«Κατήχησις πρὸς τοὺς Φωτιζομένους, περὶ Ἐνανθρωπήσεως».


genesis1«Ἰωσήφ, υἱὸς Δαβίδ, μὴ φοβηθεῖς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναίκα σου. Τὸ γαρ εν αυτὴ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν ἁγίου. Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἴνα πληρωθεῖ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος. Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρι ἔξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὁ ἐστι μεθερμηνευόμενον «μεθ’ ἠμῶν ὁ Θεός»».


Ἁγνείας σύντροφοι καὶ σωφροσύνης μαθηταί, ἃς ἀνυμνήσωμε μὲ ἀγνισμένα χείλη τὸν Θεὸν ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν Πάναγνον Παρθένον. Ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε καταξιωθῆ νὰ μεταλάβωμε τὴν σάρκα τοῦ νοητοῦ προβάτου, ἐλᾶτε νὰ μεταλάβωμε τὴν κεφαλὴν καὶ τοὺς πόδες. Ὡς κεφαλὴν νὰ ἐννοήσωμε τὴν Θεότητα καὶ ὡς πόδες νὰ ἐκλάβωμε τὴν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἀκροαταὶ τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων, ἃς πεισθοῦμε στὸν θεολόγον Ἰωάννην, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ εἶπε «Ἐν ἀρχὴ ἣν ὁ Λόγος καὶ ὁ Λόγος ἣν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἣν ὁ Λόγος», προσέθεσε. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Πράγματι, δὲν εἶναι εὐσεβὲς οὔτε νὰ τὸν προσκυνοῦμε ὡς ἁπλὸν ἄνθρωπο, οὔτε νὰ τὸν εὐλογοῦμε μόνον Θεὸν χωρὶς τὴν ἀνθρωπίνην φύση Του. Διότι ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ὅπως βεβαίως καὶ εἶναι, ἀλλὰ δὲν ἀνέλαβε τὴν ἀνθρωπίνη φύση, τότε δὲν ἔχουμε καμμίαν σχέση μὲ τὴν σωτηρία. Νὰ τὸν προσκυνοῦμε μὲν ὡς Θεόν, ἀλλὰ νὰ πιστεύωμε ὅτι καὶ ἐνηνθρώπησε. Διότι οὔτε νὰ τὸν ὁμολογοῦμε ἄνθρωπο χωρὶς τὴν Θεότητα μᾶς ὀφελεῖ, οὔτε τὸ νὰ μὴν ὁμολογοῦμε ὅτι μαζὶ μὲ τὴν θείαν φύσιν ἔχει καὶ τὴν ἀνθρωπίνη, ἠμπορεῖ νὰ μᾶς σώση. Ἃς ὁμολογήσωμε τὴν παρουσία τοῦ Βασιλέως καὶ ἰατροῦ. Διότι ὁ Βασιλεὺς Ἰησοῦς, προκειμένου νὰ μᾶς θεραπεύση, ἐζώσθη ἀντὶ στολῆς διακονητοῦ, τὴν ἀνθρωπίνη φύση καὶ θεράπευσε τὴν ἀσθένειά μας. Ὁ τέλειος διδάσκαλος τῶν νηπίων, ἔγινε μαζί μας νήπιο γιὰ νὰ σοφίση τοὺς ἀνοήτους. Ὁ ἐπουράνιος ἄρτος κατέβη στὴν γῆ, γιὰ νὰ θρέψει τοὺς πεινασμένους.

Καὶ οἱ γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν Ἰουδαίων, ἀρνούμενοι αὐτὸν ποὺ ἦλθε, προσδοκοῦν τὸν κακῶς ἐρχόμενον. Ἀπεξενώθησαν ἀπὸ τὸν ἀληθινὸν Χριστόν, καὶ περιμένουν οἱ πλανημένοι τὸν πλάνον. «Ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετε μέ, ἐὰν δὲ ἄλλος ἔλθη ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίω, ἐκεῖνον λήψεσθε».

Καλὸν ἀκόμη εἶναι νὰ ἀπευθύνωμε καὶ μίαν ἐρώτηση στοὺς Ἰουδαίους: Ἀληθεύει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ὅταν λέγη πῶς ὁ Ἐμμανουὴλ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ Παρθένον ἢ ψεύδεται; Ἐὰν τὸν κατηγοροῦν ὅτι ψεύδεται, αὐτὸ δὲν εἶναι θαυμαστόν, ἀφοῦ εἶναι συνηθισμένοι ὄχι μόνο νὰ κατηγοροῦν τοὺς Προφῆτες ὡς ψεῦστες, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς λιθοβολοῦν. Ἐὰν ὅμως ὁ Προφήτης λέγει τὴν ἀλήθεια, δείξετε τὸν Ἐμμανουήλ, καὶ πεῖτε μας: αὐτὸς ποῦ πρόκειται νὰ ἔλθη, ὁ προσδοκώμενος ἀπό σας, θὰ γεννηθῆ ἀπὸ Παρθένον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν δὲν γεννᾶται ἀπὸ παρθένο, τότε κατηγορεῖτε τὸν Προφήτην ὡς ψεύστη. Ἂν ὅμως προσδοκᾶτε νὰ συμβῆ αὐτὸ στὸ μέλλον, γιὰ ποῖον λόγον ἀπορρίπτετε αὐτὸ ποῦ ἤδη ἔγινε;

Ἃς πλανῶνται λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι, ἀφοῦ τὸ θέλουν, καὶ ἃς δοξάζεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διότι ἐμεῖς παραδεχόμεθα ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἀληθῶς ἔγινεν ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ μεσολαβήση σαρκικὴ ἐπιθυμία, ὅπως λέγουν οἱ αἱρετικοί. Ἀλλὰ ἐνηνθρώπησε, ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιον, μὲ τὴν συνέργεια τῆς Παρθένου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι κατὰ φαντασίαν, ἀλλὰ πραγματικῶς. Καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἀληθῶς ἐνηνθρώπησε, περίμενε τὴν συνέχεια τοῦ λόγου καὶ θὰ λάβης σὲ λίγο τὶς ἀποδείξεις. Διότι εἶναι πολύπλοκος ἡ πλάνη τῶν αἱρετικῶν, καὶ ἄλλοι μὲν λέγουν ὅτι κατὰ κανένα τρόπον δὲν ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον, ἄλλοι δὲ ὅτι ἐγεννήθη βεβαίως, ὄχι ὅμως ἀπὸ Παρθένον, ἀλλὰ ἀπὸ γυναίκα ποὺ ἦλθε σὲ σχέση μὲ ἄνδρα. Ἄλλοι πάλι λέγουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεὸς ποὺ ἐνηνθρώπησε, ἀλλὰ ἄνθρωπος ποὺ ἐθεοποιήθη. Ἐτόλμησαν δηλαδὴ νὰ εἴπουν ὅτι δὲν ἦταν ὁ προϋπάρχων Λόγος ποὺ ἐνηνθρώπησε, ἀλλὰ κάποιος ἄνθρωπος ποὺ προέκοψε πολὺ στὴν ἀρετή, καὶ ἔλαβεν ὡς ἔπαθλο τὴν θέωση. Σὺ ὅμως μνημόνευσε ὅσα ἔχουμε εἰπεῖ γιὰ τὴν Θεότητα, πίστευσε ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθη πάλιν ἀπὸ τὴν Παρθένο. Νὰ πεισθῆς σ’ αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἠμίν». Ὁ μὲν Λόγος βεβαίως εἶναι αἰώνιος, ἀφοῦ ἐγεννήθη πρὸ πάντων των αἰώνων ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὴν δὲ σάρκα τὴν ἀνέλαβε προσφάτως γιὰ νὰ μᾶς σώση. Ἀλλὰ πολλοὶ προβάλλουν ἀντιρρήσεις καὶ λέγουν: Ποία τόσο μεγάλη ἀνάγκη ἔκανε τὸν Θεὸ νὰ κατέλθη μέχρι τὴν ἀνθρωπίνη φύση; Και εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ συναναστραφῆ ἡ Θεία φύσις μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἢ νὰ γεννήση παρθένος χωρὶς συνάφειαν ἀνδρός; Ἐμπρὸς λοιπόν, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλὲς ἀντιρρήσεις καὶ ἡ μάχη εἶναι πολύπλευρος, ἃς διαλύσωμε μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν παρόντων κάθε μία χωριστά.

Καὶ πρῶτα ἃς ἐξετάσωμε για ποιὸν λόγο κατῆλθε στὴ γῆν ὁ Ἰησοῦς. Καὶ μὴν προσέξης στὶς ἰδικές μου εὐρεσιολογίες, διότι μὲ αὐτὲς ἴσως ἐξαπατηθῆς. Μὴν πιστέψης στὰ λεγόμενα, ἐὰν δὲν ἀκούσης γιὰ καθένα ἀπὸ τὰ γεγονότα κάποιαν μαρτυρία προφητικήν. Ἐὰν δὲν μάθεις καὶ περὶ τῆς Παρθένου καὶ τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου ἀπὸ τὶς Θεῖες Γραφές, μὴ παραδεχθῆς κανενὸς ἀνθρώπου τὴν μαρτυρία. Διότι αὐτὸν ποὺ βλέπει κανεὶς ἐνώπιόν του νὰ διδάσκει, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ὑποπτευθῆ. Ποῖος ὅμως, ἐὰν διαθέτη κοινὸν νοῦν, ἠμπορεῖ νὰ θεωρήση ὕποπτον ἐκεῖνον ποὺ ἔχει προφητεύσει πρὶν ἀπὸ χίλια καὶ περισσότερα χρόνια;

Ἐὰν λοιπὸν ζητῆς την αιτία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, νὰ καταφύγης στὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Γραφῆς. Σὲ ἕξι ἡμέρες ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον. Ὁ κόσμος ὅμως ἔγινε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Πράγματι καί, ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος ἀκτινοβολεῖ μὲ τὶς λαμπρότατες ἀκτίνες του, ἔγινε γιὰ νὰ φωτίζη τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τα ζῶα γιὰ νὰ μᾶς ὑπηρετοῦν ἐδημιουργήθησαν. Τὰ φυτὰ καὶ τὰ δένδρα ἐκτίσθησαν γιὰ τὴν ἰδικὴ μᾶς ἀπόλαυση. Ὅλα τα δημιουργήματα καλὰ καὶ ὡραία εἶναι, κανένα ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, παρὰ μόνον ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἥλιος ἐδημιουργήθη μόνο μὲ τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἐπλάσθη μὲ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ μὲ ἰδιαιτέραν ἐνέργεια καὶ ἐπιμέλεια: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν. Ἐὰν ἡ ξύλινη εἰκόνα τοῦ ἐπιγείου βασιλέως τιμᾶται, πόσο μᾶλλον ἡ λογικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ πλάσμα, τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχόρευε μέσα στὸν Παράδεισο, τὸ ἔβγαλεν ἀπὸ ἐκεῖ ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου. Καὶ ἔχαιρεν ὁ ἐχθρὸς γιὰ τὴν πτῶσιν ἐκείνου ποὺ αὐτὸς ἐφθόνησε. Μήπως ἄραγε σὺ ἤθελες νὰ ἐξακολουθῆ νὰ χαίρεται αἰωνίως ὁ ἐχθρός; Αὐτός, ἐπειδὴ δὲν ἐτόλμησε τότε νὰ πλησιάση τὸν ἄνδρα, ποὺ ἦταν ἰσχυρός, ἐπλησίασε τὴν Εὔαν, ὡς ἀσθενεστέραν, ἡ ὁποία ἦταν ἀκόμη παρθένος, διότι ὁ «Ἀδὰμ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναίκα αὐτοῦ» μετὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἔξωση ἀπὸ τὸν Παράδεισον.

Δεύτεροι διάδοχοί του ἀνθρωπίνου γένους ἦταν ὁ Κάιν καὶ ὁ Ἄβελ. Ὁ Κάιν ἦταν καὶ ὁ πρῶτος ἀνθρωποκτόνος. Ἔπειτα ἐπηκολούθησε ὁ κατακλυσμὸς ἐξ αἰτίας τῆς πολλῆς κακίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀργότερα κατῆλθε πῦρ ἐπάνω στοὺς Σοδομίτες γιὰ τὴν παρανομία τους. Ἔπειτα ἀπὸ χρόνια ἐξέλεξεν ὁ Θεὸς τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς διεστράφη, καὶ ἔτσι τὸ ἐκλεκτὸν γένος ἐτραυματίσθη. Πράγματι, τὴν στιγμὴν ποὺ ὁ Μωυσῆς παρίστατο ἐνώπιόν του Θεοῦ ἐπάνω στὸ Ὅρος, κάτω ὁ λαὸς προσκυνοῦσε ἀντὶ τοῦ Θεοῦ τὸν μόσχον. Τὴν ἐποχὴν τοῦ νομοθέτου Μωυσέως, ὁ ὁποῖος εἶπε το «Μὴ μοιχεύσης», κάποιος ἄνδρας ἐτόλμησε νὰ εἰσέλθη σὲ ἕνα καμίνι καὶ νὰ πράξη τὴν ἀκολασία. Μετὰ τὸν Μωυσῆ ἀπεστάλησαν Προφῆτες γιὰ νὰ θεραπεύσουν τὸν Ἰσραήλ, ἀλλὰ δὲν κατώρθωναν νὰ νικήσουν τὴν πνευματικήν του ἀσθένεια, καὶ θρηνοῦσαν γι’ αὐτό, ὥστε κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς νὰ λέγη: «οἶμοι ὅτι ἀπολωλεν εὐλαβὴς ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ὁ κατορθῶν ἐν ἀνθρώποις οὒχ ὑπάρχει». Καὶ πάλιν: «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Καὶ πάλιν: «ἀρὰ καὶ κλοπὴ καὶ μοιχεία καὶ φόνος ἐκκέχυται ἐπὶ τῆς γῆς», «τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας ἔθυσαν τοῖς δαιμονίοις» «οἰωνίζοντο καὶ ἐκληδονίζοντο (ἠσχολοῦντο δηλαδὴ μὲ οἰωνοὺς καὶ μάγια)».

Πολὺ βαθειὰ λοιπὸν προχωρημένο καὶ ἐκτεταμένο τὸ τραῦμα τῆς ἀνθρωπότητος. «Ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἣν αὐτῶ ὁλοκληρία. Οὐκ ἣν μάλαγμα ἐπιθεῖναι (δὲν ἦταν δυνατὸν δηλαδὴ νὰ θεραπευθῆ μὲ κατάπλασμα) οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους». Καὶ ἔλεγαν κατόπιν οἱ Προφῆτες, θρηνώντας καὶ ὑποφέροντας γι’ αὐτὴν τὴν κατάσταση. «Τὶς δώσει ἐκ Σιῶν τὸ σωτήριον»; Καὶ ἄλλος Προφήτης παρακαλοῦσε λέγοντας: «Κύριε κλῖνον οὐρανοὺς καὶ καταβηθι», τὰ τραύματα τῆς ἀνθρωπότητος ὑπερβαίνουν τὶς θεραπευτικές μας ἱκανότητες. «Τοὺς Προφήτας σου ἀπέκτειναν καὶ τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν». Ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ διορθωθῆ τὸ κακό, μόνο σὺ ἠμπορεῖς νὰ τὸ διορθώσης.

Καὶ ὁ Κύριος ἐπήκουσε τῆς δεήσεως τῶν Προφητῶν. Δὲν παρέβλεψε ὁ Πατέρας τὸ γένος μας ποὺ ἐχάνετο. Ἐξαπέστειλε ἰατρὸν ἀπὸ τὸν Οὐρανόν, τὸν Κύριον, τὸν Υἱόν Του… Ὅταν δηλαδὴ ἀπεδείχθη ἡ δική μας ἀδυναμία, ἀνέλαβεν ὁ Κύριος νὰ κάνη αὐτὸ ποὺ ἐπιζητοῦσε ὁ ἄνθρωπος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἤθελε νὰ ἀκούση κάποιον ὅμοιό του, ἀνέλαβε τὴν ἰδικὴν μᾶς φθαρτὴν φύσιν ὁ Σωτήρ, ὥστε νὰ παιδαγωγηθοῦν πιὸ ἀποτελεσματικὰ οἱ ἄνθρωποι.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος. Ὁ Χριστὸς ἦλθε κοντά μας γιὰ νὰ βαπτισθῆ, καὶ νὰ ἁγιάση τὸ Βάπτισμα. Ἦλθε γιὰ νὰ θαυματουργήση περιπατώντας στὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης. Ἐπειδὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγε καὶ ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω», ἀνέλαβεν ὁ Κύριος το σῶμα, ὥστε ἡ θάλασσα, ὅταν τὸν ἰδῆ, νὰ τὸν δεχθῆ ἐπάνω της, καὶ ὁ Ἰορδάνης νὰ τὸν ὑποδεχθῆ ἀφόβως. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι μία αἰτία, ὑπάρχει ὅμως καὶ δευτέρα.

Ὁ θάνατος ἦλθε στὸν κόσμο διὰ παρθένου, τῆς Εὕας. Ἔπρεπε διὰ παρθένου, ἢ μᾶλλον ἀπὸ παρθένο, νὰ φανερωθῆ καὶ ἡ ζωή, ὥστε καθὼς ἐκείνην τὴν εἶχεν πατήσει ὁ ὄφις, ἔτσι καὶ αὐτὴν νὰ τὴν εὐαγγελισθῆ ὁ Γαβριήλ.

Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἐγκατέλειψαν τὸν Θεόν, ἐδημιούργησαν ἀνθρωπόμορφα εἴδωλα. Ἐπειδὴ λοιπὸν μέσα στὴν πλάνη τοὺς οἱ ἄνθρωποι προσκυνοῦσαν ψευδῆ μορφὴν ἀνθρώπου, ἔγινεν ὁ Θεὸς ἀληθῶς ἄνθρωπος, ὥστε νὰ διαλυθῆ τὸ ψεῦδος. Ὁ διάβολος εἶχε χρησιμοποιήσει ὡς ὄργανον ἐναντίον μᾶς τὴν σάρκα. Καὶ αὐτὸ γνωρίζοντας ὁ Παῦλος λέγει: «Βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμω τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντα μὲ» καὶ τὰ λοιπά. Μὲ τὰ ἴδια λοιπὸν ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς πολεμοῦσε ὁ διάβολος, μὲ αὐτὰ ἀκριβῶς καὶ ἔχουμε σωθῆ. Ἀνέλαβεν ὁ Κύριος ἀπὸ ἐμᾶς τὴν ἰδικὴ μᾶς φύση, ὥστε νὰ τῆς δώση ὅ,τι τῆς ἔλειπε, τὴν πλουσίαν χάρη. Γιὰ νὰ γίνη ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων ἡ ἁμαρτωλός, Θεοῦ κοινωνός. Καὶ ἔτσι «ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις». Ἐπρεπεν ὁ Κύριος νὰ πάθη ὑπὲρ ἠμῶν. Δὲν θὰ τολμοῦσε ὅμως ὁ διάβολος νὰ τὸν πλησιάση, ἐὰν τὸν ἀνεγνώριζε. Τὸ σῶμα δηλαδὴ ἔγινε δόλωμα γιὰ τὸν θάνατον, ὥστε ὁ δράκοντας, ἐνῶ ἤλπιζε ὅτι θὰ τὸν καταπιή, νὰ ἐμέση καὶ ὅσους εἶχεν ἤδη καταπιή. «Κατέπιε γὰρ ὁ θάνατος ἰσχύσας» καὶ «ἀφεῖλεν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ προσώπου παντός», εἶχε προείπει ὁ Ἠσαΐας. Μήπως ὁ Χριστὸς ματαίως ἔγινεν ἄνθρωπος; Μήπως οἱ διδασκαλίες τοῦ εἶναι ρητορικὰ ἐφευρήματα καὶ ἀνθρώπινα σοφίσματα; Δὲν εἶναι οἱ θεῖες Γραφὲς ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία; Ἐκεῖ μέσα δὲν συναντοῦμε τὶς προρρήσεις τῶν Προφητῶν; Κράτα, λοιπόν, σὲ παρακαλῶ σταθερὰ μέσα σου αὐτὴν τὴν παρακαταθήκη, καὶ κανεὶς ἃς μὴ σὲ μετακινήση. Πίστευε ὅτι ἀληθῶς ὁ Θεὸς ἔγινεν ἄνθρωπος.

Τὸ ὅτι ἦταν λοιπὸν δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ γίνη ἄνθρωπος ἔχει ἀποδειχθῆ. Ἂν ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι ἀκόμη ἀπιστοῦν, θὰ τοὺς κάνωμε τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: Τί παράδοξο κηρύττουμε λέγοντας ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινεν ἄνθρωπος, ἀφοῦ σεῖς οἱ ἴδιοι λέγετε ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ὑπεδέχθη τὸν Κύριον; Τί παράδοξο κηρύττουμε ἀφοῦ καὶ ὁ Ἰακὼβ λέγει: «εἶδον γὰρ Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή». Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐφιλοξενήθη καὶ ἔφαγε στὴν σκηνὴν τοῦ Ἀβραάμ, ἔφαγε καὶ μαζί μας. Τί τὸ παράδοξον λοιπὸν κηρύττουμε; Ἔχουμε ὅμως νὰ παρουσιάσωμε καὶ δύο μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν στὸ ὅρος Σινὰ ἐνώπιόν του ἰδίου τοῦ Κυρίου. Ὁ Μωυσῆς, ὅταν εὐρίσκετο μέσα στὴν ὀπὴ τοῦ βράχου, καὶ ὁ Ἠλίας ἀργότερα, ποὺ τὸν εἶδε ἐπίσης μέσα στὴν ὀπὴ ἑνὸς σπηλαίου. Ἐκεῖνοι παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή του καὶ στὸ Ὅρος Θαβὼρ καὶ «ἔλεγον τοῖς μαθηταῖς τὴν ἔξοδον, ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ». Ἀλλὰ ὅπως προεῖπα, ἔχει ἀποδειχθῆ ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ λάβη ὁ Θεὸς τὴν ἀνθρωπίνη φύση. Ἃς ἀφήσωμε λοιπὸν νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὶς ἀποδείξεις ἐκεῖνοι ποὺ ἀρέσκονται νὰ ἐπανέρχωνται συνεχῶς στὰ ἴδια.

Ἔχουμε ὅμως ὑποσχεθῆ νὰ ὁμιλήσωμε καὶ γιὰ τὸν χρόνο, καὶ γιὰ τὸν τόπο τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναχωρήσωμε ἀπὸ ἐδῶ, κατηγορούμενοι γιὰ ψεῦδος, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ βοηθήσωμε τοὺς νέους βλαστοὺς τῆς Ἐκκλησίας νὰ φύγουν ἀπὸ ἐδῶ πιὸ ἑδραιωμένοι στὴν πίστη. Ἃς ἀναζητήσωμε λοιπὸν τὸν χρόνο, πότε δηλαδὴ ἦλθε ἐδῶ ὁ Κύριος. Ἐπειδὴ ἡ παρουσία τοῦ εἶναι πρόσφατος καί, γι’ αὐτὸ ἀμφισβητεῖται, καὶ ἀκόμη ἐπειδὴ «Χριστὸς Ἰησοῦς χθὲς καὶ σήμερον εἶναι ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας». Λέγει λοιπὸν ὁ Προφήτης Μωυσῆς. «Προφήτην ὑμὶν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὡς ἐμέ». Ἃς ἀφήσωμε πρὸς τὸ παρόν το «ὡς ἐμὲ» γιὰ νὰ ἐξετασθῆ ἐκεῖ ποὺ πρέπει. Ἀλλὰ πότε θὰ ἔλθη αὐτὸς ὁ προσδοκώμενος Προφήτης; Ἀνάτρεξε, λέγει, σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχω γράψει. Ἐρεύνησε μὲ προσοχὴν τὴν προφητεία ποὺ εἶπε ὁ Ἰακὼβ πρὸς τoν Ἰούδα: «Ἰούδα, σὲ αἰνέσαισαν (θὰ σὲ ὑμνήσουν) οἱ ἀδελφοί σου», καὶ τὰ ὑπόλοιπα, γιὰ νὰ μὴν τὰ εἰποῦμε ὅλα. Καὶ στὴν συνέχεια «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ (ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του δηλαδὴ) ἕως ἂν ἔλθη ὢ ἀποκεῖται, (αὐτὸς στὸν ὁποῖον ἔχει ἐπιφυλαχθῆ), καὶ αὐτὸς προσδοκία» ὄχι τῶν Ἰουδαίων, ἀλλὰ «Ἐθνῶν». Τὸ ὅτι λοιπὸν ἔπαυσε ἡ ἐξουσία τῶν Ἰουδαίων εἶναι σημεῖον τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν τώρα δὲν εὐρίσκωνται ὑπὸ τὴν ἐξουσία τῶν Ρωμαίων, δὲν ἔχει ἔλθει ἀκόμη ὁ Χριστός. Ἐὰν τοὺς κυβερνᾶ ἀπόγονός του Ἰούδα καὶ τοῦ Δαυϊδ, δὲν ἦλθεν ἀκόμη ὁ προσδοκώμενος. Καὶ ἐντρέπομαι νὰ ὁμιλῶ γιὰ τὰ πρόσφατα γεγονότα ποὺ συνέβησαν σ’ αὐτούς, σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ὀνομάζουν τώρα πατριάρχες. Ποία δηλαδὴ εἶναι ἡ καταγωγή τους καὶ ποία ἡ μητέρα τους. Τὰ ἀφήνω γι’ αὐτοὺς ποὺ τὰ γνωρίζουν. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἐρχόμενος, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ποῖον ἄλλο σημεῖο ἔχει ἄραγε; Λέγει στὴν συνέχεια ἡ Γραφὴ «δεσμεύων πρὸς ἄμπελον τὸν πῶλον (τὸν νεαρὸν ὄνον δηλαδὴ) αὐτοῦ». Βλέπεις καὶ ἐδῶ σαφῶς τὸν πῶλο, τὸν ὁποῖο προανήγγειλεν ὁ Ζαχαρίας, καὶ ἐχρησιμοποίησεν ὁ Ἰησοῦς.

Ἀλλὰ ζητεῖς καὶ ἄλλην μαρτυρία γιὰ τὸν χρόνο τῆς παρουσίας του; «Κύριος εἶπε πρὸς μέ. Υἱός μου εἰ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε», καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο λέγει «ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ράβδω σιδηρᾶ». Εἶπα καὶ προηγουμένως ὅτι ράβδος σιδηρᾶ ὀνομάζεται σαφῶς ἡ βασιλεία τῶν Ρωμαίων. Σχετικῶς μὲ αὐτὴν ἃς ξαναθυμηθοῦμε τὸ χωρίον τοῦ Προφήτου Δανιήλ. Ὅταν δηλαδὴ ἐδιηγεῖτο καὶ ἐξηγοῦσε στὸν Ναβουχοδονόσορα τὴν εἰκόνα τοῦ ἀδριάντος, ἀναφέρει καὶ ὅλη τὴν ὀπτασία ποὺ εἶχε δεῖ γι’ αὐτόν, καὶ «λίθον ἄνευ χειρὸς ἐξ ὅρους τμηθέντα», ὁ ὁποῖος δὲν κατεσκευάσθη ἀπὸ ἄνθρωπο, καὶ θὰ ἐπικρατήση σὲ ὅλην τὴν οἰκουμένην. Καὶ λέγει καθαρώτατα ὅτι «καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασιλειῶν ἐκείνων ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τὸν αἰώνα οὐ διαφθαρήσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ λαῶ ἐτέρω οὒχ ὑπολειφθήσεται (δὲν θὰ ἔχη διαδοχὴν δηλαδή, θὰ εἶναι αἰώνιος)».

Ζητοῦμε ὅμως νὰ μᾶς ἀποδείξης μὲ ἀκόμη μεγαλυτέραν διαφάνεια τὸν χρόνο τῆς ἐλεύσεώς του, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι δύσπιστος, καὶ ἐὰν δὲν τοῦ ὑπολογίσης καὶ τὴν ἀκριβῆ χρονολογία, δὲν πιστεύει στὰ λεγόμενα. Ποῖος εἶναι λοιπὸν ὁ καιρὸς καὶ ποῖος ὁ χρόνος; Ὅταν παύσουν πλέον νὰ ὑπάρχουν βασιλεῖς ἀπὸ τὴν γενεὰν τοῦ Ἰούδα καὶ βασιλεύση στὸ ἑξῆς ἀλλόφυλος, ὁ Ἡρώδης δηλαδή. Λέγει λοιπὸν ὁ ἄγγελος στὸν Δανιήλ: «Σὺ δὲ μοὶ σημείωσαι τὰ λεγόμενα, καὶ γνώσει καὶ συνήσεις (θὰ κατανοήσης δηλαδή). Ἀπὸ ἐξόδου λόγου τοῦ ἀποκριθῆναι (ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐκδοθῆ διάταγμα) τοῦ ἀνοικοδομηθῆναι Ἱερουσαλὴμ ἕως Χριστοῦ ἡγουμένου, ἑβδομάδες ἑπτὰ καὶ ἑβδομάδες ἑξήκοντα δύο». Ἑξήντα ἐννέα ὅμως ἑβδομάδες ἐτῶν ἀπαριθμοῦν τετρακόσια ὀγδόντα τρία ἔτη. Εἶπε λοιπὸν ὅτι ἀφοῦ περάσουν τετρακόσια ὀγδόντα τρία ἔτη ἀπὸ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐκλείψουν οἱ ἄρχοντες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα, τότε ἔρχεται βασιλεὺς ἀλλόφυλος, στὶς ἡμέρες τοῦ ὁποίου θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός. Ὁ Δαρεῖος λοιπὸν ὁ Μῆδος τὴν ἀνοικοδόμησε κατὰ τὸ ἕκτον ἔτος τῆς βασιλείας του, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸ πρώτον ἔτος τῆς ἑξηκοστῆς ἕκτης Ὀλυμπιάδος τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν Ὀλυμπιάδα τὸν ἀγώνα ποὺ τελεῖται κάθε τέσσερα χρόνια χάριν τῆς ἡμέρας ποὺ συμπληρώνεται κάθε τετραετία. Διότι, σύμφωνα μὲ τὴν πορεία τοῦ ἡλίου, περισσεύουν κάθε ἔτος τρεῖς ὧρες. Ὁ Ἡρώδης λοιπὸν ἐβασίλευσε τὸ τέταρτον ἔτος τῆς ἑκατοστῆς ὀγδοηκοστῆς ἕκτης Ὀλυμπιάδος. Ἀπὸ τὴν ἑξηκοστὴν ἕκτη λοιπὸν μέχρι τὴν ἑκατοστὴν ὀγδοηκοστὴν ἕκτη μεσολαβοῦν ἑκατὸν εἴκοσι Ὀλυμπιάδες καὶ κάτι ἀκόμη. Οἱ ἑκατὸν εἴκοσι λοιπὸν Ὀλυμπιάδες ἀντιστοιχοῦν σὲ τετρακόσια ὀγδόντα ἔτη. Τὰ ὑπόλοιπα τρία ἔτη ἴσως εἶναι αὐτὰ ποὺ περιλαμβάνονται μεταξύ του πρώτου καὶ τοῦ τετάρτου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐβασίλευσε ὁ Ἡρώδης. Ἔχεις λοιπὸν τὴν ἀπόδειξη σύμφωνο μὲ αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ Γραφή, ὅτι «ἀπὸ ἐξόδου λόγου τοῦ ἀποκριθῆναι καὶ τοῦ οἰκοδομηθῆναι Ἱερουσαλήμ, ἕως Χριστοῦ ἡγουμένου, ἑβδομάδες ἑπτὰ καὶ ἑβδομάδες ἑξήκοντα δύο», δηλαδὴ τετρακόσια ὀγδόντα τρία ἔτη. Ἔχεις λοιπὸν τώρα πλέον τὴν ἀπόδειξη τῆς χρονολογίας ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι ποὺ δίδουν τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα μὲ βάση τὶς ἑβδομάδες τῶν ἐτῶν γιὰ τὶς ὁποῖες προεῖπεν ὁ Δανιήλ.

Ἄκου τώρα τί λέγει ὁ Μιχαίας, σχετικὰ μὲ τὸν τόπο τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου. «Καὶ σὺ Βηθλεὲμ οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ, μὴ ὀλιγοστὸς εἰ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα (δὲν ἔχεις οὔτε χιλίους κατοίκους δηλαδή). Ἔκ σοῦ γὰρ μοὶ ἐξελεύσεται ἡγούμενος τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ αἳ ἔξοδοι αὐτοῦ (ἡ ἐξουσία τοῦ δηλαδὴ) ἀπ’ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος». Ἤδη ὅμως γνωρίζεις, ἀφοῦ εἶσαι Ἱεροσολυμίτης, ὅτι καὶ στὸν ἑκατοστὸν τριακοστὸν πρώτον ψαλμὸν ἀναφέρεται ἡ περιοχὴ στὴν ὁποία θὰ γεννηθῆ ὁ Μεσσίας. «Ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Εὐφραθά, εὔρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ». Καὶ πράγματι, μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ τόπος αὐτὸς ἦταν δασώδης. Ἤκουσες πάλι τὸν Ἀββακοὺμ ποὺ λέγει πρὸς τὸν Κύριον. «Ἐν τῷ ἐγγίζειν τὰ ἔτη ἐπιγνωσθήση, ἐν τῷ παρεῖναι τὸν καιρὸν ἀναδειχθήση». Καὶ ποιὸν εἶναι τὸ σημεῖον, ὢ Προφήτα, τοῦ ἐρχομένου Κυρίου; Καὶ αὐτὸς συνεχίζει: «ἐν μέσω δύο ζώων (ἀνάμεσά σε δύο ζωὲς δηλαδὴ) γνωσθήση». Λέγει δηλαδὴ σαφῶς πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι θὰ ἔλθης κοντά μας ἔνσαρκος, θὰ ζήσης τὴν μία ζωή, θὰ ἀποθάνης, καὶ ἀφοῦ ἀναστηθῆς θὰ ζήσης πάλι.

Καὶ ἀπὸ ποιὸ περιχῶρο τῆς Ἱερουσαλὴμ ἔρχεται; Ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, τὴν Δύσι, τὸν Βορρᾶ, τὸν Νότο; Εἰπὲ μᾶς ἀκριβῶς. Καὶ αὐτὸς ἀποκρίνεται σαφέστατα καὶ λέγει: «ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμᾶν ἤξει (θὰ ἔλθει ἀπὸ τὸν Νότο, διότι Θαιμᾶν ἑρμηνεύεται νότος) καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὅρους (Φαρᾶν) κατασκίου (σκιεροῦ) δασέος». Πράγμα μὲ τὸ ὁποῖον συμφωνεῖ καὶ ὁ Ψαλμωδός, ὁ ὁποῖος εἶπεν «εὔρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ (στὴ δασώδη πεδιάδα)».

Τώρα λοιπὸν ζητοῦμε ἀπὸ ποιὸν ἔρχεται καὶ πῶς ἔρχεται. Αὐτὸ μας τὸ λέγει ὁ Ἠσαΐας. «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρι λήψεται, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως ἀντιλέγουν σ’ αὐτὰ (διότι ἔχουν συνηθίσει ἀπὸ παλαιὰ νὰ ἀντιδροῦν κακοπροαίρετα στὴν ἀλήθεια), καὶ ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Προφήτης δὲν ἔγραφε «ἡ παρθένος» ἀλλὰ «ἡ νεάνις» (ἡ κόρη δηλαδή). Ἀλλὰ ἐγώ, καὶ ἂν δεχθῶ ὡς ὀρθὸν αὐτὸ ποὺ λέγουν, καταλήγω πάλι στὴν ἰδίαν ἀλήθεια. Διότι πρέπει νὰ τοὺς ἐρωτήσωμε: Πότε φωνάζει μία παρθένος ποῦ βιάζεται; Καλεῖ σὲ βοήθεια πρὶν τὴν διαφθείρουν ἢ μετά; Ἂν λοιπὸν σὲ ἄλλο σημεῖο ἡ Γραφὴ λέγει «ἐβόησεν ἡ νεάνις καὶ οὐκ ἣν ὁ βοηθῶν αὐτήν, ἄραγε δὲν ἀναφέρεται σὲ παρθένον; Καὶ γιὰ νὰ μάθης σαφέστερα ὅτι στὴν θεία Γραφὴ καὶ ἡ παρθένος ὀνομάζεται νεάνις, ἄκου τί λέγει τὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν γιὰ τὴν Ἀβισὰκ τὴν Σουναμίτιδα. «Καὶ ἣν ἡ νεάνις καλὴ (ὡραία) σφόδρα» καὶ τὸ ὅτι ἐξελέγη καὶ προσεφέρθη στὸν Δαυίδ, ἐπειδὴ ἦταν παρθένος, ἔχει σαφῶς ὁμολογηθῆ.

Λέγουν ὅμως πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι, ὅτι αὐτὸ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Προφήτη στὸν Ἄχαζ γιὰ τὸν Ἐζεκία. Ἃς ἀναγνώσωμε λοιπὸν τὴν Γραφή. Λέγει ὁ Θεὸς στὸν Ἄχαζ. «Αἴτησαι σεαυτῶ σημεῖον παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου εἰς βάθος τῆς γῆς ἢ εἰς ὕψος τοῦ οὐρανοῦ». Αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ παράδοξο, διότι σημεῖον εἶναι τὸ ὕδωρ ποὺ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴν πέτρα, ἡ θάλασσα ποὺ διεχωρίσθη, ὁ ἥλιος ποὺ ἐστράφη ὀπίσω καὶ τὰ παρόμοια. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξο σημεῖο το νὰ συλλάβη μιὰ νέα, ἀλλὰ τὸ νὰ παραμείνη παρὰ ταῦτα παρθένος. Αὐτὰ ὅμως ποὺ θὰ λεχθοῦν στὴν συνέχεια, θὰ ἐλέγξουν φανερώτερα τοὺς Ἰουδαίους. Γνωρίζω ὅτι λέγω πολλά, καὶ οἱ ἀκροαταὶ ἔχουν κουρασθῆ. Ἀνεχθεῖτε ὅμως τὸ πλῆθος τῶν λόγων, ἐπειδὴ λέγονται γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τυχαία πράγματα. Αὐτὸ λοιπὸν ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Ἠσαΐαν, ὅταν ἐβασίλευεν ὁ Ἄχαζ, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευσε μόνο δέκα ἕξι ἔτη, καὶ ἡ προφητεία ἐλέχθη πρὸς αὐτὸν κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν τῶν ἐτῶν. Ἔτσι τὴν ἀντίρρηση τῶν Ἰουδαίων τὴν καταρρίπτει ὁ ἴδιος ὁ Ἐζεκίας, ὁ υἱὸς καὶ διάδοχός του Ἄχαζ, ὁ ὁποῖος ὅταν ἔγινε βασιλεὺς ἦταν εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ προφητεία ἐλέχθη μέσα στὰ δέκα ἕξι προηγούμενα ἔτη, ὁ Ἐζεκίας εἶχε γεννηθῆ ἐννέα ἔτη πρὶν τὴν προφητεία. Ποία ἀνάγκη λοιπὸν ὑπῆρχε νὰ λεχθῆ ἡ προφητεία γι’ αὐτὸν ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη γεννηθῆ, πρὶν ἀπὸ ἐννέα ἔτη καὶ μάλιστα ὁ πατέρας τοῦ Ἄχαζ δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη βασιλεύς; Διότι δὲν εἶπεν ὅτι «ἐν γαστρι ἔλαβεν ἡ παρθένος» ἀλλὰ ὅτι «λήψεται (θὰ συλλάβη δηλαδὴ)» ἀφοῦ ὁμίλησε προγνωστικῶς…

Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐθνικοὶ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι μᾶς χλευάζουν, καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἦταν ἀδύνατον ὁ Χριστὸς νὰ γεννηθῆ ἀπὸ παρθένο. Τοὺς ἐθνικοὺς κατ’ ἀρχὴν θὰ τοὺς ἀποστομώσωμε ἀπὸ τοὺς ἰδίους τους μύθους των. Σεῖς λοιπὸν οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν λίθοι ριπτόμενοι νὰ μεταβάλλωνται σὲ ἀνθρώπους, πῶς ἰσχυρίζεσθε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γεννήση παρθένος; Σεῖς ποῦ μυθολογεῖτε ὅτι ἔχει γεννηθῆ θυγατέρα ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο τοῦ πατέρα της, πῶς λέγετε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γεννηθῆ υἱὸς ἀπὸ παρθενικὴν γαστέρα; Σεῖς ποῦ ἰσχυρίζεσθε ψευδῶς ὅτι ὁ Διόνυσος ἐκυοφορήθη ἀπὸ τὸν μηρὸν τοῦ Διός σας, πῶς ἀπορρίπτετε τὴν ἰδικὴ μᾶς ἀλήθεια; Γνωρίζω ὅτι μὲ αὐτὰ ποὺ λέγω ὑποτιμῶ τὸ πνευματικὸν ἐπίπεδό του ἀκροατηρίου αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀνέφερα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν μυθολογία τους ὥστε, ὅταν χρειασθῆ, νὰ τοὺς ἐντροπιάσης ἐσὺ μὲ τὰ ἰδικά τους. Πρὸς δὲ τοὺς Ἰουδαίους ἀπάντησε μὲ τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: Ποῖον εἶναι δύσκολο, νὰ γεννήση μία γυναίκα ἡλικιωμένη καὶ στείρα, στὴν ὁποίαν ἔχουν ἐκλείνει οἱ προϋποθέσεις τῆς γονιμότητος, ἢ μία νεαρὰ παρθένος; Στείρα ἦταν ἡ Σάρρα, καὶ ἐνῶ τὸ γεννητικό της σύστηνα εἶχε παύσει νὰ λειτουργῆ, ἐγέννησε μὲ τρόπον ὑπερφυσικό. Καὶ τὸ νὰ γεννήση λοιπὸν στείρα, καὶ τὸ νὰ γεννήση παρθένος εἶναι ξένο πρὸς τὴν φύση. Ἢ θὰ ἀπορρίψης λοιπὸν καὶ τὰ δύο ἢ θὰ δεχθῆς καὶ τὰ δύο. Διότι ὁ ἴδιος Θεὸς εἶναι ποὺ πραγματοποίησε καὶ ἐκεῖνο στὴν στείρα καὶ τοῦτο στὴν Παρθένο.

[Πολλὰ ἄλλα θαυμαστὰ γεγονότα ἠμποροῦμε νὰ ὑπενθυμίσωμε ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν Ἰουδαίων], ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν πείθονται μὲ αὐτά, ἐὰν δὲν πληροφορηθοῦν πειστικῶς μὲ ἄλλες παρόμοιες καὶ παράδοξες περιπτώσεις ἀντιθέτων πρὸς τὴν φύση τοκετῶν. Ὑπόβαλέ τους λοιπὸν τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: Ἡ Εὕα, ἡ πρώτη γυναίκα, ἀπὸ ποιὸν ἐγεννήθη; Ποία μητέρα τὴν συνέλαβε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη γυναίκα; Ἀπαντᾶ ἡ Γραφή, ὅτι ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ. Ἄραγε λοιπὸν ἡ μὲν Εὕα ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἀνδρὸς χωρὶς μητέρα, ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῆ παιδὶ ἄνευ ἀνδρὸς ἀπὸ παρθενικὴν γαστέρα; Τὴν χρεωστοῦσε στοὺς ἄνδρες τὸ γένος τοῦ θήλεος αὐτὴ τὴν χάρη, διότι ἡ Εὕα ἐγεννήθη ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ συλληφθῆ ἀπὸ μητέρα, ἀλλὰ προῆλθε μόνον ἀπὸ ἄνδρα. Ἀνταπέδωσε λοιπὸν ἡ Μαρία τὸ χρέος τῆς χάριτος, γεννώντας μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὴν συμμετοχὴν ἀνδρός, ἀλλὰ ἀφθόρως, μόνη της, «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου».

Ἃς ἀναφέρωμε ὅμως καὶ τὸ ἀκόμη μεγαλύτερο θαῦμα. Διότι τὸ νὰ γεννηθοῦν σώματα ἀπὸ ἄλλα σώματα, ἂν καὶ παράδοξον, εἶναι ὅμως δυνατόν. Τὸ νὰ γίνη ὅμως τὸ χῶμα τῆς γῆς ἄνθρωπος, αὐτὸ εἶναι θαυμαστότερον. Τὸ νὰ σχηματισθοῦν οἱ χιτῶνες τῶν ὀφθαλμῶν μόνον ἀπὸ μίγμα πηλοῦ καὶ νὰ δέχωνται τὶς φωτεινὲς ἀκτίνες, αὐτὸ εἶναι ἐπίσης θαυμαστότερον. Τὸ νὰ δημιουργῆται ἀπὸ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ χῶμα καὶ ἡ σκληρότης τῶν ὀστῶν καὶ ἡ ἁπαλότης τῶν πνευμόνων, καὶ οἱ διάφορες ἄλλες μορφὲς καὶ δομὲς τῶν μελῶν, αὐτὸ εἶναι τὸ θαυμαστόν. Τὸ νὰ λάβη ζωὴν ὁ πηλὸς καὶ νὰ περιέρχεται αὐτοκινήτως τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ οἰκοδομῆ, αὐτὸ εἶναι τὸ θαυμαστόν. Τὸ νὰ διδάσκη ὁ πηλὸς καὶ νὰ ὁμιλῆ, νὰ κτίζη καὶ νὰ βασιλεύη, αὐτὸ εἶναι τὸ θαυμαστόν. Ὢ ἀμαθέστατοι Ἰουδαῖοι, ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔγινεν ὁ Ἀδάμ; Δὲν «ἔλαβεν ὁ Θεὸς χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς» καὶ ἐπλασεν αὐτὸ τὸ θαυμάσιον πλάσμα; Ἔπειτα, ὁ πηλὸς ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῆ σὲ ὀφθαλμό, καὶ ἡ παρθένος νὰ γεννήση δὲν ἠμπορεῖ; Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες ἠμπορεῖ νὰ γίνη, καὶ αὐτὸ ποῦ εἶναι σχεδὸν σ’ αὐτὰ τὰ πλαίσια δὲν γίνεται;

Ἃς κρατοῦμε αὐτὰ στὴν μνήμη μας, ἀδελφοί. Αὐτὰ τὰ ὄργανα ἃς χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ ἀμυνώμεθα. Νὰ μὴν ἀνεχώμεθα τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν ὅτι εἶναι φανταστικὴ ἡ ἕνωσις τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστόν. Ἃς περιφρονήσωμε καὶ αὐτοὺς ποὺ λέγουν πὼς ἡ γέννησις τοῦ Σωτῆρος ἔγινε μὲ τὴν συνέργεια ἀνδρὸς καὶ γυναικός, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ εἰποῦν ὅτι προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὴν Μαρία, ἐπειδὴ γράφει «καὶ παρέλαβε τὴν γυναίκα αὐτοῦ». Ἃς ἐνθυμηθοῦμε τὸν Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος πρὶν λάβη τὴν Ραχὴλ ἔλεγε στὸν Λάβαν: «Ἀπόδος τὴν γυναίκα μου». Ὅπως δηλαδὴ ἐκείνη ὀνομάζετο γυναίκα τοῦ Ἰακώβ, πρὶν ἀκόμη τὸν γάμο καὶ μόνο μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ εἶχε δοθῆ, ἔτσι καὶ ἡ Μαρία, ἅπαξ καὶ ἐμνηστεύθη ὀνομάζετο γυναίκα τοῦ Ἰωσήφ. Καὶ πρόσεξε τὴν ἀκρίβεια τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ λέγει «ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἔκτω ἀπεστάλη ὁ Ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ἧς ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ὢ ὄνομα Ἰωσὴφ» καὶ τὰ λοιπά. Καὶ πάλιν, ὅταν ἦταν ἡ ἀπογραφή, καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀνέβη γιὰ νὰ ἀπογραφή, τί λέγει ἡ Γραφή; «Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τὴ μεμνηστευμένη αὐτῶ γυναικὶ οὔση ἐγκύω». Ἦταν ἔγκυος λοιπόν. Δὲν εἶπεν ὅμως «τὴ γυναικὶ αὐτοῦ», ἀλλὰ «τὴ μεμνηστευμένη αὐτῶ». Πράγματι, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, «ἑξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ», ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ὄχι ἀπὸ ἄνδρα καὶ γυναίκα, ἀλλὰ «γενόμενον ἐκ γυναικὸς» μόνον, ποὺ σημαίνει ἀπὸ παρθένο. Τὸ ὅτι καὶ ἡ παρθένος λέγεται γυναίκα τὸ προαπεδείξαμε. Ἀπὸ παρθένο λοιπὸν ἐγεννήθη ὁ παρθενοποιὸς τῶν ψυχῶν.

Ἀλλὰ ἀπορεῖς μὲ αὐτὸ τὸ γεγονός; Καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ποὺ τὸν ἐγέννησε εὐρίσκετο σὲ ἀπορία. Ἐπειδὴ λέγει πρὸς τὸν Γαβριήλ: «Πῶς ἔσται μοὶ τοῦτο, ἐπεῖ ἄνδρα οὐ γινώσκω;». Καὶ αὐτὸς ἀπαντᾶ: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σε, καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοί. Διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται, Υἱὸς Θεοῦ». Ἄχραντος καὶ ἀρρύπαρος ἡ γέννησις. Διότι ὅπου πνέει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐξαφανίζεται κάθε μολυσμός. Εἶναι ἀρρύπαρος ἡ ἔνσαρκος γέννησις τοῦ Μονογενοῦς ἀπὸ τὴν Παρθένο. Καὶ ἂν ἀντιδροῦν οἱ αἱρετικοὶ πρὸς τὴν ἀλήθεια, θὰ τοὺς ἐλέγξη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Θὰ ἀγανακτήση ἡ Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἡ ὁποία ἐπεσκίασε τὴν Παρθένο. Θὰ ἔλθουν ἀντιμέτωποι μὲ τὸν Γαβριὴλ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Θὰ τοὺς καταισχύνη ὁ τόπος τῆς Φάτνης, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τὸν Δεσπότη. Θὰ καταθέσουν ὡς μάρτυρες οἱ ποιμένες ποὺ εὐηγγελίσθησαν τότε, καὶ ἡ στρατιὰ τῶν ἀγγέλων ποὺ ἔψαλλαν καὶ ὑμνοῦσαν καὶ ἔλεγαν. «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῶ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Θὰ μαρτυρήσουν ὁ Ναός, στὸν ὁποῖον ὁδηγήθη τὴν τεσσαρακοστὴν ἡμέρα. Τὰ ζεύγη τῶν τρυγόνων ποὺ προσεφέρθησαν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὁ Συμεών, ὁ ὁποῖος τότε τὸν ἐνηγκαλίσθη καὶ ἡ Προφήτις Ἄννα ποὺ ἦταν παροῦσα. Ἀφοῦ λοιπὸν μαρτυρεῖ ὁ Θεὸς καὶ συμμαρτυρεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὁ Χριστὸς λέγει: «Τί μὲ ζητεῖτε ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον oς τὴν ἀλήθειαν ὑμὶν λελάληκα», ἃς κλείσουν τὰ στόματά τους οἱ αἱρετικοὶ ποὺ ἀντιλέγουν στὴν ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι ἔρχονται σὲ διαφωνία μὲ αὐτὸν ποὺ λέγει: «ψηλαφήσατε μὲ καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα, σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα». Ἃς προσκυνήσωμε τὸν Κύριο ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένο, καὶ ἃς μάθουν οἱ παρθένοι τὸ ἔπαθλο τῆς πολιτείας των. Ἃς μάθη καὶ τῶν μοναχῶν το τάγμα τὴν δόξα τῆς ἁγνότητος. Διότι δὲν ἔχουμε στερηθῆ τὸ ἀξίωμα τῆς ἁγνότητος. Στὴν γαστέρα τῆς Παρθένου ἔμεινεν ὁ Σωτήρ, ἐννέα μῆνες καὶ ἔγινεν ὁ Κύριος ἄνδρας τριάντα τριῶν ἐτῶν. Ὥστε ἂν ἡ Παρθένος καυχᾶται γιὰ τὸ διάστημα τῶν ἐννέα μηνῶν ποὺ τoν ἐκράτησε μέσα της, πολὺ περισσότερον ἐμεῖς ποὺ τὸν εἴχαμε τόσο πολλὰ ἔτη κοντά μας.

Ἃς τρέξωμε λοιπὸν ὅλοι, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, στὸν δρόμο τῆς ἁγνότητος, «νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων», ὄχι ζωντας μὲ ἀκολασίες, ἀλλὰ ὑμνώντας τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ μὴν ἁγνοήσωμε τὴν δόξα τῆς ἁγνότητος, διότι εἶναι ἀγγελικὸς ὁ στέφανος καὶ ὑπεράνθρωπόν το κατόρθωμα. Ἃς σεβασθοῦμε τὰ σώματα, ποὺ μέλλουν «νὰ λάμψουν ὡς ὁ Ἥλιος». Μὴ μολύνωμε γιὰ μία στιγμιαίαν ἡδονὴ τὸ σῶμα, ποὺ ἔχει τοιαύτην καὶ τόσο μεγάλην ἀξία. Πράγματι, ἡ ἁμαρτία εἶναι σύντομος καὶ προσωρινή, ἡ ἐκτροπὴ ὅμως εἶναι πολυετὴς καὶ αἰώνιος. Ἄγγελοι ποὺ περιπατοῦν ἐπάνω στὴν γῆ εἶναι ὅσοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἁγνότητα. Οἱ παρθένοι θὰ εὐρίσκωνται μαζὶ μὲ τὴν Παρθένο Μαρία.

Ἃς ἐξορισθῆ κάθε καλλωπισμὸς καὶ κάθε ὀλέθριον βλέμμα, κάθε βάδισμα συρόμενο καὶ κάθε ἔνδυμα καὶ ἄρωμα προκλητικόν. Ἃς εἶναι γιὰ ὅλους μας ἄρωμα ἡ εὐωδία τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀγαθῶν πράξεων καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν σωμάτων, ὥστε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν Παρθένον, νὰ εἰπῆ καὶ γιὰ μᾶς, τοὺς ἄνδρες ποὺ ζοῦν μὲ ἁγνότητα, καὶ τὶς γυναῖκες ποὺ στεφανώνονται γι’ αὐτήν: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεὸς καὶ αὐτοὶ ἔσονται μοὶ λαός». Ὢ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

[4ος αἰὼν - Κατηχήσεις Ἁγίου Κυρίλλου (ΙΒ' πρὸς τοὺς Φωτιζομένους, Ἐκδόσεις Ἑτοιμασία), σέλ. 214. Από τὸ βιβλίο "Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον", σελὶς 609 καὶ ἑξῆς. Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς]

Πηγή: www.alopsis.gr 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *