images

Ὅταν ἀδελφέ μου ντρέπεσαι νὰ σηκώσεις τὰ μάτια στὸν οὐρανό, καὶ νιώθεις τὴν ψυχή σου ξεγραμμένη ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς, διάβασε αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου Ἐπισκόπου Ἰκονίου καὶ θὰ βρεῖς νέα δύναμη στὸν κατὰ Χριστὸν ἀγώνα σου. Συνέχισε τὸν ἀγώνα, καὶ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας!

 Κάποιος ἀδελφὸς νικήθηκε ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας καὶ ἔκανε τὴν ἁμαρτία καθημερινά., ἀλλὰ καὶ καθημερινὰ ζητοῦσε ἔλεος ἀπὸ τὸν Κύριό του μὲ δάκρυα καὶ προσευχές. Ἐνεργώντας λοιπὸν ἔτσι, τὸν ξεγελοῦσε ἡ κακὴ συνήθεια, καὶ ἔκανε τὴν ἁμαρτία· ἔπειτα πάλι, μετὰ τὴν ἁμαρτία, πήγαινε στὴν ἐκκλησία, καὶ βλέποντας τὴν ἱερὴ καὶ σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔπεφτε μπροστά της μὲ πικρὰ δάκρυα καὶ ἔλεγε: «Σπλαχνίσου μέ, Κύριε, καὶ πάρε ἀπὸ ἐπάνω μου αὐτὸν τὸν ὕπουλο πειρασμό, γιατί μὲ ταλαιπωρεῖ φοβερὰ καὶ μὲ τραυματίζει μὲ τὶς πικρὲς ἡδονές. Δὲν ἔχω πρόσωπο, Κύριε, νὰ ἀντικρύσω καὶ νὰ δῶ τὴν ἁγία εἰκόνα σου καὶ τὴν ὑπέρλαμπρη μορφὴ τοῦ προσώπου σου, ὥστε νὰ γλυκαθεῖ ἡ καρδιά μου».Τέτοια ἔλεγε, καὶ ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἔπεφτε πάλι στὸν βοῦρκο. Ὅμως καὶ πάλι δὲν ἀπελπιζόταν γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ξαναγύριζε στὴν ἐκκλησία καὶ ἔλεγε τὰ παρόμοια πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Κύριο καὶ Θεό: «Ἐσένα, Κύριε, βάζω ἐγγυητή, ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα δὲν θὰ ξανακάνω αὐτὴ τὴν ἁμαρτία· μόνο, ἀγαθέ, συγχώρησέ μου ὅσες ἁμαρτίες σου ἔκανα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τώρα». Καὶ ἀφοῦ ἔδινε αὐτὲς τὶς φοβερὲς ὑποσχέσεις, πάλι γύριζε στὴ βαριὰ ἁμαρτία του. Καὶ ἔβλεπε κανεὶς τὴ γλυκύτατη φιλανθρωπία καὶ τὴν ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνέχεται καθημερινὰ καὶ νὰ ὑπομένει τὴν ἀδιόρθωτη καὶ βαριὰ παράβαση καὶ τὴν ἀχαριστία τοῦ ἀδελφοῦ καὶ νὰ θέλει ἀπὸ πολλὴ εὐσπλαχνία τὴ μετάνοιά του καὶ τὴν ὁριστικὴ ἐπιστροφή του. Γιατί αὐτὸ δὲν γινόταν γιὰ ἕνα, δύο ἢ τρία χρόνια, ἀλλὰ γιὰ δέκα καὶ περισσότερο. Βλέπετε ἀδελφοί, τὴν ἄμετρη ἀνοχὴ καὶ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; Πῶς κάθε φορᾶ δείχνει μακροθυμία καὶ καλοσύνη, ὑπομένοντας τὶς βαριὲς ἀνομίες καὶ ἁμαρτίες μας; Γιατί αὐτὸ ποὺ συγκλονίζει καὶ προκαλεῖ θαυμασμὸ σχετικὰ μὲ τὴν πλούσια εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ὁ ἀδελφός, ἐνῶ ὑποσχόταν καὶ συμφωνοῦσε νὰ μὴν ξανακάνει τὴν ἁμαρτία, ἀποδεικνυόταν ψεύτης.Μιὰ μέρα λοιπόν, καθὼς γινόταν αὐτό, ὁ ἀδερφός, ἀφοῦ ἔκανε τὴν ἁμαρτία, πῆγε τρέχοντας στὴν ἐκκλησία, θρηνώντας καὶ στενάζοντας καὶ κλαίγοντας καὶ βιάζοντας τῆς εὐσπλαχνία τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ τὸν γλυτώσει ἀπὸ τὸν βοῦρκο τῆς ἀσωτείας. Καθὼς λοιπὸν ὁ ἀδελφὸς παρακαλοῦσε τὸν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ἀρχέκακος διάβολος, ἡ καταστροφὴ τῶν ψυχῶν μας, εἶδε ὅτι τίποτε δὲν κάνει, ἀλλὰ ὅσο αὐτὸς ἕραβε μὲ τὴν ἁμαρτία, ὁ ἀδελφός τα ξήλωνε μὲ τὴ μετάνοια. Μὲ θράσος λοιπὸν τοῦ παρουσιάστηκε φανερὰ καί, στρέφοντας τὸ πρόσωπό του πρὸς τὴ σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, κραύγαζε καὶ ἔλεγε: «Τί θὰ γίνει μ’ ἐμᾶς τοὺς δύο, Ἰησοῦ Χριστέ; Ἡ ἄπειρη συμπάθειά σου μὲ νικᾶ καὶ μὲ ρίχνει κάτω, καθὼς δέχεσαι αὐτὸν τὸν πόρνο, τὸν ἄσωτο, ποὺ κάθε μέρα σου λέει ψέματα καὶ δὲν λογαριάζει τὴν ἐξουσία σου. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸν καῖς, ἀλλὰ μακροθυμεῖς καὶ τὸν ἀνέχεσαι; Ἐσὺ πρόκειται νὰ δικάσεις τοῦ μοιχοὺς καὶ τοὺς πόρνους καὶ νὰ ἐξολοθρεύσεις ὅλους τους ἁμαρτωλούς. Πράγματι, δὲν εἶσαι δίκαιος κριτής, ἀλλὰ ὅπου νομίσει ἡ ἐξουσία σου, κρίνεις ἄδικα καὶ παραβλέπεις. Ἐμένα, γιὰ τὴ μικρὴ παράβαση τῆς ὑπερηφάνειας, μὲ ἔριξες ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κάτω· καὶ αὐτὸς εἶναι ψεύτης καὶ πόρνος καὶ ἄσωτος, καὶ ἐπειδὴ πέφτει μπροστά σου, τοῦ χαρίζεις ἀτάραχος τὴν εὐμένειά σου. Γιατί λοιπὸν σὲ λένε δίκαιο κριτή; Ὅπως βλέπω, καὶ ἐσὺ χαρίζεσαι σὲ πρόσωπα ἀπὸ τὴν πολλή σου ἀγαθότητα καὶ παραβλέπεις τὸ δίκαιο». Καὶ αὐτὰ ὁ διάβολος τὰ ἔλεγε πνιγμένος ἀπὸ τὴν πολλὴ πίκρα του καὶ βγάζοντας φλόγες καὶ καπνὸ ἀπὸ τὰ ρουθούνια του.Ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ διάβολος, σώπασε· καὶ ἀμέσως ἀκούστηκε μία φωνὴ σὰν ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα νὰ λέει: «Παμπόνηρε καὶ ὀλέθριε δράκοντα, δὲν χόρτασε ἡ κακία σου ποὺ κατάπιες ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ποὺ κατέφυγε στὸ ἄπειρο ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας μου πασχίζεις νὰ τὸν ἁρπάξεις καὶ νὰ τὸν καταπιείς; Ἔχεις νὰ παρουσιάσεις ἁμαρτήματα τόσα ποῦ νὰ ζυγίζουν βαρύτερα ἀπὸ τὸ πολύτιμο αἷμα ποῦ ἔχυσα γι’ αὐτὸν ἐπάνω στὸν σταυρό; Μάθε ὅτι ἡ σταύρωση καὶ ὁ θάνατός μου συγχώρησαν τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ ἐσὺ βέβαια, ὅταν αὐτὸς πηγαίνει στὴν ἁμαρτία, δὲν τὸν διώχνεις, ἀλλὰ τὸν δέχεσαι μὲ χαρὰ καὶ δὲν τὸν ἀποστρέφεσαι, οὔτε τὸν ἐμποδίζεις, γιατί ἐλπίζεις νὰ τὸν κερδίσεις. Ἐγὼ λοπόν, ποὺ εἶμαι τέτοιος σπλαχνικὸς καὶ φιλάνθρωπος, ποὺ ἔδωσα ἐντολὴ στὸν κορυφαῖο μου ἀπόστολο Πέτρο νὰ συγχωρεῖ ὡς ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτὰ αὐτὸν ποὺ ἁμαρτάνει καθημερινά, ἄραγε δὲν θὰ συγχωρήσω καὶ δὲν θὰ τὸν σπλαχνιστῶ; Ναί, σοῦ λέω· καὶ ἐπειδὴ καταφεύγει σ’ ἐμένα, δὲν θὰ τὸν ἀποστραφῶ, ὥσπου νὰ τὸν πάρω δικό μου· γιατί ἐγὼ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σταυρώθηκα καὶ γι’ αὐτοὺς ἅπλωσα τὰ ἄχραντα χέρια μου, ἔτσι ὥστε ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ, νὰ καταφεύγει σ’ ἐμένα καὶ σώζεται. Κανέναν δὲν ἀποστρέφομαι οὔτε διώχνω· ἀκόμη καὶ μύριες φορὲς τὴ μέρα νὰ ἁμαρτήσει κάποιος καὶ μύριες φορὲς νὰ ἔρθει σ’ ἐμένα, δὲν θὰ φύγει λυπημένος. Γιατί δὲν ἦρθα νὰ καλέσω σὲ μετάνοια τοὺς ἐνάρετους ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς». Μόλις ἀκούστηκαν αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ διάβολος ἔμεινε στὴ θέση τοῦ τρέμοντας, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ φύγει. Καὶ ἀκούστηκε πάλι ἡ φωνή: « Ἄκουσε, ἀπατεώνα, καὶ σχετικὰ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπες, ὅτι δηλαδὴ εἶμαι ἄδικος. Γιατί ἐγὼ εἶμαι δίκαιος σὲ ὅλους, καὶ σὲ ὅποια κατάσταση βρῶ κάποιον, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὸν κρίνω. Δές, λοιπόν· αὐτὸν τὸν βρῆκα τώρα σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφή, πεσμένο μπροστὰ στὰ πόδια μου καὶ νικητή σου. Θὰ τὸν πάρω λοιπὸν καὶ θὰ σώσω τὴν ψυχή του, ἐπειδὴ δὲν ἀπελπίστηκε γιὰ τὴ σωτηρία του. Καὶ ἐσύ, βλέποντας τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ κάνω, νὰ σουβλιστεῖς ἀπὸ τὸν φθόνο σου καὶ νὰ καταντροπιαστείς». Καὶ ὅπως ἦταν ὁ ἀδελφὸς πεσμένος μπρούμυτα καὶ θρηνοῦσε, παρέδωσε τὴν ψυχή του· καὶ ἀμέσως ἦρθε ὀργὴ μεγάλη σὰν φωτιὰ καὶ ἔπεσε ἐπάνω στὸν σατανᾶ καὶ τὸν κατέκαιγε. Ἀπὸ αὐτὸ λοιπὸν ἃς μάθουμε, ἀδελφοί, τὴν ἄμετρη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ πόσο καλὸ Κύριο ἔχουμε, καὶ ποτὲ νὰ μὴν ἀπελπιστοῦμε ἢ νὰ ἀμελήσουμε τὴ σωτηρία μας.
Κάποιος ἄλλος πάλι ποὺ μετανόησε μετὰ τὴν ἁμαρτία ἀποσύρθηκε στὴν ἡσυχία· συνέβη ὅμως τότε νὰ χτυπήσει σὲ πέτρα καὶ νὰ πληγωθεῖ στὸ πόδι, καὶ τόσο αἷμα νὰ τρέξει ἀπὸ τὴν πληγή, ὥστε νὰ ξεψυχήσει ἀπὸ τὸν αἱμοραγία. Ἦρθαν λοιπὸν οἱ δαίμονες θέλοντας νὰ πάρουν τὴν ψυχή του· καὶ τοὺς λένε οἱ ἄγγελοι: «Κοιτάξτε στὴν πέτρα καὶ δεῖτε τὸ αἷμα του ποὺ ἔχυσε γιὰ τὸν Κύριο». Καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ ἄγγελοι, ἀφέθηκε ἐλεύθερη ἡ ψυχή.
Σὲ κάποιον ἀδερφὸ ποὺ ἔπεσε σὲ ἁμαρτία, παρουσιάστηκε ὁ σατανᾶς καὶ εἶπε: «Δὲν εἶσαι χριστιανός». Ὁ ἀδελφός του ἀποκρίθηκε: «ὅποιος καὶ νὰ εἶμαι, πάντως εἶμαι καλύτερός σου». Ὁ σατανᾶς εἶπε πάλι: «Σοῦ λέω, θὰ πᾶς στὴν κόλαση». Καὶ ὁ ἀδελφός του ἀπάντησε: «Δὲν εἶσαι ἐσὺ κριτής μου οὔτε ὁ Θεός μου». Ἔτσι ὁ σατανᾶς ἔφυγε ἄπρακτος, ἐνῶ ὁ ἀδελφὸς ἔδειξε εἰλικρινῆ μετάνοια στὸν Θεὸ καὶ ἔγινε ἄξιος.
Ἕνας ἀδελφὸς ποῦ εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τί νὰ κάνω; Οἱ λογισμοί μου λένε ὅτι ἄδικα ἀπαρνήθηκα τὸν κόσμο καὶ ὅτι δὲν μπορῶ νὰ σωθῶ». Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε: «Ἀκόμη καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ μποῦμε στὴ Γῆ τῆς ἐπαγγελίας, μᾶς συμφέρει νὰ ἀφήσουμε τὰ κόκκαλά μας στὴν ἔρημο παρὰ νὰ γυρίσουμε πίσω στὴ Αἴγυπτο».
Ἄλλος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἴδιο γέροντα: «Πάτερ, τί ἐννοεῖ ὁ προφήτης ὅταν λέει: ‘‘ Δὲν ὑπάρχει γι’ αὐτὸ σωτηρία ἀπὸ τὸν Θεό του’’;» καὶ ὁ γέροντας εἶπε: «Ἐννοεῖ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἀπελπισίας ποὺ σπέρνονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες σὲ αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε καὶ τοῦ λένε· ‘‘Δὲν ὑπάρχει πιὰ γιὰ σένα σωτηρία ἀπὸ τὸν Θεό’’, καὶ προσπαθοῦν νὰ τὸν γκρεμίσουν στὴν ἀπελπισία. Αὐτοὺς πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀντιμάχεται λέγοντας· ‘‘ Καταφύγιό μου εἶναι ὁ Κύριος, καὶ αὐτὸς θὰ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν παγίδα τὰ πόδια μου’’».
Κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες διηγήθηκε ὅτι στὴν Θεσσαλονίκη ὑπῆρχε ἕνα ἀσκητήριο παρθένων. Μία ἀπὸ αὐτές, ἀπὸ ἐνέργεια τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἔπεσε σὲ πορνεία, καὶ ἔμεινε στὸ πάθος αὐτὸ ἀρκετὸ καιρό. Κάποτε ὅμως, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ, μετανόησε καὶ γύρισε στὸ κοινόβιό της. Καὶ φτάνοντας μπροστὰ στὴν πύλη, ἔπεσε νεκρή.Ὁ θάνατός της ἀποκαλύφθηκε σὲ κάποιον ἅγιο, ὁ ὁποῖος εἶδε τοὺς ἁγίους ἀγγέλους ποὺ ἦρθαν νὰ πάρουν τὴν ψυχή της, καὶ δαίμονες ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσαν. Στὸν διάλογο ποὺ ἔγινε μεταξύ τους, οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἔλεγαν ὅτι γύρισε μὲ μετάνοια. Οἱ δαίμονες πάλι ἀντέλεγαν: «Τόσο καιρὸ εἶναι ὑποδουλωμένη σ’ ἐμᾶς καὶ εἶναι δική μας· ἄλλωστε δὲν πρόλαβε οὔτε νὰ μπεῖ στὸ κοινόβιο, καὶ πῶς λέτε ὅτι μετανόησε;» καὶ εἶπαν οἱ ἄγγελοι: «Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ εἶδε ὁ Θεὸς τὴν πρόθεσή της νὰ ἔχει κλίση στὸν σκοπὸ αὐτό, δέχτηκε τὴ μετάνοιά της· καὶ ἡ μετάνοια βέβαια ἦταν στὴν ἐξουσία της, λόγω τοῦ σκοποῦ ποὺ ἔβαλε, ἡ ζωὴ τῆς ὅμως ἦταν στὴν ἐξουσία τοῦ Κυρίου τοῦ σύμπαντος». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ντροπιάστηκαν οἱ δαίμονες καὶ ἔφυγαν. Καὶ αὐτὸς ποὺ εἶδε τὴν ἀποκάλυψη, τὴ διηγήθηκε στοὺς παρόντες.
Ὁ ἀββᾶς Ἁλώνιος εἶπε ὅτι, ἂν θέλει ὁ ἄθνρωπος, μπορεῖ ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδι νὰ φτάσει σὲ θεία μέτρα.
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μωυσῆ: «Ἔστω ὅτι κάποιος δέρνει τὸν δοῦλο του γιὰ κάποιο σφάλμα ποῦ ἔκανε· τί θὰ πεῖ ὁ δοῦλος;». Ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας: «Ἂν εἶναι δοῦλος καλός, θὰ πεῖ· ‘‘Σπλαχνίσου μὲ ἔσφαλα’’». «Δὲν λέει τίποτε ἄλλο;» ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός. «Τίποτε», ἀπάντησε ὁ γέροντας· «γιατί ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀναγνωρίσει τὸ σφάλμα του καὶ θὰ πεῖ ὅτι ἔσφαλε, ἀμέσως τὸν σπλαχνίζεται ὁ κύριος του».
Κάποιος ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ποιμένα: «Ἂν πέσω σὲ ἀξιοδάκρυτο παράπτωμα, μὲ κατατρώει ὁ λογισμός μου καὶ μὲ κατηγορεῖ ποὺ ἔπεσα». Ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Ἄν, τὴν ὥρα ποὺ ἄνθρωπος πέσει σὲ σφάλμα, πεῖ ‘‘ἁμάρτησα’’, ἀμέσως παύει ὁ λογισμός».
Κάποιας νέας, ποὺ λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ἔμεινε ὀρφανή. Αὐτὴ τότε μετέτρεψε τὸ σπίτι της σὲ ξενώνα τῶν πατέρων τῆς Σκήτης καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ τοὺς δεχόταν καὶ τοὺς φιλοξενοῦσε. Ὅταν ὅμως ξόδεψε ὅσα εἶχε, ἄρχισε νὰ στερεῖται. Τὴν πλησίασαν τότε ἄνθρωποι διεστραμμένοι καὶ τὴν ἔβγαλαν ἀπὸ τὸν καλὸ δρόμο. Καὶ ζοῦσε πλέον ἁμαρτωλά,. Ἔτσι ποὺ κατάντησε καὶ στὴν πορνεία.Ὅταν τὸ ἔμαθαν οἱ πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολὺ καὶ κάλεσαν τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Κολοβὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἀκούσαμε γιὰ τὴν τάδε ἀδελφὴ ὅτι ζεῖ στὴν ἁμαρτία. Αὐτή, ὅταν μποροῦσε, εἶχε δείξει ἀγάπη σ’ ἐμᾶς· ἃς τὴ βοηθήσουμε καὶ ἐμεῖς τώρα, ὅπως μποροῦμε. Κᾶνε λοιπὸν τὸν κόπο νὰ πᾶς σὲ αὐτὴν καὶ μὲ σοφία πού σου ἔδωσε ὁ Θεός, φρόντισε γιὰ τὴ διόρθωσή της».Πῆγε λοιπὸν ὁ γέροντας σὲ αὐτήν, καὶ εἶπε στὴ γριὰ ποὺ φύλαγε στὴν πόρτα: «Πὲς στὴν κυρία σου ὅτι ἦρθα». Ἐκείνη τὸν ἔδιωξε λέγοντας: «Ἐσεῖς παλιά της τὰ φάγατε ὅλα καὶ τώρα εἶναι φτωχή». Ὁ γέροντας ἐπέμενε: «Πές της, καὶ θὰ δεῖ πολὺ καλὸ ἀπὸ ἐμένα». Ἀνέβηκε λοιπὸν ἡ γριὰ καὶ ἀνέφερε στὴ νέα γιὰ τὸν γέροντα. Ἀκούγοντας τὴν ἐκείνη εἶπε: «Αὐτοὶ οἱ μοναχοὶ ὅλο γυρίζουν κατὰ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στὸ κρεβάτι καὶ εἶπε στὴ θυρωρό: «Φέρε τὸν ἐδῶ».Ὅταν μπῆκε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, κάθισε κοντά της καί, κοιτώντας τὴν στὸ πρόσωπο, τῆς εἶπε: «Τί σὲ ἔκανε νὰ ἀπορρίψεις τὸν Ἰησοῦ, ὥστε νὰ φτάσεις σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση;» Αὐτή, ἀκούγοντας τὰ λόγια του, πάγωσε· καὶ ὁ γέροντας, σκύβοντας τὸ κεφάλι, ἄρχισε νὰ κλαίει πικρά. «Ἀββᾶ, γιατί κλαῖς;» τὸν ρώτησε. Αὐτὸς σήκωσε λίγο το κεφάλι του, καὶ σκύβοντας πάλι εἶπε: «Βλέπω τὸν σατανᾶ νὰ χορεύει στὸ πρόσωπό σου, καὶ πῶς νὰ μὴν κλάψω;» «Ὑπάρχει μετάνοια, ἀββᾶ;» ρώτησε ἡ κόρη. «Ναί», τῆς εἶπε ὁ γέροντας. Καὶ ἐκείνη πρόσθεσε: «Πάρε μέ, ὅπου νομίζεις». «Πᾶμε», εἶπε ὁ γέροντας, καὶ αὐτὴ ἀμέσως σηκώθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὁ γέροντας παρατήρησε ὅτι δὲν ἄφησε καμιὰ παραγγελία γιὰ τὸ σπίτι της καὶ θαύμασε.Κοντεύοντας στὴν ἔρημο, τοὺς πρόλαβε τὸ βράδυ. Καὶ ὁ γέροντας τῆς ἑτοίμασε ἕνα μικρὸ προσκέφαλο, τὸ σταύρωσε καὶ τῆς εἶπε νὰ κοιμηθεῖ ἐκεῖ. Ἔκανε ἔπειτα καὶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ πιὸ πέρα καὶ ἀφοῦ τελείωσε τὶς προσευχὲς τοῦ πλάγιασε καὶ αὐτός.Τὰ μεσάνυχτα ξύπνησε καὶ βλέπει κάτι σὰν δρόμο ἀπὸ φῶς νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ αὐτὴν καὶ νὰ καταλήγει στὸν οὐρανό, καὶ εἶδε τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβάζουν τὴν ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε καὶ τὴ σκούντηξε μὲ τὸ πόδι. Ὅταν κατάλαβε ὅτι ἦταν νεκρή, γονάτισε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεό. Καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει ὅτι ἡ μία ὥρα τῆς μετανοίας τῆς ἔγινε δεκτὴ περισσότερο ἀπὸ τὴ μετάνοια πολλῶν ἄλλων, ποὺ διαρκεῖ πολὺν καιρὸ ἀλλὰ δὲν ἔχει θέρμη.
ΠΗΓΗ:Ὀρθόδοξη Ὁμάδα Δογματικῆς Ἔρευνας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *