Monthly Archives: February 2016

Οἱ Ἅγιοι τρεῖς Μάρτυρες Οὐάλης, Παῦλος, καὶ Σέλευκος, ξίφει τελειοῦνται.
Οἱ Ἅγιοι δύω Μάρτυρες Πορφύριος καὶ Ἰουλιανός, πυρὶ τελειοῦνται.
Ὁ  Ἅγιος Μάρτυς Θεοδοῦλος, σταυρωθεῖς τελειοῦται.
Οἱ Ἅγιοι πέντε Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι, Ἠλίας, Ἱερεμίας, Ἠσαΐας, Σαμουήλ, καὶ Δανιήλ, ξίφει τελειοῦνται.

e1256d64c404ada27bc457127461b804_MΟὗτοι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω ἔνδοξοι Μάρτυρες, ἦτον κατὰ τὸν ἕκτον χρόνον τοῦ διωγμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκίνησεν ὁ Διοκλητιανὸς ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, ἤτοι ἐν ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ [290]. Ἐφέρθησαν δὲ εἰς τὸ μαρτύριον ἀπὸ διαφόρους τόπους καὶ τέχνας καὶ ἀξιώματα, καὶ ἠνώθησαν ὁμοὺ εἰς ἕνα σῶμα διὰ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν. O δὲ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον τοὺς ἐπίασαν, ἐστάθη τοιοῦτος. Ὅταν αὐτοὶ ἔμελλον νὰ ἔμβουν εἰς τὰς πόρτας τῆς πόλεως Καισαρείας, ἐρώτησαν αὐτοὺς οἱ φυλακάτορες, ποῖοι εἶναι, καὶ πόθεν ἐκατάγοντο. Οἱ δὲ Μάρτυρες ἀπεκρίθησαν, ὅτι εἶναι Χριστιανοί, καὶ ὅτι ἔχουν πατρίδα τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ὅθεν ἐπίασαν αὐτούς, καὶ τοὺς ἔφερον εἰς τὸν Φιρμιλιανὸν τὸν ἡγεμόνα τῆς Καισαρείας. Καὶ οἱ μὲν πέντε Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἱερεμίας, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Σαμουήλ, καὶ ὁ Δανιήλ, ὕστερα ἀπὸ ἄλλας βασάνους ὁπού ἔλαβον, τελευταῖον ἀπεκεφαλίσθησαν, καὶ ἔλαβον τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Ἀπεκεφαλίσθη δὲ μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Πάμφιλος, καὶ ὁ Σέλευκος, καὶ ὁ Οὐάλης, καὶ Παῦλος. O δὲ Πορφύριος, δοῦλος ὧν τοῦ Ἁγίου Παμφίλου, ἐζήτησε νὰ πάρη τὸ λείψανον τοῦ αὐθέντου του, καὶ πιασθεῖς, παρεδόθη εἰς τὴν φωτίαν καὶ ἐτελειώθη. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἅγιος Ἰουλιανός, ἐπειδὴ κατησπάζετο τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ἐρρίφθη καὶ αὐτὸς εἰς τὴν πυρκαϊᾶν καὶ ἐτελειώθη. O δὲ Θεοδοῦλος κρεμασθεῖς ἐπάνω εἰς ἕνα ξύλον σταυροειδῶς, ἐτελείωσε τὸ μαρτύριον. Καὶ οὕτως ἔλαβον ὅλοι της ἀθλήσεως τοὺς στεφάνους. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῶν Σύναξις ἐν τῇ ἁγιωτάτη Μεγάλη Ἐκκλησία. Τὸ Μαρτύριον τούτων συνέγραψεν ὁ Μεταφραστής, οὐ ἡ ἀρχή· «Καιρὸς δὴ καλεῖ». (Σώζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις.)

 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. 

 

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Ἔχει θέμα τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀναγινώσκεται κατ' αὐτὴν ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν


αρχείο λήψης (1)1. Πολλές φορὲς ὡμίλησα πρὸς τὴν ἀγάπη σᾶς περὶ νηστείας καὶ προσευχῆς, ἰδιαιτέρως μάλιστα αὐτὲς τὶς ἱερὲς ἡμέρες· ἐναπέθεσα ἀκόμη στὶς φιλοθέες ἀκοὲς καὶ ψυχὲς σᾶς ποιὰ δῶρα προσφέρουν στοὺς ἐραστᾶς των καὶ πόσων ἀγαθῶν πρόξενοι γίνονται σ' αὐτοὺς ποὺ τὶς ἀσκοῦν, πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνεται γι' αὐτὲς κυρίως ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα στὸ εὐαγγέλιο. Continue reading

αρχείο λήψης (1)Πιστεύομε στὸ Θεό, καὶ πιστεύομε τὸν Θεό· ἄλλο τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Πραγματικὰ πιστεύω τὸν Θεὸ σημαίνει ὅτι θεωρῶ βέβαιες κι' ἀληθινὲς τὶς ἐπαγγελίες ποὺ μᾶς ἔδωσε· πιστεύω δὲ στὸν Θεὸ σημαίνει ὅτι φρονῶ περὶ αὐτοῦ ὀρθῶς.

Πρέπει δὲ νὰ τὰ ἔχωμε καὶ τὰ δύο, νὰ εἴμαστε ἀληθινοὶ καὶ στὰ δύο καὶ νὰ συμπεριφερώμαστε ἔτσι, ὥστε καὶ νὰ πιστευώμαστε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ βλέπουν σωστὰ καὶ πιστοὶ νὰ εἴμαστε ἐνώπιόν του Θεοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ πίστις, καὶ ὡς πιστοὶ ἀκριβῶς νὰ δικαιούμαστε ἀπὸ αὐτὸν «διότι»,λέγει, «ἐπίστευσε ὁ Ἀβραὰμ καὶ τοῦτο ὑπολογίσθηκε γιὰ τὴν δικαίωσή του». Continue reading

 

αρχείο λήψης (1)1. Πολυμήχανος καν πολυτροπώτατος γιὰ τὴν κακία, μᾶλλον δὲ παμμήχανος εἶναι ὁ νοητὸς ὄφις, ὁ πρωταίτιος τοῦ κακοῦ. Ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀγαθὴ πρόθεσή μας καὶ πράξη, μόλις ἀρχίζει. Κι ἂν δὲν μπορέσει νὰ τὴν ἐμποδίσει στὴν ἀρχή, γνωρίζει ἄλλες μηχανές, μὲ τὶς ὁποῖες τὴν ἀχρηστεύει ὅταν εὑρίσκεται σ' ἐνέργεια· κι ἂν δὲν μπορέσει νὰ τὴν ἀχρηστεύσει, ὅταν τελεῖται κάπου στὴ μέση, πάλι γνωρίζει ἄλλα σοφίσματα καὶ ἄλλους τρόπους γιὰ νὰ τὴν ἀφανίσει ὅταν τελειωθεῖ καὶ νὰ τὴν καταστήσει ἀνωφελῆ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιζήμια γιὰ ὅσους δὲν προσέχουν πολύ. Continue reading

 

 images       Πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλός, δηλαδὴ ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, καὶ ἔχει διπλὲς τὶς αἰσθήσεις καὶ διπλὲς τὶς ἀρετές τους.  
       Πέντε αἰσθήσεις ἔχει ἡ ψυχὴ καὶ πέντε τὸ σῶμα. Οἱ ψυχικὲς αἰσθήσεις, εἶναι νοῦς, διάνοια, γνώμη, φαντασία, καὶ αἴσθηση. Οἱ σοφοὶ τὶς ὀνομάζουν καὶ δυνάμεις. Οἱ σωματικὲς αἰσθήσεις εἶναι τοῦτες. Ὅραση, ὄσφρηση, ἀκοή, γεύση, ἁφή. Γιὰ αὐτὸ καὶ διπλὲς εἶναι οἱ ἀρετές, διπλὲς καὶ οἱ κακίες.   Continue reading

Ἀπόδοσις εἰς τὴν νέα ἑλληνικήν: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
(Τῶν κεφαλαίων 1-26)

images


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1. Ὅτι τὸ θεῖο εἶναι ἀκατάληπτο καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρευνᾶ κανεὶς καὶ νὰ περιεργάζεται αὐτὰ ποὺ δὲν μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους προφῆτες καὶ ἀποστόλους καὶ εὐαγγελιστές. Continue reading

ΜΗΝΙΑΤΗς

Ἡ πίστη εἶναι κανόνας τῆς ζωῆς· ὅπως ἀκριβῶς πιστεύουμε, ἔτσι πρέπει καὶ νὰ ζοῦμε. Γιατί ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ἡ ζωή μας δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν πίστη μας, τότε ἡ πίστη εἶναι νεκρὴ καὶ δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτε. «Τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου (λέγει ὁ θεῖος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος), ἐὰν πίστιν τὶς λέγει ἐχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχη; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ἐστι, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς ἔργων νεκρά ἐστι».

Καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ἐξηγώντας ἐκεῖνο τὸ ρητό του Χριστοῦ «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοὶ Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἂλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου», λέγει: «Βούλεται ἐνταύθα δεῖξαι ὅτι ἡ πίστις οὐδὲν ἰσχύει χωρὶς τῶν ἔργων». Θέλει δηλαδὴ νὰ πεῖ ὅτι ἡ πίστη χωρὶς τὰ ἔργα εἶναι ἕνα λείψανο πίστεως. Δὲν ἐνεργεῖ σὲ τίποτε.

Καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει ὅτι εἶναι χριστιανός, ἀλλὰ δὲν ζεῖ σὰν χριστιανός, ἃς μὴ ἐλπίζει σὲ σωτηρία. Γιὰ νὰ σωθεῖ χρειάζεται καὶ ἡ ἀληθινὴ πίστη καὶ ἡ σωστὴ ζωή. Μ’ αὐτὰ τὰ δύο μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Μ’ αὐτὲς τὶς δύο φτεροῦγες μπορεῖ νὰ πετάξει γιὰ τὸν Παράδεισο.

Μέχρι τώρα εἴδαμε ποιὰ εἶναι ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν. Ἃς δοῦμε τώρα ποιὰ εἶναι ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν.

Ἡ πίστη των ὡς πρὸς τὴν ἀρχή της, τὴν αὔξησή της καὶ τὴ στερέωσή της εἶναι ὅλη θεία.

Στὴ διδασκαλία εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια. Στὸ νόμο εἶναι γεμάτη ἁγιότητα.

Μὰ ποιὰ νὰ εἶναι τάχα ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν; Τῶν χριστιανῶν αὐτοῦ, τοῦ δικοῦ μας καιροῦ; Ποιὰ εἶναι; Ἐδῶ δὲν φθάνουν λόγια γιὰ νὰ τὴν περιγράψουμε. Ἐδῶ χρειάζονται δάκρυα γιὰ νὰ τὴν κλάψουμε.

Ξέρουμε πολὺ καλὰ τί σήμαινε ἐκείνη ἡ εἰκόνα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο τοῦ ὁ Βασιλεὺς Ναβουχοδονόσωρ. Τὴν ἔννοια καὶ τὴν ἐξήγηση μᾶς τὴ δίδει ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή.

Πλὴν ὅμως ταιριάζει καὶ στὴ δική μας ὑπόθεση. Ἡ εἰκόνα ἐκείνη εἶχε τὴν κεφαλὴ ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι. Εἶχε τὰ χέρια καὶ τὸ στῆθος ἀσημένια· τὴν κοιλιὰ καὶ τοὺς μηροὺς χάλκινα· τὰ πόδια κατὰ τὸ ἕνα μέρος σιδερένια, κατὰ τὸ ἄλλο μέρος πήλινα. Λέγει ὁ προφήτης Δανιήλ: « Ἐθεώρεις, βασιλεῦ, καὶ Ἰδοὺ εἰκών, ἧς ἡ κεφαλὴ χρυσίον· αἳ χεῖρες καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονες αὐτῆς ἀργυροί· ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροὶ χαλκοί· οἱ πόδες μέρος μὲν τί σιδηροῦν, μέρος δὲ τί ὀστράκινον».

Αὐτά, πιστέψτε μέ, εἶναι ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τῆς πολιτείας καὶ τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν.

Ἡ εἰκόνα ἐκείνη εἶχε τὴν κεφαλὴ ἀπὸ χρυσάφι καθαρό. Καὶ ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν, στοὺς πρώτους χρόνους τοῦ χριστιανισμοῦ εἶχε τὴν ἀρχὴ ἀπὸ χρυσάφι καθαρὸ στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα.

Οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ἱερεῖς, οἱ διάκονοι, οἱ ὑποδιάκονοι, οἱ μοναχοί, ὅλοι γενικῶς οἱ ἱερωμένοι ἤσαν καθαρὸ χρυσάφι στὴν ἐνάρετη πολιτεία καὶ στὸ παράδειγμα. Ἤσαν χρυσάφι καθαρὸ στὴ διδασκαλία καὶ στὰ ἤθη. Χρυσάφι καθαρὸ στὸ σῶμα καὶ τὴ ψυχή. Ἤσαν ὅλοι χρυσοί, ἔλαμπαν σὲ ὅλα τους τὰ ἔργα, σὰν ἀληθινὸ φῶς, καθὼς τὸ παρήγγειλε ὁ Χριστός· «ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου».

Ἀλλὰ καὶ οἱ λαϊκοὶ ἤσαν ὠσαύτως χρυσάφι καθαρὸ στὴ ζωή τους. Οἱ ἄνδρες, χρυσάφι καθαρὸ στὴν καλωσύνη. Οἱ γυναῖκες, χρυσάφι καθαρὸ στὴ σωφροσύνη. Οἱ γέροντες χρυσάφι καθαρὸ στὴ φρονιμάδα, οἱ νέοι στὴν παρθενία, τὰ παιδιὰ στὴν ἀθωότητα.

Οἱ χριστιανοὶ ἤσαν ὅλοι χρυσοὶ στὸ νοῦ τους. Δὲν μελετοῦσαν ἄλλο τίποτα παρὰ τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ οὐράνια. Ἤσαν ὅλοι χρυσοὶ στὴ γλώσσα τους. Δὲν κατέκριναν μὲ ἀργολογίες τὸν πλησίον, ὑμνολογοῦσαν μὲ προσευχὲς τὸν Θεό. Ἤσαν ὅλοι χρυσοὶ στὰ χέρια τους. Δὲν ἅρπαζαν ἀπὸ φιλαργυρία τὰ ξένα πράγματα, ἀντιθέτως χάριζαν σὲ ἐλεημοσύνες τὰ δικά τους. Ἤσαν ὅλοι χρυσοὶ στὴν καρδιά. Δὲν ἀγαποῦσαν παρὰ μόνο τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.

Ἤσαν πάντα ἕτοιμοι νὰ χύσουν τὸ αἷμα τους σὲ μαρτύριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον. Ἤσαν ὅλοι μιὰ καρδιὰ καὶ μιὰ ψυχή.

Κεφαλὴ ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι, χριστιανοὶ ἐνάρετοι, ἅγιοι, ἀληθινοὶ χριστιανοί.

Κατόπιν ἐπηκολούθησε τὸ ἀσημένιο στῆθος, κατέβηκεν ἡ ἀξία. Καὶ τὸ ἀσήμι πολύτιμο εἶναι, μὰ ὄχι σὰν τὸ καθαρὸ χρυσάφι. Μὲ τὸν καιρὸ ψυχράνθηκε ἐκείνη ἡ θερμὴ ζέση τῆς πίστεως, μίκρυνε ἡ ἀρετή. Ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν ἦταν καλή, ἀλλ’ ὄχι σὰν ἐκείνη τῶν πρώτων.

Ἐν συνεχεία ἦλθε ἡ χάλκινη κοιλιά. Δηλαδὴ πρὸς τὸ χειρότερο. Ἦλθε ἕνας τρόπος ζωῆς πολὺ κατώτερος κι ἀπ’ τὸν πρῶτο κι ἂπ’ τὸ δεύτερο. Ἦλθαν κάποια ἤθη σκληρὰ καὶ δύσκολα. Ὅμως ἂν καὶ τὸ χάλκωμα δὲν ἔχει ἀξία σὰν τὸ χρυσάφι ἡ σὰν τὸ ἀσήμι, ὅμως ἀξίζει κάτι τί. Ἂν καὶ οἱ χριστιανοὶ δὲν ἤσαν σὰν τοὺς πρώτους ἥ τους δεύτερους, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἤσαν καὶ ἐντελῶς ἀχρεῖοι. Μπορεῖ νὰ μὴ ἤσαν τέλειοι, ἀλλὰ δὲν ἤσαν καὶ τιποτένιοι. Ἀνάμεσα στὶς πολλὲς κακίες εὑρίσκονταν καὶ ἀπὸ καμμιὰ ἀρετή. Κοιλιὰ χάλκινη, τὸ λοιπόν.

Ὅμως, τέλος πάντων, σ’ αὐτοὺς τοὺς δυστυχισμένους τωρινοὺς καιρούς, ἐμεῖς φθάσαμε στὰ κατώτερα μέρη τῆς εἰκόνας, στὰ πόδια. Ἕνα μέρος σιδερένια, ἕνα μέρος πήλινα. «Μέρος μὲν τί σιδηροῦν, μέρος δὲ τί ὀστράκινον».

Ποῦ θέλει νὰ πεῖ:

Ἤλθαμε σὲ μιὰ ἄθλια κατάσταση, ποὺ δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ καταντήσουμε οὔτε κατώτεροι, οὔτε χειρότεροι. Μέρος εἴμαστε σίδηρος καὶ μέρος πηλός.

Σίδηρος, χωρὶς λάμψη ἀρετῆς, σκουριασμένοι ἀπ’ τὴν ἀμάθεια, σκληροὶ ἀπ’ τὴν ἁμαρτία.

Πηλὸς τὰ ἤθη μας, σπιλωμένα, ἄτιμα, τιποτένια. Ἡ κακία μᾶς ἔφθασε στὸ ἔπακρον. Ἡ πίστη μᾶς εἶναι χριστιανική, μὰ ἡ ζωὴ μᾶς εἰδωλολατρική.

Θὰ προσπαθήσω νὰ τὸ δεῖτε μὲ τὰ μάτια σας.

Κάποτε, ἕνα μεσημέρι, ὁ Διογένης ἄναψε τὸ φανάρι του καὶ περπατοῦσε μέσα στὴν ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας, σὰν νὰ ζητοῦσε κάτι. Αὐτοὶ ποὺ τὸν ἔβλεπαν, γελοῦσαν καὶ τὸν ρωτοῦσαν: «Τί ζητεῖς, Διογένη, τί ψάχνεις;» «Ἄνθρωπο ζητῶ, γιὰ ἄνθρωπο ψάχνω» ἀποκρινόταν ἐκεῖνος. «Μὰ πῶς; Δὲν βλέπεις τόσους ἀνθρώπους; Δὲν συναντᾶς τόσους ἀνθρώπους; Ἡ ἀγορὰ εἶναι γεμάτη καὶ σὺ ζητεῖς ἀνάμεσά τους ἄνθρωπο;» – «Ναί, γιὰ ἄνθρωπο ψάχνω, ἄνθρωπον ζητῶ».

Ἀλλὰ τί εἴδους ἄνθρωπο ψάχνει νὰ βρεῖ ὁ Διογένης;

Οἱ ἄνθρωποι εἶναι δύο λογιῶν:

Εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν μονάχα μορφὴ καὶ θωριὰ ἄνθρωπου. Αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι ἔξωτερικα, φαινομενικά. Τέτοια εἶναι καὶ τὰ λείψανα καὶ τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ εἴδωλα τῶν ἀνθρώπων. Ἐσωτερικὰ ὅμως δὲν ἔχουν καμμιὰ χρησιμότητα. Μάλιστα εἶναι σὰν τὰ ἄλογα ζῶα καὶ στὰ πάθη καὶ στὴν ἄχρειοτητα.

Τέτοιους ὁ Διογένης ἔβλεπε πολλούς, ἀλλὰ ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἤθελε κανένα.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄνθρωποι ποὺ ἐκτός της ἀνθρώπινης μορφῆς καὶ θωριᾶς, ἔχουν καὶ ἀνθρώπινη φρόνηση καὶ ἀρετή. Καὶ μέσα καὶ ἔξω εἶναι κατὰ πάντα λογικοί, φρόνιμοι, ἐνάρετοι, στ’ ἀλήθεια ἄνθρωποι. Ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς ζητεῖ ὁ Διογένης, μέσα στὴν πολυάνθρωπη πόλη τῆς Ἀθήνας καὶ δὲν τὸν βρίσκει. «Ζητῶ ἄνθρωπο, ζητῶ ἄνθρωπο» !

Μοῦ κακοφαίνεται νὰ κάμω συγκρίσεις, μὰ πρέπει νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια. Σὲ μιὰ ἐποχή, ποὺ ἡ Ὀρθοδοξία λάμπει σὰν νὰ εἶναι μεσημέρι, ἀνάβω καὶ ἐγὼ τὸ λυχνάρι τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος καὶ ἔρχομαι σὲ μιὰ ἐκκλησία γεμάτη χριστιανοὺς καὶ ζητῶ χριστιανό. Ζητῶ χριστιανό. Μὰ πῶς; Αὐτοὶ ὅλοι ποὺ βλέπω ἐδῶ καὶ ἄλλου, σὲ πόλεις καὶ σὲ κάστρα, σὲ ἐπαρχίες καὶ σὲ βασίλεια, στὸ περισσότερο μέρος τῆς οἰκουμένης, δὲν εἶναι χριστιανοί;

Οἱ χριστιανοὶ εἶναι δύο εἰδῶν:

Εἶναι αὖτοι ποὺ ἔχουν τὸ ὄνομα μόνον τοῦ χριστιανοῦ· χριστιανοὶ ἐξωτερικὰ καὶ φαινομενικὰ ἔχουν «μόρφωσιν εὐσεβείας» ὅπως λέγει ὃ Ἀπόστολος Παῦλος, μὰ ἐσωτερικὰ δὲν ἔχουν τὰ ἔργα ἑνὸς χριστιανοῦ.

Ἔχουν χριστιανικὴ πίστη μὰ δὲν ἔχουν χριστιανικὴ ζωή. Μάλιστα ἔχουν μιὰ ζωὴ ἐντελῶς ἀντιθέτη ἀπ’ τὴ πίστη. «Ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἤρνημενοι».

Ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ζητῶ κανένα.

Εἶναι ὅμως καὶ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἐκτός του ὀνόματος ἔχουν καὶ ἔργα. Μαζὶ μὲ τὴν πίστη ἔχουν καὶ ζωή. Καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ εἶναι πραγματικὰ ὀρθόδοξοι, ἀληθινοὶ χριστιανοί.

Ἀπ’ αὐτοὺς ζητῶ νὰ βρῶ ἔστω καὶ ἕνα σὲ μιὰ πολυάνθρωπη χριστιανικὴ πόλη καὶ δὲν βρίσκω.

Ζητῶ χριστιανό!

Περπατῶ ἀπὸ τόπο σὲ τόπο γιὰ νὰ τὸν βρῶ. Τὸν ἀναζητῶ στὶς ἀγορές, ἀνάμεσα στοὺς ἄρχοντες. Καὶ ἐδῶ βλέπω μιὰ ὑψηλόφρονα ὑπερηφάνεια. Δὲν τὸν βρίσκω.

Τὸν ζητῶ στὰ παζάρια, ἀνάμεσα στοὺς πραματευτάδες. Καὶ ἐδῶ βλέπω μιὰ ἀχόρταγη φιλαργυρία. Δὲν τὸν βρίσκω.

Τὸν ζητῶ στοὺς δρόμους, μεταξύ της νεολαίας. Ἐδῶ ὅμως βρίσκω μιὰ μεγάλη ἀσωτεία. Δὲν τὸν βρίσκω.

Βγαίνω ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τὸν ἀναζητῶ ἀνάμεσα στοὺς χωριάτες. Καὶ ἐδῶ βλέπω ὅλου του κόσμου τὰ ψέμματα. Δὲν τὸν βρίσκω.

Πάω κατὰ τὴ μεριὰ τῆς θάλασσας. Τὸν ἀναζητῶ ἀνάμεσα στοὺς ναυτικούς. Κι’ ἐδῶ ἀκούω τὶς πιὸ φοβερὲς βλαστήμιες. Δὲν τὸν βρίσκω.

Πηγαίνω κατὰ τὸ στράτευμα. Τὸν ζητῶ ἀνάμεσα στοὺς στρατιῶτες. Καὶ ἐδῶ βλέπω τὴν τέλεια ἀπώλεια. Δὲν τὸν βρίσκω.

Μπαίνω μέσα στὰ σπίτια. Τὸν ἀναζητῶ ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες. Κι ἐδῶ τί βλέπω; Βλέπω γυναῖκες παντρεμένες, χωρισμένες ἀπ’ τοὺς ἄνδρες τους, νὰ χαίρωνται τὴ ζωή τους μὲ μοιχεῖες. Βλέπω ἀνύπανδρες νὰ ζοῦν μὲ τὶς ἀπολαυὲς τῆς πορνείας. Βλέπω καὶ τίμιες. Μ’ αὐτὲς δὲν σκέπτονται τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ στολίδια καὶ τὴν ματαιότητα. Δὲν βρίσκω ἔστω μιὰ χριστιανή.

Σκόπευα ν’ ἀνέβω καὶ πάνω στὰ παλάτια τῶν μεγιστάνων καὶ τῶν ἐξουσιαστῶν, νὰ δῶ καὶ κεῖ ἂν βρίσκεται κάνεις χριστιανός. Μὰ δὲν τολμῶ, φοβοῦμαι. Εἶναι ἡ κολακεία ποὺ φυλάει καὶ δὲν ἀφήνει νὰ μπεῖ μέσα ἡ ἀλήθεια.

Τέλος, ἔρχομαι στὴν Ἐκκλησία, μέσα στὸ θυσιαστήριο. Ἐδῶ ἐλπίζω πὼς θὰ βρῶ τὸν χριστιανὸ ποὺ ζητῶ. Ἀνάμεσά σε τόσους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, σὲ τόσους ἱερωμένους καὶ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ ἔθνος τὸ ἅγιον, τὸ βασίλειον ἱεράτευμα, οἱ διάδοχοί των ἀποστόλων, οἱ ἔμψυχες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, θαρρῶ πὼς θὰ βρῶ τὸν χριστιανό. Μάλιστα θὰ βρῶ ἕνα ἅγιο, ἕνα ἀσκητή, ἕνα θαυματουργό, ἕνα διδάσκαλο, ἕνα Ἰωάννη Χρυσόστομο ἢ ἕνα μεγάλο φωστήρα τῆς Ἐκκλησίας. Ζητῶ, ἐξετάζω, σκέπτομαι. Μὰ ἄλλοιμονον, τί βλέπω; Ἐδῶ βλέπω ἀνθρώπους ποὺ στὴν ἔπαρση εἶναι Ἐωσφόροι, στὴ φιλαργυρία Ἰουδαῖοι, στὰ σαρκικὰ Ἐπίκουροι, στὴν ἀμάθεια ζῶα, στὴν πονηρία δαίμονες. Δὲν βρίσκω οὔτε ἅγιο, οὔτε ἀσκητή, οὔτε θαυματουργό, οὔτε διδάσκαλο. Δὲν βρίσκω τὸν χριστιανὸ ποὺ ζητῶ. Μά, Πατέρες ἅγιοι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί! Αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τὸ ὁποῖο φοροῦμε, αὐτὰ τὰ μακρυὰ ροῦχα ποῦ μᾶς σκεπάζουν τί εἶναι; Εἶναι ἐνδύματα φαρισαϊκά, ὑποκριτικὰ γιὰ νὰ παραπλανοῦμε τοὺς ἀνθρώπους; Αὐτὸς ὁ θεῖος χαρακτήρας τῆς ἱερωσύνης ποῦ ἔχουμε, τί εἶναι; Ἐμπόριο γιὰ νὰ κερδίζουμε χρήματα;

Μὰ αὐτὰ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια ποῦ ἐπιτελοῦμε, τί εἶναι; Ἢ δὲν τὰ ξέρουμε ἢ δὲν τὰ πιστεύουμε. Ώ, τί μεγάλη ντροπὴ γιὰ τὴν πίστη μας! Ὤ, πόσο μεγάλη θὰ εἶναι ἡ καταδίκη των χριστιανῶν! Δὲν σᾶς τὸ ἔλεγα ἐγὼ πῶς καταντήσαμε στὸν ἔσχατο βαθμὸ τῆς κακίας; Πῶς φθάσαμε στὰ πόδια τῆς εἰκόνας, τῆς ὁποίας τὸ ἕνα μέρος εἶναι σιδερένιο καὶ τὸ ἄλλο μέρος πήλινο;

ν σᾶς ἔλεγα ἐγὼ πὼς ἀνάμεσα στοὺς τόσους χριστιανοὺς ἀναζητῶ καὶ δὲν βρίσκω τὸν ἀληθινὸ χριστιανό; «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Ὅλοι, ἱερωμένοι καὶ λαϊκοί, ἄρχοντες καὶ πτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, παιδιά, νέοι καὶ γέροντες, ἐξεκλιναν ἀπὸ τὴν πίστη, ἀχρειώθηκαν στὴ ζωή. «Οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός», ποὺ νὰ ζεῖ ὅπως ἀκριβῶς πιστεύει.

Χριστιανοί, σεῖς ποῦ τὸ ἀκοῦτε, δὲν κλαῖτε; Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ κλάψετε ἀπὸ κατάνυξη, τουλάχιστον κλάψτε ἀπὸ ντροπή.

Ὅσον ἄφορα σ’ ἐμένα ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς μου, δὲν μ’ ἀφήνει νὰ πῶ περισσότερα μὲ τὴν γλώσσα μου.

Σιωπῶ λοιπὸν καὶ τελειώνω μὲ τοῦτο μόνο: Χριστιανέ, ὅπως ἡ πίστη σου εἶναι ἀληθινὴ καὶ ἁγία, ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ζωή σου. Ἂν ἡ ζωή σου δὲν εἶναι καλὴ καὶ ἁγία, μὴ ἐλπίζεις ὅτι θὰ σωθεῖς. Πρέπει νὰ ζεῖς ὅπως πιστεύεις καὶ τότε εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τρία πράγματα:

Πρώτον, γιὰ τὸ ὅτι εἶσαι χριστιανὸς καὶ ὄχι ἄπιστος. Δεύτερον, γιὰ τὰ ὅτι εἶσαι χριστιανὸς Ὀρθόδοξος καὶ ὄχι αἱρετικός. Καὶ τρίτον, γιατί εἶσαι χριστιανὸς Ὄρθοδοξος, τόσον κατὰ τὴν πίστη, ὅσον καὶ κατὰ τὴν ζωὴ καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν πίστη. Τότε καὶ μόνον τότε νὰ ἐλπίζεις ὅτι θὰ σωθεῖς καὶ ὅτι θὰ ἀπόλαυσεις τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

(Ἄρχ. Δοσιθέου, Ἡγουμένου Ι. Μ. Παναγίας Τατάρνης, Ὀρθόδοξος Πίστις καὶ Ζωή).

 

«Ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ: Ραββί,  σὺ εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἰ ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ»

ΜΗΝΙΑΤΗςὍταν ἐγὼ μὲ εὐλαβικὴν θεωρία στοχάζομαι τὴν ἀρχήν, τὴν αὔξηση, τὴν στερέωση τῆς Ὀρθοδόξου μας πίστεως, διακρίνω μυστήρια, εὑρίσκω θαύματα, ἀφ' ἑνὸς τόσον πολλά, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ περιγράψω μὲ τὸν λόγον, καὶ ἀφ' ἑτέρου τόσον ὑψηλά, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσω ἐκεῖ μὲ τὴν διάνοιαν. Ὅθεν, ὅλος ἐκστατικὸς ἀπὸ τὸ θάμβος καὶ τὴν χαράν, τoν μὲν ὕψιστον Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξε τοιαύτην πίστην, δοξάζω ἀναφωνώντας μὲ τoν Δαβίδ: «Μέγας ὁ Κύριος ἠμῶν καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός». Τoν δὲ ὀρθόδοξον λαόν, ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται τοιαύτην πίστην, μακαρίζω λέγοντας: «Μακάριος ὁ λαός, οὐ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ». Μολονότι ὁ περὶ Ὀρθοδόξου πίστεως ὑψηλότατος λόγος, γιὰ νὰ γίνη κτῆμα τῶν καρδιῶν τῶν ἀκροατῶν μὲ ὅλην τὴν ἀήττητο δύναμη τὴν ὁποίαν διαθέτει, ἔπρεπε νὰ κηρυχθῆ ἀπὸ τὸ στόμα ἢ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἢ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς θεοπνεύστους διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν τὰ ἐκλεκτὰ ἐκεῖνα ὄργανα τὰ ὁποῖα ἐξ ἀρχῆς μετεχειρίσθη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, προκειμένου νὰ ἐνηχήση σὲ ὅλην τὴν γῆ τὸν εὔσημον ἦχο τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας. Παρ' ὅλα ταῦτα τολμῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀναβῶ σήμερα ἐπάνω σε αὐτὸν τoν ἱερὸν ἄμβωνα μὲ σκοπὸν νὰ κηρύξω,  ὅπως ἠμπορῶ, τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον της Ὀρθοδοξίας. Continue reading

ΒΙΒΛΙΟΝ Β´
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Προοίμιον τοῦ συγγραφέως
1. Περὶ τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα
2. Περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
3. Περὶ ἀζύμων εἰς τὴν θείαν Εὑχαριστίαν
4. Περὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν Ἁγίων καὶ Περὶ καθαρτηρίου πυρός

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Κατὰ τοὺς καιροὺς τοῦ ἀοιδίμου Φωτίου, ἐν οἷς ἐγένετο τὸ σχίσμα τῶν ἐκκλησιῶν μὲ τὸν τρόπον ὁποῦ ἠκούσατε, ἐνδοξότατε Ἄρχων, ἡ Δυτικὴ ἐκκλησία φαίνεται πὼς νὰ μὴν εἶχε διαφωνίαν ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴν παρὰ εἰς ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα ἐλέγχει αὐτὸς εἰς τὴν δευτέραν ἐγκύκλιον ἐπιστολήν, δηλαδὴ πρῶτον, πὼς οἱ Δυτικοὶ ἐνήστευον τὸ Σάββατον· δεύτερον, πὼς περικόπτοντες ἀπὸ τὴν τεσσαρακονθήμερον νηστείαν τὴν πρώτην ἑβδομάδα, κατέλυον τυρόν, καὶ γάλα, καὶ ὅμοια· τρίτον, πὼς ἀπεστρέφοντο τὸν νόμιμον γάμον τῶν πρεσβυτέρων· τέταρτον, πὼς ἐκρατοῦσαν ἄκυρον καὶ ἄχρηστον τὸ χρῖσμα τοῦ ἁγίου μύρου, ὁποῦ ἐτέλουν οἱ ἱερεῖς, λέγοντες πὼς τοῦτο εἶναι ἔργον μόνον τῶν ἐπισκόπων· ὅθεν οἱ εἰς Βουλγαρίαν ἐκ Δύσεως ἐλθόντες ἐπίσκοποι ἀνεμύριζον τοὺς χριστιανούς, οὓς εἶχον χρισμένους πρωτύτερον οἱ Ἀνατολικοὶ ἱερεῖς· καὶ πέμπτον, πὼς ἔκαμαν τὴν προσθήκην εἰς τὸ Ἅγιον Σύμβολον, δογματίζοντες πὼς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ ὁποῖον δόγμα ὀνομάζει ὁ Φώτιος τῶν κακῶν κορωνίδα. Ἀνίσως καὶ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅταν ἄναπτεν ὁ πόλεμος τῶν δύο μαχομένων μερῶν, Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν, ἤθελ᾿ ἦτον ἄλλη καμμία διαφορά, μοῦ φαίνεται πὼς καὶ ταύτην ἤθελ᾿ ἐλέγξῃ καὶ στηλιτεύσῃ ὁ Φώτιος. Τοῦτο τὸ δόγμα, δηλαδὴ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ Δυτικοὶ ἐπρόσθεσαν εἰς τὸ ἅγιον Σύμβολον, περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα ἐσκανδάλιζε τοὺς Ἀνατολικούς, διατὶ ἀληθινὰ τοῦτο μόνον περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἦτον ἄξιον σκέψεως, ὡσὰν ὁποῦ τοῦτο ἔγγιζεν ἕνα ἄρθρον τῆς πίστεως, τὰ δ᾿ ἄλλα εἶναι ἐκκλησιαστικαὶ διατάξεις. Continue reading

ΠΕΤΡΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ
ΗΤΟΙ
Διασάφησις τῆς Ἀρχῆς, καὶ αἰτίας τοῦ σχίσματος τῶν δύο Ἐκκλησιῶν,
Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Τὰ κατὰ Ἰγνάτιον καὶ Φώτιον Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχας

ΜΗΝΙΑΤΗς1. Ἐζήτησας παρ᾿ ἐμοῦ, ἄρχων ἐνδοξότατε, καὶ εὐσεβέστατε, νὰ μάθῃς καταλεπτῶς, τί εἶναι ἐκεῖνο, ὁποῦ χωρίζει τὰς δύο ἐκκλησίας ἀνατολικήν, καὶ δυτικήν, τὴν αἰτίαν δηλαδὴ τούτου τοῦ σχίσματος, καὶ τὰς διαφορὰς τῶν δογμάτων. Ἐγὼ μετὰ πάσης χαρᾶς θέλω νὰ σὲ εὐχαριστήσω, πληροφορῶν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν σπουδαίαν σου περιέργειαν. Καὶ διὰ τὴν ἀρχὴν μὲν τοῦ δυστυχοῦς τούτου σχίσματος, πρέπει νὰ ἠξεύρῃς καταλεπτῶς ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐσυνέβησαν ἀνάμεσον Ἰγνατίου, καὶ Φωτίου, Κωνσταντινουπόλεως Πατριαρχῶν, ὁποῦ τόσον ἐσύγχυσαν τότε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀκολούθους αὐτῶν ἐπροξένησαν οὐ μικρὰς θλίψεις, καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν μίας μεγάλης λογομαχίας, ἡ ὁποῖα διαμένει ἕως τῆς σήμερον. Ὅμως καθὼς εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὅλος ὁ κλῆρος, καὶ ὁ λαὸς ἦτον σχισμένος εἰς δύο μέρη, τὸ ἕνα δηλαδὴ μὲ τὸν Ἰγνάτιον, τὸ ἄλλο μὲ τὸν Φώτιον, καὶ τὰ πράγματα ἐγίνοντο πολλὰ ἐμπαθῶς, ἔτζη ἐκεῖνοι ὁποῦ τὰ ἔγραψαν τότε, ἠκολούθησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ ἴδιον πάθος, διὰ νὰ παραστήσωσι τὸ μέρος ὅθεν ἐκρατοῦσαν δικαιότερον. Καὶ πάλιν ἄλλοι μεταγενέστεροι κάμνοντες τὸ αὐτὸ ὁ μὲν πιστεύων ἑνός, ὁ δὲ ἄλλου ἱστορικοῦ, ζωγραφίζουσι τὴν σκηνὴν ταύτην ὁ καθ᾿ εἷς μὲ τὰ ἴδιά του χρώματα, παρρησιάζοντες, ὄχι καθὼς εἶναι ἀληθινά, ἀλλὰ καθὼς ἀρέσκει, τῶν πραγμάτων τὴν ὄψιν. Καὶ διὰ τοῦτο δύσκολον εἶναι, νὰ γνωρίσωμεν ἀληθῶς τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποῖα μ᾿ ὅλον τοῦτο καθ᾿ αὐτὴν γνωρίζεται, καὶ φαίνεται εἰς τὰ ὄμματα τῆς διανοίας, τὰ ὁποῖα μὴ ὄντα θωλωμένα ἀπὸ πάθους, καὶ καθαρᾶ βλέπουσι, καὶ ὀρθᾶ διακρίνουσι. Λάβε λοιπὸν ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐδυνήθην φιλαλήθως νὰ διακρίνω εἰς τὰς διηγήσεις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὁποῦ διαφόρως ἐσύνθεσαν οἱ ἱστορικοί. Continue reading