images (4)Συλογίσου, ἀγαπητέ, ὅτι ὁ διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ διδάσκαλος τῶν διδασκάλων καί ὁ ἱεροκήρυκας τῶν ἱεροκηρύκων.Μᾶλλον ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἕνας καί μοναδικός διδάσκαλος, ὅπως ὁμολόγησε ὁ νυκτερινός μαθητής Νικόδημος:

«Ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπό Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος»1. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μιλώντας στό λαό καί τούς μαθητές Του, εἶπε: «Ὑμεῖς δέ μή κληθῆτε ῥαββί·εἶς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός»2. Γι᾿ αὐτό ἦρθε στόν κόσμο, ὄχι μόνο γιά νά τόν λυτρώσει, ἀλλά καί νά τόν διδάξει τήν ἀλήθεια, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιοςπάλι: «Ἐγώ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τόν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ»3. Καί γιά νά ἐπιβεβαιώσει αὐτή τή διδασκαλία ὁ οὐράνιος Πατέρας, μᾶς πρόσταξε ν᾿ἀκοῦμε αὐτό τό διδάσκαλο – «αὐτοῦ ἀκούεττε»4 –, ὅταν μάλιστα δέν διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ ἔργα.

Ὑπολόγισε τώρα, πόσο βαρύ φορτίο σήκωσε ὁ Λυτρωτής μας, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ἀλήθεια. Γιατί, ἐνῶ γιά τή δημιουργία ὅλων τῶν ὄντων δέν ξόδεψε παρά μόνο ἕνα λόγο – «ὅτι αὐτός εἶπε, καί ἐγενήθησαν, αὐτός ἐνετείλατο, καί ἐκτίσθησαν»5 –, ὅμως, γιά νά μᾶς διδάξει τά θελήματά Του καί τούς θησαυρούςτῆς σοφίας Του, γυμνώθηκε ἀπό τή μεγαλειότητά Του, πῆρε μορφή δούλου καί σχῆμα ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ – «μορφήν λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπωνγενόμενος», κατά τόν Ἀπόστολο6 – καί μ᾿ αὐτή τή μορφή ὑποβλήθηκε σέ τόσους κόπους, σ᾿ ὅσους δέν ὑποβλήθηκαν ποτέ οἱ δάσκαλοι καί κήρυκες τοῦ θείου λόγου.

Τί λοιπόν περισσότερο μποροῦσε νά κάνει ἡ ἄψευστη Ἀλήθεια, παρά νά γίνει, μέ τήν αὐτοπρόσωπη διδασκαλία Της, καί δική μας ἀλήθεια; «Ἐγώ εἰμι ἡἀλήθεια»7. Μέ ποιόν ἄλλο τρόπο μποροῦσε νά δείξει πώς μᾶς ἀγαπάει ὁ γλυκύτατός μας διδάσκαλος, παρά μέ τό νά ὑποφέρει τόσους κόπους, τρέχοντας ἐδῶ κιἐκεῖ καί ὀργώνοντας ὅλη τήν Ἰουδαία μέ τά ἴδια Του τά πόδια; «Καί περιῆγεν ὅλην τήν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων... καί κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας»8.Καί δέν ἔφτανε αὐτό. Ὑπέμεινε ἐπιπλέον καί τήν ἀτίμωση, ἀφοῦ Τόν ὀνόμαζαν φάγο, οἰνοπότη καί δαιμονισμένο, μόνο καί μόνο γιά νά μᾶς διδάξει τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στή ζωή.

Λοιπόν, ποιά δικαιολογία θά βρεῖς νά πεῖς στόν Κύριο, πού δέν δέχθηκες τή θεία Του διδασκαλία καί δέν φωτίστηκες ἀπό τό φῶς Του; «Εἰ μή ἦλθονκαί ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δέ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περί τῆς ἀμαρτίας αὐτῶν»9.

Νά ντραπεῖς λοιπόν, πού τόσες φορές ἀκολούθησες τίς ἀπατηλές διδασκαλίες τοῦ κόσμου, τῆς σάρκας καί τοῦ διαβόλου· πού προτίμησες τίς συμβουλές τῆςἐπίγειας σοφίας, τῆς τιποτένιας καί δαιμονικῆς, ἀπό τίς συμβουλές τῆς θείας σοφίας· πού δέν θέλησες τίποτ᾿ ἄλλο ψηλότερο, παρά ἔκανες τό πᾶν γιά ν᾿ἀποκτήσεις δόξα καί τιμή ἀνθρώπινη· πού ἀγωνίστηκες νά ἱκανοποιήσεις τίς αἰσθήσεις καί τά πάθη σου, ν᾿ ἀπολαύσεις τίς ἡδονές καί, τέλος, νά μαζέψεις χρήματα.

Ὑπάρχει μεγαλύτερο χάρισμα ἀπ᾿ αὐτό πού σοῦ δόθηκε, ν᾿ ἀκοῦς δηλαδή ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ σαρκωμένου Λόγου ἐκεῖνα τά λόγια, πού θέλησαν ν᾿ἀκούσουν προφῆτες καί βασιλεῖς καί δέν τ᾿ ἄκουσαν; «Λέγω ὑμῖν, ὅτι πολλοί προφῆται καί βασιλεῖς ἠθέλησαν... ἀκοῦσαι ἅ ἀκούετε, καί οὐκ ἤκουσαν»10. Ὅτανἀνοίγεις γιά νά διαβάσεις τό Εὐαγγέλιο, πού περιέχει τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά τό κάνεις σά ν᾿ ἀνοίγεις τόν ἴδιο τόν οὐρανό, ὅπως λέει ὁ ἱερόςΧρυσόστομος: «Ἡ τῶν γραφῶν ἀνάγνωσις τῶν οὐρανῶν ἐστιν ὑπάνοιξις»11. Πρέπει νά τό μελετᾶς μέ φόβο καί τρόμο, σά νά μιλᾶς μέ τόν ἴδιο τό Θεό. Ἐσύ ὅμως δέναἰσθάνεσαι κανένα φόβο στήν καρδιά σου, ὅταν ἀκοῦς νά σοῦ μιλάει μέ τό στόμα Του ὁ Θεός, σάν τόν φόβο πού αἰσθανόταν ἀκόμα καί ὁ σκληροκάρδιος λαός τοῦἸσραήλ, καί ἔλεγε στό Μωϋσῆ:

«Λάλησον σύ ἡμῖν, καί μή λαλείτω πρός ἡμᾶς ὁ Θεός, μή ἀποθάνωμεν»12.

Συλλογίσου τή διδασκαλία πού κάνει σ᾿ ὅλο τό θεῖο Εὐαγγέλιο Αὐτός ὁ οὐράνιος διδάσκαλος, ἰδιαίτερα ὅμως στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία Του, καί ἐξέτασε τίςτρεῖς ποιότητες πού περιέχει ἡ θεία διδασκαλία: τό ὕψος, τήν ἀλήθεια καί τήν ὠφέλεια.

Τό ὕψος  τῆς διδασκαλίας, πού ἦταν κρυμμένο καί ἀκατανόητο μέχρι τότε ἀπό τή διάνοια ὅλων τῶν σοφῶν, γίνεται φανερό μ᾿ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπό καταβολῆς κόσμου»13. Γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ κόσμος νόμιζε, ὅτι εὐτυχισμένος εἶν᾿ ἐκεῖνος πού ἔχει περισσότερα πλούτη, τιμές καί ἀπολαύσεις. Ἄς συλλογιστοῦμε λοιπόν πόσο ἐκστατικό ἔμεινε τό ἀνθρώπινο γένος, ὅταν γιά πρῶτη φορά ἄκουσε τόν Κύριο νά διατυπώνει μιά τόσοὑψηλή καί οὐράνια διδασκαλία, ὅτι δηλαδή εἶναι μακάριοι οἱ φτωχοί, οἱ ταπεινοί, οἱ πρᾶοι, οἱ πεινασμένοι, οἱ εἰρηνοποίοι, οἱ καθαροί στήν καρδιά, αὐτοί πού καταδιώκονται καί κατηγοροῦνται ἄδικα. Καί ἀπεναντίας, ὅτι ἄθλιοι καί ταλαίπωροι εἶναι οἱ πλούσιοι, πού ἔχουν τήν καρδιά τους προσκολλημένη στ᾿ ἀγαθά τοῦκόσμου, οἱ χορτασμένοι μέ τίς τρυφές, ἐκεῖνοι πού χαίρονται, πού γελοῦν, πού ξεφαντώνουν, πού τιμῶνται καί θαυμάζονται ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Ποιός μπορεῖ ὅμως νά καταλάβει τό ἀκατάληπτο ὕψος πού περιέχει ἡ διδασκαλία τοῦ θείου Εὐαγγελίου; Γι᾿ αὐτό πολύ σοφά ὁ ἀπόστολος Βαρθολομαῖοςὀνόμασε τό Εὐαγγέλιο μικρό καί μεγάλο: Μικρό στό μῆκος, καί μεγάλο στό πλάτος καί στό ὕψος τῶν νοημάτων (Διονυσίου, κεφ. α΄ τῆς μυστικῆςθεολογίας). Τό Εὐαγγέλιο, προσθέτει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, εἶναι ἕνα πέλαγος, ὅπου βρίσκεται τό σύνολο τῶν χαρισμάτων καί ἡ θάλασσα τῶν πνευματικῶνμυστηρίων, καί ὅπου πλέει ὁ μυστικός ΙΧΘΥΣ – Ἰησοῦς Χριστός Θεοῦ Υἱός Σωτήρ, κατά τήν ἀρχαία συμβολική ἀκροστιχίδα. Ἐπιτομή τῆς θεολογίας ὀνόμασεἀκόμα τό Εὐαγγέλιο ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος. Ἄν τώρα ὁλόκληρη ἡ Ἀγία Γραφή χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστίνο σάν ἐγκυκλοπαίδεια ὅλων τῶν ἐπιστημῶν,καί ἀπό τό Μέγα Βασίλειο σάν ἐργαστήριο ψυχῶν καί ἀποθήκη τῶν πνευματικῶν βοτάνων, καταλαβαίνουμε πόσο ὑπερέχει τό Εὐαγγέλιο, ἡ Καινή Διαθήκη, πού ἐπικυρώθηκε μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί εἶναι, κατά τόν ἁγιο Μάξιμο, «πρεσβεία Θεοῦ πρός ἀνθρώπους, δι᾿ Υἱοῦ σαρκωθέντος, μισθόν δωρουμένου τοῖςπειθομένοις αὐτῷ τήν ἀγέννητον θέωσιν».

Ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι αὐταπόδεικτη, γιατί προέρχεται ἀπό τό στόμα τῆς αὐτοσοφίας τοῦ Ὑψίστου, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια: «Ἐγώ (δηλ. ἡ σοφία) ἀπό στόματος Ὑψίστου ἐξῆλθον»14. Κι ἄν ὅλοι μαζί οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τή συντέλεια τοῦ κόσμου, βρεθοῦν ψεῦτες, μόνο ὁ Θεόςδέν πρόκειται νά βρεθεῖ ποτέ ψεύτης. Πάντα θά ἐκφράζει τήν ἀλήθεια, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος: «Γινέσθω δέ ὁ Θεός ἀληθής, πᾶς δέ ἄνθρωπος ψεύστης»15.

Ἡ ὠφέλεια  τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι φανερή, γιατί ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Δηλαδή δίνει «γνώσιν σωτηρίας τῷ λαῷ»16. Καί ἀκόμα, σάνδιδασκαλία τοῦ Θεοῦ, ἔχει μέσα της τό Πνεῦμα καί μεταδίδει ζωή, ὅπως λέει ὁ Κύριος: «Τά ῥήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμα ἐστι καί ζωή ἐστι»17.

Ἡ εὐαγγελική διδασκαλία περιέχει ὅλες τίς ἀρχές τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς. Μᾶς δείχνει ποιό εἶναι τό καλό καί ποιό τό κακό. Βγάζει ἀπό πάνω μαςτόν παλιό ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, καί μᾶς ντύνει μέ τό νέο, «τόν κατά Χριστόν κτισθέντα». Μεταβάλλει τούς ἀνθρώπους σέ ἀγγέλους.

Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτά ἐσύ τί κάνεις; Μήπως δείχνεις μέ τά ἔργα σου μιά πίστη ἀντιφατική; Ὅταν δηλαδή σέ διδάσκει τό Εὐαγγέλιο τίς θεωρητικές ἀλήθειες καίτά δόγματα τῆς πίστεως, ἐσύ τά δέχεσαι. Ὅταν ὅμως σοῦ ὁρίζει τίς πρακτικές ἀλήθειες, μέ τίς ὁποῖες θά διορθώσεις τά ἤθη σου, τότε ξεσηκώνονται ὅλες οἱἐπιθυμίες σου καί σέ πιέζουν νά μή δεχθεῖς τούς νόμους του. Ἔτσι, ἀπό τή μιά πιστεύεις, ὅπως λές, γι᾿ ἀληθινή τή διδασκαλία του, κι ἀπό τήν ἄλλη ζεῖς σά νά τήνπίστευες γιά ψεύτικη. Πρόσεξε ὅμως, γιατί αὐτό τό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο θά σέ καταδικάσει, καθώς βεβαιώνει ὁ Κύριος: «Ὁ μή λαμβάνων τά ῥήματά μου, ἔχει τόνκρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ»18.

Χρειάζεται λοιπόν ἔμπρακτη πίστη. Γιατί, θεωρητικά μόνο, «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι»19. Ἡ ἔμπρακτη πίστη ὅμως εἶναι τόχαρακτηριστικό τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν: «κἀγώ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τήν πίστιν μου»20.

Ξύπνα λοιπόν κι ἔλα στόν ἑαυτό σου. Ἄναψε πάλι μέσα σου τή φλόγα τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης στό θεῖο σου Διδάσκαλο. Νά ντρέπεσαι, γιατί μέχρι τώρα ἔθρεψες τήν καρδιά σου μέ πράγματα ἀντίθετα ἀπό κεῖνα πού Αὐτός δίδαξε μέ τό παράδειγμα καί τά λόγια Του.

Παρακάλεσε, τέλος, τό Χριστό νά κάνει τήν καρδιά σου ταπεινή, ὑπάκουη καί γενναία, γιά νά ἐφαρμόζεις ἐκεῖνα πού σέ διδάσκει. «Οὐ γάρ οἱἀκροαταί τοῦ νόμου δίκαιοι παρά τῷ Θεῷ ἀλλ᾿ οἱ ποιηταί τοῦ νόμου δικαιωθήσονται»21.

______________

1 Ἰω. γ΄:2.
2 Ματθ. Κγ΄:8.
3 Ἰω. ιη΄:37.
4 Ματθ. Ιζ΄:5.
5 Ψαλμ. 148:5.
6 Φιλιπ. Β΄:7.
7 Ἰω. Ιδ΄:6.
8 Ματθ. Δ΄:23.
9 Ἰω. Ιε΄:22.
10 Λουκ. Ι΄:24.
11 Λόγ. Β΄ εἰς τόν Ἡσαΐαν.
12 Ἐξ. Κ΄:19.
13 Ματθ. Ιγ΄:35.
14 Σοφ. Σειρ. 24:3.
15 Ρωμ. Γ΄:4.
16 Λουκ. Α΄:77.
17 Ἰω. Στ΄:63.
18 Ἰω. Ιβ΄:48.
19 Ἰακ. Β΄:19.
20 Ἰακ. Β΄:18.
21 Ρωμ. Β΄:13.

(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά  Μονή.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτηςhttp://HristosPanagia3.blogspot.com