Θυμήσου, εσύ που κάνεις αυτό το ερώτημα, τη Ραάβ και έλπιζε και συ στη σωτηρία. Γιατί, αν σώθηκε εκείνη που πόρνευσε φανερά και δημόσια, άραγε όποια πόρνευσε κάποτε, και μάλιστα πριν δεχτεί τη Χάρη του Βαπτίσματος, δεν μπορεί να σωθεί με τη νηστεία και τη μετάνοια; Ερεύνησε και ρώτησε να μάθεις, πώς σώθηκε εκείνη. Είπε μονάχα αυτό: «μόνο ο Θεός σας, υπάρχει στον ουρανό και στη γη» (Πρβλ. Ιησ. Ν. 2,11). Είπε, «ο Θεός σας»! Δεν τόλμησε να τον ονομάσει και δικό της Θεό, εξαιτίας της αμαρτωλότητάς της. Και αν θέλεις να βεβαιωθείς ότι ο Θεός τη συγχώρεσε και τη δέχτηκε πάλι κοντά Του, έχεις γραπτή ομολογία που αναφέρεται στον Ψαλμό: «Θα θυμηθώ τη Ραάβ και τη Βαβυλώνα, οι οποίες με αναγνωρίζουν ως Θεό» (Ψαλμ. 86,4). Ω, μεγάλη φιλανθρωπία του Θεού, να καταδέχεται να μνημονεύει και τις πόρνες μέσα στην Αγία Γραφή! Και όχι απλώς να τις μνημονεύει, αλλά και να λέει: «Θα θυμηθώ τη Ραάβ και τη Βαβυλώνα» και να συμπληρώνει: «Εκείνες που με αναγνωρίζουν ως Θεό».

Υπάρχει λοιπόν και για τους άντρες και για τις γυναίκες σωτηρία και είναι εκείνη που έρχεται με τη μετάνοια.

Ακόμα και αν αμαρτήσει ένας ολόκληρος λαός δεν νικάει τη φιλανθρωπία του Θεού. Ο Ισραηλιτικός λαός στράφηκε στην ειδωλολατρία και λάτρευσε το χρυσό μοσχάρι και όμως ο Θεός δεν έπαυσε να αγαπά αυτόν το λαό. Αρνήθηκαν οι άνθρωποι το Θεό, αλλά ο Θεός δεν αρνήθηκε τον εαυτό Του. (Πρβλ. Β’ Τιμ. 2, 13). ‘ Ασέβησαν και, λατρεύοντας το χρυσό μοσχάρι, είπαν: «Ισραηλιτικέ λαέ, αυτοί είναι οι θεοί που σε λύτρωσαν από τη δουλεία στους Αιγυπτίους;» (Εξ. 32,8). Και πάλι όμως, όπως πάντα, έτσι και τώρα, ο Θεός τους έσωσε. Και δεν είχε αμαρτήσει μονάχα ο λαός, αλλά και ο αρχιερέας τους ο Ααρών. Ο ίδιος ο Μωυσής λέει ότι ο Θεός οργίστηκε κατά του Ααρών: «Και εγώ δεήθηκα στο Θεό γι’ αυτόν και ο Θεός τον συγχώρεσε» (Πρβλ. Δευτ. 9, 20). Και κάτι ακόμα. Ο Μωυσής, ζητώντας χάρη, για τον αρχιερέα που αμάρτησε, έκανε τον Κύριο να σπλαχνιστεί τον Ααρών. Και ο Ιησούς, ο Μονογενής Υιός του Θεού, όταν μεσιτεύει για μας στο Θεό-Πατέρα, δεν θα πετύχει την άφεση των αμαρτιών μας; Πώς είναι δυνατόν να μη στερήσει τον Ααρών από το αρχιερατικό αξίωμα, αν και είχε πέσει σε τέτοιο αμάρτημα και να εμποδίσει ο Θεός εσένα να πάρεις το δρόμο της δικής σου σωτηρίας, τώρα που αφήνεις την ειδωλολατρία των Εθνικών και έρχεσαι προς Αυτόν;

Μετανόησε λοιπόν, άνθρωπέ μου, και συ και δεν θα δυσκολευτεί η Θεία Χάρη να σε επισκιάσει. Μόνο πρόσεξε από τώρα και στο εξής, στη συνέχεια της ζωής σου, να μην πέσεις θεληματικά σε αμαρτήματα. Ο Θεός είναι αληθινά και πραγματικά φιλάνθρωπος και δεν θα μπορούσε να διηγηθεί κανείς το μέγεθος της φιλανθρωπίας Του, ακόμη και αν ήταν δυνατόν, ασταμάτητα, να ομιλεί αιωνίως. Αλλά, και αν ακόμη ήταν δυνατόν να μαζευτούν όλοι οι άνθρωποι όλων των λαών και όλων των αιώνων και να προσπαθήσουν συντονισμένα να διηγηθούν ένα μόνο μέρος της θείας φιλανθρωπίας και πάλι δεν θα το κατόρθωναν. Εμείς σας αναφέραμε ένα μικρό μέρος απ’ όσα έχουν γραφτεί για τη φιλανθρωπία, που ο Θεός έχει δείξει στους ανθρώπους. Δεν ξέρουμε βέβαια και πόσα ακόμα έχει συγχωρέσει και στους αγγέλους, επειδή και οι άγγελοι έχουν ανάγκη συγχώρησης, αφού μονάχα ένας είναι ο αναμάρτητος, ο Ιησούς, που καθαρίζει τις αμαρτίες μας. Αλλά είναι αρκετά όσα είπαμε γι’ αυτούς.

Αν όμως θέλεις να σου φανερώσω και άλλα παραδείγματα βοηθητικά για τη δική μας μετάνοια, έλα να επισκεφθούμε τον μακάριο Δαβίδ. Αυτός μπορεί να γίνει και σε σένα υπόδειγμα πραγματικής μετάνοιας. Έπεσε σε παράπτωμα ο μεγάλος αυτός άνθρωπος. Μετά από τη μεσημεριανή ανάπαυσή του, το δειλινό, καθώς περπατούσε πάνω στο δώμα (Πρβλ. Β’ Βασ. 11, 2), κοίταζε ολόγυρα και ρέμβαζε. Τότε έπαθε κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε άνθρωπο. Έγινε η αμαρτία, αλλά τότε συνάμα δεν χάθηκε και η αγαθή διάθεση για την ομολογία του αμαρτήματος. Ήρθε ο προφήτης Νάθαν, ταχύς ελεγκτής και γιατρός του τραύματος και είπε: «Οργίστηκε ο Θεός. Αμάρτησες», είπε ο απλός υπήκοος στο βασιλιά. Αλλά ο πορφυροντυμένος βασιλιάς Δαβίδ δεν αγανάκτησε, γιατί δεν είχε την προσοχή του στραμμένη σ’ αυτόν που του μιλούσε, αλλά σ’ Εκείνον που τον είχε αποστείλει. Δεν τύφλωσε το νου του η κενοδοξία και δεν υπερηφανευόταν, που ήταν βασιλιάς και αρχιστράτηγος των πολυάριθμων στρατευμένων υπηκόων του, γιατί έβλεπε με τα νοερά μάτια της ψυχής του τον αγγελικό στρατό του Κυρίου και ατένιζε με αγωνία και θλίψη τον αόρατο Θεό, σαν να τον είχε ένσαρκο ενώπιόν του. Απάντησε λοιπόν στον προφήτη, που είχε έρθει να τον βρει και να τον ελέγξει ή για να πω καλύτερα, αποκρίθηκε, μιλώντας διά μέσου του προφήτη, στο Θεό, ο οποίος είχε αποστείλει τον προφήτη, και είπε: «Αμάρτησα ενώπιον του Κυρίου» (Πρβλ. Β’ Βασ. 12,13). Βλέπεις την ταπεινοφροσύνη του βασιλιά; Βλέπεις την εξομολόγηση; Μήπως τον είχε ελέγξει κανένας ή μήπως είχαν αντιληφθεί πολλοί την αμαρτία του; Σε λίγες ώρες μέσα συντελέστηκε η αμαρτία και αμέσως παρουσιάστηκε ο προφήτης και τον επιτίμησε γι’ αυτή. Ο βασιλιάς αμέσως την ομολόγησε και ακριβώς επειδή ομολόγησε με συναίσθηση και λύπη την αμαρτία, δέχτηκε ταυτόχρονα και τη γιατρειά. Και ο προφήτης Νάθαν, ο οποίος τον είχε απειλήσει, του λέει εκείνη τη στιγμή: «Ο Θεός συγχώρεσε την αμαρτία σου». Βλέπεις την τόσο γρήγορη αλλαγή της απόφασης του φιλάνθρωπου Θεού; Στη συνέχεια όμως του λέγει. Με την αμαρτία σου έχεις ξεσηκώσει εναντίον σου τους εχθρούς του Κυρίου σου. Γιατί και πριν, που ζούσες, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, είχες πολλούς εχθρούς, αλλά σε φρουρούσε η Χάρη του Θεού, εξαιτίας της σωφροσύνης σου. Τώρα όμως που πρόδωσες το τόσο μεγάλο όπλο, έχεις έτοιμους εναντίον σου τους εχθρούς, οι οποίοι έχουν ήδη οργανώσει στρατιωτική επίθεση κατά του Ισραήλ.

Μ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο προφήτης έφερε στο Δαβίδ το παρήγορο μήνυμα της συγχωρήσεώς του από το Θεό. Αλλ’ εκείνος ο μακάριος, αν και τόσο καθαρά και δυνατά άκουσε τους λόγους: «Ο Θεός συγχώρεσε το αμάρτημά σου», εν τούτοις, αν και ήταν βασιλιάς, δεν θέλησε να ανακόψει την διαδικασία της μετάνοιας του. Έβγαλε τη βασιλική πορφύρα και «φόρεσε σάκκο». Δεν ξανακάθισε στον πολύτιμο και χρυσοποίκιλτο θρόνο του, αλλά καθόταν πάνω στη στάχτη. Και δεν καθόταν μονάχα πάνω στη στάχτη, αλλά έτρωγε και στάχτη, όπως ο ίδιος λέει: «Έφαγα για ψωμί τη στάχτη και μέσα στο ποτό μου έτρεχαν τα δάκρυα μου» (Ψαλμ. 101, 10). Από τα ίδια μάτια, που ξεχύθηκε η πονηρή και παράνομη επιθυμία, τώρα έτρεχαν ασταμάτητα και εξαντλητικά δάκρυα μετάνοιας, ώστε να φαίνονται τελείως συντριμμένα, και έλεγε: «Θα λούσω κάθε βράδυ το κρεβάτι μου και με τα δάκρυα μου θα ποτίσω τα στρωσίδια μου» (Ψαλμ. 6,7). Ενώ οι άρχοντες τον παρακαλούσαν να φάει ψωμί, εκείνος δεν υποχωρούσε. Και νήστεψε επτά ολόκληρες ημέρες. Αν λοιπόν ο βασιλιάς έτσι εξομολογιόταν, εσύ ο ιδιώτης δεν έχεις υποχρέωση να εξομολογείσαι; Και μετά από την επανάσταση του Αβεσαλώμ, ενώ μπορούσε να φύγει από άλλους δρόμους, εκείνος προτίμησε να περάσει από το Όρος των Ελαίων, σαν να ζητούσε με το λογισμό του το έλεος εκείνου, του λυτρωτή, που έμελλε να ανέβει από εκεί στους ουρανούς. Και ενώ τον καταριέται πολύ βαριά ο Σεμεΐ, ο Δαβίδ λέει: «Αφήστε τον να καταριέται» (Β’ Βασ. 16,11). Γιατί, ήδη ήξερε ο Δαβίδ, ότι οποίος συγχωρεί, θα συγχωρεθεί.

Βλέπεις ότι είναι πολύ ωφέλιμο πράγμα η εξομολόγηση; Βλέπεις ότι σε όσους μετανοούν χαρίζεται η σωτηρία; Και ο Σολομών έπεσε στην αμαρτία. Αλλά τί είπε: «Ναι, έπεσα αλλά στη συνέχεια μετανόησα» (Παροιμ. 24, 32). Και ο βασιλιάς της Σαμάρειας Αχαάβ έπεσε σε μεγάλη παρανομία και έγινε από τους πιό μεγάλους ειδωλολάτρες. Έγινε φονιάς προφήτη. Ζούσε χωρίς ίχνος ευσέβειας και επιθυμούσε να αρπάξει ξένα αμπέλια και χωράφια. Αλλά τότε που ο Αχαάβ προκάλεσε τον φόνο του Ναβουθαί, με τη μεσολάβηση της Ιεζάβελ, μόνο με το να έρθει ο προφήτης Ηλίας και να τον απειλήσει, έσκισε τα ρούχα του και ντύθηκε σάκκο. (Πρβλ. Γ’ Βασ. 20,27). Και τί είπε ο φιλάνθρωπος Θεός στον Ηλία; «Βλέπεις πως ήρθε σε συναίσθηση της παρουσίας μου και κατανύχτηκε ο Αχαάβ;»(Γ’ Βασ. 20, 29). Γιατί ήθελε με αυτά τα λόγια να εμπνεύσει στο φλογερό ζήλο του προφήτη, τη συγκατάβαση για τη μετάνοια του φονιά. Δεν θα του κάνω, λέει, κακό όσο ζει. Και ενώ επρόκειτο και μετά από τη συγχώρεσή του, να μην απομακρυνθεί ο Αχαάβ από την κακία, τον συγχωρεί Εκείνος, ο μόνος που χαρίζει την άφεση και τη συγνώμη. Γνώριζε βέβαια ο Θεός το τί θα έκανε στη συνέχεια ο Αχαάβ. Αλλά Εκείνος του δώριζε τώρα τη συγχώρεση, αδράχνοντας την κατάλληλη στιγμή, κατά την οποία ο Αχαάβ έδειξε μεταμέλεια. Γιατί αυτό είναι χαρακτηριστικό δίκαιου δικαστή, να αντιμετωπίζει χωριστά κάθε αδίκημα και να το δικάζει σύμφωνα με τις συνθήκες που διαπράχτηκε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επιδείχτηκε η μεταμέλεια.

Ο Ιεροβοάμ επίσης στεκόταν μπροστά στο βωμό και θυσίαζε στα είδωλα. Και τη στιγμή που άπλωσε το χέρι του για να διατάξει να συλλάβουν τον προφήτη που τον έλεγχε, ξεράθηκε το χέρι του.

Γνωρίζοντας όμως, εμπειρικά πια, γιατί του συνέβη αυτό, είπε: «Προσευχήσου στον Κύριο για μένα» (Πρβλ. Γ’ Βασ. 13,6). Και επειδή αυτά τα λόγια τα είπε με μετάνοια, αποκαταστάθηκε το παράλυτο χέρι του. Αν λοιπόν ο προφήτης γιάτρεψε τον Ιεροβοάμ, άραγε δεν είναι σε θέση ο Χριστός να γιατρέψει και σένα και να σ’ ελευθερώσει από τις αμαρτίες σου; Ξεπέρασε και ο Μανασσής κάθε βαθμό παρανομίας. Πριόνισε τον προφήτη Ησαΐα, μιάνθηκε με την πίστη και τη λατρεία των ειδώλων και γέμισε την Ιερουσαλήμ με πλήθος από αθώα θύματα (Πρβλ. Δ’ Βαο. 4, 16). Αλλά όταν μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα, εκεί, όσο τα βάσανά του γίνονταν μεγαλύτερα, τόσο βαθύτερη γινόταν η συντριβή και η μετάνοιά του, ώστε θεραπεύτηκε. Λέει λοιπόν η Αγία Γραφή: «Ταπεινώθηκε ο Μανασσής ενώπιον του Κυρίου, προσευχήθηκε και ο Κύριος τον άκουσε και του χάρισε πάλι τη βασιλεία» (Πρβλ. Β’ Παρλ. 33, 12-13). Και αν σώθηκε με τη μετάνοια εκείνος που πριόνισε τον προφήτη, εσύ που δεν έκανες κάτι τόσο φοβερό, δεν θα σωθείς; Το νου σου λοιπόν, να μην υποτιμήσεις τόσο επιπόλαια τη δύναμη της μετάνοιας.

πηγή: Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις» -Κατήχηση Β΄, σ. 60-65. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Καρέας. 1991

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *