...Ἀφοῦ μιλήσαμε μὲ συντομία στὰ πιὸ πάνω θέματα καὶ μὲ κατάλληλο λόγο, θὰ ἀναφερθοῦμε ὅσο μᾶς εἶναι δυνατὸν στὴν Εἴσοδο τῆς Παρθένου στὸ ναὸ καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ νόμου. Γιατί αὐτή, ποὺ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ ὅλους τους ἁγίους, ἡ καθαρὴ κατοικία τοῦ Λόγου, τὸ ἀπάνθισμα τῆς παρθενίας, ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιασμοῦ, τὸ ὅρος τὸ ἅγιον, ἡ σκηνὴ ποὺ χώρεσε τὸν Θεό, ἡ ἀκατάφλεκτη βάτος, τὸ φλεγόμενο ἅρμα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀμόλυντη περιστερά, ὁ εὐρύχωρος τόπος ποὺ χώρεσε τὸν Λόγο, ἡ θεοφώτη νεφέλη, ἡ στολισμένη βασίλισσα, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ, προοριζόταν γιὰ κατοικία τοῦ δημιουργοῦ καὶ Θεοῦ.

Γ. Ὁ Ἰωακεὶμ ἦταν πλούσιος καὶ δίκαιος μέσα στὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πρόσφερε τὰ δῶρα του στὸν Θεό. Ἐπειδὴ δὲν εἶχε παιδιὰ καὶ ἦταν ἄτεκνος οἱ ἱερεῖς τοῦ ναοῦ τοῦ Κυρίου δὲν τὰ δέχονταν λέγοντας· «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τὰ προσφέρεις αὐτὰ στὸν Θεό, γιατί ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες δὲν ἀπόκτησες ἀπογόνους». Κατέβηκε ἀπὸ τὸ ναὸ σκυθρωπὸς καὶ γεμάτος λύπη. Ἀφοῦ ἀνέβηκε στὸ ὅρος, ὁλομόναχος ἐνώπιόν του Θεοῦ, προσευχόταν μὲ συντριμμένη καρδιὰ καὶ πονεμένη ψυχή, λέγοντας μὲ δυνατὴ φωνή: «Ἐσύ, Κύριε, ποὺ γνωρίζεις τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, ὁ δημιουργός των ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, ποὺ ἅπλωσες ἀπὸ τὴ μία ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα ἕως τὴν ἄλλη τὸν οὐρανὸ σὰν δερμάτινη σκηνή. Ἐσὺ ποὺ διέταξες τὸν ἥλιο νὰ φωτίζει ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ τὴ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα τὴ νυκτά. Ἐσύ, ποὺ πρόσταξες τὰ σύννεφα νὰ δίνουν βροχὴ καὶ ποὺ κατευθύνεις τὴν κίνηση τῶν ἀνέμων... ἄκουσε μὲ Εὔσπλαχνε, καὶ δώρησέ μου τέκνο, χάρισέ μου κληρονόμο, γιὰ νὰ σιωπήσουν τὰ δόλια χείλη, ποὺ κατηγοροῦν τὸν δίκαιο καὶ μὲ ὑπερηφάνεια τὸν ταπεινώνουν».

Αὐτὴ ἦταν ἡ προσευχὴ τοῦ δίκαιου· αὐτὲς ἦταν οἱ παρακλήσεις τοῦ προπάτορα· τέτοιοι ἦταν οἱ στεναγμοὶ τῆς πονεμένης ψυχῆς τοῦ Ἰωακείμ.

Δ. Ἡ Ἄννα τί ἔκανε; Γιατί ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὰ δικά της λόγια. Ἁρμονικὰ ἔζησε μὲ τὸν ἄνδρα της ἀπὸ τὴ νεανικὴ ἡλικία καὶ ἀφοῦ ἔφθασε στὰ γηρατειὰ παρέμεινε ὅλα τα χρόνια της στείρα. Καὶ ὅλοι ἤξεραν ὅτι ἦταν ἄτεκνη. Βλέποντας λοιπὸν τὴν ἀναχώρησή του

συζύγου στο ὅρος, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία, μέσα στὸν κῆπο της, μὲ παρακλητικὲς προσευχὲς φωνάζοντας τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό, ἔλεγε: «Ὢ Κύριέ των Δυνάμεων, ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ καὶ δοξαζόμενος ἀπὸ τὰ Σεραφίμ· ποὺ περιστοιχίζεσαι ἀπὸ ἀμέτρητο πλῆθος ἀγγέλων, ποὺ σὲ δοξολογοῦν καὶ σὲ προσκυνοῦν. Ἐσὺ ποὺ ἔπλασες μὲ τὸ χέρι σου τὸν Ἀδάμ, τοῦ ἔδωσες τὴ ζωὴ μὲ τὸ πρόσταγμά σου καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ δημιούργησες τὴ γυναίκα· μὲ τὴ σοφή σου ἀπόφαση τοῦ τὴν ἔδωσες ὡς βοηθὸν ὅμοια μὲ αὐτὸν καὶ ἕνωσες τοὺς δύο σὲ ἕνα λέγοντας «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». Ἐσὺ ποὺ στὸν Ἀβραάμ, τὸν ὑπηρέτη σου καὶ πατριάρχη, δώρησες υἱὸ τὸν Ἰσαάκ, ἐνῶ βρισκόταν σὲ βαθειὰ γηρατειὰ καὶ ἡ Σάρρα ἦταν στείρα καὶ τὸν ἔκανες πατέρα πολλῶν ἐθνῶν. Ἐσὺ ποὺ χάρισες στὴ συνώνυμη καὶ συμπατριώτισσά μου Ἄννα τὸ ἐξαιρετικὸ καὶ ἱερὸ παιδί, τὸν Σαμουήλ, δῶρο δικό σου, ἀποτέλεσμα προσευχῆς καὶ νίκη κατὰ τοῦ ψεύδους καὶ τοῦ μίσους. Κοίταξε, Ὕψιστε, ἀπὸ τὸ οὐρανό, τὴν ἁγία κατοικία σου, καὶ ἀξίωσε μὲ νὰ γίνω μητέρα· διῶξε τὴ λύπη τῆς στειρώσεως καὶ λύσε τὰ δεσμὰ τῆς ἀτεκνίας μου, ὥστε αὐτὸ ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ δούλη σου, ἀρσενικὸ ἢ θηλυκό, νὰ τὸ προσφέρω ὡς δῶρο, ὡς εὐωδιαστὸ θυμίαμα, ὡς καθαρὴ καὶ πολύτιμη προσφορά, ὡς ἱερὸ ἀφιέρωμα, ὡς θεία κατοικία, ὡς πρωτότοκο ἀμνό, ὡς νέον Ἰσαάκ.

Ε. Ἐνῶ ἔτσι καὶ οἱ δύο παρακαλοῦσαν, ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτοὺς Ἄγγελος Κυρίου φέρνοντας τὴ χαρούμενη εἴδηση τῆς γεννήσεως τῆς Παναγίας λέγοντας: «Ἄκουσε ὁ Ὕψιστος τὴ δέησή σας καὶ σὲ λίγο καιρὸ θὰ ἀποκτήσετε θυγατέρα, ποὺ θὰ τὴν μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές, διαλεγμένη νὰ γίνει κατοικία τοῦ Θεοῦ». Ὅταν ἄκουσε τὴν εὐχάριστη εἴδηση κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὅρος ὁ Ἰωακεὶμ γεμάτος χαρὰ καὶ εὐφροσύνη στὴν καρδιά. Ἀνέλπιστα ἡ ἄκαρπη κοιλιὰ τῆς Ἄννας ἔγινε γόνιμη, μετὰ τὴν ἀνθρώπινη καὶ ἀνδρικὴ ἐπιθυμία. Καὶ ἀφοῦ πέρασε τὸ διάστημα τῶν ἐννέα μηνῶν γέννησε τὴν πανάχραντη Παρθένο καὶ Θεοτόκον Μαρίαν, ποὺ ἔγινε ἀφορμὴ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

ΣΤ. Ὅταν οἱ ἐπαγγελίες τοῦ ἀγγέλου πραγματοποιήθηκαν καὶ γεννήθηκε ἡ καθαρὴ καὶ θεόσταλτη κόρη, ἀπὸ τοὺς δικαίους Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, αὐτοὶ ἐκπλήρωσαν τὶς ὑποσχέσεις τους. Ἔβλεπε κανεὶς τότε τὴν θεοφρονα Ἄννα μὲ πολλὴ ἀγαλλίαση, χαρούμενη νὰ λέει στὴν Παρθένο: «Ποιὸς περίμενε, κόρη μου, ἀπὸ μένα νὰ γεννηθεῖ αὐτὴ ποῦ ὅλες οἱ γενεὲς θὰ μακαρίζουν; Ποιὸς βλέποντάς σε στὴν ἀγκαλιά μου δὲν θὰ δοξάσει Ἐκεῖνον ποὺ σὲ χάρισε σὲ μένα τὴν στείρα καὶ ἄτεκνη; Ποιὸς βλέποντάς τα ὡς τώρα στεγνὰ στήθη νὰ βγάζουν γάλα δὲν θὰ ὑμνήσει Ἐκεῖνον ποῦ ἔκανε νὰ πηγάσουν νερὰ ἀπὸ τὸ βράχο γιὰ τὸ διψασμένο (Ἰσραηλιτικὸ) λαό; Ἀλλὰ ἔλα, κόρη μου, νὰ πᾶμε σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ δώρησε σὲ μένα· ἔλα, πύλη τῆς θείας ζωῆς· ἔλα νυμφικὲ θάλαμε τοῦ Λόγου πρὸς τὸν ναὸ τοῦ Κυρίου. Πέρασε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση τοῦ κόσμου. Ἀπόλαυσε τὴν ὡραιότητά του, τὸν ὁποῖον μετὰ ἀπὸ λίγο θὰ γεννήσεις ὡς ἄνθρωπο. Εἶμαι εὐτυχισμένη γιατί ἔγινα μητέρα τέτοιας κόρης. Χαρεῖτε μαζί μου φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ γιατί μετὰ τὴ στείρωση ἔγινα μητέρα αὐτῆς ποὺ θὰ γίνει μητέρα τοῦ Ὑψίστου. Ξεκινεῖστε παρθένες κρατώντας τὶς λαμπάδες καὶ πηγαίνετε μπροστὰ ἀπὸ τὴν θεόσταλτη Παρθένο· ὑμνεῖστε τὴν, πεῖτε ψαλμοὺς μὲ τὴ συνοδεία κιθάρας, ἀπευθυνθεῖτε σ’ αὐτὴν μὲ ὠδὴ πνευματική· ἐγκωμιάστε τὴν μὲ δεκαχορδο ψαλτήρι. Θεοπάτορα Δαβὶδ ὕμνησε τὴν κόρη ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴ φυλή σου, φωνάζοντας δυνατὰ σπουδαία λόγια, λέγοντας· «Ἄκουσον, θύγατερ καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου».

Ζ. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια ἀφοῦ εἶπε ἡ γεμάτη χάρη Ἄννα μὲ χαρά, τὸν πολύτιμο θησαυρὸ τῆς Τριάδος, τὴν τριῶν ἐτῶν Παρθένον καὶ Θεοτόκον ὁδήγησε στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἰωακεὶμ λέγοντας ὠδὲς εὐχαριστήριες, ἀφοῦ συγκέντρωσε πλῆθος παρθένων ποὺ κρατοῦσαν λαμπάδες, ἔφθασε μέχρι τὰ Ἅγια των ἁγίων. Ἐκεῖ καὶ οἱ δύο γονεῖς μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση προσκαλοῦσαν τὸν Ζαχαρία, τὸν προφήτη, ἱερέα, συγγενῆ καὶ λειτουργόν της Παλαιᾶς διαθήκης λέγοντας: «Δέξου τὴ σεμνή, τὴν ἀμόλυντη· δέξου, ἱερέα, τὴν ὁλοκάθαρη νύμφη τοῦ Λόγου· δέξου, προφήτη, τὸ δοχεῖο τοῦ ἀΰλου φωτός· δέξου, δίκαιε, τὸ φλογισμένο ἅρμα τοῦ Ὑψίστου· δέξου, ἄμεμπτε, τὴν ὡραία ἄμπελο ποὺ θὰ καρποφορήσει τὸ σταφύλι τῆς αἰώνιας ζωῆς. Πέρασε τὴν στὰ ἐνδότερά του ναοῦ τοῦ Κυρίου. Πρόσφερε τὴν στὸν τόπο τοῦ ἁγιασμοῦ, ποὺ δημιούργησε ὁ Κύριος ὡς κατοικία του. Ὁδήγησε τὴν εἰς τὰ ἄδυτα, αὐτὴν ποὺ βιάζεται νὰ δεχθεῖ στὴν κοιλιὰ τῆς τὸν ἀόρατο. Μακάρισε αὐτὴν ποὺ ἀνάδειξε μακαρίους ὅλους τους ἀνθρώπους. Δόξασε αὐτὴν ποὺ ἀναδείχθηκε θεογραφο βιβλίο τῶν μεγάλων ἔργων τοῦ Θεοῦ. Πάρε στὰ χέρια σου αὐτήν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν κατάρα τῆς προμήτορος Εὕας. Χαιρέτησε αὐτήν, ποὺ μᾶς ἕνωσε μὲ τὴν ἀγάπη της μὲ τὸν Θεὸ καὶ κατάργησε τὴν ἔχθρα τοῦ διαβόλου μὲ Αὐτὸν ποὺ γέννησε. Ἀγκάλιασε αὐτὴν ποὺ μᾶς ἅρπαξε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ διαβόλου. Προφήτευσε γι’ αὐτήν, ποὺ ἐκπλήρωσε τὶς προρρήσεις τῶν προφητῶν καὶ πραγματοποίησε τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴν ποὺ εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ θείου ἄρτου, τὸ κρασὶ ποὺ προκαλεῖ εὐφροσύνη, ἡ τροφὴ ποὺ δίνεται δωρεάν, τὸ περιστέρι τὸ ἄκακο καὶ ἀθῶο, ὁ ἔμψυχος οὐρανός, ἡ πολύφωτη λυχνία, ἡ πολυτραγουδισμένη νύμφη, ἡ πολυύμνητη μητέρα, ἡ θεοπότιστη ἐλιά, τὸ θεῖον ὄχημα τῆς οἰκονομίας τοῦ Ὑψίστου, ἡ σκηνὴ ἡ ἁγία, ἡ λυχνία ἡ θεολάξευτη, ἡ λογικὴ ἀμνάδα, τὸ ἰλαστήριο τοῦ Θεοῦ, ὁ ἔνδοξος θησαυρός, ἡ καλόηχη σάλπιγγα, τὸ εὔφορο ὅρος καὶ «τετυρωμένον», ποὺ μετατράπηκε δηλαδὴ σὲ τυρὶ χάριτος καὶ χαρᾶς, ὁ θεῖος «πόκος», δηλ. τὸ ξηρὸ μαλλὶ ποὺ προεῖδε ὁ Γεδεῶν ὅτι γέμισε μὲ τὴ δροσιὰ τῆς χάριτός σου, τὸ σύννεφο τῆς θεϊκῆς βροχῆς, ἡ τιμημένη πόλη, τὸ νοητὸ καταπέτασμα, τὸ λυχνάρι ποὺ κατασκεύασε ὁ Θεός, ἡ σκάλα μὲ τὴν ὁποίαν κατέβηκε ὁ Δημιουργὸς καὶ ἐμφανίσθηκε στοὺς ἀνθρώπους, ἡ κλίνη ἡ ἁγία, τὸ δοχεῖο τῆς καλωσύνης, ἡ ἄβυσσος τῶν θαυμάτων, ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ὁ διαρκὴς πλοῦτος, ἡ πολυώνυμη καὶ πολυποίκιλη καὶ ἀειπάρθενος Θεοτόκος.

Αὐτὴν νὰ ὁδηγήσεις στὰ Ἅγια των ἁγίων, νὰ τὴν προσφέρεις στὸν Βασιλέα, ὡς πολύτιμο δῶρο. Αὐτὴν νὰ τὴν ὑμνήσεις ὡς βασίλισσα τῆς κτίσεως· στόλισε τὴν ὡς παλάτι τοῦ Βασιλιά, δοξολόγησε τὴν ὡς σταθερὸ φρουρὸ καὶ φύλακα ὅλων των παρθένων. Ἐγκατάστησε τὴν στὸ χειροποίητο ναὸ αὐτὴν ποὺ ἔγινε ἔμψυχος ναὸς τοῦ Λόγου ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα.

Η. Αὐτὲς εἶναι οἱ χαρούμενες δοξολογίες τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Αὐτὲς εἶναι οἱ ὑμνολογικὲς τοὺς εὐχαριστίες. Αὐτὲς εἶναι οἱ μαρτυρίες ποὺ παρουσίασαν στὸν προφήτη Ζαχαρία. Γι’ αὐτὸ ὁ ἱερέας ὡς προφήτης Θεοῦ ἄνοιξε τὰ Ἅγια των ἁγίων, βλέποντας τὴν καθαρότητα τοῦ βλέμματος τῆς Παρθένου, τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου, τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς, τὴν ἁγνότητα τῆς ζωῆς, τὶς κινήσεις της, τὸ ταπεινὸ ἦθος, τὴ σεμνὴ ἐμφάνιση καὶ ἀκούοντας τοὺς ὕμνους της, ἀφοῦ δέχθηκε τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀναφώνησε: «Ὢ ἁγνὴ κόρη· ἀμόλυντη Παρθένε· πανέμορφη νεάνιδα· δόξα τῶν γυναικών· στολίδι τῶν θυγατέρων. Ὢ μητέρα ἁγία Παρθένε, σὺ ποὺ εἶσαι εὐλογημένη ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες· δοξασμένη μὲ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν παρθενία· ἡ κατάργηση τῆς κατάρας τοῦ Ἀδάμ· ἡ ἐξόφληση τοῦ χρέους τῆς Εὕας· ἡ καθαρότατη προσφορὰ τοῦ Ἄβελ· ἡ ἄκακη θυσία τῶν πρωτοτόκων· ὁ στολισμὸς τοῦ Σήθ. Ἐσὺ θὰ κρατήσεις στὴν κοιλιά σου τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ τὸν γεννήσεις χωρὶς πόνους. Εἶσαι ἡ ἀδιάψευστη ἐλπίδα στὸν Θεὸ τοῦ Ἐνῶς τοῦ υἱοῦ τοῦ Κάϊν· ἡ εὐαρέστηση τοῦ Ἐνώχ, ἀπογόνου του Ἀδάμ, καὶ ἡ μεταφορά του στὴν αἰώνια ζωή· ἡ κιβωτὸς τοῦ Νῶε καὶ ἡ συμφιλίωση πρὸς τὸν Θεὸν κατὰ τὴ δεύτερη δημιουργία τῶν ἀνθρώπων μετὰ τὸν κατακλυσμό· ἡ φωτεινὴ δόξα τῆς βασιλείας καὶ ἱερατείας τοῦ Μελχισεδέκ· ἡ βεβαιότητα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἡ ὑπακοή του στὴν ὑπόσχεση τῆς τεκνογονίας· ἡ νέα θυσία τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ἡ λογικὴ προσφορά. Σὺ εἶσαι ἡ σκάλα ποὺ εἶδε ὁ Ἰακώβ· σὺ εἶσαι τὸ μέγιστο ἀντίτυπο τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ· σὺ κατάγεσαι ἀπὸ τὸ γένος τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα· σὺ εἶσαι ἄχραντε ἡ σωφροσύνη τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἡ καθαίρεση τῆς αἰγυπτίας γυναίκας, ποὺ συμβολίζει τὴ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων· σὺ εἶσαι ἡ περίληψη τῆς ὑπομονῆς τοῦ Ἰὼβ στοὺς πειρασμοὺς καὶ ὁ διπλασιασμὸς τῶν ὑπαρχόντων του· σὺ εἶσαι τὸ θεοσδοτο βιβλίο τοῦ νομοθέτη Μωυσῆ στὸ ὁποῖο γράφτηκε σὲ πλάκες χαραγμένες μὲ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τὸ μυστήριο τῆς ἀναδημιουργίας, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ νέος Ἰσραὴλ δηλ. ἡ Ἐκκλησία θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων. Τότε ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς στὴν ἔρημο χόρτασε μὲ τὸ μάννα καὶ ξεδίψασε μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἀνάβλυσε ἀπὸ τὴ σκληρὴ πέτρα· αὐτὴ ἡ πέτρα ἦταν ὁ Χριστός, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴν κοιλιά σου καὶ νὰ ἐμφανισθεῖ σὰν νυμφίος ποὺ βγαίνει ἀπὸ νυμφικὸ θάλαμο. Σὺ εἶσαι ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρῶν ποὺ ἔβγαλε βλαστούς· Σὺ δόξασες τὸν Ἰησοῦν τοῦ Ναυῆ ποὺ πολεμοῦσε τοὺς ἐχθρούς. Σὺ εἶσαι ἡ θυγατέρα τοῦ Δαβὶδ ποὺ ἀναφέρει ὅτι εἶσαι ντυμένη μὲ χρυσὰ στολίδια. Σὺ εἶσαι τὸ χρυσὸ κρεβάτι ποὺ γύρω του βρίσκονται ἑξήντα δυνατοί, ὅπως ἀναφέρει ὁ Σολομῶν, ψάλλοντας τοὺς ὕμνους τῶν θεϊκῶν Γραφῶν. Σὺ εἶσαι τοῦ προφήτη Ἠλία ἡ ἀνάληψη καὶ ἡ καθαίρεση τῆς νοητῆς Ἰεζάβελ. Σὺ εἶσαι ἡ εὐλογία τῆς διπλῆς μηλωτῆς τοῦ Ἐλισσαίου μὲ τὴν ὁποία χώρισε τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καὶ πέρασε χωρὶς νὰ βραχεῖ καὶ ρίχνοντας ἁλάτι στὸ νερὸ τὸ ἔκανε πόσιμο. Σὺ εἶσαι ἡ διάσωση τοῦ Ἰωνὰ ποὺ βρισκόταν μέσα στὰ σπλάγχνα τοῦ κήτους καὶ ἡ μετάνοια καὶ πλούσια συγχώρηση τῶν Νινευϊτῶν.

Σὺ εἶσαι ἡ ἑρμηνεία τῶν προφητῶν καὶ ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων τους. Ἐσένα ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ ὀνόμασε «πύλην κεκλεισμένην», δηλαδὴ κλειστῆ πύλη, ἀπὸ τὴν ὁποία ποτὲ κανένας ἄνθρωπος δὲν θὰ περάσει παρὰ μόνο ὁ Κύριος ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὴ διατηρήσει κλειστή. Ἐσένα ἀναφέρει ὁ μεγαλοφωνότατος Ἠσαΐας ὅτι εἶσαι ἡ ράβδος τοῦ Ἰεσσαὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ προέλθει τὸ ἄνθος, δηλαδὴ ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ξεριζώσει τὰ φυτὰ τῆς κακίας θὰ φυτεύσει τὴ γῆ τῆς θεογνωσίας. Γιὰ σένα ὁ Ἱερεμίας προεῖπε ὅτι «Νὰ ἔρχονται ἡμέρες, λέει ὁ Κύριος, καὶ θὰ συνάψω καινούρια συμφωνία μὲ τοὺς Ἰσραηλίτες καὶ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, τὴν ὁποίαν ἔκανα μὲ τοὺς πατέρες τοὺς» ἀποκαλύπτοντας τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ σου μὲ τὴ γέννησή του καὶ καλώντας σὲ προσκύνηση τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαοὺς ποὺ βρίσκονται σ’ ὅλη τὴ γῆ. Ἐσένα ὁ Δανιήλ, ποὺ ὀνομάζεται «ἄνδρας ἐπιθυμιῶν», ἀνακήρυξε ὅρος μεγάλο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστός, ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος θὰ κοβόταν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ πολύμορφου φιδιοῦ θὰ καταστρέψει καὶ θὰ διαλύσει. Ἐσένα ἔχοντας προτύπωση οἱ Τρεῖς Παῖδες στὴ Βαβυλώνα, ἐπειδὴ κατάλαβαν τὴν ἐπιθυμία τοῦ Υἱοῦ σου πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι ποὺ ἔκαιε ὑπερβολικὰ χωρὶς νὰ πάθουν καμιὰ βλάβη καὶ χόρευαν σὰν νὰ βρίσκονταν σὲ κάποιο δωμάτιο. Ἐσένα ὁ προφήτης Ἀββακοὺμ ὀνομάζει ὅρος Θαιμᾶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐμφανίστηκε βασιλιὰς μὲ μεγάλη δύναμη, τὸν ὁποῖον θὰ τρέμουν οἱ Αἰθίοπες καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Μαδιάμ. Ἐσένα δοξάζω τὴν καθαρὴ κόρη· ἐσένα ὑμνῶ τὴν κεχαριτωμένη· ἐσένα δοξολογῶ ποὺ ἀναδείχθηκες ἀπὸ ὅλες τὶς γενιὲς νύμφη Θεοῦ· ἐσένα ὑμνολογῶ ποὺ πρόκειται νὰ ἀναδειχθεῖς νέος οὐρανός· ἐσένα προσφέρω ὡς πολύτιμο θησαυρὸ στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου· ἐσένα δοξάζω ὡς τὴ νέα Διαθήκη, στὴν ὁποίαν ὁ Μεσσίας Χριστός, θὰ καταργήσει τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ θὰ καλέσει τοὺς ἀνθρώπους στὴ ζωὴ τῆς Χάριτος μὲ τὸ Βάπτισμα, θὰ σταματήσει τὶς συνήθειες τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καὶ θὰ στείλει στοὺς ἀνθρώπους τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.

Θ. Ἀφοῦ ὁ Προφήτης Ζαχαρίας στόλισε μὲ αὐτὰ τὰ ἱερὰ λόγια τὴν Μαρία τὴν ὁδήγησε στὸ θυσιαστήριο καὶ τὴν ἀφιέρωσε στὸν Κύριον καὶ Θεό. Τότε ἀπὸ τὸ ναὸ ἀναχώρησαν οἱ γονεῖς τῆς Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα μὲ χαρὰ θαυμάζοντες τὴ σύνεση, τὴν πραότητα καὶ ἠρεμία τῆς Παρθένου. Ἀφοῦ αὐτὴ ξεπέρασε τὰ παιδιάστικα λόγια, λάτρευε μόνη της τὸν Παντοκράτορα, καὶ ἀφοῦ δεχόταν οὐράνια τροφὴ ἀπὸ ἄγγελο περιφρόνησε τὴν ἀνθρώπινη, καὶ παραμένοντας συνεχῶς στὸ ναό, τὴν κοσμικὴ ζωὴ θεώρησε ἀσήμαντη, σὰν τὸν ἱστὸ τῆς ἀράχνης. Ἀφοῦ κέρδισε τὴν οὐράνια εὐτυχία ἀρνήθηκε τὸν ἐπίγειον πλοῦτο. Συμμετέχοντας καθημερινὰ στὴν χαρὰ τῶν ἀγγέλων, ἀποδεικνυόταν ἀνώτερή των βιοτικῶν φροντίδων, καὶ βλέποντας συνεχῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔδιωχνε ἀοράτως τὰ πλήθη τῶν πονηρῶν πνευμάτων.

Ι. Τί ἔκανε ἡ Παρθένος μένοντας στὰ Ἅγια των ἁγίων; Δεχόταν ἀπὸ ἄγγελο ἀγγελικὴ τροφή. Καὶ ὡς ἀμόλυντο περιστέρι ζωντας παρθενικά, τὸν Δημιουργό του ναοῦ καὶ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἰκετεύοντας μὲ εὐχαριστία καὶ παρρησία καρδίας ἔλεγε: «Σὲ ὑμνῶ, Παντοκράτορα Ὕψιστε, γιατί ἀφαίρεσες τὴ ντροπὴ τῆς προμήτορός μου Εὕας καὶ λόγω τῆς ἀνείπωτης εὐσπλαχνίας σου πρόκειται νὰ στείλεις στὴ γῆ τὸν μονογενῆ σου Υἱὸ γιὰ νὰ συναναστραφεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ γι’ αὐτὸ θὰ γίνω καθαρὴ καὶ ἀμίαντη κατοικία του».

«Ὅπου ἡ ἁμαρτία φάνηκε στὸ ἀληθινὰ τρομακτικό της μέγεθος, ἐκεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὴν ὑπερκάλυψε μὲ τὸ παραπάνω». Ἐξ αἰτίας τῆς γυναίκας, δηλαδὴ τῆς Εὕας, κερδίσαμε τὸ θάνατο. Μὲ γυναίκα, δηλαδὴ τὴν Θεοτόκο, θὰ ἀναδημιουργήσει τὰ σύμπαντα. Ἀπὸ τὸν ὄφιν, δηλαδὴ τὸ διάβολο, δεχθήκαμε τὴν πικρὴ γεύση τῆς τροφῆς. Ἐξ αἰτίας τοῦ πάλιν θὰ χορτάσουμε ἀπὸ τὴν τροφὴ τῆς ἀθανασίας. Ἡ προμήτωρ Εὕα γέννησε τὸν Κάϊν τὸν ἀρχηγὸ τοῦ φθόνου καὶ τῆς κακίας. Ὁ μονογενής σου Υἱὸς Θεοτόκε θὰ γίνει πρωτότοκός της ζωῆς καὶ τῆς ἀναστάσεως. Τί παράδοξο θαῦμα! Τί μεγάλη ἔκπληξη! Τί ἀνείπωτη σοφία!

ΙΑ. Πῶς λοιπὸν θὰ ὀνομάσουμε τὴν Μαρία; Οὐρανόν; Ἐπειδὴ τὸ Δημιουργό του οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς δέχθηκε στὴν κοιλιά της. Ἥλιο; Ἐπειδὴ αὐτὴ ἦταν ἑπταπλάσια φωτεινότερη τοῦ ἥλιου, δέχθηκε μέσα της τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Σελήνη; Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶχε ἀσύγκριτη ὀμορφιά, γέννησε τὸν Χριστὸ ποὺ ξεπερνοῦσε ὅλους σὲ ὡραιότητα. Νεφέλη; Ἐπειδὴ κράτησε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Αὐτὸν ποὺ κρατοῦν τὰ σύννεφα. Λυχνία; Ἐπειδὴ μετέδωσε τὸ φῶς σ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονταν στὸ σκοτάδι καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου. Θρόνο; Ἐπειδὴ αὐτὸν ποὺ βασίλευε ἀοράτως στὸν πατρικὸ θρόνο τὸν ὑποδέχθηκε μέσα της μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Μαργαρίτην; Ἐπειδὴ πλούτισε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ πολύτιμο μαργαριτάρι. Παράδεισον; Ἐπειδὴ ἄνοιξε τὴν Ἐδὲμ στοὺς τιμωρημένους καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια βασιλεία. Ὅρος; Ἐπειδὴ αὐτὸν ποὺ κάνει τὰ ὅρη νὰ βγάζουν καπνό, ὅπως τὸ Σινά, δέχθηκε μέσα της χωρὶς δυσκολία. Γῆν; Ἐπειδὴ αὐτὸν ποὺ κάνει τὴ γῆ νὰ τρέμει τὸν βάστασε χωρὶς πόνους. Τράπεζαν; Ἐπειδὴ αὐτὸν ποὺ μᾶς δίνει τὴν τροφὴ μὲ μητρικὴ στοργὴ ἔθρεψε μὲ γάλα. Θάλασσαν; Ἐπειδὴ Αὐτὸν ποὺ μαζεύει ὅλα τα νερὰ σὲ μιὰ ἑνότητα τὸν ἀσπαζόταν μὲ τὰ χείλη της.

ΙΒ. Ποιὸς δὲν θὰ ἐκπλαγεῖ; Ποιὸς δὲν θὰ θαυμάσει; Ποιὸς δὲν θὰ δοξάσει τὸ μέγεθος τοῦ μυστηρίου; Ἐὰν ἦταν τόσο μεγάλα αὐτὰ ποὺ ἔγιναν πρὶν νὰ ἔλθει ἡ Χάρη ποὺ δὲν τὰ χωροῦσε ὁ νοῦς καὶ ἡ λογική, ποιὸς μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει αὐτὰ ποῦ πραγματοποιήθηκαν μὲ τὸ ἐρχομὸ τῆς χάριτος; Ἐὰν ἦταν ἔνδοξά τα γεγονότα τῆς ἐποχῆς τοῦ νόμου, δηλαδὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποῦ σὰν σκιὰ πέρασαν, πόσο ἔνδοξα εἶναι ὅσα ἔγιναν μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Ἃς ντραποῦν οἱ αἱρετικοί, ποὺ ἐπιχειροῦν μὲ βλάσφημο καὶ γεμάτο δηλητήριο στόμα νὰ συκοφαντοῦν τὴν Παρθένο. Γιατί ἡ ἔνδοξη Μαρία, ποὺ ἔγινε μητέρα τοῦ Θεοῦ δηλ. Θεοτόκος, καὶ γέννησε τὸν Χριστὸ μὲ ἀνθρώπινη μορφή, ἐγέννησε ὑπερφυσικὰ Θεάνθρωπο. Στὴν εἰκόνα Τοῦ ἐμεῖς ἀποδίδουμε τιμητικὴ προσκύνηση. Καὶ τὴν μορφὴ τῆς Θεοτόκου στὴν εἰκόνα της, ὡς μητέρας τοῦ Χριστοῦ, ἀσπαζόμαστε, χωρὶς νὰ τιμοῦμε τὴν ὕλη. Ἀποδίδοντες τιμὴ στὸ πρωτότυπο πιστεύουμε σωστά. Δὲν ζωγραφίζουμε τὴν μορφὴ τῆς θεότητας στὴν εἰκόνα, ὅπως ἰσχυρίζεσθε ἐσεῖς ποὺ εἶστε τυφλοὶ καὶ παράνομοι, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Σωτήρα. Ζωγραφίζοντας τὴν εἰκόνα κηρύττουμε τὴ φύση μὲ τὴν ὁποία ἐπικοινώνησε μαζί μας καὶ ἀνάστησε ἐκ νεκρῶν. Σεβόμαστε ὅπως πρέπει τὸν Χριστὸν ποὺ πῆρε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγνῆς Μητέρας του, ποὺ εἶναι πράγματι ἁγία, γιατί γέννησε μὲ τρόπο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ, τὸν μόνον ἅγιον. Ἐὰν ὁ Θεὸς διέταξε τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει δάμαλιν καὶ αἴγα τριῶν ἐτῶν γιὰ τὸν καθαρισμὸ τῶν ψυχῶν, πῶς ἡ Παρθένος ποὺ προορίστηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας καὶ ποὺ ἐκλέχτηκε ὡς καθαρὴ κατοικία καὶ προσφέρθηκε στὸν ἅγιο ναὸ στὸν Παντοκράτορα δὲν θὰ ἦταν τίμια, καθαρή, ἀμόλυντη καὶ ἁγνὴ προσφορὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως;

ΙΓ. Ὢ Ἰουδαϊκὴ Συναγωγή, ποὺ δὲν δεχθήκατε τὴν Παρθένον ὡς Θεοτόκον ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ δική σας φυλή, ἀλλὰ μὲ βρώμικα χείλη καὶ ἀπρεπῆ τρόπο κοροϊδεύοντες καὶ κινούμενοι ἀπὸ φθόνο τὴν κατηγορήσατε γιὰ ἀδικία καὶ ἀνομία, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ δεχθεῖτε τὸν προαιώνιο Υἱὸ τοῦ Πατρὸς ποῦ γεννήθηκε στὶς ἡμέρες σας ἀπὸ αὐτὴν ὡς ἄνθρωπος; Καὶ ὄχι μόνο δὲν μετείχατε τῆς δόξας τῆς Παρθένου ἀλλὰ οὔτε καὶ τοῦ Υἱοῦ της, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ σᾶς φθονήσει, ἀλλὰ λόγω τῆς δικῆς σας κακίας ἀπομακρυνθήκατε καὶ ὑποταγμένοι στὴν πολλὴ πονηρία σας, ξεπέσατε ἀπὸ τὴν δόξα καὶ τῶν δύο. Ἐπειδὴ εἴσασταν ἄχρηστοι καὶ πρὶν καὶ μετὰ κάνατε φανερὲς τὶς προσπάθειες τῆς κακίας σᾶς σ’ ὅλο τὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Σωτήρα ποὺ ἀναφέρεται σὲ σᾶς· «Ἀληθινά σας λέω ἐὰν ἤσασταν γνήσια τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ θὰ κάνατε τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραάμ· γιατί ἐκεῖνος μίλησε γιὰ μένα. Ὁ πατέρας ποὺ ἔχετε ἐσεῖς εἶναι ὁ διάβολος καὶ ὅσα ἐπιθυμεῖ ὁ πατέρας σᾶς αὐτὰ θέλετε νὰ κάνετε». Σὲ ἄλλο σημεῖο λέει: «Μὴ νομίζετε ὅτι θὰ σᾶς κατηγορήσω στὸν Πατέρα· ὑπάρχει ὁ Μωυσῆς ποὺ σᾶς κατηγορεῖ στὸν ὁποῖον ἐσεῖς ἐλπίζετε. Ἂν πιστεύατε στὸν Μωυσῆ θὰ πιστεύατε καὶ σὲ μένα, γιατί ἔγραψε ἐκεῖνος γιὰ μένα». Καὶ στὴ συνέχεια: «Ἐὰν δὲν ἐρχόμουν νὰ μιλήσω σ’ αὐτοὺς δὲν θὰ εἶχαν ἁμαρτία· τώρα δὲν ἔχουν δικαιολογία γιὰ τὴν ἁμαρτία τους».

ΙΔ. Ἐμεῖς δὲ ποὺ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἔθνος ἅγιον, ἐκλεκτὴ συνάθροιση, πλῆθος ὀρθοδόξων, βαπτισμένοι στὴν κολυμβήθρα, παιδιὰ τῆς Χάριτος, ποὺ γιορτάζουμε τὴν Εἴσοδο τῆς Παρθένου στὸ ναό, μὲ καθαρὲς ψυχὲς καὶ ἀμόλυντα χείλη, ἃς ψάλλουμε μελωδικὰ τιμώντας ὅπως πρέπει τὴν χαρούμενη ἑορτή, τὴν πρώτη πανήγυρη, ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς ἀγγέλους εὐφρόσυνη καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἄξια ἐπαίνων. Ἃς ἀπευθύνουμε στὴν Παναγνὴ Θεοτόκο μὲ φόβο καὶ χαρὰ τὸ «Χαῖρε» τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ.

Χαῖρε, ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς μὲ τὴν ὁποία ἔφθασε ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Χαῖρε, ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε ὁ σαρκωμένος Λόγος. Χαῖρε, ἡ διαμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ. Χαῖρε, τὸ πολυθρύλλητο θαῦμα τῶν Ἀγγέλων. Χαῖρε, ἡ ἁγιωτέρα τῶν Χερουβίμ. Χαῖρε, ἡ ἐνδοξωτέρα τῶν Σεραφίμ. Χαῖρε, ἡ πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν. Χαῖρε, ἡ λαμπρότερη ἀπὸ τὸν ἥλιο. Χαῖρε, ἡ φωτεινότερη ἀπὸ τὴ σελήνη. Χαῖρε, ἡ λαμπρότητα τοῦ πλήθους τῶν ἄστρων. Χαῖρε, ἡ ἐλαφρὰ νεφέλη ποὺ ἔβρεξε τὴν οὐράνια βροχή. Χαῖρε, ἡ ἀστραπὴ ποὺ γλυκὰ φωτίζει τὰ πρόσωπα τῶν πιστῶν. Χαῖρε, ἡ πνευματικὴ βροντὴ ποὺ ἤρεμα ἀκούεται στὰ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων. Χαῖρε, τὸ ἅγιο φύσημα, ποὺ ἐξαφάνισε ἀπὸ τὴ γῆ τὰ πνεύματα τῆς κακίας. Χαῖρε, τὸ σπουδαῖο κήρυγμα τῶν προφητῶν. Χαῖρε, ἡ παγκόσμια δόξα τῶν Ἀποστόλων. Χαῖρε, ἡ δοξασμένη ὁμολογία τῶν Μαρτύρων. Χαῖρε, ἡ πολυύμνητη δοξολογία τῶν Πατριαρχῶν. Χαῖρε, τὸ ὑπέροχο στολίδι τῶν Ὁσίων. Χαῖρε, ἡ ἀληθινὴ ἀπόλαυση τῶν Δικαίων. Χαῖρε, τὸ πολυδόξαστο καύχημα τῶν παρθένων. Χαῖρε, ἡ σταθερότητα τῶν βασιλέων. Χαῖρε, τὸ μέγιστο λειτούργημα τῶν ἀρχιερέων. Χαῖρε, ἡ σταθερὴ καταφυγὴ τῶν ἁμαρτωλῶν. Χαῖρε, ὁ σπουδαῖος κυβερνήτης τῶν πλεόντων. Χαῖρε, Δέσποινα ποὺ εἶσαι ἡ ἀνόρθωση τῶν ἁμαρτανόντων. Χαῖρε, ἡ δωρεὰν θεραπεία τῶν νοσούντων. Χαῖρε, ἡ βέβαιη ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Χαῖρε, ἡ ἀφορμὴ τῆς σωτηρίας ὅλων των ἀνθρώπων. Χαῖρε, ἡ ἀνείπωτη χαρὰ τοῦ κόσμου. Χαῖρε, Βασίλισσα ποὺ φέρνεις τὴν εἰρήνη. Χαῖρε, Ἄχραντε, ἡ δόξα τῶν μητέρων. Χαῖρε, εὐρύχωρε τόπε τοῦ Θεοῦ Λόγου. Χαῖρε, σταθερὸ στήριγμα τῶν γερόντων. Χαῖρε, θεία καθοδήγηση τῶν νέων. Χαῖρε, λαμπρὴ προστασία τῶν νηπίων. Χαῖρε, ἡ μεσίτρια ὅλων των ἀνθρώπων. Χαῖρε, ἡ ἐπίκληση ὅλης της οἰκουμένης. Χαῖρε, ἡ ἔνδοξη πανήγυρη τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά σου· Αὐτὸς ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ σένα, καὶ ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀπὸ σένα καὶ ποὺ εἶναι μαζί μας καὶ στὸν ὁποῖον ἁρμόζει ὕμνος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Μετάφραση ἀπὸ Α. Χριστοδούλου, Θεολόγο)

Πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *