ΠΕΤΡΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ
ΗΤΟΙ
Διασάφησις τῆς Ἀρχῆς, καὶ αἰτίας τοῦ σχίσματος τῶν δύο Ἐκκλησιῶν,
Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Τὰ κατὰ Ἰγνάτιον καὶ Φώτιον Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχας

ΜΗΝΙΑΤΗς1. Ἐζήτησας παρ᾿ ἐμοῦ, ἄρχων ἐνδοξότατε, καὶ εὐσεβέστατε, νὰ μάθῃς καταλεπτῶς, τί εἶναι ἐκεῖνο, ὁποῦ χωρίζει τὰς δύο ἐκκλησίας ἀνατολικήν, καὶ δυτικήν, τὴν αἰτίαν δηλαδὴ τούτου τοῦ σχίσματος, καὶ τὰς διαφορὰς τῶν δογμάτων. Ἐγὼ μετὰ πάσης χαρᾶς θέλω νὰ σὲ εὐχαριστήσω, πληροφορῶν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν σπουδαίαν σου περιέργειαν. Καὶ διὰ τὴν ἀρχὴν μὲν τοῦ δυστυχοῦς τούτου σχίσματος, πρέπει νὰ ἠξεύρῃς καταλεπτῶς ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐσυνέβησαν ἀνάμεσον Ἰγνατίου, καὶ Φωτίου, Κωνσταντινουπόλεως Πατριαρχῶν, ὁποῦ τόσον ἐσύγχυσαν τότε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀκολούθους αὐτῶν ἐπροξένησαν οὐ μικρὰς θλίψεις, καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν μίας μεγάλης λογομαχίας, ἡ ὁποῖα διαμένει ἕως τῆς σήμερον. Ὅμως καθὼς εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὅλος ὁ κλῆρος, καὶ ὁ λαὸς ἦτον σχισμένος εἰς δύο μέρη, τὸ ἕνα δηλαδὴ μὲ τὸν Ἰγνάτιον, τὸ ἄλλο μὲ τὸν Φώτιον, καὶ τὰ πράγματα ἐγίνοντο πολλὰ ἐμπαθῶς, ἔτζη ἐκεῖνοι ὁποῦ τὰ ἔγραψαν τότε, ἠκολούθησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ ἴδιον πάθος, διὰ νὰ παραστήσωσι τὸ μέρος ὅθεν ἐκρατοῦσαν δικαιότερον. Καὶ πάλιν ἄλλοι μεταγενέστεροι κάμνοντες τὸ αὐτὸ ὁ μὲν πιστεύων ἑνός, ὁ δὲ ἄλλου ἱστορικοῦ, ζωγραφίζουσι τὴν σκηνὴν ταύτην ὁ καθ᾿ εἷς μὲ τὰ ἴδιά του χρώματα, παρρησιάζοντες, ὄχι καθὼς εἶναι ἀληθινά, ἀλλὰ καθὼς ἀρέσκει, τῶν πραγμάτων τὴν ὄψιν. Καὶ διὰ τοῦτο δύσκολον εἶναι, νὰ γνωρίσωμεν ἀληθῶς τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποῖα μ᾿ ὅλον τοῦτο καθ᾿ αὐτὴν γνωρίζεται, καὶ φαίνεται εἰς τὰ ὄμματα τῆς διανοίας, τὰ ὁποῖα μὴ ὄντα θωλωμένα ἀπὸ πάθους, καὶ καθαρᾶ βλέπουσι, καὶ ὀρθᾶ διακρίνουσι. Λάβε λοιπὸν ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐδυνήθην φιλαλήθως νὰ διακρίνω εἰς τὰς διηγήσεις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὁποῦ διαφόρως ἐσύνθεσαν οἱ ἱστορικοί.

2. Ἔλαχεν ὁ Ἰγνάτιος γενεθλίων πολλᾶ εὐγενῶν, καὶ λαμπρῶν, ἀπὸ τὸ ἑκάτερον μέρος, πατρὸς δηλαδή, καὶ μητρὸς βασιλεικοῦ αἵματος, γεννημένος ἀπὸ Μιχαὴλ τὸν Κουραπαλάτην λεγόμενον Ῥαγγαβὲ βασιλέα Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἀπὸ Προκοπίαν θυγατέρα Νικηφόρου τοῦ Γενικοῦ, καὶ αὐτοῦ ὁμοίως βασιλέως. Λέων ὁ Ἀρμένιος ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν βασιλεικὸν θρόνον τὸν Μιχαήλ, εἰς τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐκάθισε τυραννικῶς, καὶ διὰ νὰ τοῦ ἀφανίσῃ ὁλότελα τὴν κληρονομίαν, ἔκαμε, καὶ εὐνούχισαν τὸν Ἰγνάτιον, ὅς τις διὰ τοῦτο ἐνδυσάμενος τὸ μοναχικὸν σχῆμα ὑπῆγε νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τὸ Σατύρου λεγόμενον μοναστήριον.

3. Ἦτον καὶ ὁ Φώτιος (καθὼς λέγει Νικήτας Δαβὶδ ὁ Παφλαγὼν εἰς τὸν βίον τοῦ Ἰγνατίου) οὐ τῶν ἀγενῶν, καὶ ἀνωνύμων, ἀλλὰ καὶ τῶν εὐγενῶν κατὰ σάρκα, καὶ περιφανῶν· οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔλαβον καὶ τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον, καθὼς τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Φώτιος, εἰς τὴν ἐπιστολήν, ὁποῦ γράφει πρὸς Νικόλαον τὸν πρῶτον Πάπαν Ῥώμης, ὀνομάζει θεῖόν του τὸν μέγαν ἐκεῖνον Ταράσιον, χρηματίσαντα πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης, εἰς τοῦ ὁποίου τὸν καιρὸν ἔγινε καὶ ἡ δευτέρα ἐν Νικαίᾳ, ἥτις ἐστὶν ἑβδόμη οἰκουμενική, σύνοδος κατὰ εἰκόνομάχων.

4. Ἐνόμισάν τινες τῶν νεωτερικῶν, πῶς ὁ Φώτιος νὰ ἦτον εὐνοῦχος, καὶ τοῦτο συνάγουσιν ἀπὸ μίαν ἐπιστολὴν Ἰωάννου τινὸς Πατρικίου, καὶ Σακελλαρίου, ὅς τις γράφων πρὸς Φώτιον πολλὰ ὀνειδιστικά, φαίνεται νὰ τὸν λέγη εὐνοῦχον, καὶ τοῦ γυναικείου ἄξιον· Ὅμως τὴν ἄνωθεν ἐπιστολὴν γράφει ὄχι ὁ Ἰωάννης πρὸς Φώτιον, ἀλλὰ μάλιστα ὁ Φώτιος, εἰς τὸν Ἰωάννην, ὅς τις ἦτον Πατρίκιος, καὶ Σακελλάριος, ἐπιστάτης δηλαδὴ εἰς τὴν σύναξιν τῶν αὐθεντικῶν χρημάτων, καὶ ὡς φαίνεται, ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἤθελε νὰ ἀπλοχωρήσῃ, καὶ εἰς ἐκκλησιαστικά, ὅθεν ἐλέγχεται ὡς αὐθάδης, κατὰ τὴν φύσιν τῶν εὐνούχων, ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἦτον καὶ ὁ ἄνωθεν Πατρίκιος. Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Φωτίου πρὸς τοῖς ἄλλοις· «Πόθεν οὖν σὺ τοὺς ἑκατέρωθεν ὅρους ὑπερβάς, εἰς τὰ τῆς ἐκκλησίας Θεοῦ μυστήρια παρεισέφρησας, ἄνω καὶ κάτω πάντα ποιῶν;». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη τοῦ Φωτίου μὲ τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην «Ἰωάννῃ Πατρικίῳ καὶ Σακελλαρίῳ» εὑρίσκεται ἀναμεταξὺ τῶν ἄλλων αὐτοῦ ἐπιστολῶν, ὁποῦ ἐτύπωσε Δαβὶδ ὁ Ἑχέλιος ἐκ τῶν χειρογραμμάτων Μαξίμου τοῦ Μαργουνίου, ἔτει Χριστοῦ ͵αχα´ ἐν Αὐγούστῃ. Καὶ ἐκείνων ἀκόμη, ὁποῦ ἐξέδοτο Γραικολατίνας ἐν Λονδίνῳ διὰ Ῥιχάρδου Μοντακουτίου Ῥόγερος Δανιὴλ ἔτει Χριστοῦ ͵αχνα´ ἀπὸ ἄλλων παλαιοτάτων χειρογραμμάτων. Ἔξω ἀπὸ τοῦτο Θεόγνωστος ὁ μοναχός, Νικήτας Δαβὶδ ὁ Παφλαγών, Μητροφάνης ὁ Σμυρναῖος, καὶ Στυλιανὸς Νεοκαισαρείας ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ ἐκείνου, προφανεῖς ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου (καθὼς τὸ μαρτυροῦσι τὰ συγγράμματα αὐτῶν) οἵ τινες καὶ ἤξευραν, καὶ ἐδυνήθησαν νὰ τὸν κατηγοροῦσι, δὲν τολμῶσιν ὅμως νὰ εἰπῶσι πῶς νὰ ἐστάθη εὐνοῦχος ὁ Φώτιος.

5. Εἰς τὸν δρόμον τῶν ἐπιστημῶν τόσον ἐπροχώρησεν οὗτος ὁ νοῦς, ὅς τις ἦτον ἀληθινᾶ μία ἄβυσσος πολυμαθείας, ὁποῦ εἰς τοὺς καιρούς του δὲν εἶχεν ὅμοιον, διὰ πολὺν καιρὸν ἡ φύσις δὲν ἤθελε γεννήσῃ ἕνα τοιοῦτο τέρας. Ὄχι εἰς μίαν μόνη, ἀλλὰ σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς ἐπιστήμας ἦτον τελειότατος, εἰς τὰ φιλοσοφικά, ἰατρικά, ἀστρονομικὰ καὶ θεολογικὰ διδάσκαλος ἄκρος. Ἡ βιβλιοθήκη ἡ μυριόβιβλος, ὁποῦ μᾶς ἄφισεν, εἶναι ἀρκετὸν τεκμήριον τῆς βαθυτάτης ἐκείνης γνώσεως, ὁποῦ εἶχεν εἰς τὸ νὰ διακρίνη τὰ πράγματα, κρίνωντας ἀκριβῶς καὶ ὀρθῶς περὶ τῶν συγγραφέων, καὶ τῆς μακρᾶς ἐκείνης ἀναγνώσεως τοσούτων συγγραμάτων, ὁποῦ ἀπέρασεν. Εἰς τὰ πολιτικὰ πάλιν καὶ θεωρίᾳ καὶ πράξει ἦτον πολλᾶ περιφανής, διὰ τοῦτο εἴχετο καὶ εἰς μεγάλην τιμὴν μέσα εἰς τὰ βασίλεια, ὁποῦ ἔλαβε καὶ ἀξιώματα ἐπίσημα, ἐπειδὴ καὶ ἐστάθη πρωτοσπαθάριος, καὶ πρωτασηκρήτης Θεοφίλου τοῦ βασιλέως, ἔπειτα εἷς τῆς συγκλήτου. Μάλιστα καθὼς λέγει, Ἰωάννης διάκονος εἰς τὸν βίον Ἰωσὴφ τοῦ ὑμνογράφου κεφ. λ´ τῆς συγκλήτου βουλῆς τὰ πρωτεῖα ἐπιφερόμενος, καὶ πάλιν διὰ προστάγματος τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ βασιλέως ἐπέμφθη εἰς πρεσβείαν πρὸς Ἀσσυρίους, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ εἰς μίαν του ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἀδελφόν του Ταράσιον. Τοιοῦτος ἦν ὅ, τε Ἰγνάτιος, καὶ ὁ Φώτιος πρὶν νὰ πατριαρχεύσῃ καὶ ὁ ἕνας, καὶ ὁ ἄλλος.

6. Ἦτον ὁ ἕκτος χρόνος τῆς βασιλείας Μιχαήλ, ὅς τις ἐβασίλευσε σὺν τῇ μητρὶ Θεοδώρα μετὰ τὸν θάνατον Θεοφίλου τοῦ πατρός του, ὅταν ἐτελεύτησεν ὁ θεῖος Μεθόδιος Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχης, εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἐψηφίσθη ὁ Ἰγνάτιος. Ὄχι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, καὶ κληρικοὶ ἐσύντρεξαν εἰς τοιαύτην ψῆφον, ἱκανοὶ τὴν ἀπέρριπτον, ὧν πρῶτος ἦτον ὁ Συρακουσῶν ἀρχιεπίσκοπος Γρηγόριος, τὸν ὁποῖον εἰς τόσον μῖσος εἶχεν ὁ Ἰγνάτιος, ὁποῦ τὴν ἡμέραν τῆς πατριαρχικῆς αὐτοῦ χειροτονίας δὲν τὸν ἠθέλησε συλλειτουργόν, καὶ ἐπρόσταξε διὰ τοῦτο, νὰ μὴν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἱεροπραξίαν ἐκείνην, τὸ ὁποῖον πολλοὶ τὸ ἐμέμφησαν. Ὡσὰν ὁποῦ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς πατριαρχίας του ἔδειξε κατὰ τοῦ Γρηγορίου τόσην ὀργήν. Ὕστερον πάλιν γενομένης συνόδου τὸν ἐκάθηρε πέμπωντας, καὶ γράμματα, καὶ πρεσβείαν πρῶτον πρὸς Λέοντα τέταρτον, ἔπειτα πρὸς Βενέδικτον τρίτον πᾶπαν Ῥώμης, ὅπως καὶ αὐτοὶ συμφώνως τὸ αὐτὸ κρίνωσι κατὰ τοῦ Γρηγορίου, διὰ νὰ παραστήσῃ τὴν καθαίρεσιν ταύτην πλέον ἐπίσημον, ὡσὰν ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν ὁμοῦ, καὶ δυτικὴν ἐκκλησίαν γενομένην. Ὅμως οὔτε ὁ Λέων, οὔτε ὁ Βενέδικτος ἠθέλησαν νὰ ἔχωσι μέρος εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν δηλαδὴ εἰς τὴν καθαίρεσιν τοῦ Γρηγορίου. Τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ ὁ μετ᾿ ἐκείνους ἀρχιερετεύσας ἐν Ῥώμῃ Νικόλαος πρῶτος γράφων πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαήλ, ἀγκαλᾶ καὶ τὰ ἐναντία γράφει Στυλιανὸς Νεοκαισαρείας, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ Βαρώνιος.

7. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ὁ Γρηγόριος παροργισθείς, ἔπρεπε χωρὶς ἄλλου νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τοῦ διώκοντος μὲ κάθε μέσον, συμβοηθοὺς εἶχε καὶ ἀρχιερεῖς, καὶ κληρικούς, καὶ ἀπὸ τοὺς προκρίτους τῆς πολιτείας οὐκ ὀλίγους, ἐν οἷς καὶ τὸν Φώτιον, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ εἰς τὴν ρια ἐπιστολὴν ὁποῦ γράφει πρὸς ἐκεῖνον. Ἔλαχε δὲ καὶ μία ἀφορμή, ὁποῦ ὅσοι ἐμισοῦσαν, ἢ δικαίως, ἢ ἀδίκως τὸν Ἰγνάτιον, ἐδυνήθησαν πολλᾶ νὰ συνεργήσωσιν εἰς τὸ νὰ τὸν βλάψωσιν εἰς ἄκρον, ἔστι δὲ αὕτη.

8. Ἔνδεκα χρόνοι ἦτον ἀπερασμένοι ἀφ᾿ οὗ ἐπατριάρχευσεν ὁ Ἰγνάτιος, ὅταν ὁ Βάρδας ὁ Πατρίκιος καὶ Δομέστικος τῶν σχολῶν ἀπολύσας (λέγουσι, χωρὶς αἰτίας) τὴν ἰδίαν του γυναῖκα, ἐσυνουσιάζετο παρανόμως μὲ τὴν νύμφην του. Τὸ σκάνδαλον ἦτον φανερόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδύνετο νὰ ὑποφέρη ὁ ζῆλος τοῦ Ἰγνατίου, ὅς τις πολλάκις καὶ ἐνουθέτησε, καὶ ἤλεγξε τὸν παραβάτην τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων, πλὴν εἰς μάτην. Ὅθεν εἰς μίαν τῶν ἡμερῶν, δηλαδὴ τῶν Φώτων, ἐκεῖ ὁποῦ ὁ Βάρδας ὁμοῦ μὲ τὸν βασιλέα ἐτόλμησε νὰ συμμώτῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁ Πατριάρχης τὸν ἐδείωξεν ὡς παράνομον, καὶ ἀνάξιον τῆς θείας μεταλείψεως. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ Βάρδας ἐπάσχησε μὲ κάθε τρόπον νὰ ἐξιλεώση τὸν Πατριάρχην, μὰ ὁσὰν ἐτοῦτος δἐν ἐδύνατο νὰ συγχωρίση, ἢ νὰ ὑποφέρη τοιαύτην παρανομίαν, ἔτζη ἄναψε πλέον τὸν θυμὸν κατ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐμελέτησε νὰ τὸν διώξη, κατεβάζωντάς τον ἀπὸ τὸν θρόνον του. Ἡ ἐξουσία τοῦ Βάρδα τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἦτον μεγάλη, αὐτὸς ἦτον θεῖος τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ ὡς ἀδελφὸς Θεοδώρας, ἡ ὁποία ἴσως δὲν εὐχαριστεῖτο εἰς τὰς πράξεις του, καὶ ἐκυβέρνα ὡς ἤθελε, καὶ τὸν βασιλέα, καὶ τὸ βασίλειον. Λοιπὸν διὰ νὰ μὴν ἔχῃ κανένα ἐμπόδιον εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ ἐμελέτα, παρακινεῖ τὸν βασιλέα νὰ διώξῃ ἀπὸ τὰ βασίλεια τὴν μητέρα Θεοδώραν, καὶ Θέκλαν τὴν ἀδελφήν, ὁποῦ εἶχον μέρος τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ προστάξῃ τὸν Πατριάρχην Ἰγνάτιον νὰ ταῖς κουρεύσῃ, ἔλεγε καὶ τὴν ἀφορμὴν πῶς δηλαδὴ ὤντας ὁ βασιλεὺς ἔξω τῆς παιδικῆς ἡλικίας, δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ εἶναι ὑποκείμενος τῇ μητρὶ μάλιστα ὁποῦ αὐτὴ ἐμελέτα νὰ πάρῃ ἄλλον ἄνδρα, καὶ νὰ τὸν στέψῃ βασιλέα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει σύμβουλον, καὶ συνεργὸν τὸν Πατριάρχην Ἰγνάτιον. Πιστεύει ὁ νέος βασιλεὺς τὰ λόγια τοῦ θείου του, προστάζει εὐθὺς τὸν Πατριάρχην νὰ κουρεύση τὴν μητέρα, καὶ ἀδελφήν· ὁ Πατριάρχης δὲν στέργει λέγωντας, πῶς εἶναι πρᾶγμα ἔξω παντὸς νόμου νὰ κουρεύσῃ τὰς βασιλίσσας στανικῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ τὰς βιάσῃ εἰς τὴν μοναχικὴν ζωήν, τὴν ὁποῖαν αὐταῖς θεληματικῶς δὲν ἐζήτησαν, πῶς ὑποσχέθη μεθ᾿ ὅρκου εἰς αὐτάς, (καθὼς εἶναι συνήθεια νὰ γίνεται ἡ μεθ᾿ ὅρκου ὑπόσχεσις εἰς ὅλους τοὺς βασιλεῖς, καὶ βασιλίσσας) νὰ μὴ κάμῃ ποτὲ ἐναντίον των καμμίαν ἐπιβουλήν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχαὴλ διὰ τοῦτο μάλιστα βεβαιώνεται εἰς τὰς ὑποψίας ὁποῦ τὸν ἔβαλεν ὁ Βάρδας κατὰ τῆς μητρός, καὶ κατὰ τοῦ Ἰγνατίου, καὶ χωρὶς ἄλλης διορίας ἐξορίζει τὴν μητέραν Θεοδώραν, καὶ τὴν ἀδελφὴν ἀπὸ τὰ βασίλεια, καὶ προστάζει νὰ ταῖς κουρεύσουν εὐθὺς μοναχαῖς ἐν ταῖς τοῦ Καριανοῦ· μετ᾿ ὀλίγον ἐξορίζει, καὶ τὸν Πατριάρχην.

9. Ἐὰν εἶναι ἀληθινὰ ἐκεῖνα ὁποῦ διηγοῦνται οἱ ἱστορικοὶ φίλοι τοῦ Ἰγνατίου ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ, ὁ Βάρδας καὶ σύμβουλοι αὐτῶν τὸ πραχθὲν προβλέποντες πῶς, ἀνίσως καὶ ὁ Ἰγνάτιος θεληματικῶς δὲν ἤθελε παραιτήσῃ τὸν θρόνον, πολλοὶ κληρικοὶ δὲν ἤθελον δεχθῇ μετὰ χαρᾶς τὸν νέον Πατριάρχην, ὁποῦ ἔμελλε νὰ ψηφισθῇ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἔπεμψαν ἅπαξ, καὶ δὶς τινὰς ἐπισκόπους, καὶ ἐπισήμους πατρικίους νὰ παρακινήσωσι τὸν Ἰγνάτιον, τώρα μὲ ὑποσχέσεις, τώρα μὲ ἀπειλὰς νὰ δώσῃ ἰδιόχειρον τὴν παραίτησίν του, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος εἰς κανένα τρόπον δὲν ἔστερξεν. Ὅμως εἰς τὴν ἐπιστολὴν ὁποῦ ἔγραψεν ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν Πάπαν Νικόλαον φαίνεται πὼς ὁ Ἰγνάτιος διὰ γῆρας, καὶ τοῦ σώματος ἀδυναμίαν παραιτησάμενος ὑπεχώρησε τῆς ἐκκλησίας.

10. Καὶ λοιπὸν γενομένης μακρᾶς σκέψεως, καὶ βουλῆς περὶ τοῦ μέλλοντος διαδέξασθαι τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, ὡσὰν ὁποῦ ὁ Φώτιος τότε εἶχε μεγάλην φήμην, ὄχι μόνον εἰς τὴν σοφίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐλάβειαν, ἔτζη ἐφάνη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀξιώτερος νὰ λάβη τὴν ὑπερτάτην ταύτην ἀξίαν, καὶ γενομένης συνόδου ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν, ἐν ᾗ ἦν ὅ, τε βασιλεύς, καὶ ὁ θεῖος του Βάρδας, ψηφίζεται τῆς βασιλίδος ἀρχιερεύς. Τὰ πλεῖστα καθ᾿ ἑαυτοὺς συσκεψάμενοι, καὶ πάσαν κεκινηκότες βουλὴν Φώτιον πρωτοσπαθάριόν τε ὄντα, καὶ προτασηκρήτην, εἰς ἀρχιερέα τῆς βασιλίδος προχειρίζονται, λέγει Νικήτας Δαβὶδ ὁ Παφλαγών. Ὅμως δὲν στέργει τὴν ψῆφον ὁ Φώτιος, παραιτεῖ, καὶ παρακαλεῖ, κλαίει, εἰς κανένα τρόπον δὲν θέλει νὰ δεχθῆ τὴν προσφερομένην πατριαρχικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τοῦτο ἤθελεν ἐξ ἀποφάσεως ὁ βασιλεύς, ἀφ᾿ οὗ εἶδε, καὶ ὁ Φώτιος δὲν δέχεται τὸ πατριαρχεῖον θεληματικῶς, τὸν βιάζει καὶ ἄκοντα, βάζωντάς τον εἰς φυλακήν, ὥστε ὁποῦ τέλος πάντων εὐχαριστήθη. Καὶ ἐπειδὴ ἦτον λαϊκὸς χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν Συρακουσῶν ἀρχιεπίσκοπον Γρηγόριον, τὴν μίαν ἡμέραν μοναχός, τὴν ἄλλην ἀναγνώστης, τὴν τρίτην ὑποδιάκονος, τὴν τετάρτην διάκονος, τὴν πέμπτην πρεσβύτερος, καὶ τὴν ἕκτην, ὁποῦ ἦτον κε´ τοῦ Δεκεμβρίου, ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ Χριστοῦ, πατριάρχης, ὄχι καθὼς γράφει ὁ Νεοκαισαρείας Στυλιανὸς πρὸς Στέφανον ἕκτον αὐθημερόν. Τοῦ Φωτίου τὴν ψῆφον ἐδέχθησαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Ἰγνατίου, ἀγκαλᾶ καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐφαίνοντο ἐνάντιοι, ὥστε ὁποῦ μὲ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ συμφωνίαν ὅλου τοῦ κλήρου ἔγινεν, ἐξαιρουμένων πέντε μόνον. Καὶ εἰς τοῦτο δύσκολον εἶναι νὰ πιστεύσῃ τινὰς ἐκεῖνα, ὁποῦ διηγοῦνται ὅ,τε Σμυρναῖος Μητροφάνης, ὁ Νεοκαισαρείας Στυλιανός, ὁ Νικήτας, καὶ ὁ Θεόγνωστος φανεροὶ ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου, οἵτινες ἀληθινᾶ ὁμιλοῦσι πολλᾶ ἐμπαθῶς σωρεύοντες ὀνείδη φοβερὰ ἐπάνω εἰς τὸν Φώτιον, κάνοντές τον πταίστην εἰς πράγματα, τῶν ὁποίων ἐκεῖνος δὲν εἶχε εἴδησιν οὔτε μέρος, ὡσὰν ὅταν λέγουσι πῶς τῆς ἐξορίας τοῦ Ἰγνατίου καὶ τῶν κακῶν, ὁποῦ ἔπαθεν, αἴτιος ἦτον ὁ Φώτιος διὰ τὴν ἄκραν ἐπιθυμίαν, ὁποῦ εἶχε νὰ γένῃ πατριάρχης. Ἀλλὰ πρῶτον μὲν τὸν Ἰγνάτιον τὸν ἐξώρισεν ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Βάρδας, καὶ ἐσημειώσαμεν παραπάνω τὴν ἀφορμήν, δεύτερον ὁ Φώτιος μάλιστα ἔκαμεν ὅ,τι ἐδυνήθη νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὸ πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη στανικῶς, καὶ εἰς τοῦτο εἶναι μάρτυς ἀξιόπιστος αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁποῦ ὄχι μόνον τὸ γράφει πρὸς Νικόλαον πάπαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν ὁποῖον παρόντα, καὶ ἔχοντα τελείαν εἴδησιν τῶν πραγμάτων ὁποῦ ἔτρεξαν, δὲν ἤθελε τολμήση νὰ γράφῃ ἕνα δι᾿ ἄλλο, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου δὲν εἶναι μάρτυρες ἀξιόπιστοι ὡς ἐχθροί, μάλιστα ὁποῦ εἰς κάποια πράγματα ἕνας ἐναντιεῖται τοῦ ἄλλου.

11. Ἀκόμη λοιπὸν δὲν ἦτον ἀπερασμένοι δύο μῆνες τῆς πατριαρχίας τοῦ Φωτίου, ὅταν οἱ φίλοι τοῦ διωχθέντος Ἰγνατίου, οἵτινες καταλλαγέντες ὕστερα μὲ τοῦ Φωτίου, τὸν ἐδέχθησαν ὡς γνήσιον πατριάρχην, πάλιν στρέφονται εἰς τὰ ὀπίσω, ἀθετοῦσιν ὅσα ἔστερξαν χωρίζονται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τοῦ Φωτίου, συνάγονται εἰς τὸν ναὸν τῆς ἁγίας Εἰρήνης, ἐκεῖ τὸν καθαίρουσι, καὶ ἀναθεματίζουσιν, καὶ κοινῇ, καὶ μεγάλῃ φωνῇ ζητοῦσι νὰ ἐπιστραφῇ πάλιν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ὁ Ἰγνάτιος· τὸν ὁποῖον μόνον ἐγνώρισαν ὡς γνήσιον ἀρχιερέα, καὶ ποιμένα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίας. Τοῦτο τὸ πρᾶγμα, ὁποῦ ἔκαμε ἀληθινᾶ μεγάλην ταραχήν, καὶ ἔσειρε πολλοὺς ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ Φωτίου εἰς τὸ μέρος τοῦ Ἰγνατίου, ἐγίνετο εἰς φανερὰν καταισχύνην τοῦ βασιλέως Μιχαήλ, καὶ τοῦ Καίσαρος Βάρδα, ὁποῦ ἦτον οἱ θερμοὶ τοῦ Φωτίου ἀντιλήπτορες. Ὅθεν τοῦ ἑνός, καὶ τοῦ ἄλλου ὁ θυμὸς ἄναψεν εὐθὺς εἰς ἄκρον, καὶ ἐπειδὴ ἦτον εἰς ὑποψίαν ὁ Ἰγνάτιος, πῶς αὐτὸς νὰ κινῇ τοιαύτας ταραχάς, ἐπιθυμῶν νὰ ἀναβῆ πάλιν εἰς τὸν θρόνον, ἔπαθεν ἀληθινᾶ πολλά, δὲν λέγω θλίψεις μόνον, καὶ ταλαιπωρίας, ἀλλὰ καὶ ὕβρεις, καὶ ὀνειδισμοὺς (καθὼς γράφει Νικήτας) καὶ κολαφισμοὺς εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ δεσμά, καὶ φυλακάς, καὶ τέλος πάντων, ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν νῆσον Τερέβινθον εἰς Μιτυλήνην. Ὁμοίως καὶ τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν, οἱ μὲν ἐξορίζονται, οἱ δὲ φυλακώνονται, μάλιστα ἑνὸς κάποιου Βλασίου χαρτοφύλακος διὰ τὴν ἐλευθεροστομίαν κόπτεται ἡ γλῶσσα διὰ προστάγματος βασιλικοῦ, γίνεται καὶ σύνοδος ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν εἰς τὸν ναὸν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁποῦ εὑρέθη παρὼν ὅ,τε βασιλεὺς καὶ ὁ Βάρδας, καὶ ἀποκηρύττεται ὁ Ἰγνάτιος ἀνάξιος τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀφορίζεται, καὶ ἀναθεματίζεται.

12. Δὲν ἦτον ἀληθινὰ ὁ Ἰγνάτιος ἄξιος τοσούτων παθημάτων, ἴσως ἀδίκως ἐξορίσθη, ἀδίκως παιδεύεται, ἄξιος μάλιστα ἦτον καὶ εὐλαβείας ὡς ἀρχιερεύς, καὶ συμπαθείας ὡς γέρων, ἀλλά, καθὼς εἴδαμεν εἰς ἄλλα παραδείγματα, δὲν ἔχει οὔτε νόμον οὔτε μέτρον τῶν κρατούντων ὁ θυμός. Οἱ φίλοι τοῦ καλοῦ τούτου γέροντος, ἔπρεπεν, ἄλλην οἰκονομίαν νὰ εἶχον κάμωσιν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· ἀλλ᾿ αὐτοὶ εἶχον μῖσος πολὺ κατὰ τοῦ Φωτίου, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ τοῦ ἱεροῦ καταλόγου δὲν ἐδύναντο νὰ βλέπωσιν ἀναβιβασμένον εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν λαϊκῶν. Ἐνδέχεται νὰ ἐνεργοῦσαν διὰ ζῆλον, ὅμως ὁ ζῆλός των ἦτον ἀδιάκριτος. Πλὴν πῶς τὸ πάθος των νὰ ἦτον ἄμετρον κατὰ τοῦ Φωτίου, φαίνεται καὶ ἀπὸ τοῦτο, ὅτι τῶν κακῶν δηλαδή, ὁποῦ ἔπαθε τότε ὁ Ἰγνάτιος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, αἴτιον κάνωσι τὸν Φώτιον, διὰ νὰ τὸν παραστήσωσιν εἰς ὅλους μισητόν. Ἀλλ᾿ ὄχι μόνον ὁ Φώτιος δὲν ἐσυνήργει, μάλιστα δὲ (καθὼς ὁ ἴδιος γράφει πρὸς Βάρδαν τὸν Καίσαρα) συνέπασχεν, ἐπόνει, ἐθλίβετο εἰς τοιαύτα κακά, ἐμεσίτευσε διὰ τὸν ἄνω εἰρημένον γλωσσότμητον Βλάσιον· ἐμέμφετο τὸν Βάρδαν ὡς αἴτιον τῶν γενομένων, ἐπαραπονεῖτο πῶς ἄκοντα τὸν ἐψήφισαν πατριάρχην, ἔλεγε πῶς διατοῦτο δὲν ἤθελεν ἐξ ἀρχῆς νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν ταύτην, διατὶ ἐπρόβλεπε τὰς μελλούσας συμφοράς, καὶ πῶς ἕτοιμος διὰ τοῦτο εἶναι νὰ τὴν παραιτήση. Καὶ ταῦτα μὲν ἔγραφε πρὸς ἄνθρωπον ὄχι ξένον, ἢ μακρὰν ἀπόντα, ἢ ὁποῦ δὲν εἶχε τῶν πραγμάτων ὁποῦ ἀπάρασαν καμμίαν εἴδησιν, ἀλλά, καθὼς εἶπον παραπάνω, πρὸς αὐτὸν τὸν Βάρδαν, ὁποῦ καὶ πάντα ἤξευρε, καὶ τὰ πάντα ἔκανεν· ὥστε ὁποῦ ὁ Φώτιος ταῦτα δὲν ἔλεγεν ὑποκρινόμενος, ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν εἰλικρινῶς ὁμολογῶν.

13. Μ᾿ ὅλα ταῦτα δὲν ἔπαυε μάλιστα ηὔξανεν εἰς περισσότερον τῶν δύω μερῶν ἡ μάχη, καὶ τῆς ἐκκλησίας, τὴν ὁποῖαν ἔκαμεν ἀκόμη μεγαλητέραν ἡ ἀναφυεῖσα αἵρεσις τῶν εἰκονομάχων· ἔγνω διατοῦτο ὁ βασιλεὺς ἔτζη συμβουλευθεὶς ἀπὸ τὸν θεῖόν του Βάρδαν νὰ γράψῃ πρὸς Νικόλαον Πάπαν Ῥώμης, νὰ πέμψῃ λεγάτους εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ γενομένης συνόδου νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ παύσωσι τὰ σκάνδαλα τῆς ἐκκλησίας. Πέμπει λοιπὸν πρέσβεις Μεθόδιον, Σαμουήλ, Ζαχαρίαν, καὶ Θεόφιλον ἐπισκόπους, καὶ ἕνα πρωτοσπαθάριον μὲ δώρα πολύτιμα, σκεύη δηλαδὴ ἱερά, καὶ ἄμφια ὄντως βασιλεικά, τὰ ὁποῖα περιγράφει Ἀναστάσιος ὁ Βιβλιοθηκάριος εἰς τὸν βίον τοῦ Νικολάου, καὶ διὰ νὰ εἰρηνεύσῃ τὰ μέρη Φωτίου, καὶ Ἰγνατίου, δὲν ἔφθανον αἱ ψῆφοι τῶν Ἀνατολικῶν Ἀρχιερέων, οἵτινες ἐδιαφωνοῦσαν ἀνάμεσόν τους εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἂν καὶ ὁ Πάπας Νικόλαος ἤθελε στέρξῃ καὶ αὐτὸς τὴν καθαίρεσιν τοῦ Ἰγνατίου, καὶ τοῦ Φωτίου τὴν ἐκλογὴν εἰς τὴν σύνοδον, ὁποῦ ἔμελλε νὰ γίνῃ, εὔκολα ἤθελε σύρη καὶ τοὺς λοιπούς, τὸ αὐτὸ δηλαδὴ τέλος πάντων νὰ στέρξωσι, καὶ τέτοιας λογῆς νὰ εἰρηνεύσωσι τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὔτε πρεσβείαν ἔπεμψε πρὸς Νικόλαον ὁ Πατριάρχης Φώτιος· οἱ δὲ τοῦ Φωτίου ἐχθροὶ Νικήτας δηλαδή, Μητροφάνης, καὶ Στυλιανὸς ὡς καὶ εἰς τοῦτο προφανῶς τὸν συκοφαντοῦσι, γράφοντες πῶς ἐκεῖνος ἐζήτησε παρὰ τοῦ Νικολάου λεγάτους πρὸς κύρωσιν. Πλὴν τὸ ἐνάντιον φαίνεται εἰς τὴν ἐπιστολὴν Φωτίου πρὸς τὸν πάπαν Νικόλαον· ἔστι δὲ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐν τῇ προθήκῃ τῆς βιβλιοθήκης τῶν πατέρων διὰ Φραγγίσκου Κομβεφισίου τυπωθείσῃ ἐν Παρισίοις ἔτει Χριστοῦ ͵αχοβ´, ἥστινος ἡ ἀρχή· «τῷ τὰ πάντα ἁγιωτάτῳ ἀδελφῷ καὶ συλλειτουργῷ Νικολάῳ Πάπᾳ πρεσβυτέρας Ῥώμης» καὶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πάπα Νικολάου πρὸς Φώτιον εἰς ἀπόκρισιν, εἰς ταῖς ὁποίαις οὐδείς λόγος περὶ λεγάτων ὁποῦ κατὰ τοὺς ἄνωθεν ἱστορικοὺς ἐζήτει ὁ Φώτιος ἀπὸ τὸν Νικόλαον. Διὰ νὰ φυλάττεται ὁ σύνδεσμος τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, καὶ ἀμειβαίας κοινωνίας, ὁποῦ ἐκρατοῦσαν ἄνωθεν καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἡνωμένας τὰς ἐκκλησίας, ἐστέλλοντο καὶ ἀμειβαῖαι ἐπιστολαὶ ἑκατέρων τῶν μερῶν, μάλιστα ὅταν ἦτον καὶ μεγάλαι ἐκκλησιαστικαὶ ὑποθέσεις, αὕται ἐλέγοντο καὶ ἐγκύκλιοι ἐπιστολαί, ἐν αἷς μάλιστα, καὶ οἱ νεοχειροτονηθέντες ἐπίσκοποι ἔδιδον εἴδησιν τοῖς ἄλλοις ἀδελφοῖς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔπεμπον, καὶ μίαν ἔκθεσιν πίστεως, ὅπως φαίνονται ὁμοφρονοῦντες. Ταύτην τὴν παλαιὰν συνήθειαν φυλάττων καὶ ὁ Φώτιος εἶχε γράψει πρὸς Νικόλαον, δίδωντας εἴδησιν, πῶς ἔλαβε τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἄκων καὶ μὴ θέλων τὸν ἔπεμψε καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεως, ὅτι πασῶν ἀρίστη ἔλεγεν ἔστι τῆς πίστεως ἡ κοινωνία, καὶ πασῶν μεγίστη αἰτία τῆς ἀγάπης τῆς ἀληθῆς, καὶ ἄλλα ὅμοια.

14. Ὁποία ἦτον ἡ βουλὴ τοῦ βασιλέως νὰ πέμψῃ τέτοιας λογῆς πρεσβείαν πρὸς τὸν πάπαν Νικόλαον, δὲν ἦτον καλὴ βουλή. Διατὶ ἐστάθη ὕλη, ὁποῦ ἄναψεν ἐκεῖνο τὸ ὀλέθριον πῦρ, ὁποῦ ἐπροξένησε πολλὴν φθορὰν εἰς τὴν ἐκκλησίαν μὲ τὸ σχῖσμα, ὁποῦ ἠκολούθησεν.
Ὁ Πάπας Νικόλαος εἶχε πνεῦμα ἡγεμονικὸν καὶ μίαν ἄπλετον ἐπιθυμίαν (ὑπὲρ πάντας τοὺς πρὸ αὐτοῦ) νὰ ἁπλώσῃ τὴν ἐξουσίαν του ἀπὸ τὴν δύσιν (τὴν ὁποίαν εἶχε σχεδὸν δουλωμένην) ἕως τὴν ἀνατολήν, διὰ νὰ κάμῃ ἐκείνην τὴν παγκόσμιον ἐκκλησιαστικὴν μοναρχίαν πρὸς τὴν ὁποίαν ἀφεώρα ἡ δυτικὴ ὀφρύς, καθὼς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος. Τούτου τὴν γνώμην ἐσκιαγράφησεν τοῖς μεταγενεστέροις πρὸς τοῖς ἄλλοις Οὐλδερῖκος ἐπίσκοπος, ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς πρὸς αὐτὸν περὶ κληρικῶν ἐγκρατείας, καὶ τὰ Φράγγικα χρονικὰ ἔτει Χριστοῦ 865, καὶ 868. Ὁποῦ φαίνεται, μὲ ποίαν τυραννικὴν ἐξουσίαν ἤθελε νὰ κυριεύση. Καὶ λοιπὸν μετὰ πολλῆς χαρᾶς ἐδέχθη τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ τὴν πρεσβείαν, τὰ δώρα, καὶ τὰς ἐπιστολάς, καὶ εὐθὺς ἐδιόρισε νὰ πληρώσῃ τὸ ζήτημα, ἐλπίζωντας, πῶς τοῦτος νὰ ἦτον ἐπιτήδειος τρόπος, νὰ κατορθώσῃ τὸ μελετώμενον, δηλαδὴ νὰ κάμη ὑποκειμένην τῇ δυτικῇ τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν. Ἔπεμψε λοιπὸν πρέσβεις Ῥοδοάλδον, καὶ Ζαχαρίαν, ἐπισκόπους, παραγγείλας αὐτοῖς, ὅτι εἰς μὲν τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἁγίων εἰκόνων νὰ διορίσωσι καὶ νὰ ἀποφασίσωσιν, ὅτι ἤθελε τοὺς φανῆ εὐσεβὲς καὶ δίκαιον, τὰ δὲ κατὰ Φώτιον, καὶ Ἰγνάτιον νὰ μὴ διορίσωσιν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωσιν ἀκριβῶς, καὶ ἐπιστρέφοντες εἰς Ῥώμην νὰ τοῦ ἀναφέρωσι τὰ πάντα, ὅπως αὐτὸς ὡς ἐξ ὑπερτάτου κριτηρίου νὰ κάμη τὴν κρίσιν, καὶ τὴν ἀπόφασιν. Ἔφθασαν οἱ λεγάτοι τοῦ πάπα εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἄρχησεν ἡ σύνοδος ἐν τῷ ναῷ τῶν ἁγίων ἀποστόλων· συνήχθησαν ὅλοι τ ι η, ὅσοι ἦτον καὶ εἰς τὴν ἐν Νικαίᾳ ἁγιωτάτην σύνοδον, ἐκράχθη καὶ ὁ Ἰγνάτιος ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, καὶ ἐπειδὴ ἐμαρτυρήθη, ὅτι διαφωνούντων τῶν ἐπισκόπων ἐψηφίσθη, ἀποκηρύττεται ὡς ἄκυρος καὶ παράνομος ἡ χειροτονία αὐτοῦ. Ὅθεν κατακρίνεται, ἀναδείκνυται δὲ νόμιμος, καὶ γνήσιος πατριάρχης ὁ Φώτιος. Τὸ ὁποῖον στέργουσι καὶ οἱ λεγάτοι τοῦ Νικολάου παραβαίνοντες χωρὶς ἄλλον τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ. Διατὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης, ὁποῦ ἐπεθύμησαν τοὺς λεγάτους τούτους ὄχι ὡς ἐξεταστὰς καὶ κριτὰς τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλ᾿ ὡς συμβοηθοὺς καὶ συνεργοὺς τῆς κοινῆς εἰρήνης, δὲν ἤθελαν στέρξη, νὰ γένῃ ποτὲ τὸ θέλημα τοῦ πάπα Νικολάου, δηλαδὴ εἰς τὴν Ῥώμην, ἤτοι εἰς ξένον κριτήριον μία ὑπόθεσις τ ῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίως. Λυθείσης τῆς συνόδου ταύτης (ἥτις πρώτη, καὶ δευτέρα ὀνομάζεται, διὰ τὴν πρώτην, καὶ δευτέραν συνέλευσιν τῶν πατέρων ἐκείνων) πέμπει καὶ ὁ βασιλεὺς μὲ τὸν καγγελάριον Λέοντα τὰς πράξεις πρὸς Νικόλαον, γράφοντας ὁμοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ παρακαλῶν νὰ στέρξῃ τὰ πάντα. Γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης Φώτιος ἀποκρινόμενος πρὸς τὰς ἐπιστολὰς τοῦ Νικολάου, ὁποῦ εἶχε λάβει πρὸ τῆς συνόδου, ἐξηγῶν ἐπιεικῶς ὡς σημεῖα ἀγάπης καὶ ζήλου ἐκεῖνα, ὁποῦ ὁ Νικόλαος εἶχε γράψει λίαν τραχέως καὶ πικρῶς, ὁμολογεῖ, πῶς στανικῶς ἐβιάσθη, νὰ λάβη τὸ πατριαρχικὸν ἀξίωμα, καὶ συγκρίνωντας τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς πατριαρχίας του μὲ τὴν προτέραν του ἡσυχίαν, γνωρίζεται κατὰ τὸ παρὸν πολλᾶ δυστυχής, ὅθεν λέγει, πῶς εἶναι πλέον ἄξιος λύπης, παρὰ ἐλέγχου. Προσθέτει πῶς ἂν ἔλαβε τὸ πατριαρχικὸν ἀξίωμα λαϊκός, τοῦτο ὅμως δὲν ἔκαμε παραβαίνωντας τοὺς κανόνας. Οἱ κανόνες, ὁποῦ ἀπαγορεύουσι τὸ τοιοῦτον, εἶναι κανόνες τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, καὶ ὄχι τῆς ἀνατολικῆς δὲν παραβαίνει τοὺς κανόνας ἐκεῖνος, ὁποῦ τοιούτους κανόνας δὲν δέχεται. Τοὺς οἰκουμενικοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ὅλοι δέχονται, ὅλοι ὁμοίως πρέπει νὰ διαφυλάττωσιν, ἀπὸ δὲ τοὺς μερικοὺς τινὲς τῶν Λατίνων ἐναντιοῦνται τοῖς ἀνατολικοῖς, ὡσὰν παρὰ τοῖς ἀνατολικοῖς συγχορεῖται τοῖς ἱερεῦσιν ὁ γάμος, παὰ δὲ τοῖς Λατίνοις ἀπαγορεύεται, καὶ εἰς τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν Νεκτάριος, Ταράσιος, καὶ Νικηφόρος, λαϊκοὶ ὄντες ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον, εἰς τὴν Λατινικὴν δὲ ὁ Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος, ὁμοῦ ἔλαβε, τὸ βάπτισμα, καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην. Πρὸς τούτοις γράφει πῶς διὰ νὰ στερεώση μᾶλλον τὴν συμφωνίαν, καὶ ὁμόνοιαν τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἀνατολικῆς, καὶ δυτικῆς, καὶ διὰ νὰ συκώση κάθε πέτραν σκανδάλου ἔκαμεν εἰς τὴν σύνοδον συμμᾶ εἰς τοὺς ἄλλους κανόνας καὶ τοῦτον, ὅτι ἀπὸ τοῦ νῦν λαϊκὸς νὰ μὴ προβιβάζεται εἰς ἐπίσκοπον. Κατόπι παρακινεῖ τὸν Νικόλαον, νὰ μὴ παραβαίνῃ τοὺς ὅρους τῶν πατέρων, δεχόμενος τοὺς φεύγοντας, ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς Ῥώμην χωρὶς συστατικὰ γράμματα, καὶ νὰ μὴ τοὺς δίδῃ πίστιν ἔτζη παρευθὺς ἐπειδή, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι σκανδαλοποιοί, ἔνοχοί τινος πταίσματος, καὶ διὰ νὰ φύγωσι τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν, προστρέχουσιν εἰς τὴν Ῥώμην, ὁποῦ σπέρνουσι συκοφαντίας, κατὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, καὶ συγχύζουσι τῶν προεστότων τὴν εἰρήνην, καὶ τὴν ὁμόνοιαν. Τέλος πάντων ὁμολογεῖ, πῶς, καθὼς ἄκων ἐδέχθη τὸ πατριαρχεῖον, ἔτζη ἄκων κάθεται εἰς τὸν θρόνον, ἐπιθυμῶν ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμη παραίτησιν.

15. Καθ᾿ ἕνας δύναται νὰ στοχασθῇ πῶς ἐφάνηκαν τῷ Νικολάῳ τὰ ὁρισθέντα εἰς ταύτην τὴν σύνοδον. Βλέπωντας πῶς τὸ τέλος τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πραγμάτων κατὰ τὴν ἰδίαν του ἐλπίδα, καὶ ἐπιθυμίαν δὲν ἐξέβη, πνέων θυμοῦ, καὶ ἀπειλῆς, καὶ ἡγεμονικῆς ἐξουσίας, φανερὸς τοῦ Φωτίου ἐχθρός, τοῦ Ἰγνατίου ἀντιλήπτωρ, καὶ τῆς ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δυναστείας ὑπέρμαχος γράφει πρῶτον μὲν πρὸς Μιχαὴλ τὸν βασιλέα στέργων τὰ κατὰ τῶν εἰκονομάχων πραχθέντα, ἀναιρῶν δὲ τὰ κατὰ τὸν Ἰγνάτιον, καὶ Φώτιον· ἀπορρίπτων καὶ ἐκείνου τὴν ἐκλογήν, καὶ τούτου τὴν καθαίρεσιν. Τὸν παραινεῖ προσέτι νὰ θελήσῃ, ὅτε τὰ σκάνδαλα, καὶ διχόνοιαν τῶν μαχομένων ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν νὰ εἰρηνεύσωσι μίαν φοράν, μὲ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξουσίας τὴν βουλὴν καὶ τὴν κρίσιν, καὶ ταῦτα μὲν πρὸς τὸν βασιλέα μετριώτερόν πως. Πρὸς δὲ τὸν πατριάρχην Φώτιον αὐστηρότερον γράφει· πῶς ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διὰ τὸ προνόμιον, ὁποῦ ἔλαβεν ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸν Χριστόν, εἶναι κεφαλὴ πασῶν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὅ,τι ἤθελεν ἀποφασίσῃ ἐκείνη, πρέπει, καθ᾿ ἕνας νὰ τὸ κρατῇ ἀπαρασάλευτον, εἰ καὶ τῇ συνηθείᾳ ἐνάντιον. Πῶς γενόμενος ἐκ λαϊκοῦ ἀρχιερεὺς εἶναι πταίστης ἀπροφάσιστος, ἐπειδὴ τοῦτο ἀπαγορεύουσιν οἱ κανόνες τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὰ ἐντάλματα πρέπει νὰ ἠξεύρη, καὶ νὰ κρατῆ. Πῶς ἀληθινᾶ ὁ Νεκτάριος ἐκ λαϊκοῦ ἀνεβιβάσθη εἰς τὴν ἀρχιερωσύνην, διατὶ ἄλλος ἀναμέσον τοῦ κλήρου ἀξιώτερος δὲν εὑρίσκετο, ὁμοίως ὁ Ταράσιος, διατὶ ἦτον ὑπέρμαχος τῆς προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων, καὶ ὁ Ἀμβρόσιος διὰ τὰ θαύματα, ἀμὴ αὐτός, ὄχι μόνον λαϊκός, ἀλλὰ ζῶντος, καὶ ἄκοντος τοῦ Ἰγνατίου, ἀνέβη εἰς τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικόν, ὅθεν αὐτὸν μὲν δὲν γνωρίζει ὁλότελα διὰ πατριάρχην, ἕως ὁποῦ νὰ γνωρισθῇ δικαίως κατακριθείς, καὶ καθαιρεθεὶς ὁ Ἰγνάτιος, τὸν ὁποῖον ὡς τόσον κρατεῖ εἰς τὴν προτέραν πατριαρχικὴν τιμήν. Τοιαύτη ἦτον ἡ περίληψις τῆς ἐπιστολῆς Νικολάου πρὸς Φώτιον ἀποκρινομένου, ὅμως εἰς δύο κεφάλαια δὲν ἀποκρίνεται πρῶτον διὰ τὸν Νικηφόρον, ὁποῦ ἐκ λαϊκοῦ πατριάρχην ἔκλεξε, καὶ ἔστερξεν ἡ Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησία, οὐδεμιᾶς ἐπικειμένης ἀνάγκης· δεύτερον διὰ ἐκείνους τοὺς σκανδαλοποιοὺς πταίστας, ὁποῦ ἔφευγον ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν εἰς Ῥώμην, τοὺς ὁποίους ἐδέχετο ὁ Νικόλαος. Γράφει ὁμοίως ἄλλην ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς πατριάρχας, καὶ ἀρχιερεῖς τῆς ἀνατολῆς, δηλοποιῶν, πῶς ἡ Ῥωμαϊκὴ ἐκκλησία δὲν στέργει τὴν καθαίρεσιν τοῦ Ἰγνατίου, καὶ Φωτίου τὴν ἐκλογήν, καὶ ὅπως κάμωσι, καὶ ἐκεῖνοι τὸ αὐτὸ καὶ τοῖς λοιποῖς ἄλλοις τὸ αὐτὸ δηλοποιήσωσι, τοὺς προστάζει μὲ τρόπον αὐθεντικὸν ἀποστολικῇ (καθὼς λέγει αὐτός) χρώμενος ἐξουσίᾳ.

16. Ταῦτα ἔγραψεν ὁ Νικόλαος πρὸς τὴν ἀνατολήν, τί δὲ ἔκαμεν εἰς τὴν δύσιν; ἔκραξεν ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς δύσεως εἰς τὴν Ῥώμην, ἔκαμε σύνοδον, ἐκεῖ ἐπρόσταξε νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πραχθέντα κατὰ Ἰγνατίου εἰς τὴν σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκήρυξε τὰ ἐγκλήματα τοῦ Φωτίου, πῶς δηλαδὴ αὐτὸς λαϊκὸς ἀνέβη εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ὡς μοιχός, καὶ ὡς ἀλλαχόθεν ἀναβαίνων λῃστής, καὶ κλέπτης· πῶς ἐστάθη ἐπίορκος, ἔστωντας νὰ ἔταξε μὲ ἰδιόχειρον, νὰ μὴ κακοποιήσῃ τὸν ἐξορισθέντα Ἰγνάτιον, οὔτε τοὺς φίλους αὐτοῦ, ἐκεῖνος δὲ καὶ τοῦ Ἰγνατίου, καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ πολλὰ κακὰ ἐποίησεν, ὥστε ὁποῦ τέλος πάντων τὸν ἀναθεμάτισαν ἐπὶ συνόδου, πῶς ἔκαμε σύνοδον παράνομον, πῶς εἰς καταισχύνην τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐπλάνεσε τοὺς Λεγάτους, καὶ τοὺς ἔσυρεν εἰς τὴν γνώμην του, ἐναντίον τῶν ἰδίων αὐτοῦ προσταγμάτων, πῶς ἐκάθηρε τοὺς Ἐπισκόπους, ὁποῦ ἦτον ἐνάντιοι, καὶ ἔλαβεν εἰς τοὺς ἐκείνων θρόνους ἄλλους ὁμοφρονοῦντας αὐτῷ· ὅθεν διὰ ταῦτα πάντα ἐκάθηρε τοῦ Πατριαρχείου, καὶ τῆς ἱερωσύνης τὸν Φώτιον, καὶ ὁμοῦ ὅλους τοὺς παρ᾿ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, τοὺς ὁποίους ἀπεκήρυξεν ὡς λαϊκούς. Ἀποφάσισεν ὅτι ὁ μὲν Ἰγνάτιος νὰ γνωρίζεται ὡς γνήσιος, καὶ ἀληθινὸς Πατριάρχης, οἱ δὲ διὰ τὴν αὐτοῦ αἰτίαν ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι, πάλιν νὰ εἶναι ἐγκρατεῖς τῶν ἰδίων θρόνων, ἐφοβέρισε δὲ ἀνάθεμα, κατάραν, καὶ ἀφωρισμὸν ἄλυτον, κόλασιν αἰώνιον τόσον λαϊκῶν, ὅσον καὶ κληρικῶν, ὁποῦ ἠθέλασι παραίβῃ τοιοῦτον ὅρον, ὁποῦ αὐτὸς ἔκαμεν εἰς ταύτην τὴν σύνοδον. Ταῦτα ἐδηλοποίησεν αὐτὸς τοῖς Ἀνατολικοῖς, καὶ τὰ ἴδια μετέγραψε πρὸς αὐτὸν τὸν Φώτιον, πρὸς Βάρδαν τὸν Καίσαρα, καὶ πρὸς Ἰγνάτιον. Ἐξ ὧν φαίνεται πῶς ὁ Νικόλαος νὰ ἐπίστευσε πολλὰ ἐκείνων τῶν ἐχθρῶν τοῦ Φωτίου, ὁποῦ ἦτον φευγάτοι εἰς τὴν Ῥώμην, ἐπειδὴ καὶ σωρεύει ἐπάνω εἰς τὸν Φώτιον ὅλα ἐκεῖνα, ὁποῦ ἔκαμε κατὰ τοῦ Ἰγνατίου, καὶ τῶν ἀκολούθων αὐτοῦ ὁ βασιλεύς, καὶ ὁ Βάρδας, τὸ ὁποῖον προγνωρίζωντας ὁ Φώτιος, τὸν εἶχε γράψει νὰ μὴ δέχεται τοιούτους ἀνθρώπους, καὶ νὰ μὴ τοὺς πιστεύῃ παντελῶς. Καὶ πρέπει νὰ ἦτον ἀληθινᾶ τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἰς τὴν Ῥώμην, ὁποῦ διὰ βαρέα ἐγκλήματα (τὰ ὁποῖα σημειώνει ὁ Φώτιος γράφων πρὸς Νικόλαον) ἔφυγον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, διὰ νὰ φύγωσι τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν, καὶ καθὼς συνειθίζουσιν ὅμοιοι πταίσαι, νὰ κακολογοῦσιν ὅμο ἐναντίον ἐκείνων τῶν κριτῶν, τῶν ὁποίων φοβοῦνται τὴν δικαίαν ἀπόφασιν, καὶ αὐτοὶ ὁμοίως πρέπει πολλὰς συκοφαντίας νὰ ἔπλεκον κατὰ τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, πρὸς τὰς ὁποίας ἔδιδε πίστιν ὁ Νικόλαος. Ὁποῦ χωρὶς ἄλλον εἰς τοῦτο ἐπαρέβαινε τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα τῆς Δυτικῆς, ὁποῦ ἀπαγορεύει, τινὰς νὰ μὴ δέχεται τοὺς τοιούτους χωρὶς συστατικῶν γραμμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῖς τοιούτοις νὰ μὴ δίδεται πίστις εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ κατηγοροῦσι λέγει ὁ κανών, ὁ διαβεβλημένος πατέρων καὶ ἐπισκόπων κατηγορῶν μὴ προσδεχέσθω. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ ἐνεργεῖ τὸ πάθος οἱ κανόνες εὔκολα παραβλέπονται.

17. Οὗτοι οἱ ἀφορισμοὶ καὶ τὰ ἀναθέματα, ὁποῦ ὁ Νικόλαος ἔρριπτεν ἀπὸ τὴν Δύσιν εἰς τὴν Ἀνατολήν, ἐνομίζοντο ὡς βέλη ἀνίσχυρα νηπίων, ὡσὰν ἀπὸ ξένον κριτήριον βαλλόμενα. Ἀπεκρίθη πρὸς Νικόλαον ὁ ἴδιος Βασιλεὺς διὰ Μιχαὴλ πρωτοσπαθαρίου, ἀναιρῶν τὴν ἄκραν ἐκείνην ἐξουσίαν, ὁποῦ ἤθελε νὰ ἔχη ἐπάνω εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας ὁ Πάπας Νικόλαος, καὶ φανερώνωντας τὴν γνώμην του· πῶς δηλαδὴ διατοῦτο ἠθέλησε νὰ κράξῃ τοὺς Λεγάτους τῆς Ῥώμης (εἰ καὶ τοῦτο τινὰς τῶν πρὸ αὐτοῦ Βασιλέων δὲν ἔκαμε) εἰς σημεῖον τιμῆς, ὄχι διὰ νὰ ὑποτάξῃ τῇ Δυτικῇ τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι διὰ νὰ φερθῇ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Φωτίου, καὶ Ἰγνατίου εἰς τὴν κρίσιν μόνον τοῦ Πάπα Ῥώμης, ἀλλ᾿ ὅπως παρόντων καὶ τῶν ἐκείνου Λεγάτων, στερχθῆ μᾶλλον τοῦ ἤδη καθαιρεθέντος Ἰγνατίου ἡ καθαίρεσις, καὶ τοῦ ἤδη ἐκλεχθέντος Φωτίου ἡ ἐκλογή, καὶ τέτοιας λογῆς ἀρθῇ τελείως τὸ μεσότειχον, ὁποῦ ἐχώριζε τὰ δύο μέρη, καὶ πῶς ἀγκαλὰ καὶ ταῦτα δὲν ἔστερξεν αὐτὸς ὁ Νικόλαος, ὅμως οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς τὸ ἔστερξαν.

18. Ἀλλ᾿ ὁ Νικόλαος στεκόμενος στερεώτερος εἰς τὴν γνώμην του, ὁρμεῖ περισσότερον εἰς τὸ ἐπιχείρημα, καὶ ἀρματωμένος μὲ ὅλην τὴν πανοπλίαν τῆς θείας γραφῆς, πάσχει νὰ πολεμήσῃ τῶν Ἀνατολικῶν τὴν ἀντίπαλον γνώμην. Γράφει λοιπὸν πρὸς τὸν Βασιλέα Μιχαὴλ διισχυριζόμενος, πῶς ἐπειδὴ καὶ ὄχι ἐξ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐκ Θεοῦ, ὄχι δηλαδὴ ἐκ τῶν συνόδων, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἔλαβεν ὁ Πέτρος τὸ προνόμιον τῆς ἐξουσίας ἐπάνω εἰς ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν, ὅθεν καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ῥώμης οἱ ἐκείνου διάδοχοι εἶναι ὑπέρτατοι κριταὶ πάσης Ἐκκλησιαστικῆς ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο τὸν παρακινεῖ, νὰ πέμψῃ εἰς τὴν Ῥώμην αὐτὸν τὸν Ἰγνάτιον καὶ Φώτιον, διὰ νὰ τοὺς κρίνῃ αὐτός, ἀλλέως καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἠθέλασι δυνηθῆ νὰ ὑπάγωσι, πρῶτον μὲν νὰ τὸν πληροφορήσωσι μὲ ἐμμάρτυρα γράμματα, διατὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπάγωσι, καὶ τότε νὰ πέμψωσιν ἐπιτρόπους νὰ ἀναθεωρηθῇ ἐξ ἀρχῆς ἡ ὑπόθεσις. Ζητεῖ δὲ ἐκ μέρους τοῦ Πατριάρχου Φωτίου ἐκείνους, ὁποῦ ὁμοῦ μὲ τὸν Συρακουσῶν Γρηγόριον ὁμοφρονοῦσιν αὐτῷ, καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ἰγνατίου κατ᾿ ὄνομα τὸν Κυζίκου Ἀντώνιον, τὸν Θεσσαλονίκης Βασίλειον, τὸν Λαρίσσης Κωνσταντῖνον, τῶν Σμυρνῶν Μητροφάνην, τὸν Ἠρακλείας Πόντου Παῦλον, πρὸς τούτοις τοὺς ἡγουμένους Χρυσουπόλεως Νικήταν, καὶ Στουδίου Νικόλαον, καὶ ἄλλους, ἐκ μέρους δὲ τοῦ Βασιλέως ἕνα τοῦ παλατίου, διὰ νὰ εἶναι παρὼν εἰς τὰ μέλλοντα γίνεσθαι. Ὅμως μὲ τοῦτα ὁ Νικόλαος ἔδιδεν ἀφορμὴν τοῖς Ἀνατολικοῖς νὰ ἀναιροῦσι μάλιστα ἐκείνην τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὰ προνόμοια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐθρίλλει ἀπάντων θείων γραφῶν. Ἐκεῖνοι ἠρνοῦντο, πῶς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης νὰ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Χριστὸν πασῶν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τὴν ἐξουσιαστικὴν ἐπιστασίαν. Ἔλεγον, δὲ πῶς ἡ Ῥώμη διὰ τοῦτο μόνον ἐτιμᾶτο περισσότερον, διατὶ ἦτον θρόνος τῶν Βασιλέων. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ καὶ τὸ Βασίλειον ἀπὸ τὴν Ῥώμην μετεκομίσθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὁμοῦ μὲ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖ ἀπέρασε καὶ ἡ Ἀρχιερατικὴ τιμή. Ὅθεν ὁ ταύτης Ἐπίσκοπος δὲν ἐνομίζετο εἰς οὐδὲν μικρότερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον Ῥώμης, διὰ τοῦτο καὶ ἐκείνου ἄκοντος, ἐφημίζετο Πατριάρχης οἰκουμενικός.

19. Εἰς τοῦτο τοῦ καιροῦ τὸ διάστημα ἐκστρατεύει ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ κατὰ τῶν Σαρακηνῶν, ὁποῦ ἐτυραννοῦσαν τὴν Κρήτην, ὁμοῦ μὲ τὸν θεῖόν του Βάρδαν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία εἶχεν ἀνέβῃ εἰς ἄκρον, καὶ διὰ τοῦτο ἔδιδε τῷ βασιλεῖ μεγάλας ὑποψίας, ὅθεν διὰ βασιλεικοῦ προστάγματος γενομένης αἰφνιδίου ὁρμῆς, φονεύεται ὁ ἄθλιος ὀμπρὸς εἰς τοὺς πόδας τοῦ βασιλέως. Ἐπαναστρέφεται εὐθὺς ὁ βασιλεὺς εἰς Βυζάντιον, καὶ γνωρίζωντας τὸν ἑαυτόν του, πῶς δὲν εἶναι ἱκανός, μόνος νὰ κυβερνᾷ τὸ βασίλειον, καὶ φοβούμενος ἄλλας ἐπιβουλὰς κάμνει σύνθρονον, καὶ σύντροφον τῆς βασιλείας του τὸν Μακεδόνα Βασίλειον, ἄνδρα πολλὰ φημιζόμενον ἐπὶ φρονήσει, καὶ ἀνδρείᾳ, τὸν ὁποῖον προτήτερα εἶχεν υἱοθετήση, καὶ προστάξει νὰ στεφθῇ μὲ τὸ βασιλεικὸν διάδημα μὲ παρρησίαν μεγάλην εἰς τὸν ναὸν τῆς ἁγίας σοφίας τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς διὰ χειρὸς τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, ὅστις βέβαια ἀποθανόντος τοῦ Βάρδα ἐστερήθη ἑνὸς μεγάλου ἀντιλήπτορος.

20. Πάλιν ὁ Πάπας Νικόλαος βλέπωντας, πῶς μὲ τὰ γράμματα οὐδὲν κατορθώνει, εἰς τὸ τέλος τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐδιώρισε νὰ πέμψῃ εἰς Κωνσταντινούπολιν πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ πρέσβεις Δονάτον δηλαδὴ Ἐπίσκοπον, Λέοντα πρεσβύτερον, καὶ Μαρῖνον διάκονον, μὲ τὸ μέσον τούτων ἐπαρακίνει τὸν βασιλέα, νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τὸν Ἰγνάτιον καὶ νὰ διώξῃ τὸν Φώτιον, τοὺς ὁποίους πάλιν ἤθελεν ὅτι ὁ Μιχαὴλ νὰ στείλη εἰς Ῥώμην πρὸς αὐτόν, καὶ νὰ ρίψῃ εἰς τὴν φωτίαν ἐκείνην τὴν ἐπιστολήν, ὁποῦ εἶχε τοῦ στείλῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεκρίνατο ἀναιρῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐκκλησίας τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὰ προνόμια, ἀλλέως ἐφοβέριζε, πῶς αὐτὸς ἤθελε κάμῃ σύνοδον εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ κρεμῶντας εἰς ἕνα ξύλον ἐκεῖνα τὰ γράμματα ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς πῦρ μὲ μεγάλην καταισχύνην τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀνατολικοὶ πάλιν, ὄχι μὲ λόγια, καὶ μὲ γράμματα, ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἠθέλησαν νὰ κάμωσι τὸν Πάπαν Νικόλαον, νὰ γνωρίσῃ, πῶς αὐτοί, οὐδ᾿ ὅλως στέργουσιν, ὅσα ἐκεῖνος καὶ κάμνει, καὶ φρονεῖ μελετῶν νὰ ὑποτάξῃ τὴν Κωνσταντινουπόλεως Ἐκκλησίαν. Διατὶ ὅ,τε βασιλεὺς Μιχαήλ, καὶ ὁ Καίσαρ Βασίλειος ἐπρόσταξαν, ὅτι οἱ Λεγάτοι τοῦ Νικολάου νὰ μὴ εἰσέβουσιν εἰς τὰ ὅρια τῆς Βασιλείας, ἂν πρῶτον δὲν δώσωσι Λίβελλον πίστεως ἀθετοῦντες καὶ ἀναθεματίζοντες, ὅσα Λατινικὰ δόγματα ἀπορρίπτει ἡ Κωνσταντινουπόλεως Ἐκκλησία. Ἕως εἰς τὴν Βουλγαρίαν εἶχαν φθάσῃ οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα, ὁποῦ ἀργοπόρεσαν τεσσαράκοντα ἡμέρας, καὶ γνόντες τὰ βασιλεικὰ προστάγματα, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Ῥώμην, ἀναγγέλλοντες τῷ Νικολάῳ, ὅσα ἤκουσαν.

21. Τὸ σκάνδαλον τοῦτο τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἐγίνετο ἀκόμη μεγαλήτερον μὲ τὴν ἀφορμὴν τῶν νεοφωτίστων Βουλγάρων. Τὸ γένος τοῦτο ἤθελε γένῃ πολλὰ φοβερὸν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Ῥωμαίων, τὴν ὁποίαν μὲ τὰς συνεχεῖς ἐπιδρομάς, ὁποῦ ἔκαμνεν, ἐζημίωσε, καὶ ἔβλαψε πολλαῖς φοραῖς. Τὸν χρόνον ἐκεῖνον διὰ τὴν ὑστέρησιν τῶν καρπῶν, καὶ σπορίμων, ἦτον πολλὰ στενοχωρημένη ἀπὸ τὴν πεῖναν ὅλη ἡ περίχωρος τῆς Βουλγαρίας, καὶ λοιπὸν ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ, καὶ ὁ Καίσαρ Βάρδας ὁ θεῖός του, λαβόντες ταύτην τὴν εὐκαιρίαν, ἐσύκωσαν στρατὸν πολὺν κατὰ τῶν Βουλγάρων, τοὺς ὁποίους τέτοιας λογῆς ἐστενοχώρησαν διὰ ξηρᾶς, καὶ διὰ θαλάσσης, ὁποῦ τοὺς ἤφεραν εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ὅθεν ἐβουλεύθησαν μὲ τὸν Βασιλέα αὐτῶν Βόγορον, νὰ παραδοθῶσι θεληματικῶς, καὶ γενόμενοι χριστιανοί, νὰ ὑποτάξωσι τὴν αὐθεντίαν τους τῷ Κωνσταντινουπόλεως βασιλεῖ, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τους τῷ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχῃ. Καὶ λοιπὸν γενομένης συνθήκης ἦλθεν ὁ Βόγορος εἰς τὴν βασιλεύουσαν μ᾿ ὅλους τοὺς ἄρχοντας, καὶ ἔλαβε τὸ ἅγιον βάπτισμα, τὸν ὁποῖον ἀνεδέχθη ἀπὸ τὴν θείαν κολυμβήθραν ὁ ἴδιος Βασιλεύς, καὶ τὸν ὠνόμασε μὲ τὸ ἴδιόν του ὄνομα Μιχαήλ. Ἐπιμελήθη ἀπὸ τότε ὁ Πατριάρχης, καὶ ἔπεμψε Διδασκάλους εἰς τὴν Βουλγαρίαν, διὰ νὰ κατηχήσωσι τὸν νεοσύλλεκτον ἐκεῖνον λαόν, ἑρμηνεύοντές τους τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τὰ δόγματα, καὶ πάλιν δι᾿ ἐπιστολῶν δὲν ἔλειπε νὰ στερεώνῃ τὸν ἴδιον Βασιλέα Μιχαὴλ εἰς τὴν Πίστιν, ὁποῦ ἐδέχθη. Ὅθεν εἰς τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἐπιστολήν, τὸν ὀνομάζει, ὦ καλὸν ἄγαλμα τῶν ἐμῶν πόνων, καὶ ὦ τῶν ἐμῶν πνευματικῶν ὠδινῶν εὐγενές, καὶ γνήσιον γέννημα. Ὅμως δὲν εἶχεν ἀπεράσῃ ὁ δεύτερος χρόνος, καὶ ὁ Πάπας Νικόλαος ἔπεμψεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἰδίους Ἐπισκόπους, νὰ διδάξῃ τὸν λαὸν ἐκεῖνον τὰ δόγματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ ὑποτάξῃ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην εἰς τὴν ἐξουσίαν του. Καὶ ἀληθινὰ τόσον ἐπροχώρησε τῶν Ἐπισκόπων ἐκείνων ἡ διδασκαλία, ὁποῦ καταπεισθεὶς ὁ Βασιλεὺς Μιχαήλ, ἀφίνων τὸν Πατριάρχην Φώτιον, ἔπεμψε Πρέσβεις, καὶ δῶρα ὁμοῦ πρὸς Πάπαν Νικόλαον ζητῶν συμβουλὰς περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης, καί, τί ἔμελλε νὰ κάμη διὰ τοὺς λοιποὺς Βουλγάρους, οἵτινες ἦτον ἀκόμη ἀβάπτιστοι; Δὲν ἦτον τόσον δύσκολον, νὰ ἐπιστρέψωσιν οἱ Βούλγαροι ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴν εἰς τὴν Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, ἄνθρωποι νεοβαπτισμένοι, πρωτόπειροι, καὶ ὡσὰν τρυφερὰ κλονάρια εὔκολοι νὰ κλίνωσιν, ὅθεν ἤθελαν τραβιχθῇ, μάλιστα ὁποῦ ἐκεῖνοι οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Νικολάου ἐκήρυττον φανερά, πῶς ὁ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Φώτιος δὲν ἦτον ἀληθινός, καὶ γνήσιος Ἀρχιερεύς, καὶ διὰ τοῦτο, ὅσα εἶχε κάμη, ὅλα ἦτον ἄκυρα. Ὅθεν διὰ τὴν ἀφορμὴν ταύτην ἔχριον πάλην μὲ τὸ ἅγιον Μῦρον, ὅσους εἶχον Βαπτισμένους οἱ Ἀνατολικοὶ τὸ πρῶτον ἐκεῖ ἀπεσταλμένοι.

22. Τοσοῦτον ἐφαίνετο τὸ πρᾶγμα τοῦτο βαρὺ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅσον ἐνόμιζον, πῶς τοὺς ἅρπαξαν ἀπὸ τοὺς ἰδίους κόλπους ἐκεῖνα τὰ πνευματικὰ τέκνα, ὁποῦ αὐτοὶ πρῶτοι διὰ τοῦ Εὐαγγελίου ἐγέννησαν, καὶ πρῶτοι ἐβύζασαν μὲ τὸ γάλα τῆς εὐσεβείας. Παροξυνθεὶς εἰς ἄκρον ὁ Πατριάρχης Φώτιος, γράφει πρὸς τοὺς Πατριάρχας, καὶ Ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, παραπονεῖται μεγάλα εἰς τὸ ἄδικον, ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Πάπας Νικόλαος, πάσχων μὲ κάθε τρόπον, νὰ ἁπλώσῃ τὴν ἐξουσίαν του εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, δηλοποιεῖ τὰ δόγματα, ὁποῦ οἱ ἐκ Ῥώμης Ἐπίσκοποι ἔσπερναν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐξαιρέτως, πῶς ἐναντίον τῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν κανόνων ἐμπόδιζαν τὸν γάμον τῶν Ἱερέων, ὅθεν τοὺς ὀνομάζει ἀρχηγοὺς ἀποστασίας, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου λειτουργούς· τοὺς πέμπει τὰ ἴσα τῶν ἐπιστολῶν, ὁποῦ εἶχε λάβει ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, ἐν αἷς τινες ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέρη, ἤγουν ὁ Τριουίρων Ἀρχιεπίσκοπος Θεούτγαιδος, ὁ Κωλονίας Γουνθέριος, ὁ Ῥαουέννης Ἰωάννης ἐπαραπονοῦντο δυνατὰ εἰς τὴν τυραννίδα τοῦ Νικολάου, καὶ ἐζητοῦσαν βοήθειαν ἀπὸ τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοὺς κράζει τέλος πάντων εἰς σύνοδον, εἰς σύστασιν καὶ ἀντίληψιν τῶν πατρικῶν νόμων, καὶ προνομίων, εἰ στερέωσιν τῆς κοινῆς εἰρήνης, καὶ ἀναίρεσιν ἐκείνων, ὁποῦ ἐμελέτα ὁ Πάπας Νικόλαος. Δὲν ἄργησε νὰ γένῃ ἡ σύνοδος παρόντων τῶν τοποτηρητῶν, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, Ἐπισκόπων, Κληρικῶν, καὶ Καίσαρος Βασιλείου, ὁμοῦ δὲ καὶ τῶν ἀρχόντων τῆς συγκλήτου, Πατρικίων, καὶ πολλῶν ἄλλων λαϊκῶν, προεδρεύοντος τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, ἀναγινώσκονται εἰς ὑπήκοον πάντων ὅσα ὁ Νικόλαος ἔκαμε, καὶ ἐξετάζονται ἀκριβῶς ἔπειτα καθαιρεῖται, κηρύττεται ἀνάξιος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, καὶ τέλος ἀναθεματίζεται αὐτός, καὶ ὁμοῦ πάντες οἱ αὐτῷ ὁμοφρονοῦντες, τὰ πρακτικὰ τῆς συνόδου ταύτης πέμπονται πρὸς αὐτὸν τὸν Νικόλαον εἰς Ῥώμην διὰ Ζαχαρίου Μητροπολίτου Χαλκηδόνος, καὶ Θεοδώρου Καρείας εἰς εἴδησιν.

23. Ἀλλ᾿ ἰδοὺ νέων πραγμάτων νέα σκηνή, ἰδοὺ μία μεγάλη καταστροφὴ εἰς τὰ βασίλεια, καὶ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Μιχαὴλ ὁ βασιλεὺς ἀφ᾿ οὗ ἐβασίλευσεν ἔτη ιε´ μετὰ τῆς μητρὸς Θεοδώρας καὶ θ´ μοναχὸς καὶ ἕνα χρόνον καὶ τέσσαρας μῆνας, ἀφ᾿ οὗ ἔστεψε Καίσαρα τὸν Μακεδόνα Βασίλειον, φθάνει εἰς τὰς ὕστερας ὥρας τῆς ζωῆς, φονευθεὶς εἰς τὸ παλάτιον τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μάμαντος ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιον Βασίλειον. Ὅστις βέβαια ἤθελε σταθῇ ἕνα τέρας ἀχαριστείας, ἀνίσως καὶ δὲν ἦτον λόγος περὶ αὐτοῦ, πῶς δηλαδὴ φοβούμενος, μήπως καὶ διὰ φθόνον τῶν ἐχθρῶν του ὁ Μιχαήλ, ὅς τις ἦτον εὔκολος νὰ πιστεύῃ κάθε πρᾶγμα, παρακινηθεὶς ἀπὸ κακαῖς συμβουλαῖς, ἤθελε τὸν ἀσυκώσῃ τὴν ζωήν, αὐτὸς ἠθέλησε νὰ προφθάσῃ, μάλιστα ὁποῦ πολλάκις τὰς κατ᾿ αὐτοῦ γενομένας ἐνέδρας, καὶ ἐπιβουλὰς ἐγνώρισεν. Ἐκάθισε λοιπὸν μόνος εἰς τὸν θρόνον ὁ Μακεδὼν Βασίλειος, Αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων ἀνακραχθείς, καὶ μετ᾿ ὀλίγον ἐξορίζει ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τὸν Φώτιον, τὸν ὁποῖον ἀσφαλίζει εἰς τὸ κοινόβιον Σκέπη λεγόμενον· πέμπει δὲ Ἠλίαν Δρουγκάριον τοῦ στόλου, καὶ ἀνακαλεῖ ἀπὸ τὴν ἐξορίαν τὸν Ἰγνάτιον, καὶ ἀναβιβάζει εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Εἶναι πρᾶγμα ἀληθινὰ ἄξιον ἀπορίας ἡ αἰφνίδιος αὕτη ὀργή, ὁποῦ ἔδειξεν ὁ βασιλεὺς κατὰ τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔδειξε πάντοτε ἄκραν τιμήν, καὶ ἀγάπην, καὶ ἐμπιστοσύνην, εἰς τρόπον ὅτι τὸν εἶχε κάμῃ παραπατέρα τοῦ ἰδίου του υἱοῦ. Τινὲς λέγουσι, πῶς τοῦτο νὰ ἔκαμεν ὁ Βασίλειος, ὡς ζηλωτὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης ἀναμέσον τῶν δύο μαχομένων μερῶν, καὶ πῶς ἴσως γνωρίζωντας, πῶς ὁ Ἰγνάτιος ἀδίκως νὰ ἐδιώχθη ἀπὸ τὸν θρόνον του, ἐπρόσταξε τὸν Φώτιον ὡς τόσον νὰ ἡσυχάσῃ, ἕως ὁποῦ ἐκεῖνος νὰ ἀπεράσῃ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Ἄλλοι πάλιν διὰ τινὰς οἰκείας ὀρέξεις, καθὼς συνειθίζουσιν οἱ βασιλεῖς, οἵτινες εἰς κάθε πρᾶγμα θέλουσιν ὑπακοήν, ἀλλέως ἐὰν θυμωθῶσιν, εἰς ἄκρον ἀνάπτουτι τὸν θυμὸν κατὰ τῶν ἀνθισταμένων. Ποῖαι δὲ νὰ ἦτον αὗται αἱ οἰκεῖαι ὀρέξεις; αὐτὸς μὲν ὁ ἴδιος Φώτιος νεύει σκεπαστὰ εἰς μίαν του ἐπιστολήν, γράφων πρὸς μοναχὸν Θεοδόσιον, φανερὰ δὲ τὸ λέγει ὁ Ζωναρᾶς εἰς τὰ χρονικά του ἔτει Χριστοῦ 867, τμῆμα ρα´ πῶς δηλαδὴ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μιχαὴλ πηγενάμενος νεοστεφθεὶς Βασίλειος εἰς τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν, καὶ πλησιάζωντας εἰς τὴν μετάληψιν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἐμποδίσθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχην Φώτιον, ἐλεγχόμενος ὡς φονεὺς τοῦ Μιχαήλ, καὶ διὰ τοῦτο μὴ ὑποφέρωντας τοιοῦτον ἔλεγχον, ἄλλαξεν εὐθὺς εἰς ἄκρον μῖσος τὴν προτέραν ἀγάπην, τὸ αὐτὸ λέγει, καὶ ὁ Λέων ὁ Γραμματικός, καὶ Ἰωὴλ ἐν τῇ συνόψει τῶν ἱστοριῶν του.

24. Εὐχαριστημένος ἤθελ᾿ ἦτον ὁ Φώτιος, νὰ καταβῇ μόνον ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, καὶ νὰ ἡσυχάσῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ κοινόβιον, ὁποῦ τὸν ἐδόθη ὡσὰν φυλακή, ὅμως ἔξω ἀπὸ τοῦτο ἐγείρεται κατ᾿ αὐτοῦ μέγας πόλεμος, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ Πατριάρχης Ἰγνάτιος εὐθύς, ὁποῦ ἐκάθισεν εἰς τὸν θρόνον, καὶ ἔλαβε πάλιν τὴν Πατριαρχικὴν ἐξουσίαν, ἀφορίζει καὶ αὐτόν, καὶ ἐκείνους, ὁποῦ ἀπ᾿ αὐτὸν ἐχειροτονήθησαν, καὶ ἐκείνους, ὁποῦ μετ᾿ αὐτὸν συνεκοινώνησαν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο ἠξεύροντας ὁ βασιλεὺς βέβαια, πῶς ὁ Πάπας Νικόλαος ἤθελε δώσῃ τὴν ἰδίαν ψῆφον εἰς τὴν καθαίρεσιν τοῦ Φωτίου, πέμπει πρὸς αὐτὸν ὡς κριτὴν πρεσβείαν, διὰ νὰ κρίνῃ ταύτην τὴν ὑπόθεσιν. Πρέσβεις δὲ ἦτον ὡς ἐκ μέρους τοῦ Ἰγνατίου μὲν Ἰωάννης Μητροπολίτης Συλαίου, τοῦ δὲ Φωτίου Πέτρος Μητροπολίτης Σαρδέων, καὶ τοῦ βασιλέως Βασίλειος ὁ πρωτοσπαθάριος, διὰ νὰ εἶναι μάρτυς τῶν γενομένων, καὶ γράφει, ὅτι ἀφ᾿ οὗ θεωρηθῇ εἰς τὴν Ῥώμην ἡ ὑπόθεσις, νὰ στείλη ὁ Πάπας ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄνωθεν πρέσβεις, καὶ τοὺς ἰδίους Λεγάτους εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ νὰ γένωσι τὰ αὐτὰ ἐπὶ συνόδου. Ἐμίσευσαν λοιπὸν οἱ Πρέσβεις ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, φέροντες μὲ τοῦ λόγου τους καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ὑστέρας Συνόδου, εἰς τὴν ὁποῖαν εἶχεν ἀναθεματισθῇ ὁ Πάπας Νικόλαος, καὶ διὰ θαλάσσης ἔπλεον εἰς τὴν Ῥώμην, ἀλλ᾿ ὁ μὲν δυστυχὴς Σαρδέων Μητροπολίτης Πέτρος, ὅστις ἔμελλε νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὸν Φώτιον, ἐναυάγησε μὲ τὸ καράβι, ὁποῦ ἦτον, καὶ ἐπνίγη, οἱ δὲ λοιποὶ ἔφθασαν κατευοδούμενοι. Εὔκολον εἶναι νὰ γνωρίσῃ τινὰς τὸν σκοπὸν τοῦ Βασιλείου ὁποῦ παραδίδει τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Φωτίου εἰς χεῖρας τοῦ Πάπα Νικολάου ἤτοι τοῦ μεγάλου του ἐχθροῦ θέλει εἰς κάθε τρόπον ὁ Βασίλειος ἀφανισμένον τὸν Φώτοιν, ἀπόβλητον, κατάκριτον, καὶ καθῃρημένον μὲ τὰς ψήφους τῆς μιᾶς, καὶ ἄλλης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπον, ὁποῦ ἐπιχειρίζονται, δὲν βλέπει, πῶς ὁ Πάπας Νικόλαος ἤθελε λάβῃ ἀφορμήν, νὰ ζητῇ μᾶλλον ἐπάνω εἰς τὸν Θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν ἐξουσίαν, ὁποῦ ἐφαντάσθη, καὶ πρὸς τῆς ὁποίας τὴν ὄρεξιν μᾶλλον τὸν ἐπαρακίνησεν ἡ πρεσβεία τοῦ προαποθανόντος, καθ᾿ ἕνας δύναται, νὰ στοχασθῇ, πόσον ἤθελε χαρῇ ὁ Πάπας Νικόλαος εἰς τοιαύτην πρεσβείαν, βλέπωντας παρεστῶτα ἔμπροσθεν τοῦ κριτηρίου του τὰ δύο μέρη τῶν Πατριαρχῶν Ἰγνατίου, καὶ Φωτίου ὑποκείμενα εἰς τὴν κρίσιν του· πρᾶγμα ὁποῦ τόσον εἶχε ἐπιθυμήσῃ προτήτερα, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε κινήσῃ κάθε λίθον. Ὅμως δὲν ἔλαβε τοιαύτην χαράν, διατὶ πρὶν νὰ γένῃ αὐτὸς κριτὴς τῶν δύο κρινομένων Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως ἐκράχθη ἀπὸ τὸν ἄνω κριτὴν ζώντων, καὶ νεκρῶν, ἀποθανὼν ἐκεῖνον τὸν ἴδιον χρόνον, καὶ ἀφίνωντας διάδοχον τοῦ θρόνου του Ἀδριανὸν δεύτερον.

25. Εἰς τούτου τὰς χεῖρας παρέδωκαν τὰ Βασιλικὰ γράμματα οἱ Πρέσβεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἀνέφερον τὰ παραγγέλματά του. Αὐτὸς κάμνωντας μίαν τοπικὴν σύνοδον, στέργει ὅσα ἔκαμεν ὁ Βασίλειος κατὰ τοῦ Φωτίου, κρίνει ἄξια πυρὸς ἐκεῖνα, ὁποῦ ὁ Φώτιος ἔκαμε κατὰ τοῦ Νικολάου, ἀναθεματίζει τὸν Φώτιον καὶ τοὺς παρ᾿ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, τοὺς ὁποίους προστάζει, νὰ γνωρίσωσιν ὡς λαϊκούς, (ἀγκαλὰ καὶ τοῦτο ἦτον παράλογον, ἐπειδὴ ἂς ἦτον, καὶ ἀληθινὰ τὰ κατὰ τοῦ Φωτίου λεγόμενα ἐγκλήματα, πλὴν μ᾿ ὅλα ταῦτα δὲν γίνεται ἄκυρος ἡ χειροτονία), ὁμοίως καὶ ὅλους τοὺς ὁμοφρονήσαντας αὐτῷ εἰς τὴν ὑστέραν σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συγχωρεῖ δὲ ὅλους ἐκείνους, ὁποῦ ἤθελαν ἀθετήσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς αὐτῆς Συνόδου, καὶ ἐξόχως τὸν Βασιλέα Βασίλειον, τὸν ὁποῖον ὀνομάζει υἱὸν εὐμενέστατον, καὶ ὀρθοδοξότατον Βασιλέα, καὶ τὸν παραινεῖ νὰ κράξῃ Σύνοδον εἰς τὴν Βασιλεύουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδιόρισε Λεγάτους Δονάτον, καὶ Στέφανον Ἐπισκόπους καὶ Μαρῖνον διάκονον, ὅπως στερεωθῶσιν, ὅσα αὐτὸς ἔκαμεν εἰς τὴν Ῥώμην κατὰ τοῦ Φωτίου, ἐξαιρέτως δὲ νὰ παρθῶσι τὰ ἶσα τῆς συνόδου εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναθεματισθῇ ὁ Νικόλαος, νὰ ριφθῶσιν εἰς τὴν φωτίαν πάντων ὁρώντων, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἕνα ἰῶτα ἀπ᾿ αὐτά, ἀλλέως ὁποῖος δὲν ἤθελε τὰ δώσῃ, νὰ ἀναθεματίζεται αἰωνίως, καὶ νὰ νομίζεται ἀνάξιος τοῦ Χριστιανικοῦ ὀνόματος, τὰ ὁποῖα ὅλα ἔγιναν κατὰ τὴν Ἀδριανοῦ γνώμην. Διατὶ ὡς ἔφθασαν τὰ γράμματά του, καὶ οἱ Λεγάτοι του εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὁ Βασιλεὺς Βασίλειος ἐκρότησε τὴν Σύνοδον τῇ στ´ Ὀκτωβρίου ἔτει Χριστοῦ 869, ἔτει τρίτῳ τῆς Βασιλείας του, εἰς τὴν ὁποίαν ἔξω ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν Βασιλέα, τοὺς δύο υἱοὺς αὐτοῦ Κωνσταντῖνον καὶ Λέοντα, τοὺς τρεῖς Λεγάτους Ἀδριανοῦ, τὸν Πατριάρχην Ἰγνάτιον, καὶ τοὺς τοποτηρητὰς τῶν Πατριαρχικῶν Ἀνατολικῶν θρόνων, (περὶ τῶν ὁποίων ἀκόμη εἶναι λόγος, πῶς νὰ ἦτον πρέσβεις τῶν Ἰσμαηλιτῶν προτήτερα ἀποσταλμένοι, ἀπὸ τὸν Ἀμυρὰν τῆς Ἀνατολῆς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν) ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι, ὁποῦ ἐσύντρεξαν ἀπὸ τὰς Ἀνατολικὰς ἐπαρχίας, ἦτον ἑκατὸν δύο. Τέτοιας λογῆς κατὰ τὴν γνώμην, κατὰ τὴν ὄρεξιν, καὶ κατὰ τὸ πάθος τῶν βασιλέων πολλάκις μὲ πολλὴν βλάβην τῆς ἐκκλησίας ἐκυβερνοῦντο τῆς Ἐκκλησίας τὰ πράγματα, καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς δὲν ἐκινοῦντο ἀπὸ ζῆλον τῆς εὐσεβείας, καὶ τῆς πίστεως, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ πρόσταγμα, καὶ τὸ ἀρεσκόμενον τῶν βασιλέων.

26. Τῇ κγ´ Ὀκτωβρίου μηνὸς ἐγένετο ἡ πέμπτη πράξις τῆς συνόδου ταύτης, ἥτις παρὰ Λατίνοις νομίζεται ὀγδόη οἰκουμενική, καὶ τότε ἐπέμφθη εἰς τὴν σύνοδον ἀπὸ τὸν βασιλέα ὁ Φώτιος, καὶ δοθείσης εἰδήσεως τοῖς Πατράσιν, οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα Ἀδριανοῦ ἐπρόσταξαν, νὰ πεμφθῶσιν ὄχι ἱερωμένοι μὰ λαϊκοὶ νὰ τὸν φέρωσι. Πρὸς τοὺς ὁποίους λέγωντας ὁ Φώτιος, πῶς δὲν ἦλθε θεληματικῶς, ἀλλὰ βίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ἐδιόρισε νὰ μὴ ἀνοίξῃ στόμα, νὰ εἰπῇ οὐδέν, προσθέτωντας καὶ τὰ λόγια τοῦ Δαβίδ· «εἶπα φυλάξω τὰς ὁδούς μου τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με ἐν γλώττῃ μου, ἐθέμην τῷ στόματί μου φυλακήν», ἤκουσεν ἀπὸ τὸν σύγκελλον Ἠλίαν ἕνα τραχὺν ἔλεγχον εἰς ἀπόκρισιν, πῶς δηλαδὴ διὰ τοὺς πταισματάριδας πταίστας ἐγράφη ὁμοίως ἐν τοῖς ψαλμοῖς «ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ, τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ». Παρασταθεὶς ἔμπροσθεν τῆς συνόδου, καὶ ἐρωτηθείς, ἂν στέργῃ τοὺς θεσμοὺς τῶν ἐπισκόπων τῆς Ῥώμης, τὴν ἔκθεσιν τὴν πρώην τοῦ Πάπα Νικολάου καὶ τὴν ὕστερον γενομένην σύνοδον τοῦ Ἀδριανοῦ, οὐδὲν ἀπεκρίνατο. Εἶπον τότε οἱ Λεγάτοι, πῶς ἡ σιωπὴ τοῦ Φωτίου ὑβρίζει τὴν σύνοδον, καὶ παρασταίνει αὐτὸν τὸν ἴδιον ἀναπολόγητον πταίστην, τότε ἀπεκρίθη ὁ Φώτιος· «τῆς φωνῆς μου (λέγων) καὶ ἐμοῦ σιωπόντος ἀκούει ὁ Θεός». Καὶ πάλιν λεγόντων ἐκείνων μὲ τὴν σιωπήν του γίνεται αὐτόκριτος, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰησοῦς (ἀπεκρίθη ὁ Φώτιος) σιωπῶν κατεκρίθη. Ἐδῶ ὡς τόσον ἀνεγνώσθησάν τινες ἐπιστολαί, ὁποῦ εἶχε γράψει ὁ Πάπας Νικόλαος, καὶ ὕστερα Βαάνης ὁ Πατρίκιος λέγωντας πρὸς αὐτόν, πῶς εἰς τὴν σύνοδον ἐκείνην παρίστανται καὶ ἐκ Δύσεως, καὶ ἐξ Ἀνατολῆς, ὅθεν τυχαίνει νὰ ἀπολογηθῇ, διατὶ ἐὰν κλεισθῇ ἡ θύρα, δὲν θέλει εἶσται τινας, νὰ τὴν ἀνοίξῃ ὕστερα. Εἰπέ, τὸν ἠνάγκαζον, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ ποίαν ἔχεις ἀπολογίαν; αἱ ἀπολογίαι μου (ἀπεκρίθη ὁ Φώτιος) οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦσαν, ὑμεῖς ἂν οἴδατε. Πάλιν ὁ Βαάνης, ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι ἀπὸ σύγχυσίν σου, καὶ φόβον οὐκ ἔχεις τί ἀπολογηθῆναι. Διὰ τοῦτο ἡ ἁγία αὕτη σύνοδος σοῦ δίδει διορίαν, νὰ συλλογισθῇς καλλίτερα, καὶ τώρα μὲν σὲ ἀποστέλλει εἰς τὰ ἴδια, προστάζει δὲ πάλιν νὰ ἀποστρέψῃς. Ἐγὼ (ἀπεκρίθη ὁ Φώτιος) διορίαν μὲν οὐ ζητῶ, ἵνα δὲ ἀπέλθω τῆς ὑμῶν ἐστιν ἐξουσίας. Εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ ὁ Πατρίκιος τοῦ μεταλέγει, πῶς δηλαδὴ ἡ σύνοδος εἶναι ὄχι ἐξ ἑνὸς μέρους, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Καὶ πῶς κάμνει κρίσιν ἀπροσωπόλυπτον, καὶ θεόπνευστον, καὶ διὰ τοῦτο τυχαίνει, νὰ ζητήσῃ συγχώρησιν τῶν ἐπταισμένων, διὰ νὰ λυθῇ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, καὶ πῶς ὅ,τι εἰπῇ, ἢ κάμῃ μετὰ τὸν μισεμὸν τῶν Λεγάτων τοῦ Πάπα ὅλα θέλουσιν εἶσται ἄκυρα, καὶ ἄκαιρα, ὁ Φώτιος ἔστεκε σιωπῶν, ὅθεν διὰ προσταγῆς τῆς συνόδου ἐξῆλθε.

27. Γενομένης τῆς ζ´ πράξεως τῇ κθ´ Ὀκτωβρίου, πάλιν ἐκράχθη εἰς τὴν σύνοδον ὁ Φώτιος, ὁποῦ εἰσέβη μὲ τὴν βακτηρίαν, τὸ ὁποῖον ἐπειδὴ ἐφάνη σημεῖον ὑπεριφανείας, ἐπάρθη ἀπὸ τὰς χείρας του, καὶ τὸν ἔβαλαν νὰ καθίσῃ εἰς τὸν ἔσχατον τόπον. Εἰσέβη ὁμοῦ μὲ ἐκεῖνον ὁ Συρακουσῶν Γρηγόριος, καὶ ὁ Ἠρακλείας Ἰωάννης, ὅστις ἐρωτηθείς, ἂν δέχεται τὸν Λίβελλον τοῦ Πάπα, ἐνῷ ἀναθεματίζεται ὁ Φώτιος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἦτον χειροτονημένος, ἀπεκρίθη ὁ ἀναθεματίζων τὸν Ἀρχιερέα αὐτοῦ, ἔστω ἀνάθεμα ὁμοίως, καὶ οἱ λοιποὶ Ἐπίσκοποι, ὁποῦ καὶ αὐτοὶ εἰσέβησαν ὁμοῦ μὲ τὸν Φώτιον ἐρωτηθέντες περὶ τῶν αυτῶν·«Καὶ τοῖς παραλόγως (εἶπον) πραττομένοις οὐ συναινοῦμεν, τοὺς τοποτηρητὰς τοῦ Πάπα δηλαδὴ ἡμεῖς κριτὰς οὐ δεχόμεθα» καὶ πάλιν εἰς ἐκεῖνα, ὁποῦ τοὺς ἠρώτησαν λέγοντες «καὶ τίς ἐστιν ὁ βοηθήσων ὑμῖν;» ἀπεκρίθησαν· οἱ κανόνες τῶν Ἀποστόλων· τέλος πάντων, ἀφ᾿ οὗ οἱ ἐν τῇ Συνόδῳ ἐγνώρισαν, πῶς ὁ Φώτιος οὐδ᾿ ὅλως στέργει τὰ τοῦ Νικολάου, καὶ Ἀδριανοῦ, ἀνεγνώθησαν πρῶτον οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους εἶχον κάμη κατ᾿ αὐτοῦ οἱ ἄνωθεν Πάπιδες, ἔπειτα σταθεὶς Στέφανος διάκονος, καὶ Νεκτάριος μεγάλῃ φωνῇ ἐκήρυξε κατὰ τοῦ Φωτίου, τὸ ἀνάθεμα μάλιστα μίαν μακρὰν ἀκολουθίαν πολλῶν ἀναθεμάτων δηλαδή. Φωτίῳ τῷ ἐκ τῆς αὐλῆς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἰσορμήσαντι ἀνάθεμα. Φωτίῳ τῷ ἐκ τοῦ παλατίου, καὶ λαϊκῷ ἀνάθεμα· Φωτίῳ τῷ νεοφύτῳ, καὶ τυράννῳ ἀνάθεμα. Φωτίῳ τῷ σχισματικῷ, καὶ κατακρίτῳ ἀνάθεμα. Φωτίῳ τῷ μοιχῷ καὶ πατροκτόνῳ ἀνάθεμα. Φωτίῳ τῷ νέῳ Μαξίμῳ Κυνικῷ, ἀνάθεμα. Τῷ νέῳ Διοσκόρῳ, ἀνάθεμα. Τῷ νέῳ Ἰοῦδα, ἀνάθεμα. Πᾶσι τοῖς ὁπαδοῖς, καὶ συμβοηθοῖς αὐτοῦ ἀνάθεμα. Ταῦτα πάντα ἤκουεν ὁ Φώτιος σιωπῶν, ὑποφέρων τὰς φοβερὰς ἐκείνας βροντὰς τοῦ συχνοῦ ἀναθέματος. Περὶ τοῦ ὁποίου καυχᾶται μάλιστα εἰς μίαν του ἐπιστολὴν πρὸς Ἰγνάτιον Κλαυδιουπόλεως Μητροπολίτην, ἧς ἡ ἀρχή· ἦν ποτὲ φευκτόν, καὶ φοβερὸν τὸ ἀνάθεμα, ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας, ὑπὲρ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων ἐφέρετο, ἀφ᾿ οὗ δὲ κ.τ.λ.

28. Εἰς τὴν ἐπιοῦσαν πρᾶξιν, ἥτις ἐγένετο τῇ γ´ Νοεμβρίου, Θεοφύλακτος ἀόκνονος, καὶ ρεφερενδάριος, ἔφερε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναθεματισθῇ ὁ Πάπας Νικόλαος, καὶ ἄλλα χειρόγραφα τοῦ Φωτίου, καὶ τῶν αὐτοῦ ἐπισκόπων, καὶ διὰ Γεωργίου Ὀρφανοτρόφου ἐδόθησαν τοῖς ὑπηρέταις τῶν Λεγάτων, οἵτινες ἐπρόσταξαν νὰ ριφθῶσιν εἰς τὴν Φωτίαν, καθὼς ἔγινε, διατὶ ἐκεῖ εἰς ἕνα σκεῦος χαλκοῦν καιομένου πυρὸς ἐρρίφθησαν, καὶ κατεκάησαν. Εἰς τὰς ὑστέρας τοῦ Ἰαννουαρίου ἐτελειώθη ἡ Σύνοδος αὕτη, βέβαια καθὼς ἤθελεν ὁ Πάπας Ἀδριανός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία μὲ τοιοῦτον τρόπον ἐστερεώνετο μάλιστα μὲ ἕνα κανόνα, ὅστις ἔχει (μετ᾿ ὀλίγον) οὕτω· «Εἰ δὲ συγκροτηθείσης Συνόδου Οἰκουμενικῆς γένηταί τις καὶ περὶ τῆς τῶν Ῥωμαίων Ἐκκλησίας ἀμφιβολία, ἔξεστιν εὐλαβῶς, καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης αἰδοῦς διαπυνθάνεσθαι περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, μὴ μέν τοι θρασέως κατὰ τῶν τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης Ἱεραρχῶν». Καὶ καθ᾿ ὅλου ὅτι ἠθέλησαν, καὶ καθὼς ἠθέλησαν οἱ Λεγάτοι, ἔτζη ἔκαμεν ἡ Σύνοδος, τὰ πάντα στέργοντος τοῦ Βασιλέως, καὶ τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου, καὶ διὰ τοῦτο οἱ Δυτικοὶ λέγουσι, πῶς αὕτη ἡ Σύνοδος μετὰ τὴν ἑβδόμην ὀγδόη Οἰκουμενικὴ ἐστι.

29. Τρία πράγματα ἔγινον εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον ἄξια σημειώσεως ὅσον εἰς καμμίαν ἄλλην σύνοδον δὲν ἔγινε κανένα καιρόν.
Τὸ πρῶτον εἶναι, διὰ νὰ γένωσι τὰ πάντα εἰς βεβαίαν καθαίρεσιν καὶ κατάκρισιν τοῦ Φωτίου, εἰς χαρὰν δὲ καὶ κατὰ γνώμην τοῦ βασιλέως, καὶ τοῦ Ἀδριανοῦ, τινὰς δὲν εἶχε νὰ εἰσέβη εἰς ἐκείνην τὴν Σύνοδον, ἂν πρῶτον δὲν ἤθελε γράψη ἰδιοχείρως, καὶ διὰ μαρτύρων τὸν Λίβελλον, ὁποῦ ἔφερον ἐκ Ῥώμης οἱ λεγάτοι τοῦ Πάπα, ὅστις εἶχεν (μετ᾿ ὀλίγα) «ἑπόμεθα δὲ τῇ Ἁγίᾳ Συνόδῳ, ἣν ὁ Μακαρίας μνήμης Νικόλαος ἐτέλεσεν, ἐν ᾗ καὶ αὐτὸς Δέσποτα Ἱσάγγελε Ἱεράρχα Ἀδριανὲ ἔγραψας, ἀποδεχόμενοι οὗς ἐκεῖνος ἀποδέχεται, καὶ κατακρίνοντες τοὺς ἐν αὐτῇ κατακριθέντας, ἐξαιρέτως Φώτιον, καὶ Γρηγόριον Συρακουσῶν, καὶ τοὺς ἐμμένοντας ἐν τῷ σχίσματι ὁπαδοὺς αὐτῶν, καὶ οἵτινες ἐμμένουσι μέτοχοι τῆς κοινωνίας αὐτῶν. Τὰς δὲ συναγωγὰς τῶν πονηρευομένων, καὶ τὴν ἐφεύρεσιν τῶν διεστραμμένων δογμάτων ὑπὸ Μιχαὴλ τοῦ βασιλέως δὶς κατὰ τοῦ μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἰγνατίου, καὶ ἅπαξ κατὰ τοῦ κορυφαιοτάτου τοῦ Ἀποστολικοῦ θρόνου, ἀλύτοις ἀναθέματος δεσμοῖς συνέχομεν, καὶ τοὺς διεκδικοῦντας αὐτούς, ἢ τὰς ἀσεβεῖς αὐτῶν πράξεις ἀποκρύπτοντας. Περὶ τοῦ τιμιωτάτου Ἰγνατίου Πατριάρχου, καὶ τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ φρονούντων, ὅπερ ἡ αὐθεντία τοῦ Ἀποστολικοῦ θρόνου ἐξέθετο, ὅλῃ διανοίᾳ ἀκολουθοῦμεν. Ταύτην μου τὴν ὁμολογίαν ἐγὼ ὁ δεῖνα Ἐπίσκοπος ἰδίᾳ μου χειρὶ ὑπέγραψα, καὶ σοὶ τῷ ἁγιωτάτῳ Δεσπότῃ, καὶ μεγάλῳ Ἀρχιερεῖ, καὶ οἰκουμενικῷ Πάπᾳ Ἀδριανῷ, διὰ τῶν σῶν Λεγάτων Δονάτου, καὶ Στεφάνου δηλαδή, τῶν ἁγιωτάτων Ἐπισκόπων, καὶ Μαρίνου τῆς ἁγίας καθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ῥωμαϊκῆς διακόνου προσέφερον, καὶ μάρτεις ἵνα ὑπογράψωσι παρεκάλεσα». Αὐτὸς ὁ ἴδιος βασιλεύς, καὶ Πατριάρχης εἶπον, πῶς τοῦ Λιβέλλου τούτου ἡ ὑπογραφὴ εἶναι πρᾶγμα νέον, καὶ ὁποῦ ποτὲ δὲν ἠκούσθη, ὅμως ἔγινε. Θεόδουλος Ἀγκύρας, καὶ Νικηφόρος Νικαίας μὴ στέργοντες νὰ ὑπογράψωσι τὸν Λιβέλλον, δὲν ἔλαβον ἄδειαν νὰ εἰσέβωσιν εἰς τὴν σύνοδον, μὰ τί περισσότερον; Θεόδωρος Καρίας Μητροπολίτης ἀγκαλᾶ καὶ νὰ εἶχεν ὑπογράψῃ, ὅμως ἐπειδὴ καὶ εὑρέθη, πῶς αὐτὸς ἦτον εἰς τὴν σύνοδον τοῦ Φωτίου, ὁποῦ ἀναθεματίσθη ὁ Νικόλαος, ἐδιώχθη ἀπὸ τὴν σύνοδον ἐκείνην. Τόση ἦτον ἡ ὀργὴ κατὰ τῶν τοῦ Φωτίου ὁπαδῶν, ὁποῦ καὶ μετανοοῦντες δὲν ἐσυγχωροῦντο.
Τὸ δεῦτερον, εἶναι λόγος, πῶς τῶν Ἀνατολικῶν Πατριαρχικῶν θρόνων οἱ τοποτηρηταὶ δὲν ἦτον ἀληθινοὶ τοποτηρηταὶ τῶν Πατριαρχῶν, ἀλλὰ πρέσβεις ἀπεσταλμένοι προτήτερα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἀπὸ τὸν Ἀμυρὰν τῆς Συρίας, δηλαδὴ τὸν ἄρχοντα τῶν Ἰσμαηλιτῶν, καὶ τοῦτο δὲν λέγει μόνον ὁ Φώτιος γράφων τὸ παράδοξον πρὸς Θεοδόσιον μοναχόν, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ γράφει καὶ Ἠλίας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων εἰς μίαν ἐπιστολήν, ὁποῦ διὰ τοῦ Μαρτυρουπόλεως Μητροπολίτου ἀπεσταλμένου παρὰ τοῦ Ἀντιοχείας Πατριάρχου ἔπεμψε πρὸς τὴν Σύνοδον, ἥτις ἔγινεν ὕστερα. Τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς τὴν περίληψιν σημειώνει Καίσαρ ὁ Βαρώνιος, ἀγκαλᾶ καὶ νὰ λέγῃ, πῶς τοῦτο ἐγράφη ψευδῶς, καὶ δολίως.
Τὸ τρίτον, ὁποῦ ἀληθινᾶ εἶναι ἄκουσμα φρικτόν, «οἱ πατέρες ἐκεῖνοι ὑπογράφουσιν (αὐτὰ εἶναι λόγια Νικήτα Δαβὶδ Παφλαγῶνος εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Ἰγνατίου) τῇ καθαιρέσει δηλαδὴ τοῦ Φωτίου οὐ ψιλῷ τῷ μέλανι τὰ χειρόγραφα ποιούμενοι, ἀλλὰ τὸ φρικωδέστατον (ὡς τῶν εἰδότων ἀκήκοα διαβεβαιουμένων) καὶ ἐν αὐτῷ τοῦ Σωτῆρος τῷ Αἵματι βάπτοντες τὸν κάλαμον». Τοῦτο δὲν τὸ ἔκαμαν οἱ θεσπέσιοι παλαιοὶ πατέρες, ὅταν ἀναθεμάτισαν τὸν Νεστόριον, τὸν Μακεδόνιον, καὶ αὐτὸν τὸν Ἄρειον, τοὺς ἀσεβεστάτους θεομάχους. Ἴσως τοῦτο ἔκαμαν μὲ τὸ παράδειγμα Θεοδώρου Πάπα Ῥώμης, ὅστις τοιουτοτρόπως ὑπέγραψε κατὰ τοῦ μονοθελήτου Πύρρου Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχου. Ἀλλὰ ποία εὐλαβὴς ψυχὴ δὲν φρίττει εἰς τοιαύτας ἱεροσυλίας;

30. Ἀλλὰ τὸ ὀγλιγωρότερον ἐμετανόησαν οἱ καλοὶ ἐκεῖνοι Ἐπίσκοποι εἰς τὸ γεγονός, τὸ ὀγλιγωρότερον ἔδραμον πρὸς τὸν Βασιλέα παραπονούμενοι πῶς ἔτζη ἄθλια ὑπέταξεν τῇ Δυτικῇ τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἐζήτησαν ἐπιπόνως, νὰ παρθῶσιν ὀπίσω οἱ Λιβέλλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἔγραψαν. Ἔκαμε τὸ θέλημα τῶν παρακαλούτων Ἐπισκόπων ὁ Βασιλεύς, καὶ ἐπρόσταξε, νὰ παρθῶσι κρυφὰ διὰ τῶν ὑπηρετῶν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῶν Λεγάτων· οἵτινες γνόντες ὅμως τὸ συμβάν, τόσα ἔκαμαν, ὁποῦ πάλιν τοὺς ἔβαλον εἰς χεῖρας τους. Ταῦτα ὅλα διηγεῖται Ἀναστάσιος βιβλιοθηκάριος συγγραφεὺς τῆς ζωῆς τοῦ Νικολάου, ὅστις ἦτον τότε ὁμοῦ μὲ τοὺς Λεγάτους εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ λέγει, πῶς αὐτὸς ἔφερε τοὺς ἄνωθεν Λιβέλλους εἰς τὴν Ῥώμην. Ὁ μετ᾿ αὐτὸν ἀκολουθήσας νὰ γράψῃ τοὺς βίους τῶν Παπίδων, εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Ἀδριανοῦ τούτου προσθέτει, πῶς τέλος πάντων οἱ Λεγάτοι ἀνέφερον πρὸς τὸν βασιλέα καὶ τὴν ὑπόθεσιν τῶν Βουλγάρων. Πλὴν λέγει, πῶς τέλος πάντων οἱ Λεγάτοι ἀνέφερον πρὸς τὸν βασιλέα καὶ τὴν ὑπόθεσιν τῶν Βουλγάρων. Πλὴν λέγει, πῶς εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐσυγχίσθη ἡ καρδία τοῦ βασιλέως, καὶ ἀγκαλᾶ καὶ δὲν τὸ ἔδειχνεν εἰς τὸ πρόσωπον, ὅμως ἀφ᾿ οὗ τοὺς ἐφίλευσε, καὶ τοὺς ἐφιλοδώρησε, τοὺς ἐπαρέδωκε Θεοδοσίῳ τῷ πρωτοσπαθαρίῳ, διὰ νὰ οἰκονομίσῃ τὰ ἀναγκαῖα πρὸς μισεμόν, τὸ ὁποῖον ἔγινε πολλὰ ἀμελῶς, καὶ δὲν τοὺς ἐσονεύγαλε μὲ τὴν πρέπουσαν τιμήν. Πῶς αὐτοὶ πλέοντες εἰς τὴν Ῥώμην, ἔπεσον εἰς τὰς χεῖρας τῶν Σλάβων, οἵτινες τοὺς ἐξεγύμνωσαν πέρνοντες τους ἀκόμη ὁλόκληρον τὸν Κώδικα, μὲ ὅλα τὰ Πρακτικά, καὶ ὑπογραφὰς τῆς Συνόδου. Τοῦτο ἂν ἔγινεν ἢ μὲ τὸ πρόσταγμα, ἢ μὲ τὴν εἴδησιν τοῦ Βασιλέως εἶναι ἄδηλον, φανερὸν ὅμως εἶναι, πῶς ἔγινε μὲ τὴν γνώμην τῶν Ἀνατολικῶν.

31. Ὡς τόσον ὁ Φώτιος ἐξωρισμένος ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἀπὸ τὰ Βασίλεια, εἰς τόσην μεγάλην ὀργὴν τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἀπὸ τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς τιμῆς, τὸν ἐκατέβασεν εἰς ἕνα βαθύτατον χάος πάσης ταλαιπωρίας, εἰς τόσον μεγάλον μῖσος τῶν ἐχθρῶν του, ὁποῦ ἐθριάμβευον εἰς τὰς δυστυχίας του χωρὶς τὴν ἀντίληψίν τινος τοῦ παλατίου, οἵτινες ὅλοι ἀκολουθοῦσαν τοῦ Βασιλέως τὴν βουλήν, χωρὶς τὴν συνδρομήν, καὶ συμπάθειαν τῶν φίλων του, οἱ ὁποῖοι ὅλοι στεκόμενοι στερεοὶ εἰς τὴν φιλίαν, καὶ μὴ στέργοντες τὰ παρὰ τῶν Λεγάτων γενομένα εἰς τὴν Σύνοδον ἐξωρίσθησαν διεσπαρμένοι εἰς μακρυνοὺς τόπους, ὑστερημένος ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δούλων, ἀπὸ συντυχίαν κάθε ἀνθρώπου, ἀπὸ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, μόνος εἰς τὴν μοναξίαν, καὶ ταλαιπωρίαν μιᾶς φυλακῆς, τὴν ὁποίαν ἔβλεπον πάντοθεν ἄγρυπνοι φύλακες, δὲν εἶχεν ἄλλην συντροφίαν παρὰ τοὺς ἰδίους λογισμούς, ἄλλην παρηγορίαν, παρὰ τὴν ὑπομονήν του. Εἰς τόσην ἰλιάδα κακῶν, τὰ ὁποῖα περιγράφει εἰς μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους, ἕνα πρᾶγμα τοῦ ἔθλιβε περισσότερον ἀπὸ ὅλα, πῶς δηλαδὴ ἦτον ὑστερημένος ἀπὸ κάθε λογῆς βιβλίον, ὁποῦ τοῦ ἦτον ἀπηγορευμένον διὰ προστάγματος Βασιλεικοῦ. Τῶν βιβλίων ἡ ἀνάγνωσις ἦτον ἡ γλυκητέρα τροφὴ τοῦ πολυμαθεστάτου, καὶ φιλοπόνου ἐκείνου νοός, περὶ τοῦ ὁποίου μαρτυρεῖ αὐτὸς ὁ μέγας ἐχθρός του, Νικήτας ὁ Παφλαγών, πῶς, «καὶ νύκτες αὐτῷ ἄϋπνοι περὶ τὴν ἀνάγνωσιν ἐμμελῶς ἐσχολακότι»· ὥστε ὁποῦ διὰ τοῦτο μάλιστα τοῦ ἐπροξένει μίαν ἀνείκαστον, καὶ ἀνυποφόρητον λύπην τῶν βιβλίων ἡ ὑστέρησις, ἐπαραπονεῖτο εἰς τὸ ὑπερβολικὸν μῖσος τῶν ἐχθρῶν του, οἵτινες τοῦ ἔκαμαν πόλεμον, καὶ κατὰ τοῦ σώματος, καὶ κατὰ τῆς ψυχῆς, καθὼς λέγει ὁ ἴδιος, ἀλλ᾿ ὅτι ἐστερήθημεν «καὶ βιβλίων, καινὸν τοῦτο, καὶ παράδοξον, καὶ νέα καθ᾿ ἡμῶν ἐπινενοημένη τιμωρία»· ὅθεν γράφων πρὸς αὐτὸν τὸν Βασιλέα, καὶ περιγράφωντας ὅλα του τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὅλα ἦτον ἄξια συμπαθείας, ἐζήτει διὰ χάριν τὸν θάνατον.

32. Εἰς τὰ ἐλεϊνὰ παρακάλια τοῦ ἐξορίστου, καὶ φυλακωμένου Φωτίου δὲν ἐστάθη ἀνέλεος ὁ βασιλεύς· ἐκινήθη τέλος πάντων εἰς συγκατάβασιν, καὶ ἔδειξε σπλάγχνα ἐλέους· ἐστοχάσθη τὴν ἐλεϊνὴν κατάστασιν, τὴν ἄμετρον ταλαιπωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετον ἐκεῖνος ὁ Ἀρχιερεύς, ἐνθυμήθη τὴν παλαιὰν φιλίαν, τὴν συνομιλίαν, τὴν συναναστροφήν, ἐμέτρησε τὴν ἄκραν ἐκείνην Σοφίαν, καὶ μάθησιν, καὶ ἐγνώρισε πῶς ἕνας τοιοῦτος ἄνθρωπος, καὶ ἄκρος φίλος, καὶ ἄκρος Σοφός, δὲν ἦτον ἄξιος τοσαύτης παιδεύσεως, καὶ τιμωρίας. Ὅθεν μεταβάλλωντας πάλιν τὸ μῖσος εἰς ἀγάπην, τὴν ὀργὴν εἰς εὐμένειαν, τὸν εὐγάνει ἀπὸ τὴν φυλακήν, καὶ τὸν κράζει εἰς τὰ Βασίλεια, παραδίδωντας τῇ διδασκαλίᾳ του τοὺς δύο του υἱούς, καὶ ἀνταμείβωντας τὰς προτέρας δυστυχίας καὶ συμφοράς, μὲ ἄλλας τόσας εὐεργεσίας. Ὅμως ταύτην τὴν νέαν τύχην τοῦ Φωτίου ἀλλέως περιγράφει Νικήτας ὁ Παφλαγῶν. Πῶς δηλαδὴ ὁ Φώτιος στοχαζόμενος τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῶν ὀνομάτων τοῦ βασιλέως, Βασιλείου Β, τῆς Αὐγούστης Εὐδοκίας Ε, καὶ τῶν τεσσάρων υἱῶν αὐτοῦ Κωνσταντίνου Κ, Λέοντος Λ, Ἀλεξάνδρου Α, καὶ Στεφάνου Σ, νὰ ἐσύνθεσεν ἐκ τούτων ἕνα πλαστὸν ὄνομα, ἤγουν ΒΕΚΛΑΣ, καὶ κάμνωντας μίαν ψευτικὴν γενεαλογίαν ἀπὸ Τιριδάτου Βασιλέως τῶν Ἀρμενίων τὴν ὁποίαν ἔγραψε μὲ παλαιὰ Ἀλεξανδρινὰ γράμματα εἰς παλαιὸν χαρτὶ διὰ νὰ φαίνεται πῶς εἶναι βιβλίον πολλῶν ἐτῶν, μὲ ἐπίπλαστα ὀνόματα ἐκατέβαιναν εἰς τοὺς γονεῖς τοῦ Βασιλείου· ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἦτον Προφητεία, πῶς ἔχει νὰ γεννηθῇ ἕνας ὀνομαζόμενος Βεκλᾶς, ὁ ἐνδοξότερος, καὶ εὐγενέστερος Βασιλεύς, ὁποῦ νὰ ἐκάθησεν εἰς τὸν Ῥωμαϊκὸν θρόνον. Καὶ πῶς ὁ Φώτιος μὲ τὸ μέσον θεοφάνους Παλαιστίνου (ὅστις ἦτον, καὶ φίλος τοῦ Φωτίου, καὶ εἰς μεγάλην τιμὴν παρὰ τῷ Βασιλεῖ) ἔκαμε, καὶ τοῦτο τὸ βιβλίον ἐβάλθη εἰς τὴν Βασιλεικὴν Βιβλιοθήκην, πῶς ὁ Θεοφάνης ἐξεπίτηδες τὸ ἔδειξε τῷ Βασιλεῖ, ὡς βιβλίον πλῆρες Προφητειῶν παραδόξων, καὶ προσποιούμενος πῶς οὔτε αὐτὸς ἤξευρε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ, οὕτε ἄλλος τις παρὰ ὁ Φώτιος, παρεκίνησε τὸν Βασιλέα νὰ τὸν κράξῃ. Καὶ πῶς τέτοιας λογῆς ἐρχόμενος ὁ Φώτιος, καὶ ἐξηγῶν τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο ὄνομα Βεκλᾶς, τόσον εὐχαρίστησε τὸν Βασιλέα, ὁποῦ ἀπόκτησε τελείως τὴν ἀγάπην του. Μὰ πρῶτον μὲν ὁ Νικήτας εἶναι φανερὸς ἐχθρὸς τοῦ Φωτίου, ὅθεν δὲν εἶναι ἄξιος πίστεως, εἰς ὅλα ἐκεῖνα ὁποῦ γράφει κατ᾿ αὐτοῦ, πάλιν τοιαύτῃ Ῥαψῳδία, καθὼς δύναται νὰ στοχασθῆ πᾶς νουνεχής, δὲν ἀξιόζει τῇ φρονήσει, οὔτε τοῦ Βασιλέως. Πολλὰ ἁπλοῦς ἤθελ᾿ ἦτον ὁ Μακεδὼν Βασίλειος, ἀνίσως καὶ ἀπὸ τοῦτο μόνον τὸ σημεῖον ἤθελε γνωρίσῃ, τοῦ Φωτίου τὴν πολυμάθειαν καὶ σοφίαν. Αὐτός, καὶ πρὶν νὰ γένῃ Βασιλεύς, τὸν ἐγνώριζε πολλὰ καλά, τὸν ἠγάπα, τὸν ἐτίμα, καὶ καθὼς εἴπομεν παραπάνω τὸν εἶχε κάμῃ ἀνάδοχον καὶ ἑνὸς του υἱοῦ. «Ἄκουσον ὦ φιλανθρωπότατε Βασιλεῦ (ἔτζη τοῦ ἔγραφεν ἐκ τῆς ἐξορίας ὁ Φώτιος) οὐ προβάλλομαι νῦν παλαιὰν φιλίαν, οὐ φρικώδεις ὄρκους, καὶ συνθήκας, οὐ χρίσμα, καὶ χειροθεσίαν Βασιλείας, οὐχ, ὅτι ἡμετέραις χερσὶ προσιὼν τῶν ἀχράντων, καὶ φρικτῶν μυστηρίων οὐδὲ τὸν δεσμὸν ὃν ἡμᾶς ἡ τοῦ καλοῦ παιδὸς υἱοθεσία συνέδεσεν κ.τ.λ., ὅθεν ταῦτα μᾶλλον ἀναθυμηθεὶς ὁ Βασίλειος, καὶ λυπηθεὶς τέλος πάντων τὴν ἐλεϊνὴν κατάστασιν τοῦ παλαιοῦ φίλου, Σοφοῦ, καὶ Ἀρχιερέως ἐξιλεώθη, καὶ τὸν ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν φιλίαν του.

33. Ὡς τόσον ἀπέρασαν ἀπὸ ταύτην εἰς ἄλλην ζωὴν οἱ δύο μεγάλοι ἀντίπαλοι τοῦ Φωτίου, δηλαδὴ Ἀδριανὸς ὁ δεύτερος εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ Ἰγνάτιος ὁ Πατριάρχης εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, γέρων ἤδη ὀγδοήκοντα χρόνων, καὶ ὁ μὲν Ἀδριανὸς ἄφησε διάδοχον Ἰωάννην τὸν ὄγδοον, ἢ ἔννατον. Ὅστις μιμητὴς τῶν πρὸ αὐτοῦ Παπίδων Ἀδριανοῦ, καὶ Νικολάου, ἐπεθύμει, καὶ ἔπασχεν ἐπιπόνως νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν του τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὁποία ἦτον ὑποτεταγμένη τῷ θρόνῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ὅθεν εἶχε γράψῃ μίαν, καὶ δύο φοραῖς πρὸς Ἰγνάτιον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλ᾿ εἰς μάτην. Ὅθεν ἐδιόρισε νὰ πέμψῃ καὶ τρίτην φορὰν Λεγάτους Παῦλον, καὶ Εὐγένειον τοὺς Ἐπισκόπους μὲ γράμματα ἀπειλητικά, ὅτι δηλαδὴ ἂν ὁ Πατριάρχης εἰς διορίαν τριῶν ἡμερῶν δὲν ἤθελε κράξῃ ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους, καὶ Κληρικοὺς Ἀνατολικοὺς ὁποῦ ἐκεῖ εὑρίσκοντο διδάσκοντας ἐκεῖνον τὸν λαόν, καὶ δὲν ἤθελε παραιτήσῃ ὁλότελα τὴν Βουλγαρίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Ῥώμης, τὸν ἔκρινεν ἀνάξιον τῆς θείας μεταλήψεως, καὶ καθηρημένον τοῦ Πατριαρχείου. Οἱ Λεγάτοι ἀκόμη δὲν ἤθελον φθάσῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὁποῦ ὁ Ἰγνάτιος ἐμακαρίσθη, εἰς τοῦ ὁποίου τὸν τόπον χωρὶς κανένα δισταγμὸν ἔβαλεν εὐθὺς τὸν Φώτιον ὁ Βασιλεὺς Βασίλειος, ὅστις ἐπιθυμῶν νὰ γένῃ μία τελεία ἕνωσις, τῆς Ἀνατολικῆς, καὶ Δυτικῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ παύσῃ κάθε σκάνδαλον, ἔπεμψε πρεσβείαν πρὸς Πάπαν Ἰωάννην ζητῶν ὅπως δεχθῇ εἰς κοινωνίαν τὸν Φώτιον, ἤδη ψηφισμένον τὸ δεύτερον Πατριάρχην. Τὸ αὐτὸ ἔγραψε, καὶ ὁ Φώτιος (μὲ τὸν ὁποῖον οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα ἤδη φθάσαντες εἰς Κωνσταντινούπολιν δὲν ἤθελον νὰ συγκοινωνήσωσι καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί) τοῦτο φαίνεται ἐκ τῶν ἐπιστολῶν Ἰωάννου Λατινιστὶ γεγραμμένων, ἤτοι ρξθ´ πρὸς Γρηγόριον Πριμικήριον, ἰνδικτιῶνος ιβ´, Ἀπριλλίου γ´, καὶ ργθ´ πρὸς τοὺς Κληρικοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἰνδικτιῶνος ιβ´, Αὐγούστου, ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ 879, περὶ τῶν ὁποίων ἐπιστολῶν τοῦ Ἰωάννου, δεῖ εἰδέναι ὅτι αἱ Λατινικαὶ διαφέρουσιν ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς καὶ λέγουσιν, οἱ μὲν Λατῖνοι, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ ἐνοθεύθησαν, παρὰ τῶν ἡμετέρων, οἱ δὲ ἡμέτεροι, ὅτι αἱ Λατινικαὶ ἐνοθεύθησαν παρ᾿ ἐκείνων, τὸ ὁποῖον γεννᾷ λογομαχίαν, καὶ σύγχυσιν.

34. Ἰδοὺ λοιπὸν μία μεγάλη ἐναλλαγὴ τῶν πραγμάτων, ἰδοὺ πάλιν ἀνεβασμένος εἰς τὸ Πατριαρχεῖον ὁ Φώτιος, ἕνδεκα χρόνους ὕστερον ἀφ᾿ οὗ ἐπατριάρχευσε τὴν πρώτην φοράν, ὅστις ἐνόμισεν εἶναι ἀναγκαῖον μίαν νέαν Σύνοδον, διὰ νὰ παύσῃ τελείως ἡ ζάλη τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο ὁποῦ ἐπεθύμει πολλὰ καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐσύντρεξε, καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν πρεσβείαν τοῦ Βασιλέως ἀπεκρίθη παρευθύς, καὶ ἐπειδὴ ἤξευρε τί ἐσυνέβη τοῖς πρὸ αὐτοῦ Νικολάῳ, καὶ Ἀδριανῷ, ἐσυλλογίσθη νὰ πιάσῃ μίαν ἄλλην ὁδὸν καὶ νὰ ἐπιχειρισθῇ ἕνα πρᾳότατον τρόπον. Διορίζει Λεγάτους εἰς τὴν ἄνωθεν Σύνοδον, τοὺς ἄνωθεν Ἐπισκόπους Παῦλον, καὶ Εὐγένειον, οἵτινες ἀκόμη εὑρίσκοντο ἐν Κωνσταντινουπόλει, προσθέτωντας τὸν τρίτον Πέτρον δηλαδὴ πρεσβύτερον Καρδινάλην· τοῦ ὁποίου ἔδωκε τὸ κομμονιτόριον, ἤτοι τὸ ἐνταλτήριον, ὁποῦ ἐπαρήγγειλε τί ἔμελλον νὰ κάμωσιν εἰς τὴν Σύνοδον οἱ Λεγάτοι. Τὰ γράμματα τοῦ Ἰωάννου πρὸς ὅλους ἦτον γεμάτα ἐγκωμίων, καὶ περιποιήσεων, ὅλα εἰρηνικά, ὅλα ἥμερα· ὅμως ὁλοῦθεν ἐθρυλλεῖτο τοῦ Πέτρου ἡ ὑπερτάτη ἐξουσία, καὶ τῆς Ῥώμης τὰ προνόμια, ὁλοῦθεν μὲ τὴν ἀγάπην καὶ εὐμένειαν ἦτον συγκεκραμμένη ἡ αὐθεντία, καὶ ἡ προσταγή. Εἰς αὐτὰ ἔστεργε τοῦ Πατριάρχου τὴν ἐκλογήν, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζε γνήσιον, καὶ ἀληθινὸν Πατριάρχην, ἀδελφόν, καὶ συλλειτουργόν, ἔλυεν αὐτόν, καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ πάντας παντὸς ἀναθέματος, καὶ ἀναθεμάτιζεν ἐκείνους ὁποῦ, δὲν ἤθελαν τὸν δεχθῇ ὡς τοιοῦτον. Παρακινεῖ τὸν Βασιλέα νὰ τὸν ἔχῃ εἰς ἀγάπην, εὐλάβειαν, καὶ τιμήν, καὶ κατέκρινεν ὡς ἄκυρα τὰ Πρακτικὰ κάθε Συνόδου ὁποῦ ἔγινον κατ᾿ αὐτοῦ, ἀναιρῶν καὶ τὴν Σύνοδον Ἀδριανοῦ τοῦ δευτέρου. Τοῦτο φαίνεται εἰς τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν Λατινικήν, καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Μὲ τοῦτο ὅτι ὁ Φώτιος ἐνώπιον τῆς Συνόδου νὰ ζητήσῃ συγχώρησιν, καὶ ἔλεος, πῶς δηλαδὴ ἐψηφίσθη χωρὶς νὰ δώσῃ πρότερον εἴδησιν εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ τοῦτο ὁμοίως εἰς μὲν τὴν Ἑλληνικὴν πρὸς τὸν Βασιλέα δὲν φαίνεται, εἰς δὲ τὴν πρὸς τὸν κλῆρον Κωνσταντινουπόλεως ἀλλέως ἀναγινώσκεται. Ἤγουν ὅτι ὁ Φώτιος ἐπὶ Συνόδου νὰ κηρύξῃ τὸ θεῖον ἔλεος, τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας τὴν διαφέντευσιν, καὶ σπουδὴν πρὸς αὐτόν, ἐζήτει δὲ θερμότατα, μάλιστα ἐπρόσταζεν ὅτι ὁ Πατριάρχης νὰ μὴν ἔχῃ νὰ κάμῃ ὁλότελα μὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Βουλγαρίας, τὴν ὁποίαν ἤθελε μὲ κάθε τρόπον ὑποτεταγμένην τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ῥώμης, καὶ ἐφοβέριζεν ἄλυτον ἀφορισμόν. Τοῦ κομμονιτορίου ἡ περίληψις ἦτον τοιαύτη· ἐπρόσταζε τοὺς Λεγάτους αὐτοῦ νὰ συγκοινωνήσωσι μὲ τὸν Φώτιον, καὶ ὡσὰν παρασταθοῦν εἰς τὴν Σύνοδον, νὰ ἐρωτήσωσιν ἂν ὅλοι τῆς Συνόδου στέργωσιν ὅσα ἐγράφησαν πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ ἂν ὅλοι ἀποκριθῶσι πῶς τὰ στέργουσι, τότε νὰ εἰπῶσι πῶς ὁ ἁγιώτατος Πάπας τοὺς ἔστειλε συναγαγεῖν τὰ ἐσκορπισμένα, ἑνῶσαι τὰ διεστῶτα, ἐγεῖραι τὰ πεπτωκότα, προξενῆσαι τὴν εἰρήνην, καὶ ἀφελεῖν τὰ σκάνδαλα. Ἔπειτα νὰ προσθέσωσι καὶ ταῦτα· πῶς αὐτὸς ὁ ἁγιώτατος Πάπας θέλει, ὅτι κατὰ τοὺς Ἱεροὺς κανόνας τῶν Πατέρων μετὰ τὴν τελευτὴν τοῦ Φωτίου νὰ μὴ ψηφισθῇ Λαϊκὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, θέλει ὅτι ὁ Πατριάρχης νὰ μὴ χειροτονήσῃ πλέον τινὰ Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον τῆς Βουλγαρίας, καὶ τέλος πάντων νὰ κηρυχθῇ εἰς τὴν Σύνοδον, πῶς ἡ γενομένη κατὰ τοῦ Φωτίου ἐπὶ Ἀδριανοῦ δευτέρου Σύνοδος τόσον εἰς τὴν Ῥώμην, ὡσὰν καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, νὰ εἶναι ἄκυρος, καὶ νὰ μὴ συναριθμῆται ταῖς ἄλλαις Συνόδοις. Ταῦτα ἐπρόσταξε γράφων, ὁ Πάπας Ἰωάννης, τί δὲ ἔκαμε ἡ Σύνοδος;

35. Αὕτη ἄρχησεν ἔτει Χριστοῦ 879, τῷ ιγ´ χρόνῳ τῆς Βασιλείας Βασιλείου, ἐν τῷ δεξιῷ μέρει τῶν κατηχουμένων τῆς Ἁγίας Σοφίας. Παρῆσαν τπγ´, οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα Ἰωάννου, Παῦλος, Εὐγένειος, καὶ Πέτρος Καρδινάλις Πρεσβύτερος, ἅμα δὲ καὶ οἱ Τοποτηρηταὶ τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν προεδρεύοντος Φωτίου. Τὰς ἐκλογὰς τῆς Συνόδου ταύτης εἰς ἑπτὰ πράξεις ἐφύλαξε τοῖς μεταγενεστέροις Ἰωάννης ὁ Βέκκος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῷ λόγῳ περὶ εἰρήνης Ἐκκλησιαστικῆς, καὶ Γραικολατίναι εὑρίσκονται εἰς τὸν δεύτερον τόμον τῶν πανδεκτῶν φύλλα 273. Τὰ αὐτὰ πρακτικὰ εὑρίσκονται γεγραμμένα παρ᾿ ἄλλου ἀνωνύμου ἀκριβέστερα, καὶ πλατύτερα εἰς τὸν ἀριθμὸν μόνον τῶν πράξεων, ἀπ᾿ ἐκεῖνα τοῦ Βέκκου διαφορετικά, καθὼς γράφει Γουιλιέλμος Κάβε εἰς τὸν δεύτερον τόμον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων φύλλα 303, ἐξ ὧν ἀλλήλοις συγκρινομένων συνάγονται ταῦτα.
Πρᾶξις πρώτη. Προκαθεζομένου τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, εἰσέρχονται τοῦ Πάπα οἱ Λεγάτοι φέροντες τὰ πεμφθέντα παρὰ Ἰωάννου εἰς δῶρον Ἀρχιερατικὰ ἄμφια, τοὺς ὁποίους μετὰ πολλῆς τιμῆς, καὶ περιποιήσεως ἐκδέχεται ὁ Πατριάρχης· δημηγορεῖ δὲ ὁ Ἡρακλείας Ἰωάννης λέγων πῶς ὅλων τῶν ἀπερασμένων σκανδάλων τῆς Ἐκκλησίας αἰτία ἦτον ὁ Πάπας Νικόλαος, καὶ ὁ τούτου διάδοχος Ἀδριανός, ἐπαινεῖ τὸν Πάπαν Ἰωάννην, καὶ διηγεῖται ὅσα ἔπαθεν ἀδίκως ὁ Φώτιος.
Πρᾶξις δευτέρα. Ἀναγινώσκονται αἱ τοῦ Ἰωάννου ἐπιστολαὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ πρὸς τὸν Φώτιον, καὶ ὁμοίως αἱ ἐπιστολαὶ τῶν τριῶν Πατριαρχῶν, Μιχαὴλ Ἀλεξανδρείας, Θεοδοσίου Ἱεροσολύμων, καὶ Θεοδοσίου Ἀντιοχείας· αἵτινες κατακρίνουσι, καὶ ἀναθεματίζουσι τὴν κατὰ τοῦ Φωτίου γενομένην Σύνοδον ἐπὶ Ἀδριανοῦ. Εἰσέβη καὶ Θωμᾶς Μητροπολίτης, ὅστις ἦν εἷς τῶν τοποτηρητῶν ἐπὶ τῆς κατὰ Φωτίου Συνόδου, καὶ ἐζήτησε συγχώρησιν.
Πρᾶξις τρίτη. Ἀναγινώσκεται ἡ ἐπιστολὴ Ἰωάννου πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς τῆς ὁποίας δὲν ἤρεσεν ἡ ἔννοια, διατὶ ἐφαίνετο πῶς ἐκεῖνος εἰς τοῦτο μόνον ἀφορᾷ, ὅπως δηλαδὴ τὴν μὲν ἐπαρχίαν τῆς Βουλγαρίας ὑποτάξῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ῥώμης καὶ ἁπλώση τὴν ἐξουσίαν του εἰς τὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, καὶ μάλιστα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅθεν ἔλεγον φανερὰ πῶς τοιαῦτοι ἐπιστολαί, μάλιστα ἐκεῖ ὁποῦ ὁ Πάπας Ἰωάννης γράφει, ὅτι ἔστειλε τοὺς Λεγάτους διὰ νὰ προξενήσωσι τὴν εἰρήνην τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, ἦτον περιττοί, ἐπειδὴ καὶ ὅλοι αὐτοὶ εἰρηνεύουσι, δεχόμενοι ὁμοφώνως τὸν Φώτιον ὡς γνήσιον Πατριάρχην, καὶ πῶς ἐκεῖνοι εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Φωτίου ἐπιθυμοῦσαν τὴν συγκοινωνίαν τῆς Ῥώμης, ὄχι τὴν κρίσιν, καὶ τοῦτο ἔκαμεν εἰς σημεῖον ἀγάπης, ὄχι ὑποταγῆς. Ὅσον διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Βουλγαρίας ἀποκρίνονται, πῶς αὕτη ἡ ὑπόθεσις ἀνήκει πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ ὄχι πρὸς τὴν Σύνοδον. Δημηγορεῖ ὁ Χαλκηδόνος Ζαχαρίας, ἀπολογούμενος ὑπὲρ Φωτίου πῶς δηλαδὴ ἐκ λαϊκοῦ ἔγινε Πατριάρχης, ὅμως μὲ τὸ παράδειγμα πολλῶν ἄλλων, πῶς ἡ συνήθεια, καὶ ἡ ἀνάγκη ἀναιρεῖ πολλάκις τὸν κανόνα. Τὸ ὁποῖον ἀποδείχνει μὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ μεγάλου Βασιλείου γράφοντος ὅμοιόν τι πρὸς Ἰκονίου Ἀμφιλόχιον. Ἀναγινώσκονται καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα τοῦ Ἀντιοχείας, καὶ Ἱεροσολύμων ἐπιστολαί, συνευδοκούντων τῇ ψήφῳ τοῦ Φωτίου. Ἔπειτα ἀναγινώσκεται τὸ κομμονιτόριον ὑπογεγραμμένον παρὰ ιστ´ Ἐπισκόπων, ζ´ Πρεσβυτέρων, καὶ β´ Διακόνων, ἐν ᾧ ἀναιρεῖται ἡ κατὰ Φωτίου ἐπὶ Ἀδριανοῦ Σύνοδος.
Πρᾶξις τετάρτη. Ἔρχεται Βασίλειος Μαρτυροπόλεως τοποτηρητὴς τοῦ Ἀντιοχείας φέρων τὸν Πατριάρχην γράμματα, Ἠλίου Ἱεροσολύμων, νεωστὶ χειροτονημένου, ἐν οἷς ἐγράφετο πῶς ἐπὶ τῆς ὕστερον γενομένης κατὰ Φωτίου Συνόδου οἱ νομιζόμενοι τοποτηρηταὶ τῶν Πατριαρχικῶν θρόνων, ἦτον ἀληθινὰ πρέσβεις τῶν Σαρακηνῶν. Ὅθεν ἡ Σύνοδος ὥρισεν οὕτω· «Τὴν γενομένην Σύνοδον κατὰ Φωτίου τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου, ἐν Ῥώμῃ ἐπὶ Ἀδριανοῦ τοῦ Μακαριωτάτου Πάπα, καὶ τὴν γενομένην Σύνοδον ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τοῦ αὐτοῦ Ἁγιωτάτου Φωτίου, ὁρίζομεν παντελῶς ἐξωστρακισμένην, καὶ ἀποκεκηρυγμένην εἶναι, καὶ μήτε μετὰ Ἁγίων Συνόδων συναριθμεῖσθαι, καὶ συγκαταλέγεσθαι, μήτε μὴν Σύνοδον ὅλως καλεῖσθαι· μὴ γένοιτο· ἡ Ἁγία Σύνοδος τοὺς ἀπατήσαντας τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, καὶ Φώτιον τὸν Ἁγιώτατον Πατριάρχην, ἀκοινωνίας ἐπιτιμίῳ τοῦ Σώματος, καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς τῶν πιστῶν συνάξεώς τε, καὶ συναυλίας καθυποβάλλει ὡσὰν ἐπιμείνωσι τῇ ἀποστασίᾳ.
Πρᾶξις πέμπτη. Καλεῖται εἰς τὴν Σύνοδον καὶ ὁ Σμυρνῶν Μητροφάνης, διὰ νὰ δώσῃ λόγον τοῦ σχίσματος, μὴ θέλων δηλαδὴ στέρξαι τὴν ψῆφον τοῦ Φωτίου. Προφασίζεται πῶς εἶναι ἄρρωστος, πέμπονται πρὸς αὐτὸν τρεῖς Μητροπολῖται, καὶ ἀποκρινόμενος τὸ αὐτό, ἀφορίζεται ὡς σχισματικός. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ γίνονται οἱ τρεῖς οὗτοι κανόνες. Πρῶτος, ὅτι ὅποιος ἤθελεν ἢ καθαιρεθῇ, ἢ ἀναθεματισθῇ ἀπὸ τὸν Πάπαν Ἰωάννην, καθῃρημένον νὰ κρατῇ καὶ ὁ Πατριάρχης Φώτιος, καὶ πάλιν ὅποιον καθαίρῃ, ἢ ἀναθεματίσῃ ὁ Πατριάρχης Φώτιος τοιοῦτον νὰ κρατῇ καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης, «μηδὲν τῶν προσόντων» (ἔτζη ὁ κανὼν τελειώνει) πρεσβείων τῷ Ἁγιωτάτῳ Θρόνῳ τῆς Ῥωμαίων Ἐκκλησίας, μηδὲ τῷ ταύτης προέδρῳ τὸ σύνολον καινοτομουμένων, μήτε νῦν, μήτε εἰς τὸ μετέπειτα. Δεύτερος, ὅποιος Ἀρχιερεὺς ἤθελε παραιτήσῃ τὴν Ἐπισκοπήν του γενόμενος Μοναχός, νὰ μὴ γίνεται τὸ δεύτερον Ἐπίσκοπος. Τρίτος, ὅτι ἡ ἐξουσία τῶν λαϊκῶν νὰ μὴ βάλῃ χέρι νὰ παιδεύῃ τοὺς ἱερωμένους. Ἀναθεματίζονται πάλιν οἱ εἰκονομάχοι, καὶ βεβαιοῦνται τὰ ἐν τῇ ἑβδόμῃ ἐν Νικαίᾳ Συνόδῳ γενόμενα, τὴν ὁποίαν ὁρίζουσιν οἱ πατέρες τῆς Συνόδου ταύτης, νὰ ἀριθμῆται μὲ τὰς ἓξ ἄλλας Συνόδους Ἑβδόμη Οἰκουμενική, καὶ τοῦτο ἔγινε διατὶ ἐλέγετο, πῶς οἱ Δυτικοὶ ὅλοι δὲν δέχονται τοὺς ὅρους τῆς Ἑβδόμης Συνόδου περὶ τῆς τῶν ἁγίων Εἰκόνων προσκυνήσεως. Καὶ τούτων γενομένων οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα, οἱ τοποτηρηταὶ τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, καὶ ὅλοι οἱ λοιποὶ Ἐπίσκοποι ἐβεβαίωσαν ὑπογράψαντες, ὅλοι συμφώνως στέργοντες τὸν Φώτιον καὶ ἀναθεματίζοντες τὰ κατὰ τοῦ Φωτίου.
Πρᾶξις ἕκτη. Συνήχθησαν οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἐν τῷ χρυσοτρικλίνῳ τοῦ Βασιλικοῦ παλατίου, ἦτον παρὼν αὐτὸς ὁ Βασιλεύς, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὅστις ἐπαρακίνησε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ Ἅγιον Σύμβολον σύμφωνον τῷ ἐν Νικαίᾳ τὸ πρῶτον, καὶ ἐν ταῖς λοιποῖς Ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, καὶ ἀνεγνώσθη τὸ Ἅγιον Σύμβολον καθὼς ἔγινεν ἐν τῇ δευτέρᾳ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ. Καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὥρισαν οἱ πατέρες τὴν αὐτὴν Πίστιν νὰ κρατῇ ἀπαραλλάκτως κάθε Χριστιανός, ὅστις δὲ ἤθελε τολμήσῃ νὰ προσθέσῃ τι, νὰ εἶναι καθῃρημένος καὶ ἀφωρισμένος. Μὲ τοῦτο ἠθέλησεν ἡ Σύνοδος νὰ κατακρίνῃ τὴν γενομένην ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκην, ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἡ ὁποία πολλᾶ ἐσκανδάλιζε τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὑπέγραψεν ὁ Βασιλεύς, καὶ οἱ Υἱοὶ αὐτοῦ Αὔγουστοι Λέων, καὶ Ἀλέξανδρος, καὶ Στέφανος ρητῶς εἰς στερέωσιν τῆς Ἁγίας Ἑβδόμης Συνόδου, καὶ τοῦ Φωτίου Πατριάρχου, καὶ ἀναίρεσιν τῶν λεχθέντων, ἤ γραφέντων κατ᾿ αὐτοῦ.
Πρᾶξις ἑβδόμη. Ἀνεγνώσθη πάλιν ὁ Ὅρος τῆς Πίστεως, καθὼς ἦν προχθὲς κοινῇ γνώμῃ βεβαιωθεὶς ἐκφωνούντων πάντων «οὕτω κρατοῦμεν, καὶ οὕτω πιστεύωμεν». Ἐδημηγόρησεν εἰς ἔπαινον τοῦ Πατριάρχου Φωτίου ὁ Καισαρείας Προκόπιος, καὶ μετὰ τὸν λόγον οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα εἶπον «εἴτις δὲν νομίζει γνήσιον Πατριάρχην τὸν Ἁγιώτατον Φώτιον, καὶ δὲν κοινωνεῖ μετ᾿ αὐτοῦ, εἴη ἡ μερὶς αὐτοῦ μετὰ τοῦ Ἰούδα», καὶ ἀπεκρίθησαν συμφώνως ὅλη ἡ Σύνοδος, «εἴτις αὐτὸν Θεοῦ Ἀρχιερέα οὐ νομίζει μὴ ἴδοι τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ». Καὶ γενομένης τῆς συνήθους φήμης, ἐλύθη ἡ Σύνοδος, κατὰ τῆς ὁποίας πολλά, καὶ λέγουσι καὶ γράφουσιν οἱ Δυτικοί, μάλιστα Καίσαρ ὁ Βαρώνιος, Σεβερίνος Βίνιος, καὶ Λέων ὁ Ἀλλάτιος, ὅστις ἐσύνθεσεν ἕνα ἐξεχωριστὸν βιβλίον οὗ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιγραφῆς· Σύνοδος Φωτιανή, τυπωθὲν ἐν Ῥώμῃ, ἔτει Χριστοῦ 1662, καὶ θέλει νὰ ἀποδείξῃ ποτὲ μέν, πῶς τὰ πρακτικὰ ἐνοθεύθησαν, ποτέ δέ, πῶς καὶ αὐτὴ ἡ Σύνοδος νὰ μὴν ἐστάθῃ παντελῶς. Εἰς τόσον τὸν ἤφερε τὸ πάθος, ἀγκαλά, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις ὄχι μόνον Ἀνατολικοῖς, ἀλλὰ καὶ Δυτικοῖς αὐτοῖς, ὁ Πάπας Ἰωάννης μαρτυρεῖ φανερὰ πῶς ἔγινε τοιαύτη Σύνοδος εἰς τὴν σν´ ἐπιστολὴν πρὸς αὐτὸν τὸν Φώτιον, καὶ σνα´ πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ Ἰνδικτιῶνος ιγ´, Αὐγούστου ιγ´, ἔτει Χριστοῦ 880. Ἀλλ᾿ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ προκείμενον.

36. Ὡσὰν ὁ Πάπας Ἰωάννης ἔμαθε τὰ γενόμενα ἐπὶ τῆς Συνόδου ταύτης, καὶ εἶδε πῶς δὲν ἐπέτυχεν οὐδενὸς τῶν ποθουμένων, ἐξόχως τῆς ἐπαρχίας τῶν Βουλγάρων, περὶ τῆς ὁποίας δύο φοραῖς ἔγραψε, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Βουλγαρίας Μιχαήλ, πρῶτον μὲν ἐκατέκρινεν αὐτὴν τὴν Σύνοδον, καὶ τὸν Πατριάρχην Φώτιον, ἔπεμψε δὲ Λεγάτον ἐκεῖνον τὸν Μαρῖνον, ὅστις ἀπεσταλμένος παρ᾿ Ἀδριανοῦ παρῆν εἰς τὴν κατὰ Φώτιον Σύνοδον, ὅπως ἀλλάξη τὴν γνώμην τῶν Ἀνατολικῶν. Ἀλλ᾿ ὁ Μαρῖνος φθάνωντας εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ πάσχωντας μὲ κάθε τρόπον νὰ κάμῃ τὸ θέλημα, καὶ τὸ πρόσταγμα τοῦ Ἰωάννου δὲν ἐκέρδησεν ἄλλο παρὰ καταφρόνησιν, καὶ ἀφ᾿ οὗ ἐστάθη τριάκοντα ἡμέρας εἰς φυλακὴν κλεισμένος, ἐγύρησεν ἄπρακτος. Γενόμενος ὕστερον διάδοχος τοῦ Ἰωάννου εἰς τὸν θρόνον τῆς Ῥώμης, καὶ ἐνθυμούμενος τὰς ὕβρεις ὁποῦ ἔλαβεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἀναθεμάτισε καὶ αὐτὸς τὸν Φώτιον, καὶ τὴν Σύνοδον αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ ἔκαμε καὶ τοῦ Μαρίνου ὁ διάδοχος Ἀδριανὸς τρίτος, καὶ μετὰ τοῦτον Στέφανος ἕκτος εἰς τόσον, ὅτι ἀπὸ τὰ συχνά τους τὰ βέλη τῶν πολλῶν ἀναθεματισμῶν ὁποῦ ἔρριπτον ἀπὸ τὴν Ῥώμην εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὡσὰν ὁποῦ ἄναπτον περισσότερον τὴν Φωτίαν τῆς μάχης ἀναμέσον τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, καὶ τῆς Δύσεως, τόσον δυνατὰ ἐπαροξύνθη ὁ Βασιλεὺς Βασίλειος, ὁποῦ γράφοντας εἰς Ῥώμην μὲ τρόπον πολλὰ ὀξὺν εἰς ἀναίρεσιν τῆς θρυλλουμένης Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ἔδειξε πόσον θερμὸν ζῆλον εἶχεν εἰς διαφέντευσιν τοῦ Φωτίου, καὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν Φώτιος μετ᾿ ὀλίγον χρόνον ἐστερήθη τοιούτου θερμοῦ προστάτου, καὶ ἀντιλήπτορος, ἐπειδή, καὶ ὁ Βασιλεὺς Βασίλειος ἔφθασεν εἰς τὰς ὕστερας ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἔμεινεν εἰς τὸ μῖσος τῶν παλαιῶν του ἐχθρῶν οἵτινες βάνοντές τον εἰς ὑποψίαν ἐπιβουλῆς παρὰ τῷ νέῳ Βασιλεῖ Λέοντι διὰ τὴν αἰτίαν τοῦ Σανταβαρηνοῦ Θεοδώρου Ἐπισκόπου Εὐχαΐτων, ἐξορίσθη εἰς τὸ Μοναστήριον τῶν Ἀρμονιανῶν, ὁποῦ βαρεμένος ἀπὸ τὸ φορτίον, καὶ τῶν χρόνων, καὶ τῶν θλίψεων, ἀπέρασεν εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, πατριαρχεύσας τὴν πρώτην φορὰν ἔτη θ´, καὶ τὴν δευτέρα η´, ἔτει Χριστοῦ 886, τῷ πρώτῳ χρόνῳ τῆς Βασιλείας Λέοντος.

37. Ὡσὰν ἦτον πολυάριθμον τὸ μέρος ἐκείνων τῶν Ἐπισκόπων ὁποῦ ἐκρατοῦσαν μὲ τὸν Φώτιον, καὶ ὁποῦ βαρέως ὑπέφερον τὴν ἄδικον ἐκείνου ἐξορίαν διὰ παρακινήσεως τοῦ ἑτέρου μέρους μάλιστα τοῦ Νεοκαισαρείας Στυλιανοῦ, ἐγράφησαν γράμματα πρὸς τὸν Ῥώμης, ὅπως συντρέξῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν καθαίρεσιν τοῦ Φωτίου, καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ νέου Πατριάρχου Στεφάνου, δηλαδὴ ἀδελφοῦ Λέοντος τοῦ βασιλέως. Ἀλλ᾿ ὁ Ῥώμης ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα τῶν πρὸ αὐτοῦ ὁποῦ ἤθελον νὰ εἶναι κριταὶ τῶν ὑποθέσεων, ὁποῦ ἐσυνέβαινον εἰς τὴν Κωνσταντινουπόλεως Ἐκκλησίαν, ἐζήτει νὰ πεμφθῶσι Πρέσβεις πρὸς αὐτόν, καὶ τῶν δύο μερῶν, διὰ νὰ κάμῃ εἰς τὴν Ῥώμην τὴν ἐξέτασιν, καὶ τὴν κρίσιν, ἀλλ᾿ εἰς τοῦτο ὑπερίσχυσε τὸ μέρος τοῦ Φωτίου, καὶ δὲν ἔστερξαν οἱ Ἀνατολικοὶ φυλάττοντες τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ἀξίωμα, καὶ τὴν ἐλευθερίαν. Ἦτον ἀπερασμένοι τρεῖς χρόνοι, καὶ ἐτελεύτησεν ὁ Πατριάρχης Στέφανος, ἀφίνοντας διάδοχον Ἀντώνιον τὸν λεγόμενον Καυλέαν, ἠκολούθησε χρόνον ἱκανὸν μετὰ τὴν δευτέραν ἐξορίαν, καὶ θάνατον τοῦ Φωτίου τὸ σκάνδαλον, καὶ πάλιν Φόρμωσος ὁ Πάπας διάδοχος Στεφάνου ἔπεμψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν Λεγάτους, ὅμως ποτὲ δὲν ἔστερξαν οἱ Ἀνατολικοί, οὔτε νὰ δώσωσι τὴν ἐπαρχίαν τῆς Βουλγαρίας, οὔτε νὰ ὑποφέρωσι τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην ὁποῦ ἤθελεν ὁ Πάπας Ῥώμης νὰ ἔχῃ ἐπάνω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τέτοιας λογῆς τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο μέρος μένωντας στερεὸν εἰς τὴν γνώμην του, ἐλύθη τέλος πάντων ἐκεῖνος ὁ τῆς ἀμειβαίας συγκοινωνίας, καὶ ἀδλεφικῆς ἀγάπης δεσμός, ὁποῦ ἐκράτει εἰς τόσους χρόνους προτήτερα ἡνωμένην τὴν Δυτικὴν μὲ τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν.

38. Τοῦτο ὅλον τὸ μέγα κακὸν ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ πάθος θέλωντας τὸ ἕνα μέρος νὰ καταπλακώσῃ τὸ ἄλλο, ἔκραξαν εἰς συνδρομὴν τὴν Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, ὁποῦ λαβοῦσα ἐκ τούτου τὴν ἀφορμὴν ἐπάσχησε νὰ ἁπλώσῃ ἐπάνω εἰς τὴν Ἀνατολικὴν τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην ὁποῦ θρυλλεῖ ἕως τῆς σήμερον. Τὸ κακὸν ηὐξήνθη μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῶν Βουλγάρων, καὶ καθὼς ὅταν ἀνάψῃ τὸ σκάνδαλον τῶν δύο μερῶν, τὸ ἕνα ἐλέγχει τοῦ ἄλλου κάθε μικρὸν ἐλάττωμα ἔτζη ἠκολούθησε, καὶ ἡ περὶ δογμάτων λογομαχία, ἥτις ἔκαμε τὸ μέγα σχῖμα ἀνὰ μέσον Ἀνατολικῶν, καὶ Δυτικῶν, ξεμακρύνωντας ὁλότελα τὴν μίαν ἀπὸ τὴν ἄλλην Ἐκκλησίαν.

39. Πολλαῖς φοραῖς ἐν διαφόροις καιροῖς, ἐπροβάλθη τῶν δύο κεχωρισένων Ἐκκλησιῶν ἡ ἕνωσις, ἀλλὰ καθὼς ἐκεῖνοι ὁποῦ τὰ ἐπρόβαλλον δὲν ἐκινοῦντο ἀπὸ θεῖον ζῆλον διὰ τὴν εἰρήνην τῶν Χριστιανῶν, ἀλλ᾿ ἐξ ἰδίας βουλῆς διὰ μερικὰ τέλη ἁπλῶς κοσμικά, ἔτζη ποτὲ δὲ ἠκολούθησεν ἡ πωθουμένη ἔκβασις, καὶ κάθε Συνέλευσις, ἢ Σύνοδος ὁποῦ ἔγινε περὶ τούτου, δὲν ἔλαβε κανένα τέλος καλόν, μάλιστα καὶ περισσότερον κακὸν ἐπροξένησε καθὼς θέλομεν τὸ ἰδῇ.

40. Μετὰ τὸν θάνατον Θεοδώρου τοῦ Λασκάρεως ὁποῦ εἶχεν ἀνακαινίσῃ τὴν Βασιλείαν τῶν Ῥωμαίων ἐν Νικαίᾳ πόλει τῆς Βιθυνίας μετὰ τὴν παρὰ Λατίνων γενομένην ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐβασίλευσεν ὁ διάδοχος αὐτοῦ, καὶ γαμβρὸς Ἰωάννης Δοῦκας Βατάκης. Ὅστις αὐξάνωντας τὰς νίκας ὁποῦ εἶχε κάμῃ ὁ πενθερὸς ἐν Ἀσίᾳ, ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἐν Ἐλλησπόντῳ, ἐτρόπωσεν ὅλους τοὺς ἐχθροὺς ὁποῦ ἀντεστέκοντο, καὶ ἀνέλαβε σχεδὸν ὅλους τοὺς τόπους τῆς Βασιλείας, εἰς τρόπον ὁποῦ δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Λατίνων, παρὰ μόνη ἡ Κωνσταντινούπολις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ ὁ Βασιλεὺς τῶν Λατίνων, Βαλδουίνος ὁ νέος, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν ζητῶν βοήθειαν παρὰ τοῦ Πάπα, καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν Βασιλέων, διὸ καὶ ἔγινεν ἡ ἐν Λουγδούνῳ Σύνοδος. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐπροβάλθη τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν. Ταύτην ἐπεθύμει ὁ Βασιλεὺς διὰ νὰ κερδήσῃ τὴν φιλίαν τοῦ Πάπα ὡς ἀναγκαιότατον μέσον διὰ νὰ καταπραΰνῃ, καὶ τοὺς λοιποὺς μεγιστάνους Λατίνους, Πριγγίπους, καὶ Βασιλεῖς· τοὺς ὁποίους ἐπαρώξυνεν ἐναντίον του ὁ φθόνος τῶν κατορθωμάτων του, καὶ ἡ παρακίνησις τοῦ Βαλδουίνου. Τὴν ἐπεθύμει, καὶ ὁ Πάπας, ὅστις ἦν Γρηγόριος ἕννατος, πρῶτον μὲν διὰ τὸ παλαιὸν τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ καααὶ ἦτον τότε πολλὰ πικρὸν τὸ μῖσος τῶν Ῥωμαίων κατὰ τῶν Λατίνων διὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἤθελε μὲ τὴν εἰρήνην τῶν Ἐκκλησιῶν νὰ εἰρηνεύσῃ, καὶ τὰ δύο μέρη, μάλιστα ὁποῦ καλὰ ἐγνώριζε, πῶς χωρὶς τῆς φιλίας τῶν Ῥωμαίων πολλὰ δύσκολον ἦτον νὰ ἀναλάβωσιν οἱ Λατίνοι τοὺς τόπους, ὁποῦ ἔχασαν εἰς τὴν Συρίαν καὶ Παλαιστίνην, τοὺς ὁποίους ἐκρατοῦσαν οἱ Σαρακηνοί.

41. Καὶ λοιπὸν δύο φοραῖς ἔγινεν ἡ περὶ ἑνώσεως πραγματεία. Μίαν εἰς Νυμφαίαν πόλιν τῆς Βιθυνίας, ὁποῦ εἰς μίαν μικρὰν Σύνοδον, παρόντος τοῦ Βασιλέως, πᾶσαι αἱ διαφοραὶ συνηρέθησαν εἰς δύο μόνον. Ἤτοι περὶ τῆς Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ περὶ Ἀζύμων. Περὶ ὧν καὶ διὰ φωνῆς ζώσης, καὶ διὰ γραμμάτων ἔγινε διάλεξις, συνηγοροῦντο ἐκ μέρους τῶν Λατίνων δύο πατέρες Δομινικάνοι, καὶ δύο Φραγκισκάνοι διδάσκαλοι θεολόγοι, ἐκ δὲ τῶν Ἀνατολικῶν, ὅτε Πατριάρχης Γερμανός, καὶ οἱ περὶ αὐτὸν εὑρεθέντες Ἀρχιερεῖς. Ἀλλὰ καθὼς ἡ διάλεξις ἐπροχώρει μόνον εἰς λογομαχίαν, ὁ Βασιλεὺς ἔκρινεν (ὡς πολιτικός, ὄχι ὡς θεολόγος) νὰ συμβάσῃ, καὶ τὰ δύο μέρη τέτοιας λογῆς, ὅτι οἱ Λατῖνοι τὰ μὲν Ἄζυμα νὰ κρατοῦσι, τὴν δὲ προσθήκην, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὡς πέτραν σκανδάλου νὰ ἐκβάλωσι καὶ τοῦτον ἐπρόβαλλεν ὡς κρᾶσιν, καὶ μέσον ὅρον εἰρήνης. Διατὶ ἀπὸ τὰς δύο διαφοράς, ἡ μὲν ἐλύετο κατὰ γνώμην τῶν Ἀνατολικῶν. Ἀλλ᾿ οἱ Λατῖνοι ἐκεῖνοι πατέρες, λέγοντες πῶς δὲν θέλουν νὰ ἀφήσουν ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, ἰῶτα ἕν, μάλιστα ζητοῦντες περὶ πλέον, ὅτι, καὶ οἱ Ἀνατολικοὶ τὰ αὐτὰ νὰ δοξάζωσι, καὶ νὰ καύσωσι ὅσα βιβλία ἐγράφησαν κατὰ Λατίνων, παρόξυναν εἰς μεγάλην ὀργὴν τὸν Βασιλέα, τὸν Πατριάρχην, καὶ τοὺς λοιποὺς εἰς τρόπον, ὅτι ἤκουσαν, πολλὰς ὕβρεις. Καὶ ὁ μὲν Πατριάρχης Γερμανὸς μὲ τὸν κάλαμον, ὁ δὲ Βασιλεὺς μὲ τὸ σπαθί, ἐπολέμησαν τέτοιας λογῆς τοὺς Λατίνους μὲ τὴν συμβοήθειαν τῶν Βουλγάρων, ὁποῦ τοὺς ἤφερον εἰς τὰς ἐσχατιάς, καὶ τότε περισσότερον ὁ Βαλδουΐνος ἐπαρακίνει τὴν συμμαχίαν κατὰ τὴν ὁρμὴν τῶν Ῥωμαίων.

42. Τότε ἐστάθη ἡ δευτέρα φορὰ ὁποῦ πάλιν ἐπροβάλθη ἡ ἕνωσις. Πάπας ἦτον Ἱννοκέντιος τέταρτος, καὶ διὰ συνεργείας τοῦ πατρὸς Λαυρεντίου Φραγκισκάνου Λεγάτου εἰς τὴν Ἀνατολήν, καὶ τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Δεπάρμα Γενεράλου τῶν Φραγκισκάνων, ἅμα τε, καὶ Μαρίας θυγατρὸς τοῦ ποτὲ Θεοδώρου Λασκάρεως Βασιλέως, ἥτις ἦν γυνὴ Βέλα τετάρτου Ῥηγὸς τῆς Οὐγγαρίας, μετὰ καιρὸν ἱκανὸν ὁποῦ ἐμεσολάβησαν εἰς τὴν πραγματείαν ταύτην, ἐπέμφθησαν παρὰ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Ῥώμην, ὁμοῦ μὲ τὸν Σάρδεων Ἀνδρόνικον, καὶ Κυζίκου Γεώργιον, οἵτινες ἐκ μέους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἔδιδον τῷ Πάπᾳ τῆς Ῥώμης ὅ,τι ἐδύνετο νὰ ἐπιθυμήσῃ διὰ τὸ πρωτεῖον του, ὅλα ὅμως σύμφωνα τῇ θείᾳ γραφῇ, καὶ ἔσω τῶν Συνοδικῶν Ὅρων. Ἐζητοῦσαν δέ, καὶ τρία τινά, πρῶτον τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς καθέδραν τῆς Ῥωμαϊκῆς Βασιλείας, δεύτερον, ὅτι ὁ μὲν Πατριάρχης ὁ Ἀνατολικὸς νὰ κάθηται ἐκεῖ ὡς γνήσιος Ἀρχιερεὺς, τοῦ θρόνου μετὰ πάντων τῶν προνομίων αὐτοῦ, ἀναχωροῦντος τοῦ Πατριάρχου τῶν Λατίνων, καὶ τρίτον, νὰ μὴ δοθῆ τῷ Βαλδουΐνῳ καμμία βοήθεια. Εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεκρίθη ὁ Πάπας μὲ λόγια ἀόριστα. Πῶς δηλαδὴ εἰς μίαν Σύνοδον Οἰκουμενικὴν θέλει ἀναθεωρηθῇ ἡ ὑπόθεσις τῶν δύο Βασιλέων, Βατάκη, καὶ Βαλδουΐνου, καὶ θέλει διορισθῇ τίνος ἄραγε δικαιότερον τυχαίνει ἡ Κωνσταντινούπολις, καθὼς ὅταν ἤθελεν ἔλθῃ αὐτὴ ἡ Βασιλεύουσα πόλις εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Ῥωμαίων, ἠμποροῦσαν καὶ οἱ δύο Πατριάρχαι νὰ καθήσωσιν, ὅ,τε Ῥωμαῖος, καὶ Λατῖνος, ὡσὰν ὁποῦ, καὶ οἱ δύο ἔχουσι ποίμνιον ἴδιον. Ταῦτα ἔλεγε, καὶ ὑπέσχετο ἄλλα φιλικὰ πρὸς τοὺς πρέσβεις, καὶ Ἀρχιερεῖς, τοὺς ὁποίους ἔπεμψεν ὁπίσω μετὰ δώρων. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν Πάπας ἀπέθανεν εἰς τὸ τέλος τοῦ χρόνου τούτου, ἀπέθανεν ὁμοίως, σχεδὸν τὸν αὐτὸν χρόνον, καὶ ὁ Βασιλεὺς Βατάκης, καὶ οὕτως ἔμειναν τὰ πράγματα ἀτελείωτα.

43. Ἰδοὺ καὶ ἄλλη πραγματεία περὶ ἑνώσεως, καὶ εἰρήνης τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀποθανόντος τοῦ Βασιλέως Ἰωάννου Δοῦκα Βατάκη, ἐβασίλευσεν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Θεόδωρος ὁ Λάσκαρης ὁ δεύτερος, ὅστις ἐκράτησε τέσσαρας μόνους χρόνους τὴν Βασιλείαν, καὶ ἀποθανὼν τὴν ἀφῆκε τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰωάννῃ, ὁποῦ ἦτον ἀκόμη παιδίον ἓξ ἐτῶν ὑπὸ τὴν ἐπιτροπὴν Γεωργίου τοῦ Μουζάλωνος πρωτοβεστιαρίου, καὶ Ἀρσενίου Πατριάρχου. Ἀλλὰ τὸν μὲν Γεώργιον ἐφόνευσαν οἱ Ἄρχοντες, ὁποῦ δὲν εὐχαριστοῦντο εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁποῦ ἔκαμνεν. Ἀλλ᾿ ὁ καλὸς Πατριάρχης παρέδωκε τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν Μιχαὴλ τοῦ Παλαιολόγου. Οὗτος ὁποῦ καὶ διὰ τὸ γένος, καὶ διὰ τὴν φύσιν, καὶ διὰ τὴν ἀρετήν, ἦτον ἀληθινὰ ἄξιος τῆς Βασιλείας, μάλιστα τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁποῦ τῶν Ῥωμαίων ἡ Βασιλεία ἐχρειάζετό τινος ἀξίου ὑποκειμένου διὰ νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν προτέραν μεγαλειότητα, ἀνεκηρύχθη Βασιλεύς, καὶ μετὰ ἕνα χρόνον ἀνέλαβε, καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Λατίνων, διὰ συνεργείας Ἀλεξίου Στρατηγοπούλου Καίσαρος.

44. Καὶ λοιπὸν ὁ Μιχαὴλ διὰ νὰ στερεώσῃ τὸν ἑαυτόν του, καὶ τοὺς ἀπογόνους του εἰς ἐκεῖνον τὸν Βασιλικὸν θρόνον, ὁποῦ χωρὶς ἀμφιβολίαν ἐπῆρεν ἐπιβατικῶς, ἐπιχειρίσθη ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνθρώπινα μέσα, ὁποῦ ἑρμηνεύει ἡ πολιτικὴ φρόνησις. Τὸν νέον Βασιλέα ἐξώρισεν εἰς Μαγνησίαν ἐσφαλισμένον εἰς φυλακήν, τὸν ὁποῖον τέλος πάντον ἐτύφλωσεν. Ἐξώρισε καὶ τὸν Πατριάρχην Ἀρσένιον, ὅστις τὸν εἶχεν ἀφορέσῃ διὰ τὴν μεγάλην ταύτην παρανομίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν συγχωρήσῃ ποτέ, καὶ ἔκαμεν ἄλλον, δηλαδὴ τὸν ἡγούμενον, καὶ πνευματικόν του Ἰωσήφ, παρ᾿ οὗ ἔλαβε καὶ τὴν συγχώρησιν. Περὶ πλέον τὰς τρεῖς ἀδελφὰς τοῦ πτωχοῦ Ἰωάννου δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς ἄνδρας τῆς Ῥωμαϊκῆς Βασιλείας, φοβούμενος μήπως οἱ ἄνδρες, ἢ τὰ παιδία αὐτῶν ζητήσωσι τὸν θρόνον τὸν Βασιλικόν, ἀλλὰ τὰς ὑπάνδρευσε μὲ ξένους ἄρχοντας, πλουσίους ἀληθινά, καὶ εὐγενεῖς, διὰ νὰ τὰς πάρωσιν ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Βασιλείας. Ὅθεν ἔδωκε τὴν πρώτην Ματθαίῳ Βαλαινκούρτῳ, Ἄρχοντι ἀπὸ τὰς Γαλλίας, τὴν δευτέραν ἄλλῳ Ἄρχοντι Βουλγάρῳ, καὶ τὴν ἄλλην τὴν τρίτην Γουλιέλμῳ Κόμηδι δὲ Βιντιμίμια. Ἕνα πρᾶγμα ἐμπόδιζε τὴν τελείαν στερέωσιν, καὶ ἐτάραττε τὴν εἰρήνην του Βασιλέως Μιχαήλ. Κάρολος δ᾿ Ἀγγιοῦ, Ῥήγας τῆς Νεαπόλεως, καὶ Σικελίας, ἦτον τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁ πλέα εὐτυχισμένος, καὶ ἀξιώτερος στρατηγός, φρόνιμος καὶ ἀνδρεῖος νικητὴς τῶν ἐχθρῶν του, καὶ τροπαιοῦχος περισσῶν πόλεων, κρατῶν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του πόλεις διαφόρους τῆς Βασιλείας, καὶ ὅλος ἕτοιμος μὲ ἕνα στρατὸν νὰ ἀπεράσῃ διὰ ξηρᾶς, καὶ μὲ ἄπειρον στόλον διὰ θαλάσσης νὰ ὑπάγῃ νὰ πολεμήσῃ καὶ ἄλλα κάστρη τῶν Ῥωμαίων, καὶ νὰ ἀπεράσῃ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ Βαλδουΐνος ἐξόριστος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν ἐζήτει βοήθειαν τοῦ Καρόλου τάσσωντάς τον, ἂν τὸν μεταβάλλῃ εἰς τὴν βασιλείαν, νὰ τοῦ δώσῃ ὅλην τὴν Ἀχαΐαν, καὶ Πελοππόνησον, καὶ τὸν υἱόν του Φίλιππον, εἰς ἄνδρα τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ μὲ ὑπόσχεσιν, ὅτι ἂν ὁ Βαλδουΐνος, καὶ ὁ υἱός του ἤθελον ἀποθάνῃ χωρὶς κληρονομίαν, ὁ Κάρολος, καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ νὰ ἔχωσι ὅλα τῆς Βασιλείας τὰ δικαιώματα. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος Ἀλουΐσιος Ῥήγας τῆς Γαλλίας ἀδελφὸς τοῦ Καρόλου ὁμοῦ μὲ ἄλλους Πριγκίπους Φράγκους εἶχον ἀσυκώσῃ τὸν Σταυρόν, καὶ κινήσῃ πόλεμον μὲ πολλὴν τάξιν κατὰ τῶν Σαρακηνῶν, διὰ νὰ ξαναπάρωσιν ἀπὸ τὰς χεῖράς των τὴν Παλαιστίνην. Ταῦτα εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ Μιχαήλ, καὶ ἐφοβεῖτο, μήπως καὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ ἔλθωσι καταπάνω του, καὶ τὸν ἐξορίσωσι τῆς Βασιλείας. Ὅθεν ἔγνω ὡς πολιτικὸς νὰ φιλιωθῇ μὲ τὸν Πάπαν, ὅπως ὕστερον μὲ τὴν ἀντίληψιν τούτου, ἐκφύγῃ τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον, καὶ φιλιωθῇ ὁμοίως μὲ τοὺς λοιποὺς Λατίνους ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν. Πραγματεύεται λοιπόν, μὲ ὅλον τὸ πνεῦμα, καὶ δύναμιν, τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας.

45. Οὐρβανὸς τέταρτος, Πάπας Ῥώμης διὰ παρακαλέσεως τοῦ Βαλδουΐνου ἐπαρακίνει θερμῶς ὅλους τοὺς πρίγκιπας τῆς Εὐρώπης κατὰ τοῦ Μιχαήλ. Ὅθεν μὲ τοῦτον ἄρχησεν ὁ Βασιλεὺς τὴν πραγματείαν μὲ τὸ μέσον τινῶν φρατόρων Φραγκισκάνων καὶ τῶν ἰδίων Πρέσβεων, τοὺς ὁποίους ἔπεμψε κατὰ καιρόν, ἀναβάλλων τὰ πράγματα, καὶ κερδαίνων τοὺς Καρδινάληδες καὶ ἐκείνους, ὁποῦ ἴσχυον παρὰ τῷ Πάπᾳ, μὲ πολύτιμα δῶρα. Καθὼς ηὔξανον καθ᾿ ἑκάστην αἱ πράξαις, καὶ αἱ νίκαι τοῦ Καρόλου (ὅστις μάλιστα ἥνωσεν ὅλας του τὰς δυνάμεις μὲ ἐκείνας τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ Ἀλουϊσίου) ἔτζη ηὔξανε, καὶ ὁ φόβος τοῦ Μιχαήλ. Ὅθεν καὶ πρὸς τὸν Ἀλουΐσιον ἔπεμψε διπλὴν πρεσβείαν παρακαλῶν, μάλιστα ἐξορκίζων αὐτὸν νὰ μεσιτεύσῃ διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ θερμότατον ἐπραγματεύετο μὲ τὸν διάδοχον τοῦ Οὐρβανοῦ, Κλήμεντα τέταρτον, ὁ ὁποῖος στοχαζόμενος τὸν φόβον τοῦ Βασιλέως, καὶ γνωρίζωντάς τον στενοχωρημένον, καθὼς ἦτον ἀληθινά, βέβαιος πῶς εἶχε τὸν κάμῃ νὰ δεχθῇ κάθε συνθήκην, τοῦ ἐμήνυσεν, ὅτι διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν, δὲν εἶναι χρεία οὔτε διαλέξεων, οὔτε συνόδων, διατὶ τὰ δόγματα τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, ἦτον πολλὰ καλὰ διωρισμένα συνοδικῶς, ἀλλ᾿ ἐὰν θέλη τινὰς ἀληθινὰ νὰ ἑνωθῆ, πρέπει νὰ δεχθῇ, καὶ αὐτός, καὶ ὁ Πατριάρχης, καὶ ὅλοι οἱ Ἀνατολικοὶ Ἀρχιερεῖς, καὶ ὅλοι οἱ ὑποκείμενοι τῆς Βασιλείας του τὴν ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, ὁποῦ τοῦ ἔπεμπε περιέχουσαν ὅλην τὴν Λατινικὴν διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς μὲν πρῶτον νὰ ὑπογράψῃ, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ, καὶ τοὺς λοιποὺς νὰ ὑπογράψωσιν, ἔπειτα νὰ στείλῃ εἰς τὴν Ῥώμην τὰς ἐπιγραφὰς διὰ νὰ εὑρίσκωνται εἰς αἰώνιον ἐνθύμησιν.

46. Ἀλλ᾿ ἕως ἐδῶ ὁ Βασιλεὺς Μιχαὴλ ἐπραγματεύετο μὲ λόγους μόνον, καὶ ὑποσχέσεις κατὰ τὸ φανερόν, ἀλλὰ κρυφὰ ἔπασχεν ὅσον ἐδύνετο νὰ ἀσυκώσῃ ἐχθροὺς κατὰ τοῦ Καρόλου, μάλιστα τοὺς Ἑνετούς. Μὰ καθὼς δὲν εἶχε νὰ κάμῃ πλέον, ἢ μὲ τὸν Οὐρβανόν, ἢ μὲ τὸν Κλήμεντα, ὅστις ἐτελεύτησεν, ἐστανεύθη νὰ πραγματεύεται, καὶ μὲ τὸ ἔργον διατὶ εἶχε νὰ κάμῃ μὲ ἕνα Πάπαν, ἄνδρα ὑψηλοῦ πνεύματος, καὶ ἄλλο τόσον πολιτικοῦ, ὅσον ἦτον καὶ αὐτὸς ὁ Μιχαήλ. Αὐτὸς ἦτον Γρηγόριος δέκατος διάδοχος τοῦ Κλήμεντος εἰς τὸν θρόνον τῆς Ῥώμης, ὅστις καταλαμβάνωντας τὴν βουλὴν τοῦ βασιλέως, ἠθέλησε μὲ κάθε τρόπον νὰ τὸν στανέψῃ εἰς τὴν ἕνωσιν· καὶ πρῶτον μέν, ἐμπόδισε τὴν συμμαχίαν τῶν Ἑνετῶν, ὁποῦ ἐπεθύμει κατὰ τοῦ Καρόλου ὁ Μιχαήλ, ἔγραψε πρὸς τοὺς Ῥηγάδες, καὶ Πρίγκιπας τῆς Εὐρώπης, νὰ εἶναι ἕτοιμοι μὲ τὰ ἄρματα, τοὺς ἐκάλεσε μαζὺ μὲ ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς εἰς Σύνοδον, ὁποῦ ἐκρότησε διὰ τὸν ἐρχόμενον χρόνον ἐν Λουγδούνῳ· ἐμήνυσε δὲ μὲ Λεγάτους, καὶ μὲ γράμματα πολλὰ δραστικὰ πρὸς τὸν Μιχαήλ, ὅτι πρέπει ἐξ ἀποφάσεως, ἢ προσωπικῶς, ἢ δι᾿ ἐπιτρόπων νὰ φανῇ εἰς τὴν Σύνοδον, ὁποῦ χωρὶς καμμίας διαλέξεως καὶ κάμῃ τὴν ὁμολογίαν τῆς Πίστεως ἐκείνην, ὁποῦ τοῦ ἔστειλαν οἱ πρὸ αὐτοῦ, καὶ τέτοιας λογῆς νὰ ἔχῃ τὴν φιλίαν τῶν Λατίνων.

47. Ἰδὼν λοιπὸν στενοχωρημένος ὁ Μιχαὴλ νὰ βάλῃ εἰς ἔργον ἐκεῖνο, ὁποῦ ἐνόμιζε μόνον μέσον, διὰ νὰ φύγῃ τὴν ὁργὴν τῶν ἐχθρῶν του, καὶ διὰ νὰ στερεώσῃ τὴν Βασιλείαν του, δηλαδὴ νὰ ὑποτάξῃ ἀθλίως τὴν Ἀνατολικὴν τῇ Δυτικῇ ἐκκλησίᾳ. Ἀλλὰ ἐτοῦτο δὲν εἶναι μόνον καὶ πρῶτον παράδειγμα ἑνὸς Βασιλέως, ὁποῦ προτιμᾶ τὰ πολιτικὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, καὶ προτήτερα, καὶ ὑστερώτερα, καὶ τώρα εἰς τοὺς ἐδικούς μας καιροὺς βλέπομεν, πῶς τὸ εὐαγγέλιον δουλεύει τῷ κόσμῳ, πῶς ἡ περὶ πίστεως ὑπόθεσις εἶναι προκάλυμμα τῆς πολιτικῆς, ἡ ἐπιθυμία τῆς κοσμικῆς Βασιλείας εἰς μίαν ὑπερήφανον ψυχήν, ὁποῦ θέλει νὰ βασιλεύῃ, καταπατεῖ ὅλα τὰ Ἱερά, καὶ Ἅγια, ἀρνεῖται τὴν φύσιν, σκληρύνεται κατὰ τῶν συγγενῶν καὶ παραβλέπει τοὺς φίλους. Ταῦτα πάντα ἔκαμεν ὁ Μιχαὴλ καὶ δὲν εἶναι νὰ θαυμάσῃ τινάς, ἂν ἕνα τοιοῦτον πνεῦμα, ἀφ᾿ οὗ ἀπὸ ἐπίτροπος τοῦ πτωχοῦ Ἰωάννου ἔγινε τύραννος, ἀφ᾿ οὗ ἐπαρέβη φρικωδεστάτους ὅρκους, καὶ ἀφ᾿ οὗ ἔκαμε τὴν πλέον παράνομον πράξιν διὰ νὰ πάρῃ τὴν βασιλείαν, καταπατήσας τοὺς Νόμους, καὶ θείους, καὶ ἀνθρωπίνους, καὶ παραδίδωντας τὴν ἰδίαν ψυχὴν ἐπρόδωκεν ὕστερον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Τέλος εἶπε, καὶ τί νὰ ἔκαμε διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Πάπαν Γρηγόριον, ἐγὼ δὲν ἔχω κατὰ νοῦν νὰ τὰ περιγράψω ὅλα, ὅποιος θέλει ἂς ἀναγνώσῃ τοὺς ἱστορικοὺς ὁποῦ τὰ περιγράφουσι καταλεπτῶς. Ὅπου θέλει εὕρει, πῶς στεκόμενος στερεὸς εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ἔβαλεν εἰς ἔργον ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα ὁποῦ ἐγνώριζεν ἀναγκαῖα διὰ νὰ σύρῃ ὅλον τὸ ὑπήκοον εἰς τὴν γνώμην του. Πρῶτον παρακινήσεις γλυκείας, ὑποσχέσεις, δῶρα, τιμάς, ἔπειτα ὕβρεις, φοβερισμούς, τιμωρίας, ἐξορίας, θανάτους, ἀλλὰ τί δὲν κάμνει, ὅταν ἐξ ἀποφάσεως ζητεῖ ὑπακοὴν ἕνας Βασιλεύς;

48. Τὸν Πατριάρχην Ἰωσὴφ τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα, τὸν εὐλαβῆ δοῦλον τοῦ Θεοῦ, τὸν Πνευματικόν του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶχε λάβῃ τὴν συγχώρησιν τῆς μεγάλης παρανομίας του, τὸν ὁποῖον ἠγάπα, καὶ εὐλαβεῖτο περισσά, ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, καὶ ἐσφάλισεν εἰς ἕνα Μοναστήριον. Ἰωάννην τὸν Βέκκον τὸν περιβόητον ἐκεῖνον χαρτοφύλακα τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, (ὁποῦ μὲ μεγάλην φήμην, καὶ ὑπόληψιν πολυμαθείας, καὶ διὰ τοῦτο εἶχε καὶ μεγάλην παρρησίαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, εἰς τὰ Βασίλεια, συνετὸς ἀνὴρ ἐν τοῖς μάλιστα, καὶ λόγου, καὶ παιδείας τρόφιμος, τοσούτοις δὲ καὶ παρὰ τῆς φύσεως συγκεκροτημένος χαρίσμασιν, ὅσοις τῶν τότε ἀνθρώπων οὐδείς) ἐπάσχησε πρῶτον μὲν αὐτός, ἔπειτα διὰ Κωνσταντίνου Μελιτηνιώτου, Γεωργίου Μετοχίτου, καὶ Γεωργίου Κυπρίου, οἵτινες εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἀφιερώθησαν τῇ βουλῇ, καὶ τῇ ὀρέξει τοῦ Βασιλέως, νὰ σύρῃ εἰς τὴν γνώμην του. Μὰ ὡσὰν αὐτὸς ἐφαίνετο ἐνάντιος, καὶ παρρησίᾳ ἤλεγχε τοὺς Λατίνους ὡς αἱρετικούς, πρῶτον μὲν διὰ Ἰωάννου τινος Χούμνου ἔβαλε, καὶ τὸν ἐγκάλεσαν ὡς ἐπίβουλον τῆς Βασιλείας ἐπὶ συνόδου, ὁποῦ ἔβαλε συμμὰ εἰς τοὺς Ἐκκλησιαστικούς, καὶ κριτὰς πολιτικοὺς ἀνθρώπους, ἐδικούς του, πρῶτον Γεώργιον τὸν Ἀκροπολίτην μέγαν λογοθέτην, ἔπειτα τὸν ἐσφάλισεν εἰς φυλακήν, ὁποῦ ὁ καλὸς Βέκκος συλλογισθεὶς καλλίτερα τὰ ἴδια, καὶ βλέπωντας πόσον ἦτον ἐπικίνδυνον νὰ ἀντιστέκῃ ἑνὸς Βασιλέως, καὶ μάλιστα τοῦ Μιχαήλ, ὁποῦ ἤθελεν εἰς πάντα τρόπον ὑπακοήν, ἤλλαξε γνώμην, καὶ ἔγινεν ἀρχηγὸς τῶν Λατινοφρόνων, καὶ λόγῳ καὶ πράγματι. Πάντα ἦν αὐτὸς τῷ Βασιλεῖ, καὶ γλῶττα, καὶ χείρ, καὶ κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου, καὶ λέγων καὶ γράφων καὶ δογματίζων. Ἡ συμφορὰ τοῦ πτωχοῦ Μιχαὴλ Ὀλοβόλου ρήτορος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας εἶναι ἀξιοθρήνητος· διατὶ ἐλάλει, καὶ κατ᾿ ἰδίαν, καὶ φανερὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐπρόσταξεν ὁ Βασιλεύς, καὶ τὸν ἔκοψαν τὰ χείλη, καὶ τὰς ρίνας, τὸν ἐξώρισεν εἰς ἕνα μοναστήριον τῆς Βιθυνίας· τὸν ἤφερεν ἔπειτα εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ δημοσίᾳ ἔβαλε, καὶ τὸν ἔδειραν, προστάξας νὰ τύπτουν τὸ πρόσωπόν του μὲ ἔντερα ζώου ἔγκαιρα ἐσφαγμένου διὰ περισσοτέραν του ἐντροπήν· τὸ ὁποῖον ἔβαλε μέγαν τρόμον εἰς ὅλον τὸ πλῆθος, ὥστε ὁποῦ τινὰς δὲν ἐτόλμα νὰ ἀντιστέκεται. Δὲν ἔκαμεν ὀλιγώτερον μὲ τοὺς ἰδίους συγγενεῖς, τῶν ὁποίων ἄλλους ἐτύφλωσε δείχνωντας εἰς τὰ ὀμμάτια τῶν Λεγάτων τοῦ Πάπα εἰς μείζονα πίστιν, πῶς παιδεύει τοὺς σχισματικούς, καὶ πῶς θέλει ὁλοψύχως τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἦτον μεγαλήτερη ἀγάπη ἀνάμεσον εἰς ἀδελφοὺς ὡσὰν ἐκείνη ὁποῦ ἦτον ἀνάμεσον αὐτοῦ, καὶ τῆς ἀδελφῆς Εὐλογίας, ὁποῦ τὸν ἀνάθρεψε μικρόν, ὁποῦ καὶ πρὸ τῆς Βασιλείας, καὶ μετὰ τὴν Βασιλείαν τοῦ ἔδειξεν εἰς ὅλα πόθον θερμότατον· ἀλλὰ διατὶ καὶ αὐτὴ ἔστεκε στερεὰ μὲ τὸ μέρος τῶν Ὀρθοδόξων, ἤλλαξε τοσαύτην ἀγάπην ὁ Μιχαήλ, εἰς πικρότατον μῖσος. Τίς ἐδύνατο πλέον νὰ ἀντιστέκεται εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Βασιλέως; ὅλοι ἔπεσαν, καὶ ἐδόθησαν νικημένοι.

49. Γρηγόριος δέκατος Πάπας σύνοδον ἐν Λουγδούνῳ, ἐσύναξε πρὸς ταύτην ἔπεμψε πρέσβεις ὁ Μιχαὴλ ἐκ μέρους αὐτῦ, καὶ τοῦ υἱοῦ του Ἀνδρονίκου, τὸν μέγαν Λογοθέτην Γεώργιον Ἀκροπολίτην, τὸν πρωτοβεστιάριον Πανάρετον, καὶ τὸν μέγαν διερμηνευτὴν Βερροίτην, ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, Γερμανὸν τὸν χρηματίσαντα μετέπειτα Πατριάρχην, τὸν Νικαίας Μητροφάνην συντροφιασμένον μὲ τινὰς τῶν Κληρικῶν, ἐν οἷς καὶ Ἰωάννης ὁ Βέκκος. Ἀλλ᾿ ἡ τριήρης, ὁποῦ ἦτον οἱ πρέσβεις τοῦ Βασιλέως, ἐναυάγησε, μόνου σωθέντος τοῦ Ἀκροπολίτου, ὅστις ἦτον εἰς τὴν ἄλλην τριήρην τῶν ἀρχιερέων, καὶ κληρικῶν. Αὐτοὶ ἔφθασαν εἰς τὴν σύνοδον τὰς κστ´ Ἰουνίου, καὶ ἐδέχθησαν μεθ᾿ ὅρκου τὴν ὁμολογίαν τῆς Πίστεως κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἣν καὶ ὑπέγραψαν. Καὶ οὕτω τὰ μέν πάντα ἐτελείωσαν, κατὰ τὴν γνώμην του Πάπα ὁποῦ ἐπεθύμει τὴν ὑποταγὴν τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὴν φιλίαν τῶν Ῥωμαίων, ἐλπίζωντας μὴ ἔχων τούτους ἐχθροὺς εὔκολα νὰ ἀναλάβωσιν οἱ Λατῖνοι τὴν Παλαιστίνην, καὶ Συρίαν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Σαρακηνῶν, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον ἀσυκώσῃ τὸν Σταυρόν· τοῦ δὲ Μιχαὴλ ὁποῦ μὲ τοῦτο τὸ μέσον ἦτον βέβαιος νὰ κατορθώσῃ τὴν εἰρήνην μὲ τοὺς Λατίνους, ἐξόχως μὲ τὸν Κάρολον, τοῦ ὁποίου τὰ ἄρματα ἐφοβεῖτο. Καὶ οὕτω νὰ στερεωθῆ ἀσφαλῶς εἰς τὴν ΒΑσιλείαν του, καὶ διὰ νὰ δείξῃ πῶς ἦτον ἀληθινὰ ἡνωμένος ὁ πολιτικὸς βασιλεύς, ἀφ᾿ οὗ ἐπαναστράφησαν οἱ Πρέσβεις του, καὶ τοῦ ἔδωκαν εἴδησιν τῶν γενομένων, πρῶτον μὲν ἐπὶ Συνόδου ἠνάγκασε τὸν Πατριάρχην Ἰωσήφ, καὶ ἔκαμε παραίτησιν, ὡσὰν ὁποῦ δὲν ἔστεργε τὴν ἕνωσιν ταύτην, ἔκαμε δὲ Πατριάρχην τὸν ὁμόφρονα, Ἰωάννην Βέκκον, σφαλίζωντας εἰς ἕνα κάστρον Ἰὼβ Ἰασίτην Ὀρθόδοξον πιστὸν συνεργὸν τοῦ Ἰωσήφ· ἔπειτα εἰς τὴν πρώτην λειτουργίαν ὁποῦ ἔγινεν ἐπρόσταξε, καὶ ἐφημίζετο εἰς τὰ δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα πρῶτον ἀπὸ τῶν ἄλλων, ὁ Πάπας πάλιν πρὸς τὸν ὁποῖον ἔπεμψε, καὶ ἄλλους πρέσβεις ὁ Βασιλεύς, δὲν ἔλειπε νὰ κρατῇ τὰ ἄρματα τοῦ Καρόλου παρακαλῶν νὰ ἔχῃ εἰρήνην μὲ τὸν Μιχαήλ, διὰ νὰ φυλάττεται τῆς Ἐκκλησίας ἡ εἰρήνη, καὶ ἡ ὁμόνοια.

50. Μ᾿ ὅλα ταῦτα ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Βασιλεύς, δὲν ἦτον ὅμως πληροφορημένος ὁ Πάπας Νικόλαος τρίτος διάδοχος τριῶν Παπίδων, Γρηγορίου δεκάτου, Ἰννοκεντίου πέμπτου, καὶ Ἰωάννου εἰκοστοῦ πρώτου, ὁποῦ ἀπέθανεν ἕνας κατόπι ἀπὸ τὸν ἄλλον μέσα εἰς ὀλίγον καιρόν, αὐτὸς ἔβλεπε πῶς ὁ μὲν Βασιλεὺς ἐνήργει εἰς τὰ τῆς ἑνώσεως, μόνον διὰ πολιτικὸν τέλος, τὸ δὲ Βασίλειον ὅλον δὲν ἔστεργεν, οὐδ᾿ ὅλως τὴν ἕνωσιν. Ὅθεν ἔπεμψε πρέσβεις πρὸς Μιχαήλ, παρακινῶν αὐτὸν πρὸς μείζοντα πίστωσιν τῶν γενομένων, πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁποῦ ἔστερξαν εἰς τὴν Σύνοδον νὰ στέρξῃ, καὶ τὸ Σύμβολον μετὰ τῆς προσθήκης, καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, καὶ νὰ κάμῃ τὸ αὐτὸ νὰ δεχθῇ ὅλη ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία. Τοῦτο τινὰς ἄλλος Πάπας, οὕτε προτήτερα, οὔτε ὑστερώτερα δὲν ἐζήτησε ποτὲ ἀπὸ τοὺς Ἀνατολικούς. Ὅθεν ἦτον πάλιν ὁ Βασιλεὺς Μιχαὴλ μέσα εἰς μίαν πολλὰ στενὴν κατάστασιν. Τοῦτο οὔτε αὐτὸς ἔστεργεν, οὔτε ἐτόλμα νὰ τὸ προβάλλῃ εἰς τοὺς ἡμετέρους, οἵτινες οὔτε τὴν ἕνωσιν ἔστεργον, στερεοὶ εἰς τὰ πάτρια δόγματα, καὶ ἔδειχνον μίαν ψυχρότητα, τόσον περισσὴν εἰς τὸν Βασιλέα, ὁποῦ ἐκινδύνευε νὰ συκωθῇ τινὰς φοβερὸς ἐμφύλιος πόλεμος. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἤθελε νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Πάπαν, διὰ νὰ φαίνεται πῶς δὲν πραγματεύεται μὲ δόλον, μάλιστα ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς πράξεις ὁποῦ καθ᾿ ἑκάστην ἔκαμνε μεγαλητέρας ὁ Κάρολος, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς πολίτας εὔγαλεν ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον Ἰωάννην τὸν Βέκκον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐδύνετο πλέον νὰ ὑποφέρη, διατὶ ἀληθινὰ ἦτον ἀνὴρ ἰσχυρογνώμων, καὶ ὀχληρός, θέλων μὲ κάθε τρόπον νὰ γένῃ ὁ λόγος του εἰς ὅσα ἤθελε ζητήσῃ, ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ὅσον μὲ τὸν Πάπαν ἠκολούθει πραγματευόμενος, τώρα μὲ ὑποσχέσεις καὶ τώρα μὲ προφάσεις, εἰς τρόπον ὁποῦ τὸν ἐκέρδησεν ὁλοτελῶς, μάλιστα διατί, καὶ ὁ Πάπας διὰ τινὰς αἰτίας ἦτον μέγας ἐχθρὸς τοῦ Καρόλου, εὗρεν ὁ Μιχαὴλ μίαν πολλὰ καλὴν εὐκαιρίαν νὰ συμφωνήσῃ μετ᾿ αὐτὸν τὴν κρυφὴν ἐκείνην πραγματείαν, ὁποῦ ἐσυνήργει Ἰωάννης ἄρχων τῆς νήσου Προχύτης, ὁμοῦ μὲ Πέτρον Ῥῆγα τῆς Ἀραγωνίας, ὁποῦ ἤθελεν εἰς κληρονομίαν τὴν Σικελίαν, τὴν ὁποίαν ἐκράτει ὁ Κάρολος. Αὐτὸς ὁ Ἰωάννης ὑστερηθεὶς πάντων τῶν ὑπαρχόντων παρὰ Καρόλου, ἐνδεδυμένος σχῆμα μοναχικὸν διὰ νὰ μὴ γνωρίζεται, καὶ ἀπερνῶντας εἰς Κωνσταντινούπολιν, εἰς Ῥώμην, καὶ εἰς Ἰσπανίας μὲ πολλὰ ἐπιτήδειον μυστικὸν τρόπον ᾠκοδόμησε τὴν μηχανήν, καὶ ἐπαρακίνησε νὰ συμφωνήσωσι κατὰ τοῦ Καρόλου, τὸν Βασιλέα Ῥωμαίων, τὸν Ῥῆγα τῆς Ἀραγωνίας, καὶ τὸν Πάπαν Νικόλαον, ἡ δὲ μηχανὴ ἦτον ἡ ἐπανάστασις τῆς Σικελίας.

51. Ἀλλ᾿ ὁ Πάπας Νικόλαος ἐτελεύτησε τοῦτον τὸν καιρόν, καὶ διὰ συνεργείας τοῦ Καρόλου ἐκλήθη διάδοχος αὐτοῦ Μαρτῖνος τέταρτος, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν ἔλειψεν ὁ Μιχαὴλ νὰ στείλῃ Πρέσβεις Λέοντα Ἡρακλείας, καὶ Θεοφάνην Νικαίας, διὰ νὰ φυλάττη τὴν πρώτην ὑπόληψιν, μὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς πραγματείας ταύτης, τὰ Ἐκκλησιαστικὰ ἠκολούθουν τὸν δρόμον τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἑκατέρωθεν, καὶ καθὼς ἄλλαξαν τὰ πολιτικά, ἔτζη καὶ τὰ Ἐκκλησιαστικά· διατὶ ὁ Πάπας Μαρτῖνος ἦτον φίλος τοῦ Καρόλου. Διὰ παρακινήσεως αὐτοῦ ἀφώρισε τὸν Βασιλέα Μιχαὴλ χωρὶς καμμίας εὐλόγου αἰτίας, καθὼς δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἀλλέως, παρὰ νὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ ὁ πατὴρ Ἀλοΐσιος Μαϊμπούργος Ἰησουΐτης, ὁποῦ γράφει τὸ πρᾶγμα· καταλεπτῶς εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ σχίσματος ὁποῦ ἔγραψε καθ᾿ ἡμῶν, μάλιστα, καὶ μὲ τοὺς Ἑνετοὺς ἐσυμφώνησε καὶ κινήσῃ πόλεμον κατὰ τοῦ Μιχαήλ, διὰ ξηρᾶς, καὶ διὰ θαλάσσης, ὅμως εἰς μάτην· διατὶ ἡ τύχη, ἢ μᾶλλον ὁ Θεός, ἀλλέως ἔκαμε καὶ ἐξέβησαν τὰ πράγματα. Ὡσὰν ἔμαθε τὰ γενόμενα παρὰ τοῦ Πάπα ὁ Μιχαήλ, πρῶτον μὲν μίαν Κυριακήν, ἐκεῖ ὁποῦ ὁ διάκονος εἰς τὴν λειτουργίαν ἤθελε νὰ μνημονεύσῃ τὸν Πάπαν, καθὼς ἔκανε προτήτερα μετὰ τὴν ἐν Λουγδούνῳ σύνοδον, ὁ Βασιλεὺς ἀσυκωθεὶς ἀπὸ τὸν θρόνον του μεγάλῃ τῇ φωνῇ εἰς ὑπήκοον πάντων τὸν ἐμπόδισε· δεύτερον ἐκύρωσε τὴν πραγματείαν τῆς συμφωνίας μὲ τὸν Ἀραγωνίας Ῥῆγα Πέτρον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔπεμψε τριάντα χιλιάδες ὀγγγιαῖς χρυσάφι διὰ τὸν πόλεμον ὁποῦ ἄρχησε πολλὰ εὐτυχῶς. Εἰς τὴν Ἀλβανίαν τὰ στρατεύματα τοῦ Μιχαὴλ ἐχάλασαν ἕνα μέρος τῶν στρατευμάτων τοῦ Καρόλου. Εἰς τὴν Σικελίαν πάλιν ἡ ἐπανάστασις ἐξέβη μὲ εὐτυχέστατον τέλος εἰς τρόπον ὅτι τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ἁγίου Πάσχα, τῇ ὥρᾳ τοῦ πρώτου ἑσπερινοῦ, καθὼς ἦτον ἡ συμφωνία οἱ Σικελοὶ ἐσυκώθησαν, ἐπίασαν τὰ ἄρματα, καὶ κατέκοψαν ὅλους τοὺς Γάλλους, καὶ εὐγῆκαν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Καρόλου, ὁ ὁποῖος, καὶ ἀλλαχόθεν περιπλακωθείς, ἀπὸ ἄλλαις πολλαῖς συμφοραῖς ἀπέθανε, καὶ μετ᾿ αὐτὸν ἐσβέσθη ἡ ἐλπὶς τῶν πολλῶν κατορθωμάτων, καὶ ἔμεινεν εἰς τελείαν ἀσφάλειαν ὁ Μιχαήλ. Ὅστις ὅμως δὲν ἔζησε πολὺν καιρὸν μετὰ τὸν Κάρολον διατὶ μὲ ἕνα χρόνον, κινήσας νὰ ὑπάγῃ νὰ πολεμήσῃ Ἰωάννην Ἄρχοντα τῆς Θετταλίας ὁποῦ ἀποστάτησε φθάσας εἰς χωρίον καλούμενον Παχωμίου, ἐκεῖ ἐτελεύτησεν ἀφίνωντας τὴν Βασιλείαν τῷ υἱῷ Ἀνδρονίκῳ, ὅστις δὲν ἠθέλησε νὰ θάψῃ τὸν πατέρα μὲ τιμὴν Βασιλικήν, ἀλλ᾿ ἔρριψεν ἀτίμως τὸ λείψανόν του εἰς ἕνα λάκκον, κάμνωντας νὰ τὸν σκεπάσωσι, μὲ τόσον χῶμα, ὅσον διὰ νὰ μὴ τὸ καταφάγωσι τὰ θηρία, καὶ τὰ ὄρνεα. Ἀνεκαλέσθη εἰς τὸ Πατριαρχεῖον ὁ γέρων Ἰωσήφ, ἐπανεστράφη εἰς τὰ βασίλεια, ὅθεν ἦτον ἐξόριστος, ἡ Εὐλογία. Ἐσυγχωρήθησαν μετανοήσαντες, ὅσοι ἐφάνησαν ὁμοφρονοῦντες τοῖς Λατίνοις. Τὰ νέα δόγματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀναθεματίσθησαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περισσότερον ἀκόμη ἀπὸ τὸ πρῶτον τὸν ἐμάκρυνεν ἡ Ἀνατολική. Αὕτη ἐστάθη ἡ ἀρχή, καὶ τοῦτο τὸ τέλος τῆς πραγματείας ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Βασιλεὺς Μιχαὴλ ὁ Παλαιολόγος διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν.

52. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως Μιχαήλ, ὅστις βέβαια ἀνεζωογόνησε τῶν Ῥωμαίων τὴν Βασιλείαν, μὲ τὴν βουλήν, καὶ ἀνδρείαν, εἰς τὸν καιρὸν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἀνδρονίκου, ἄρχησαν τὰ πράγματα νὰ κλίνωσι εἰς τὸ χεῖρον διατὶ τότε Ὀθωμάνος ὁποῦ πρῶτος ὠνομάσθη Σουλτάνος τῶν Τουρκῶν, καὶ ἔστησε τὸν βασιλικὸν θρόνον εἰς Προύσαν πόλιν τῆς Βιθυνίας, πολλὰ ἐνόχλησε τὸ βασίλειον τὸ ὁποῖον ἔκδυσεν ἀπὸ πολλοὺς τόπους ἐκ μέρους τῆς Ἀνατολῆς. Καὶ πάλιν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ὀρχάνης μὲ καθημερινὰς νίκας ἐπροχώρησεν ἀπὸ τὴν Ἀσίαν, καὶ τὴν Εὐρώπην λεηλατῶν τὰ τῶν Ῥωμαίων δεινῶς, εἰς τὸν καιρὸν Ἀνδρονίκου τοῦ νέου, ὁποῦ ἐκατέβασε δυναστικῶς ἀπὸ τὴν βασιλείαν τὸν πάππον τὸν Ἀνδρόνικον. Εἰς τὰς ἡμέρας ταύτας ἦτον ἡ βασιλείαν πολλὰ τεθλιμμένη ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, καὶ ἀπὸ ἀποστάτας περισσούς. Τότε ὅτε, καὶ αὐτὸς διὰ φόβον τῶν ἐχθρῶν, καὶ διὰ ἐλπίδα τῆς βοηθείας τῶν Λατίνων, ἔγνω νὰ πραγματευθῇ πάλιν τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν· ὅθεν ἔστειλε πρέσβεις πρὸς μὲν τὸν Βασιλέα τῆς Γαλλίας Φίλιππον ἕνα ἄρχοντα Ἑνετὸν Δάνδολον, πρὸς δὲ τὸν Πάπαν Βενέδεικτον δωδέκατον, τὸν μοναχὸν Βαρλαὰμ ἐκεῖνον, ὁποῦ εἶναι τόσον ὀνομαστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν διὰ τὸ σχῖσμα ὁποῦ ἐπροξένησε, περὶ οὗ πλατύτερον γράφουσιν ὅ,τε Γρηγορᾶς, καὶ Ἰωάννης ὁ Κατακουζηνὸς ὁ ὕστερον βασιλεύσας. Δύο πράγματα ἐπρόβαλεν εἰς τὸν Πάπαν τοῦτος ὁ μοναχός, πρῶτον νὰ παρακινήσῃ ὁ Πάπας τοὺς πρίγκιπας Λατίνους κατὰ Βαρβάρων, μὲ τὸ ὁποῖον ἤθελε τοὺς φιλιώσῃ νὰ τοὺς σύρῃ εἰς τὴν ἕνωσιν· δεύτερον ἐζητησε νὰ γένῃ Σύνοδος Οἰκουμενικὴ ὁποῦ παρόντων πάντων τῶν Ἀνατολικῶν Πατριαρχῶν, ἢ Τοποτηριτῶν αὐτῶν, ἡ ἕνωσις θέλει γένῃ μὲ τρόπον ἀσφαλέστερον παρὰ ὁποῦ ἔγινεν ἐν Λουγδούνῳ. Εἰς ταῦτα ἀπεκρίνατο ὁ Βενέδικτος ἐξ ἐναντίας. Πῶς πρέπει νὰ γένη ἡ ἕνωσις τῶν Ἀνατολικῶν, ἔπειτα ἤθελε παρακινήσῃ τὰ ὅπλα τῶν Λατίνων εἰς βοήθειαν· διὰ Σύνοδον ἔλεγε πῶς δὲν χρειάζεται· ἐπειδὴ καὶ δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ ἐξεταχθοῦν τὰ Δόγματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶναι σαφηνισμένα, καὶ διωρισμένα τόσαις φοραῖς συνοδικῶς.

53. Μὲ τοιαύτην ἀπόκρισιν ἐμίσευσεν ὁ Βαρλαάμ, πλὴν διὰ νὰ γένῃ δοκιμὴ τῆς ποθουμένης ἑνώσεως, ἐμίσευσε συντροφιασμένος μὲ δύο Ἐπισκόπους Λατίνους τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ὁ Πάπας εἰς Κωνσταντινούπολιν διὰ νὰ διαλεχθῶσι μὲ τοὺς Ἀνατολικούς, ἀλλὰ τὴν διάλεξιν ταύτην τὴν ἐμπόδισε Νικηφόρος ὁ Γρηγορᾶς μὲ ἕνα λόγον, ὁποῦ ἔκαμεν ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου, καὶ τῶν περὶ αὐτὸν Ἀρχιερέων, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέδειξε, μετὰ πολλῆς εὐφραδίας μὲ λογαριασμοὺς καὶ μὲ ρητὰ τῶν πατέρων, πῶς εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ περὶ Πίστεως διάλεξις, καὶ πῶς τὰ Δόγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσον σαφῶς διωρισμένα ἐν διαφόροις Συνόδοις, ὁποῦ δὲν μένει πλέον καμμία ἀμφιβολία περὶ αὐτῶν. Καθὼς οὗτος ὁ Νικηφόρος ἦτον τότε, καὶ παρὰ τῷ Βασιλεῖ εἰς μεγάλην τιμήν, καὶ παρὰ τῷ Ἱερῷ καταλόγῳ εἰς μεγάλην ὑπόληψιν πολυμαθείας, ὁ λόγος του ἴσχυσε, καὶ οὕτως ἐπαναστράφησαν οἱ Λατῖνοι Ἐπίσκοποι, καὶ δὲν ἔλαβε κανένα τέλος ἡ πραγματεία, μάλιστα ὁποῦ εἰς ὀλίγον καιρὸν ἀπέθανε καὶ ὁ Βασιλεὺς Ἀνδρόνικος.

54. Ὡς τόσον τὰ πράγματα τῶν Ῥωμαίων ἐξέκλιναν εἰς τὸ χειρότερον καθ᾿ ἑκάστην, ἐξόχως εἰς τὰς ἡμέρας Ἰωάννου Παλαιολόγου υἱοῦ τοῦ ἄνωθεν Ἀνδρονίκου, ὁποῦ ἔλαβε τόσα σκάνδαλα μὲ τὸν ἐπίτροπόν του, καὶ πενθερὸν Ἰωάννην τὸν Καντακουζηνόν, ὅθεν διὰ πολλοὺς χρόνους ἄναπτεν ἀνάμεσόν τους ἕνας αἱμοβόρος, καὶ ἐμφύλιος πόλεμος. Δύο μεγάλους ἐχθροὺς εἶχον οἱ Ῥωμαῖοι, ἀπὸ τὸ ἕνα τὸν Βασιλέα τῶν Τουρκῶν, ὁποῦ ἤθελε νὰ ὑποτάξῃ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ οἱ ἄθλιοι Βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων διὰ νὰ ἐλευθερώσωσιν ἀπὸ τὴν τυραννίδα τὴν βασιλείαν, εὐχαριστήθησαν ἐξ ἀνάγκης νὰ ὑποτάξωσι τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν τῇ δυτικῇ, μὲ τοῦτο τὸ τέλος ἔγιναν αἱ πραγματεῖαι περὶ ἑνώσεως ὁποῦ δὲν ἐτελεσφόρησαν ποτέ, διατὶ ἐκ μέρους τῶν Ῥωμαίων ἐπαρακίνει εἰς τοῦτο ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ἐλπίδα τῆς κατὰ Βαρβάρων βοηθείας, καὶ ἐκ μέρους τῶν Λατίνω, ποτὲ δὲν ἐδόθη τοῖς Ἀνατολικοῖς ἡ ζητουμένη βοήθεια.

55. Δύο πρεσβείας ἔπεμψε πρὸς τὸν Πάπαν ὁ Καντακουζηνὸς μίαν πρὸς τὸν Κλήμεντα ἕκτον, καὶ ἄλλην πρὸς Ἰννοκέντιον ἕκτον, χωρὶς καμμίαν ὠφέλειαν. Ἰωάννης πάλιν ὁ Παλαιολόγος, ἀφ᾿ οὗ ὁ Καντακουζηνὸς ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν βασιλείαν, καὶ ἔγινε μοναχός, ἀναγκασθεὶς ἀπὸ ταῖς πολλαῖς νίκαις Ἀμουράτου Βασιλέως τῶν Τουρκῶν ὁποῦ ἀπέρασεν εἰς Καλλιούπολιν, καὶ μὲ ἕνα πολυάριθμον στράτευμα ἔτρεχε νικητὴς ἕως εἰς τὰς πύλας Κωνσταντινουπόλεως, καὶ διὰ πρεσβείας, καὶ αὐτὸς προσωπικῶς ὑπῆγεν εἰς Ῥώμην, ὁποῦ καθὼς καυχῶνται οἱ Λατῖνοι, ἀγκαλὰ καὶ τὸ πρᾶγμα μένει ἀμφίβολον, ἔδωκε τὴν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως μὲ χρυσόβουλον, ἐζήτει βοήθειαν κατὰ τῶν Βαρβάρων, ἀλλὰ τί; ὄχι μόνον δὲν ἔλαβε καμμίαν βοήθειαν, ἀλλὰ καὶ ἐπαναστρεφόμενος ἀπὸ Ῥώμης, τὸν ἐκράτησαν οἱ χρεωφειλέται εἰς Βενετίαν· ὅθεν δὲν ἤθελεν εὔγῃ ἂν δὲν ἤθελε στείλῃ τὴν πληρωμὴν ὁ υἱός του Μανουήλ, καὶ φθάσας εἰς Κωνσταντινούπολιν πτωχότερος, καὶ ἀδυνατότερος ἀπ᾿ ὅτι ἦτον, ἠναγκάσθη νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν Ἀμουρὰν μὲ συνθήκας πολλὰ ἐπιζημίους, εἰς τόσον ὅτι διὰ προσταγῆς τοῦ Βαρβάρου, ἐτύφλωσε καὶ τὸν πρῶτον του υἱὸν Ἀνδρόνικον, τόν τε δεύτερον Μανουὴλ διάδοχον τῆς βασιλείας, παρέδωκεν ὡς ἐνέχειρον.

56. Ἔφθασεν εἰς τὴν βασιλείαν διεφθαρμένην, καὶ καταπλακωμένην ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ αὐτὸς πλανεμένος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς παρὰ Λατίνων βοηθείας ἐπῆγε προσωπικῶς νὰ τὴν ζητήσῃ εἰς Γαλλίαν παρὰ Καρόλου ἕκτου Ῥηγός, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ἀγγλίαν, ἀλλὰ ὡς ἠργοπόρησεν ἐκεῖ περισσὸν καιρόν, ματαίως ἐνασχολούμενος ἐγύρισεν ἄπρακτος.

57. Ἡ ὑστέρη πραγματεία περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγινεν ἀπὸ Ἰωάννην Παλαιολόγον υἱὸν τοῦ Μανουήλ, εἰς ἕνα καιρόν, ὁποῦ ἀπὸ ὅλον τὸ βασίλειον δὲν ἔμεινε σχεδὸν ἄλλο παρὰ ἡ Κωνσταντινούπολις, καὶ τὰ πράγματα τῶν Ῥωμαίων εὑρίσκοντο εἰς ἐσχάτην ταλαιπωρίαν. Εὐγένιος τέταρτος Πάπας ἐκράτησε Σύνοδον ἐν Φερραρίᾳ, ἡ ὁποία, ἐτελείωσεν ὅμως ἐν Φλωρεντίᾳ, μὲ τοῦτον τὸν σκοπὸν δηλαδὴ διὰ ν᾿ ἀνατρέψῃ τὰ γενόμενα ἐν Κωνσταντίᾳ, καὶ Βασιλείᾳ, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεπον ὁλότελα τοῦ Πάπα τὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ νὰ σύρῃ τοὺς Ἀνατολικοὺς ἀπὸ τὸ μέρος του πλανεμένους μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς βοηθείας, τῆς ὁποίας τότε μάλιστα ἐχρειάζετο τὸ βασίλειον. Τί νὰ ἔγινεν εἰς τὴν σύνοδον ταύτην, ὁπῦ ἐσυνῆλθον, ὅ,τε βασιλεὺς Ἰωάννης, Δημήτριος ὁ δεσπότης, Ἰωσὴφ ὁ Πατριάρχης μὲ πολλοὺς Ἀρχιερεῖς, καὶ κληρικούς, καὶ τί νὰ ἠκολούθησεν ὕστερον; γράφει καταλεπτῶς εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Συνόδου ταύτης Σύλβεστρος ὁ Συρόπουλος, μέγας Ἐκκλησιάρχης, καὶ Δικαιοφύλαξ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁποῦ ἦτον εἰς ὅλα παρών, καὶ ξεσκεπάζει τὸν σκοπόν, καὶ τὸν δόλον τῶν Λατίνων, καὶ τὴν κατεπείγωσαν ἀνάγκην τῶν Ἀνατολικῶν. Τί δὲ ἠκολούθησεν; ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος, καὶ τὰ πραχθέντα ἐν αὐτῇ, ἐκηρύχθη ἄκυρος εἰς ἄλλην Σύνοδον γενομένην ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐπὶ Κωνσταντίνου Βασιλέως ἀδελφοῦ Ἰωάννου, βοήθεια δὲ οὐδὲ μία ἐδόθη παρὰ Λατίνων, οἵτινες μάλιστα ἐστέκοντο ὀκνοὶ θεαταὶ εἰς τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ὁποῖαν ἐκαταπολέμησε Μωάμεθ ὁ δεύτερος γενόμενος κύριος πάσης τῆς Βασιλείας τῶν Ῥωμαίων. Τέτοιας λογῆς μένει ἕως τῆς σήμερον τὸ σχῖσμα ἀναμέσον τῶν Ἐκκλησιῶν, τὰς ὁποίας ἄμποτε νὰ ἑνώση μὲ ἄλυτον δεσμόν, ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Τέλος τοῦ πρώτου βιβλίου.

*
* *

Ἕως ᾧδε περιέχεται ἡ πέτρα σκανδάλου, δηλαδὴ τὰ αἴτια τοῦ σχίσματος τῶν δύπ Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, λέγω, καὶ Δϋσεως. Τὸ ἑπόμενον περιέχει τὰς πέντε κυρίας διαφοράς, ὁποῦ διαχωρίζουσι τὰς αὐτὰς Ἐκκλησίας.

ΠΗΓΗ