ νὰ μᾶς κάνῃ μετόχους τῶν χαρίτων του, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος μᾶς πρόσταξε νὰ τοὺς τὶς ζητοῦμε; καὶ ὑποσχέθηκε νὰ μᾶς δώσῃ τὸ πνεῦμα του, ἂν τοῦ τὸ ζητήσουμε μὲ πίστι καὶ ὑπομονή; Διότι εἶπε· «Πόσο περισσότερο ὁ ἐπουράνιος πατέρας θὰ δώσῃ Πνεῦμα Ἅγιο σὲ ἐκείνους ποὺ τὸ ζητᾶνε;» Λουκ. 11,13). Καὶ πάλι· «Ὅλα ὅσα θὰ ζητήσετε στὴν προσευχὴ μὲ πίστι, θὰ τὰ λάβετε» (Ματθ. 21,22).

γ´) Πρέπει νὰ πλησιάσης στὴν προευχὴ μὲ σταθερὴ ἀπόφασι νὰ ἐπιθυμῇς μόνο τὸ θεῖο του θέλημα καὶ ὄχι τὸ δικό σου, τόσο στὸ νὰ ζητᾷς ὅσο καὶ στὸ νὰ λαμβάνῃς ἐκεῖνο ποὺ ζητᾷς· δηλαδή, νὰ προσεύχεσαι γιατὶ τὸ θέλει ὁ Θεός· καὶ νὰ ἐπιθυμῇς νὰ σὲ ἐπακούσῃ, διότι καὶ ἐκεῖνος ἔτσι θέλει. Καὶ μὲ συντομία ἡ ἀπόφασίς σου νὰ εἶναι νὰ ἑνώνῃς τὴν θέλησί σου μὲ τὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι νὰ θέλῃς ὁ Θεὸς νὰ ὑποχωρήσῃ στὴν δική σου τὴν θέλησι.

Καὶ αὐτὸ γιατί; Ὄντας ἡ θέλησί σου μολυσμένη ἀπὸ τὴν φιλαυτία, πολλὲς φορὲς σφάλλει καὶ δὲν ξέρει τί ζητάει. Ἐνῷ ἡ θέλησις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἑνωμένη πάντοτε μὲ ἀνέκφραστη ἀγαθότητα καὶ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ σφάλλῃ. Ὁπότε αὐτὴ εἶναι κανόνας καὶ βασίλισσα ὅλων τῶν ἄλλων θελήσεων καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθοῦν ὅλες οἱ ἄλλες θελήσεις τῶν λογικῶν κτισμάτων καὶ νὰ ὑπακούουν σ᾿ αὐτήν.

Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ζητᾷς πάντοτε ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν στὸν Θεό. Ἂν ὅμως καὶ ἔχῃς καὶ κάποια ἀμφιβολία γιὰ κάποιο πρᾶγμα ἀπὸ αὐτὰ ὅτι δὲν ἀρέσει στὸν Θεό, θὰ τὸ ζητήσῃς μὲ τὴν ἀπόφασι ὅτι, τὸ θέλεις, ἂν θέλῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἔχῃς. Καὶ ἐκεῖνα ποὺ γνωρίζεις ὅτι σίγουρα εἶναι ἀρεστὰ στὸν Θεὸ (ὅπως εἶναι οἱ ἀρετές) θὰ τὰ ζητήσῃς περισσότερο, γιὰ νὰ ὑπηρετήσῃς καὶ νὰ εὐχαριστήσῃς μόνο αὐτὸν καὶ γιὰ κανένα ἄλλο σκοπὸ καὶ στόχο, καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὸς εἶναι πνευματικός.

δ´) Πρέπει νὰ πηγαίνῃς στὴν προσευχὴ στολισμένος μὲ ἀνάλογα ἔργα γιὰ τὰ ζητήματά σου· καὶ μετὰ τὴν προσευχὴ νὰ κοπιάζης περισσότερο γιὰ νὰ γίνῃς δεκτικὸς τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀρετῆς ποὺ ζητᾷς ἀπὸ τὸν Θεό. Γιατὶ διαφορετικὰ τὸ νὰ ζητᾷ κάποιος μία ἀρετὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἔπειτα νὰ μὴ χρησιμοποιῇ τρόπους καὶ ἔργα γιὰ νὰ γίνῃ δεκτικός της χάριτος τῆς ἀρετῆς ποὺ ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ (διότι ἡ ἐξάσκησι τῆς προσευχῆς πρέπει νὰ συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ τὸν ἀγῶνα νὰ νικᾶμε τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ ἀλληλοβοηθοῦνται τὸ ἕνα ἀκολουθώντας τὸ ἄλλο), ἀλλὰ νὰ δείχνῃ ἀδιαφορία, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐκπειράζει τὸν Θεὸ καὶ ὅτι δὲν τὸν παρακαλεῖ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Ἰάκωβος εἶπε· «Πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη (83)», δηλαδὴ «Ἡ παράκλησις τοῦ δικαίου ἔχει μεγάλη δύναμι καὶ ἀποτελεσματικότητα» (Ἰάκ. 5,14).

ε´) Στὴν προσευχή σου πρέπει νὰ διατηρῇς ἐκεῖνα τὰ τέσσερα πράγματα ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος: πρῶτον, νὰ δοξολογῇς τὸν Θεό· δεύτερον νὰ τὸν εὐχαριστῆς γιὰ τὶς εὐεργεσίες ποὺ σοῦ ἔκανε· τρίτον, νὰ ἐξομολογῆσαι σ᾿ αὐτὸν ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλὸς καὶ παραβάτης τῶν ἐντολῶν του· καὶ τέταρτον, νὰ ζητᾷς ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία σου.

Παραδείγματος χάριν, μπορεῖς νὰ προσευχηθῇς μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: «Κύριε καὶ Θεέ μου, σὲ ὑμνῶ καὶ σὲ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν φυσική σου δὸξα καὶ τὴν ἄπειρη μεγαλειότητα, καὶ σὲ εὐχαριστῶ διότι μὲ δημιούργησες μόνον ἐξ αἰτίας τῆς ἀγαθότητός σου καὶ μὲ λύτρωσες τόσες πολλὲς φορές, ποὺ κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲ γνωρίζω καὶ μὲ λευθέρωσες ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μου· ναί, τὸ ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ πάντοτε ἤμουν παραβάτης τῶν ἁγίων σου ἐντολῶν καὶ ἀχάριστος ἀπέναντι ὅλων τῶν εὐεργεσιῶν ποὺ μοῦ ἔκανες. Ἀλλὰ ἐσὺ Θεέ μου, μὴν προσβάλλεσαι ἀπὸ τὴν ἀχαριστία μου, ἀλλὰ βοήθησέ με καὶ τώρα καὶ μή μου ἀρνηθῇς αὐτὸ ποὺ σοῦ ζητῶ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου». Καὶ ἂν ἐξασκεῖσαι σὲ κάποια ἀρετή, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ζήτησε καὶ αὐτὴν ἀπὸ τὸν Θεό· καὶ ἂν κάποιος σὲ στενοχωρῇ γιὰ κάτι, μὴ ξεχάσης νὰ εὐχαριστήσῃς τὸν Θεὸ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀντίθετο ποὺ σοῦ ἔδωσε. Γιατὶ καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὴ εὐεργεσία.

στ´) Γιὰ νὰ λάβη ἡ προσευχὴ τὴν δύναμί της καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ Θεὸς τὶς ἐπιθυμίες μας, τόσο λόγῳ τῆς φυσικῆς του ἀγαθότητος καὶ εὐσπλαγχνίας, ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς ἀξιομισθίες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ πάθους τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ του καὶ λόγῳ τῆς ὑποσχέσεώς του νὰ μᾶς εἰσακούῃ, θὰ τελειώσῃς τὴν προσευχή σου μὲ ἕνα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὰ παρακάτω λόγια: Χάρισέ μου Θεέ μου αὐτὴ τὴ χάρι, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς σου εὐσπλαγχνίας. Ἂς ἔχουν παρρησία ἐνώπιόν σου οἱ ἀξιομισθίες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ πάθους τοῦ ἀγαπητοῦ σου Υἱοῦ, γιὰ νὰ πετύχω αὐτὴ τὴν χάρι ποὺ σοῦ ζητῶ· Θυμήσου, Κύριε, πὼς ὑποσχέθηκες σὲ μᾶς ὅτι θὰ μᾶς εἰσακούῃς, λέγοντας· «Ἐνῷ ἀκόμη θὰ μιλᾷς, θὰ σοῦ πῶ· νά, εἶμαι μπροστά σας» (Ἡσ. 58,9). Καὶ ἄλλες φορὲς πάλι θὰ ζητήσῃς χάρες λόγῳ τῆς παρρησίας Ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων ποὺ ἔχουν μεγάλη δύναμι κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ τιμοῦνται πολὺ ἀπὸ αὐτόν, διότι στὴ ζωὴ αὐτὴ τίμησαν πολὺ τὴν θεϊκή του Μεγαλειότητα.

ζ´) Πρέπει νὰ προσεύχεσαι πάντοτε καὶ μὲ ὑπομονή. Γιατὶ ἡ ταπεινὴ ὑπομονὴ νικᾷ τὸν ἀνίκητο Θεὸ καὶ ἑλκύει τὸ ἔλεός του. Καὶ ἂν ἡ συχνὴ καὶ ἀνυποχώρητη ὑπομονὴ τῆς χήρας τοῦ εὐαγγελίου, ἔκανε τὸν κριτὴ νὰ ὑποχωρήσῃ στὰ ζητήματά της, καὶ μάλιστα κριτὴ ποὺ ἦταν ὅλο ἀδικία καὶ πονηρία, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγησι, τὴν ὁποία εἶπε ὁ Κύριος ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μὴν ὑποχωροῦμε, ἀλλὰ νὰ ἐπιμένουμε στὴν προσευχή· «τοὺς ἔλεγε καὶ παραβολὴ γιὰ νὰ προσεύχωνται συνέχεια καὶ νὰ μὴν ἀποκάμνουν» (Λουκ. 18,1)· ἂν λέγω ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας ὑποχώρησε στὰ ζητήματα τῆς χήρας, πῶς δὲν θὰ ὑποκύψη τὶς παρακλήσεις μας ὁ Θεός, ποὺ εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῶν ἀγαθῶν; Ἔτσι, ἂν κάποτε κατὰ τὴ προσευχή σου, ἀργήσῃ νὰ σοῦ ἀπαντήσῃ ὁ Θεός, καὶ μάλιστα ἂν σοῦ δείξη σημάδια ὅτι δὲν σὲ εἰσακούει, ἐσὺ νὰ συνεχίσῃς νὰ προσεύχεσαι πάλι, ἔχοντας σταθερὴ καὶ ζωντανὴ τὴν ἐλπίδα της βοήθειάς του. Ἐπειδὴ στὸν Θεὸ δὲν λείπουν ποτέ, μᾶλλον ὑπάρχουν μὲ περίσσεια σὲ ὑπερβολικὸ βαθμό, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τὸν ἀναγκάζουν νὰ εὐεργετῇ τοὺς ἄλλους.

Γι᾿ αὐτό, ἐὰν ἡἔλλειψις καὶ ἡ αἰτία δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, νὰ εἶσαι βέβαιος καὶ σίγουρος ὅτι θὰ λάβης ἐκεῖνο ποὺ θὰ ζητήσῃς· ἐὰν ὅμως καὶ δὲν τὸ λάβης, διότι δὲν σοῦ συμφέρει, νὰ γνωρίζῃς ὅτι καὶ τότε πάλι ἔλαβες, ἴσως καὶ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦσες καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν ἀποτυχία αὐτή, θὰ ἔχῃς μεγαλύτερη ὠφέλεια. Καὶ ὅσο περισσότερο δὲν εἰσακούεσαι, τόσο περισσότερο νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀναλογιζόμενος τὴν ἀναξιότητά σου καὶ στηριζόμενος πάντοτε πάνω στὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, νὰ αὐξάνῃς πάντοτε τὸ θάρρος σου καὶ τὴν ἐλπίδα σου σ᾿ αὐτόν. Ἡ ἐλπίδα αὐτὴ τόσο περισσότερο πολεμεῖται ἀπὸ τὸν ἐχθρό, ὅσο περισσότερο θὰ εἶναι ἀρεστὴ στὸν Κύριο.

Πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ εὐχαριστῇς πάντοτε τὸν Θεό, ὁμολογώντας καὶ ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς ἀγαθό, σοφὸ καὶ ἀγαπητὸ εὐεργέτη σου, τόσο ὅταν δὲν λαμβάνῃς μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ζητᾷς, ὅσο καὶ ὅταν σοῦ δίνεται ὅλο ἐκεῖνο ποὺ ζήτησες (84), παραμένοντας σὲ κάθε σου αἴτημα σταθερὸς καὶ χαρούμενος κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινὴ ὑποταγὴ τῆς θείας του πρόνοιας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΣΤ´

Τί εἶναι ἡ νοερὴ προσευχὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνεται.

Ἡ νοερὴ καὶ καρδιακὴ προσευχή, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τοὺς καλουμένους Νηπτικούς, εἶναι ἡ συγκέντρωσις τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ στὴν καρδιά του κυρίως, καὶ χωρὶς νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸ στόμα, μὲ μόνο τὸν ἐνδιάθετο λόγο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖται μέσα στὴν καρδιά, νὰ λέγῃ αὐτὴ τὴ σύντομη καὶ μονολόγιστη προσευχή· δηλαδὴ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», κρατώντας λίγο καὶ τὴν ἀναπνοή (85). Καταχρηστικὰ ὅμως καὶ εὐρύτερα νοερὴ προσευχὴ λέγεται καὶ κάθε ἄλλη δέησις ποὺ δὲν θὰ γίνῃ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο τῆς καρδιᾶς ποὺ ἀναφέρθηκε.

Ἄν, λοιπόν, ἀδελφέ, ἀγαπᾷς νὰ εἰσακουσθῇς πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ λάβης ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ζητᾶς, ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς σ᾿ αὐτὴ τὴ νοερὴ προσευχή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ μὲ ὅλο σου τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ σὲ ἐλεήσῃ καὶ νὰ σοῦ δώσῃ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα καὶ σὲ συμφέρουν γιὰ τὴ σωτηρία σου. Διότι, ὅσο περισσότερο κόπο ἔχει αὐτὴ ἡ νοερὴ προσευχή, ἀπὸ ἐκείνη ποὺ λέγεται μὲ τὸ στόμα προφορικά, τόσο περισσότερο τὴν ἀκούει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀκούει καλύτερα τὴν νοερὴ βοὴ τῆς καρδιᾶς, παρὰ τὶς δυνατὲς φωνὲς τοῦ στόματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν Μωυσῆ ποὺ μόνο νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιὰ τὸν παρακαλοῦσε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους: «Γιατὶ φωνάζεις δυνατὰ πρὸς ἐμένα;» (Ἐξόδ. 14,15).

Γνώριζε ἀκόμη ὅτι, ἐπειδὴ καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἶναι καθολικὸ Ὄνομα καὶ περιέχει ὅλες τὶς χάρες (86), ποὺ ζητᾶμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς μᾶς τὶς δίνει, γι᾿ αὐτὸ γιὰ κάθε ὑπόθεσι καὶ χάρι ποὺ ζητᾷς ἀπὸ τὸν Θεό, μπορεῖς νὰ χρησιμοποιῇς τὴν προρρηθεῖσα σύντομη αὐτὴν προσευχή, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Γιατὶ καὶ ὁ νοῦς συμμαζεύεται μὲ αὐτὴν πιὸ εὔκολα, ἐνῷ στὶς ἄλλες προσευχές, στὶς ἐκτενέστερες καὶ πολλές, ὁ νοῦς διασκορπίζεται. Ἐὰν ὅμως καὶ ἐπιθυμῇς, κατὰ τὶς διάφορες ὑποθέσεις καὶ χάριτες ποὺ ζητᾷς, νὰ προσεύχεσαι, ἐδῶ σοῦ παραθέτω μερικὲς προσευχές, γιὰ νὰ τὶς ἔχῃς ὡς παράδειγμα. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ζητᾷς κάποια ἀρετὴ καὶ χάρι, μπορεῖς νὰ πῇς μὲ τὴν καρδιά σου τὰ ἑξῆς·

«Κύριε, ὁ Θεός μου, δός μου αὐτὴ τὴ χάρι καὶ ἀρετὴ γιὰ δόξα καὶ τιμὴ δική σου»· ἢ ἔτσι· «Κύριέ μου, ἐγὼ πιστεύω ὅτι σοῦ ἀρέσει καὶ εἶναι δόξα δική σου τὸ νὰ ζητήσω ἐγὼ καὶ νὰ λάβω αὐτὴ τὴν χάρι· ἐκπλήρωσέ μου λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου». Ὅταν ἔμπρακτα πολεμῆσαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θὰ προσευχηθῇς ἔτσι· «Τρέξε γρήγορα, Θεέ μου, νὰ μὲ βοηθήσῃς, γιὰ νὰ μὴ νικηθῶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούςμου· ἢ Θεὲ μου, καταφυγή μου, δύναμις τῆς ψυχῆς μου, βοήθησέ με γρήγορα, γιὰ νὰ μὴν πέσω». Ὅταν ἀκολουθῇ ἡ μάχη, ἀκολούθησε καὶ ἐσὺ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς προσευχῆς, ἀντιστεκόμενος γενναῖα σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ σὲ πολεμεῖ. Ἔπειτα, ἀφοῦ τελειώσει ἡ σκληρότητα τῆς μάχης, στρέψου πρὸς τὸν Θεό, παρουσίασε μπροστά του τὸν ἐχθρὸ ποὺ σὲ πολέμησε καὶ τὴν ἀδυναμία σου νὰ τοῦ ἀντισταθῇς λέγοντας· «Νά, Κύριε, τὸ δημιούργημα τῶν χεριῶν τῆς ἀγαθότητός σου, τὸ ἐξαγορασμένο μὲ τὸ Αἷμα σου. Νὰ ὁ ἐχθρός σου ποὺ ζητᾷ νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ καὶ νὰ τὸ καταφάγη· σὲ σένα προστρέχω· σὲ σένα μόνον ἐλπίζω ποὺ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ παντοδύναμος· καὶ κύταξε τὴν ἀδυναμία μου καὶ τὴν ταχύτητα (ἂν δὲν μὲ βοηθήσῃς ἐσύ) νὰ ὑποταχθῶ ἐκούσια· βοήθησέ με λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς μου».

Σοῦ ὑπενθυμίζω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅταν κουρασθῇς νὰ προσεύχεσαι νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά, μπορεῖς νὰ λὲς καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ προφορικὰ τόσο τὴν εὐχὴ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὅσο καὶ τὶς ἄλλες προσευχὲς ποὺ θὰ θελήσῃς. Φρόντιζε ὅμως καὶ νὰ συμμαζεύῃς τὸν νοῦ σου τότε γιὰ νὰ προσέχης στὰ λόγια τῆς προσευχῆς.

Μερικοὶ μάλιστα λέγουν ὅτι νοερὰ προσευχὴ λέγεται ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς· ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφοῦ συμμαζέψη ὅλες τὶς νοερὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του μέσα στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ πῇ κανένα λόγο οὔτε προφορικό, οὔτε ἐνδιάθετο, μὲ μόνο τὸ νοῦ του σκέπτεται καὶ ἀμετάβατα ἀναλογίζεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ἐνώπιόν του· καὶ ὅτι αὐτὸς στέκεται μπροστά του πότε μὲ φόβο καὶ δέος σὰν ἕνας κατάδικος· πότε μὲ ζωντανὴ πίστι γιὰ νὰ λάβη τὴν βοήθειά του· καὶ πότε μὲ ἀγάπη καὶ χαρὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσῃ παντοτεινά. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγε ὁ Δαβίδ· «Ἔβλεπα πάντοτε τὸν Κύριό μου ἐνώπιόν μου» (Ψαλμ. 15,8). Μπορεῖ ἡ προσευχὴ αὐτὴ νὰ γίνῃ καὶ μόνο μὲ ἕνα ἀμετάβατο βλέμμα τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό, πενθικὸ καὶ παρακαλεστικό, τὸ ὁποῖο βλέμμα εἶναι σὰν μία σιωπηλὴ ὑπενθύμησι ἐκείνης τῆς χάριτος, ποὺ τοῦ εἴχαμε ζητήσει προηγουμένως μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ ἡ προσευχὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνῃ εὔκολα σὲ κάθε τόπο καὶ γιὰ κάθε ἀφορμὴ καὶ περίστασι, κράτησέ την στὰ χέρια σου σὰν ἕνα ὅπλο δυνατὸ καὶ εὐκολομεταχείριστο, καὶ θὰ ὠφεληθῇς καὶ θὰ βοηθηθῇς πολύ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ´

Ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται διὰ μέσου μελέτης καὶ θεωρίας.

Ἐπειδὴ καὶ ἡ διάνοια μὲ τὴν ὁποία ὁ νοῦς θεωρητικὰ μεταβαίνει ἀπὸ ἕνα νόημα σὲ ἄλλο καὶ κάνει τοὺς συλλογισμούς του ὁνομάζεται λόγος διανοητικός, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ θεωρία καὶ μελέτη ὅταν γίνεται μὲ τὸν παρόμοιο διανοητικὸ λόγο στὰ θεῖα καὶ πνευματικὰ νοήματα, ἀπὸ τοὺς πατέρες θεωρεῖται ὡς προσευχή (87), καὶ ὅταν στὸ τέλος τῆς παρόμοιας μελέτης ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσῃ κάποια χάρι καὶ ἀρετὴ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, μὲ τὴν δύναμι τῶν νοημάτων ἐκείνων ποὺ μελετήσαμε. Γιατὶ κατὰ κάποιον τρόπο ἡ μεταβατικὴ ἐκείνη κίνησις τοῦ νοῦ καὶ θεωρία καὶ μάλιστα αὐτὴ ποὺ γίνεται μὲ κάποια κατάνυξι καὶ μὲ τὰ θεοφιλῆ πάθη τῆς καρδιᾶς, εἶναι νοητὴ φωνὴ καὶ προσευχή, τὴν ὁποία ὁ Κύριος ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος Νοῦς καὶ ποιητὴς τῶν νόων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σύ, θέλοντας νὰ προσευχηθῇς γιὰ κάποιο διάστημα χρονικό, γιὰ παράδειγμα γιὰ μισὴ ὥρα ἢ γιὰ μία ἢ καὶ περισσότερη ὥρα, μπορεῖς νὰ προσθέσῃς στὴν προσευχή σου καὶ μιὰ μελέτη πνευματική, ὅπως ἡ ζωὴ καὶ τὸ πάθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀναφέροντας καὶ καταθέτοντας πάντοτε τὶς πράξεις του στὴν ἀρετὴ ἐκείνη ποὺ ἐσὺ ζητεῖς καὶ ἐπιθυμεῖς· ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἂν ἐπιθυμῇς καὶ θέλῃς νὰ λάβης τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, θὰ μελετήσῃς κάπως τὸ Μυστήριο τῆς Μαστιγώσεως καὶ τοῦ δαρμοῦ τοῦ Κυρίου μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο:

Α´) Ὅτι μετὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Πιλάτου στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὸν καθωρισμένο τόπο κατασυρμένος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῆς ἀδικίας μὲ κραυγὲς καὶ ἐμπαιγμοὺς γιὰ νὰ τὸν μαστιγώσουν.

Β´) Ὅτι παρέμεινε γυμνωμένος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν πολὺ λυσσασμένοι καὶ ἔμειναν οἱ καθαρώτατες αὐτὲς Σάρκες ὁλόγυμνες καὶ ἀσκέπαστες.

Γ´) Ὅτι τὰ χέρια του ποὺ δὲν ἔφταιξαν ποτέ, σφίχθηκαν μὲ σκληρὸ σχοινὶ καὶ παρέμειναν δεμένα στὸ στῦλο.

Δ´) Ὅτι τὸ σῶμα του παρέμεινε καταπληγωμένο καὶ καταξεσχισμένο ἀπὸ τὶς μαστιγώσεις καὶ τοὺς δαρμούς, καὶ ἔτσι σὰν ποτάμι ἔτρεξε κατὰ γῆς τὸ θεϊκό του Αἷμα.

Ε´) Ὅτι οἱ δαρμοί, προστιθέμενοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο καὶ στὸν ἴδιο τόπο, τὸν καταξέσχισαν καὶ ἔτσι χειροτέρεψαν καὶ ἐρεθίσθηκαν περισσότερο οἱ πληγές του, ποὺ προηγουμένως ὑπῆρχαν στὰ Ἄχραντα Μέλη του (88).

Αὐτὲς οἱ μελέτες ἢ καὶ ἄλλες παρόμοιες κατὰ πρώτον θὰ κάνουν τὶς ἐσωτερικὲς διαθέσεις τῆς ψυχῆς σου νὰ αἰσθάνωνται ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ζωντανὰ τὶς πικρότατες ἀνησυχίες καὶ τὰ σκληρὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ὁ Ἀγαπητός σου Κύριος σε ὅλα τὰ μέρη τοῦ ἁγιωτάτου Σώματός του, καὶ σὲ ὅλα μαζί· καὶ στὴ συνέχεια, θὰ σοῦ δώσουν τὴν διάθεσι νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ὑπομονή. Μετὰ ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς πληγὲς τοῦ Σώματος, πέρασε στὴν ἁγιωτάτη Ψυχή του καὶ σκέψου, ὅσο μπορεῖς καὶ ὅσο μπορεῖ νὰ χωρέσῃ ὁ νοῦς σου, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα μὲ τὶς ὁποῖες ὑπέφερε τόσες θλίψεις, χωρὶς νὰ χορτάση ποτὲ τὴν δίψα ποὺ εἶχε γιὰ νὰ ὑποφέρῃ περισσότερα καὶ μεγαλύτερα βάσανα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Πατρός του καὶ γιὰ τὴν δική σου εὐεργεσία.

Κατόπιν σκέψου ὅτι ὁ ἴδιος ὑποφέρει ἀπὸ μία ζωντανὴ ἐπιθυμία στὸ νὰ θέλῃς καὶ σὺ νὰ ὑποφέρῃς τὴν δοκιμασία ποὺ ἔχεις· καὶ ὅτι παρακαλεῖ τὸν Πατέρα του, γιὰ νὰ δώσῃ καὶ σὲ σένα τὴν χάρι, γιὰ νὰ σηκώσῃς μὲ ὑπομονὴ τὸν σταυρὸ καὶ τὴν θλῖψι ποὺ βασανίζει ἐσένα καὶ κάθε ἄλλον ἄνθρωπο. Ἔτσι γι᾿ αὐτὲς τὶς μελέτες καὶ τὶς θεωρίες, θέλησε καὶ σὺ νὰ ὑποφέρῃς μὲ μία καρδιὰ ὑπομονετικὴ τὸ κάθε τί. Καὶ κατόπιν, στρέφοντας τὸ νοῦ σου στὸν οὐράνιο Πατέρα, εὐχαρίστησέ τον ποὺ μόνον γιὰ τὴν δική σου ἀγάπη ἔστειλε στὸν κόσμο τὸν Μονογενῆ του Υἱό, νὰ ὑποφέρῃ τόσα σκληρὰ βάσανα καὶ παρακαλεῖ συνέχεια γιὰ σένα· ἔπειτα ζήτησέ του τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς μὲ τὴν δύναμι τῶν ἔργων καὶ παρακλήσεων τοῦ Υἱοῦ του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ´

Ἄλλος τρόπος προσευχῆς διὰ μέσου μελέτης

Μπορεῖς ἀκόμη νὰ προσευχηθῇς καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν καὶ νὰ μελετήσῃς πάνω στὰ ἴδια τὰ πάθη τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ λάβης τὸ αἴτημά σου. Γιὰ παράδειγμα· ἀφοῦ μὲ προσοχὴ συλλογισθῇς τὰ πάθη τοῦ Κυρίου μας καὶ μὲ τὸν λογισμό σου δῇς τὴν προθυμία τῆς καρδιᾶς του μὲ τὴν ὁποία τὰ ὑπέφερε, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν βασάνων καὶ τὴν ὑπομονή του, θὰ περάσης σὲ ἄλλους δυὸ στοχασμούς: Ὁ ἕνας εἶναι τῆς ἀξιομισθίας του, δηλαδὴ τῶν ἀμέτρητων μισθῶν ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἔγινε αἴτιος τόσο στὸν ἑαυτό του, ὡς ἄνθρωπος, ὅσο καὶ σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, γι᾿ αὐτὰ τὰ πάθη καὶ τὴν ὑπομονή του. Καὶ ὁ ἄλλος εἶναι τῆς χαρᾶς καὶ τῆς δόξας τοῦ Πατρός του, τὴν ὁποία ἔλαβε γιὰ τὴν τέλεια ὑποταγὴ τοῦ Υἱοῦ του ποὺ ὑπέφερε τὰ πάθη αὐτά.

Αὐτὰ τὰ δυὸ παρουσιάζοντάς τα στὴν Θεία του Μεγαλειότητα θὰ ζητήσῃς ἐξ αἰτίας τῆς δυνάμεως αὐτῶν τὴν χάρι ἢ καὶ τὴν ἀρετὴ ποὺ ἐπιθυμεῖς. Καὶ αὐτὸ μπορεῖς νὰ τὸ κάμνῃς ὄχι μόνο σε κάθε εἶδος τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἄλλη μερικὴ πρᾶξι, ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερική, ποὺ ἔκανε αὐτὸς σὲ ὅλη του τὴ ζωή.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ´

Τρόπος προσευχῆς διὰ μέσου τῆς Θεοτόκου Μαρίας

Ἔχεις καὶ ἄλλον τρόπο, ἀγαπητέ, νὰ μελετᾷς καὶ νὰ προσεύχεσαι διὰ μέσου τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, στρέφοντας τὸ νοῦ σου α´) στὸν οὐράνιο Πατέρα, β´) στὸν Γλυκύτατο Ἰησοῦ, γ´) καὶ τελευταῖο, σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐνδοξότατη Μητέρα του.

Στρέφοντας τὸ νοῦ σου στὸν Θεό, σκέψου· α´ τὴν μεγάλη χαρὰ ποὺ ἀπὸ αἰῶνες νωρίτερα εἶχε ὁ Θεὸς σκεπτόμενος τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου· τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς πράξεις της, ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκε στὸν κόσμο, μέχρι τότε ποὺ ἀναπαύθηκε.

Τὸ α´ μελέτησέ το μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ὕψωσε τὸν λογισμό σου πάνω ἀπὸ κάθε καιρὸ καὶ χρόνο καὶ κτίσμα νοητὸ καὶ αἰσθητό. Καὶ εἰσερχόμενος, γιὰ νὰ μιλήσω ἔτσι, στὴν ἴδια τὴν αἰωνιότητα καὶ στὸ νοῦ τοῦ Θεοῦ, σκέψου τὶς τρυφὲς καὶ τὶς ἀνέκφραστες ἀγαλλιάσεις ποὺ δεχόταν ὁ Θεὸς διὰ μέσου τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας (89). Βρίσκοντας τὸν Θεὸ ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς τὶς τρυφές, ζήτησέ του νὰ σοῦ δώσῃ, ἐξαιτίας τῶν ἀφράστων αὐτῶν ἀγαλλιάσεων, χάρι καὶ δύναμι, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ καταβάλλῃς καὶ νὰ νικήσῃς τοὺς ἐχθρούς σου· καὶ μάλιστα ἐκεῖνον, ποὺ τότε σὲ πολεμεῖ· κατόπιν ἀναλογιζόμενος τὶς τόσες πολλὲς καὶ ἐξαιρετικὲς πράξεις καὶ ἀρετὲς αὐτῆς τῆς Θεοτόκου, καὶ παρουσιάζοντάς τις ἄλλοτε ὅλες μαζὶ καὶ ἄλλοτε μία ἀπὸ αὐτὲς στὸν Θεό, γιὰ τὴν δύναμι ἐκείνων, ζήτησε ἀπὸ τὴν ἄπειρη ἀγαθότητά του ὅλο ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεσαι καὶ ἐπιθυμεῖς.

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, στρέφοντας ἐκ δευτέρου τὸν νοῦ σου στὸν Κύριό μας, τὸν Υἱό της, ἐνθύμησέ του τὴν Παναγία κοιλιὰ ποὺ τὸν βάσταξε γιὰ ἐννέα μῆνες· τὴν εὐλάβεια μὲ τὴν ὁποία τὸν προσκύνησε ὅταν γεννήθηκε καὶ τὸν γνώρισε ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο, Υἱὸ καὶ ποιητή της· τοὺς φιλόστοργους ὀφθαλμούς της, ποὺ τὸν εἶδαν τόσο φτωχό· τὶς ἀγκάλες ποὺ τὸν δέχθηκαν, τὸ γάλα ποὺ θήλασε, τοὺς κόπους καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε γι᾿ αὐτὸν στὴ ζωή του καὶ στὸν θάνατό του· καὶ σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ θὰ προκαλέσῃς εὐχάριστη διάθεσι στὸ θεῖο της τέκνο γιὰ νὰ σοῦ ὑπακούσῃ.

Στὸ τέλος στρέψε τὸ νοῦ σου καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν Παναγία Θεοτόκο καὶ θύμησέ της ὅτι στάθηκε ἡ ἐκλεκτὴ ἀπὸ τὴν ἀΐδιο πρόνοια καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὡς Μητέρα τῆς χάριτος καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ ὡς δική μας Μητέρα καὶ συνήγορος καὶ ὅτι μετὰ ἀπὸ τὸν Υἱό της δὲν ἔχουε ἀσφαλέστερο καὶ δυνατώτερο καταφύγιο νὰ προσφύγουμε, παρὰ σὲ αὐτήν· ὑπενθύμισέ της ὅτι ὅλοι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ὅπως δὲν ὀνομάζουμε κυρίως πατέρα πάνω στὴ γῆ, ὅπως μᾶς παρήγγειλε ὁ Υἱός της ἐπειδὴ κυρίως μόνον ἕνα Πατέρα ἔχουμε, αὐτὸν ποὺ βρίσκεται στοὺς οὐρανούς: «Καὶ πατέρα σας μὴν ὀνομάσετε κανένα πάνω στὴ γῆ, γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 23,9) - μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οὔτε ἄλλη μητέρα ὀνομάζουμε πάνω στὴ γῆ, ἐπειδὴ κυρίως αὐτὴν μόνον ἔχουμε Μητέρα στοὺς οὐρανοὺς καὶ ὅλοι μας καυχόμαστε νὰ ὀνομαζώμαστε τέκνα της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ προσβλέπουε πρὸς αὐτὴν γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁλοκληρωτικά, ὅπως ἀποβλέπει χωρὶς νὰ παρεκκλίνῃ καὶ στὴν μητέρα του τὸ νήπιο ποὺ ἔχει ἀπογαλακτισθῆ, ὅπως ἔχει γραφεῖ: «Ὕψωσα τὴν ψυχή μου σὰν τὸ θηλασμένο βρέφος κοντὰ στὴν μητέρα του» (Ψαλμ. 130,3).

Ἀκόμη ὑπενθύμισέ της τὶς ἀλήθειες ποὺ γράφουν γι᾿ αὐτὴν τὰ βιβλία, ὅτι ὅλοι οἱ πιστοὶ πιστεύουν στὰ τόσο ὑψηλὰ καὶ τόσο θαυμαστὰ καὶ μεγάλα κατορθώματα καὶ χαρίσματα ποὺ προξένησε σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἐπειδὴ αὐτὴ μόνο ὄντας ἀνάμεσα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τὸν μὲν Θεὸ ἔκανε υἱὸ ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους υἱοὺς Θεοῦ. Ὅτι χωρὶς τὴν μεσιτεία της δὲν μπορεῖ κανένας νὰ πλησιάση τὸν Θεό, οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε ἄγγελος, διότι αὐτὴ μόνον βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν κτιστὴ κι οὐράνια κτίσι· ὅτι αὐτὴ μόνον εἶναι Θεὸς ἄμεσος μετὰ τὸν Θεό, καὶ ἔχει τὰ δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐπειδὴ εἶναι ἀληθινὰ Μητέρα τοῦ Θεοῦ· καὶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ὄχι μόνον ὁ θησαυροφύλακας ὅλου τοῦ πλούτου τῆς Θεότητος, ἀλλὰ καὶ ὁ διαμοιραστὴς σὲ ὅλους, Ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, ὅλων τῶν ὑπερφυσικῶν ἐλλάμψεων καὶ πνευματικῶν χαρισμάτων ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν κτίσι. Καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας ποὺ νὰ τὴν ἐπεκαλέσθηκε μὲ πίστι καὶ νὰ μὴν τὸν ἄκουσε μὲ εὐσπλαγχνία. Τέλος πάντων, παρουσίασέ της τὰ βάσανα καὶ τὰ πάθη τοῦ Μονογενῆ της Υἱοῦ ποὺ ὑπέφερε γιὰ τὴ σωτηρία μας, καὶ παρακάλεσέ την νὰ ζητήσῃ χάρι γιὰ σένα ἀπὸ αὐτόν, ὥστε καὶ γιὰ σένα τὰ πάθη αὐτὰ νὰ προξενήσουν τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο τὰ ὑπέφερε ὁ Υἱός της· καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ δική σου σωτηρία· καὶ αὐτὸ ὄχι γιὰ ἄλλο, παρὰ γιὰ δική του δόξα καὶ εὐαρέστησι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν´

Μερικὲς σκέψεις γιὰ νὰ προστρέχουμε στὴν Θεοτόκο μὲ πίστι καὶ θάρρος

Θέλοντας νὰ προστρέξης στὴν Θεοτόκο μὲ πίστι καὶ θάρρος γιὰ κάθε σου ἀνάγκη, μπορεῖς νὰ τὸ πετύχης ὅταν σκεφθῇς: Α´) Ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ δοχεῖα (ὅπως τὸ γνωρίζεις ἀπὸ τὴν πεῖρα σου) στὰ ὁποῖα ἔχει τοποθετηθῆ μόσχος ἢ ἄλλο παρόμοιο ἄρωμα πολύτιμο, μολονότι δὲν ὑπάρχει μέσα τους τὸ ἄρωμα, τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ διατηροῦν τὴν εὐωδία τοῦ ἀρώματος ἐκείνου. Καὶ ὅσο περισσότερο χρονικὸ διάστημα παρέμεινε τὸ ἄρωμα μέσα στὸ δοχεῖο, τόσο περισσότερο τὰ δοχεῖα ἐκεῖνα διατηροῦν τὴν εὐωδία· καὶ μάλιστα τόσο περισσότερο εὐωδιάζουν ἐκεῖνα, ὅσο περισσότερο παραμείνει τὸ ἄρωμα μέσα, μολονότι ἐκεῖνος ὁ μόσχος ἢ τὸ παρόμοιο ἄρωμα εἶναι μιᾶς περιοριστικῆς καὶ περιωρισμένης δυνάμεως. Παρόμοια νὰ σκεφθῇς ὅτι καὶ ἕνας ποὺ στέκεται κοντὰ σὲ μία μεγάλη πυρκαϊά, διατηρεῖ τὴν θερμότητα γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὴν φωτιά. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀληθινά, ἄραγε ἀπὸ ποιὰ ἄρρητη εὐωδία φιλανθρωπίας, ἀπὸ ποιὰ φλόγα ἀγάπης καὶ ἀπὸ ποιοὺς λογισμοὺς ἐλέους καὶ εὐσπλαγχνίας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι γεμάτα τὰ σπλάγχνα τῆς Θεοτόκου, ποὺ γιὰ ἐννέα μῆνες κράτησε στὰ σπλάγχνα της τὸ Χριστό, τὸ ἀκένωτο μύρο, ποὺ κρατεῖ πάντοτε στὸ στῆθος της καὶ στὴν ἀγάπη της, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ αὐτοαγάπη καὶ τὸ ἴδιο αὐτοέλεος καὶ αὐτοευσπλαγχνία καὶ ὄχι περιορισμένης δυνάμεως καὶ μικρῆς διάρκειας, ἀλλὰ ἀτέλειωτης καὶ ἀπεριόριστης;

Ἔτσι ὅπως ὅποιος ἀγγίζει στὰ δοχεῖα ποὺ ἔχουν τὸ μύρο, δέχεται τὴν εὐωδία πάνω του, καὶ ὅποιος πλησιάζει σὲ μία μεγάλη πυρκαϊά, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δεχθῆ ἀπὸ τὴν θερμότητά της, ἔτσι καὶ πολὺ περισότερο κάθε φτωχὸς ποὺ ἔχει ἀνάγκη καὶ πλησιάζει μὲ ταπείνωσι καὶ πίστι στὸ οὐράνιο μύρο, στὴν φωτιὰ τῆς ἀγάπης, τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας, ποὺ πάντοτε εὐωδιάζει καὶ πάντοτε ἀνάβει στὸ στῆθος τῆς Παρθένου, ὁπωσδήποτε θὰ δεχθῆ βοήθειες, εὐεργεσίες καὶ χάριτες, τόσο περισσότερες, ὅσο περισσότερο συχνὰ καὶ μὲ μεγαλύτερη πίστι καὶ θάρρος πλησιάση.

Β´) Ὅτι κανένα κτίσμα δὲν ἀγάπησε τόσο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, οὔτε συμμορφώθηκε τόσο μὲ τὸ θέλημά Του, ὅσο ἡ Παναγία του Μητέρα, ἀφενὸς μὲν διότι τὸν γέννησε μόνη χωρὶς ἄνδρα, ἀφετέρου διότι γέννησε μόνο αὐτὸν καὶ κανένα ἄλλον, καὶ ἔτσι δὲν μοιράσθηκε καθόλου μὲ ἄλλον ἡ ἀγάπη της. Ἂν λοιπὸν αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγαπητὸς Υἱὸς τῆς Παρθένου, ἔδωσε ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ ὅλο του τὸν ἑαυτὸ γιὰ τὶς ἀνάγκες ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἔδωσε τὴν μητέρα του ὡς μητέρα μας καὶ συνήγορο γιὰ νὰ μᾶς βοηθᾷ, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ μέσον τῆς σωτηρίας μας, πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ μπορέσῃ κάποτε αὐτὴ ἡ ἀγαπημένη του μητέρα καὶ δική μας συνήγορος νὰ γίνῃ ἀποστάτης τῆς θελήσεως τοῦ τόσο ἀγαπημένου της Υἱοῦ καὶ νὰ μὴ μᾶς βοηθήσῃ;

Γι᾿ αὐτὸ ἀγαπητέ, πρόστρεχε, πρόστρεχε μὲ θάρρος γιὰ κάθε σου ἀνάγκη στὴν Παναγία Θεοτόκο. Γιατὶ ἐκείνη ἡ ἐπιστοσύνη καὶ τὸ θάρρος ποὺ δείχνεις σ᾿ αὐτήν, εἶναι πλούσια καὶ μακαρία καὶ ἀσφαλὲς καταφύγιο καὶ πάντοτε δίνει στὴν καρδιά σου χάριτες καὶ ἐλεημοσύνες.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ´

Πῶς πρέπει νὰ μελετᾷ κανεὶς καὶ νὰ προσεύχεται διὰ μέσου τῶν Ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων.

Δυὸ τρόπους μπορεῖς νὰ μεταχειρισθῇς γιὰ νὰ δεχθῇς τὴν βοήθεια καὶ προστασία τῶν ἐπουρανίων ἁγίων. Ὁ ἕνας εἶναι νὰ στραφῆς πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα καὶ νὰ τοῦ δείξης τὴν ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ἀγαπᾶται καὶ τοὺς αἴνους μὲ τοὺς ὁποίους ὑμνεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους τοῦ οὐρανοῦ, καὶ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφεραν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι πάνω στὴ γῆ γιὰ τὴν δόξα του· καὶ ἔτσι μὲ τὴν δύναμι αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ ζητήσῃς ἀπὸ τὴν Μεγαλειότητά του ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεσαι. Ὁ ἄλλος εἶναι νὰ προστρέξης σ᾿ αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ πνεύματα τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων, διότι ἐκεῖνα ἐπιθυμοῦν ὄχι μόνο τὴν ἐπίγεια σωτηρία μας καὶ τελειότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν δόξα μας στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζητήσῃς νὰ σὲ βοηθήσουν ἐναντίον ὅλων τῶν κακιῶν τῶν ἐχθρῶν σου καὶ νὰ σὲ προστατέψουν ἀκόμη κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου. Σκέψου καμμία φορὰ καὶ τὶς πολλὲς καὶ ἐξαιρετικὲς χάριτες ποὺ δέχθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι τοῦ οὐρανοῦ, διεγείροντας καὶ ἀνάβοντας μέσα σου μία δυνατὴ χαρὰ καὶ ἀγάπη γι᾿ αὐτούς, γιατὶ εἶναι πλουτισμένοι μὲ τόσα ὑπερφυσικὰ χαρίσματα τὰ ὁποῖα νὰ τὰ ὑπολογίζῃς σὰν νὰ εἶναι δικά σου. Μάλιστα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ χαίρεσαι περισσότερο γιατὶ τὰ ἔχουν αὐτοὶ καὶ ὄχι ἐσύ, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι αἰνετὸς καὶ εὐλογημένος. Καὶ γιὰ νὰ κάνῃς αὐτὴ τὴν ἄσκησι μὲ εὐκολία καὶ τάξι, διαίρεσε τὰ τάγματα τῶν Ἁγίων τῆς ἡμέρας μὲ τὴν ἑξῆς τάξι: Τὴν Δευτέρα νὰ παρακαλῇς τὰ ἐννέα Τάγματα τῶν Ἀγγέλων· τὴν Τρίτη τὸν Τίμιο Πρόδρομο· τὴν Τετάρτη τοὺς Πατριάρχας καὶ Προφήτας· τὴν Πέμπτη τοὺς Ἀποστόλους· τὴν Παρασκευὴ τοὺς μάρτυρες· τὸ Σάββατο τοὺς Ἱεράρχες μὲ τοὺς ἄλλους Ἁγίους· τὴν Κυριακὴ τὶς Παρθένες μὲ τὶς ἄλλες Ἁγίες.

Ἀλλὰ καθημερινὰ μὴ σταματήσῃς νὰ προστρέχῃς στὴν Θεοτόκο, τὴν Βασίλισσα ὅλων τῶν Ἁγίων, στὸν Ἄγγελο τὸν φύλακά σου, στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους τοὺς συνηγόρους καὶ βοηθούς σου. Νὰ παρακαλῇς καθημερινὰ τὴν Ἀειπάρθενο Μαρία, τὸν Υἱό της, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν οὐράνιο Πατέρα του, γιὰ νὰ σὲ ἀξιώσουν τῆς χάριτος αὐτῆς· δηλαδὴ γιὰ νὰ σοῦ δώσουν γιὰ κύριο καὶ καθολικό σου συνήγορο καὶ ὑπερασπιστῆ τὸν δίκαιο Ἰωσὴφ τὸν μνήστορα. Καὶ κατόπιν πρόστρεχε σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Ἰωσὴφ μὲ δεήσεις καὶ θάρρος γιὰ νὰ σὲ δεχθῆ στὴν προστασία του. Διότι ἀναρίθμητες ἦταν οἱ εὐεργεσίες ποὺ δέχθηκαν ἀπὸ αὐτὸν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εἶχαν σὲ εὐλάβεια καὶ πρόστρεξαν σ᾿ αὐτόν, ὄχι μόνον ὅταν εἶχαν πνευματικὲς ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ ὑλικές, καὶ ἰδιαίτερα νὰ τοὺς καθοδηγῇ πῶς πρέπει νὰ προσεύχωνται καὶ νὰ μελετοῦν σωστά. Γιατὶ ἂν τοὺς ἄλλους Ἁγίους τοὺς ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς ἐπειδὴ τὸν τίμησαν καὶ ὑποτάγησαν σ᾿ αὐτόν, πόσο περισσότερο πρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι ἀγαπᾷ τὸν ταπεινότατο αὐτὸν καὶ ἅγιο; καὶ πόσο ἰσχύουν οἱ παρακλήσεις του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἶχε τόση τιμὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ὅταν σωματικὰ ἦταν στὴ γῆ, ποὺ θέλησε νὰ ὑποτάσσεται σ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ὑπακούει ὡς Πατέρα του, ὅπως ἀναφέρει τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο (Λουκ. 2,51), καὶ νὰ τὸν ὑπηρετῇ σὲ ὅ,τι ἦταν ἀνάγκη, ὅπως καθαρὰ ἀποδεικνύει στὰ Ἀσκητικά του ὁ Μέγας Βασίλειος (90);


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ´

Ἡ μελέτη τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου προξενεῖ διάφορες διαθέσεις καὶ θεοφιλῆ πάθη στὴν καρδιά μας.

Ἐκεῖνα ποὺ εἶπα προηγουμένως γιὰ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου, εἶναι γιὰ νὰ νὰ προσευχώμαστε καὶ νὰ τὰ μελετοῦμε καὶ γιὰ νὰ ζητήσουμε κατόπιν ἐκείνη τὴν χάρι ποὺ θέλουμε.

Τώρα ἐδῶ προσθέτω πὼς μποροῦμε ἀπὸ τὴν μελέτη αὐτῶν τῶν ἰδίων παθῶν νὰ προξενήσουμε στὴν καρδιά μας διάφορες διαθέσεις καὶ ἅγια πάθη. Θέλοντας λοιπὸν νὰ μελετήσῃς τὴ σταύρωσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μπορεῖς νὰ σκεφθῇς τὰ νοήματα ποὺ ἀκολουθοῦν:

Α´) Ὅτι τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ὁ Κύριός μας πάνω στὸ ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ, μὲ μανία τὸν ξεγύμνωσε ἐκεῖνος ὁ λυσσασμένος λαὸς καὶ κατάσχισε τὶς σάρκες του, ποὺ προηγουμένως ἦταν κολλημένες στὰ ροῦχα του ἀπὸ τοὺς δαρμούς.

Β´) Ὅτι πρὶν ἀπὸ τὸν σταυρὸ ἀφαίρεσαν ἀπὸ τὴν κεφαλὴ του τὸ ἀκάνθινο στεφάνι, τὸ ὁποῖο, μετὰ τὴν σταύρωσι τοποθετώντας το πάνω του, ἔγινε αἰτία νέων πληγῶν.

Γ´) Ὅτι μὲ τὰ κτυπήματα τῶν σφυριῶν καὶ τῶν καρφιῶν προσηλώθηκε πολὺ σκληρὰ πάνω στὸ γυμνὸ καὶ κατάξηρο ξύλο τοῦ σταυροῦ.

Δ´) Ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔφθαναν τὰ θεῖα του μέλη γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν, τὰ ἅπλωσαν μὲ τόση βία ἐκεῖνοι οἱ αἱμοβόροι στρατιῶτες, ὥστε βγῆκαν ἀπὸ τὴν θέσι τοὺς ὅλα τὰ κόκκαλα, καὶ μποροῦσαν ἕνα ἕνα νὰ μετρηθοῦν, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ ψαλμῳδὸς ἐκεῖνο τὸ χωρίο: «Ἀπαρίθμησαν ὅλα τὰ ὁστᾶ μου» (Ψαλμ. 21,18).

Ε´) Ὅτι τὴν ὥρα ποὺ τὸν κρεμοῦσαν στὸ ξερὸ ξύλο, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ στηριχθῆ ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνον ἀπὸ τὰ καρφιά, ἀναγκαστικὰ μὲ τὸ βάρος τοῦ σώματος ἄνοιγαν περισσότερο οἱ πανάγιες πληγὲς καὶ ἀπὸ αὐτὸ αἰσθανόταν ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς μας πόνους δριμύτατους στὴν καρδιά του.

Ἔτσι ἀπὸ αὐτὲς ἢ ἀπὸ ἄλλες παρόμοιες μελέτες, ἂν θέλῃς, μπορῇς νὰ προξενήσῃς στὸν ἑαυτό σου διάθεσι καὶ πάθος ἀγάπης γιὰ τὸν Θεό σου, φρόντισε, τότε, ἀπὸ τὴν γνῶσι τῶν παρόμοιων παθῶν νὰ περάσης στὴν μεγαλύτερη γνῶσι τῆς ἄπειρης ἀγαθότητος τοῦ Κυρίου σου καὶ τῆς ἀγάπης του πρὸς ἐσένα· καὶ ὅταν αὐξηθῆ αὐτὴ ἡ γνῶσις μέσα σου, θὰ αὐξηθῆ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό σου.

Γιὰ νὰ δεχθῇς λοιπὸν στὴν καρδιά σου πόνο, λύπη καὶ συντριβή, διότι μὲ τὶς ἁμαρτίες σου λύπησες τόσες φορὲς τὸν Θεό σου καὶ μὲ τόση μεγάλη ἀχαριστία, σκέψου αὐτὴν τὴν ἄπειρη ἀγαθότητα καὶ ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔδειξε ὁ Κύριος τῶν πάντων, ὁ ὁποῖος ἔπαθε καὶ ὑπέφερε τόσο πολὺ γιὰ τὶς παρανομίες σου.

Γιὰ νὰ παρακινηθῇς στὴν ἐλπίδα, σκέψου ὅτι ἕνας Κύριος μεγάλος καὶ ὑψηλὸς ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ταλαιπωρηθῆ τόσο πολύ, γιὰ νὰ ἐξαλείψη τὴν ἁμαρτία σου, γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ δαίμονα καὶ ἀπὸ τὰ μερικά σου σφάλματα καὶ γιὰ νὰ ἐξιλεώσῃ τὸν αἰώνιο Πατέρα σου καὶ γιὰ νὰ σοῦ δώσῃ θάρρος ὥστε σὲ κάθε σου ἀνάγκη σ᾿ αὐτὸν νὰ προστρέχῃς.

Γιὰ νὰ παρακινηθῇς στὴ χαρά, ἀπὸ τὰ βάσανά του πέρασε στὰ ἀποτελέσματα τῶν βασάνων του. Μὲ ἄλλα λόγια σκέψου ὅτι μὲ ἐκεῖνα τὰ βάσανα καθαρίζει τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐξευμενίζει τὴν ὀργὴ τοῦ Πατέρα του. Συγχύζει τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους. Θανατώνει τὸν θάνατο. Μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων ἀναπληρώνει τὸν τόπο τῶν ἐκπεσόντων Ἀγγέλων καὶ προξενεῖ χαρὰ στὸν Ἄναρχο Πατέρα του καὶ στὸ Ὁμοούσιο Πνεῦμα του, κερδίζοντας τὴν Παρθένο Μαρία καὶ ὅλη τὴν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ.

Γιὰ νὰ μισήσῃς τὶς ἁμαρτίες σου, νὰ χρησιμοποιήσῃς ὅλους τοὺς λογισμοὺς ποὺ θὰ μελετήσῃς γιὰ τὸ σκοπὸ μόνον αὐτό· δηλαδή, σκέψου ὅτι ὁ Κύριός μας δὲν ἔπαθε γιὰ ἄλλο σκοπό, παρὰ μόνο γιὰ νὰ σὲ κάνῃ νὰ μισήσῃς τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς κακές σου ἐπιθυμίες· καὶ μάλιστα τὴν ἐπιθυμία ἐκείνη ποὺ σὲ κυριεύει περισσότερο καὶ εἶναι ἀντίθετη στὴν μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ ἔλθης σὲ ἔκπληξι καὶ θαυμασμό, σκέψου ποιό πρᾶγμα μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτό, δηλαδὴ νὰ βλέπῃς τὸν Ποιητὴ τοῦ παντός, ποὺ χορηγεῖ τὴν ζωὴ σὲ ὅλα, νὰ καταδικάζεται σὲ θάνατο ἀπὸ τὰ κτίσματά του· νὰ βλέπῃς καταπατημένη καὶ ξευτελισμένη τὴν ὑπέρτατη μεγαλειότητα· καταδικασμένη τὴν δικαιοσύνη· φτυμένη τὴν ὡραιότητα· νὰ μισῆται ἡ ἀγάπη τοῦ Οὐράνιου Πατέρα· νὰ βλέπῃς ἐκεῖνο τὸ ἄκτιστο καὶ ἀπρόσιτο φῶς, νὰ καταντήσῃ στὴν ἐξουσία τοῦ σκότους· ἡ αὐτοδόξα καὶ εὐδαιμονία νὰ θεωρῆται ἀτιμία καὶ καταφρόνησις τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ νὰ φθάση στὴν μεγαλύτερη ταλαιπωρία.

Γιὰ νὰ λυπᾶσαι μαζὶ μὲ τὸν λυπημένο Κύριό σου, ἀφήνοντας τὰ ἐξωτερικά του βάσανα, σκέψου ἄλλα ἀσυγκρίτως μεγαλύτερα ποὺ τὸν βασάνιζαν ἐσωτερικῶς. Γιατὶ, ἂν λυπᾶσαι γιὰ τὰ ἐξωτερικά, πολὺ περισσότερο, θὰ εἶναι θαῦμα βέβαια, πῶς δὲν σχίζεται ἡ καρδιά σου ἀπὸ τὴν λύπη γιὰ τὰ ἐσωτερικά του πάθη! Δηλαδή, ὅταν σκεφθῇς ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ, βλέποντας καθαρὰ τὸν Θεὸ πάνω στὴ γῆ μὲ ἐκείνη τὴν λεγόμενη μακάρια ὅρασι, ὅπως τώρα τὸν βλέπει στὸν οὐρανό (91), καὶ τότε τὸν γνώριζε ὡς ἀξιώτατο καὶ ἀνώτερο κάθε τιμῆς καὶ ὑπηρεσίας, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπιθυμοῦσε ὅλα τὰ κτίσματα μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις νὰ τοῦ ἀποδίδουν τὴν τιμὴ αὐτή. Ἔτσι βλέποντας τὸν Θεὸ ἀντίθετα τώρα νὰ ἔχῃ προσβληθῆ τόσο ἄσχημα καὶ νὰ εἶναι βρισμένος ἀπὸ τὰ ἀμέτρητα σφάλματα καὶ τὶς βδελυρὲς παρανομίες τοῦ κόσμου, ἀμέσως πληγωνόταν ἀπὸ ἀναρίθμητους πόνους καὶ βάσανα· αὐτὰ τὰ βάσανα τόσο περισσότερο τὸν βασάνιζαν, ὅσο μεγαλύτερη ἦταν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐπιθυμία του γιὰ νὰ τιμᾶται καὶ νὰ ὑπηρετῆται ἀπὸ ὅλους ἡ τόσο Ὕψιστη μεγαλειότητα. Καὶ λοιπόν, ὅπως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβη τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐπιθυμίας, ἔτσι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη πόσο σκληρὴ καὶ πόσο βαρειὰ ἦταν γι᾿ αὐτὸ αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ λύπη τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ.

Μαζὶ μὲ αὐτὰ σκέψου ὅτι ἀγαπώντας ὁ Κύριος ὑπερβολικὰ ὅλα του τὰ κτίσματα, ἀναλογικὰ μὲ τὴν ἀγάπη του αὐτήν, λυπήθηκε ὑπερβολικὰ γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες τους, γιὰ τὶς ὁποῖες ἐπρόκειτο νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ αὐτόν. Διότι γιὰ κάθε τους θανάσιμο ἁμάρτημα ποὺ ἔκαναν καὶ πρόκειται νὰ κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι γεννήθηκαν καὶ ὅσοι πρόκειται νὰ γεννηθοῦν, καὶ νὰ τὸ πῶ πιὸ ἁπλά, ὅσες φορὲς πρόκειται κάποιος νὰ ἁμαρτάνῃ, τόσες φορὲς καὶ χωρίζεται ἀπὸ τὸν Κύριο, μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦσε νὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν ἀγάπη. Ὁ χωρισμὸς αὐτὸς τόσο σκληρότερος στάθηκε γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὸν χωρισμὸ τῶν σωματικῶν μελῶν, ὅταν χωρισθοῦν καὶ βγοῦν ἀπὸ τὸν φυσικό τους τόπο, ὅσο ἡ ψυχή, ὄντας πνεῦμα καθαρό, εἶναι εὐγενέστερη καὶ τελειότερη ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ στὴ συνέχεια εἶναι πιὸ χωρητικὴ τοῦ πόνου. Ἀνάμεσα στὰ πάθη αὐτὰ τοῦ Κυρίου ποὺ δοκίμασε γιὰ τὰ κτίσματα, αὐστηρότερο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δοκίμασε γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῶν κολασμένων, πού, μὴ μπορώντας νὰ ἑνωθοῦν μαζί του, πρόκειται νὰ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα αἰώνια βάσανα.

Ἂν ἡ ψυχή σου, ἀδελφέ, δὲν πόνεσε ἀπὸ τὰ λεχθέντα βάσανα τοῦ ἀγαπητοῦ της Ἰησοῦ, ἂς προχωρήσῃ λίγο περισσότερο μὲ τὸν λογισμό της καὶ θὰ βρῇ σ᾿ αὐτὸν περισσότερα βάσανα καὶ πολὺ πιὸ βαριὰ γιὰ νὰ τὸν συμπονέσῃ. Διότι ὁ Κύριος βασανίσθηκε καὶ μὲ τοὺς ἀμέτρητους πόνους του ξεχρέωσε ὄχι μόνο τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔχουν γίνει, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνες ποὺ θὰ γίνουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους (92)· καὶ ἐκεῖνες βέβαια τὶς συγχώρεσε, τὶς ἄλλες ὅμως μᾶς ἔδωσε τὴν δύναμι νὰ τὶς ἀποφεύγουμε.

Δὲν θὰ λείψουν καὶ ἄλλες σκέψεις γιὰ νὰ συμπονέσῃς τὸν Ἐσταυρωμένο. Γιατὶ ὁ Κύριος πάνω στὸ σταυρὸ ἔνιωσε ὅλα τὰ εἴδη τῶν πόνων, χωρὶς καμία ἐξαίρεσι, ποὺ μποροῦσε νὰ περάση κάθε ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἔτσι οἱ ὕβρεις, οἱ πειρασμοί, οἱ συκοφαντίες, οἱ σκληραγωγίες καὶ κάθε στενοχώρια καὶ δοκιμασία ὅλων τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου, βασάνισαν τὴν ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ πολὺ πιὸ δυνατά, ἀπὸ ὅσο βασανίσθηκαν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ἔπαθαν. Γιατὶ ὅλες τὶς θλίψεις μεγάλες καὶ μικρές, τόσο τῆς ψυχῆς ὅσο καὶ τοῦ σώματος, ποὺ δοκίμασαν οἱ ἄνθρωποι σὲ ὅλο τὸ διάστημα τῆς ζωῆς τους, μέχρι τὸν πιὸ μικρὸ κεφαλόπονο καὶ μέχρι τὸ κέντημα τῆς βελόνας, τὰ δοκίμασε ὅλα μέχρι τὸ τέλος, καὶ γιὰ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του θέλησε νὰ συμπονέσῃ καὶ νὰ χαράξη στὴν καρδιά του ὁ σπλαγχνικώτατος Κύριός μας, διότι ἦταν νέος Ἀδὰμ καὶ Πατέρας πνευματικὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ διηγηθῆ κανεὶς πόσο τὸν ἔθλιψαν οἱ πόνοι τῆς Παναγίας Του Μητέρας, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ μὲ κάθε τρόπο καὶ γιὰ ὅλα τὰ αἴτια ποὺ βασάνισαν τὸν Υἱό της, συμπόνεσε καὶ συνέπαθε μαζὶ σὲ πάρα πολὺ μεγάλο βαθμό. Ἔτσι αὐτοὶ οἱ πόνοι τῆς Παναγίας Του Μητέρας ἀνανέωσαν στὸ εὐλογημένο της Τέκνο τὶς ἐσωτερικές του πληγὲς καὶ ἡ γλυκυτάτη του καρδιὰ ἔμεινε σὰν νὰ εἶχε πληγωθῆ ἀπὸ ἀμέτρητα πυρακτωμένα βέλη· ἡ καρδιά του αὐτή, γιὰ τὰ τόσα βάσανα ποὺ εἶπα καὶ γιὰ ἄλλα σχεδὸν ἀμέτρητα καὶ ἄγνωστα σὲ μᾶς, μποροῦσε νὰ πῇ κανεὶς εὔκολα, ὅτι ἦταν ἕνας ᾅδης ἀγαπητικὸς ἑκουσίων βασάνων, ὅπως λέγεται ὅτι συνήθιζε νὰ ὀνομάζῃ μία εὐλαβὴς ψυχὴ μὲ ἁγία ἁπλότητα τὸν Ἐσταυρωμένο.

Τέλος πάντων, ἂν ἀγαπητέ, σκεφθῇς καλὰ τὴν αἰτία ὅλων τῶν βασάνων ποὺ ἀναφέρθηκαν, ποὺ ὑπέφερε ὁ Λυτρωτής μας καὶ Κύριος, δὲν θὰ ἔβρισκες ἄλλη ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. «Αὐτὸς φορτώθηκε τὶς θλίψεις μας καὶ ὑπέφερε τοὺς πόνους τοὺς δικούς μας» (Ἡσ. 53,5). Ἔτσι βγαίνει καθαρὰ τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ νὰ συμπάσχῃς καὶ σὺ πραγματικὰ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο σου Θεὸ καὶ νὰ ἀνταποδώσῃς τὶς εὐεργεσίες ποὺ αὐτὸς σοῦ ζητάει καὶ ἐσὺ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ κάνῃς χωρὶς καμμία πρόφασι καὶ δικαιολογία, εἶναι τὸ νὰ πονᾷς πράγματι γιὰ τὴν ἀγάπη του, τὸ ὅτι τὸν λύπησες, τὸ νὰ μισῇς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ πολεμᾷς γενναῖα ἐναντίον ὅλων του τῶν ἐχθρῶν καὶ ἐναντίον ὅλων σου τῶν κακῶν κλίσεων καὶ θελημάτων, γιὰ νὰ βγάλης ἀπὸ πάνω σου, μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὸν παλιὸ ἄνθρωπο μαζὶ μὲ τὶς πράξεις του καὶ νὰ ντυθῇς τὸν νέο, στολίζοντας τὴν ψυχή σου μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ

Οἱ ὠφέλειες ποὺ μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ ἡ μίμησις τῶν ἀρετῶν του.

Κοντὰ στὶς ἄλλες ὠφέλειες ποὺ μπορεῖς νὰ δεχθῇς ἀπὸ τὴν ἁγία μελέτη αὐτὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου εἶναι: Α´) Τὸ νὰ λυπᾶσαι καὶ νὰ πονᾷς ὄχι μόνο γιὰ τὶς περασμένες σου ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ πάθη ποὺ ζοῦν ἀκόμη μέσα σου, τὰ ὁποῖα ἔβαλαν τὸν Κύριό σου στὸ σταυρό. Β´) Τὸ νὰ τοῦ ζήτησης συγχώρεσι γιὰ τὰ πταίσματά σου καὶ χάρι νὰ μισήσῃς τέλεια τὸν ἑαυτό σου· γιὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃς πλέον. Μάλιστα γιὰ ἀνταμοιβὴ τῶν τόσων παθημάτων του νὰ τὸν ἀγαπᾷς καὶ νὰ τὸν ὑπηρετῇς στὸ ἑξῆς τέλεια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ χωρὶς αὐτὸ τὸ ἅγιο μῖσος τῶν ἁμαρτιῶν σου. Γ´) Νὰ διώχνῃς ἀπὸ μέσα σου κάθε κακὴ κλίσι, ὅσο μικρὴ κι ἂν εἶναι. Δ´) Νὰ ἀγωνίζεσαι μὲ ὅλη σου τὴν δύναμι νὰ μιμῆσαι τὶς ἀρετὲς τοῦ λυτρωτῆ σου, ποὺ ἔπαθε ὄχι μόνο γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ πληρώνοντας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς δώσῃ παράδειγμα γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε στὰ ἅγια ἴχνη του: «Ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ χάρι μας, ἀφήνοντάς σας ὑπόδειγμα γιὰ νὰ βαδίσετε στ᾿ ἀχνάρια του» (Α´ Πέτρου 2,21).

Κι ἐδῶ σοῦ δείχνω ἕναν τρόπο μελέτης, τὸν ὁποῖον θὰ μεταχειρισθῇς γιὰ νὰ μιμῆσαι τὶς ἀρετὲς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὶς διακηρύττῃς, ὅπως ἀναφέρεται: «Νὰ διακηρύξετε τὰ μεγαλεῖα ἐκείνου ποὺ σᾶς ὡδήγησε ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστό του φῶς» (Α´ Πέτρου 2,9).

Λοιπόν, γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀρετὴ τῆς ἀμνησικακίας καὶ νὰ μὴν ἔχῃς μῖσος πρὸς τοὺς ἐχθρούς σου καὶ μνησικακία, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀγαπᾷς, νὰ τοὺς συγχωρῇς καὶ ὁλόψυχα νὰ παρακαλᾷς γι᾿ αὐτοὺς τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τοὺς συγχωρέσῃ κι ἐκεῖνος, κι ἂν ἀκόμη σὲ ἔβρισαν, κι ἂν σὲ ζημίωσαν, καὶ ἂν κινδύνεψε ἡ ζωή σου μέχρι θανάτου, κοίταξε τότε μία φορὰ τὸν Κύριό σου καρφωμένο πάνω στὸ σταυρὸ καὶ γεμάτον ἀπὸ αἵματα. Πρόσεξέ τον πῶς μὲ τὸ ἀκάνθινο στεφάνι στὴν κεφαλή, μὲ πρόσωπο ταπεινωμένο καὶ φτυμμένο καὶ μὲ ξηραμένα χείλη, φωνάζει καὶ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα του, γιὰ νὰ συγχωρέσῃ τοὺς σταυρωτές του: «Πάτερ, ἅφες» (Λουκ. 23,34)· μολονότι μποροῦσε νὰ νὰ διατάξη τὴν γῆ καὶ νὰ τοὺς καταπιῇ αὐτοστιγμεί! καὶ λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸ νὰ σκεφθῇς τὸ ἑξῆς: Ἂν ἐκεῖνος ὁ Παντοδύναμος Δεσπότης συγχώρεσε τὴν ἁμαρτία τῶν τόσο θανατηφόρων ἐχθρῶν του, ποιὸ σπουδαῖο πρᾶγμα εἶναι, ἂν ἐσὺ ὁ τιποτένιος, ἂν ἐσὺ ὁ βρωμερὸς καὶ τὸ τιποτένιο σκουλῆκι τῆς γῆς, μιμηθῇς ἐκεῖνον καὶ συγχωρέσῃς τοὺς ἐχθρούς σου ἀπὸ τὴν καρδιά σου!

Γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς στοὺς πνευματικούς σου πατέρες καὶ γιὰ νὰ ἔχῃς ταπείνωσι στὴν καρδιά σου, σκέψου αὐτὸν τὸν προαιώνιο καὶ ὁμοούσιο Λόγο τοῦ Πατρός, ποὺ μὲ μόνο τὸ νεῦμα του ἔκτισε τὰ πάντα, πὼς ἔγινε τόσο ὑπήκοος στὸ πατρικὸ θέλημα καὶ τόσο ταπεινώθηκε, ὥστε καταδέχθηκε θάνατο, καὶ μάλιστα θάνατο σταυρικό, ὅπως εἶπε ὁ Παῦλος: «Ταπεινώθηκε θεληατικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ» (Φιλιπ. 2,8). Μὲ τὴν λέξι τοῦ σταυροῦ δείχνει τὸν πιὸ ἄτιμο καὶ τὸν πιὸ κατάδικο καὶ τὸν πιὸ καταραμένο θάνατο, ποὺ δέχθηκε ὁ Κύριος. «Ὅποιος κρεμιέται εἶναι καταραμένος ἀπὸ τὸν Θεό» (Δευτερ. 21,23). Θάνατος τὸν ὁποῖο δὲν δέχθηκε ποτὲ ἄνθρωπος στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Καὶ ἐν συντομίᾳ, πρόσεξε τὶς ἀτιμίες ποὺ ὑπέστη στὰ ἑξῆς περιστατικά: Προδίνεται ἀπὸ ἕνα μαθητή του· ὁ ἄλλος τὸν ἀρνεῖται· οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς καὶ ἀπόστολοι φεύγουν καὶ τὸν ἐγκαταλείπουν μόνο του! Αὐτὰ ἔγιναν γιὰ τὸν Κύριό μας αἴτια πάρα πολὺ μεγάλης ἀτιμίας. Διότι ὅλος ὁ κόσμος μιλοῦσε ἐναντίον του, ὅτι δηλαδὴ ἦταν ἄνθρωπος τόσο κακοῦ χαρακτῆρα, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ μαθητής του τὸν μίσησε γιὰ τὶς κακίες του καὶ τὸν πρόδωσε· καὶ ὁ ἄλλος τὸν ἀπαρνήθηκε ὡς ἀπατεῶνα καὶ ψεύτη. Καὶ κατόπιν ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι μαθητές, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἀγαποῦσαν μὲ ἀληθινὴ ἀγάπη, ἀλλὰ ὑποκριτικά, ὕστερα τὸν μίσησαν καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν καὶ ἔφυγαν. Στέκεται μπροστὰ σὲ πολλὰ καὶ διάφορα κριτήρια τοῦ Ἄννα, τοῦ Καϊάφα, τοῦ Πιλάτου καὶ τοῦ Ἡρῴδη! Ὁ ἀρχιλῃστὴς Βαρραβᾶς θεωρεῖται καλλίτερος ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ προτιμᾶται ἀπὸ τὸν λαό! καὶ ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν πάρα πολὺ μεγάλη ἀτιμία! Περιπαίζεται ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, ἀφοῦ τὸν ἕντυσε λαμπρὸ φόρεμα καὶ ἀποστέλλεται συνοδευόμενος ἀπὸ τὰ βασιλικά του στρατεύματα! Περιπαίζεται ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο μὲ τὸ ντύσιμο τῆς πορφύρας, μὲ τὸ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ μὲ τὸ καλάμι στὸ δεξὶ τὸ χέρι καὶ προσκυνεῖται δῆθεν ὡς βασιλιὰς ψεύτικος! Φτύνεται! Σκεπάζεται τὸ πρόσωπό του καὶ ἔτσι χαστουκίζεται καὶ δέχεται χτυπήματα! Κάθε ἕνας βλέπει ὅλα αὐτὰ πόσο ἀτιμωτικὰ εἶναι. Σηκώνει μόνος του τὸ σταυρό του στοὺς ὤμους του (93) καὶ τρέχει διὰ μέσου τῆς Ἱερουσαλὴμ στὸν τόπο τοῦ Κρανίου! Ξεγυμνώνεται καὶ σταυρώνεται ὡς λῃστὴς μὲ τοὺς λῃστές, ὄχι χωρὶς καρφιά (94), ἀλλὰ μὲ καρφιά, γιὰ νὰ νομίζουν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ τὸν βλέπουν ὅτι ἦταν ἕνας κακοποιὸς ἄνθρωπος καὶ ἀποστάτης καὶ στασιαστής! Χλευάζεται πάνω στὸ σταυρό, ὄντας ἀπὸ μία τόσο πολυάνθρωπη πόλι, ποὺ μποροῦσε τότε ἡ Ἱερουσαλὴμ νὰ ἔχῃ πάνω ἀπὸ δυὸ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους! Μπροστὰ σ᾿ αὐτοὺς θεατρίσθηκε μάλιστα καὶ διαπομπεύθηκε μὲ τὸν τρίγλωσσο τίτλο (95) ποὺ ἦταν ἐπάνω στὸ σταυρό, καὶ ἀντὶ νὰ ποτισθῆ μὲ νερὸ στὴν δίψα του, ποτίσθηκε χολὴ καὶ ξύδι. Δὲν τέλειωσαν μέχρις ἐδῶ οἱ ἀτιμώσεις του. Καὶ μετὰ τὸν θάνατό του δέχεται λόγχη στὴν πλευρά, κηρύττεται πλάνος, καὶ ὁ Τάφος του σφραγίζεται δῆθεν γιὰ νὰ μὴν κλαπῆ! Θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ μείνη καὶ ἄταφος ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἄσπλαγχνους, ἂν ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος Ἰωσὴφ ὁ Ἀριμαθαῖος δὲν τὸν συμπονοῦσε καὶ δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν ζητήσῃ γιὰ νὰ τὸν ἐνταφιάση.

Ἂς ντραπῆς, λοιπόν, τώρα, ἂς ντραπῆς καὶ σὺ ἀδελφὲ καὶ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεσαι πλέον, ἀλλὰ γενικὰ νὰ μὴν ἀφήνῃς οὔτε ψιλὸς λογισμὸς ὑπερηφανείας νὰ μπαίνῃ στὴν ψυχή σου, σκεπτόμενος τὴν τόση μεγάλη ταπείνωσι τοῦ Θεοῦ σου.

Τέλος πάντων γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς καὶ νὰ μιμηθῇς τὸν Χριστό σου σκέψου:

Α´) Ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχοντας ὅλη της τὴν προσοχὴ στὸν Θεὸ Λόγο αἰσθανόταν ἔκπληξι ὅταν ἔβλεπε ἐκείνη τὴν ἀκατανόητη καὶ ἄπειρη μεγαλειότητα, μπροστὰ στὴν ὁποία ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου εἶναι σὰν ἕνα μηδέν, νὰ ὑποφέρῃ πάνω στὴ γῆ τόσες ἀτιμίες γιὰ τὸν ἄνθρωπο (καὶ αὐτὴ μένει ἀκίνητη στὴν δόξα της), ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν δέχθηκε κάτι ἄλλο, παρὰ ἀπιστίες καὶ ὕβρεις. Γιατὶ ὅσες ἀτιμίες καὶ ὕβρεις προξένησε ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, τὶς ἔκανε σὲ αὐτὸν τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν ἑνωμένη κατὰ τὴν ὑπόστασι.

Β´) Σκέψου ὅτι ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ θέλησε καὶ παρεκίνησε τὴν ψυχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ του, νὰ ὑποφέρῃ γιὰ μᾶς τὰ παρόμοια πάθη· δηλαδὴ ραπίσματα, βλασφημίες, μαστιγώσεις, ἀγκάθια καὶ στὸ τέλος τὸν σταυρικὸ θάνατο, φανερώνοντας σ᾿ αὐτήν, ὅτι τοῦ ἀρέσει νὰ τὴν βλέπῃ γεμάτη ἀπὸ κάθε εἴδους ὀνειδισμοὺς καὶ θλίψεις.

Γ´) Σκέψου βλέποντας μὲ τὸν φωτεινότατο νοῦ της, πόσο πολὺ ἀρεστὸ εἶναι αὐτὸ στὸν Θεὸ καὶ ἀγαπώντας μὲ ἀπόλυτη ἀγάπη τὴν θεϊκή του μεγαλειότητα, μόλις δέχθηκε τὴν πρόσκλησι νὰ πάθη γιὰ τὴν δική μας τὴν ἀγάπη καὶ γιὰ τὸ δικό μας παράδειγμα, δέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ θέλησε πρόθυμα νὰ ὑπακούσῃ στὸ ἅγιο θέλημά του· καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ περάση μὲ τὸν λογισμό του μέσα σ᾿ ἐκεῖνες τὶς βαθύτατες ἐπιθυμίες ποὺ εἶχε γι᾿ αὐτὸ ἐκείνη ἡ ψυχή, ἡ πιὸ ἀγαθὴ καὶ πιὸ καθαρὴ ἀπὸ ὅλες (96)! Αὐτὴ βρισκόταν ἐκεῖ σὰν νὰ εἶναι μέσα σὲ ἕναν λαβύρινθο ἀπὸ βάσανα, ζητώντας πάντοτε καὶ δὲν εὕρισκε (ὅπως ἤθελε) νέους τρόπους καὶ νέους ὁδοὺς παθημάτων. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔδωσε ἐλεύθερα ὅλο της τὸν ἑαυτὸ καὶ τὶς ἀθωότατες σάρκες στὴν σφαγὴ καὶ τὸν κατασπαραγμὸ τῶν παρανόμων ἀνθρώπων καὶ τῶν δυνάμεων τοῦ ᾅδη, γιὰ νὰ κάνουν ἐκεῖνο ποὺ θέλουν.

Δ´) Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ κοίταξε τὸν Ἰησοῦ σου, ποὺ μὲ ἥμερα καὶ σπλαγχνικὰ μάτια στρέφεται πρὸς ἐσένα καὶ λέγει· «Νά, παιδί μου, ποὺ γιὰ νὰ μὴ θελήσῃς νὰ ἀντισταθῇς λίγο στὰ πάθη σου, ποῦ μὲ ἔκαναν νὰ καταντήσω οἱ ἄτακτες ἐπιθυμίες σου, δὲς πόσο ὑποφέρω καὶ μὲ πόση χαρὰ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, γιὰ νὰ σοῦ δώσω παράδειγμα ἀληθινῆς ὑπομονῆς! Σὲ παρακαλῶ, λοιπόν, παιδί μου γιὰ ὅλους μου τοὺς πόνους καὶ σὺ θεληματικὰ νὰ σηκώσῃς αὐτὸν τὸν σταυρὸ καὶ κάθε ἄλλος ποὺ θέλω, ἀφήνοντας τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ποὺ σὲ καταδιώκουν, στοὺς ὁποίους ἐγὼ θὰ ἀνταποδώσω σύμφωνα μὲ τὴν τιμή σου καὶ κατὰ τοῦ σώματός σου. Ὢ καὶ νὰ γνώριζες πόσο θὰ χαιρόμουνα μὲ αὐτό! καὶ αὐτὸ μπορεῖς νὰ τὸ δῇς στὶς πληγὲς αὐτὲς τὶς ὁποῖες δέχθηκα μὲ ὑπερβολικὴ χαρά, σὰν πολύτιμα καὶ ἀγαπητὰ πράγματα γιὰ νὰ στολίσω μὲ πολύτιμες ἀρετὲς τὴν φτωχή σου ψυχή, ποὺ εἶναι ἀγαπημένη ἀπὸ ἐμένα, περισσότερο ἀπὸ ὅλο ἐκεῖνο, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ ἐννοήσῃς! καὶ ἂν ἐγὼ κατάντησα γιὰ σένα σὲ τόσα πάθη, γιατὶ καὶ σύ, ἀγαπητή μου νύφη, νὰ μὴ θέλῃς νὰ πάθης κάτι, γιὰ νὰ θεραπεύσῃς τὴν καρδιά μου καὶ νὰ γλυκάνης τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ προξένησε ἡ ἀνυπομονησία σου, ποὺ ἔδωσε μεγαλύτερη πίκρα ἀπὸ τὶς δικές μου πληγές;».

Ε´) Σκέψου καλὰ ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μιλάει μαζί σου μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ θὰ ἰδῆς ὅτι εἶναι Αὐτὸς ὁ Βασιλιὰς τῆς Δόξης, Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος! Σκέψου καὶ τὸ μέγεθος τῶν βασάνων καὶ τῶν ὕβρεων ποὺ δὲν ἄξιζε νὰ γίνουν ἀκόμη καὶ στὸν χειρότερο λῃστὴ τοῦ κόσμου! Δὲς τὸν Κύριό σου νὰ στέκεται ἀνάμεσα σὲ τόσα βάσανα, ὄχι μόνο ἀκίνητος καὶ μὲ θαυμάσια ὑπομονή, ἀλλὰ καὶ νὰ χαίρεται σὰν νὰ ἦταν στοὺς γάμους του! καὶ ὅπως μὲ λίγο νερὸ ἀνάβει περισσότερο ἡ φωτιά, ἔτσι μὲ τὴν αὔξησι τῶν βασάνων, ποὺ ἦταν μικρὰ μπροστὰ στὴν τόσο πλούσια ἀγάπη του, περίσσευε ὅλο καὶ περισσότερο ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία νὰ ὑποφέρῃ μεγαλύτερα!

ΣΤ´) Σκέψου κατόπιν ὅλο ἐκεῖνο τὸ αἴτιο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔπαθε αὐτὰ ὁ σπλαγχνικώτατος Κύριος, (ὄχι χωρὶς τὴν θέλησί του, ἀλλὰ θεληματικὰ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐσένα)· ἦταν γιὰ νὰ γυμνάζεσαι καὶ σύ, μιμούμενος ἐκεῖνον, στὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, γιὰ νὰ περνᾷς πιὸ μέσα σε ἐκεῖνο ποὺ αὐτὸς θέλει ἀπὸ σένα καὶ στὴ χαρὰ ποὺ θὰ σοῦ δώσῃ, ἂν ἀγωνίζεσαι στὴν ἀρετὴ αὐτή, γιὰ νὰ σηκώσῃς ὄχι μόνο μὲ ὑπομονή, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ καὶ μὲ θερμότατη ἀγάπη τὸ σταυρό σου καὶ κάθε ἄλλη θλίψι, γιὰ νὰ μιμηθῇς καλύτερα τὸν Θεό σου, γιὰ νὰ τὸν ἀναπαύσῃς περισσότερο. Ἔτσι βάζοντας μπροστὰ στὰ μάτια σου τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὶς πικρίες ποὺ γεύθηκε γιὰ σένα ὁ Κύριός σου καὶ τὴν καρτερία καὶ τὴν ὑπομονή του, πρέπει νὰ αἰσθανθῇς αἰσχύνη καὶ ντροπὴ γιατὶ ὅλοι σου οἱ πόνοι καὶ οἱ θλίψεις καὶ καταφρονήσεις καὶ ὅλη σου ἡ ὑπομονή, μὲ σύγκρισι ἐκείνων, δὲν εἶναι ἀληθινὴ ὑπομονή, ἀλλὰ μία σκιὰ ὑπομονῆς· καὶ νὰ φοβηθῇς καὶ νὰ τρομάξης ποὺ ἀκόμη ὑπάρχει μέσα στὴν καρδιά σου ἕνας μικρὸς λογισμὸς νὰ μὴ θέλῃς νὰ ὑποφέρῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου σου.

Αὐτὸς ὁ σταυρωμένος Κύριος, εἶναι, παιδί μου, τὸ βιβλίο ποὺ σοῦ δίνω νὰ μελετᾷς συνέχεια, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖς νὰ μάθης τὴν ἀληθινὴ εἰκόνα κάθε ἀρετῆς. Γιατὶ αὐτὸς μὲ τὸ νὰ εἶναι βίβλος ζωῆς, ὄχι μόνο διδάσκει τὸν νοῦ μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ζωντανό του παράδειγμα ζεσταίνει τὴν θέλησι. Ἀπὸ βιβλία εἶναι γεμάτος ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ παρὰ ταῦτα, δὲν μποροῦν ὅλα μαζὶ τὰ βιβλία τόσο τέλεια νὰ σοῦ διδάξουν τὸν τρόπο γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ ἀποκτήσῃς ὅλες τὶς ἀρετές, ὅπως σὲ διδάσκει ὁ Ἰησοῦς.

Σ᾿ αὐτὸν τὸν σταυρωμένο σὲ συμβουλεύω, παιδί μου, νὰ προστρέχῃς καὶ νὰ τὸν καταφιλῇς μὲ δάκρυα καὶ νὰ τὸν ἀγκαλιάζῃς μὲ θέρμη κάθε φορὰ ποὺ θὰ σὲ δαγκάσουν τὰ νοητὰ φίδια τῶν δαιμονικῶν καὶ τῶν ἀνθρώπινων πειρασμῶν, καὶ σίγουρα θὰ γιατρευθῇς ἀπὸ τὶς πληγές σου, ὅπως κάποτε καὶ οἱ Ἑβραῖοι γιατρεύονταν ἀπὸ τὰ δαγκώματα τῶν ἀληθινῶν φιδιῶν, ὅταν ἔβλεπαν πάνω στὸ ξύλο νὰ εἶναι κρεμασμένο τὸ χάλκινο φίδι, ποὺ προτύπωνε τὸν Κύριό μας, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος: «Καὶ ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε στὴν ἔρημο τὸ χάλκινο φίδι, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθῆ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε καθένας ποὺ πιστεύει σ᾿ αὐτὸν νὰ μὴ χάνεται, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. 3,14).

Γνώριζε καὶ αὐτό, παιδί μου, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ξοδεύουν πολλὲς ὧρες κλαίοντας κάθε πάθος τοῦ Κυρίου μας καὶ ἀναλογίζονται τὴν ὑπομονή του καὶ κατόπιν στὶς δυστυχίες καὶ ἀσθένειες καὶ δοκιμασίες καὶ ἀτιμίες καὶ ὕβρεις ποὺ τοὺς συμβαίνουν φαίνονται ἀνυπόμονοι, αὐτοὶ μοιάζουν μὲ τοὺς δειλοὺς στρατιῶτες τοῦ κόσμου, ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη κάτω ἀπὸ τὰ ἀντίσκηνα ὑπόσχονται μεγάλα πράγματα καὶ πολεμοῦν καὶ νικοῦν μόνοι τους· ὅταν ὅμως φανοῦν οἱ ἐχθροί, ἐγκαταλείπουν τὰ ὅπλα καὶ τρέπονται σὲ φυγή. Ποιὸ πρᾶγμα μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ ἀνόητο καὶ χωρὶς φρόνησι καὶ πιὸ καταγέλαστο, ἀπὸ τὸ νὰ ἀναλογίζεται κανεὶς τὶς ἀρετὲς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὶς ἀγαπᾷ καὶ νὰ τὶς θαυμάζῃ καὶ κατόπιν νὰ τὶς λησμονῇ ἐντελῶς ἢ νὰ μὴ τὶς τιμᾷ, ὅταν ἔλθη καιρὸς νὰ τὶς ἐξασκήσῃ;

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α´

Τὸ πανάγιο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας

Μέχρις ἐδῶ σοῦ πρόσφερα, ὅπως εἶδες, ἀναγνώστη μου, τέσσερα ὅπλα, ποὺ σοῦ εἶναι ἀπαραίτητα στὸν πόλεμο αὐτόν, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ νικήσῃς τοὺς ἐχθρούς σου· δηλαδή, τὸ νὰ μὴν ἔχῃς θάρρος στὸν ἑαυτό σου, τὸ νὰ ἐλπίζῃς στὸν Θεό, τὸ νὰ ἀγωνίζεσαι πάντοτε καὶ τὸ νὰ προσεύχεσαι. Τώρα σοῦ δείχνω ἄλλο ἕνα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πανάγιο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Διότι ὅπως τὸ μυστήριο αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἔτσι εἶναι καὶ ὅπλο ἀνώτερο ἀπὸ τὰ ἄλλα. Τὰ τέσσερα ὅπλα ποὺ εἴπαμε, παίρνουν τὴν δύναμι ἀπὸ τὶς ἀξιομισθίες καὶ τὴν χάρι ποὺ μᾶς ἀξίωσε τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὅπλο εἶναι αὐτὸ τὸ ἴδιο Αἷμα καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα μὲ τὴν ψυχὴ καὶ μὲ τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἐκεῖνα γίνεται ἡ μάχη κατὰ τῶν ἐχθρῶν μὲ τὴν δύναμι τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸ ὅπλο ὅμως πολεμοῦμε ἐκείνους μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς πολεμεῖ μαζὶ μὲ ἐμᾶς. Διότι ὅποιος τρώγει τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ πίνει τὸ Αἷμα του, μένει μὲ τὸ Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ αὐτὸν «Ὅποιος τρώει τὴ σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου, μένει σ᾿ ἐμένα κι ἐγὼ σ᾿ αὐτόν» (Ἰω. 6,56). Continue reading

 Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος
Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου,
Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Καὶ δικαιότατη καὶ αὐτὴ ποὺ πρέπει εἶναι ἡ ἐπωνυμία ποὺ παίρνει τὸ ψυχωφελέστατο βιβλίο. Γιατὶ ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἱερὰ καὶ θεόπνευστα βιβλία τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης, ὠνομάσθηκαν ἀμέσως ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια πράγματα, ποὺ διδάσκουν (ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ἡ Γένεσις τοῦ Μωϋσῆ ὠνομάστηκε, ἐπειδὴ ἀναφέρει γιὰ τὴν ἀπὸ τὸ μηδὲν γέννησι καὶ Δημιουργία καὶ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια, γιατὶ ἰστοριογραφοῦν τὰ καλὰ καὶ σωτηριώδη μηνύματα τῶν ἀνθρώπων. Ποιὸς δὲν βλέπει γιατί καὶ αὐτὸ ἐδῶ τὸ βιβλίο ὠνομάσθηκε κατάλληλα Ἀόρατος Πόλεμος, ἀπὸ αὐτὴν ἀμέσως τὴν ὕλη καὶ τὶς ὑποθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀσχολεῖται; Continue reading

ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ(Νικοδήμου Ἁγιορείτου)

Α) Τὰ νεανικὰ χρόνια

Οὗτος ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Μάξιμος, ἦταν ἀπὸ τὴν Λάμψακον[1], ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, εὐγενεῖς καὶ ἐναρέτους· οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ νὰ ἦσαν ἄτεκνοι, ἐπαρακαλοῦσαν τὸν Θεὸν μετὰ δακρύων νὰ τοὺς δώσῃ τέκνον. Ὁ δὲ Θεὸς εἰσακούσας τὴν δέησίν τους, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοῦτον τὸν μακάριον Μάξιμον, τὸν ὁποῖον ὀνόμασαν Μανουὴλ εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα.

Λαβόντες δὲ αὐτὸν ὡς δῶρον θεόσδοτον, καθὼς ἦταν καὶ τῇ ἀληθείᾳ, τὸν ἀνέτρεφαν μὲ μεγάλην ἀγάπην καὶ ἐπιμέλειαν, και τὸν ἐμάνθαναν τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς ἱκανὴν ἡλικίαν τὸ παιδίον, τὸ ἔφεραν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Μανουὴλ παραμένοντας εἰς τὸν Ναὸν τῆς Παναγίας, ἔψαλλε μὲ μελῳδίαν καὶ θεῖον ἔρωτα, παρακαλῶν Αὐτὴν καθ᾿ ἑκάστην, μὲ πολλὴν κατάνυξιν, διὰ τὴν σωτηρίαν του.

Καὶ κατὰ ἀλήθειαν, ἄλλος Σαμουὴλ ἐφαίνετο, προκόπτων ἡλικίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἦταν ἐπαινετὸς καὶ ἀγαπητὸς εἰς ὅλους, διότι δὲν εἶχε παιδαριώδη φρονήματα. Ἔχοντας δὲ ἐξ ἀρχῆς γηραλαῖον νοῦν, ἐπήγαινε συχνάκις εἰς κάποιους ὁσίους γέροντες ὁποῦ ἐσύχναζαν ἐκεῖ πλησίον, διὰ νὰ ἀκούῃ τὰς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους, συναναστρεφόμενος μὲ αὐτοὺς καὶ ὑπηρετῶντάς τους, ὅσον εἶχεν εὐκαιρίαν (διότι ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν γονέων του) καὶ ὁδηγούμενος ἀπὸ αὐτοὺς εἰς θεάρεστον πολιτείαν.

Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος πόθος ἄναψεν εἰς τὴν καρδίαν του καὶ τὸν ἐβίαζε νὰ εὔγῃ ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἡσυχίαν νὰ ἐνδυθῇ καὶ τὸ Ἅγιον Σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Διὰ τοῦτο, ἔβγανε πολλάκις τὰ κοσμικά του φορέματα καὶ ἐνέδυε τοὺς πτωχούς, αὐτὸς δὲ ἐπάγωνεν καὶ ἔτρεμεν ἀπὸ τὸ κρύον. Καὶ ψωμία ἀκόμη ἔδιδε κρυφὰ εἰς τοὺς πεινασμένους, πλουσιοπαρόχως. Διὰ νὰ κρύπτῃ δὲ τὴν ἀρετήν του, ὑπεκρίνετο εἰς τοὺς γονεῖς του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πῶς εἶναι μωρός. Ὅμως ἡ ἀρετή του δὲν τοὺς ἐλάνθανεν.

Ὡστόσο οἱ γονεῖς του, ὡσὰν νὰ ἐλησμόνησαν ὅτι τὸν ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν, ἑτοιμάζοντο διὰ νὰ τὸν ὑπανδρεύσουν καὶ νὰ τὸν δέσουν μὲ τὰ δεσμὰ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ βλέπουν ἔμπροσθέν τους τὸν ποθούμενον καὶ νὰ χαίρωνται, ἕως ὁποῦ ζοῦν.

Β) Ἀναχώρησις ἀπὸ τὸν κόσμον. Πρῶτα μοναχικὰ βήματα

Ὁ καλὸς ὅμως Μανουήλ, τρέφοντας θείους λογισμοὺς μέσα εἰς τὸν νοῦν του, εἰς τοὺς δέκα ἑπτὰ χρόνους τῆς ἡλικίας του, ἄφησε καὶ γονεῖς καὶ πατρίδα και κόσμον καὶ περνώντας εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Γάνου[2], ἐφόρεσεν τὸ μοναδικὸν Σχῆμα μετονομασθεὶς Μάξιμος[3]. Ὑπετάχθη δὲ εἰς ἕναν δόκιμον καὶ πρακτικὸν γέροντα, Μᾶρκον ὀνόματι, διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν μοναδικὴν πολιτείαν.

Ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν καὶ προτύτερα ἀκόμη διδαγμένος καὶ συνειθισμένος εἰς τὴν μοναδικὴν πολιτείαν και ἐφαίνοντο εἰς τοὺς γέροντας ἐκείνους προκομμένους καὶ ἄξιος εἰς ὅλα, ἦγουν εἰς τὴν νηστείαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, χαμαικοιτίαν, σκληραγωγίαν καὶ εἰς τὴν καταφρόνησιν ὅλων τῶν ματαίων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ σώματός του, ἠγαπᾶτο μὲν ἀπὸ ὅλους, ὠνειδίζετο δὲ ἀπὸ τὸν γέροντά του διὰ τὴν ὑπερβολικὴν καὶ ἀδιάκοπον σκληραγωγίαν ὁποῦ ἔκαμνεν. Ἀλλὰ δὲν ἐπέρασε πολὺ καιρός, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς ὁ γέροντάς του, ὁ ὁποῖος διέλαμψεν κατὰ τὴν ἀρετὴν εἰς ὅλην τὴν Μακεδονίαν.

Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος, ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν, διεπέρασεν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὰ πλησιόχωρα ὄρη, ζητώντας νὰ εὕρῃ τοιοῦτον γέροντα ἐνάρετον ὡσὰν τὸν πρῶτον. Ὁ δὲ Θεὸς τοῦ ἐπλήρωσε τὸν πόθον του, διότι πηγαίνοντας εἰς τὸ Παπίκιον[4] ὄρος, ηὗρεν ἁγίους ἄνδρας, ὁμοίους μὲ τοὺς παλαιούς, οἱ ὁποῖοι ἐκατοικοῦσαν ἐπάνω εἰς τὰ βουνά, μέσα εἰς σπήλαια καὶ τόπους ἐρήμους καὶ δὲν εἶχαν μαζί τους τίποτε ἄλλο, ἔξω ἀπὸ τὰ παλαιόῤῥασα ὅπου ἐφοροῦσαν. Συναναστρεφόμενος δὲ μὲ αὐτοὺς πολὺν καιρόν, ἀνέλαβεν εἰς τὸν ἑαυτόν του ὅλας τὰς ὑπὲρ ἄνθρωπον ἀρετάς τους, καθὼς δέχεται τὸ κερὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς βούλλας.

Γ) Στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ διὰ Χριστὸς σαλός

Ἔπειτα ἐπῆγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ βλέποντας τοὺς ὡραιοτάτους ἐκείνους ναούς, καὶ προσκυνώντας τὰ ἅγια λείψανα ὁποῦ ἦσαν τεθησαυρισμένα μέσα εἰς αὐτούς, τρέχει εἰς τὸν ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ὁποῦ ὀνομάζεται Ὁδηγήτρια[5], διὰ νὰ ἰδῇ τὰ μεγαλώτατα ὁποῦ ἔγιναν ἐκεῖ.

Ταῦτα ἰδὼν καὶ προσκυνήσας ὑπερεθαύμασε καὶ ἐσυλλογίζετο τὶ μεγάλην δόξα ἔχει ἡ Θεοτόκος εἰς τοὺς Οὐρανούς, καὶ μένωντας ὅλος ἐκστατικός, ἐνυκτέρευεν μέσα εἰς τὸν ναόν. Ἦταν δὲ χωρὶς ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, χωρὶς σκέπασμα εἰς τὴν κεφαλήν, φορώντας μόνον ἕνα τρίχινον παλαιοφόρεμα· ἀπὸ τὴν θεωρίαν του δὲ αὐτήν, ἐφαίνετο εἰς ὅλους μωρός. Τοῦτο ὅμως ὑπεκρίνετο καὶ αὐτούς, πλάττωντας τάχα μωρίαν, καθὼς καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἀνδρέας, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Ὅθεν καὶ ὅλοι τὸν ἐθαύμαζον καὶ τὸν ἐστοχάζοντο σαλὸν διὰ Χριστὸν καὶ ὄχι τῇ ἀληθείᾳ.

Μαθὼν δὲ περὶ τούτου ὁ βασιλεὺς Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος[6], τὸν ἐπροσκάλεσεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ ἄρχισε νὰ συνομιλῇ μὲ αὐτὸν ἐν μέσῳ πολλῶν. Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν βασιλέα, λέγων νοήματα ἀπὸ τοὺς λόγους Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καθὼς εἶχε συνήθειαν, καὶ ἀπὸ τὰς θείας Γραφάς. Ἐθαυμάζετο δὲ ἀπὸ τοὺς ῥήτορας πῶς ἤξευρε τὰ τοῦ Θεολόγου καὶ πᾶσαν ἄλλην Γραφήν. Ὅμως, μὲ τὸ νὰ μὴν ἔμαθε γραμματικήν, καὶ μὴ λέγοντας τὶς λέξεις ὀρθὰ καὶ κατὰ τὴν τέχνην τῆς γραμματικῆς, εἶπε πρὸς τοὺς παρόντας ὁ μέγας λογοθέτης Κανήκλιος: ἡ μὲν φωνή, φωνὴ Ἰακώβ· αἱ δὲ χεῖρες, χεῖρες Ἠσαῦ. Ἀκούσας δὲ τοῦτο ὁ Ὅσιος, ἀνεχώρησεν εὐθύς, καλῶν αὐτοὺς ματαιόφρονας καὶ ἄφρονας καὶ πλέον δὲν ἐπῆγεν εἰς τὰ βασίλεια.

Εἰς δὲ τὸν τότε Πατριάρχην, τὸν Ἅγιον Ἀθανάσιον[7], ἐπήγαινε συχνά καὶ ἤκουε μετὰ χαρᾶς τοὺς γλυκυτάτους λόγους του, ὀνομάζοντάς τον νέον Χρυσόστομον. Γνωρίζοντας δὲ ὁ Πατριάρχης τὴν ἀρετήν του ἐπροσπάθησε πολὺ νὰ τὸν βάλῃ εἰς τὰ κοινόβια, ὁποῦ ἀνήγειρεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ Ὅσιος ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπάγῃ καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν ἐν Βλαχέρναις ναὸν τῆς Θεοτόκου, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ προαύλια παρέμενε, μὲ πεῖναν, δίψαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, ἀγωνιζόμενος ὅλας τὰς νύκτας. Τὰς δὲ ἡμέρας ὑπεκρίνατο μωρίαν καὶ ἐφαίνετο εις τοὺς ἀνθρώπους σαλός, ὁ κατ᾿ ἀλήθειαν σοφός, διὰ νὰ μὴν τοῦ ἀποτινάζῃ τὸν καρπὸν τῆς ἀρετῆς ὁ ἄνεμος τῆς ἀνθρωπαρεσκείας.

Δ) Στὸ Ἅγιον Ὄρος

Ἀφοῦ δὲ διέτριψεν ἐκεὶ ἱκανὸν καιρόν, ἐπῆγεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ προσκυνήσῃ τὸν Ἅγ Δημήτριον. Ἐκπληρώσας δὲ τὸν πόθον του, ἐπῆγεν εἰς τὸ Ἅγ. Ὄρος· περιερχόμενος καὶ προσκυνώντας τὰ ἱερὰ Μοναστήρια, ἐπῆγεν ὕστερον εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου. Ἐκεῖ, διαβάζοντας τὸν βίον καὶ τοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ τοῦ Ἁγ. Πέτρου Ἀθωνίτου, ἐθαύμαζεν τοῦ Πέτρου τὴν ἡσυχίαν, τοῦ Ἀθανασίου τὴν κοινοβιακὴν ζωήν, καὶ συλλογιζόμενος τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν ὁποῦ εἶχαν εἰς τὸ νὰ φυλάξουν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, ἐπόθησε νὰ σταθῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ νὰ μιμηθῇ καὶ τῶν δύο τὰς πολιτείας.

Προτοῦ ὅμως νὰ ἀρχίσῃ, ρώτησε τοὺς ἐκεῖ ἐνασκουμένους Ἁγίους Πατέρας, ποίαν πολιτείαν νὰ μεταχειρισθῇ. Και αὐτοὶ τον συμβούλευσαν πρῶτον νὰ ὑποταχθῇ εἰς γέροντα και νὰ γυμνασθῇ καθὼς πρέπει, μὲ τὰ κατορθώματα τῆς μακαρίας ὑπακοῆς, καὶ ὕστερον ἀφοῦ βάλῃ καλὸν θεμέλιον ἐπὶ τὴν θείαν ταπείνωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ῥίζα πασῶν τῶν ἀρετῶν, νὰ ὑπάγῃ καὶ νὰ ἀγωνίζεται μόνος του εἰς τὴν ἡσυχίαν.

Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ὅσιος, ὑπετάχθη εἰς τὸν ἡγούμενον και συγκατοίκησεν ἐκεῖ μὲ τοὺς λοιποὺς ἀδελφούς. Καὶ πρῶτον δοκιμάσθη εἰς τὰ κατώτερα διακονήματα, καθὼς εἶναι συνήθεια, ἔπειτα διωρίσθη νὰ ψάλλῃ εἰς τὸν χορὸν τῆς Ἐκκλησίας εἰς δόξαν Θεοῦ· διότι ὅταν ἦταν νέος ἔμαθε τὴν μουσικήν. Ψάλλων δὲ συνετῶς καὶ ἐν γνώσει τῶν λεγομένων, ὕψωνε τὸν νοῦν του εἰς τὸν ὑμνούμενον Θεόν, καὶ ἔχυνε πολλὰ δάκρυα κατανύξεως ὁ μακάριος. Τὸ ἴδιον ἐπάθαινε καὶ ἀπὸ τὰ νοήματα τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων καὶ ἦταν ὅλος ἐκστατικός, θαυμάζοντας τὴν ἄπειρον φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ μᾶς ἔδωκε τοιαύτην χάριν διὰ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος νὰ κατανοοῦμεν αὐτά, ὄντες ἀκόμη μετὰ σώματος.

Εἶχεν ὅλην τὴν καρδίαν του ἀναμμένην ἀπὸ τὸ θεῖο πῦρ καὶ φλέγοντο τὰ σπλάγχνα του ἀπὸ τὴν θείαν χάριν ποὺ κατοικοῦσε μέσα του. Διὰ τοῦτο καὶ παρόλο ὁποῦ ἦταν ἐν μέσῳ πολλῶν, ὡσὰν νὰ εὑρίσκετο κατὰ μόνας, δὲν ἐμποδίζετο ποτὲ εἰς τὴν νοερὰν προσευχήν, τό: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με· τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀσχόλαστον, κινουμένη πάντοτε μέσα εἰς τὴν καρδίαν του μαζὶ μὲ τὸν νοῦν· κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι σπάνιο καὶ δυσκολοεύρετον. Ἀλλ᾿ οὗτος ὁ μακάριος ἀπέλαυσε παιδιόθεν τὸ τοιοῦτο χάρισμα τῆς προσευχῆς διὰ τῆς ἀρετῆς του καὶ τῆς εὐλαβείας του ὁποῦ εἶχεν εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Ὤντας εἰς τὴν ὑποταγὴν τοῦ μοναστηρίου καὶ κάμνοντας προθύμως ὅλα τὰ προσταττόμενα, ἐπολιτεύετο πάλιν μὲ τὴν ὁμοίαν σκληραγωγίαν ὁποῦ περνοῦσε ὅταν ἦταν στὸ ἐν Βλαχέρναις ναόν. Καὶ οὔτε κελλίον εἶχε, οὔτε κανένα ἄλλο πράγμα ὅσα εἶναι πρὸς σωματικὴν ἄνεσιν. Μόνον τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ ἔτρωγε μὲ ἐγκράτειαν, ὅσον διὰ νὰ ζῇ. Τὴν δὲ κατοικία του τὴν εἶχεν εἰς τὰ στασίδια τοῦ νάρθηκος τῆς Ἐκκλησίας, ἀγωνιζόμενος πάντοτε μὲ τὴν ὁλονύχτιον στάσιν καὶ ἀγρυπνίαν κατὰ τὴν συνήθειάν του.

Ε) Ἐμφάνισις τῆς Θεοτόκου στὸν Ὅσιο στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθω

Καθὼς τὸ Σιναῖον ὄρος ἐκάλεσε τὸν Μωϋσήν, ὁ Κάρμηλος τὸν Ἠλίαν, καὶ τὸν Βαπτιστὴν Ἰωάννην ἡ ἔρημος, τοιουτοτρόπος καὶ τὸν Ὅσιον Μάξιμον ἀνακαλεῖ ὁ Ἄθως, τὸ ἄνθος τῶν ὀρέων, διὰ νὰ ἀνθήσῃ ὁ δίκαιος ἐν αὐτῷ καὶ νὰ καρποφορήσῃ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι τὴν Κυριακὴν τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὁποῦ εἶναι μετὰ τὴν θείαν Ἀνάληψιν, φαίνεται εις αὐτὸν ἡ Θεοτόκος ἔχουσα ἐν ἀγκάλαις τὸν Κύριον τοῦ λέγει: Ἀκολούθει μοι πιστότατε Μάξιμε, καὶ ἀνέβα ἐπάνω εἰς τὸν Ἄθωνα διὰ νὰ λάβῃς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθὼς ἐπιθυμεῖς.

Βλέποντας δὲ δύο καὶ τρεῖς φορὲς ταύτην τὴν θείαν ὀπτασίαν, ἄφησεν τὴν Μεγίστην Λαύραν καὶ μετὰ ἑπτὰ ἡμέρας ἀνέβη εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους τῷ Σαββάτῳ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ πέρασε ὅλην τὴν νύκτα ἄγρυπνος, ὁμοῦ μὲ ἄλλους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἀνεχώρησαν. Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος ἔμεινεν ἐκεῖ μόνος τρία νυχθήμερα προσευχόμενος ἀδιαλείπτως εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν Θεοτόκον διὰ μέσου προσευχῆς νοερᾶς.

Ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ διηγηθῇ τοὺς πειρασμοὺς ὁποῦ ἐμεταχειρίσθη ὁ ἐχθρὸς διὰ νὰ διώξῃ ἐκεῖθεν τὸν Ἅγιον; Διότι ἐφαίνετο ὅτι γίνονται ἀστραπαὶ καὶ βρονταί, καὶ ὅτι ἐσείετο τὸ μέγα ἐκεῖνο ὄρος τοῦ Ἄθωνος καὶ ἐξεσπῶντο πέτραι καὶ βουνά. Ὅλα δὲ αὐτὰ ἐγίνοντο ψευδῶς κατὰ φαντασίαν τῶν δαιμόνων, ἐν καιρῷ τῆς νυκτός διὰ νὰ τὸν φοβίσουν. Και τὴν ἡμέραν πάλιν ἀκούοντο φωναὶ ἄγριαι καὶ ταραχαὶ μεγάλαι, ὡσὰν νὰ ἦταν ἐκεῖ κοντὰ πλῆθος ἀνθρώπων. Καὶ ἐφαίνοντο πολλοὶ ἄσχημοι ἄνθρωποι, ὅτι ἀνέβαιναν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ ὄρους εἰς τὴν κορυφήν, καὶ ὁρμοῦσαν εἰς τὸν Ἅγιον μὲ σφενδόνας καὶ κοντάρια, διὰ νὰ τὸν κατεβάσουν ἀπὸ τὴν κορυφήν· διότι δὲν ὑπέφερον οἱ κατάρατοι νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ.

Καὶ ταῦτα μὲν ἔδειχναν ἐκεῖνοι κατὰ φαντασίαν· ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος ἔχοντας εἰς τὸν ἑαυτόν του τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ἐφοβεῖτο παντελῶς, οὐδὲ ἐφρόντιζε διὰ αὐτά. Μόνον εις τὴν νοερὰν προσευχὴν ἐκαταγίνετο καὶ ἐπαρακαλούσε τὸν Θεὸν καὶ τὴν Θεοτόκον· τὴν ἀνάδοχον αὐτοῦ καὶ προστάτην.

Καὶ λοιπὸν φαίνεται εἰς αὐτὸν ἡ Θεοτόκος μετὰ δόξης πολλῆς ὡς βασίλισσα, περικυκλουμένη ἀπὸ πολλοὺς ἄρχοντας νέους αὐτοὺς εἰς τὴν ἡλικίαν, κρατοῦσα πάλιν εἰς τὰς χεῖράς της τὸν Υἱόν της, τὸν δημιουργὸν πάσης τῆς κτίσεως. Γνωρίσας δὲ αὐτὴν ὁ Ἅγιος, ἀπὸ τὸ ἐξαίσιον καὶ θεῖον ἐκεῖνο φῶς ὁποῦ διέλαμπε καὶ ἐφώτιζε τριγύρω ὅλα τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν ἦταν πλάνη δαιμονική, ἀλλὰ θεία ὀπτασία καὶ ἐμφάνεια ἀληθινὴ της Θεοτόκου, τὴν ἐδοξολόγησε μετὰ χαρᾶς ἀνεκλαλήτου λέγων: Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ· καὶ ἄλλα τοιαῦτα.

Ἔπειτα πεσών, ἐπροσκύνησε τὸν Κύριον ὁμοῦ μὲ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον, καὶ ἐδέχθη παρὰ Κυρίου τὴν εὐλογίαν. Ἤκουσε δὲ ἀπὸ τὴν Παναγίαν ταῦτα: Λάβε τὴν χάριν κατὰ δαιμόνων, ὁ σεπτὸς ἀθλοφόρος καὶ κατοίκησε εἰς τὰ πρόποδα τῆς κορυφῆς τοῦ Ἄθωνος· διότι τοῦτο εἶναι θέλημα τοῦ Υἱοῦ μου, διὰ νὰ ἀνέβῃς εἰς ὕψος ἀρετῆς καὶ νὰ γίνῃς διδάσκαλος καὶ ὁδηγὸς εἰς πολλούς, καὶ νὰ σώσῃς αὐτούς.

Καὶ μετὰ ταῦτα τοῦ ἐδόθη καὶ ἄρτος οὐράνιος εἰς τροφὴν καὶ ἀναψυχὴν τῆς φύσεως, ὁποῦ ἦταν τόσας ἡμέρας νηστικός, εὐθὺς δὲ ὁποῦ ἐπῆρε τὸν ἄρτον καὶ τὸν ἔβαλεν εἰς τὸ στόμα του, τὸν ἐπερικύκλωσε ἄνωθεν θεῖο φῶς καὶ ἤκουσεν ὕμνον Ἀγγελικόν. Καὶ οὕτως, ἡ μὲν Θεοτόκος ἀνέβη εἰς τὰ οὐράνια, τόση δὲ ἔλλαμψις καὶ εὐωδία ἔμεινεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους, ὥστε ἔγινεν ἐκστατικὸς ὁ Ἅγιος, καὶ δὲν ἤθελεν νὰ κατέβῃ ἐκεῖθεν και νὰ ὑστερηθῇ τὴν εὐωδίαν ἐκείνην καὶ τὴν λάμψιν.

Ὅθεν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐκατέβη κατὰ τὴν προσταγὴν τῆς Θεοτόκου, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Ναόν της τὸν ὀνομαζόμενον Παναγία. Ἐκεῖ δὲ διατρίψας ἡμέρας τινάς, ἀνέβη πάλιν εἰς τὴν κορυφήν, καὶ ἠσπάζετο τὸν τόπον ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἐστέκετο ἡ Θεοτόκος μετὰ δόξης, καὶ ἐζητοῦσε πάλιν μετὰ δακρύων τὴν θείαν αὐτῆς ἐμφάνειαν. Πλὴν ὅμως, μόνον φῶς εἶδε καὶ εὐωδίαν ὠσφράνθη ἀχόρταστον, καθὼς εἶναι καὶ πρότερον, ἐγέμισε δὲ ὅλος ἀπὸ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην ἄῤῥητον. Καὶ τοῦτο ἠκολούθησε δύο καὶ τρεῖς φορὰς ὁποῦ ἀνέβη εἰς τὴν κορυφήν. Τὴν Θεοτόκον ὅμως δὲν τὴν εἶδε πλέον, ὡς τὴν πρώτην φοράν.

ΣΤ) Ὁ Καυσοκαλύβης

Ἀπὸ τότε δὲ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἐκατέβη εἰς τὸ Καρμήλιον[8] εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἐκεῖ εὑρῶν ἕνα μοναστὴν γέροντα, τοῦ ἐφανέρωσε ἐκεῖνα ὁποῦ εἶδε καὶ ἤκουσεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους. Ὁ δὲ γέρων ἀκούσας ταῦτα, ἐνόμισεν ὅτι ἐπλανήθη ὁ θεῖος Μάξιμος καὶ ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ εἶδε κατὰ φαντασίαν δαιμονικήν. Ἔτσι, ὠνόμασε πλανημένον τὸν φωστῆρα καὶ ὁδηγὸν τῶν πλανημένων. Ἀπὸ τότε δὲ τὸν ἔλεγαν ὅλοι πλέον πλανημένον, καὶ ἀποστρεφόμενοι αὐτόν, τὸν ἐδίωκον διὰ νὰ μὴν πλησιάσῃ εἰς κανέναν.

Ἀλλ᾿ ὁ ἀπλανὴς οὗτος φωστήρ ἐδέχθη μὲ μεγάλην του χαρὰν τὸ νὰ τὸν ὀνομάζουν πλανημένον καὶ ὄχι Ἅγιον. Ὑπεκρίνετο δὲ πάντοτε πὼς εἶναι πλανημένος καὶ ὅταν ὠμιλοῦσε μὲ ἄλλους ἐκαμώνετο πὼς εἶναι μωρός, διὰ νὰ ἀφανίσῃ μὲ αὐτὸν τὴν ὑπερήφανον ἀνθρωπαρέσκεια καὶ τὴν οἴησιν καὶ νὰ καρποφορήσῃ τὴν ταπεινοφροσύνην, ἡ ὁποία φυλάττει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύμαατος.

Διὰ τοῦτο δὲν ἐκατοίκησεν εἰς ἕνα τόπον καθὼς οἱ ἄλλοι· ἀλλ᾿ ὡς πλανημένος ἐμετατοπίζετο ἐκ τόπου εις τόπον καὶ ὅπου ἐπήγαινεν, ἔφτιαχνε ἀπὸ χόρτα καλύβαν μικράν, ὅσον νὰ χωρῇ μόνον τὸ πολύαθλον σῶμά του, καὶ μετ᾿ ὀλίγον τὴν ἔκαιε, καὶ ἐπήγαινεν εἰς ἄλλον μέρος καὶ ἔφτιαχνεν ἄλλην.

Τόση δὲ ὑπὲρ ἄνθρωπον ἦταν ἡ ἀκτημοσύνη του, ὥστε δὲν ἀπέκτησε ποτὲ οὔτε δικέλλαν, οὔτε σκαλιστήρι, οὔτε τορβᾶν, οὔτε σκαμνί, οὔτε τράπεζαν, τσουκάλι ἤ ἀλεῦρι, ἤ λάδι, ἤ κρασί, ἤ ψωμί, οὔτε κανένα ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ ὡς ἄϋλος σχεδόν, περνοῦσε τὴν ζωήν του εἰς ἐρήμους καὶ ἀβάτους τόπους. Μόνον μικρὰ καλύβαν ἔφτιανε, καθὼς εἴπαμεν, καὶ μετ᾿ ὀλίγον τὴν ἔκαιε καὶ ἔφευγεν ἐκεῖθεν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐλέγετο πλανημένος ὁμοῦ καὶ καυσοκαλύβης, διότι δὲν ἐγνώριζαν οἱ ἄλλοι τὴν θείαν χάριν ὁποῦ τὸν ἐσκέπαζε καὶ τὴν ἐλπίδα ὁποῦ τὸν ἐδρόσιζε καὶ τὴν παντοτινὴ προσευχὴν ὁποῦ τὸν ἐγλύκαινεν.

Ζ) Ἀγῶνες καὶ ἀσκησις τοῦ Ὁσίου

Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ παραστήσῃ καθὼς πρέπει, τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν ὁποῦ ὑπέμεινε, τὴν γυμνότητα, τὰ κρύα, τοὺς παγετοὺς τοῦ χειμῶνος καὶ τὰ καύματα τοῦ θέρους, χωρὶς σκέπην σπιτιοῦ, χωρὶς δεύτερον φόρεμα, ἀνυπόδητος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπό τινα καμμίαν ὑπόληψιν; Μόνον ἀνίσως καὶ βιαζόμενος πολὺ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς φύσεως, ἤθελεν ὑπάγῃ καμμίαν φορὰν εἰς κανέναν ἀδελφόν, διὰ νὰ παρηγορήσῃ ὀλίγον τὸ σῶμά του μὲ ψωμὶ καὶ ἅλας καὶ μὲ ὀλίγον κρασί, ἂν εὕρισκε.

Ἤθελεν δὲ εἰπεῖ τινάς, ὅτι δι᾿ αὐτὸν εἶπεν ὁ Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις: ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν, οὐδὲ θερίζουσιν, οὐδὲ συνάγουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ Οὐρανιος τρέφει αὐτά. Διότι οὗτος ὁ Ἅγιος ἦταν ὡς πετεινὸν τοῦ οὐρανοῦ ἤ καλύτερα νὰ ειπῶ, ὡς ἄσαρκος ἐκατοικοῦσε εἰς ἐκείνην τὴν ἔρημον. Καὶ κατὰ ἀλήθειαν, οὗτος ὁ ἀείμνηστος Μάξιμος ἐσταύρωσε, κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον: τὴν σάρκαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Τίς νὰ μὴ θαυμάσῃ τὴν τοιαύτην ἀγγελικήν του διαγωγήν; Τίς νὰ μὴ ἐκπλαγῇ ἀκούωντας τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον ὑπερφυσικὰ αὐτοῦ ἀγωνίσματα; Τὴν μεγάλην δηλονότι ὑπομονήν του, τὴν ὁλονύκτιον στάσιν, τὰ ἀένναα δάκρυα, τὴν ἀδιάκοπον προσευχήν, τὴν μετάνοιαν, τὸν κτύπον τῆς κεφαλῆς του εἰς τὸ πετρῶδες ἔδαφος, τὴν ἡσυχίαν, τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωσίν του;

Ὅθεν καὶ ἔγινε κατοικητήριον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἄλλος Πέτρος Ἀθωνίτης καὶ ἄλλος Μέγας Ἀθανάσιος ἐφάνη, τῶν ὁποίων τὰς πολιτείας ἠγωνίζετο, μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις νὰ μιμηθῇ. Καλύτερα δὲ νὰ εἰπῶ, τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν μοναστῶν, Παῦλο λέγω τὸν Θηβαῖον καὶ τὸν Μέγαν Ἀντώνιον ἐζήλωσε, καὶ εἰς τὰ ὕψη τῶν ἀρετῶν ἐκείνων ἔφθασε. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ νοῦς του, ὡς καὶ ἐκείνων, ἡρπάζετο εἰς θεωρίας καὶ ἔβλεπεν ἀποκαλύψεις μυστηρίων.

Ταῦτα δὲ πάντα πότε ἐγνωρισθησαν εἰς τοὺς ἄλλους; Ὅταν αὐτὸς ἔγινε γνώριμος καὶ συνανεστράφη μὲ ἄλλους ἁγίους γέροντας καὶ ἀσκητὰς μεγάλους, οἱ ὁποῖοι ἐθαύμαζον μὲν καὶ προτύτερα καὶ εὐλαβοῦντο τὸν θεῖον Μάξιμον διὰ τοὺς μεγάλους του ἀγῶνας, εἶχον ὅμως καὶ τὴν πρόληψιν ὅτι ἦταν πλανεμένος. Ἀλλ᾿ ὁπόταν ἐσυνανεστράφησαν μὲ αὐτόν, καὶ δὲν τὸν ἔλεγαν πλέον πλανεμένον, ἀλλὰ τίμιον Μάξιμον καὶ φωστῆρα ὑπέρλαμπρον.

Η) Συνάντησις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Σιναΐτου μὲ τὸν Ὅσιον

2017-01-25_110148Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιιρὸν ἦλθεν εἰς τὸ Ὄρος καὶ ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὀ Σιναΐτης, καὶ καθήσας εἰς τὴν σκήτιν τοῦ Μαγουλᾶ[9], ἔγινεν εἰς ὅλους τοὺς πατέρας τοῦ ὄρους ποθητός, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς ἡσυσχαστάς. Ἦταν δὲ θαυμαστὸς διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὰς μηχανὰς καὶ τέχνας τῶν δαιμόνων, κάτι τὸ ὁποῖον εἶναι σπάνιον καὶ δυσεύρετον. Διὰ τοῦτο, τρέχοντες πρὸ αὐτὸν οἱ ἡσυχασταί, ἐδιδάσκοντο τὰ μυστήρια τῆς νοερᾶς προσευχῆς καθὼς καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀπλανῆ σημεῖα τῆς χάριτος καὶ ποῖα τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ.

Μερικοὶ δὲ ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ εἶπον καὶ περὶ τοῦ Ὁσίου Μαξίμου, διηγούμενοι τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον αὐτοῦ διαγωγήν, καὶ τὴν πεπλανημένην του μωρίαν. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Γρηγόριος θαύμαζε καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἰδῇ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ αὐτόν. Ὅθεν καὶ ἀπέστειλε τινὰς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ νὰ προσκαλέσουν τὸν Μάξιμον, διὰ νὰ ὑπάγῃ πρὸς αὐτόν

Πηγαίνοντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι εἰς τὴν καλύβαν του δὲν τὸν ηὗραν καὶ ἐτριγύριζον δύο ἡμέρας ζητοῦντες αὐτόν. Ὅμως δὲν τὸν εὕρισκαν ἐπειδὴ ἦταν χειμῶνας καιρός, καὶ αὐτὸς διέτριβε μέσα εἰς τὰ σπήλαια καὶ τὰ δάση. Κοπιάσαντες λοιπὸν καὶ ταλαιπωρηθέντες ἀπὸ τὸν χειμῶνα, κατέφυγον εἰς τὸ κελλίον τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, διὰ νὰ λάβουν ὀλίγην ἀναψυχήν. Καὶ ἐκεῖ, νὰ καὶ φθάνει ὁ ζητούμενος θεῖος Μάξιμος καὶ χαιρετᾷ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρεθέντας κατ᾿ ὄνομα, προλέγοντας καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Ὁσίου Γρηγοριου, ὅτι δηλαδὴ βούλεται νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ Ἅγιον ὄρος καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ Παρόροια[10] καὶ ἄλλα τινά.

Οἱ δὲ ἀπεσταλμένοι ἀδελφοὶ ἐφανέρωσαν εἰς αὐτὸν τὸ μήνυμα τοῦ γέροντός τους. Αὐτὸς δὲ ἐκίνησε παρευθύς, καὶ ἐπήγαινεν μαζὶ μὲ αὐτοὺς εἰς τὸν Γρηγόριον, ψάλλων το: ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου· κ.τ.λ.

Ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς τὸ κελλίον τοῦ Γρηγορίου, τοὺς λέγει ὁ θεῖος Μάξιμος: Ὁ γέρων ἀναπαύεται τώρα. Ἡσυχάσατε καὶ ἐσεῖς ὀλίγον καθὼς και ἐγὼ ὁμοίως θέλω νὰ ἀναπαυθῶ, ἕως νὰ ἰδῶ τὸν γέροντα. Καὶ οὕτως ἐμβῆκεν εἰς τὸ δάσοςκαὶ ἐπροσηύχετο μετὰ δακρύων ψάλλων τό: Κατευθυνθήτω Κύριε τὰ διαβήματά μου ἐνώπιόν Σου καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία.

Τελειώνοντας δὲ τὸν ψαλμόν, ἐπροσκαλέσθη ἀπὸ τὸν θεῖον Γρηγόριον καὶ εὐθὺς ἐπῆγε. Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἠσπάθησαν ἀναμεταξύ τους, ἔβγαλεν ἔξω ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοὺς ἄλλους καὶ μόνον τὸν θεοφόρον Μάξιμον ἐκράτησε θέλωντας νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἐκεῖνα ὁποῦ ἤκουσεν περὶ αὐτοῦ.

Θ) Θεῖες ἐμπειρίες. Ἡ θεολογία τοῦ Ὁσίου περὶ νοερᾶς προσευχῆς

Ἐρωτηθεὶς λοιπὸν ἀπὸ τὸν θεῖον Γρηγόριον ὁ Μάξιμος, τοῦ ἀπεκρίθη: Συγχώρησόν μοι Πάτερ, ἐγὼ εἶμαι πλανημένος. Καὶ ὁ Γέρων τοῦ λέει: Ἄφες αὐτὰ τώρα, καὶ εἰπέ μου διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου, τὴν ἀρετήν σου, διὰ νὰ μὲ φωτίσῃς. Εἰ δὲ μη, κἄν νὰ οἰκοδομηθῶμεν εις τὴν ἀρετήν καὶ νὰ ὠφεληθῶμεν μεταξύ μας. Διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι τοιοῦτος καθὼς εἶνα ἄλλοι τινές, οἱ ὁποῖοι παγιδεύουν τὸν πλησίον μὲ τὰ λόγια τους, ἀλλὰ ἀγαπῶ αὐτὸν ὡσὰν τὸν ἑαυτόν μου. Εἰπέ μου λοιπόν, τὴν ἀρετήν σου.

Τότε ὁ θεῖος Μάξιμος τοῦ ἐφανέρωσεν ὅσα ἔκαμεν ἐκ νεότητός του· δηλαδή, τὸν ἔνθεον ζῆλον ὁποῦ εἶχε, τὴν φυγὴν τοῦ κόσμου, τὴν ὑποταγήν του, τὴν πλαστὴν μωρίαν, τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνας, τὴν φοβερὰν ἐκείνην ὀπτασίαν τῆς Θεοτόκου, τὸ φῶς ὁποῦ τὸν περικύκλωσε τότε, καὶ ἄλλοτε τὸν περικυκλώνει καὶ τοὺς πειρασμοὺς τῶν δαιμόνων.

Ὁ δὲ θεῖος Γρήγοριος, περικόψας αὐτὸν ἀπὸ τὸν λόγον του, εἶπε: Λέγε μου σὲ παρακαλῶ, κρατεῖς τὴν νοερὰν προσευχὴν τιμιώτατε Πάτερ; Καὶ ἐκεῖνος ἐχαμογέλασε ὀλίγον καὶ τοῦ λέγει: Δὲν θέλω σοῦ κρύψω Πάτερ μου τὸ θαῦμα τῆς Θεοτόκου ὁποὺ ἔγινε εἰς ἐμέ. Ἐγὼ ἐκ νεότητός μου εἶχον πολλὴν πίστιν εἰς τὴν Κυρίαν Θεοτόκον καὶ τὴν ἐπαρακαλοῦσα μετὰ δακρύων νὰ μοῦ δώσῃ αὐτὴν τὴν χάριν τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μιὰν δὲ τῶν ἡμερῶν πηγαίνοντας εἰς τὸν ναόν της, καθὼς εἶχα συνήθεια, τὴν ἐπαρακαλοῦσα πάλιν μὲ ἄμετρον θερμότητα τῆς καρδίας μου. Ἐκεῖ ὁποῦ ἀσπαζόμουν μὲ πόθον τὴν ἁγίαν εἰκόνα της, παρευθὺς ἔνιωσα εἰς τὸ στῆθος καὶ εἰς τὴν καρδίαν μου μίαν θερμότητα καὶ φλόγα, ὁποῦ ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἁγίαν εἰκόνα, ἡ ὁποία δὲν μὲ ἔκαιεν, ἀλλὰ μὲ ἐδρόσιζε καὶ μὲ ἐγλύκαινε καὶ ἐπροξενοῦσεν εἰς τὴν ψυχήν μου μεγάλην κατάνυξιν. Ἀπὸ τότε πλέον Πάτερ ἄρχισεν ἡ καρδία μου νὰ λέγῃ ἀπὸ μέσα τὴν προσευχήν, καὶ ὁ νοῦς μου νὰ γλυκαίνεται εἰς τὴν ἐνθύμησιν τοῦ Ἰησοῦ μου καὶ τῆς Θεοτόκου μου, καὶ νὰ εἶναι πάντοτε μαζὶ μὲ τὴν ἐνθύμησιν αὐτῶν. Ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν πλέον δὲν ἔλειψεν ἡ προσευχὴ ἀπὸ την καρδία μου.

Καὶ ὁ Γρηγόριος τοῦ λέγει: Εἰπέ μοι Πάτερ· σοῦ ἠκολούθησε καμμίαν φοράν, εἰς καιρὸν ὁποῦ ἔλεγες τὴν εὐχήν, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ καὶ τὰ ἑξῆς, ἀλλοίωσις θεϊκὴ ἤ ἔκστασις ἤ κανένας ἄλλος καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Καὶ ὁ ἱερὸς Μάξιμος τοῦ εἶπε: Ὦ Πάτερ, διὰ τοῦτο πήγαινα εἰς ἔρημον τόπον καὶ ἐποθοῦσα τὴν ἡσυχίαν πάντοτε, διὰ νὰ ἀπολαύσω πλέον περισσότερον τὸν καρπὸν τῆς προσευχῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι μία ἀγάπη ὑπερβολικὴ εἰς τὸν Θεόν, καὶ μία ἁρπαγὴ τοῦ νοὸς πρὸς τὸν Κύριον.

Καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοῦ λέγει: Σὲ παρακαλῶ Πάτερ νὰ μοῦ εἰπῇς, τὰ ἔχεις αὐτὰ ὁποῦ εἶπες; Τότε ὁ θεῖος Μάξιμος ἐχαμογέλασεν πάλιν καὶ τοῦ λέγει: Δός μου νὰ φάγω καὶ μὴν ἐξετάζῃς τὴν πλάνην μου. Καὶ Αγιος Γρηγόριος τοῦ εἶπεν: Μακάρι καὶ ἐγὼ νὰ εἶχα τὴν πλάνην τὴν ἐδικήν σου Ἅγιε. Ὅμως σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῇς· ὅταν ἁρπάζεται ὁ νοῦς σου εἰς θεωρίαν, τί βλέπεις μὲ τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμούς; Καὶ ἀνίσως ἠμπορεῖ τότε ὁ νοῦς μαζὶ μὲ την καρδίαν νὰ ἀναφέρῃ τὴν προσευχήν;

Καὶ ὁ Μάξιμος τοῦ ἀπεκρίθη: Ὄχι δὲν ἠμπορεῖ. Διότι ὅταν ἔλθῃ ἡ χάρις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος εις τὸν ἄνθρωπον διὰ μέσου τῆς προσευχῆς, τότε παύει πλέον ἡ προσευχή, ἐπειδὴ ὁ νοῦς κυριεύται ὅλος ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δυνάμεις του. Ὁ νοῦς τότε μένει ἀργός, καὶ ὑποτάσσεται εἰς τὸ Ἅγ. Πνεῦμα και ὁποῦ θέλει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τὸν πηγαίνει. Ἤ εἰς ἀέρα ἄϋλον θείου φωτός, ἤ εἰς ἄλλην θεωρίαν ἀνεκδιήγητον, ἤ καὶ πολλάς εἰς ὁμιλίαν θεϊκήν. Καὶ ἐν συντομίᾳ, καθὼς θέλει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἔτσι παρηγορεῖ τοὺς δούλους Του. Καθὼς πρέπει εἰς τὸν καθένα, ἔτσι τοῦ δίδει καὶ τὴν χάριν του. Καὶ τοῦτο ὁποῦ λέγω, ἠμπορεῖ τινὰς νὰ τὸ ἰδῇ φανερὰ εἰς τοὺς Προφήτας καὶ Ἀποστόλους ὁποῦ ἠξιώθησαν νὰ ἰδοῦν τόσας θεωρίας. Καὶ ὅμως, οἱ ἄνθρωποι τοὺς περιέπαιζαν καὶ τοὺς εἶχαν διὰ πλανημένους καὶ μεθυσμένους.

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας εἶδε τὸν Κύριον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, καὶ τὰ Σεραφεὶμ κύκλῳ αὐτοῦ. Ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος εἶδε τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν Ἰησοῦ ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, καὶ τὰ λοιπά. Τοιουτοτρόπως καὶ τώρα οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ ἀξιώνονται νὰ βλέπουν θεωρίας διαφόρους, τὰς ὁποίας μερικοὶ δὲν τὰς πιστεύουν, οὐδὲ τὰ δέχονται κατ᾿ οὐδένα τρόπον πὼς εἶναι ἀληθιναί, ἀλλὰ τὰς ἔχουν διὰ πλάνην· ἐκείνους δὲ ὁποῦ τὰς βλέπουν τοὺς ἔχουν διὰ πλανημένους.

Καὶ θαυμάζω πολὺ εἰς τοῦτο καὶ ἀπορῶ, πῶς οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐπορώθησαν και ὡσὰν τυφλοὶ εἰς τὴν ψυχήν, δὲν πιστεύουν ἐκεῖνο ὁποῦ ὑπεσχέθη ὁ ἀψευδὴς Θεός, μὲ τὸ στόμα τοῦ Πρ. Ἰωήλ, ὁποῦ λέγει: ὅτι θέλω χύσῃ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματός μου εἰς κάθε πιστόν, καὶ εἰς τοὺς δούλους μου καὶ εἰς τὰς δούλας μου. Τὴν χάριν δὲ αὐτὴν τὴν ἔδωκεν ὁ Κύριός μας, τὴν δίδει καὶ τώρα καὶ θέλει τὴν δίδει καὶ ἕως τῆς συντελείας.

Ὅταν ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἔλθῃ εἰς κάποιον, δὲν τοῦ δείχνει τὰ συνειθισμένα, οὔτε τὰ αἰσθητὰ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ ἐκεῖνα ὁποῦ δὲν τὰ εἶδε ποτέ του, οὔτε τὰ ἐφαντάσθη. Τότε καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου διδάσκεται ἀπὸ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα μυστήρια ὑψηλὰ καὶ ἀπόκρυφα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν Παῦλον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἰδῇ μάτι σωματικὸν τοῦ ἀνθρώπου, οὐδὲ νοῦς ἠμπορεῖ νὰ τὰ συλλογισθῇ ἀπὸ λόγου του ποτέ.

Διὰ νὰ καταλάβῃς πῶς τὰ βλέπει ὁ νοῦς μας στοχάσου αὐτὸ ὁποῦ ἔχω νὰ σοῦ εἰπῶ. Τὸ κηρὶ ὅταν εἶναι μακρὰν ἀπὸ τὴν φωτίαν, εἶναι κηρὶ στέρεον καὶ πιάνεται.Ὅταν ὅμως τὸ βάλῃς εἰς τὴν φωτίαν καίεται καὶ ἀνάπτει καὶ γίνεται ὅλον φῶς, καὶ ἔτσι τελειώνει μέσα εἰς τὴν φωτίαν ὅλον. Ἔτσι καὶ ὁ νοῦς, ὅταν εἶναι μονάχος, χωρὶς νὰ ἀνταμωθῇ μὲ τὸν Θεόν, ἐννοεῖ ὅσα εἶναι τῆς δυνάμεώς του. Ὅταν ὅμως πλησιάσῃ εἰς τὸ πῦρ τῆς θεότητος, καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τότε πλέον κυριεύται ὅλος διόλου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θεϊκὸ φῶς καὶ γίνεται ὅλος φῶς, καὶ ἐκεῖ μέσα εἰς τὴν φλόγα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀνάπτει καὶ λυώνει ἀπὸ τὰ θεϊκὰ νοήματα. Δὲν ὑπάρχει δὲ τρόπος ἐκεῖ μέσα, εἰς τὸ πῦρ τῆς θεότητος, νὰ ἐννοῇ τὰ ἐδικά του, καὶ ἐκεῖνα ὁποῦ θέλει.

Ι) Ἡ θεολογία τοῦ Ὁσίου διὰ τὴν διάκρισιν τῶν σημείων τῆς πλάνης ἀπὸ τῆς χάριτος

Τότε τοῦ λέγει ὁ θεῖος Γρηγόριος: Εἶναι καὶ ἄλλα, Καυσοκαλύβη μου, παρόμοια, ὁποῦ εἶναι τῆς πλάνης. Καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος τοῦ ἀπεκρίθη: Ἄλλα εἶναι τὰ σημάδια τῆς πλάνης καὶ ἄλλα τῆς χάριτος. Διότι τὸ πονηρὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ὅταν πλησιάσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον, συγχύζει τὸν νοῦν καὶ τὸν ἀγριεύει. Κάμνει τὴν καρδίαν σκληρὰν καὶ τὴν σκοτίζει, προξενεῖ δειλίαν, φόβον καὶ ὑπερηφάνειαν. Τοῦ ἀγριεύει τὰ μάτια, ταράσσει τὸ μυαλόν, τοῦ ἀνατριχιάζει ὅλο τὸ κορμί. Τοῦ δείχνει κατὰ φαντασίαν εἰς τὰ μάτια, φῶς ὄχι λαμπρὸ και καθαρόν, ἀλλὰ κόκκινον, τοῦ κάμνει τὸν νοῦν δαιμονιώδη καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ λέγῃ μὲ τὸ στόμα του ἄπρεπα λόγια καὶ βλάσφημα.

Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ βλέπει τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς πλάνης, ὀργίζεται τὶς περισσότερες φορές, καὶ εἶναι γεμάτος ἀπὸ θυμόν. Τὴν ταπείνωσιν δὲ παντελῶς δὲν τὴν ἠξεύρει, μήτε τὸ ἀληθινὸν πένθος καὶ δάκρυον, ἀλλὰ πάντοτε καυχᾶται εἰς τὰ κατορθώματα καὶ δοξάζεται καὶ χωρὶς συστολὴν καὶ φόβον Θεοῦ εὑρίσκεται μὲ τὰ πάθη. Τέλος δὲ πάντων, βγαίνει παντάπασιν ἀπὸ τὰς φρένας του καὶ ἔρχεται εἰς τελείαν ἀπώλειαν. Εἶθε ἀπὸ τὴν πλάνην αὐτὴν νὰ μᾶς γλυτώσῃ ὁ Κύριος διὰ τῶν εὐχῶν σου.

Τὰ σημεῖα δὲ τῆς χάριτος εἶναι αὐτά: ὅταν ὑπάγῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ συμμαζεύει τὸν νοῦν καὶ τὸν κάμνει νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ταπεινός. Τοῦ φέρνει τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου καὶ τῶν ἁμαρτιῶν του, τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ τῆς αἰωνίου κολάσεως καὶ τοῦ κάνει τὴν ψυχήν του εὐκολοκατάνυκτον νὰ κλαίῃ καὶ νὰ πενθῇ. Κάμνει καὶ τὰ μάτια του ἥρεμα καὶ γεμᾶτα δάκρυα. Ὅσον δὲ πλησιάζει εἰς τὸν ἄνθρωπον, τόσον τὸν ἡμερώνει εἰς τὴν ψυχήν, καὶ τὴν παρηγορεῖ δι᾿ ἐνθυμήσεων τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀπείρου του φιλανθρωπίας.

Προξενεῖ δὲ εἰς τὸν νοῦν ὑψηλὲς καὶ ἀληθινὲς θεωρίες. Πρῶτον, διὰ τὴν ἀκατανόητον δύναμιν τοῦ Θεοῦ, πῶς μὲ ἕνα λόγον ἐδημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μὴ ὄν εἰς τὸ εἶναι. Δεύτερον, διὰ τὴν ἄπειρόν του δύναμιν, ὁποῦ συγκρατεῖ καὶ κυβερνᾶ τὰ πάντα καὶ ἔχει ὅλων τὴν πρόνοιαν. Τρίτον, διὰ τὸ ἀκατανόητον τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ διὰ τὸ ἀνεξιχνίαστον πέλαγος τῆς θείας Οὐσίας καὶ τὰ λοιπά.

Καὶ τότε ὡσὰν ἁρπαχθῇ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θεῖο φῶς καὶ φωτισθῇ φωτισμὸν θεϊκῆς γνώσεως, γίνεται ἡ καρδία του γαληνὴ καὶ πραοτάτη, καὶ ἀναβρύει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τὴν χαράν, τὴν εἰρήνην, τὴν μακροθυμίαν, τὴν καλωσύνην, τὴν συμπάθειαν, τὴν ἀγάπην, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὰ λοιπά. Ἀπολαμβάνει δὲ ἡ ψυχήν του μίαν ἀγαλίασιν ἀνεκδιήγητον.

ΙΑ) Ὁ Ὅσιος πείθεται νὰ παραμείνῃ πλέον εἰς ἕνα τόπο

Ἀκούοντας ταῦτα ὁ Γρηγόριος, ἔμεινεν ἐκστατικὸς καὶ ἐθαύμαζε εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ ἔλεγεν ὁ θεῖος Μάξιμος, καὶ πλέον δὲν τὸν ὠνόμαζεν ἄνθρωπον ἀλλὰ Ἄγγελον ἐπίγειον. Ὅθεν καὶ πολλὰ τὸν ἐπαρεκάλεσε λέγων: Παῦσαι παρακαλῶ ἀπὸ τοῦ νὰ κατακαίῃς πλέον τὴν κέλλαν σου καὶ συμμάζωξε τὸν ἑαυτόν σου εἰς ἕνα τόπον, καὶ κάθησε ἐκεῖ, καθὼς λέγει ὁ σοφὸς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, διὰ νὰ κάμῃς περισσότερον καρπόν, καὶ διὰ νὰ ὠφελήσῃς καὶ ἄλλους πολλούς, ὡς ἐμπειρότατος εἰς τὴν ἀρετήν.

Διότι νὰ ὁποῦ ἔφθασε καὶ εἰς σὲ τὸ γῆρας, καὶ ὁ θάνατος ἔρχεται πολλὲς φορὲς παρὰ καιρόν. Διὰ τοῦτο, μετάδος τὸ τάλαντον, ἤτοι τὸ χάρισμα ὁποῦ ἔλαβες, καὶ τὸν θεῖον σπόρον τῆς διδασκαλίας σου, εἰς τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, διὰ μέσου τῆς κατοικήσεώς σου εἰς ἕνα τόπον, διὰ νὰ λάβης εἰς τοὺς οὐρανούς καὶ μισθὸν περισσότερον διὰ τὴν ὠφέλειαν τῶν ἄλλων.

Διότι καὶ ὁ Κύριος ὁποῦ ἔδωκεν εἰς τοὺς Αποστόλους τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν τοὺς ἔστειλεν νὰ περνοῦν τὴν ζωήν τους εἰς τὰ ὄρη ἀλλὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ μεταλάβουν καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν χάριν ἐκείνων, καὶ νὰ γίνουν οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἅγιοι διὰ μέσου τῆς ἁγιότητος ἐκείνων. Διὰ τοῦτο εἶπε πρὸς αὐτούς: λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· καὶ ὄχι ἔμπροσθεν τῶν πετρῶν.

Ἄς λάμψῃ λοιπὸν καὶ τὸ δικό σου φῶς ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ ἰδοῦν τὰ καλά σου ἔργα καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἄφες δὲ πλέον τὸ νὰ ὑποκρίνεσαι ὅτι εἶσαι σαλός, ὅτι γίνεται σκάνδαλον εἰς ἐκείνους οἵτινες δὲν ἠξεύρουν τὰ κατορθώματά σου. Ἄκουσε λοιπὸν τὴν συμβουλή μου καὶ κάμε καθῶς σοῦ λέγω, ὡς ἄριστος φίλος σου καὶ ἀδελφός σου. Διότι: ἀδελφὸς ὑπ᾿ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά· λέγει ἡ θεία Γραφή.

Ταύτας τὰς συβουλὰς τοῦ θείου Γρηγορίου μανθάνοντες οἱ ἄλλοι μεγάλοι Γέροντες, συμφώνως τὸν συνεβούλευσαν καὶ αὐτοί, καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ καθήσῃ εἰς ἕναν τόπον.

Εὑρίσκοντας λοιπὸν ὁ θεῖος Μάξιμος ἕνα σπήλαιον, τὸ ὁποῖο ἦταν πλησίον τοῦ κυρ-Ἡσαΐα ἕως τρία μίλια, ἔκαμε εἰς αὐτὸ ἕνα περίφραγμα, μίαν ὀργιὰν τὸ πλάτος καὶ μίαν τὸ μάκρος, χωρὶς πέτρας ἤ σανίδας καὶ καρφία, ἀλλὰ μὲ κλαδία καὶ χορτάρια κατὰ τὴν συνήθειάν του. Ἐφάνη δὲ πὼς ἔκαμε κελλίον καὶ ἐκάθισεν μέσα εἰς αὐτό. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν τὸ ἔκαυσε πλέον, ἀλλὰ ἐπέρασεν ἐκεῖ ὅλην τὴν ζωὴν μὲ τὴν συνειθισμένην του ἀκτημοσύνην, φυλάττοντας πάλιν τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον ἄσκησιν ὡς ἄσαρκος.

Ἀργότερα δέ, ἔσκαψε καὶ τὸ μνῆμά του κοντὰ εἰς τὸ κελλίον του καὶ καθ᾿ ἑκάστην πηγαίνοντας εἰς αὐτὸ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Ὄρθρου ἔκλαιεν ὁ Καυσοκαλύβης τὸν Μάξιμον καὶ ἔψαλλε κάποια νεκρώσιμα ἐξαποστειλάρια, σύμφωνὰ μὲ τὸ· ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις κατακοσμήσας ὡς Θεός· τὰ ὁποῖα ἐπόνησεν αὐτός.

ΙΒ) Θαύματα τοῦ Ὁσίου

Καθήσας λοιπὸν εἰς τὸ κελλίον του, ἠγωνίζετο τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον ἐκείνην ἄσκησιν. Οἱ δαίμονες ὅμως συναχθέντες ἔκαναν πόλεμον εἰς τὸν Ἅγιον κάθε ἡμέραν, καὶ ἐσπούδαζον νὰ τὸν διώξουν ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἀλλὰ τοῦ κάκου ἐπαίδευοντο οἱ κατάρατοι, διότι ἐδιώκοντο ἀπὸ τὴν νοερὰν προσευχὴν τοῦ Ὁσίου, καὶ ὡς καπνὸς διελύοντο.

Ἐπιπλέον, δύναμις θεϊκὴ ἀκαταμάχητος καὶ ἀνίκητος τὸν ἐσκέπαζε καὶ τὸν ἐφύλαττεν, ἀπὸ τότε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, φαινομένη ὡς εἶδος πυρός –εἰς αὐτοὺς ὁποῦ εἶναι ἄξιοι τῆς τοιαύτης θεωρίας- ἡ ὁποία ἐκατάκαιε τοὺς ἐχθρούς του.

Ὅθεν καὶ μὲ τὸν λόγον του μόνον, ἰάτρευε πολλούς, καὶ τὰ δαιμόνια ἐδίωχνεν ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους –καθὼς τὸ ἐγνωρίσαμεν ἀληθέστατα καὶ τοὺς ἔστελλεν ἐν εἰρήνῃ εἰς τοὺς τόπους των, παραγγέλοντάς τους νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν μνησικακίαν, τὴν ἀδικίαν, τὴν ἐπιορκίαν, τὴν μέθην καὶ τὴν πορνείαν· νὰ νηστεύουν τὸ κρέας καὶ νὰ δίδουν ἐλεημοσύνην τὸ κατὰ δύναμιν, καθὼς καὶ νὰ καθαρίζουν τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε ἁμαρτία διὰ μέσου τῆς μετανοίας καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μεταλαμβάνουν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἰς τὰς ἐπισήμους ἑορτὰς διὰ νὰ ὑγιαίνουν πάντοτε.

Ἄλλὰ καὶ κάποιον μοναχόν, Μερκούριον ὀνόματι, παρεκίνησε μίαν φορὰν νὰ διώξῃ τὸ δαιμόνιον ἀπὸ ἕνα δαιμονισμένον. Καὶ ἐκεῖ μπρστὰ στὸν Ὅσιο ἐπετίμησεν τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὁ Μερκούριος μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ παραδόξως ἐθεράπευσε τὸν δαιμονισμένον.

Καὶ ἕναν ὑποτακτικὸν γέροντος, ὁποῦ ἔπασχεν κακῶς ἀπὸ δαιμόνιον, ἀπαντῶντας εἰς τὴν στράταν ὁ Ὅσιος, τοῦ ἐπαράγγειλε νὰ φυλάττῃ ὑπακοὴν τελείαν εἰς τὸν γέροντά του, καὶ νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τυρί, καὶ κρασί, καὶ μιασμόν, καὶ οὕτως θὰ θεραπευτεῖ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ιησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὤ του θαύματος! Παρευθύς μὲ τὸν λόγον τοῦτον ἰατρεύθη.

Ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἐπῆγαν εἰς τὸν Ὅσιον μοναχοί τινες ἀπὸ τὴν Λαύραν, χάριν ὠφελείας, καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἐπῆγε καὶ ἕνας κοσμικός. Καθὼς δὲ τὸν εἶδε ὁ Ὅσιος, τὸν ἐδίωξεν ἀπὸ μακράν, λέγοντας ὅτι εἶναι Ἀκινδυνάτος[11] καὶ ἄπιστος, παρόλον ὁποῦ δὲν τὸν ἤξευρεν ἄλλος, πὼς εἶναι τοιοῦτος ἕως τὴν ὥραν ἐκείνην. Διότι ἐναντίον τοῦ Ἀκινδύνου, πολλὰ ἐφέρετο ὁ Ἅγιος καὶ τὸν ὠνόμαζε κακοκίνδυνον καὶ δαιμονιώδη, κοινωνὸν πάσης αἱρέσεως καὶ ὑπηρέτην τοῦ Ἀντιχρίστου. Διὰ τοῦτο τοὺς τοιούτους αἱρετικούς, τοὺς ἐδίωχνε καὶ ἀναθεμάτιζε παῤῥησία.

Ἄλλοι πάλιν μοναχοὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν Ὅσιον καὶ καθὼς τοὺς εἶδεν, ἐφώναξεν μὲ μεγάλην φωνήν: διώξατε ὀπίσω τὸν Μασσαλιανόν[12](λέγοντάς τον ἐξ ὀνόματος) καὶ τότε ἐλᾶτε εἰς ἐμέ. Αὐτὰ ἀκούσαντες ἐκεῖνοι ἐτρόμαξαν, καὶ διώξαντες ἀπὸ τὴν συνοδίαν τους τὸν δυσσεβῆ ἐκεῖνον Μασσαλιανόν, ἐπῆγαν εἰς τὸν Ἅγιον.

Ἕνας μοναχὸς ἐβούλετο νὰ ταξιδέψῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολην μὲ ἕνα καίκι Θεσσαλονικαῖον, διὰ χρείαν τινά, καὶ ὁὍσιος δὲν τὸν ἄφησε, προλέγοντας τὸν κίνδυνον τοῦ καϊκίου. Καὶ πράγματι, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐβυθίσθη εἰς τὴν θάλασσαν τὸ καΐκι ἐκεῖνο μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Ἄλλον πάλιν καίκι, ἦλθεν ει τὸν λιμέναν τῆς Λαύρας, καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ καϊκίου ἐπῆγαν εἰ τὸν Ὅσιον, ἔχοντας μαζί τους καὶ ἕναν δαιμονισμένον, ὁ ὁποῖος εἶχεν τὸ δαιμόνιον τῆς ἀχορτασίας· διότι τρώγοντας καθ᾿ ἡμέραν ἕως πέντε ἀνδρῶν φαγητόν, δὲν ἐχόρταινε. Τοῦτον ῥίψαντες εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ὁσίου, τὸν ἐπαρακαλοῦσαν -ὁμοῦ μὲ αὐτόν- νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ δαιμόνιον. Παίρνοντας τότε ὁ Ἅγιος ἕνα παξιμάδι, τὸ ἔδωκεν εἰς τὸν πάσχοντα καὶ τοῦ εἶπεν: Ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσον νὰ τρώγῃς, νὰ χορταίνῃς καὶ νὰ εἰρηνεύῃς. Καὶ ἀπὸ τότε, ἐλευθερώθη ἀπὸ τὸ δαιμόνιον τῆς ἀχορτασίας καὶ δὲν ἔτρωγε περισσότερον ἀπὸ τὴν ποσότητα τοῦ παξιμαδίου ἐκείνου ὁποῦ τοῦ ἔδωκεν ὁ Ἅγιος. Διὰ τοῦτο καὶ ἀρνούμενος τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου, ἔγινε μοναχός, καὶ ἐκάθισε κοντὰ εἰς τὸν Ἅγιον. Ὁδηγούμενος δὲ ἀπὸ αὐτόν, προέκοψε, θείᾳ χάριτι, εις τὴν ἀρετήν, καὶ ἔγινε ἄριστος μοναχός.

ΙΓ) Ὁ Νέος Προφήτης

Ἕναν μοναχόν, Βαρλαὰμ καλούμενον, ὑποτακτικὸν γέροντος τινός, ὀνειδίζοντάς τον ὁ Ὅσιος διὰ τὴν σκληρότητα καὶ τὴν παρακοὴν ὁποῦ ἔδειχνεν εἰς τὸν γέροντά του τοῦ εἶπεν: Διὰ αὐτὰ τὰ πταίσματά σου, θὰ ἔχῃς κακὸν τέλος καὶ θὰ ἀποθάνῃς ἀπὸ κρύον καὶ παγετόν· ὅ καὶ ἐγένετο καὶ οὕτως ἐπληρώθη ἡ πρόῤῥησίς τοῦ Ἁγίου.

Καὶ εἰς ἄλλον μοναχόν, Ἀθανάσιον ὀνόματι, προεῖπεν ὁ Ὅσιος ὅτι μέλλει νὰ θανατωθῇ ἀπὸ τοὺς Ἰσμαηλίτας. Καὶ ἐπληρώθη καὶ εἰς τοῦτο ἡ προφητεία.

Τόσον ἦταν καταπλουτισμένος ὁ μακάριος ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε καὶ τὰ μακρὰν ὄντα προέβλεπεν ὡσὰν νὰ ἦσαν πλησίον, καὶ τὰ ἄδηλα καὶ μέλλοντα προεγνώριζε καὶ προέλεγεν ὡσὰν νὰ ἦσαν παρόντα.

Ὅθεν καὶ τὸν ἐρχομὸν τῶν βασιλέων προεγνώρισε λέγων: Οἱ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων ἔχουν νὰ ἔλθουν εἰς ἐμὲ διὰ νὰ ἀκούσουν προφητείας καὶ νὰ λάβουν πρόγνωσιν τῶν μελλόντων καὶ ὄχι νὰ ὠφεληθοῦν.

 Περνῶντας δὲ ὀλίγος καιρός, ἦλθον εἰς αὐτὸν Ἰωάννης ὁ Κατακουζηνός, καὶ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος[13], οἱ τότε βασιλεύοντες. Ὁ δ δὲ Ὅσιος ἐπροφήτευσεν εἰς αὐτούς, ὅλα ἐκεῖνα ὁποῦ ἔμελλον νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν, λέγοντάς τους νὰ ὑπομένουν ὅλα τὰ ἐπερχόμενα λυπηρά. Ἔπειτα ἐτράπη εἰς διδασκαλίαν καὶ τοὺς ἐδίδαξε πολλὰ ψυχοφελῆ καὶ ἁρμόδια εἰς βασιλεῖς, τὰ ὁποῖα ἀφήνομεν διὰ τὴν συντομίαν.

Ὁταν δὲ ἀνεχώρουν ἐκεῖθεν οἱ βασιλεῖς, προπέμπων αὐτοὺς ὁ Ἅγιος εἶπε πρὸς τὸν Κατακουζηνόν: Ἴδε ἡγούμενος εἰς Μοναστήρι. Πρὸς δὲ τὸν Ἰωάννην εἶπε: Κράτει ἀκράτητε καὶ μὴ πλανᾶσαι· διότι ἡ βασιλεία σου θὰ εἶναι μακρὰν ἀλλὰ ἀσήμαντος καὶ θὰ σοῦ φέρει πολλὰς ταραχάς. Μετὰ ταῦτα τοὺς εἶπε: Χαίρετε καὶ ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ.

Περνῶντας δὲ ὀλίγος καιρός, ἔστειλεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν πρὸς τὸν Κατακουζηνόν, ἕνα παξιμάδι, ἕνα κρεμμύδι καὶ ἕνα σκόρδον. Μὲ αὐτὰ δὲ τοῦ προεμήνυε, ὅτι θὰ γίνῃ μοναχός[14], καὶ θὰ τρώγῃ τοιαύτην τροφήν. Καθὼς καὶ ἔγινεν· διότι ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν καταπιεσθεὶς ἀπὸ τὸν Ἰωάννην, ἔγινε χωρὶς νὰ θέλῃ μοναχός. Καὶ τότε ὅταν ἔφαγε τὸ παξιμάδι, ἐνεθυμήθη την προφητείαν τοῦ Ὁσίου καὶ τὸν ἐθαύμαζεν. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, ἐνθυμούμενος τὰς προφητείας τοῦ Ὁσίου, ὅταν ἐγίνοντο τὰ πράγματα καθὼς τὰ προεφήτευσε, ἐθαύμαζον αὐτόν.

Ὁ δὲ Πατριάρχης Κάλλιστος[15], πηγαίνοντας μὲ κληρικούς του εἰς τὴν Σερβίαν, διὰ τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας καὶ περνῶντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβα τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, διὰ νὰ τὸν ἰδῇ. Ὁ δὲ Ὅσιος εὐγῆκεν εἰς προϋπάντησίν του καὶ ἔλαβε τὴν εὐλογίαν του. Μετὰ δὲ τὸν ἀσπασμὸν εἶπε πρὸς τοὺς παρόντας χαριεντιζόμενος: Οὗτος ὁ γέρων τὴν γραίαν του ἔχασεν· και ἄλλα τινά. Ἔπειτα δὲ ἀφοῦ συνωμίλησαν ὥραν ἱκανήν, προπέμποντας αὐτὸν ὁ Μάξιμος ἔψαλλε τὸ: Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ· καὶ τὰ λοιπά, προμηνύοντας μὲ τοῦτο εἰς αὐτοὺς τὸν θάνστον καὶ τὴν ταφήν τους. Καὶ πράγματι οὕτως ἔγινε. Διότι πηγαίνοντας ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ κληρικοί του εἰς τὴν Σερβίαν, ἀπέθαναν μετ᾿ ὀλίγον ἐκεῖ δηλητηριασθέντες, καθὼς ἔλεγον οἱ περισσότεροι καὶ ἐτάφησαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Σέρβων[16]. Καὶ οὕτως ἔλαβε τέλος ἡ προφητεία τοῦ Ὁσίου, ὁποῦ εἶπε περὶ αὐτῶν.

ΙΔ) Θεῖες ἐμπειρίες

Κάποιος ἀσκητής, Μεθόδιος ὀνομαζόμενος, πηγαίνοντας μίαν ἡμέραν εἰς τὸν Ὅσιον, εἶδε φῶς θεῖον ὁποῦ ἔλαμπε τριγύρω εἰς αὐτόν. Δὲν ἐτολμοῦσε δὲ νὰ πλησιάσῃ εἰς αὐτόν, ἕως ὅτου τὸν ἐπρόσταξεν ὁ Ὅσιος καὶ οὕτως ἐπλησίασε.

Καὶ τοῦτο ἀκόμη τὸ ἐξαίρετο ἐλέγετο ἀπὸ πολλοὺς διὰ τὸν Ὅσιον, ὅτι ἐδέχετο ἄρτον οὐράνιον. Διότι ἐν καιρῷ χειμῶνος ἐπῆγεν εἰς ἐπίσκεψίν του ὁ νοσοκόμος τῆς Λαύρας, Γρηγόριος τὸ ὄνομα, ὁμοῦ μὲ ἄλλον ἀδελφόν, καὶ ἀπὸ το πολὺ χιόνι ὁποῦ ἔπεσεν, ἦταν σκεπασμένος ὁ τόπος καὶ πατήματα ἀνθρώπου δὲν ἐφαίνοντο πουθενά. Ὅθεν, κάνοντες ἐκεῖνοι πολὺ κόπον, ἐπῆγαν εἰς τὴν καλύβην τοῦ Ὁσίου, ἔχοντες μαζί τους ψωμί, κρασί, καὶ ἄλλα τινὰ πρὸς παρηγορίαν.

Καθὼς δὲ ἐμβῆκαν εἰς τὴν καλύβαν του, βλέπουν ἕνα ψωμὶ ζεστὸν καὶ καθαρώτατον, ὁποῦ εὔγανεν τόσην πολλὴν καὶ θαυμάσιον εὐωδίαν, ὁποῦ ἐγέμιζε τὴν καλύβαν. Αὐτοὶ δὲ περιεργαζόμενοι, ἐὰν φανῇ εἰς τὴν καλύβαν σημεῖον φωτίας καὶ μὴ εὑρίσκοντες, ἔμειναν ἐκστατικοὶ θαυμάζοντες τὸν οὐράνιον ἄρτον. Πεσόντες δὲ εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἁγίου, ἐζητοῦσαν νὰ τοὺς δώσῃ μέρος ἀπὸ τὸν ἄρτον ἐκεῖνον. Ὁ δὲ Ὅσιος σπλαγχνισθείς, ἔκοψε τὸν μισὸν ἄρτον καὶ τοὺς ἔδωκε, λέγοντας πρὸς αὐτούς: Λάβετε φάγετε, καὶ προσέχετε νὰ μὴν τὸ εἰπήτε τινός, ἕως ὁποῦ ζῶ.

Ἄλλα καὶ νερὸν πόσιμον καὶ γλυκὺ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, καθὼς -ἐπὶ Θεῷ μάρτυρι- μᾶς εἶπον ὕστερον ἀπὸ τὴν κοίμησιν τοῦ Ὁσίου. Ἄλλοι δὲ ἀδελφοὶ μᾶς εἶπαν, ὅτι καὶ νερὸν τῆς θαλάσσης ἔκαμε γλυκύ, καὶ ἔπιεν αὐτός, δίνοντας καὶ εἰς ἐκίνους νὰ πιοῦν.

Ἄλλοτε πάλιν εἰς καιρὸν τρύγου, ἐπῆγαν εἰς τὸν Ὅσιο δύο μοναχοί. Μετὰ δὲ τὴν συνομιλίαν τους, ἐπῆρεν ἕνα παξιμάδι καὶ τοὺς ἔδωκεν εἰπών: Ὑπάγετε τὸ γρηγορότερον εἰς τὸ μοναστῆρι τοῦ Δωροθέου, διὰ νὰ μὴν κινδυνεύσητε εἰς τὴν στράταν ἀπὸ τὸν χειμῶνα. Αὐτοὶ δὲ ἐθαύμαζαν, πῶς εἶπεν ὅτι ἔχει νὰ γίνῃ χειμῶνας εἰς καιρὸν ὁποῦ ἦτο τρύγος καὶ σύννεφο δὲν ἐφαίνετο τελείως.

Πρὶν ὅμως φτάσουν εἰς τὸ μοναστήρι τοῦ Δωροθέου, ἔγινε μεταβολὴ φοβερὰ εἰς τὸν οὐρανόν καὶ ἐσηκώθη βίαιος ἄνεμος. Ἀκολούθησε δὲ πλῆθος ἀπὸ ἀστραπὰς καὶ βροντάς, καὶ τόση χάλαζα μὲ βροχὴ ἔπεσε, ὁποῦ ἔπαυσε τελείως ὁ τρυγητός, διότι τὰ ἀτρύγητα ἀμπέλια τὰ ἠφάνισε καὶ τὰ ἔκαμε ὡσὰν τρυγημένα. Βλέποντας δὲ αὐτὰ οἱ δύο ἐκεῖνοι μοναχοί, ἐκήρυτταν εἰς ὅλους τὴν προφητείαν τοῦ Ὁσίου.

Μίαν φορὰν ἦλθε εἰς τὸν Ὅσιον ἕνας γραμματεὺς λόγιος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Καθὼς δὲ τὸν εἶδεν, ἐγνώρισε τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς ὁποῦ εἶχε καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ὀνειδίζῃ λέγων: Ποῦ εἶδες ἐσὺ τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ παλαίσματα τῶν Ἁγίων καὶ τὴν χάριν ὁποῦ τοὺς δίδει ὁ Θεός; Καὶ βλασφημεῖς εἰς αὐτοὺς λέγοντας, ὅτι οἱ Ἅγιοι ὀλίγον ἠγωνίσθησαν καὶ ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ γράφουν τοὺς βίους τους, τοὺς κάμνουν χάριν καὶ προσθέτουν ψευδῶς πολλά, ὁποῦ δὲν τὰ ἔκαμναν; Τὴν δὲ χάριν τῶν θαυμάτων ὁποῦ ἔλαβαν θεωρεῖς ὅτι εἶναι ψευδής; Παῦσαι ἀπὸ τοιούτους σατανικοὺς λογισμούς, διὰ νὰ μὴν παροργίσῃς τὸν Θεόν καὶ ῥίψῃ ἀστροπελέκι καὶ σὲ καταυκάσῃ.

Διότι οἱ Ἅγιοι μὲ τὸ νὰ ἀφιερώσουν ὁλοκλήρως τὸν ἑαυτόν τους εἰς τὸν Θεόν, ἔκαμναν ὅλα τους νὰ νοήματα καὶ τὰ ἔργα τους διὰ τὴν Αὐτοῦ εὐαρέστησιν καὶ ὅλα ἦταν θεάρεστα. Καὶ ποῖος, εἰπέ μοι, δύναται νὰ περιγράψῃ ὅλον τὸν βίον κάθε Ἁγίου καθὼς ἦταν; Ἦ ποῖος τὸν ἤξεύρει καταλεπτῶς; Μόνον ὀλίγα τινὰ γράφουν ἐκ τῶν πολλῶν, ὅσον εἰς μαρτυρίαν τῶν Ἁγίων.

Διαλογίσου δὲ ὅτι καὶ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἐδόθη εἰς τοὺς Ἁγίους, δὲν εἶναι τόση μόνον ὅση φαίνεται, ἀλλὰ εἶναι πλουσία καὶ ἀκατανόητος, ὁποῦ ὑπερβαίνει κάθε νοῦν καὶ διάνοιαν. Ἄν θέλης δὲ νὰ εἶσαι ἀληθινὰ σοφός, ἄφησε τὴν μωρολογίαν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ σχόλασον, καθὼς λέγει ὁ Δαβίδ, ἦτοι ἡσύχασον. Τοιουτοτρόπως θὰ γνωρίσῃς τὸν Θεόν· διὰ μέσου δὲ τῆς γνώσεως αὐτῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ἡσυχίας, νὰ οἰκειοποιηθῇς μὲ τὸν Θεόν, ὅσον δυνηθῇς. Τότε δὲ θὰ γνωρίσῃς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς καὶ τὰ θεῖα καὶ ἀκατανόητα θαυμαστὰ τοῦ Θεοῦ.

Τοιουτοτρόπως θὰ θαυμάσῃς καὶ θὰ κατηγορήσῃς τὸν ἑαυτόν σου, γνωρίζοντας εἰς πόσον σκότος ἦσουν προτύτερα. Διότι χωρὶς τὸ φῶς δὲν φανερώνεται τὸ σκότος. Ἔλα λοιπὸν εἰς τὸ φῶς τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τότε θὰ φύγῃ ἀπὸ λόγου σου τὸ σκότος. Τότε δὲ θὰ ἰδῇς τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τῶν Ἁγίων καὶ θὰ ποθήσῃς νὰ τὴν ἀπολαύσῃς καὶ ἐσύ.

Ταῦτα ἀκούσας ὁ γραμματεύς, ἐφοβήθη καὶ ἐτρόμαξεν, διότι τοῦ ἐφανέρωσε τοὺς ἀποκρύφους του λογισμούς. Πολὺ δὲ ὠφεληθεὶς ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Ὁσίου, ἐδιώρθωσε τὰς βλασφήμους ἐκείνας σκέψεις ὁποῦ εἶχε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς διώρθωνε καὶ ἄλλους μὲ τὴν σοφὴν διδασκαλίαν τοῦ Ὁσίου.

ΙΕ) Μάξιμος ὁ Ὑπόπτερος

Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος (λέγει ὁ συγγραφεύς)[17] ἐπὶ Θεῷ μάρτυρι, δὲν θέλω κρύψαι ἐκεῖνο ὁποῦ οἶδα εἰς τὸν Ὅσιον· διότι ἐγνωρίσθηκα καὶ ἐγὼ μὲ αὐτὸν καὶ εἶχα τὴν συναναστροφήν του.

Μίαν ἡμέραν ἐκίνησα ἀπὸ τὴν Μονὴν τοῦ Βατοπεδίου μαζὶ μὲ ἅλλον ἕναν καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν καλύβην του. Μὴ εὑρὼν δὲ αὐτὸν ἐκεῖ ἐλυπούμην καὶ ἐκοίταζα τριγύρω διὰ νὰ ἰδῶ τὸν ποθούμενον. Ἀνεβαίνοντας ὀλίγον ἀπὸ ὀπίσω τῆς καλύβης του καὶ κοιτάζοντας εἰς τὸν δρόμον τοῦ κυρ Ἡσαΐου, νὰ καὶ βλέπω αὐτὸν εἰς τὴν γούρναν τοῦ Ἀγελαρίου[18], μακρὰν ἕως δύο μίλια. Ὁλον δὲ τοῦτο τὸ διάστημα εἶναι δύσβατος τόπος καὶ πετρώδης καὶ δρόμον ἴσιον δὲν ἔχει.

Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Βλέπω τὸν Ἅγιον ὁποῦ ὑψώθη ἀπὸ τὴν γῆν ἐπάνω εἰς τὸν ἀέρα ψηλά, καὶ ὡσὰν ἀετὸς ὑπόπτερος, ἐπέτα ἐπάνω ἀπὸ τὸ δάσος καὶ ἀπὸ τὰς μεγάλας πέτρας καὶ ἤρχετο ἐκεῖ ὁποῦ ἤμουν ἐγώ. Καθὼς δὲ τὸν εἶδον ὁποῦ ἐπέτα οὕτως, ἐτρόμαξα καὶ ἐφώναξα τό: Μέγας εἶ Κύριε· καὶ ἀπὸ τὸν φόβον μου ἐτραβήχτηκα ὀπίσω ὀλίγον τι. Ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ δὲ ἔφθασε καὶ ὁ Ἅγιος ἐκεῖ ὁποῦ ἐστεκόψουν, ψάλλων. Τί δὲ ἔψαλλεν δὲν ἐκατάλαβα ἐκ τοῦ θαυμασμοῦ. Ἔπεσα ὅμως εἰς τοὺς πόδας του καὶ τὸν ὑποδέχθηκα. Ἐκεῖνος δὲ μὲ ἐρωτοῦσε συχνά: Πόσην ὥραν ἔχεις εἰς τὸν τόπον τοῦτον; Ἔπειτα πιάνοντάς με ἀπὸ τὸ χέρι, μὲ ἔβαλεν εἰς την καλύβαν του καὶ ἀφ᾿ οὗ μὲ ἐδίδαξε πολλὰ καὶ μὲ ἐνουθέτησε, μοῦ εἶπε: πρόσεχες νὰ μὴν εἰπῇς εἰς κανέναν ἐκεῖνον ὁποῦ εἶδες, ἕως ὅτου εἶμαι εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Ἤξευρε ὅτι ἔχεις νὰ γένῃς ἡγούμενος καὶ Μητροπολίτης Ἀχριδῶν[19], καὶ μέλλεις νὰ πάθῃς πολλά. Πλὴν ὑπόμεινον μιμούμενος τὸν ἐπὶ Ξύλου κρεμασθέντα Χριστόν, διότι Αὐτὸς θὰ σοῦ γίνῃ βοηθὸς εἰς τοὺς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ γίνουν εἰς μαρτύριόν σου τῆς ἀθλήσεως. Ὅλα δὲ αὐτὰ ἐτελειώθησαν εις ἐμέ, κατὰ τὴν προφητείαν τοῦ Ὁσίου.

Ἄλλην φοράν, ἕνας κοσμικὸς ἐπῆγε πρὸς τὸν Ὅσιον καὶ ἔλεγε μετὰ κλαυθμοῦ: Βοήθησόν με Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, διότι ἕνας ἱερεὺς μὲ ἀφώρισε καὶ ἀπέθανε καὶ τώρα δὲν ἠξεύρω τὶ νὰ κάμω ὁ ἄθλιος. Ὁ δὲ Ἅγιος σπλαγχνισθεὶς αὐτὸν τοῦ εἶπε: Ὕπαγε εἰς τὸν Μητροπολίτην Βεῤῥοίας, ὁποῦ ὥριζεν, ὡς ἀρχιερεύς, καὶ τὸν ἀποθανέντα ἱερέα, διὰ νὰ σὲ συγχωρήσῃ κατὰ τοὺς νόμους. Ἐκεῖνος δὲ κάμνοντας οὕτως, ἔλαβε ἀπὸ αὐτὸν τὴν συγχώρησιν.

Καὶ τὴν ἴδιαν ὥραν εἶπεν καὶ εἰς ἕναν μοναχὸν ὁποῦ ῆτο ἐκεῖ εἰς τὸν Ἅγιον: Ὕπαγε καὶ σὺ πρὸς τὸν παπᾶ Ἰωάννη διὰ νὰ συγχωρήσῃ, προτοῦ νὰ ἀποθάνῃ, διότι σὲ ἔχει ἀφωρισμένον ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ τὸν ὕβρισες καὶ τὸν κτύπησες. Θαυμάσας δὲ ὁ μοναχός, πῶς τοῦ εἶπε τὸ πταίσιμόν του, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξευρεν, ἐπῆγε μαζὶ μὲ τὸν κοσμικὸν εἰς τὴν Βέῤῥοιαν καὶ ἔλαβε τὴν συγχώρησιν.

Ἐκίνησε μιὰ φορὰ ὁ Ἀρχιερεὺς Τραϊανουπόλεως[20] μὲ τὸν διάκονόν του διὰ νὰ ἔλθῃ εις τὸν Ὅσιον. Θέλοντας δὲ νὰ τὸν δοκιμάσῃ ἐὰν ἀληθινὰ ἔχῃ προορατικόν, ἔλαβε εἰς τὸν δρόμον τὸ ῥάσον τοῦ διακόνου του καὶ τὸ ἐφόρεσεν αὐτός, τὸν δὲ ἀρχιερατικὸν μανδύαν τὸν ἔδωκεν εἰς τὸν διάκονόν του καὶ τὸν ἐφόρεσεν. Οὗτος δὲ ἐπῆγε πρῶτον εἰς αὐτὸν ὁ ἀρχιερεὺς ὡς διάκονος καὶ λέγει πρὸς τὸν Ἅγιον: Εὐλόγησον Πάτερ· ὁ ἀρχιερεὺς στέκεται ἔξω καὶ ἐὰν ὁρίζῃς νὰ ἔλθῃ μέσα. Ὁ δὲ Ἅγιος λέγει πρὸς αὐτόν: Σὺ εἶσαι ὁ Ἀρχιερεὺς καὶ εὐλόγησόν με! Καὶ μὴν μοῦ λέγῃς τὰς κλεψίας σου, διότι ἤμουν ἐκεῖ ἐπάνω ἀπὸ τὸν λάκκον, ὅπου ἐκάνατε τὴν μεταμφίεσιν. Τοῦτο δὲ εἰπών, ἔβαλε μετάνοιαν καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ ἀρχιερεύς. Ἔπειτα τὸν ἠσπάσθη καὶ μεγάλως τὸν ἐθαύμασεν.

ΙΣΤ) Ἡ τελευταία μετοικεσία. Προαγγελία τῆς κοιμήσεώς του

Ἀφοῦ λοιπὸν πέρασε δεκατέσσερας χρόνους ὁ Ὅσιος Μάξιμος εἰς τὸ προειρημένον σπήλαιον, ὁποῦ εἶχεν τὴν καλύβαν του πλησίον τῆς Παναγίας, εὐγῆκεν ἐκεῖθεν καὶ ἦλθε πλησίον τῆς ἱερᾶς Λαύρας, ὅσον νὰ ἀκούωνται τὰ πνευματικά της ὄργανα, ἤτοι αἱ καμπάνες. Ἐκεῖ δὲ ἔκαμε μικρὰν καλύβην καὶ ἐκάθησεν ἕως τέλους τῆς ζωῆς του.

Εἶναι καὶ ἄλλα πολλὰ διηγήματα περὶ τοῦ θείου Μαξίμου, προοράσεις, θαυματουργίαις μεγάλαι καὶ διδασκαλίαι θεόσοφοι, μὲ τὰς ὁποίας καθοδηγοῦσε καὶ κοσμικοὺς καὶ μοναχούς, καὶ κάθε καταστάσεως ἄνθρωπον. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νὰ τὰ γράψωμεν ὅλα διὰ τὸ πλῆθος. Καὶ ταῦτα ὁποῦ ἐγράψαμεν εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἐγεμίσαμεν ἕνα ποτήριον θάλασσαν ἀπὸ ὅλον τὸ πέλαγος.

Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὀλίγα, εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ γνωρίσουν οἱ χριστιανοί, πὼς ὄχι μόνον τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐδόξαζε ὁ Θεὸς τοὺς Ἁγίους Του, ἀλλὰ καὶ τώρα καὶ εἰς κάθε καιρὸν ὅλους ἐκείνους ὁποῦ τὸν δοξάζουν μὲ τὰ καλά τους ἔργα, τοὺς δοξάζει μὲ σημεῖα καὶ θαύματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὡσὰν ἕνας ἀῤῥαβὼν τῆς ἀϊδίου δόξης, ὁποῦ μέλλουν νὰ ἀπολαύσουν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὅθεν, παρατρέχοντες τὰ πολλά, ἐρχόμεθα ὁμοῦ μὲ τὸ πανίερον τέλος τοῦ Ἁγίου, νὰ τελειώσωμεν καὶ τὴν περὶ αὐτοῦ διήγησιν.

Κάποιος μοναχός, Νικόδημος καλούμενος, ἐπῆγεν εἰς τὸν Ὅσιον χάριν ὠφελείας. Ὁ δὲ Ἅγιος τοῦ εἶπεν: Ἀδελφὲ Νικόδημε, γρήγορα μέλλω νὰ ἀποθάνω. Καὶ ἀκολούθως τοῦ ἐφανέρωσε καὶ τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, καὶ ἐκείνους ὁποῦ ἔμελλαν νὰ βρεθοῦν εἰς τὸν ἐνταφιασμόν του, τοὺς προεῖπεν κατ᾿ ὄνομα.

Ὅταν δε ἔφθασεν ἡ ἡμέραν ἐκείνην ὁποῦ προεῖπεν, ἐκοιμήθη ὁ Ὅσιος, ὄντας ἐννενήκοντα πέντε χρόνων, κατὰ τὴν δεκάτην τρίτην τοῦ Ἰανουαρίου μηνός, καὶ ἐτάφη εἰς τὸ μνημεῖον ὁποῦ ἔσκαψε ὁ ἴδιος κοντὰ εἰς τὴν καλύβαν του. Ὁ δὲ ἐνταφιασμός του ἔγινεν ἀπὸ ἐκείνους μόνον ὁποῦ προεῖπεν, διότι δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ μὲ παῤῥησία καὶ πλῆθος λαοῦ. Ἔδωκε δὲ ἐντολὴ εἰς τοὺς ἐνταφιαστάς του νὰ μὴν μεταθέσουν εἰς ἄλλον τόπον τὸ λείψανόν του, μηδὲ νὰ πάρῃ τινὰς κανένα μέρος ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφῆσουν σῶον καὶ κρυμμένον μέσα εἰς τὸν τάφον, διὰ νὰ μὴν δοξάζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη

Ἱερά Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων (Κυριακόν)

ΙΖ) Οἱ Πατέρες τοῦ Ὄρους τιμοῦν τὸν Ὅσιον

Ἀφοῦ δὲ ἔμαθον τὴν κοίμησιν τοῦ Ὁσίου, ὅλοι οἱ Πατέρες τοῦ ὄρους μεγάλως ἐλυπήθησαν καὶ ἔκλαιαν τὴν ὀρφάνιάν τους, διότι ἐστερήθησαν τοιοῦτον θεόσοφον διδάσκαλον τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ λαμπροτατον φωστῆρα. Κηρύτοντες δὲ καθ᾿ ἑκάστην τὰ ἀνδραγαθήματα καὶ τὰ θεῖά του χαρίσματα, ἔκαμναν κάθε χρόνον τὴν μνήμην τοῦ Ἁγίου ἐντίμως καὶ εὐλαβῶς, καθὼς πρέπει τοῖς Ἁγίοις.

Καὶ οὕτω μὲν ἐδόξασαν ἐπὶ γῆς καὶ δοξάζουν τὸν Ὅσιον Μάξιμον οἱ ἄνθρωποι, ἐπάνω δὲ εἰς τοὺς Οὐρανούς, ἀποδεξαμένη ἡ Ἁγία Τριὰς τὴν καθαρωτάτην καὶ ἁγίαν του ψυχήν, κατέταξεν αὐτὴν ἐν σκηναῖς Ἁγίων και τὴν ἐδόξασεν μὲ τὸ ἀνέκφραστον καὶ ἀκατανόητον φῶς τῆς θεότητος. Νῦν δὲ παρίσταται εἰ τὸν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἐκ νεότητός του ἐπόθησε καὶ ἀγάλλεται ὁμοῦ μὲ τοὺς Ἀγγέλους, καὶ τοὺς ἀπ᾿ αιῶνος Ἁγίους, πρεσβεύων ἀδιαλείπτως ὑπὲρ ἡμῶν.

ΙΗ) Ἡ χάρις τοῦ ἁγίου του λειψάνου

Ἀλλὰ διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μένει ἀχώριστος ἀπὸ τὸ θεῖόν του λείψανον, δὲν ἔλειψαν νὰ γίνουν καὶ τὰ ἀκόλουθα θαύματα.

Κάποιος μοναχός, Διονύσιος τὸ ὄνομα, ὁ ἐπιλεγόμενος Κοντοστέφανος, πάσχων πολὺ ἀπὸ πόνους τῆς κεφαλῆς ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς προσέτρεξεν εἰς τὸν τάφον τοῦ Ὁσίου καὶ παρακαλώντας τον μετὰ πίστεως καὶ δακρύων νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ὑγείαν του, ἀπεκοιμήθη ὀλίγον καὶ ξυπνώντας, ὢ τοῦ θαύματος! εὑρέθη ὑγιὴς καὶ ἐδόξαζε τὸν Ἅγιον. Παίρνοντας δὲ καὶ εἰς τὰς χεῖράς του ὀλίγον χῶμα ἀπὸ τὸν τάσφον τοῦ Ἁγίου, ὡς μῦρον ἀνεφάνη θαυμάσιον καὶ ἐγέμισεν ἀπὸ εὐωδίαν ἄῤῥητον τὰς αἰσθήσεις του.

Ἀκόμη καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος (λέγει ὁ συγγραφεύς) -ὁποῦ εἶδον καὶ πρότερον τὸν Ἅγιον πετώμενον εἰς τὸν ἀέρα- ἀσθενήσας πολὺ καὶ φθάσας πρὸς τὸν θάνατον, ἐπεκαλέσθη μετὰ δακρύων τὸν Ἅγιον, καὶ δι᾿ ὀνείρου φανείς, μὲ ὑγιάνε καὶ ἀνέζησα, δοξάζων τὸν Θεὸν ὁμοῦ καὶ τὸν Ἅγιον, ὅτι νεκρὸς σχεδὸν ὤν, ἀνεστήθηκα.

Καὶ ἕνας ἱερομόναχος ἐνάρετος, Νήφων[21] ὀνόματι, μαζι μὲ ἄλλον ἕναν ἀσκητήν, ἐπῆγαν εἰς τὸν τάφον τοῦ Ἁγίου καὶ σκάψαντες, ἐπῆραν ὀλίγον μέρος ἀπὸ τὸ Ἅγιον λείψανον. Τόση δὲ εὐωδία βγῆκεν, ὁποῦ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν. Ὅθεν καὶ σοφγγίσαντες μὲ σφουγγάρι βρεγμένον μὲ νερόν[22], ἤλειψαν μὲ πίστιν καὶ εὐλάβειαν τὰς αἰσθήσεις των. Ἔπειτα τὸ ἔβαλα πάλιν εἰς τὸν τόπον του, διὰ νὰ φυλάξουν τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὁσίου, ὁποῦ παρήγγειλε νὰ μείνῃ σῶον καὶ ἀκέραιον τὸ ἅγιον λείψανόν του. Παίρνοντας δὲ μόνον χῶμα, ἐσφάλισαν πάλι τὸν τάφον, ὡς καὶ πρότερον, καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, τὸν οὕτω δοξάζοντα τοὺς Ἁγίους Αὐτοῦ. Πολὺ δὲ εὐφραινόμενοι, ἐπήγαιναν κάθε ἡμεραν εἰς τὸν τάφον τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπελάμβανον τὴν εὐωδίαν ὁποῦ ἐβγαινεν ἀπὸ αὐτό. Τὸ ἴδιο ἔκαμνον ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐκάθηντο ἐκεῖ πλησίον τοῦ τάφου[23], ἀπολαμβάνοντες τὴν εὐωδίαν, εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ Ζωοποιῷ Αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εις τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


[1] Πόλις τοῦ Ἐλλησπόντου τῆς Μ. Ἀσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία κατάγονται πολλοὶ Ἅγιοι, ὅπως ὁ Ἅγιος Παρθένιος ἐπίσκοπος Λαμψάκου, Ἅγιος Τρύφων ὁ Ανάργυρος, Ἅγιος Θεράπων Ὁμολογητής.

[2] Βρίσκεται στὴν Θράκη καὶ ἤκμαζε ἀπὸ τὸν ΙΔ´ αἰ. ὡς ἑστία Μοναχῶν. Ἐδῶ, γύρω στὰ 1280, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθανάσιος ποὺ ἦταν Ἁγιορείτης, ἵδρυσε τὴν Νέαν Μονήν, στὴν ὁποία καὶ ἔζησε μέχρι τὸ 1289 ὁπότε ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Συμπίπτει δὲ κατὰ τοὺς χρόνους αὐτούς, καὶ ὁ ἐκεῖ ἐρχομὸς τοῦ ὁσίου καὶ ἴσως ἐκεῖ νὰ γνώρισε τὸν Πατριάρχη μὲ τὸν ὁποῖον ἀργότερα συνανεστράφη στὴ Κωνσταντινούπολιν.

[3] Ἡ ῥίζα τοῦ ὀνόματος ἔχει λατινικὴ προέλευσιν καὶ μεταφράζεται μέγιστος.

[4] Πρόκειται περὶ τῆς ὀροσειρᾶς Ῥίλα (ὅπως λέγεται σήμερον) παρὰ τὸν ποταμὸν Στρυμώνα, ποὺ βρίσκεται στὰ ὅρια τῆς σημερινῆς Βουλγαρίας. Στὴν Βυζαντινὴ ἐποχή, ἐδῶ ἤκμαζε πολὺ ὁ μοναχισμός. Ἐδῶ μετέβη προς τελειώτερη ἄσκηση καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

[5] Πρόκειται γιὰ τὸν γνωστὸ ναὸ τῆς Παναγίας τὼν Βλαχερνῶν.

[6] Ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Β´ Παλαιολόγος, ὁ ἐπικαλούμενος Γέρων, βασίλευσε ἀπὸ τὸ 1282 ἕως τὸ 1328.

[7] Πρόκειται περὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ποὺ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 28 Ὀκτωβρίου. Ἦταν Ἁγιορείτης, ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου καὶ πατριάρχευσε δύο φορές, 1289 καὶ 1303-1311.

[8] Ὑψηλὴ παραφυάδα τοῦ Ἄθω, ὑπεράνω τοῦ ἀκρωτηρίου Νυμφαῖον. Στὴν κορυφὴ ὑπάρχει ἀρχαῖος ναὸς τοῦ Προφήτου Ἠλία, καὶ στοὺς πρόποδες, ἡ σκήτη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

[9] Αὐτὴ βρισκόταν στὰ ὅρια τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Μονὴ Φιλοθέου, κοντὰ στὸ σωζόμενο κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου, τὸ ἐπωνομαζόμενο τοῦ Μαγουλᾶ. Τὸν 14ον αἰ, ἔγινε τὸ κέντρο τῆς λεγόμενης ἡσυχαστικῆς ἔριδος.

[10] Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξαιτίας τοῦ φόβου τῶν Ἀγαρηνῶν πειρατῶν ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Παρόρια, κατὰ τὴν πρόῤῥησιν τοῦ Ὁσίου.

[11] Ὁπαδὸς τοῦ αἱρετικοῦ Ἀκινδύνου Γρηγορίου, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος τοῦ 14ου αἰ., μαζὶ μὲ τον ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Καταδικάστηκε καὶ ἀναθεματίστηκε ἀπὸ τὴν Σύνοδο τοῦ 1351.

[12] Ἡ αἵρεσις τῶν Μασσαλιανῶν εἶναι ἀρχαία καὶ ἀναφάνηκε μεταξὺ τοῦ Γ´ καὶ Ε´ αἰῶνος. Ἀνανέώθηκε δὲ κατὰ τὸν ΙΔ´ αἰώνα.

[13] Ὁ Ἰωάννης ΣΤ´ Κατακουζηνός, βασίλευσε ἀπὸ τὸ 1341 ἕως τὸ 1354. Διετήρησε ὡς συναυτοκράτορα τὸν Ἰωάννην Ε´ Παλαιολόγο (1341-1391) τοῦ ὁποίου τὴν ἀντιβασιλεία εἶχε ἀναλάβει ὅσο αὐτὸς ἦταν ἀνήλικος. Τὸ 1351 κάλεσε Σύνοδο στὰ ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν στὴν ὁποία δικαιώθηκαν οἱ ἡσυχαστὲς καὶ ὁ ὑπερασπιστής τους ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τὸ 1354 ὁ Ἰωάννης Ε´ Παλαιολόγος, μὲ τὴν βοήθεια τῶν Γενουατῶν, ἐκθρόνισε τὸν Ἰωάννη ΣΤ´ Κατακουζηνό, καὶ ἔμεινε μόνος αὐτοκράτορας στὸν θρόνο.

[14] Ὡς μοναχὸς Ἰωάσαφ –κατὰ τὴν πρόῤῥηση τοῦ Ὁσίου- στὴν περιώνυμο Μονὴ τῶν Μαγγάνων στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔζησε ἄλλα 30 χρόνια, συγγράφοντας τὴν αὐτοβιογραφία του καὶ ἀσχολούμενος μὲ θεολογικὰ ζητήματα.

[15] Πρόκειται περὶ τοῦ Ἁγίου Καλλίστου, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη τιμᾶται τὴν 20ην Ἰουνίου. Πατριάρχευσε δύο φορές (1350-1354 καὶ 1355-1356). Ἦταν Ἁγιορείτης, ἡσυχαστὴς τῆς Σκήτης τοῦ Μαγουλᾶ. Κατὰ τὴν πατριαρχεία του, τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑφίσταντο πλήγματα ἀπὸ παντοῦ. Ὁ Στέφανος Δουσάν, αὐτοανακηρυχθεὶς αὐτοκράτορας τῶν Σέρβων καὶ τῶν Ῥωμαίων, ἀφοῦ κατέκτησε τὴν γεωγραφικὴ περιοχὴ τῆς Μακεδονίας, ἀνεκήρυξε τὸ 1346 ἀνεξάρτητη τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, ὑπὸ τὸ πατριαρχεῖο τοῦ Ὑπεκίου, καὶ τὸ 1352 ἀπεσχίσθη τελείως ἀπ᾿ αὐτόν. Ὅταν ἀπεβίωσε ὁ Δουσάν, ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος ἐκίνησε μὲ μεγαλοπρεπὴ συνοδεία νὰ μεταβεῖ στὴν Σερβία γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν.

[16] Ἄν καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει ἐκκλησία τῶν Σέρβων· ἐν τούτοις ὅλοι οἱ ἄλλοι βιογράφοι τοῦ Ὁσίου Μαξίμου (καὶ ὁ Θεοφάνης Περιθωρίου) ἀναφέρουν ἐκκλησία τῶν Σεῤῥῶν. Ἠ βασίλισσα Ἐλισάβετ, σύζυγος τοῦ Στεφάνου Οὔρεσι, διαδόχου τοῦ Δουσάν, εἶχε ἐγκαταστήσει τὴν Αὐλή της στὶς Σέῤῥες. Ἐκεῖ ἐστάλη σὰν πρέσβυς καλῆς θελήσεως ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος, ὁποῦ καὶ ἀπέθανε δηλητηριασμένος ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἤθελαν νὰ ἐμποιδιστεῖ ἡ ἐπανένωση τῶν Ἐκκλησιῶν.

[17] Ὁ Θεοφάνης Περιθεωρίου.

[18] Ἡ γούρνα αὐτὴ ὑπάρχει ὑπεράνω τοῦ κὺρ-Ἡσαΐου καὶ ἐκεῖ ποτίζονταν οἱ ἀγέλες τῆς Λαύρας.

[19] Πράγματι, κατὰ τὴν πρόῤῥηση τοῦ Ὁσίου, ἀρχιεράτευσε περὶ τὸ 1350 ὑπὸ τὸν τίτλο· Θεοφάνης Ξάνθης καὶ Περιθεωρίου.

[20] Ἡ Τραϊανούπολις ἦταν πόλη τῆς Θράκης κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἔβρο, κτισμένη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανό. Κατὰ τὸν μελετητὴ Εὐλόγιο Κουρίλα, πρόκειται γιὰ τὸν Τραϊανουπόλεως Γερμανόν, ὁ ὁποῖες ὑπέγραψε στὸ Συνοδικὸ τρίτο τόμο κατὰ Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου τὸ 1351. Τὸ 1358 παρέστη σὰν πατριαρχικὸς Ἔξαρχος σὲ Σύναξη τοῦ Πρωτάτου. Ἴσως τότε νὰ ἐπισκέφθηκε καὶ τὸν Ὅσιο.

[21] Πρόκειται περὶ τοῦ προαναφερθέντος Ἁγίου Νήφωνος, βιογράφου τοῦ Ὁσίου. Αὐτός, στὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ συγγραφέντα βίο, ἀναφέρει ὅτι ἄνοιξε τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου 7 χρόνια καὶ 5 μῆνες ἀπὸ τὴν κοίμησή του.

[22] Ἐποίησαν δηλαδὴ ἀπομύρισμα.

Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001
πηγή