αγιος κυριλλος αλεξανδρειας1. Πολλοὶ εἶναι οἱ τρόποι τῆς διδασκαλίας, ποὺ μᾶς ὑπέδειξεν ὁ ἱεροψάλτης Δαβὶδ μὲ τὴν εἰς αὐτὸν ἐνέργειαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλοτε μὲν μὲ τὸ νὰ μᾶς διηγῆται ὁ προφήτης τὰ παθήματά του καὶ τὴν γενναιότητα μὲ τὴν ὁποίαν ὑπέμεινε τὰ συμβάντα, διὰ τοῦ προσωπικοῦ του παραδείγματος μᾶς ἀφήνει ὁλοκάθαρην διδασκαλίαν περὶ ὑπομονῆς, ὅπως ὅταν λέγη· «Κύριε, διατὶ ἔχουν πληθυνθῆ οἱ ἐχθροί μου»[1].

Ἄλλοτε δὲ συστήνει τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ταχύτητά του εἰς τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτοὺς ποὺ ἀληθινὰ τὸν ἐπιζητοῦν, μὲ τὸ νὰ λέγη· «εἰς τὴν ἐπίκλησίν μου μὲ εἰσήκουσεν ὁ Θεός μου, ποὺ εἶναι Θεὸς τῆς δικαιοσύνης»[2].
Καὶ αὐτὰ λέγω ὅτι ἰσοδυναμοῦν μὲ τὸν προφήτην ποὺ εἶπεν· «ἐνῶ θὰ ὁμιλῆς ἀκόμη ἐσύ, θὰ εἰπῆ· νά, εἶμαι παρὼν»[3]. Δηλαδή, δὲν ἐπρόφθασε νὰ τὸν ἐπικαλεσθῆ καὶ ἡ ἀκοὴ τοῦ Θεοῦ ἐπρόλαβε τὸ τέλος τῆς προσευχῆς.
Ὅταν πάλιν ἀναπέμπη εἰς τὸν Θεὸν ἰκετηρίους προσευχᾶς καὶ δεήσεις, μᾶς διδάσκει κατὰ ποῖον τρόπον ἁρμόζει οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ ἐξιλεώνουν τὸν Θεόν. «Κύριε, νὰ μὴ μὲ κρίνης ἀνάλογα μὲ τὸν θυμόν σου, καὶ νὰ μὴ μὲ τιμωρήσης ἀνάλογα μὲ τὴν ὀργήν σου»[4].
Εἰς τὸν δωδέκατον δὲ ψαλμὸν μὲ τοὺς λόγους· «ὡς πότε, Κύριε, θὰ μὲ λησμονὴς ὁλοτελῶς;»[5], διὰ νὰ μᾶς δείξη κάποιαν παράτασιν δοκιμασίας.
Καὶ μὲ ὁλόκληρον τὸν ψαλμὸν διὰ νὰ μᾶς διδάξη νὰ μὴ λιποψυχοῦμεν κατὰ τὰς θλίψεις, ἀλλὰ νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἠξεύρωμεν ὅτι λόγω κάποιας οἰκονομίας μᾶς παραδίδει εἰς τὰς δοκιμασίας τῶν θλίψεων, ἐπιβάλλων τὸ μέτρον τῶν δοκιμασιῶν ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸν τῆς πίστεως, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν καθένα.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχει λεχθῆ το, «ὡς πότε, Κύριε, θὰ μὲ λησμονὴς ὁλοτελῶς;» καί το, «ὡς πότε θὰ ἀποστρέφης τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμέ;»[6], ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τὸ κακόν των ἀθέων. Αὐτοί, ὅταν τοὺς εὔρη κάποια μικρὰ δυσκολία εἰς τὴν ζωήν, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὰς δυσκολωτέρας περιστάσεις τῶν πραγμάτων, ἀμέσως ἀμφιβάλλουν μὲ τὴν διάνοιάν των, ἐὰν ὑπάρχη Θεὸς ποὺ φροντίζει διὰ τὰ ἐδῶ πράγματα, ἐὰν παρατηρῆ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά, ἐὰν ἀποδίδη δικαιοσύνην εἰς τὸν καθένα κατ’ ἀξίαν.
Ἔπειτα ὅταν ἰδοῦν τοὺς ἑαυτούς των νὰ παραμένουν περισσότερον εἰς τὰ δυσάρεστα ἐμπεδώνουν τὸ πονηρὸν δόγμα καὶ ἀποφαίνονται εἰς τὰς καρδίας των ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. «Ὁ ἄφρων εἶπε μέσα του· δὲν ὑπάρχει Θεὸς»[7].
Καὶ αὐτὸ ἀφοῦ τὸ βάλλη εἰς τὸ μυαλόν του, διαπράττει λοιπὸν ἀφθόνως κάθε ἁμαρτίαν. Διότι ἐὰν δὲν ὑπάρχη αὐτὸς ποὺ ἐπιβλέπει, ἐὰν δὲν ὑπάρχη αὐτὸς ποὺ ἀνταποδίδει εἰς τὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὰς πράξεις τῆς ζωῆς του, τί ἐμποδίζει νὰ καταδυναστεύωμεν τὸν πτωχόν, νὰ σκοτώνωμεν τὰ ὀρφανά, νὰ φονεύωμεν τὴν χήραν καὶ τὸν πάροικον, νὰ ἀποτολμοῦμεν κάθε ἀνοσιούργημα, νὰ μολυνώμεθα μὲ ἀκάθαρτα καὶ βδελυρὰ πάθη καὶ μὲ ὄλας τὰς κτηνώδεις ἐπιθυμίας;
Διὰ τοῦτο ὡς συνέπειάν του ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, ἐπρόσθεσέ το, «διεφθάρησαν καὶ διέπραξαν βδελυρὰ ἔργα»[8]. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτραποῦν ἀπὸ τὸν σωστὸν δρόμον, ἐὰν αἳ ψυχαί των δὲν ἀσθενήσουν ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ.//
2. Ἀπὸ ποῦ οἱ εἰδωλολάτραι ἔχουν παραδοθῆ «εἰς ἀνάξιον νοῦν, ὥστε νὰ κάνουν αὐτὰ ποῦ δὲν ἁρμόζει»[9]; Ὄχι διότι εἶπαν, «δὲν ὑπάρχει Θεός»; Ἀπὸ ποῦ ἔχουν βουτηχθῆ εἰς «πάθη ἀτιμωτικὰ καὶ αἳ γυναῖκες τῶν ἀντήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν μὲ τὴν ἀφύσικον καὶ οἱ ἄνδρες ἀσελγοῦν μὲ ἄνδρας»[10];
Ὄχι διότι «ἀντήλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ μὲ τὰ ὁμοιώματα τῶν κτηνῶν, τῶν τετραπόδων καὶ τῶν ἑρπετῶν»[11]; Ἄφρων λοιπόν, διότι πράγματι στερεῖται νοῦ καὶ φρονήσεως, αὐτὸς ποὺ λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός.
Παραπλήσιος πρὸς αὐτὸν καὶ μάλιστα ἄνθρωπος ποὺ δὲν ὑστερεῖ καθόλου εἰς ἀφροσύνην, εἶναι καὶ αὐτὸς ποὺ λέγει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι αἴτιος τῶν κακῶν. Θεωρῶ δηλαδὴ ὅτι ἡ ἁμαρτία αὐτῶν εἶναι ἰσότιμος, διότι καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος ἐξ ἴσου ἀρνοῦνται τὸν ἀγαθὸν Θεόν.
Διότι ὁ μὲν ἕνας ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδόλως, ὁ δὲ ἄλλος προσδιορίζει ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἀγαθός. Διότι ἐὰν εἶναι αἴτιος τῶν κακῶν, εἶναι ὁλοφάνερον ὅτι δὲν εἶναι ἀγαθός, ὥστε καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευρᾶς ὑπάρχει ἄρνησις τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ ποῦ, λέγει, προέρχονται αἳ ἀσθένειαι; Ἀπὸ ποῦ οἱ πρόωροι θάνατοι; Ἀπὸ ποῦ αἳ ὁλοσχερεῖς καταστροφαὶ τῶν πόλεων; Τὰ ναυάγια; Οἱ πόλεμοι; Αἳ ἀσθένειαι; Καὶ ὅλα αὐτὰ βεβαίως εἶναι κακά, λέγει, καὶ ὅλα εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ.
Ὥστε ποῖον ἄλλον ἠμποροῦμεν νὰ κατηγορήσωμεν διὰ τὰ γεγονότα, ἂν ὄχι τὸν Θεόν; Ἔλα τώρα λοιπόν, ἐπειδὴ ἔχομεν ἐμπλακῆ εἰς τὸ πολυθρύλητον αὐτὸ ζήτημα, ἀφοῦ ὁδηγήσωμεν τὸν λόγον εἰς κάποιαν παραδεκτὴν ἀρχὴν καὶ ἀσχοληθοῦμεν μὲ μεγαλυτέραν ζέσιν μὲ τὸ πρόβλημα, ἃς προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν σαφῆ καὶ ἀσύγχυτον τὴν ἐξήγησιν περὶ αὐτοῦ.
3. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν προκαταβολικῶς εἰς τὴν σκέψιν μᾶς ἕνα πράγμα· ὅτι, ἐπειδὴ εἴμεθα πλάσμα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ αὐτὸν διατηρούμεθα, ποὺ δὶ’ ἠμᾶς καὶ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγαλύτερα οἰκονομεῖ, δὲν θὰ πάθωμεν κάτι, ὅταν ὁ Θεὸς δὲν θέλη, ἀλλ’ οὔτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑποφέρομεν εἶναι κάτι βλαβερὸν ἢ τέτοιον, ὥστε νὰ εἶναι κάπως καλύτερον, διὰ νὰ γίνη ἀντιληπτὸν καὶ μὲ τὴν σκέψιν. Οἱ μὲν θάνατοι προέρχονται βεβαίως ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλ’ ὅμως ὁ θάνατος ἐξάπαντος δὲν εἶναι κακόν, ἐκτὸς ἐὰν κάποιος ἐννοῆ μόνον τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Διότι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ ἐδῶ δεινὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν κολάσεων εἰς τὸν ἄδην. Καὶ πάλιν τὰ κακὰ εἰς τὸν ἄδην δὲν ἔχουν αἴτιον τὸν Θεόν, ἀλλ' ἠμᾶς τοὺς ἰδίους. Διότι ἀρχὴ καὶ ρίζα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἐλευθερία μας καὶ τὸ αὐτεξούσιον.
Διότι θὰ ἠμποροῦσαν αὐτοὶ ποῦ δὲν διαπράττουν τὸ κακὸν νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν συμφοράν· αὐτοὶ ἀφοῦ ἐδολώθησαν εἰς τὴν ἁμαρτίαν διὰ τῆς ἡδονῆς, ποίαν εὔλογον δικαιολογίαν θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ἀναφέρωμέν το ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν γίνει αἴτιοι τῶν συμφορῶν εἰς τοὺς ἑαυτούς των; Κακὸν λοιπὸν εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς πρὸς τὴν ἰδικὴν μᾶς ἀντίληψιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς πρὸς τὴν καθ’ αὐτὸ φύσιν.
Τὸ φυσικὸν λοιπὸν κακὸν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἠμᾶς· δηλαδὴ ἡ ἀδικία, ἡ ἀσέλγεια, ἡ ἀφροσύνη, ἡ δειλία, οἱ φθόνοι, οἱ φόνοι, αἳ δηλητηριάσεις, αἳ ραδιουργίαι καὶ ὅσα κακὰ συγγενεύουν μ' αὐτά, μὲ τὸ νὰ καταμολύνουν τὴν ψυχήν, ποὺ ἔχει δημιουργηθῆ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ κτίστου μας, καὶ φυσικὰ ἀμαυρώνουν τὸ κάλλος της.
Ἐπίσης κακὸν λέγομεν ὅ,τι εἶναι δὶ’ ἠμᾶς ἐπίπονον καὶ ὀδυνηρὸν εἰς τὰς αἰσθήσεις· δηλαδὴ τὴν σωματικὴν ἀσθένειαν, τὰς σωματικᾶς πληγᾶς, τὴν στέρησιν τῶν ἀναγκαίων, τὴν αἰσχύνην, τὴν χρηματικὴν ζημίαν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν συγγενῶν.
Τὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ προκαλεῖται εἰς ἠμᾶς ἀπὸ τὸν φρόνιμον καὶ ἀγαθὸν Δεσπότην διὰ τὸ συμφέρον μας. Διότι μὲ τὸ νὰ ἀφαιρῆ τὸν πλοῦτον ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν χρησιμοποιοῦν κακῶς, καταστρέφει ἔτσι τὸ ὄργανον τῆς ἀδικίας των.
Δίδει δὲ ἀρρώστιαν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὠφελιμώτερον νὰ ἔχουν δεμένα τὰ μέλη τῶν παρὰ νὰ ἔχουν τὰς ὁρμᾶς τῶν ἀνεμποδίστους πρὸς τὴν ἁμαρτίαν. Οἱ θάνατοι δὲ ἐπέρχονται, ὅταν συμπληρωθοῦν τὰ ὅρια τῆς ζωῆς, ποὺ ἐξ ἀρχῆς διὰ τὸν καθένα ὤρισεν ἡ δικαία κρίσις τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μακρυὰ προβλέπει τὰ συμφέρον διὰ τὸν καθένα ἀπό μας.
Πείνα, ξηρασίαι, βροχαὶ ἄφθονοι, εἶναι κοιναὶ πληγαὶ ποὺ πλήττουν πόλεις καὶ ἔθνη, διὰ νὰ περιορίζουν τὴν ὑπερβολὴν τοῦ κακοῦ. Ὅπως λοιπὸν ὁ ἰατρὸς εἶναι εὐεργέτης, εἴτε πόνους, εἴτε ἄλγη ἐπιβάλλει εἰς τὸ σῶμα (διότι μάχεται ἐναντίον τῆς νόσου καὶ ὄχι τοῦ ἀρρώστου), ἔτσι ἀγαθὸς εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ οἰκονομεῖ τὴν σωτηρίαν εἰς τὸ σύνολον διὰ τῶν μερικῶν κολάσεων.
Ἐσὺ δὲ τὸν ἰατρὸν ποὺ ἄλλα μὲν κόπτει, ἄλλα δὲ καυτηριάζει καὶ ἄλλα καθ’ ὁλοκληρίαν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, δὲν τὸν κατηγορεῖς διὰ τίποτε, ἀλλὰ καὶ χρήματα βεβαίως τὸν πληρώνεις καὶ σωτήρα τὸν ἀποκαλεῖς, διότι σταματᾶ τὴν ἀσθένειαν, ὅταν ἐμφανισθῆ εἰς μικρὸν μέρος, προτοῦ ἡ ἀρρώστια ἐξαπλωθῆ εἰς ὁλόκληρόν το σῶμα.
Ὅταν ὅμως ἰδῆς πόλιν νὰ ἔχη σωριασθὴ ἀπὸ σεισμὸν ἐπάνω εἰς τοὺς κατοίκους της ἢ πλοῖον νὰ ἔχη κατασυντριβὴ εἰς τὴν θάλασσαν αὔτανδρον, δὲν διστάζεις νὰ βλασφημῆς ἐναντίον τοῦ ἀληθινοῦ ἰατροῦ καὶ σωτῆρος.
Καὶ ὅμως ἔπρεπε νὰ κατανοήσωμεν ὅτι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀρρωστοῦν ἀπὸ ἐλαφρᾶς ἀσθενείας καὶ θεραπευσίμους, δέχονται τὰς ὠφελείας τῶν φροντίδων, ὅταν δὲ ἡ ἀσθένεια ἀποδειχθῆ ἀνωτέρα της θεραπείας, καθίσταται ἀναγκαία ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀχρηστευθέντος μέλους, ὥστε νὰ μὴ ἐπεκταθῆ εἰς τὰ εὐαίσθητα ἡ νόσος διὰ τῆς συνεχοῦς προόδου.
Ὅπως λοιπὸν ὁ ἰατρὸς δὲν εἶναι αἴτιος διὰ τὴν ἐγχείρησιν ἢ διὰ τὴν καυτηρίασιν, ἀλλ' ἡ ἀρρώστια, ἔτσι καὶ οἱ ἑξαφανισμοὶ τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀρχὴν τῶν εἰς τὰ ὑπερβολικὰ ἁμαρτήματα, ἀπαλλάσσουν τὸν Θεὸν ἀπὸ κάθε κατηγορίαν.
4. Ἀλλ’ ἐὰν βεβαίως ὁ Θεὸς εἶναι ἀνεύθυνος διὰ τὰ κακά, λέγει, τότε πῶς ἔχει εἰπωθῆ ὁ λόγος· «ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ κατεσκεύασε τὸ φῶς καὶ ποὺ ἔκαμε τὸ σκότος, αὐτὸς ποὺ φέρει τὴν εὐτυχίαν καὶ προκαλεῖ τὴν δυστυχίαν»[12]; Καὶ πάλιν «τὸ κακόν, λέγει, κατέβη ἀπὸ τὸν Κύριον εἰς τὴν πύλην τῆς Ἱερουσαλὴμ»[13], καὶ «δὲν ὑπάρχει κακὸν εἰς τὴν πόλιν ποὺ νὰ μὴ τὸ ἔκαμεν ὁ Κύριος»[14].
Καὶ εἰς τὴν μεγάλην ὠδὴν τοῦ Μωυσέως· «ἰδέστε, ἰδέστε, ὅτι ἐγὼ ὑπάρχω καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς ἀπὸ ἐμέ, ἐγὼ θανατώνω καὶ ζωοποιῶ, ἐγὼ πληγώνω καὶ θεραπεύω»[15].
Ἀλλὰ δὶ’ αὐτὸν ποὺ καταλαβαίνει τὸ νόημα τῆς Γραφῆς τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν συνιστᾶ κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ὅτι εἶναι αἴτιος καὶ δημιουργός των κακῶν. Διότι αὐτὸς ποὺ εἶπεν ὅτι «ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ κατεσκεύασε τὸ φῶς καὶ ἐποίησε τὸ σκότος», μὲ αὐτὰ παρουσιάζει τὸν ἐαυτὸν τοῦ δημιουργόν της κτίσεως, ὄχι δημιουργὸν κάποιου κακοῦ.
Διὰ νὰ μὴ νομίσης λοιπὸν ὅτι ἄλλος μὲν εἶναι αἴτιος τοῦ φωτός, ἄλλος δὲ τοῦ σκότους, ὠνόμασε τὸν ἐαυτὸν τοῦ ποιητὴν καὶ τεχνίτην αὐτῶν ποὺ φαίνονται νὰ εἶναι ἀντίθετα εἰς τὴν κτίσιν, διὰ νὰ μὴ ζητήσης ἄλλον δημιουργόν του πυρὸς καὶ ἄλλον τοῦ νεροῦ, μήτε ἄλλον τοῦ ἀέρος καὶ ἄλλον τῆς γῆς. Διότι φαίνεται πὼς αὐτὰ ἀντιτίθενται μεταξύ των κατὰ τὸν λόγον τῆς ἀντιθέσεως τῶν ποιοτήτων. Πράγμα ποὺ πολλοί το ἔπαθαν καὶ ἐστράφησαν πρὸς τὴν πολυθεΐαν.
Κάμνει δὲ εἰρήνην καὶ δημιουργεῖ κακά. Πράγματι σὲ εἰρηνεύει, ὅταν μὲ τὴν καλὴν διδασκαλίαν θὰ γαληνεύση τὸν νοῦν σου καὶ θὰ καταπραΰνη τὰ πάθη ποὺ ἐπαναστατοῦν ἐναντίον τῆς ψυχῆς. «Κτίζει δὲ κακά», δηλαδὴ τὰ μεταποιεῖ καὶ τὰ βελτιώνει, ὥστε παραμεριζόμενα διὰ τὸ ὅτι εἶναι κακά, νὰ μετέχουν εἰς τὴν ρύσιν τοῦ καλοῦ. «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεὸς»[16]. Ὄχι νὰ δημιουργήσης τώρα, ἀλλὰ νὰ καινουργιώσης αὐτὴν ποὺ ἐπαλαίωσεν ἀπὸ τὴν κακίαν. Καὶ «διὰ νὰ κτίση τοὺς δύο εἰς ἕνα νέον ἄνθρωπον»[17].
Τὸ «νὰ κτίση» δὲν σημαίνει νὰ δημιουργήση ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀλλὰ νὰ μεταρρυθμίση αὐτοὺς ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ «ὁ ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸν εἶναι καινὴ κτίσις»[18]. Καὶ πάλιν ὁ Μωυσῆς· «δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ πατέρας σου ποὺ σὲ ἀπέκτησε καὶ σὲ ἐποίησε καὶ σὲ ἔκτισε;»[19]. Δηλαδὴ ξεκάθαρα ἐδῶ μὲ τὸ νὰ ταχθῆ μετὰ τὴν ποίησιν ἡ κτίσις, μᾶς διδάσκει ὅτι ἔχει ταχθῆ διὰ τὴν βελτίωσιν, διότι τὸ ὄνομα τῆς κτίσεως σημαίνει τὰ πολλά.
Ὥστε ὅταν κάμνη εἰρήνην, ἔτσι κάμνει τὴν εἰρήνην, μὲ τὸ νὰ κτίζη τὰ κακά, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ μεταποιῆ καὶ ὁδηγῆ εἰς καλλιτέρευσιν. Ἔπειτα λοιπὸν καὶ ἂν ἀκόμη ἐννοήσης ὡς εἰρήνην τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοὺς πολέμους καὶ ὡς κακὸν εἰπῆς τὰ δεινὰ ποὺ ἀκολουθοῦν αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν, δηλαδὴ ἐκστρατείας ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς πατρίδος, κόπους, ἀγρυπνίας, ἀγωνίας, ἱδρώτας, τραύματα, σφαγᾶς, ἁλώσεις πόλεων, αἰχμαλωσίας, ἀπαγωγᾶς, τὰ οἰκτρὰ θεάματα τῶν φονευθέντων καὶ μὲ μίαν λέξιν, ὅσα λυπηρὰ συνοδεύουν τοὺς πολέμους, λέγομεν ὅτι ἔχουν γίνει μὲ τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει μὲ τοὺς πολέμους τὰς τιμωρίας εἰς αὐτοὺς ποὺ ἀξίζουν τὰς κολάσεις.
Ἢ μήπως ἐσὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴ εἶχαν κατακαῆ τὰ Σόδομα ὕστερα ἀπὸ τὰ ἀνοσιουργήματα ἐκεῖνα; Ἢ νὰ μὴ εἶχε καταστραφῆ ἡ Ἱερουσαλήμ, μήτε νὰ εἶχε ἐρημωθῆ ὁ ναὸς ὑστέρα ἀπὸ τὴν φρικτὴν καὶ παράφρονα ἐνέργειαν τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον τοῦ Κυρίου;
Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἦταν σωστὸν νὰ γίνουν αὐτά, ἂν ὄχι μὲ τὰ ρωμαϊκὰ χέρια, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ἐχθροί της ζωῆς των, παρέδωκαν τὸν Κύριόν μας; Ὥστε εἶναι δυνατὸν κάποτε καὶ μάλιστα δικαίως νὰ ἔχουν ἐπιβληθῆ τὰ κακά του πολέμου εἰς αὐτοὺς ποὺ τὰ ἀξίζουν.
Καὶ τὸν λόγον, «ἐγὼ θανατώνω καὶ ἐγὼ ζωοποιῶ,» νὰ τὸν ἀποδέχεσαι, ἐὰν θέλης, κατὰ τὸ πρόχειρον νόημά του. Διότι ὁ φόβος οἰκοδομεῖ τοὺς ἁπλοϊκωτέρους. «Ἐγὼ πληγώνω καὶ ἐγὼ θεραπεύω». Καὶ τοῦτο εἶναι χρήσιμον νὰ ἐννοῆται ἀπὸ μόνον του. Διότι ἡ μὲν πληγῆ ἐμβάλλει τὸν φόβον, ἡ δὲ θεραπεία προτρέπει πρὸς τὴν ἀγάπην.
Σοῦ ἐπιτρέπεται βεβαίως νὰ διανοηθῆς καὶ κάπως ὑψηλότερα διὰ τὰ ὅσα ἔχουν εἰπωθῆ. Ἐγὼ θὰ θανατώσω μὲ τὴν ἁμαρτίαν καὶ θὰ ζωοποιήσω μὲ τὴν δικαιοσύνην. Διότι «ὅσον ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος φθείρεται, τόσον ὁ ἐσωτερικὸς ἀνακαινουργιώνεται»[20].
Λοιπὸν δὲν ἀποκτείνει ἄλλον καὶ ἄλλον ζωοποιεῖ, ἀλλὰ τὸν ἴδιον, μὲ αὐτὰ ποὺ τὸν σκοτώνει, τὸν ζωοποιεῖ, καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ τὸν πληγώνει, τὸν θεραπεύει, σύμφωνα μὲ τὴν παροιμίαν ποὺ λέγει ὅτι «σὺ μὲν θὰ τὸν πατάξης μὲ τὴν ράβδον, θὰ σώσης ὅμως τὴν ψυχήν του ἀπὸ τὸν θάνατον»[21].
Λοιπὸν πληγώνεται μὲν ἡ σάρκα, διὰ νὰ θεραπευθῆ ἡ ψυχή, θανατώνεται ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ ζήση ἡ δικαιοσύνη.
Ἐπίσης το, «κατέβη τὸ κακὸν ἀπὸ τὸν Κύριον εἰς τὴν πύλην τῆς Ἱερουσαλὴμ» εἶναι αὐτοεξήγητον. Ποῖον κακόν; Ὁ θόρυβος τῶν ἁμαξῶν καὶ τῶν καβαλλαρέων. Ὅταν δὲ ἀκούσης «δὲν ὑπάρχει κακὸν εἰς τὴν πόλιν ποὺ νὰ μὴ τὸ ἔκαμεν ὁ Κύριος», νὰ ἐννοῆς τὸ ὄνομα τῆς κακίας, ὅτι δηλαδὴ ὁ λόγος ὑπονοεῖ τὴν κάκωσιν ποὺ γίνεται εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς πρὸς διόρθωσιν τῶν πλημμελημάτων.
Διότι «σὲ ἐταλαιπώρησα, λέγει, καὶ σὲ ἄφησα νὰ πεινάσης διὰ νὰ σὲ εὐεργετήσω»[22] διὰ νὰ σταματήσω τὴν κακίαν προτοῦ ὑπερβολικὰ ἐξαπλωθῆ, ὅπως τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ ποὺ συγκρατεῖται μὲ κάποιον ἰσχυρὸν φράκτην καὶ ἀντιτείχισμα.
5. Διὰ τοῦτο αἳ ἀρρώστιαι τῶν πόλεων καὶ τῶν ἐθνῶν, αἳ ξηρασίαι τῶν ἀέρων καὶ αἳ ἀκαρπίαι τῆς γῆς καὶ αἳ ἀκόμη πιὸ σκληραὶ περιστάσεις εἰς τὴν ζωὴν τοῦ καθενὸς περικόπτουν τὴν αὔξησιν τῆς κακίας. Ὥστε ὅλα τα κακὰ αὐτὰ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀφαιροῦν τὴν αἰτίαν τῆς δημιουργίας τῶν πραγματικῶν κακῶν.
Διότι καὶ αἳ σωματικαὶ κακώσεις καὶ τὰ ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα δυσάρεστα, ἔχουν ἐπινοηθῆ πρὸς ἀποχὴν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ὁ Θεὸς λοιπὸν καταστρέφει τὸ κακὸν καὶ τὸ κακὸν δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Διότι καὶ ὁ ἰατρὸς δὲν ἐμβάλλει τὴν ἀρρώστιαν εἰς τὸ σῶμα ἀλλὰ τὴν βγάζει ἀπ’ αὐτό.
Οἱ ἀφανισμοὶ τῶν πόλεων καὶ οἱ σεισμοὶ καὶ αἳ πλημμύραι καὶ αἳ ἀπώλειαι τῶν στρατευμάτων καὶ τὰ ναυάγια καὶ ὄλαι αἳ πολυάνθρωποι καταστροφαί, εἴτε ἀπὸ τὴν γῆν, εἴτε ἀπὸ τὴν θάλασσαν, εἴτε ἀπὸ τὸν ἀέρα, εἴτε ἀπὸ τὴν φωτιάν, εἴτε ἀπὸ ὁποιανδήποτε αἰτίαν προκαλοῦνται, γίνονται διὰ τὸν σωφρονισμὸν αὐτῶν ποὺ ἐπιζοῦν.
Διότι ὁ Θεὸς μὲ δημοσίας μάστιγας σωφρονίζει τὴν παλλαϊκὴν κακίαν. Τὸ κυρίως κακὸν λοιπὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία, καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν βούλησίν μας. Αὐτὴ ἀξίζει μάλιστα νὰ ὀνομάζεται κακόν. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἢ νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ τὴν κακίαν ἢ νὰ εἴμεθα μοχθηροί.
Ἀπὸ τὰ λοιπὰ κακά, ἄλλα μὲν προβάλλονται ὡς ἀγωνίσματα πρὸς ἐπίδειξιν ἀνδρείας, ὅπως εἰς τὸν Ἰὼβ ἡ στέρησις τῶν παιδιῶν, ἡ ἐξαφάνισις τοῦ πλούτου ὁλοκλήρου εἰς μίαν στιγμήν, ἡ πληγὴ τῆς λέπρας, ἄλλα δὲ πρὸς θεραπείαν τῶν ἁμαρτιῶν ποὺ διεπράχθησαν, ὅπως εἰς τὸν Δαβὶδ ἡ ἀτίμωσις τοῦ βασιλικοῦ οἴκου, διότι ἐτιμωρεῖτο διὰ τὴν παράνομον ἐπιθυμίαν.
Ἐπίσης καὶ κάποιο ἄλλο εἶδος ἀπὸ τὰ φοβερὰ ἔχομεν μάθει ὅτι ἐπιφέρει ἡ δικαία κρίσις τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ κάμη περισσότερον σώφρονας αὐτοὺς ποὺ εὔκολα ρέπουν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν. Ὅπως λ.χ. ὁ Δαθᾶν καὶ ὁ Ἀβειρῶν ποὺ τοὺς κατέπιεν ἡ γῆ, μὲ τοὺς λάκκους καὶ τὰ χάσματα ποὺ ἄνοιξε δὶ’ αὐτοὺς[23]. Ἐδῶ βεβαίως δὲν εἶναι οἱ ἴδιοι ποῦ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς τιμωρίας ἔγιναν καλύτεροι (διότι πῶς ἦταν δυνατὸν αὐτοὶ ποῦ κατέβησαν εἰς τὸν ἄδην νὰ γίνουν καλύτεροι;), ἀλλὰ μὲ τὸ παράδειγμά των ἔχουν κάμει πιὸ σώφρονάς τους ὑπολοίπους.
Ἔτσι καὶ ὁ φαραὼ κατεποντίσθη μὲ ὁλόκληρον τὴν στρατιὰν τοῦ[24]. Ἔτσι κατεστράφησαν αὐτοὶ ποὺ κατοικοῦσαν πρῶτα τὴν Παλαιστίνην. Ὥστε καὶ ἂν κάποτε ὁ ἀπόστολος λέγει «σκεύη ὀργῆς ποὺ κατεσκευάσθησαν διὰ νὰ καταστραφοῦν»[25], νὰ μὴ νομίσωμεν ὅτι εἶναι κάποια πονηρὰ κατασκευὴ (διότι ἔτσι ἡ αἰτία θὰ ἀποδοθῆ δικαιότερα εἰς τὸν κατασκευαστήν), ἀλλ’ ὅταν ἀκούσης «σκεύη» νὰ ἐννοῆς ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔχει γίνει διὰ κάτι χρήσιμον.
Καὶ ὅπως εἰς τὸ ἀρχοντικὸν σπίτι, ἄλλο μὲν εἶναι χρυσοῦν σκεῦος, ἄλλο ἀργυρένιον, ἄλλο δὲ ὀστράκινον, ἄλλο δὲ ξύλινον[26] (ἀφοῦ ἡ βούλησις τοῦ καθενὸς παρέχει τὴν ὁμοιότητα εἰς τὰ ὑλικά, καὶ χρυσοῦν μὲν σκεῦος εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι καθαρὸς εἰς τὸν χαρακτήρα καὶ ἄδολος, ἀπὸ ἄργυρον δὲ αὐτὸς ποὺ εἶναι κατώτερος ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν ἀπὸ ἐκεῖνον, ἀπὸ ὄστρακον δὲ αὐτὸς ποὺ φρονεῖ τὰ γήινα καὶ εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ συντριβή, καὶ ἀπὸ ξύλον αὐτὸς ποὺ εὔκολα καταλερώνεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ γίνεται ὑλικὸν διὰ τὸ αἰώνιον πῦρ), ἔτσι καὶ «σκεῦος ὀργῆς», εἶναι αὐτὸς πού, ὡσὰν ἀγγεῖον, ἐχώρησε τὴν διαβολικὴν ἐνέργειαν καὶ ποὺ ἐξ αἰτίας τῆς δυσωδίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐπισυμβῆ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὴν σῆψιν, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ὁδηγηθῆ εἰς χρῆσιν, ἀλλ’ ἀξίζει μόνον νὰ ἐξαφανισθῆ καὶ νὰ χαθῆ.
Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ καταστραφῆ αὐτός, ὁ σοφὸς καὶ φρόνιμος οἰκονόμος τῶν ψυχῶν, τὸν ἐκυβέρνησε νὰ γίνη ἔνδοξος καὶ ἑξακουστὸς εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀποβῆ λοιπὸν μὲ τὸ πάθημά του ὠφέλιμος εἰς τοὺς ἄλλους, διότι αὐτὸς ἦταν ἀθεράπευτος λόγω τῆς ὑπερβολικῆς κακίας του. Τὸν ἐσκλήρυνε δὲ μὲ τὴν μακροθυμίαν καὶ μὲ τὴν ἀναβολὴν τῆς τιμωρίας, ἐπιτείνων τὴν κακίαν του, διὰ νὰ φανερωθῆ εἰς αὐτὸν ἡ δικαιοσύνη τῆς θείας κρίσεως μὲ τὸ νὰ αὐξηθῆ εἰς τὸ ἔπακρον ὅριον ἡ κακία του.
Διὰ τοῦτο ἀπὸ μικρότερα κτυπήματα, πάντοτε προσθέτων καὶ ἐπιτείνων τὰς συμφορᾶς, δὲν ἐμαλάκωσε τὸ ἀνυπότακτον φρόνημά του, ἀλλὰ τὸν συνελάμβανε καὶ νὰ καταφρονῆ τὴν ἀνοχὴν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχη συνηθίσει εἰς τὰ δεινὰ ποὺ τοῦ ἐπεβάλλοντο.
Καὶ ὅμως οὔτε ἔτσι τὸν παρέδωκεν εἰς τὸν θάνατον, μέχρις ὅτου ὁ ἴδιος κατεπόντισε τὸν ἐαυτόν του, ὅταν ἐπάνω εἰς τὴν ἀλαζονείαν τῆς καρδίας τοῦ ἐπεχείρησε νὰ ἀντισταθῆ εἰς τὴν πορείαν τῶν δικαίων καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἡ Ἐρυθρὰ θάλασσα θὰ διαβαθὴ καὶ ἀπ' αὐτόν, ὅπως καὶ ἀπὸ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Τώρα λοιπὸν ἀφοῦ γνωρίζεις ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ εἴδη τοῦ κακοῦ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τὰ ἔχεις ξεχωρίσει ἐντός σου, καὶ ἀφοῦ γνωρίζεις καλὰ ἀφ' ἑνὸς μὲν τί εἶναι τὸ πραγματικῶς κακόν, ὅτι εἶναι ἡ ἁμαρτία, τῆς ὁποίας τὸ τέλος εἶναι ἡ καταστροφή, ἀφ' ἑτέρου δὲ τί αὐτὸ ποὺ φαίνεται μὲν κακὸν ἐξ αἰτίας τοῦ αἰσθήματος τοῦ πόνου, ἔχει δὲ δύναμιν ἀγαθοῦ, ὅπως αἳ κακώσεις ποὺ ἐπιβάλλονται διὰ νὰ ἀποτραπῆ ἡ ἁμαρτία, τῶν ὁποίων οἱ καρποὶ εἶναι ἡ αἰώνιος σωτηρία τῶν ψυχῶν, νὰ παύσης νὰ δυσαρεστῆσαι μὲ τὰς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ.
Γενικὰ δὲ νὰ μὴ θεωρῆς τὸν Θεὸν αἴτιον τῆς ὑπάρξεως τοῦ κακοῦ, μήτε νὰ φαντάζεσαι ὅτι τὸ κακὸν ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν. Διότι ἡ κακία δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει, ὅπως ἀκριβῶς κάποιο ζῶον, οὔτε ἠμποροῦμεν νὰ θεωρήσωμεν ὑπαρκτὴν τὴν οὐσίαν αὐτῆς. Διότι τὸ κακὸν εἶναι στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ ὀφθαλμὸς κατεσκευάσθη.
Ἡ τύφλωσις ὅμως ἐπέρχεται μὲ τὴν ἀπώλειαν τῶν ματιῶν. Ὥστε, ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν ἦταν ἀπὸ φθαρτὴν φύσιν, ἡ τύφλωσις δὲν θὰ εἶχε θέσιν. Ἔτσι καὶ τὸ κακὸν δὲν ἔχει ἰδίαν ὕπαρξιν, ἀλλ' ἔρχεται κατόπιν εἰς τὰς ἀναπηρίας τῆς ψυχῆς.
Οὔτε βεβαίως εἶναι ἀγέννητον, ὅπως διδάσκουν οἱ ἀσεβεῖς[27], οἱ ὁποῖοι κάμνουν ὁμότιμον τὴν πονηρᾶν μὲ τὴν ἀγαθὴν φύσιν, ἐὰν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἄναρχοι, τότε εἶναι ἀνώτεραι καὶ ἀπὸ τὴν γένεσιν. Ἀλλ’ οὔτε γεννητὸν τὸ κακόν.
Διότι ἐὰν ὅλα προέρχωνται ἀπὸ τὸν Θεόν, τότε πῶς εἶναι δυνατόν το κακὸν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀγαθόν; Διότι οὔτε τὸ αἰσχρὸν προέρχεται ἀπὸ τὸ καλόν, οὔτε ἡ κακία ἀπὸ τὴν ἀρετήν. Ἀναγνωσε τὴν διήγησιν τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ θὰ εὕρης ἐκεῖ ὅτι «πάντα καλὰ καὶ μάλιστα λίαν καλὰ»[28]. Τὸ κακὸν λοιπὸν δὲν ἐκτίσθη συγχρόνως μὲ τὰ καλά.
Ἀλλ’ οὔτε ἡ νοερὰ κτίσις, ὅταν ἐγίνετο ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν ἦλθεν εἰς τὴν ὕπαρξιν ἀναμικτος μὲ τὴν κακίαν. Διότι ἐὰν τὰ ὑλικὰ σώματα εἶχαν σύμφυτόν το κακὸν ἐντός των, πῶς τότε τὰ νοητὰ ποὺ διαφέρουν τόσον πολὺ εἰς καθαρότητα καὶ ἁγιασμόν, θὰ εἶχαν κοινὴν μὲ τὸ κακὸν τὴν ὕπαρξιν;
Ἀλλ' ὅμως τὸ κακὸν ὑπάρχει καὶ ἡ ἐνέργεια φανερώνει ὅτι εἶναι πολὺ διάχυτον εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχει τὴν ὕπαρξιν αὐτό, ἐὰν δὲν εἶναι οὔτε ἄναρχον, λέγει, οὔτε ἔχει δημιουργηθῆ;
6. Νὰ ἀντιρωτηθοῦν αὐτοὶ ποῦ διερευνοῦν αὐτά· ἀπὸ ποῦ αἳ ἀσθένειαι; ἀπὸ ποῦ αἳ σωματικαὶ ἀναπηρίαι; Διότι ἡ νόσος οὔτε ἀγέννητος εἶναι, ἀλλ’ οὔτε καὶ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Τὰ ζωντανὰ ὅμως ἐκτίσθησαν φυσικὰ μαζὶ μὲ τὴν πρέπουσαν εἰς αὐτὰ κατασκευὴν καὶ παρήχθησαν εἰς τὴν ζωὴν τέλεια καὶ ἀρτιμελῆ, ἠσθένησαν δὲ ἀφοῦ ἐξετράπησαν ἀπὸ τὴν φυσικήν των κατάστασιν.
Διότι χάνουν τὴν ὑγείαν των ἢ λόγω κακῆς διαίτης ἢ λόγω ὁποιασδήποτε ἄλλης αἰτίας ποὺ προκαλεῖ ἀσθένειαν. Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἔπλασε σῶμα, ὄχι ἀρρώστιαν. Ὁ Θεὸς ἐποίησε τὴν ψυχήν, ὄχι ὅμως τὴν ἁμαρτίαν.
Ἡ ψυχὴ ἐταλαιπωρήθη, ἀφοῦ ἐξέφυγεν ἀπὸ τὴν φυσικήν της κατάστασιν. Ποῖον ὅμως ὑπῆρξε δὶ’ αὐτὴν τὸ προηγούμενον ἀγαθόν; Ἡ θέσις τῆς δίπλα εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ ἕνωσις διὰ τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀφοῦ ἐξέπεσεν, ἐταλαιπωρήθη ἀπὸ ποικίλας καὶ πολυμόρφους ἀσθενείας. Διατὶ ὅμως γενικὰ ἡ ψυχὴ εἶναι δεκτική του κακοῦ;
Ἐξ αἰτίας τῆς αὐτεξουσίου ὁρμῆς, ἡ ὁποία μάλιστα ἁρμόζει εἰς λογικὴν φύσιν. Διότι ἀφοῦ ἀπεδεσμεύθη ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν κτίστην ἐλευθέραν ζωήν, λόγω του ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀντιλαμβάνεται μὲν τὸ ἀγαθὸν καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴν ἀπόλαυσίν του, διαθέτει δὲ ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ διατηρῆ τὴν κατὰ φύσιν ζωήν της, ἐφ’ ὅσον παραμένει εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ καλοῦ καὶ εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν νοητῶν.
Ἔχει ὅμως ἐξουσίαν καὶ νὰ ἀρνηθῆ κάποτε τὸ καλόν. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει εἰς αὐτήν, ὅταν ἀναμιχθῆ μὲ τὴν σάρκα ἐξ αἰτίας τῶν αἰσχρῶν ἡδονῶν, ἀφοῦ πρῶτα χορτάση ἀπὸ τὴν μακαρίαν τέρψιν καὶ τρόπον τινὰ ἀποκοιμηθῆ καὶ ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὰ ἄνω.
7. Ὁ Ἀδὰμ ὑπῆρξε κάποτε ἐπάνω, ὄχι τοπικῶς ἀλλὰ κατὰ τὸ φρόνημα. Τότε, μόλις ἐψυχώθη καὶ ἐκύτταξεν εἰς τὸν οὐρανόν, ἔγινεν ὅλος χαρὰ μὲ αὐτὰ ποὺ ἔβλεπεν · ἀγαποῦσε τὸν εὐεργέτην ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει τὴν ἀπόλαυσιν τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὸν εἶχεν ἀναπαύσει μὲ τὰς τέρψεις τοῦ παραδείσου, τοῦ εἶχε δώσει ἐξουσίαν ὁμοίαν μὲ τῶν ἀγγέλων καὶ τὸν εἶχε κάμει ὁμοδίαιτον μὲ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ἀκροατὴν τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ.
Ἐνῶ ἐπροστατεύετο ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ ὅλα αὐτά, καὶ ἀπελάμβανε τὰ ἀγαθά του, πολὺ γρήγορα, ἀφοῦ ἐχορτάσθη ἀπὸ ὅλα καὶ τρόπον τινὰ αὐθαδίασεν ἀπὸ τὸν κόρον, ἐπροτίμησεν ἀντὶ τῆς νοητῆς ὀμορφιᾶς αὐτὸ ποὺ ἐφάνη τερπνὸν εἰς τὰ σαρκικὰ μάτια, καὶ ἀντὶ τῶν πνευματικῶν ἀπολαύσεων ἐθεώρησε πολυτιμότερον τὸ γέμισμα τῆς κοιλίας.
Καὶ ἀμέσως εὑρέθη ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισον, ἔξω ἀπὸ τὴν μακαρίαν ἐκείνην διαβίωσιν. Δὲν ἔγινεν ἀπὸ ἀνάγκην κακός, ἀλλὰ λόγω ἀπερισκεψίας. Διὰ τοῦτο καὶ ἠμάρτησεν ἐξ αἰτίας κακῆς ἐκλογῆς καὶ ἀπέθανεν ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας. «Διότι τὸ τίμημα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ θάνατος»[29]. Δηλαδὴ ὅσον ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὴν ζωήν, τόσον ἐπλησίαζεν εἰς τὸν θάνατον. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι ζωή· ὁ θάνατος εἶναι στέρησις τῆς ζωῆς.
Ὥστε ὁ Ἀδὰμ ἐπροκάλεσε τὸν θάνατον μὲ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸν Θεόν, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τῆς Γραφῆς· «ὅτι νά, αὐτοὶ ποὺ φεύγουν μακρὰν ἀπό σε, θὰ καταστραφοῦν»[30]. Ἔτσι δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἐδημιούργησε τὸν θάνατον, ἀλλ' ἠμεῖς τὸν ἐπροκαλέσαμεν εἰς τοὺς ἑαυτούς μας μὲ τὴν κακὴν θέλησιν.
Ἀλλ' ὅμως οὔτε ἠμπόδισε τὴν διάλυσιν διὰ τοῦ θανάτου, λόγω τῶν αἰτιῶν ποὺ εἴπαμεν προηγουμένως, διὰ νὰ μὴ διατηρήση ἀθάνατον εἰς ἠμᾶς τὴν ἀρρώστιαν. Ὅπως ἐὰν κάποιος δὲν θὰ κατεδέχετο νὰ βάλη εἰς τὴν φωτιὰν διὰ ψήσιμον πήλινον σκεῦος ποὺ ἐρράγισε, προτοῦ θεραπεύση τὸ ἐλάττωμά του διὰ τῆς ἀνακατασκευῆς του.
Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἔχομεν εἰς τὴν φύσιν μᾶς τὴν ἀναμαρτησίαν, λέγει, ὥστε, καὶ ὅταν ἀκόμη θέλωμεν, νὰ μὴ ὑπάρχη εἰς ἠμᾶς ἡ ἁμαρτία; Διότι καὶ ἐσὺ τοὺς δούλους δὲν τοὺς θεωρεῖς φίλους, ὅταν τοὺς κρατᾶς δέσμιους, ἀλλ’ ὅταν τοὺς ἰδῆς ἑκουσίως νὰ ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντα πρός σε. Καὶ εἰς τὸν Θεὸν λοιπὸν δὲν ἀρέσει ὅ,τι γίνεται ἐξ ἀνάγκης, ἀλλ’ αὐτὸ ποὺ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἀρετῆς. Ἡ δὲ ἀρετὴ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἐλευθέραν βούλησιν καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀναγκαιότητα.
Ἡ ἐλευθέρα βούλησις ἔχει ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὰ «ἐφ’ ἠμὶν»[31]. Τὸ «ἐφ’ ἠμὶν» ὅμως εἶναι τὸ αὐτεξούσιον. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος κατηγορεῖ τὸν ποιητήν, διότι δὲν μᾶς ἔκαμεν ἐκ φύσεως ἀναμαρτήτους, δὲν προτιμᾶ τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἄλογον φύσιν ἀπὸ τὴν λογικήν, καὶ αὐτὴν ποὺ δὲν κινεῖται καὶ δὲν ἔχει ὁρμὴν ἀπὸ τὴν προαιρετικὴν καὶ ἔμπρακτον.
Αὐτὰ ἂν καὶ παρεκβατικῶς, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην τὰ εἴπαμεν, διὰ νὰ μή, ἀφοῦ καταβαραθρωθῆς εἰς διαλογισμούς, κοντὰ εἰς τὴν στέρησιν τῶν ἀξιολόγων ὑπομείνης ἐπὶ πλέον καὶ τὴν στέρησιν τοῦ Θεοῦ. Ἃς σταματήσωμεν λοιπὸν νὰ διορθώνωμεν τὸν σοφόν.
Ἃς σταματήσωμεν νὰ ἐπιζητοῦμεν κάτι καλύτερον ἀπὸ αὐτὰ ποὺ αὐτὸς ἐδημιούργησε. Διότι ἐὰν μᾶς διαφεύγουν τὰ αἴτια τῶν ἐπὶ μέρους σχεδίων, τουλάχιστον ἃς ἐνυπάρχη εἰς τὰς ψυχᾶς μᾶς ἕνα βεβαίως δόγμα, ἐκεῖνο· ὅτι δηλαδὴ κανένα κακὸν δὲν γίνεται ἀπὸ τὸ ἀγαθόν.
8. Κοντὰ εἰς αὐτὸ δὲ εἰσέρχεται πρὸς ἐξέτασιν, κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τῆς ἐννοίας, καὶ τὸ πρόβλημα τὸ σχετικὸν μὲ τὸν διάβολον. Ἐὰν τὰ κακὰ δὲν προέρχωνται ἀπὸ τὸν Θεόν, τότε ἀπὸ ποῦ ὁ διάβολος; Τί λοιπὸν λέγομεν δὶ’ αὐτό;
Διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ εἶναι ἀρκετὴ δὶ’ ἠμᾶς ἡ ἰδία δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἀπεδώσαμεν καὶ διὰ τὴν ἀνθρωπίνην πονηρίαν. Δηλαδὴ ἀπὸ ποῦ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε πονηρός; Ἀπὸ τὴν ἰδίαν του τὴν προαίρεσιν. Ἀπὸ ποῦ κακὸς ὁ διάβολος;
Ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν. Διότι καὶ αὐτὸς ἔχει ἐλευθέραν ζωὴν καὶ ἔχει ἐντός του τὴν δύναμιν ἢ νὰ παραμείνη κοντὰ εἰς τὸν Θεὸν ἢ νὰ ἀποξενωθῆ ἀπὸ τὸ ἀγαθόν. Ὁ Γαβριὴλ ἦταν ἄγγελος καὶ διαρκῶς παρεστέκετο δίπλα εἰς τὸν Θεόν. Ὁ Σατανᾶς ἦταν καὶ αὐτὸς ἄγγελος, ἀλλ' ἐξέπεσε καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὴν ἰδικὴν τοῦ τάξιν.
Καὶ ἐκεῖνον ἡ θέλησίς του τὸν διεφύλαξεν εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ αὐτὸν ἡ αὐτεξούσιος θέλησίς του τὸν κατεκρήμνισε. Βεβαίως ἠμποροῦσε καὶ ἐκεῖνος νὰ ἀποστατήση καὶ αὐτὸς νὰ μὴ ἐκπέση. Ἀλλὰ τὸν ἕνα ἡ ἄπληστος ἀγάπη διὰ τὸν Θεὸν τὸν διεφύλαξε καὶ τὸν ἄλλον ἡ ἀναχώρησίς του ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸν κατέστησεν ἀπόβλητον.
Αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν, δηλ. ἡ ἀποξένωσις ἀπὸ τὸν Θεόν. Μία μικρὰ περιστροφὴ τοῦ ματιοῦ μᾶς κάμνει ἢ νὰ εἴμεθα μὲ τὸν ἥλιον ἢ μὲ τὴν σκιὰν τοῦ σώματός μας. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὁ φωτισμὸς εἶναι ἕτοιμος δὶ’ αὐτὸν ποὺ ἀνέβλεψε, δὶ’ αὐτὸν δὲ ποὺ ἐστράφη πρὸς τὴν σκιὰν εἶναι ἀναγκαῖον το σκοτάδι.
Ἔτσι ὁ διάβολος γίνεται πονηρός. Δὲν εἶναι φύσις ποὺ ἀντιτίθεται πρὸς τὸ ἀγαθόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν θέλησιν ἔχει τὴν πονηρίαν. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει εἰς αὐτὸν ὁ πόλεμος ἐναντίον μας; Διότι μὲ τὸ νὰ εἶναι δοχεῖον κάθε κακίας, ἐδέχθη καὶ τὴν ἀσθένειαν τοῦ φθόνου καὶ μᾶς ἐφθόνησε διὰ τὴν τιμήν. Δὲν ἠμπόρεσε νὰ ὑποφέρη τὴν ζωήν μας ποὺ ἦταν χωρὶς λύπη εἰς τὸν παράδεισον.
Ἀφοῦ μὲ πονηρίας καὶ ραδιουργίας ἐξεγέλασε τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀφοῦ τὸν πόθον ποὺ εἶχε νὰ ὁμοιάση τὸν Θεόν, τὸν μετεχειρίσθη διὰ νὰ τὸν ἐξαπατήση, τοῦ ὑπέδειξε τὸ δένδρον καὶ τοῦ ὑπεσχέθη ὅτι μὲ τὴν βρῶσιν ἀπὸ αὐτὸ θὰ τὸν καταστήση ὅμοιον μὲ τὸν Θεόν.
Διότι «ἐὰν φάγετε, λέγει, θὰ γίνετε θεοί, γνωρίζοντες τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν»[32]. Δὲν ἐδημιουργήθη διὰ νὰ εἶναι ἐχθρός μας, ἀλλὰ ἀπὸ ζηλοτυπίαν ἀπέβη ἐχθρός μας. Βλέπων δηλαδὴ τὸν ἐαυτόν του νὰ ἔχη ξεπέσει ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἀγγέλων, δὲν ἠμποροῦσε νὰ βλέπη τὸ γήινον πλάσμα νὰ ἀνυψώνεται διὰ προκοπῆς εἰς τὸ ἀγγελικὸν ἀξίωμα.
9. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔγινεν ἐχθρός, ὁ Θεὸς μᾶς ἐνέβαλε τὴν ἔχθραν ἐναντίον του, μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὠμίλησεν εἰς τὸ θηρίον ποὺ τὸν εἶχεν ὑπηρετήσει, ὅταν τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ἀπειλήν· ὅτι «θὰ στήσω ἔχθραν ἀνάμεσα εἴς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους της»[33].
Διότι πράγματι αἳ συμφιλιώσεις μὲ τὴν κακίαν εἶναι βλαβεραί. Ἄλλωστε αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς φιλίας· νὰ γεννᾶται φυσικὰ λόγω ὁμοιότητος εἰς αὐτοὺς ποὺ συνδέονται. Συνεπῶς εἶναι πολὺ σωστόν το ρητόν· «φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαὶ»[34].
Διότι ὅπως εἰς τοὺς τόπους ποὺ εἶναι μολυσμένοι ἀπὸ νόσους ὁ ἀέρας ποὺ ἀναπνέεται, μεταδίδει κρυφὴν ἀσθένειαν εἰς αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἐκεῖ, ἔτσι ἡ συνήθεια πρὸς τὰ κακὰ ἐμβάλλει μεγάλα κακὰ εἰς τὰς ψυχᾶς, ἔστω καὶ ἂν τὸ βλαβερὸν δὲν γίνεται ἀμέσως ἀντιληπτόν. Διὰ τοῦτο ἡ ἔχθρα πρὸς τὸ φίδι εἶναι ἄσπονδος.
Ἐὰν δὲ τὸ ὄργανον ἀξίζει τόσον μίσος, πόσον ἁρμόζει νὰ ἐχθραινώμεθα τὸν αὐτουργόν; Ἀλλὰ καὶ διατὶ ὑπῆρχε, λέγει, τὸ δένδρον εἰς τὸν παράδεισον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλεν ὁ διάβολος νὰ ξεκινήση τὴν ἐπιχείρησίν του ἐναντίον μας; Διότι ἐὰν δὲν εἶχε τὸ δόλωμα τῆς ἀπάτης, πῶς θὰ μᾶς ὠδηγοῦσε διὰ τῆς παρακοῆς εἰς τὸν θάνατον;
Διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχη ἡ ἐντολὴ ποὺ νὰ δοκιμάζη τὴν ὑπακοήν μας. Διὰ τοῦτο ὑπῆρχε φυτὸν γόνιμον εἰς ὡραίους καρπούς, διὰ νὰ ἀξιωθοῦμεν δικαίως τὰ στεφάνια τῆς ὑπομονῆς, ἀφοῦ ἀπεφεύγαμεν τὸ ἡδονικὸν καὶ ἐπεδεικνύαμεν τὸ ἀγαθόν της ἐγκράτειας.
Εἰς τὴν βρῶσιν δὲν ἐπηκολούθησε μόνον ἡ παραβίασις τῆς ἐντολῆς ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίγνωσις τῆς γυμνότητας. Διότι «ἔφαγαν, λέγει, καὶ ἄνοιξαν τὰ μάτια των καὶ εἶδαν ὅτι ἦταν γυμνοὶ»[35]. Ἔπρεπε δὲ νὰ μὴ γνωρίζουν τὴν γύμνωσιν, διὰ νὰ μὴ ἀπησχολεῖτο ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναπληρώση τὴν ἔλλειψιν, μὲ τὸ νὰ ἐπινοῆ ἐνδύματα διὰ τὸν ἐαυτόν του καὶ θαλπωρὴν τῆς γυμνότητος, καὶ γενικὰ μὲ τὴν φροντίδα τῆς σαρκός, ἀποσπώμενος ἀπὸ τὴν ἐνατένισιν τοῦ Θεοῦ.
Διατὶ ὅμως ἀμέσως μ’ αὐτὸν δὲν κατεσκευάσθησαν συγχρόνως καὶ τὰ ἐνδύματα; Διότι αὐτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι οὔτε φυσικὰ οὔτε τεχνητά. Διότι τὰ μὲν φυσικὰ εἶναι γνώρισμα τῶν ἀλόγων ζώων π.χ. πτερά, τρίχες, παχέα δέρματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ὑπομένουν τὰς κακοκαιρίας καὶ νὰ ὑποφέρουν τὴν ζέστην.
Εἰς αὐτὰ κατὰ τίποτε τὸ ἕνα δὲν διέφερεν ἀπὸ τὸ ἄλλο, διότι εἰς ὅλα ἡ φύσις εἶναι ἰσότιμος. Εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅμως ἔπρεπε, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεόν, αἳ ἀνταποδόσεις τῶν ἀγαθῶν νὰ εἶναι διάφοροι. Αἳ ἐπαγγελματικαὶ ἀσχολίαι θὰ ἐπροξενοῦσαν φροντίδας, πράγμα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῆ ὡς βλαβερὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον.
Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος, ὅταν μᾶς προκαλῆ ἐκ νέου εἰς τὴν παραδεισιακὴν ζωήν, ξεριζώνει τὴν μέριμναν ἀπὸ τὰς ψυχᾶς μὲ τὸ νὰ λέγη· «Μὴ μεριμνᾶτε διὰ τὴν ζωὴν σᾶς τί θὰ φάγετε ἢ τί θὰ πιήτε, οὔτε διὰ τὸ σῶμα σᾶς τί θὰ φορέσετε»[36].
Λοιπὸν οὔτε ἐκ φύσεως ἐπρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ ἔχη τὰ σκεπάσματα, οὔτε διὰ τῆς τέχνης, ἀλλὰ ἄλλου εἴδους ὑπῆρχαν ἕτοιμα, ἐφ’ ὅσον ἐπεδείκνυε τὴν ἀρετήν, αὐτὰ ποὺ ἔμελλε νὰ ἐπιφανοῦν εἰς τὸν ἄνθρωπον μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ περιαστράψουν μὲ κάποια φωτεινὰ ἐνδύματα, ὁποῖα εἶναι τὰ ἐνδύματα τῶν ἀγγέλων, ποὺ ξεπερνοῦν εἰς ποικιλίαν τὰ ἄνθη καὶ εἰς λαμπρότητα καὶ στιλπνότητα τὰ ἄστρα.
Διὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν τοῦ ἐδόθησαν συγχρόνως τὰ ἐνδύματα, ἐπειδὴ ἦταν βραβεῖα ἀρετῆς, ποὺ ἐναπέκειντο εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ εἰς τὰ ὁποῖα λόγω τῆς διαβολικῆς ἐπηρείας δὲν ἠμπόρεσε νὰ φθάση. Ἐξ αἰτίας τῆς παλαιᾶς πτώσεώς μας, ποὺ ἐπισυνέβη μὲ τὴν βλαβερᾶν ἐπενέργειάν του, ὁ διάβολος ἔγινεν ἀντίπαλός μας.
Ὁ Κύριος μας οἰκονόμησε τὸν ἀγώνα ἐναντίον του, ὥστε μὲ τὴν ὑπακοὴν ἠμεῖς νὰ παλαίψωμεν πάλιν καὶ νὰ στεφανωθοῦμεν διὰ τὴν νίκην κατὰ τοῦ ἀντιπάλου μας. Μακάρι νὰ μὴ εἶχε γίνει διάβολος καὶ νὰ παρέμεινεν εἰς τὴν τάξιν ὅπου ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὸν ἔταξεν ὁ ταξιάρχης. Ἐπειδὴ ὅμως ἔγινεν ἀποστάτης, ἔγινεν ἐχθρός του Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐπλάσθησαν σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ (διὰ τοῦτο μάλιστα εἶναι μισάνθρωπος, διότι εἶναι καὶ θεομάχος· καὶ μᾶς μισεῖ ὡς κτήματα τοῦ Δεσπότου, μᾶς μισεῖ ὡς ὁμοιώματα τοῦ Θεοῦ), ἐχρησιμοποίησε λοιπὸν τὴν πονηρίαν του, αὐτὸς ποὺ μὲ σοφίαν καὶ πρόνοιαν διακυβερνᾶ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ νὰ γυμνάση τὰς ψυχᾶς μας, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἰατρὸς χρησιμοποιεῖ τὸ δηλητήριον τῆς ὀχιᾶς διὰ νὰ παρασκευάση σωτήρια φάρμακα. Ποῖος λοιπὸν ὑπῆρξεν ὁ διάβολος;
Καὶ ποία ἡ τάξις του; Καὶ ποῖον τὸ ἀξίωμά του; Καὶ ἀπὸ ποῦ γενικὰ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σατανᾶς; Σατανᾶς λοιπὸν λέγεται, διότι ἀντιτίθεται πρὸς τὸ ἀγαθόν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅπως ἔχομεν μάθει εἰς τὰ βιβλία τῶν Βασιλειῶν, ἡ ἑβραϊκὴ λέξις. «Ἐξήγειρε γάρ, φησί, Κύριος τῷ Σολομώντι σατᾶν, Ἄδερ τὸν βασιλέα τῶν Σύρων»[37].
Διάβολος δὲ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος γίνεται καὶ συνεργὸς τῆς ἁμαρτίας μας καὶ κατήγορός μας. Διότι χαίρει μὲ τὴν καταστροφήν μας καὶ μᾶς στιγματίζει μὲ τὰς πράξεις μας. Ἡ φύσις τοῦ εἶναι ἀσώματος, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολον ποὺ εἶπε· «δὲν διεξάγομεν πάλην μὲ σάρκα καὶ αἷμα, ἀλλὰ μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα»[38].
Τὸ ἀξίωμα δὲ εἶναι αὐτοκρατορικόν. Διότι λέγει «ἀγωνιζόμεθα μὲ τὰς ἀρχάς, τὰς ἐξουσίας, τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκοτεινοῦ τούτου κόσμου»[39]. Ὁ δὲ τόπος τῆς δυναστείας εἶναι ὁ ἐναέριος χῶρος, ὅπως μᾶς τὸ λέγει ὁ ἴδιος· «κατὰ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀέρος, τοῦ πνεύματος τοῦ νῦν ἐνεργοῦντος ἐν τοῖς υἱοῖς τῆς ἀπειθείας»[40].
Διὰ τοῦτο καὶ ἄρχων τοῦ κόσμου ὀνομάζεται, διότι ἡ δεσποτεία τοῦ εἶναι γύρω ἀπὸ τὴν γῆν. Καὶ ὁ Κύριος κάπως ἔτσι λέγει· «τώρα γίνεται κρίσις τοῦ κόσμου τούτου, τώρα ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου θὰ ἐκβληθῆ ἔξω»[41]. Καὶ πάλιν· «ἔρχεται ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου καὶ δὲν ἔχει ἐπάνω μου καμμίαν δύναμιν»[42].
10. Ἐπειδὴ ὅμως ὠμιλήσαμεν διὰ τὴν στρατιὰν τοῦ διαβόλου, ὅτι «εἶναι πνεύματα πονηρὰ εἰς τοὺς οὐρανοὺς»[43], πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καλὰ ὅτι ἡ Γραφὴ ὀνομάζει συνήθως οὐρανὸν τὸν ἀέρα, ὅπως λ.χ. ὁ λόγος «τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ»[44] καὶ τὸ «ἀναβαίνουσιν ἕως τῶν οὐρανῶν»[45], δηλαδὴ ἀνυψώνονται πολὺ εἰς τὸν ἀέρα.
Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι «ὁ Σατανᾶς ὡσὰν ἀστραπὴ ἐπεσεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν»[46]. Δηλαδὴ ὅτι ἐπεσεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του καὶ πεσμένος κάτω καταπατεῖται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐλπίσει εἰς τὸν Χριστόν. Διότι «ἔδωκεν ἐξουσίαν εἰς τοὺς μαθητᾶς νὰ πατοῦν ἐπάνω εἰς τὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιοὺς καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ»[47].
Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξεδιώχθη ἡ πονηρὰ δεσποτεία του καὶ ἐκαθαρίσθη ὁ περιγειος χῶρος μὲ τὸ σωτήριον πάθος, ποὺ εἰρήνευσε τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια[48], μᾶς κηρύσσεται λοιπὸν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Διότι ὁ μὲν Ἰωάννης λέγει «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»[49] καὶ ὁ Κύριος παντοῦ κηρύσσει τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας.
Καὶ ἀκόμη πρωτύτερα οἱ ἄγγελοι ἐκραύγαζαν «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη»[50] καὶ οἱ ἀγαλλιώμενοι μὲ τὴν εἴσοδον τοῦ Κυρίου μᾶς εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκραύγαζαν «εἰρήνη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ δόξα ἐν τοῖς ὑψίστοις»[51].
Καὶ γενικὰ ἀπειράριθμοι εἶναι αἳ φωναὶ τῶν ἐπινικίων, ποὺ παρουσιάζουν τὴν τελικὴν συντριβὴν τοῦ ἐχθροῦ, διότι καμμία πάλη, κανένας ἀγώνας δὲν μᾶς ἀπομένει εἰς τὰ οὐράνια. Κανεὶς δὲν μᾶς ἀντιστέκεται καὶ δὲν μᾶς ἐκτρέπει ἀπὸ τὴν μακαρίαν ζωήν, ἀλλὰ εἰς τὸ ἑξῆς ἠμεῖς χωρὶς λύπην κατέχομεν τὴν κληρονομίαν καὶ διαρκῶς ἀπολαμβάνομεν ἀπὸ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς λόγω τῆς ἐπιβουλῆς τοῦ διαβόλου ἐμποδίσθημεν νὰ φάγωμεν.
Διότι «ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησε τὴν φλογίνην ρομφαίαν νὰ φυλάσση τὸν δρόμον πρὸς τὸ δένδρον τῆς ζωῆς»[52], τὴν ὁποίαν ἀνεμπόδιστα ἀφοῦ διέλθωμεν, μακάρι νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ποὺ εἶναι ὁ Κύριός μας. Εἰς αὐτὸν ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1]. Ψάλμ. 3, 2.
[2]. Ψάλμ. 4, 2.
[3]. Ἡσ. 58, 9.
[4]. Ψάλμ. 6, 2.
[5]. Ψάλμ. 12, 4.
[6]. Ψάλμ. 12, 2.
[7]. Ψάλμ. 13, 1.
[8]. Ψάλμ. 13, 1.
[9]. Ρωμ. 1, 28.
[10]. Ρωμ. 1, 26-27.
[11]. Ρωμ. 1, 23.
[12]. Ἡσ. 45, 7.
[13]. Μιχ. 1, 12.
[14]. Ἀμῶς 3, 6.
[15]. Δεύτ. 32, 39.
[16]. Ψάλμ. 50, 12.
[17]. Ἐφεσ. 2, 15.
[18]. Β’ Κορ. 5, 17.
[19]. Δεύτ. 32, 6.
[20]. Β’ Κορ. 4, 16.
[21]. Παροιμ. 23, 14.
[22]. Δεύτ. 8, 3.
[23]. Ἀριθ. 16, 31 κ.ἐξ.
[24]. Ἐξοδ. 14, 28.
[25]. Ρωμ. 9, 24.
[26]. Β’ Τιμ. 2, 20.
[27]. Ὑπονοεῖ ἐδῶ τους ὀπαδοὺς τῶν δυαρχικῶν συστημάτων καὶ τοὺς ὁμοίως πρὸς αὐτοὺς πιστεύοντας Γνωστικούς, οἱ ὁποῖοι ἐδέχοντο τὸν Θεὸν καὶ τὸ κακὸν ὡς δύο αὐθυπάρκτους ὑπάρξεις.
[28]. Γέν. 1, 31.
[29]. Ρωμ. 6, 23.
[30]. Ψάλμ. 72, 27.
[31]. Τὸ «ἐφ’ ἠμὶν» εἶναι τὸ αὐτεξούσιον. Διὰ τοῦ ὄρου «τὰ ἐφ’ ἠμὶν» σημαίνονται τὰ πράγματα ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ αὐτεξούσιόν του ἀνθρώπου. Ἡ ὁρολογία εἶναι τῆς στωϊκῆς φιλοσοφίας.
[32]. Γέν. 3, 5.
[33]. Γέν. 3, 15.
[34]. Ἃ’ Κορ. 15, 33.
[35]. Γέν. 3, 7.
[36]. Ματθ. 6, 25.
[37]. Γ’ Βασιλ. 11, 14.
[38]. Ἐφεσ. 6, 12.
[39]. Ἐφεσ. 6, 12.
[40]. Ἐφεσ. 2, 2.
[41]. Ἰωάν. 12, 31.
[42]. Ἰωάν. 14, 30.
[43]. Ἐφεσ. 6, 12.
[44]. Ματθ. 6, 26.
[45]. Ψάλμ. 106, 26.
[46]. Λουκ. 10, 18.
[47]. Λουκ. 10, 19.
[48]. Κολασ. 1, 20.
[49]. Ματθ. 3, 2.
[50]. Λουκ. 2, 14.
[51]. Λουκ. 19, 38.
[52]. Γέν. 3, 24.
(Πατερικὲς Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» Μ.Βασιλείου Ἔργα, Τόμος 7ος, Ὁμιλία 4η, σέλ.86-123.)
Πηγή ἤλ. κειμένου: "Ἱερὰ Μητρόπολις Γλυφάδας"
alopsis.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *