νικηφορος θεοτοκηςἩ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Θείας Λειτουργίας.
Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον Κεφ. Ε. 1 – 11

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἐγένετο ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι Αὐτῶ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ Αὐτὸς ἣν ἐστῶς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἐστώτα παρὰ τὴν λίμνην. Οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν, ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβᾶς δὲ εἰς ἕν των πλοίων, ὁ ἣν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. Καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα: ἐπαναγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεῖς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῶ: Ἐπιστάτα, δὶ’ ὅλης της νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν’ ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί Σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ. Διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἐτέρω πλοίω, τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς. Καὶ ἦλθον καὶ ἐπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων: ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμι, Κύριε’ θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τους σὺν αὐτῶ ἐπὶ τῇ ἄγρα τῶν ἰχθύων ἡ συνέλαβον’ ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἱ ἤσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς: μὴ φοβοῦ, ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα, ἠκολούθησαν Αὐτῶ.

Ἀπόδοση.

Ἐκείνη τὴν ἐποχή, καθὼς τὰ πλήθη συνωστίζονταν γύρω του γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, κι ἐκεῖνος στεκόταν στὴν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, εἶδε δύο ψαροκάικα στὴν ἄκρη τῆς λίμνης. Οἱ ψαράδες εἶχαν κατέβει ἀπ’ αὐτὰ καὶ ἐπλεναν τὰ δίχτυα. Ἐκεῖνος ἀνέβηκε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ψαροκάικα, σ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα, καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τραβηχτεῖ λίγο ἀπὸ τὴν ξηρά. Κάθισε στὸ ψαροκάικο καὶ ἀπ’ αὐτὸ δίδασκε τὰ πλήθη. Ὅταν τελείωσε τὴν ὁμιλία του, εἶπε στὸ Σίμωνα: « Πήγαινε στὰ βαθιὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυά σας γιὰ ψάρεμα». Ὁ Σίμων τοῦ ἀποκρίθηκε: «Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα παιδευόμασταν καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε• ἐπειδὴ ὅμως τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ». Τὸ ἔριξαν κι ἐπίασαν πάρα πολλὰ ψάρια, τόσα ποὺ τὸ δίχτυ τοὺς ἄρχισε νὰ σκίζεται. Μὲ νεύματα εἰδοποίησαν τοὺς συνεταίρους τους, ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο νὰ ἔρθουν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Ἐκεῖνοι ἦρθαν καὶ γέμισαν καὶ τὰ δύο ψαροκάικα σὲ σημεῖο ποὺ νὰ κινδυνεύουν νὰ βυθιστοῦν. Ὅταν ὁ Σίμων Πέτρος εἶδε τί ἔγινε, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «Βγὲς ἀπὸ τὸ καΐκι μου, Κύριε, γιατί εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός». Αὐτὰ τὰ εἶπε γιατί εἶχε κυριευτεῖ ἀπὸ δέος, αὐτὸς καὶ ὅλοι ὅσοι ἦταν μαζί του, γιὰ τὰ πολλὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, ποὺ ἦταν συνεργάτες τοῦ Σίμωνα. Ὁ Ἰησοῦς τότε εἶπε στὸ Σίμωνα: «Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύεις ἀνθρώπους». Ὕστερα, ἀφοῦ τράβηξαν τὰ ψαροκάικα στὴ στεριά, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ τὸν ἀκολούθησαν.

Ἐπιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.


Ὁμιλία Νικηφόρου Θεοτόκη, Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχὰν καὶ Σταυρουπόλεως, περὶ τοῦ ὅτι ἡ τήρησις τῶν θείων ἐντολῶν εἶναι χορηγὸς καὶ τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν.

Δύο προστάγματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἤσαν μαζί του. «Χαλάσατε (ρίψετε δηλαδὴ) τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν», καί, «δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Οἱ μαθηταί, ὑπακούοντας προθύμως, στὸ μὲν πρώτον εἶχαν ἐπιτυχίαν, ἐπίασαν δηλαδὴ ἀναρίθμητον πλῆθος ἰχθύων, ὑπακούοντας δὲ εὐθὺς καὶ στὸ δεύτερον, ἔγιναν συνθρόνοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἐπαρκῶς, ὅτι ὅσοι ὑποτάσσονται στὰ θεία προστάγματα, ὄχι μόνον κληρονομοῦν τὴν αἰώνιαν βασιλείαν, ἀλλὰ γίνονται εὐτυχεῖς καὶ σὲ αὐτὴν τὴν πρόσκαιρον ζωήν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁρισμένοι, στοχαζόμενοι ὅτι τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ προπάτορος, ἐξωρίσθη σ’ αὐτὴν τὴν γῆ γιὰ νὰ πάσχει πάντοτε καὶ νὰ τιμωρεῖται, νομίζουν ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι καὶ τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποβλέπουν καθόλου στὴν εἰρηνικὴν καὶ εὐτυχῆ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὸν κόσμον αὐτόν, ἀλλὰ ἀφοροῦν εἰδικῶς καὶ μόνον στὴν ψυχικὴν σωτηρία μας, γι’ αὐτὸ εἶναι ὠφέλιμο νὰ λαλήσωμε σήμερα κατὰ τῆς πεπλανημένης αὐτῆς γνώμης, καὶ νὰ δείξωμε ὅτι αὐτὴ ἐναντιώνεται ὄχι μόνον στὴν διδασκαλία τῶν θείων Γραφῶν καὶ στὰ ἱστορούμενα καὶ βλεπόμενα παραδείγματα, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὸν τὸν ὀρθὸν λόγον.
Εἶναι ἀναρίθμητά τα ρητά των θείων Γραφῶν τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται στοὺς ἐργάτες τῶν θείων ἐντολῶν ἀμοιβὲς ἐπουρανίους, συγχρόνως δὲ καὶ ἐπιγείους.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἦλθε στὸν κόσμον ὄχι «ἴνα καταλύσει, ἀλλὰ ἴνα πληρώσει τὸν νόμον», δηλαδὴ γιὰ νὰ διδάξει τὰ μαθήματα τῆς τελειότητος, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχονται στὸν νόμον, ὑπεσχέθη φανερὰ καὶ ὅλα τα ἀγαθά της γῆς σὲ ὅσους διὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς ζητοῦν τὴν κληρονομίαν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ: «Ζητεῖτε», εἶπε, «πρώτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμίν». Ὀμιλώντας δὲ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι γιὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ἐγκαταλείπουν ὑπάρχοντα καὶ συγγενεῖς, ἐκήρυξε καὶ ἀποφασιστικῶς ἐβεβαίωσεν ὅτι αὐτοὶ λαμβάνουν τὶς ἀμοιβὲς καὶ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμον: «Ἀμὴν λέγω ἠμίν, οὐδεὶς ἐστὶν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφᾶς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, ἐὰν μὴ λάβει ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῶ τοῦτο». Ὅποιος πιστεύει στὸν Θεόν, καὶ εἶναι πεπεισμένος ὅτι τὰ λόγια τῶν θείων Γραφῶν εἶναι λόγια Θεοῦ, ἐκεῖνος, ἀκούοντας αὐτά, δὲν ἔχει καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι γιὰ τὴν ὑπακοὴ στὰ θεία προστάγματα λαμβάνουμε διπλὴ τὴν μισθαποδοσίαν, ἐπίγειον καὶ οὐράνιον, πρόσκαιρον καὶ αἰώνιον.

Καὶ ἰδοὺ ἕνα παράδειγμα ποὺ αὐξάνει τὴν βεβαιότητα αὐτῆς τῆς ἀληθείας: Προστάσσει ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραὰμ λέγοντας: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἂν σοὶ δείξω». Ὁ Ἀβραὰμ ἐπίστευσε καὶ ὑπήκουσε, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε πλοῦτον πολύν. Ἀληθῶς ἡ ἁμαρτία τοῦ προπάτορος, μᾶς κατέστησε φθαρτοὺς καὶ μᾶς ἐξώρισεν ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἀληθῶς γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ προπάτορος ὁ Θεὸς κατηράσθη τὴν γῆν καὶ εἶπεν: «Ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου». Εἶπεν «ἐν λύπαις φαγῆ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου». Εἶπεν «Ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοί». Ναί, ἀληθῶς, ἀλλὰ γιατί αὐτό; Εἶναι φανερὸν ὅτι γιὰ τὴν ἁμαρτίαν. Ἐὰν λοιπὸν λείψει ἡ ἁμαρτία, καὶ ἀντὶ αὐτῆς ἔλθει ἡ ἀρετή, ἄραγε πάλι καὶ μετὰ τὴν ἀρετὴν ἡ γῆ ἐπικατάρατος καὶ λύπαι καὶ ἄκανθαι καὶ τρίβολοι; Ὄχι. Ἡ ἀρετὴ ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο στὴν κατάσταση τοῦ προπάτορος τὴν προπτωτικήν. Ἐκείνη δὲ ἡ κατάστασις εἶναι ἡ κατάστασις τῆς εὐλογίας, τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀνέσεως. Σ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὐρίσκετο ὁ Δαβὶδ ὅταν ἔπραττε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ἔπραξε τὴν ἁμαρτίαν, τότε ἠσθάνθη τὴν κατάραν τῆς γῆς, καὶ τὶς λύπες καὶ τὶς ἄκανθες καὶ τοὺς τριβόλους της. Γι’ αὐτό, ἰκετεύοντας μετὰ δακρύων ἔλεγεν: «Ἀπόδος μοὶ τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ». Αὐτὸ τὸ ἡγεμονικὸν Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἔρχεται πάλι στὴν καρδία τοῦ μετὰ τὴν ἀρετήν. Αὐτὸ τὸν κάνει ἀνώτερον ἀπὸ ὅλα τα γήινα, αὐτὸ τὸν πείθει νὰ τὰ θεωρεῖ ὅλα σὰν ἀπορρίματα.

Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, εἶναι φανερὸν ὅτι ὅποιος θέλει τὰ ἀγαθά του κόσμου τούτου, ἐκεῖνος πρέπει νὰ περιπατεῖ τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς. Ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἄθλιοι πιστεύουμε καὶ πειθόμεθα ὅτι τρέχοντας στοὺς κρημνοὺς τῆς ἀπωλείας, ἐκεῖ εὑρίσκουμε τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν της παρούσης ζωῆς. Ὁ πανάγαθος Θεὸς ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους τὸν νόμον τοῦ ὁδηγὸν πρὸς τὴν εὐτυχίαν, καὶ τὸν διεμέρισε σὲ δέκα Ἐντολές. Λάτρευε, λέγει, καὶ ἀγάπα μόνον τὸν ἀληθινὸν Θεόν, καὶ ποτὲ νὰ μὴν προσκυνήσεις, οὔτε νὰ λατρεύσεις τὴν κτίση. Ἐμεῖς λησμονοῦμε τὸν Θεόν, καὶ ἀφιερώνουμε τὶς καρδιές μας στὰ κτίσματα, δηλαδὴ στοὺς ἀγρούς, στοὺς ἀμπελῶνες, στοὺς κήπους, στὰ κειμήλια. Ἐμεῖς προσκυνοῦμε ὡς Θεὸν τoν χρυσὸ καὶ τὸ ἀργύριον. Μὴν ὁρκίζεσαι, λέγει ὁ Θεός, στὸ ὄνομά μου. Ἐμεῖς σχεδὸν κάθε μέρα καὶ γιὰ πράγματα εὐτελέστατα κάνουμε ὅρκους καὶ φυλαττόμενους καὶ ἀθετούμενους, καὶ ἀληθεῖς καὶ ψευδεῖς. Φύλαττε τὴν ἑορτήν, λέγει ὁ Θεός. Καὶ ἐμεῖς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν ὄχι μόνον δὲν ἐρχόμεθα στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ ἀκούσωμε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, νὰ ζητήσωμε τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, καὶ νὰ τὸν δοξολογήσωμε γιὰ τὶς ἀμέτρητες εὐεργεσίες του, ὄχι μόνον πωλοῦμε καὶ ἀγοράζουμε καὶ ἐργαζόμεθα κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ἀλλὰ περιμένουμε τὶς ἑορτὲς γιὰ νὰ λύσωμε τὸν χαλινὸν τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς σωφροσύνης, καὶ ἔτσι νὰ ἐκτελέσωμε κάθε ἁμαρτία. Καὶ παροργίζοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν Βασιλέα τῆς δόξης, ἐλπίζουμε μακρότητα ἡμερῶν καὶ πλοῦτον πολὺν καὶ δόξαν μεγαλοπρεπῆ καὶ τὰ λοιπὰ ἀγαθά της γῆς. Ὢ πλάνη σατανική!

Καὶ ἄλλη ὅμως πλάνη, χειροτέρα ἀπὸ αὐτὴν κατακυριεύει πολλούς. Πιστεύουν πολλοὶ ὅτι ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθά του κόσμου. Ὁ πολιτικός, λέγουν, γίνεται στὸν κόσμον αὐτὸν εὐτυχής. Ὅμως, γιὰ νὰ εἰποῦμε τὴν ἀλήθειαν φανερά, πολιτικὸς εἶναι ὁ ὑποκριτής, ὁ κόλαξ, ὁ δόλιος, ὁ ψεύστης, ὁ πανοῦργος καὶ πονηρός. Ἡ δὲ ἐπιστήμη ποὺ καλεῖται πολιτική, καὶ τόσον ἐπαινεῖται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θαυμάζεται, εἶναι τέχνη φανερὰ διαβολική.

Ἀκούσετε καὶ ἄλλην, τρίτην πλάνην, χειροτέραν ἀπὸ τὶς πρῶτες. Πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ ἀκριβὴς τήρησις τοῦ νόμου ἐμποδίζει τὴν ἀπόλαυση τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν. Πῶς ἠμπορεῖ, λέγουν, ὁ ἡγεμὼν ἢ ὁ ἄρχοντας νὰ εὐτυχεῖ στὴν διοίκηση τοῦ κράτους του, ἐὰν μερικὲς φορὲς δὲν καταφεύγει στὸ ψεῦδος καὶ στὴν ἀδικίαν, παρακινούμενος ἀπὸ τὶς περιστάσεις; Ἐὰν ὁ ἔμπορος ἀποφεύγει τοὺς ὅρκους, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην, οὔτε κερδίζει οὔτε πλουτίζει. Ἐὰν ὁ τεχνίτης ἀπέχει ἀπὸ τὴν δολιότητα, γίνεται πτωχὸς καὶ δυστυχής.
Ἄνθρωπε πεπλανημένε, πῶς δὲν καταλαβαίνεις τὴν ἀπάτην σου καὶ τοὺς παραλογισμούς σου;

Ἀλλὰ ἐμεῖς βλέπουμε, λέγετε, ὅτι ὁρισμένοι τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ καὶ ὅμως δυστυχοῦν, ἐνῶ πολλοί τους παραβαίνουν καὶ ὅμως ζοῦν εὐτυχισμένοι. Γιὰ μὲν τοὺς πρώτους σας ἀποκρίνεται ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, λέγοντας: «τὶς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῶ;», δηλαδή, κανεὶς δὲν γνωρίζει τὰ ἀπόκρυφά του ἀνθρώπου. Ἀλλὰ μήπως ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐσὺ νομίζεις δίκαιον καὶ ἅγιον εἶναι ὑποκριτὴς καὶ ψεύστης, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι; Μήπως αὐτὸς εἶναι ἄλλος Ἰώβ, ποὺ δοκιμάζεται ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ μὲ τὴν δοκιμὴν καθαρίζεται καὶ εὐλογεῖται; Πράγματι, ὁ Θεὸς δοκιμάζει τοὺς δικαίους «ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίω», καὶ αὐτοὶ «ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται». Διότι ὁ Θεὸς τοὺς ηὖρεν ἀξίους του ἐαυτοῦ Του, καὶ τοὺς στέφει βασιλεῖς τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ, ὅπου θὰ ἀναλάμψουν ὡς φωστῆρες.

Γιὰ δὲ τοὺς δευτέρους, σοῦ ἀποκρίνεται, ὁ Προφητάναξ λέγοντας: «Μὴ παραζήλου ἐν πονηρευομένοις μηδὲ ζήλου τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν», διότι «ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται». Ὁ ἄδικος πλοῦτος φθείρεται ταχέως ὡσὰν τὰ χόρτα. Ἡ εὐτυχία ἡ ἄνομος διασκορπίζεται ὡσὰν τὸν καπνόν. Σήμερα βλέπεις τὸν παράνομον νὰ εὐτυχεῖ, νὰ ὑπερυψώνεται σὰν τὶς κέδρους τοῦ Λιβάνου, καὶ αὔριο ἐξαφανίζεται ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς σου αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ εὐτυχία του. Τὸν ἀναζητεῖς καὶ οὔτε τὴν κατοικία τοῦ εὑρίσκεις. Παρόμοιες μεταβολὲς βλέπουμε καθημερινῶς. Βλέπουμε ὁρισμένους νὰ πίπτουν ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς εὐτυχίας στὴν ἄβυσσον τῶν δυστυχημάτων. Ἀκοῦμε δὲ καὶ τὴν φωνὴν τοῦ Παντοκράτορος νὰ κηρύσσει: «Ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ, σκορπίζει», καὶ ὅμως σὰν κωφοὶ ἀποδίδουμε αὐτὲς τὶς μεταβολὲς στὴν τύχη, στὶς συμπτώσεις, στὴν κακὴν διοίκηση, καὶ πάλιν ἐξακολουθοῦμε νὰ παραβαίνωμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐλπίζωμε παράλληλα στὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν Αὐτοῦ.
Χριστιανοί, γιὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐλάλησεν τόσον καθαρὰ ὁ Θεός, ὥστε κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλει: Ἀκούσετε τί λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος, ἰδοὺ οἱ δουλεύοντες μοὶ φάγονται, ὑμεῖς δὲ πεινάσετε. Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντες μοὶ πίονται, ὑμεῖς δὲ διψήσετε. Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντες μοὶ εὐφρανθήσονται, ὑμεῖς δὲ αἰσχυνθήσεσθε. Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντες μοὶ ἀγαλλιάσονται ἐν εὐφροσύνη, ὑμεῖς δὲ κεκράξετε διὰ τὸν πόνον τῆς καρδίας ὑμῶν, καὶ ἀπὸ συντριβῆς πνεύματος ὑμῶν ὁλολύξετε». Ποία ἄλλα λόγια εἶναι καθαρότερα ἢ ἀποφασιστικότερα ἀπὸ αὐτά;

Ἐὰν θέλεις πλοῦτον, ἐὰν ἐπιθυμεῖς τιμήν, ἐὰν ζητεῖς εὐτυχίαν, ἐὰν ὀρέγεσαι τὰ ἀγαθά του κόσμου τούτου, πρώτον μὲν δούλευε πάντοτε στὸν Κύριον, δηλαδὴ φύλασσε μὲ κάθε προσοχὴν καὶ ἐπιμέλειαν ὅλες τὶς ἐντολές Του, καὶ ποτὲ μὴν παραβεῖς οὔτε μίαν. Δεύτερον δέ, ὅταν βάλεις ἀρχὴν σὲ κάποιο ἐπάγγελμα, ἢ πολιτικὸν ἢ δικαστικὸν ἢ στρατιωτικὸν ἢ ἱερατικὸν ἢ ἡγεμονικὸν ἢ στὸ ἐμπόριον ἢ σὲ κάποιαν τέχνην ἢ σὲ ὁποιοδήποτε ἄλλον ἔργο, μὴν ἐμπιστευθεῖς οὔτε νὰ καυχηθεῖς οὔτε στὴν φρόνησή σου οὔτε στὴν δύναμή σου οὔτε στὸν πλοῦτο σου. Ἀλλὰ ἔχε ὅλην τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησίν σου στὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νὰ καυχηθεῖς γιὰ τοῦτο, γιὰ τὸ ὅτι γνωρίζεις ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ δίδει καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ ἐπουράνια ἀγαθὰ σὲ ὅσους Τὸν ὑπηρετοῦν. Νὰ ζητεῖς πάντοτε μὲ ὅλην σου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κατόρθωση τῆς ἀρετῆς σου, καὶ νὰ μὴν ἀμφιβάλλεις καθόλου ὅτι, ζητώντας αὐτά, ἀπολαμβάνεις καὶ τὰ ἐπίγεια ἀγαθά. Σοῦ τὸ ὑπόσχεται αὐτὸ ὁ ἀψευδέστατος Θεὸς λέγοντας: «Ζητεῖτε πρώτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμίν».

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον, σελὶς 301 καὶ ἑξῆς.

Ἐπιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλᾶς.

Πηγή: