Monthly Archives: October 2016

1019_Oyaros (ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 19)

Ἦταν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ τύραννος Μαξιμιανός1 ἐξέδωσε ἐκεῖνο τὸ ἀνόσιο διάταγμα, ποὺ ἴσχυε γιὰ ὅλη σχεδὸν τὴν οἰκουμένη καὶ τὸ ἔστειλε καὶ σ' αὐτοὺς ποὺ διοικοῦσαν τὴν Αἴγυπτο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἢ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ θὰ γεύονταν τὶς ἀνόσιες θυσίες καὶ μὲ ὅρκο θὰ ἀρνοῦνταν τὴν πίστη τους ἤ, ἂν δὲν συμμορφώνονταν, θὰ θανατώνονταν μὲ κάθε λογὴς τιμωρίες καὶ βασανιστήρια. Continue reading

άγ. Λουκάς συγγράφων 2Μέσα στὴν ἐκλεκτὴ χορεία τῶν θαυμαστῶν Ἁγίων γιατρῶν, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἔχει νὰ μᾶς παρουσιάσει μιὰ λαμπρὴ προσωπικότητα, ἕνα μεγάλο καὶ σπουδαῖο γιατρὸ τὸν Ἅγιο Εὐαγγελιστὴ καὶ Ἀπόστολο Λουκᾶ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εἶναι ὁ πρωτος γιατρὸς τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου καὶ τὸ καύχημα τῶν γιατρῶν ὅλων των αἰώνων , διότι αὐτὸς ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ γράψει, στο ιερὸ εὐαγγέλιό του, γιὰ τὴ ζωή, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση αὐτοῦ του ἰδίου τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Continue reading


imagesΚάποτε ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Κομάνων, ποὺ γειτόνευαν μὲ τὴ Νεοκαισάρεια, πῆγαν στὸν ἐπίσκοπο, τὸν ἀξιοθαύμαστο Γρηγόριο, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἔρθει στὴν πόλη τους καὶ νὰ χειροτονήσει ἱερέα γιὰ τὴν ἐκκλησία τους. Ὁ ἅγιος τούς ἄκουσε καὶ πῆγε. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἄρχοντες ἐξέταζαν περιπτώσεις ὑποψηφίων ποὺ ξεχώριζαν γιὰ τὴ μόρφωση, τὴν καταγωγὴ καὶ γενικὰ τὴν κοσμικὴ λαμπρότητα, καὶ οἱ ψῆφοι τοὺς μοιράζονταν σὲ πολλούς, καθὼς ὁ καθένας προτιμοῦσε ἄλλον. Ὁ ἅγιος ὅμως γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ περίμενε ἀπὸ τὸν Θεὸ κάποια συμβουλή. Καὶ ὅπως λέγεται γιὰ τὸν Σαμουὴλ (Ἃ’ Βασ. 16:113) ὅτι, προκειμένου νὰ χρίσει βασιλιά, δὲν ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ σωματικὸ παράστημα, ἀλλὰ ἀναζητοῦσε ψυχὴ βασιλική, ἀκόμη καὶ ἂν τυχὸν ἦταν σὲ καταφρονεμένο σῶμα, ἔτσι καὶ αὐτός. Ἀγνοώντας τὶς πιέσεις πρὸς χάρη τοῦ κάθε ὑποψηφίου, γιὰ ἕνα πράγμα φρόντιζε μόνο, ἂν ὑπάρχει κάποιος ὁ ὁποῖος, πρὶν ἀκόμη ἀνακηρυχθεῖ ἱερέας, νὰ φανερώνει, μὲ τὴν προσεκτικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀρετή του, ὅτι ἔχει ἦθος ἱερέα. Οἱ ἄρχοντες λοιπὸν παρουσίαζαν μὲ ἐγκώμια ἐκείνους ποὺ διάλεξαν, ὁ ἅγιος ὅμως Γρηγόριος πρόσταξε νὰ λάβουν ὑπόψη τους καὶ τοὺς πιὸ παρακατιανούς, γιατί θεωροῦσε ὅτι καὶ σὲ αὐτοὺς εἶναι δυνατὸ νὰ βρεθεῖ κάποιος ἀνώτερος κατὰ τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς περιφανεῖς.

Τὴ γνώμη αὐτὴ τοῦ ἁγίου κάποιος ἀπὸ τοὺς παρόντες τὴ θεώρησε προσβολὴ καὶ χλευασμὸ τῆς ψηφοφορίας, ἂν δηλαδὴ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ξεχώριζαν γιὰ τὴ μόρφωση, τὴν κοινωνικὴ θέση καὶ τὴν κοινὴ ἀναγνώριση δὲν γινόταν δεκτὸς στὴν ἱεροσύνη, καὶ κάποιοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν χειρωνακτικὴ ἐργασία κρίνονταν πιὸ ἄξιοι γι’ αὐτὴ τὴ χάρη. Μὲ πολλὴ εἰρωνεία λοιπὸν τοῦ εἶπε: «Ἂν ἔτσι προστάζεις, νὰ παραβλέψουμε δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τέτοια προσόντα καὶ ἐκλέχτηκαν ἀπὸ ὅλη τὴν πόλη καὶ νὰ βάλουμε στὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης κάποιον ἀπὸ τὸν συρφετό, ὥρα εἶναι πλέον νὰ καλέσεις στὴν ἱεροσύνη τὸν Ἀλέξανδρο τὸν καρβουνιάρη· καί, ἂν νομίζεις, νὰ πᾶμε καὶ νὰ συμφωνήσουμε μεταξὺ μας ὅλη ἡ πόλη». Τέτοια ἔλεγε λοιπὸν διασύροντας τὴ γνώμη τοῦ ἁγίου μὲ αὐτὴ τὴν εἰρωνικὴ πρόταση καὶ κατηγορώντας ὡς ἄκριτα ὅσα εἶχε πεῖ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅμως, ἀπὸ τὰ λόγια αὐτά, ἔκανε τὴ σκέψη ὅτι μὲ ἐνέργεια Θεοῦ θυμήθηκαν οἱ ἐκλέκτορες τὸν Ἀλέξανδρο. Ρώτησε λοιπόν: «Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀλέξανδρος ποῦ ἀναφέρατε;» Ἕνας ἀπὸ τοὺς παρόντες ἔφερε τότε μὲ γέλια τὸν Ἀλέξανδρο μπροστά τους ντυμένο μὲ βρώμικα κουρέλια, τὰ ὁποῖα μάλιστα δὲν κάλυπταν ὅλο το σῶμα του, καὶ μὲ ἐμφάνιση ποὺ ἔδειχνε τὴ δουλειά του, καθὼς τὰ χέρια, τὸ πρόσωπο καὶ ὅλο του τὸ σῶμα ἦταν κατάμαυρα ἀπὸ τὰ κάρβουνα. Γιὰ τοὺς ἄλλους ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ τοῦ Ἀλέξανδρου ἔγινε ἀφορμὴ γιὰ γέλια, στὰ διορατικὰ ὅμως μάτια τοῦ ἁγίου το πράγμα προξενοῦσε μεγάλη ἔκπληξη: ἔβλεπε ἄνθρωπο μὲ τόσο μεγάλη φτώχεια καὶ ἀπεριποίητο στὸ σῶμα, νὰ εἶναι στραμμένος στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ δείχνει νὰ χαίρεται γι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἦταν καταγέλαστα γιὰ ὅσους δὲν εἶχαν πνευματικὰ μάτια. Καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ ἀλήθεια. Γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶχε αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς ἀναγκασμένος ἀπὸ τὴ φτώχεια, ἀλλὰ ἦταν φιλόσοφος, ὅπως ἀπέδειξε ὁ μετέπειτα βίος του, ἀφοῦ ἔφτασε καὶ μέχρι τὸ μαρτύριο, τελειώνοντας τὴ ζωή του στὴν πυρά. Φρόντιζε ὅμως νὰ κρύβεται, ὄντας ἀνώτερος ἀπὸ τὴν εὐημερία ποὺ ἐπιδιώκουν οἱ ἄλλοι καὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσε τὴν ἀνώτερη καὶ ἀληθινή. Γιὰ νὰ πετύχει πέρα γιὰ πέρα τὸν στόχο τῆς ἀρετῆς, φρόντιζε νὰ μένει ἀπαρατήρητος. Ἐνῶ δηλαδὴ ἦταν τέτοιος ἄνθρωπος, κρυβόταν μὲ τὸ πιὸ καταφρονεμένο ἐπάγγελμα σὰν μὲ ἀποκρουστικὴ μάσκα. Ἄλλωστε, καθὼς ἦταν στὸ ἄνθος τῆς νιότης του, θεωροῦσε ἐπικίνδυνο γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς σωφροσύνης το νὰ κάνει φανερὴ τὴ σωματική του ὀμορφιά, ἀφοῦ γνώριζε ὅτι αὐτὴ γίνεται στοὺς πολλοὺς ἀφορμὴ φοβερῶν πτώσεων. Γιὰ νὰ μὴν πάθει λοιπὸν κάτι ποὺ δὲν θὰ ἤθελε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀφορμὴ πάθους σὲ ἄλλα μάτια, φόρεσε θεληματικὰ σὰν ἀποκρουστικὴ μάσκα τὴ δουλειὰ τοῦ καρβουνιάρη, μὲ τὴν ὁποία καὶ τὸ σῶμα τοῦ γυμναζόταν, μέσω τῶν κόπων, στὴν ἀρετή, καὶ ἡ ὀμορφιὰ σκεπαζόταν μὲ τὴ βρωμιὰ ἀπὸ τὰ κάρβουνα. Ἐπιπλέον, ὅ,τι ἔβγαζε μὲ τοὺς κόπους του, τὸ διέθετε γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν θείων ἐντολῶν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος στὴ συνέχεια, ἀφοῦ τὸν πῆρε παράμερα ἀπὸ τὴ συγκέντρωση καὶ τὸν ρώτησε λεπτομερῶς γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτόν, τὸν παρέδωσε στὰ μέλη τῆς συνοδείας του, λέγοντάς τους τί νὰ κάνουν. Ἔπειτα ἐπέστρεψε ἐκεῖ ποὺ ἦταν μαζεμένοι οἱ ἄλλοι καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει μὲ ἁπλὰ λόγια, ἀναφέροντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἱεροσύνη καὶ σκιαγραφώντας μὲ αὐτὰ τὴν ἐνάρετη ζωή. Συνέχισε νὰ συγκρατεῖ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴ συνάθροιση, ὥσπου οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἐκπλήρωσαν αὐτὸ ποὺ τοὺς πρόσταξε καὶ ἦρθαν ἔχοντας μαζί τους τὸν Ἀλέξανδρο, καθαρισμένο μὲ λουτρὸ ἀπὸ τὴν ἀηδία τῆς καρβουνιᾶς καὶ ντυμένο μὲ τὰ ροῦχα τοῦ ἁγίου –γιατί τέτοιες ἐντολὲς τοὺς εἶχε δώσει. Ὅλοι στράφηκαν πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο καὶ θαύμαζαν στὸ θέαμά του, ὁπότε ὁ διδάσκαλος τοὺς εἶπε: «Δὲν εἶναι παράξενο αὐτὸ ποὺ πάθατε, ποὺ ξεγελαστήκατε δηλαδὴ ἀπὸ τὰ μάτια σας καὶ ἀφήσατε τὴν αἴσθηση νὰ κρίνει μόνη της τί εἶναι καλό. Γιατί εἶναι σφαλερὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας ἡ αἴσθηση, καθὼς ἡ ἴδια ἐμποδίζει τὴν εἴσοδο στὸ βάθος τῆς ἀλήθειας. Συγχρόνως ὅμως, αὐτὸ ἦταν σίγουρα ἀρεστὸ στὸν δαίμονα, τὸν ἐχθρό της εὐσέβειας, νὰ μένει ἀχρησιμοποίητο ἕνα ἐκλεκτὸ σκεῦος, σκεπασμένο ἀπὸ τὴν ἄγνοια, καὶ νὰ μὴ βγεῖ στὸ φανερὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ καταστρέψει τὴν ἐξουσία του». Μετὰ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ἅγιος πρόσφερε τὸν Ἀλέξανδρο στὸν Θεὸ μὲ τὴ χειροτονία, μεταδίδοντάς του τὴ χάρη μὲ τὸν καθιερωμένο τρόπο. Καὶ καθὼς ὅλοι ἀτένιζαν τὸν νεοχειροτονημένο ἱερέα, ὁ Ἀλέξανδρος, μετὰ ἀπὸ προτροπὴ νὰ μιλήσει στὸ ἐκκλησίασμα, ἔδειξε εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι ἦταν σωστὴ ἡ κρίση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου γι’ αὐτόν. Ὁ λόγος τοῦ δηλαδὴ ἦταν γεμάτος νοήματα, ἂν καὶ ὑστεροῦσε σὲ ρητορικὰ στολίδια. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιος φαντασμένος νέος ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ποὺ βρισκόταν τότε στὴν πόλη τους, γέλασε μὲ τὸν ἀκαλλώπιστο λόγο του, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἦταν στολισμένος μὲ τὴν περίτεχνη ἀττικὴ διάλεκτο. Αὐτός, ὅπως λένε, συνετίστηκε ἀπὸ ἕνα θεϊκὸ ὅραμα: εἶδε ἕνα σμῆνος περιστεριῶν ποὺ ἔλαμπαν μὲ ἀπερίγραπτη ὀμορφιὰ καὶ ἄκουσε κάποιον νὰ τοῦ λέει ὅτι αὐτὰ τὰ περιστέρια, τὰ ὁποῖα περιγέλασε, εἶναι τοῦ Ἀλέξανδρου.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Β’, Ὑπόθεση Α’. Ἐκδόσεις Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2003.


St Makarios editedΜὲ τοῦτον τὸ θαυμάσιο ἀγωνιστή, ἤμουν, (λέγει ὁ Ἠρακλείδης), καὶ ἐγώ ὅταν ἦταν πρεσβύτερoς τῶν λεγομένων κελιῶν. Στὰ κελιὰ αὐτὰ ἔζησα 9 χρόνια τα τρία μὲ τοῦτον τὸ θαυμαστὸ Μακάριο. Μερικὰ ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ ἐξαίσια θαύματά του εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ἄλλα μοῦ διηγήθηκαν αὐτοὶ ποὺ ἔζησαν μαζί του καὶ ἄλλα ἀνάφεραν πολλοὶ πατέρες τοῦ ὅρους.

Αὐτὸς ὁ ΄Ὅσιος μία φορὰ ἐπισκέφθηκε τὸ Μ. Ἀντώνιο καὶ ὅταν εἶδε τὰ φύλλα φοινικιᾶς ποὺ ἔπλεκε καὶ ἦταν τόσο καλὰ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἄντωνιο νὰ τοῦ δώσει λίγα. Ἀλλὰ ὁ ΄Ὅσιος του ἀπάντησε: “εἶναι γραμμένο στὴ Γραφή, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμήσεις κανένα πράγμα τοῦ γείτονα σοὺ” καὶ μόλις τέλειωσε τὸ λόγο αὐτό, ὅλα τα φύλλα κάηκαν καὶ ἔγιναν στάχτη. Βλέποντας τὸ γεγονὸς ὁ Μ. Ἀντώνιος εἶπε στὸ Μακάριο. Πραγματικά, ἀδελφέ, γνώρισα ὅτι ἀναπαύεται σὲ σένα ἡ Χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ γιὰ τοῦτο θὰ γίνεις κληρονόμος τῶν ἀγώνων μου. Φεύγοντας ὁ Μακάριος, στὸ δρόμο, συνάντησε τὸ διάβολο ὁ ὁποῖος βλέποντάς το Ὅσιο κουρασμένο ἀπὸ τὸ δρόμο, τοῦ εἶπε. “Τώρα ποὺ πῆρες καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀντωνίου γιατί δὲν μεταχειρίζεσαι τὴ δύναμή σου καὶ νὰ ζητήσεις μὲ θάρρος ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σοῦ στείλει φαγητὸ καὶ ποτὸ καὶ νὰ σοῦ δώσει δύναμη νὰ συνεχίσεις τὴν ὁδοιπορία;” Καὶ ὁ Ὅσιος ἀπάντησε στὸ διάβολο. Γιὰ μένα δύναμη καὶ δόξα εἶναι αὐτὸς ὁ Κύριος· ἐσὺ ὅμως δὲν ἔχεις καμιὰ ἐξουσία νὰ πειράζεις τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ὁ πονηρός, ἔδειξε καὶ μία φαντασία στὸν ΄Ὅσιο. ΄Ἔφερε μπροστά του μία καμήλα φορτωμένη μὲ πολλὰ καὶ διάφορα χρειαζόμενα καὶ φαινόταν τὸ ζῶο σὰν περιπλανόμενο μέσα στὴν ἔρημο καὶ μόλις εἶδε τὸν Ὅσιο πῆγε καὶ γονάτισε μπροστά του. Τότε ὁ Ὅσιος ἐπιδόθηκε στὴν προσευχὴ καὶ ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ χάθηκε τὸ ζῶο. Continue reading

Ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὸ ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε συγχωρητικοὶ καὶ στοργικοὶ μεταξὺ μας

ΠαλαμάςὉ μέγας Παῦλος, δείχνοντας τὸ θεῖο καὶ κοινωφελὲς τής πιστεως καὶ διακηρύσσοντας τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ τὰ κατορθώματα καὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὴ δύναμη, ἀρχίζει ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀρχαιότερο, λέγοντας, «μὲ τὴν πίστη κατανοοῦμε ὅτι οἱ αἰῶνες καταρτίσθηκαν μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε τὰ βλεπόμενα νὰ μὴ ἔχουν γίνει ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶναι ὁρατά», καὶ τελειώνει μὲ τὴν μελλοντικὴ παγκόσμια ἀνάσταση καὶ τὴν τελείωση τῶν ἁγίων ποὺ θὰ συμβεῖ κατ’ αὐτήν, ἀπὸ τὴν ὁποία τίποτε δὲν ὑπάρχει τελειότερο. Συντάσσοντας ὅμως τὸν κατάλογο ἐκείνων ποὺ θαυμάσθηκαν γιὰ τὴν πίστη καὶ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὴν μὲ τὸν ἑαυτό τους, λέγει καὶ τοῦτο, ὅτι «μὲ τὴν πίστη ἔλαβαν γυναῖκες μὲ τὴν ἀνάσταση τοὺς νεκρούς των». Καὶ αὐτὲς εἶναι ἡ Σαραφθία καὶ ἡ Σουναμίτιδα, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μία ἔλαβε τὸν υἱό της ποὺ εἶχε πεθάνει πάλι ζωντανὸ ἀπὸ τὸν προφήτη Ἠλία, ἐνῶ ἡ Σουναμίτιδα ἔλαβε τὸν δικό της ἀπὸ τὸν Ἐλισσαῖο.
Ἡ καθεμιὰ τοὺς ἐπέδειξε μὲ τὰ ἔργα μεγάλη πίστη. Ἡ Σαραφθία προλαβαίνοντας σύμφωνα μὲ τὴν πίστη τῆς τὴν ἀναγγελμένη ἀπὸ τὸν προφήτη αὔξηση τῶν τροφίμων καὶ τρέφοντας αὐτὸν πρὶν ἀπὸ τὰ παιδιά της ἀπὸ τὸ ἀλεύρι μιᾶς χούφτας καὶ τὸ λίγο λάδι, τὰ μόνα ποὺ εἶχε νὰ φάγει, καὶ ἔπειτα περιμένοντας νὰ πεθάνει μὲ τὰ παιδιά της. Ἀλλὰ κι ὅταν μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἠλία ἀρρώστησε καὶ πέθανε ὁ υἱὸς τῆς (γιατί λέγει, «ἡ ἀρρώστια τοῦ ἦταν πολὺ βαρειά, σὲ βαθμὸ ὥστε νὰ μὴ ἀπομείνει σ’ αὐτὸν πνεῦμα ζωῆς»), αὐτὴ δὲν ἔδιωξε τὸν προφήτη, δὲν τὸν κατηγόρησε, δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴ θεοσέβεια ποὺ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ κατηγόρησε τὸν ἑαυτό της καὶ θεώρησε ὅτι αἰτία τοῦ πάθους εἶναι οἱ ἁμαρτίες της, ἀποκαλώντας σ’ αὐτὴ τὴ συμφορὰ τὸν Ἠλία ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, καὶ κατηγορώντας μᾶλλον τὸν ἑαυτό της καὶ λέγοντάς του μᾶλλον προτρεπτικά, παρὰ σκωπτικά, «τί σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσά σε μένα καὶ σὲ σένα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; ἦρθες σὲ μένα νὰ μοῦ ὑπενθυμίσεις τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ θανατώσεις τὸν υἱό μου;». Σὺ εἶσαι φῶς, λέγει, κατὰ μέθεξη, ὡς διάκονος τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐρχόμενος ἐδῶ κατέστησες φανερά τα ἀφανῆ ἁμαρτήματά μου, καὶ αὐτά μου θανάτωσαν τὸν υἱό μου. Βλέπετε πίστη ἀλλόφυλης γυναίκας; βλέπετε ταπείνωση; Γι’ αὐτὸ εὔλογα ἔλαβε τὴν ἐκλογὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ καταξιώθηκε νὰ γίνει πρότυπό της κλήσεως καὶ πίστεως τῶν ἐθνῶν, καὶ ἔπειτα δέχθηκε καὶ τὸ παιδὶ τῆς ζωντανό.
Ἡ Σουναμίτιδα πάλι ἔδειξε την πίστη της καὶ μὲ ὅσα εἶπε πρὸς τὸν ἄνδρα της γιὰ τὸν Ἐλισσαῖο, καὶ μὲ ὅσα ἑτοίμασε γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ προφήτη, καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπεια ποὺ ἐπέδειξε ὅταν πέθανε τὸ παιδί της. Γιατί, κρύβοντας ἀθόρυβα τὴ συμφορά, ἔτρεξε πρὸς τὸν προφήτη καὶ τὸν ὁδήγησε στὴν οἰκία της, λέγοντας πρὸς αὐτόν, «ὁρκίζομαι στὸν ζωντανὸ Κύριο καὶ στὴ δική σου ζωή, ὅτι δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω», καὶ μὲ αὐτὴ τὴν πίστη δέχθηκε τὸν υἱὸ τῆς ἀναστημένο ἀπὸ τὸν προφήτη, ὥστε τὸ ἐξαίρετο αὐτὸ θαῦμα νὰ μὴ εἶναι ἐκείνων τῶν προφητῶν, ἀλλὰ μάλλον της πίστεως των μητέρων ποὺ δέχθηκαν τοὺς ἀναστάντες. Continue reading

 8 Ὀκτωβρίου)

Ἐκ τοῦ ρύπου σμιχθεῖσα τῆς ἀσωτίας
φαιδρὰ προσεισι τῷ Θεῶ Ταϊσία.

ΤαϊσίαἩ μακαριωτάτη Ταϊσία ἦτο καλὴ εἰς τὴν ὄψιν, χαριεστάτη καὶ πολὺ ὡραία, ὄτε δὲ ἦτο δέκα ἑπτὰ περίπου χρόνων, λαβοῦσα ταύτην ἡ μήτηρ της, ἡ ὁποία ἀπὸ μικρᾶν τὴν ἐξώθει εἰς τὸ κακόν, τὴν ὠδήγησεν εἰς τὸν τόπον τῆς ἀπωλείας, ἤτοι εἰς τόπον πορνείας. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ὡραία, διέδραμε πανταχοῦ ἡ φήμη τοῦ κάλλους τοῦ προσώπου της, ὡς φλόγα δὲ κατέκαιεν ἡ μανία τῆς ἀγάπης της τὰς καρδίας τῶν ἐραστῶν της. Πλεῖστοι δὲ ἄλλοι ἀκούοντες τὰ περὶ τοῦ κάλλους της, ἐπώλουν πάντα τα ὑπάρχοντά των, προκειμένου νὰ ἀπολαύσουν τῆς ἀγάπης της. Continue reading

Ἡ Ἁγία Πελαγία ἡ Παρθένος (8 Ὀκτωβρίου)


Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καὶ ἀπὸ ἔνδοξο γένος (στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Νουμεριανοῦ 282 – 284). Ὅταν ἔμαθε ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀντιόχειας ὅτι ἡ Πελαγία ἦταν χριστιανή, ἔστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ τὴ συλλάβουν. Αὐτοὶ περικύκλωσαν τὸ σπίτι της καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ τὴν ἁρπάξουν. Ὅταν τὸ ἔμαθε ἡ Ἁγία, ζήτησε ἀπό τους στρατιῶτες νὰ περιμένουν λίγο. Ὅποτε, σήκωσε τὰ χέρια της καὶ τὰ μάτια τῆς στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε θερμὰ πρὸς τὸν Θεὸ νὰ μὴ ἐπιτρέψει νὰ τὴν ἁρπάξουν οἱ στρατιῶτες, ἀλλὰ νὰ φύγει ἀπ’ τὴν ζωὴ αὐτή, ἁγνὴ καὶ παρθένος. Ἔπειτα ἄνοιξε τὸ παράθυρο καὶ ἔριξε τὸν ἑαυτό της στὸ κενό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τραυματιστεῖ θανάσιμα καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγνὴ ψυχή της στὸν Θεό, προκειμένου βέβαια νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὸν μολυσμό των ἀγροίκων στρατιωτῶν Continue reading

Βίος του Αποστόλου Θωμά
St_Thomas-400x330

1. Ο Θωμάς ως μαθητής του Χριστού

Ο Θωμάς ήταν όπως είναι γνωστό ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, που μετά την Ανάληψη σκορπίσθηκαν σ’ όλη την οικουμένη, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας.

Όλοι οι απόστολοι με κόπους και δυσκολίες έφεραν το φώς της αλήθειας στους σκλάβους της αμαρτίας ανθρώπους. Ο Θωμάς είναι εκείνος, που με τον δισταγμό του ολοκλήρωσε την πίστη των άλλων Αποστόλων και την έκανε βεβαιώτερη. Από τότε κανένας Ιουδαίος ή ειδωλολάτρης δεν μπορούσε να πεί οτι ο Κύριος δεν αναστήθηκε. Διότι ο Θωμάς ήταν ο ακριβέστερος μάρτυρας της Αναστάσεως αφού τόλμησε να ψηλαφήσει το Αναστάντα Χριστό. Continue reading

 (5 Οκτωβρίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἁγίας μάρτυρος Χαριτίνης

Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μάρτυρος Χαριτίνης. Η αγία Χαριτίνη είναι από τις πολλές εκείνες νεαρές γυναίκες, που στον καιρό των αρχαίων διωγμών, αλλά και σε κάθε καιρό που διώκεται η πίστη και η Εκκλησία, προτίμησαν την αγάπη του Χριστού από την αγάπη του κόσμου. Αυτό είναι περισσότερο ανδρείο και γενναίο απ’ ό,τι μπορούμε να σκεφτούμε στον καιρό μας, που όλοι μας είμαστε παραδομένοι στην αγάπη του κόσμου και την απόλαυση του βίου. Μια νεαρή γυναίκα, που μπορεί να προτίμησει την ουράνια δόξα και να περιφρόνησει την απόλαυση των εγκοσμίων, αλλά και να αντέξει σε απάνθρωπα βασανιστήρια και σε σκληρό θάνατο, αξίζει να τη θαυμάσουμε και να την τιμήσουμε κι όσο μπορούμε να την μιμηθούμε. Continue reading

  1. Βίος ἐκ τοῦ Συναξαρίου τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
  2. Ἐκ τοῦ Λαυσαϊκοῦ περί τοῦ Ὁσίου

amoun-768x500(Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)

Ἀσκήσεως διῆλθε τὴν στενὴν τρίβον,
Ἀμμοῦν ὁ θεῖος καὶ τρυφῆς εὗρε πλάτος.

Οὗτος ἦτον κατὰ τὸ γένος Αἰγύπτιος, ὀρφανὸς δὲ γενόμενος, μὲ τὸ νὰ ἀπέθανον οἱ γονεῖς του, ἠναγκάσθη ἀπὸ τὸν θεῖόν του νὰ λάβῃ μὲ γάμον γυναῖκα. Τούτου δὲ γενομένου, ἐσυμφώνησε μετὰ τῆς γυναικός του, ἵνα φυλάξουν παρθενίαν. Ἐδούλευε δὲ πάντοτε εἰς τὸν βαλσαμῶνα (ἤτοι εἰς τὸν κῆπον ὁποῦ εἶχε τὸ ἐκλεκτὸν χόρτον τοῦ καλουμένου ὀποβαλσάμου (5)), τὸ ὁποῖον ἔργον ἐπροξένει εἰς αὐτὸν πολλοὺς κόπους καὶ μόχθους. Ὕστερον δὲ ἀπὸ χρόνους δεκαοκτώ, ἀνεχώρησεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Μέγαν Ἀντώνιον. Ἀπὸ τὸν ὁποῖον θαυμασθεὶς διὰ τὴν ἐνάρετον πολιτείαν του, εἰς πολλοὺς εὑρίσκετο ὠφελείας ὑπόθεσις, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν θεοφιλῆ βίον του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ πολλὰ θαύματα ὁποῦ ἐποίει. Τούτου τοῦ Ἁγίου τὴν μακαρίαν ψυχὴν εἶδεν ὁ Μέγας Ἀντώνιος, πῶς ἀνεφέρετο εἰς Οὐρανοὺς ὑπὸ Ἁγίων Ἀγγέλων (6).

(5) Περὶ τοῦ ὀποβαλσάμου τούτου ὅρα εἰς τὴν εἰκοστὴν ἕκτην τοῦ Δεκεμβρίου ἐν ταῖς ὑποσημειώσεσι τοῦ ἐκεῖσε πρώτου Συναξαρίου.

(6) Σημείωσαι, ὅτι διὰ τὸν Ἀμμοῦν τοῦτον γράφει ὁ Σωκράτης, βιβλ. δ΄, κεφ. κβ΄, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. Ὅτι νέος ὤντας, δὲν ἤθελε νὰ ὑπανδρευθῇ. Ἐπειδὴ δὲ οἱ συγγενεῖς του ἐσυμβούλευον αὐτόν, ὅτι ὑβρίζει μὲ τοῦτο τὸν τίμιον γάμον, ἐπῆρε γυναῖκα. Ἀγαγὼν δὲ αὐτὴν εἰς τὸν κοιτῶνα, ἐπῆρε βιβλίον Ἀποστολικὸν εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ἀνεγίνωσκεν εἰς τὴν τοῦ Παύλου πρὸς Κορινθίους πρώτην Ἐπιστολήν, ὅσα παραγγέλλει ἐκεῖ πρὸς τοὺς ὑπανδρευομένους· ἐπρόσθεττε δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ λόγου του πολλά: πόσον δηλαδὴ κοπιαστικὴ εἶναι ἡ μετὰ γυναικὸς καὶ ἀνδρὸς συμβίωσις! πόσα φορτικὰ ἔχει ἡ γυνὴ διὰ τὰ κοιλοπονήματα, καὶ διὰ τὴν ἀνατροφὴν τῶν τέκνων! Ἔλεγε δὲ καὶ ὅτι ἡ παρθενία εἶναι καθαρὰ καὶ ἐλευθέρα, καὶ κάμνει τοὺς παρθένους νὰ πλησιάζουν εἰς τὸν Θεόν. Ὅθεν μὲ ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα, ἔπεισεν αὐτὴν νὰ ζήσῃ μὲ παρθενίαν. Καὶ λοιπὸν πέρνωντας αὐτήν, ἐπῆγεν εἰς τὸ ὄρος τῆς Νητρίας, καὶ ἐκάθισαν ὁμοῦ εἰς μίαν καλύβην, οὐκ ἔχοντες διάκρισιν ἄρρενος καὶ θήλεος, ἀλλ’ ἓν ὄντες ἐν Χριστῷ. Εἶτα ἐκάθισεν ὁ καθεὶς χωριστά, καὶ ἐπέρασαν τὴν ζωήν τους μὲ ξηροφαγίαν καὶ μεγάλην ἄσκησιν. Περὶ τοῦ Ἀμμοῦν τούτου καὶ τῆς συζύγου του, διηγεῖται καὶ τὸ Λαυσαϊκὸν καὶ ὅρα ἐκεῖ.(Καταχωρήται εἰς τό τέλος)

Λέγει δὲ ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ, ὅτι τὸ ὄρος ἐν ᾧ διέτριβεν ὁ Ἀντώνιος, ὅταν εἶδε τὴν ψυχὴν τοῦ Ὁσίου Ἀμμοῦν ἀνερχομένην, ἦτον μακρὰν ἀπὸ τὸ ὄρος τῆς Νητρίας, ἐν ᾧ ἦτον ὁ Ἀμμοῦν, δεκατρεῖς ἡμέρας (Λόγ. ξζ΄, σελ. 392). Φαίνεται δέ, ὅτι ὁ Ἀμμοῦν οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος ἐκεῖνος, ὁποῦ ἀναφέρεται εἰς τὰς ἑπτὰ τοῦ Δεκεμβρίου. Καθότι καὶ ἐκεῖνος ἐν τῇ Νητρίᾳ ἦτον. Ἴσως δὲ ὁ Ἀμμοῦν οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις γράφεται εἰς τὸ Ἐκλόγιον ἐκ μέρους τοῦ Ἱερωνύμου.

Ἀναγινώσκομεν δὲ εἰς τὸν Εὐεργετινόν, ὅτι ἐπαινετὴν ἀπόκρισιν ἔδωκεν ὁ Ἀμμοῦν οὗτος εἰς τὸν ἐρωτήσαντα αὐτὸν ἀδελφὸν καὶ εἰπόντα. Πέμπει με ὁ πνευματικός μου πατὴρ εἰς διακονίαν, καὶ φοβοῦμαι τὴν πορνείαν. Ὁ δὲ Ἀμμοῦν εἶπεν αὐτῷ. Εἰς ὁποίαν ὥραν ἔρχεταί σοι πειρασμός, εἰπέ. Ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, εὐχαῖς τοῦ πατρός μου ἐξελοῦ με. Ἐπληρώθη δὲ ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου διὰ τῶν ἔργων. Διατὶ ἀπελθόντος τοῦ ἀδελφοῦ ἐκείνου ποτὲ εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ Γέροντός του, μία παρθένος βλέπουσα αὐτὸν νὰ ἔμβῃ εἰς τὸν οἶκόν της, ἔκλεισε τὴν πόρταν. Ὁ δὲ ἀδελφὸς ἐφώναξε μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπεν. Ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου, ἐξελοῦ με. Καὶ εὐθέως εὑρέθη εἰς τὴν ὁδὸν τῆς Σκήτεως (σελ. 231). Προσθέττει δὲ ὁ αὐτὸς Εὐεργετινός, ὅτι ὁ Ἀμμοῦν οὗτος, γυμνὸν ποτὲ δὲν εἶδε τὸν ἑαυτόν του, λέγων, ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς εἰς τὸν Μοναχὸν νὰ βλέπῃ γυμνὸν τὸ σῶμά του. Ὅθεν χρείας ποτὲ γενομένης, ἵνα διαπεράσῃ τὸν ποταμὸν τὸν καλούμενον Λύκον, ὅτε ἐγένετο πλημμύρα νεροῦ, παρεκάλεσε τὸν μετ’ αὐτοῦ ὄντα Θεόδωρον, νὰ ὑπάγῃ μακράν, διὰ νὰ μὴν ἰδοῦν γυμνοὺς ἕνας τὸν ἄλλον, ὅταν κολυμβοῦν. Μακρύναντος δὲ τοῦ Θεοδώρου, πάλιν ὁ Ἀμμοῦν ἐντρέπετο νὰ γυμνωθῇ. Ἐν ᾧ δὲ καιρῷ ἐντρέπετο καὶ ἐφρόντιζε, πῶς νὰ περάσῃ τὸν ποταμόν, ὢ τοῦ θαύματος! ἁρπάχθη (ἴσως ὑπὸ θείου Ἀγγέλου) καὶ εὑρέθη εἰς τὸ ἀντίπερα μέρος τοῦ ποταμοῦ (σελ. 655). Διὰ τοῦτο λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι ἡ Παρθένος καὶ Μοναχή, κᾂν καὶ δὲν ᾖναι κᾀνένας ἄνθρωπος παρών, πρέπει νὰ ἐντρέπεται αὐτὴ τὸν ἑαυτόν της, καὶ νὰ μὴ πράττῃ κᾀνένα πρᾶγμα ἀνάξιον τῆς τοῦ νυμφίου Χριστοῦ θεωρίας καὶ ἀρεσκείας, ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ νὰ γυμνόνεται. «Κᾂν μόνη ἡ παρθένος ᾖ, μηδενὸς ἀνθρώπου παρόντος τὸ σύνολον, πράττειν τι τῶν μὴ ἀξίων τοῦ νυμφίου οὐκ ἀνεχομένη. Κᾂν γὰρ μηδεὶς τῶν ἀνθρώπων ἄλλος παρῇ, ἀλλ’ αὐτὴ ἑαυτῇ πάρεστιν ἡ παρθένος. Καὶ πάντων μᾶλλον ἑαυτὴν ὀφείλει αἰδεῖσθαι. Οὐ γὰρ δὴ τοὺς μὲν ἄλλους ὡς αἰδοῦς ἀξίους φυλάσσεται, ἑαυτὴν δέ, ὡς οὐκ ἀξίαν αἰδοῦς ἀτιμάσει» (Λόγ. περὶ Παρθενίας). Καὶ πάλιν «Οὐ γὰρ δεῖ, κᾂν ἐν οἴκῳ μόνη καθέζηται καθ’ ἑαυτὴν ἡ παρθένος, διότι μηδεὶς πάρεστι τῶν ἀνθρώπων, ἀδιαφόρως γυμνοῦσθαι» (αὐτόθι).


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΑΜΜΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ
(Ἐκ τοῦ Λαυσαϊκοῦ)

Αὐτὸς ὁ Ὅσιος Ἀµµούν, ὅταν ἦταν 22 χρόνων ἔµεινε ὀρφανὸς καὶ ὁ θεῖος του τὸν πάντρεψε παρὰ τὸ θέληµά του. Ὅµως µετὰ ποὺ τέλειωσε τὸ γαµήλιο γλέντι καὶ ὅλοι ἔφυγαν καὶ ἔµεινε τὸ ἀνδρόγυνο µόνο του, λέγει ὁ Ἀµµοῦν στὴ σύζυγό του. Ἔλα κυρία καὶ ἀδελφὴ νὰ σοῦ πῶ τὸ σκοπὸ µου. Τοῦτο τὸ στεφάνωµα ποὺ ἔγινε µεταξὺ µας, ἂν θέλεις (καθὼς ἐγώ), νὰ γίνει ἔνωση καὶ µίξη πνευµατικὴ καὶ ὄχι σωµατική. Λοιπόν, ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἕξης νὰ ἔχουµε τὸ στρώµα µας χωριστὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Σωτήρος µας Χριστοῦ, νὰ φυλάξουµε τὴ παρθενία µας καθαρή, γιὰ νὰ χαιρόµαστε αἰώνια στὸν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Λέγοντας αὐτὰ ὁ Ἀµµοῦν, ἔβγαλε ἀπὸ τὸν κόρφο του ἕνα βιβλίο µικρὸ µέ ρητά τῆς Ἁγίας Γραφῆς περὶ παρθενίας καὶ τὰ διὰβαζε καὶ τὰ ἐξηγοῦσε ὅπως τὸν ἐφώτιζε τὸ Ἅγιον Πνεὺµα. Ἔτυχε ἡ κοπέλα σύζυγός του νὰ εἶναι γῆ ἀγαθὴ καὶ δέχτηκε τὸν εὐαγγελικὸ σπόρο στὴν ψυχὴ της ἀποκρίνεται πρὸς τὸ νυµφίο της λέγουσα, ὅτι συµφωνεῖ νὰ γίνουν ὅπως αὐτὸς θέλει, ἀλλὰ νὰ µήν χωρίσουν, νὰ ζοῦν στὸ ἴδιο σπίτι σὲ χωριστὰ κρεβάτια καὶ νὰ περνοῦν τὴ ζωή τους σὰν ἀδέλφια, νὰ πῶ τὸ καλύτερα σὰν συνασκητές. Συµφώνησε ὁ Ἀµµούν καὶ ἔζησαν σὰν ἀδέλφια 18 ὁλόκληρα χρόνια. Ὁ Ἀµµοῦν εἶχε χωράφι µέ φυτεία βαλσάµου τὴν ὁποία φρόντιζε ὅλη µέρα καὶ τὸ βράδι γύριζε στὸ σπίτι του καὶ διάβαζε τόν Ἐσπερινὸ µέ τὴ σύζυγό του καὶ στὸ τέλος ἔτρωγαν µαζί. Κατόπιν πήγαινε ὁ καθένας στὸ δικό του κρεβάτι. Πρὶν ξηµερώσει σηκωνόταν ὁ Ἀµµούν, διάβαζε τὸν Ὄρθρο καὶ µετὰ πήγαινε στὸ χωράφι καὶ περιποιόταν τὰ βάλσαµά του. Ζοῦσαν µέ τὴ δύναµη τῆς προσευχὴς καὶ ἔφτασαν στὴν τέλεια ἀπάθεια. Μιὰ µέρα ἡ εὐλογηµένη κόρη λέγει στὸν Ἀµµοῦν· Κύριέ µου, ἔχω νὰ σοῦ πῶ ἕνα λόγο κι ἂν µέ ἀκούσεις θὰ γνωρίσω ὅτι µἐ ἀγαπᾶς σὰν γνήσια ἀδελφή σου. Ὁ Ὅσιος τῆς λέγει· πὲς µου αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ πεῖς· Καὶ τοῦ λέγει: «δέν φαίνεται δίκαιο ἕνας τόσο δίκαιος καὶ ἀγωνιστής σὲ κάθε ἀρετὴ ἄνθρωπος σὰν ἐσένα, ποὺ µπορεῖ νὰ ὠφελήσει πολλοὺς ὅπως ὠφὲλησες κι ἐµένα στὴ σωφροσύνη καὶ στὴν ἐγκράτεια, νὰ µένει κλεισµένος σὲ τοῦτο τὸ σπίτι καὶ νὰ µἡ γίνεται γνωστὸς καὶ ὠφέλιµος καὶ σ’ ἄλλους ἀνθρώπους». Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἀµµούν χάρηκε καὶ δόξασε τὸ Θεὸ ποὺ τὴ φώτισε, καὶ τῆς ἁπαντὰ µέ πολλὴ χαρά. «Καλὰ σκέφτηκες ἐν Κυρίω ἀδελφὴ µου· ἰδοὺ λοιπὸν τὸ σπίτι αὐτὸ νὰ τὸ ἔχεις ἐσύ, καὶ ἐγὼ θὰ πάω νὰ βρῶ ἄλλο. Καὶ ἀµέσως ὁ Ἀµµούν ἀνεχώρησε καὶ πῆγε στὸ πιὸ µακρινὸ µέρος τοῦ ὅρους τῆς Νητρίας ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἀκόµα µοναστήρια. Ἐκεῖ ἔκτισε κελιὰ καὶ ἔζησε στὸ µέρος ἐκεῖνο ἀκόµα 22 χρόνια µέ µεγάλη ἄσκηση καὶ ἀγῶνες µεγάλους γιὰ νὰ κατορθώσει κάθε ἀρετή. Τελειώνοντας ἔτσι τὴ ζωή του στὴ µοναδικὴ ἀγγελικὴ πολιτεία. Ὅλα τα χρόνια τῆς ζωῆς του ἔγιναν 62. Κάθε χρόνο δυὸ φορὲς ἐπισκεπτόταν τὴ σύζυγό του καὶ συζητοῦσαν λόγους ψυχωφελεῖς καὶ σωτήριους.

Μερικὰ θαύµατα τοῦ Ὁσίου Ἀµµούν

 Ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν στὸ ὅρος τῆς Νητρίας, µετάφεραν ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ εἶχε δαγκώσει λυσσασµένος σκύλος καὶ λύσσαξε καὶ αὐτό. Τὸ παιδὶ ξέσχιζε τὸ σῶµα του καὶ τὸ ἔδεσαν µἐ ἁλυσίδες. Οἱ καηµένοι οἱ γονεῖς παρακαλοῦσαν τὸν Ὅσιο νὰ κάνει δέηση στὸ Θεὸ γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσει. Ὁ Ὅσιος ὄµως ἔλεγε µἐ πολλὴ ταπείνωση· «ἄνθρωποι τί µἐ βιάζετε νὰ κάνω πράγµα πού δὲ δύναµαι; Κι ὄµως ἡ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ σας εἶναι στὸ χέρι σας. Δὥστε τὸ βόδι τῆς χήρας ποὺ ἔχετε σκοτώσει κρυφὰ καὶ θὰ θεραπευτεῖ τὸ παιδί σας.» Ἐκείνοι σὰν ἄκουσαν αὐτὰ θαύµασαν γιὰ τὸ προορατικὸ χάρισµα τοῦ ἁγίου καὶ ὑποσχέθηκαν νὰ δώσουν τὸ ζῶο στὴ χήρα καὶ εὐθὺς θεραπεύτηκε τὸ παιδί τους.

Μιὰ µέρα πῆγαν στὸν Ὅσιο δυὸ ἀγωγιάτες· αὐτός θέλοντας νὰ δοκιµάσει τὴ γνώµή τους, τοὺς ζήτησε νὰ τοῦ µεταφέρουν ἕνα πιθάρι γιὰ νὰ φυλάει τὸ νερό. Ὁ ἕνας εἶχε καµήλα καὶ ὁ ἄλλος µουλάρι. Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὴν καµήλα λυπόταν τὸ ζῶο του καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ µεταφέρει. Ὁ ἄλλος ποὺ εἶχε τὸ µοὐλάρι φὸρτωσε τὸ πιθάρι στὸ ζῶο καὶ τὸ µετάφερε στὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε· Ὁ σύντροφός σου λυπήθηκε τὸ ζῶο του καὶ δὲ θέλησε νὰ µεταφέρει τὸ πιθάρι καὶ ἡ καμήλα τοῦ ψόφησε. Ὁ ἄνθρωπος τότε πῆγε νὰ δεῖ καὶ βρῆκε τὸ ζῶο νὰ τὸ τρῶνε τὰ σκυλιά.

Γιὰ τοῦτο τὸν Ὅσιο µᾶς διηγήθηκε καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τὸ ἑξῆς θαύµα: « Μιὰ φορὰ ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔστειλε µοναχούς, ἀπὸ τὴ βαθιὰ ἔρηµο, στὸν ἀββὰ Άµµούν καὶ τὸν καλοῦσε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Δέχτηκε τὴ παράκληση τοῦ Ἀντωνίου καὶ ξεκίνησε µέ τούς µοναχοὺς γιὰ τὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἀντωνίου. 'Ὅταν ἔφτασαν στὸν ποταµὸ Λύκο, αὐτὸς ντρεπόταν νὰ βγάλει τὰ ροῦχα του γιὰ νὰ περάσει, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὸν εἶχε δεῖ γυµνὸ κανένας ἄνθρωπος. Ἐκεῖ ποὺ συλλογιζόταν, ἐκ θαύµατος βρέθηκε στὴν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ ποταµοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι µοναχοὶ πέρασαν κολυµπώντας. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὸ Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀλληλοασπάστηκαν, τοῦ λέγει ὁ Ἄντωνιος  πολλὰ καὶ θαυµαστὰ µοῦ ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος, γιὰ σένα ἀδελφέ."Ἀκὸµα καὶ τὴν τελείωσή σου µοῦ ἔχει φανερώσει καὶ γιὰ τοῦτο σὲ προσκάλεσα νὰ ἀπολαύσοµε ἐν Πνεύµατι Ἁγίω ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ νὰ παρακαλέσουµε τὸ Θεὸ ὁ ἕνας ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Λοιπόν, µείνε κοντὰ µου σὲ χωριστὸ µέρος µέχρι νὰ τελειώσεις τὴ ζωή σου. ΄Έµεινε ὁ ΄Ὅσιος κοντὰ στὸν Ἀντώνιο καὶ σὲ λίγες µέρες ἔφυγε γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ εἶδεν ὁ Ἀντώνιος τὴν ψυχὴ τοῦ Ἀµµούν νὰ µεταφέρεται µἐ ὑµνωδίες στοὺς οὐρανοῦς καὶ τὸ ἔλεγε στοὺς µἀθητές του

4. ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΑΘΗΝΩΝ (3) Η Αποστολική Εκκλησία των Αθηνών, της οποίας ιδρυτής είναι ο Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Παύλος, έχει να επιδείξει κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας του δυσχιλιετούς βίου της, πολυάριθμες μορφές αγίων, που τη λάμπρυναν και τη δόξασαν και αποτελούν σήμερα πολύτιμο πνευματικό θησαυρό για όλους τους φιλάγιους κατοίκους και επισκέπτες του περιωνύμου κλεινού Άστεως των Αθηνών. Ανάμεσα στο πλήθος των αγίων, που κοσμούν το πνευματικό στερέωμα της αγιοτόκου πόλεως των Αθηνών, ξεχωριστή θέση κατέχει ο Ουρανοβάμων και Ιεροφάντωρ Άγιος Ιερόθεος, ο σοφός και ευκλεής αυτός πρώτος ιεράρχης της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών.  Continue reading

ΠαλαμάςΤὸ Εὐαγγέλιο Τῆς Κυριακῆς (Λουκᾶ στ΄ 31-36)

Καὶ καθὼς θέλετε ἴνα ποιῶσιν ὑμὶν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπώντας ὑμᾶς, ποία ὑμὶν χάρις ἐστι; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοί τους ἀγαπώντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμὶν χάρις ἐστι; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοί το αὐτὸ ποιούσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε πὰρ΄ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμὶν χάρις ἐστι; Καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἴνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστὸς ἐστὶν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὒν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστι. Continue reading