«Πρέπει νά ὑπακοῦμε μέχρι θανάτου σέ αὐτούς πού μᾶς καθοδηγοῦν στό ὄνομα τοῦ Κυρίου, καί νά τούς ἀγαποῦμε καί νά τούς σεβόμαστε»

Ὑπόθεση ΛΔ΄(34)

 «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

 Ἀπό τόν βίο τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάχη

 Ὁ μέγας Θεοδόσιος, ἐπειδή ἤξερε ὅτι γι᾿ αὐτούς πού διάλεξαν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ τίποτε ἄλλο δέν βοηθᾶ τόσο πολύ στήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς καί στή διατήρησή της ὅσο ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, τί σκέφτηκε νά κάνει; Ἔδωσε ἐντολή στούς μαθητές του νά φτιάξουν ἕναν τάφο, ἀπό τή μιά γιά νά φέρνει στή μνήμη τό τέλος –γι᾿ αὐτό ἄλλωστε λέγεται “μνημεῖο”– καί ἔτσι νά τούς κάνει πιό ἐπίμονους στόν ἀγώνα καί νά τούς κεντρίζει νά κοπιάζουν περισσότερο γιά τήν ἀρετή, καί ἀπό τήν ἄλλη γιά νά θάβονται σέ αὐτόν ὅταν πεθαίνουν. Ἐπιπλέον ὅμως καί γιατί κάτι μελλοντικό ἔβλεπε καί πληροφοροῦνταν ἀπό πρίν.

Ὅταν λοιπόν ἑτοιμάστηκε ὁ τάφος, στάθηκε μπροστά ὁ ἅγιος καί γύρω οἱ μαθητές του. Καί βλέποντας μέ τό διαπεραστικό βλέμμα τοῦ νοῦ του τί πρόκειται νά γίνει, τούς κοίταξε καί εἶπε σάν νά ἀστειευόταν: «Ὁ τάφος εἶναι κιόλας ἕτοιμος, ποιός νά εἶναι ὅμως ἀπό ἐσᾶς αὐτός πού θά τόν ἐγκαινιάσει;».

Αὐτός λοιπόν ἔτσι μίλησε, ἀνακατώνοντας καί τήν εὐχαρίστηση στήν ἀστειότητα τοῦ λόγου. Καί κάποιος Βασίλειος, ἱερέας, πού μέ τόν ζῆλο του γιά τά καλά παρουσίαζε ὁλοκάθαρα στόν ἑαυτό του τά χαρακτηριστικά τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, καί αὐτόν πού τόν γέννησε πνευματικά τόν ἔμοιαζε κατά τήν ὁμοιότητα τῶν ἀρετῶν ὄχι λιγότερο ἀπό ὅσο μοιάζουν τά παιδιά τούς γονείς τους, κατάλαβε ὅτι ὁ δάσκαλος δέν εἶπε ἄσκοπα αὐτόν τόν ὑπαινιγμό. Ἅρπαξε λοιπόν πρῶτος τόν λόγο καί φάνηκε ἕτοιμος καί πρόθυμος νά διαλέξει τόν θάνατο, σάν νά ἦταν κάτι ὄχι ἀνεπιθύμητο, ἀλλά πολύ κερδοφόρο καί ὠφέλιμο. Ἀμέσως γονάτισε μέ τό πρόσωπο στό ἔδαφος καί εἶπε: «Δῶσε μου τήν εὐλογία σου, πάτερ, καί ἐγώ θά σοῦ ἐγκαινιάσω πρῶτος τόν τάφο».

Ἀφοῦ πῆρε τήν εὐλογία πού ζήτησε, μπῆκε στόν τάφο καί ὁ πατέρας πρόσταξε νά τοῦ κάνουν ὅλα ὅσα εἶναι καθορισμένα γιά τούς νεκρούς, δηλαδή μνημόσυνα στίς τρεῖς, στίς ἐννιά καί στίς σαράντα μέρες. Ὅταν πιά συμπληρώθηκαν οἱ σαράντα μέρες, ὁ Βασίλειος, χωρίς οὔτε πυρετός νά τόν πιάσει, οὔτε ὁ παραμικρός πόνος στό κεφάλι ἤ σέ ἄλλο μέρος τοῦ σώματος, σάν νά τόν πῆρε ὕπνος ἐλαφρός καί πολύ εὐχάριστος, ἀναχώρησε γιά τόν Κύριο. Καί τό ὅτι παρουσιάστηκε στόν Θεό πρῶτος ἀπό τήν ἀδελφότητα καί πῆρε πρῶτος τό στεφάνι ἦταν τό βραβεῖο πού κέρδισε γιά τήν ὑπακοή του καί γιά τήν προθυμία του νά πάει στά ἐκεῖ –ἡ ὁποία δείχνει καθαρά ποιοί δέν εὐχαριστιοῦνται μέ τά ἐδῶ.

Τίς ἑπόμενες σαράντα μέρες, ὁ μέγας Θεοδόσιος ἔβλεπε καί ἄκουγε τόν Βασίλειο στή διάρκεια τῶν ὕμνων τοῦ ἑσπερινοῦ νά στέκεται ἀνάμεσα στούς μαθητές πού ἔψαλλαν καί νά ψάλλει μαζί τους. Κανένας ἄλλος δέν τόν ἄκουγε οὔτε τόν ἔβλεπε, ἐκτός ἀπό κάποιον Ἀέτιο, πού βάδιζε στά ἴχνη τοῦ δασκάλου του καί ἤθελε νά εἶναι μαθητής τοῦ Θεοδοσίου ὄχι μόνο μέ τό νά ξέρει καί νά διηγεῖται τά σχετικά μέ αὐτόν, ἀλλλά μᾶλλον μέ τό νά τόν μιμεῖται. Αὐτός δέν ἔβλεπε βέβαια τόν Βασίλειο, ἄκουγε ὅμως τή φωνή τοῦ πεθαμένου. Ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι καί τόν ἀκούει καί τόν βλέπει καί, ἄν θέλει, θά τοῦ τόν δείξει τήν ὥρα πού θά ἐμφανιστεῖ.

Ὅταν πῆρε νά βραδιάζει καί γινόταν ἡ ἀκολουθία, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶδε πάλι ὁλοκάθαρα τόν Βασίλειο νά στέκεται μαζί μέ αὐτούς πού ἔψαλλαν καί νά ψάλλει μαζί τους. Τόν ἔδειξε τότε μέ τό δάχτυλο στόν Ἀέτιο καί προσευχήθηκε λέγοντας:«Ἄνοιξε, Κύριε, καί τούτου τά μάτια καί ἄς δεῖ τό μεγάλο αὐτό μυστήριο τῶν μεγάλων σου ἔργων». Ἀμέσως ἐκεῖνος τόν εἶδε καί τόν γνώρισε καί ἔτρεξε μέ λαχτάρα νά τόν ἀγκαλιάσει. Ὁ Βασίλειος ὅμως ὄχι μόνο ἔμεινε ἄπιαστος, ἀλλά ἔγινε καί ἄφαντος, καί τοῦτο μόνο ἀκούστηκε νά λέει: «Νά σωθεῖτε, πατέρες καί ἀδελφοί· εὔχομαι νά σωθεῖτε. Ἐμένα δέν θά μέ ξαναδεῖτε πιά».

Τό γεγονός αὐτό δείχνει ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀληθινό καί ἀξιόπιστο αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο: «Ὅποιος πιστεύει σ᾿ ἐμένα, καί ἄν πεθάνει, θά ζήσει»1.


«Σχετικά μέ τή φιλαυτία»

  ΥΠΟΘΕΣΗ ΙΔ΄(14)
 Τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα
 
 Αὐτός πού φοβᾶται μήν τυχόν ἀρρωστήσει σωματικά, δέν φτάνει στήν κατάσταση πού ταιριάζει στήν ἀνθρώπινη φύση, οὔτε μπορεῖ νά ἀποκτήσει τίς ἀρετές. Ἄν ὅμως κανείς, σέ κάθε κόπο του, καταφεύγει στόν Θεό, ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά τόν ξεκουράσει. Ἄν ὁ Γεδεών δέν ἔσπανε τίς στάμνες, δέν θά ἔβλεπε τό φῶς τῶν πυρσῶν1. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν καταφρονήσει τό σῶμα του, δέν θά δεῖ τό φῶς τῆς Θεότητας.
 Τοῦ ἁγίου Μαξίμου
Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου ἀπό τή μητέρα τῶν παθῶν, τή φιλαυτία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παράλογη ἀγάπη τοῦ σώματος. Ἀπό αὐτήν γεννιοῦνται, μοιάζοντας δικαιολογημένοι, οἱ πρωταρχικοί καί γενικοί ἐμπαθεῖς λογισμοί – τῆς γαστριμαργίας, ἐννοῶ, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς κενοδοξίας – παίρνοντας τίς ἀφορμές ἀπό τήν ἀπαραίτητη τάχα ἀνάγκη τοῦ σώματος, καί ἀπό αὐτούς γεννιοῦνται ὅλα τά πάθη. Ὅπως εἴπαμε λοιπόν, πρέπει ἀπαραίτητα νά προσέχουμε καί νά πολεμοῦμε τή φιλαυτία μέ πολλή ἐπαγρύπνηση. Γιατί ὅταν θανατωθεῖ αὐτή, μαζί της θανατώνονται καί ὅλα ὅσα γεννιοῦνται ἀπό αὐτήν.
  Τόν μοναχό, τό πάθος τῆς φιλαυτίας τόν παρακινεῖ νά λυπᾶται τό σῶμα καί νά ἐνισχύει μέ τροφές πέρα ἀπό ὅσο πρέπει, τάχα γιά λόγους ὑγείας καί ἀντοχῆς, ἔτσι ὥστε σιγά-σιγά νά παρασυρθεῖ καί νά πέσει στό βάραθρο τῆς φιληδονίας. Τόν κοσμικό τόν παρακινεῖ ἐπιπλέον νά φροντίζει τό σῶμα ἱκανοποιώντας κάθε ἐπιθυμία του2.
  Ὁρισμένα ἀπό τά πάθη προκαλοῦν ἀκολασία, ἄλλα τό μίσος, ἐνῶ ἄλλα καί ἀκολασία καί μίσος.
  Ἡ πολυφαγία καί ἡ καλοφαγία εἶναι αἰτίες τῆς ἀκολασίας.
Ἡ φιλαργυρία καί ἡ κενοδοξία εἶναι αἰτίες τοῦ μίσους πρός τόν συνάνθρωπο.
Ἡ μητέρα τους, ἡ φιλαυτία, εἶναι αἰτία καί τῶν δύο, ἐνῶ τήν ἀντιμάχονται ἡ ἐγκράτεια καί ἡ ἀγάπη.
Ὅποιος λοιπόν ἔχει τή φιλαυτία, ἔχει ὅλα τά πάθη.
  Κανένας δέν μίσησε τό σῶμα του3 –λέει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος ἀλλά τό σκληραγωγεῖ καί τό μεταχειρίζεται σάν δοῦλο4, μή δίνοντάς του τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τροφή καί ἐνδύματα5, καί ἀπό αὐτά μόνο τά ἀπαραίτητα γιά τή ζωή του. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀγαπᾶ κανείς χωρίς πάθος τό σῶμα ὡς ὑπηρέτη τῶν θείων, τρέφοντας καί φροντίζοντάς το μόνον μέ ὅσα καλύπτουν τίς ἀνάγκες του.
  Ὅποιον ἀγαπᾶ κανείς, αὐτόν ὁπωσδήποτε φροντίζει νά περιποιεῖται. Ἄν λοιπόν ἀγαπᾶ τόν Θεό, ὁπωσδήποτε φροντίζει νά κάνει τά ἀρεστά σέ αὐτόν· ἄν ἀγαπᾶ τή σάρκα, κάνει αὐτά πού τήν εὐχαριστοῦν.
  Στόν Θεό ἀρέσει ἡ ἀγάπη, ἡ σωφροσύνη, ἡ θεωρία, ἡ προσευχή· στή σάρκα ἡ γαστριμαργία, ἡ ἀκολασία καί ὅσα τίς αὐξάνουν.
Γι᾿ αὐτό οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀρέσουν στόν Θεό6, ἐνῶ ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἔχουν σταυρώσει τή σάρκα τους μαζί μέ τά πάθη καί τῆς ἐπιθυμίες της7.
  Ὁ νοῦς, ἄν στραφεῖ πρός τό Θεό, ἔχει δοῦλο τό σῶμα καί δέν τοῦ δίνει τίποτε περισσότερο ἀπό τά ἀπαραίτητα γιά τή ζωή του. Ἄν ὅμως στραφεῖ πρός τή σάρκα, γίνεται δοῦλος στά πάθη καί αὐτήν φροντίζει πάντοτε, ἱκανοποιώντας κάθε ἐπιθυμία της.
 

Ἀλίμονο στοὺς ἀπροετοίμαστους!

(Ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου)

Κάθε μέρα νὰ περιμένεις τὸν θάνατό σου καὶ νὰ ἑτοιμάζεσαι γιὰ ἐκείνη τὴν πορεία. Γιατί τὸ φοβερὸ πρόσταγμα θὰ ἔρθει τὴν ὥρα ποὺ δὲν τὸ περιμένεις, καὶ ἀλίμονο σὲ ὅποιον βρεθεῖ ἀπροετοίμαστος. Ἂν μάλιστα εἶσαι νέος, πολλὲς φορὲς ὁ ἐχθρός σου ψιθυρίζει: «Νέος εἶσαι ἀκόμη· ἀπόλαυσε τὶς ἡδονές σου, καὶ στὰ γεράματα μετανοεῖς. Γνωρίζεις βέβαια πολλοὺς ποὺ καὶ ἐδῶ ἀπόλαυσαν τὶς ἡδονὲς καὶ ἔπειτα μετανόησαν καὶ κέρδισαν τὰ οὐράνια ἀγαθά. Τί θέλεις λοιπὸν ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἡλικία νὰ ταλαιπωρεῖς τὸ σῶμα σου; Δὲν σκέφτεσαι μήπως ἀρρωστήσεις;»

Ἐσὺ ὅμως νὰ ἀντισταθεῖς στὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ πεῖς: «Διώκτη καὶ ἐχθρέ των ψυχῶν! Πάψε νὰ μοῦ ψιθυρίζεις τέτοια πράγματα.

Ἂν ὁ θάνατος μὲ βρεῖ στὰ νιάτα μου καὶ δὲν προλάβω νὰ γεράσω, τί θὰ ἀπολογηθῶ μπροστὰ στὸ δικαστικὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ; Γιατί βλέπω πολλοὺς νέους νὰ πεθαίνουν καὶ γέρους νὰ ζοῦν πολλὰ χρόνια, καὶ εἶναι ἄγνωστη στοὺς ἀνθρώπους ἡ ὥρα τοῦ θανάτου. Ἂν λοιπὸν μὲ βρεῖ ὁ θάνατος, μπορῶ νὰ πῶ τότε στὸν Κριτή· “Ὁ θάνατος μὲ πῆρε νέο καὶ γὶ αὐτὸ γύρισε μὲ στὴ ζωή, γιὰ νὰ μετανοήσω”; Ὄχι βέβαια. Ἄλλωστε βλέπω πὼς δοξάζει ὁ Κύριος ὅσους τὸν ὑπηρετοῦν ἀπὸ τὰ νιάτα μέχρι τὰ γεράματα. Ὁ ἴδιος εἶπε στὸν προφήτη Ἱερεμία· “Θυμήθηκα τὸ ἔλεος τῆς νιότης σου καὶ τὴν ἀγάπη τῆς ὡριμότητάς σου, καθὼς ἀκολουθοῦσες πιστὰ τὸν ἅγιο Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ”. Ἀντίθετα, βλέπω πὼς ἔλεγξε ὁ προφήτης Δανιήλ, ἂν καὶ ἦταν νέος, ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τὰ νιάτα του ὡς τὰ γεράματα πορεύτηκε μὲ τὸν λογισμὸ τῆς πλάνης· τοῦ εἶπε· “Γερασμένε μέσα στὴν κακία, τώρα σὲ βρῆκαν οἱ ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες προηγουμένως”. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα μακαρίζει ὅσους ἀπὸ τὰ νιάτα τοὺς σηκώνουν τὸν ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει· “Εἶναι καλὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ σηκώσει τὸν ζυγὸ ἀπὸ τὰ νιάτα τού”. Φύγε λοιπὸν μακριά μου, ἐργάτη τῆς ἀνομίας καὶ κακὲ σύμβουλε. Ὁ Κύριος ὁ Θεὸς νὰ ἀχρηστέψει τὰ τεχνάσματά σου, καὶ ἐμένα νὰ μὲ σώσει ἀπὸ τὶς παγίδες σου μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴ χάρη του».

Νὰ ἔχεις λοιπόν, ἀγαπητέ, πάντοτε στὸν νοῦ σου τὴν ἡμέρα τοῦ τέλους σου, ὅταν θὰ εἶσαι ξαπλωμένος στὸ στρῶμα σου καὶ θὰ ψυχορραγεῖς. Ἀλίμονο, τί μεγάλος φόβος καὶ τρόμος σφίγγει τὴν ψυχὴ ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ μάλιστα ἂν ἔχει τὴ συνείδηση νὰ τὴν κατηγορεῖ! Ἂν ἔκανε κάτι καλὸ σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν δηλαδὴ ὑπέμεινε θλίψεις καὶ προσβολὲς γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ ἂν ἔκανε ὅσα εἶναι ἀρεστὰ σὲ αὐτόν, ὁδηγεῖται μὲ πολλὴ χαρὰ ἀπὸ ἁγίους ἀγγέλους ψηλὰ στὸν οὐρανό. Ὅπως ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ στὴ δουλειὰ ὅλη τὴ μέρα, περιμένει τὴ δύση τοῦ ἥλιου γιὰ νὰ πάρει μετὰ ἀπὸ τὸν κόπο τὸν μισθό του καὶ νὰ ξεκουραστεῖ, ἔτσι περιμένουν καὶ οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων τὴν ἡμέρα ἐκείνη.

Οἱ ψυχές, ἀντίθετα, τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι γεμάτες φόβο καὶ τρόμο ἐκείνη τὴν ὥρα. Ὅπως ἕνας κατάδικος, ποὺ τὸν ἐπίασαν οἱ φύλακες καὶ τὸν πηγαίνουν στὸ δικαστήριο, ἔχει ἀγωνία καὶ τρέμει ὁλόκληρος καθὼς σκέφτεται τὰ βασανιστήρια ποὺ θὰ τοῦ κάνουν, ἔτσι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν τρέμουν φοβερὰ τὴν ὥρα ἐκείνη, καθὼς συλλογίζονται τὸ ἀτέλειωτο βασανιστήριο τῆς αἰώνιας φωτιᾶς καὶ τὶς ἄλλες τιμωρίες ποὺ δὲν θὰ ἔχουν τέλος καὶ σταματημό. Καὶ ἂν κάποιος πεῖ στοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν τραβοῦν μὲ βία: «Ἀφῆστε μὲ λίγο νὰ μετανοήσω», κανεὶς δὲν τὸν ἀκούει· ἢ μᾶλλον τοῦ ἀποκρίνονται: «Ὅταν εἶχες καιρό, δὲν μετανοοῦσες, καὶ τώρα ὑπόσχεσαι νὰ μετανοήσεις; Ὅταν τὸ στάδιο ἦταν σὲ ὅλους ἀνοιχτό, δὲν ἀγωνίστηκες, καὶ θέλεις νὰ ἀγωνιστεῖς τώρα, ποὺ ὅλες οἱ πόρτες ἔκλεισαν καὶ πέρασε ὁ καιρὸς τοῦ ἀγώνα; Δὲν ἄκουσες τὸν Κύριο ποῦ εἶπε· “Νὰ εἶστε ἄγρυπνοι, γιατί δὲν ξέρετε τὴν ἡμέρα οὔτε τὴν ὤρα”;»

Αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια γνωρίζοντας ἀπὸ πρίν, ἀγαπητέ, νὰ ἀγωνίζεσαι, ὅσο ἀκόμη ἔχεις καιρό. Καὶ νὰ κρατᾶς τὴ λαμπάδα τῆς ψυχῆς σου πάντοτε ἀναμμένη μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν, ὥστε νὰ βρεθεῖς ἕτοιμος, ὅταν ἔρθει ὁ Νυμφίος, καὶ νὰ μπεῖς μαζί του μέσα στὸν οὐράνιο γαμήλιο θάλαμο μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες παρθένες ψυχές, οἱ ὁποῖες μὲ τὴ ζωὴ τοὺς φάνηκαν ἀντάξιές του. 

(Εὐεργετινός, τ. Α΄, ἔκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας, 2001, σ.61-63)