αρχείο λήψης (7)Εὐαγγέλιο Κυριακῆς : Κατὰ Ματθαῖον (ΙΘ. 16 – 26)

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, εἷς προσελθῶν εἶπεν τῷ Ἰησοῦ: διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἴνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον? Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῶ: τί μὲ λέγεις ἀγαθόν; Οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολᾶς. Λέγει αὐτῶ: ποίας; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Λέγει αὐτῶ ὁ νεανίσκος: πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. Τί ἔτι ὑστερῶ; Ἔφη αὐτῶ ὁ Ἰησοῦς: εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῶ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοί. Ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος’ ἣν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς Αὐτοῦ: ἀμὴν λέγω ὑμίν, ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμίν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες: τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι; Ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς: παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῶ πάντα δυνατά ἐστι.

Ἀπόδοση:

Κάποιος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀγαθὲ Διδάσκαλε, τί καλὸ νὰ κάνω γιὰ ν’ ἀποκτήσω αἰώνια ζωή;» Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε: «Γιατί μὲ ὀνομάζεις ἀγαθό; Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθός, παρὰ μόνο ἕνας ὁ Θεός. Ἂν θέλεις πάντως νὰ μπεῖς στὴ ζωή, τήρησε τὶς ἐντολές». Τοῦ λέει: «Ποιές;» Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «Τὸ μὴ σκοτώσεις, μὴ μοιχεύσεις, μὴν κλέψεις, μὴν ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα σου καὶ ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου». Τοῦ λέει ὁ νεα¬ρός: «Ὅλα αὐτὰ τὰ τηρῶ ἀπὸ πολὺ μικρός. Σὲ τί ὑστερῶ ἀκόμα;» Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς: «Ἂν θέλεις νὰ γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς, καὶ θὰ ἔχεις θη¬σαυρὸ κοντὰ στὸ Θεό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις». Μόλις ἄκουσε τὴν ἀπάντηση ὁ νεαρός, ἔφυγε λυπημένος, γιατί εἶχε μεγάλη περιούσια.

Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε στοὺς μαθητές του: «Σᾶς βεβαιώνω πὼς δύσκολα θὰ μπεῖ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ σᾶς τὸ ἐπαναλαμβά¬νω: Εἶναι εὐκολότερο νὰ περάσει καμήλα ἀπὸ βελονότρυπα, Παρὰ νὰ μπεῖ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ὅταν τ’ ἄκουσαν οἱ μαθη¬τές του, ἔνιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι ἔλεγαν: «Τότε ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Ὁ Ἰησοῦς τοὺς κοίταξε καὶ εἶπε: «Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ τὸ Θεὸ ὅμως ὅλα εἶναι δυνατά».


Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας τοῦ Μεγάλου, πρὸς τοὺς πλουτοῦντας

1.Ἔχομεν ὁμιλήσει καὶ ἄλλοτε σχετικὰ μὲ τὸν νεανίσκον 1 αὐτὸν καὶ ἑξάπαντως θὰ ἐνθυμῆται ὁ ἐπιμελὴς ἀκροατὴς αὐτὰ ποὺ ἐξετάσαμεν τότε. Πρώτον μὲν δὲν εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν νομικὸν ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸν Λουκᾶν 2. Διότι ἐκεῖνος μὲν ἦταν πειρακτήριος μὲ τὸ νὰ κάμνη εἰρωνικᾶς ἐρωτήσεις, αὐτὸς δὲ καλὰ μὲν ἐρωτοῦσεν, ἀλλὰ δὲν ἐδέχετο μὲ εὐπείθειαν3. Διότι δὲν θὰ ἔφευγε λυπημένος ἀπὸ τὰς ἀπαντήσεις ποὺ τοῦ ἔδιδεν ὁ Κύριος, ἐὰν περιφρονητικῶς τοῦ ἀπηύθυνε τὰς ἐρωτήσεις. Διὰ τοῦτο κάπως ἀναμικτος μᾶς ἐφαίνετο ἡ συμπεριφορά του, διότι ἄλλοτε μὲν ἡ Γραφὴ4 μᾶς τὸν δεικνύει ἄξιον ἐπαίνου, ἄλλοτε δὲ ἀθλιώτατον καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπελπισμένον.
Τὸ νὰ γνωρίση δηλαδὴ τὸν ἀληθινὸν διδάσκαλον καὶ νὰ περιφρονήση τὴν ἀλαζονείαν τῶν φαρισαίων καὶ τὴν γνώμην τῶν νομικῶν καὶ τὴν ἐνόχλησιν τῶν γραμματέων, καὶ νὰ ἀποδώση τὴν ὀνομασίαν αὐτὴν εἰς τὸν μόνον ἀληθινὸν καὶ ἀγαθὸν διδάσκαλον, αὐτὸ ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἐπηνέσαμεν. Ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ τὸ νὰ φανῆ ὅτι φροντίζει πὼς θὰ ἠμποροῦσε νὰ κληρονομήση τὴν αἰώνιον βασιλείαν, καὶ αὐτὸ ἀξίζει νὰ τὸ παραδεχθοῦμεν. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνο μάλιστα κρίνει ὁλόκληρον τὴν διάθεσίν του, ποὺ δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸ πραγματικῶς καλόν, ἀλλὰ προσέχει αὐτὸ ποὺ ἀρέσει εἰς τους πολλούς, τὸ ὅτι δηλαδή, ἀφοῦ ἐδιδάχθη σωτήρια μαθήματα ἀπὸ τὸν ἀληθινὸν διδάσκαλον, δὲν τὰ ἐχάραξεν εἰς τὴν καρδίαν του καὶ δὲν ἐφήρμοσεν εἰς τὴν πράξιν τὰ διδάγματα, ἂλλ’ ἀπῆλθεν λυπημένος, τυφλωμένος ἀπὸ τὸ πάθος τῆς φιλοπλουτίας.
Αὐτὸ δὲ ἐλέγχει τὴν ἀνωμαλίαν τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τὴν ἀσυμφωνίαν πρὸς τὸν ἐαυτόν του. Τὸν
ὀνομάζεις διδάσκαλον 5 καὶ δὲν κάμνεις αὐτὰ ποῦ κάμνουν οἱ μαθηταί; Τὸν λέγεις ἀγαθόν6 καὶ περιφρονεῖς αὐτὰ ποῦ δίδει; Καὶ ὅμως εἶναι φανερὸν ὅτι αὐτὸς ποὺ εἶναι ἀγαθὸς παρέχει ἀγαθά. Καὶ ἐρωτᾶς μὲν νὰ μάθης διὰ τὴν αἰώνιον ζωήν7, ἀποδεικνύεσαι ὅμως ὅτι ὁλόκληρος εἶσαι δεμένος εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ παρόντος βίου. Ποῖον δὲ δύσκολον, βαρὺν ἢ δυσβάστακτον λόγον σου ἀπηύθυνεν ὁ διδάσκαλος; Νὰ πωλήσης ὅσα ἔχεις καὶ νὰ τὰ μοιράσης εἰς τοὺς πτωχοὺς 8. Ἐάν σου ἐπρότεινε γεωργικᾶς ἐργασίας ἢ τοὺς κινδύνους τοῦ ἐμπορίου ἢ ὅσα ἄλλα ἐπίπονα προσιδιάζουν εἰς αὐτοὺς ποὺ κερδοσκοποῦν, ἔπρεπε σὺ δυσφορῶν διὰ τὴν προσταγὴν νὰ λυπηθῆς. Ἐὰν ὅμως σου ὑπόσχεται νὰ σὲ ἀναδείξη κληρονόμον τῆς αἰωνίου ζωῆς μ’ ἕνα τόσον εὔκολον δρόμον ποὺ δὲν ἔχει κανένα κόπον καὶ ἱδρώτα, δὲν χαίρεις διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ φεύγεις μὲ ὀδύνην καὶ πένθος εἰς τὴν ψυχὴν καὶ ἀχρηστεύεις διὰ τὸν ἐαυτόν σου ὅλα ὅσα ἔχεις κοπιάσει μέχρι τώρα; Διότι ἐὰν δὲν ἐφόνευσες, ὅπως σὺ λέγεις, οὔτε ἐμοίχευσες, οὔτε ἔκλεψες, οὔτε ἐψευδομαρτύρησες ἐναντίον κάποιου 9, καθιστᾶς ἀνώφελον εἰς τὸν ἐαυτόν σου τὴν ἐπιμέλειαν γύρω ἀπὸ αὐτά, ἀφοῦ δὲν προσθέτεις αὐτὸ ποὺ ὑπολείπεται, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἠμπορέσης νὰ εἰσέλθης εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ.
Καὶ ἐὰν μὲν κάποιος ἰατρός σου ὑπέσχετο νὰ σοῦ διορθώση ἀναπηρίας ποῦ ὑπάρχουν εἰς σὲ ἐκ φύσεως ἢ ἀπὸ ἀρρώστιαν, δὲν θὰ εὐθυμοῦσες ὅταν τὸ ἤκουες; Ἐπειδὴ δὲ ὁ μεγάλος ἰατρὸς τῶν ψυχῶν θέλει νὰ σὲ τελειοποιήση ὡς πρὸς αὐτὰ ποὺ καιρίως ὑστερεῖς, ἀρνεῖσαι τὴν δωρεὰν καὶ πενθεῖς καὶ σκυθρωπάζεις; Εἶναι φανερὸν λοιπὸν πὼς στέκεσαι μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἐντολὴν καὶ ψευδῶς ὠμολόγησες εἰς τὸν ἐαυτόν σου ὅτι ἔχεις ἀγαπήσει τὸν πλησίον σου ὡσὰν τὸν ἐαυτόν σου 10. Διότι νά, ἡ προσταγὴ τοῦ Κυρίου σὲ ἀποδεικνύει ὅτι ἀπέχεις παρὰ πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν ἀγάπην. Διότι ἐὰν αὐτὸ ποὺ διεβεβαίωσες ἦταν ἀληθινόν, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ τὰ νειάτα σου ἐτήρησες τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης καὶ ἔδωκες εἰς τὸν καθένα τόσον ὅσον καὶ εἰς τὸν ἐαυτόν σου, τότε ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ χρηματικὴ περιουσία; Διότι ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀναγκῶν τῶν πτωχῶν καταναλώνει τὸν πλοῦτον, ὅταν δηλ. ὁ καθένας μὲν δέχεται ὀλίγα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν του, ὅλοι δὲ μαζὶ μοιράζωνται τὰ ὑπάρχοντα ποὺ ἐξοδεύονται δὶ’ ὅλους. Ὥστε αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον ὡσὰν τὸν ἐαυτόν του δὲν κατέχει τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὸν πλησίον.
Ἂλλ’ ὅμως φαίνεσαι νὰ ἔχης πολλὰ κτήματα. Ἀπὸ ποῦ αὐτά; Ἀπὸ ποὺ ἀλλοῦ παρὰ ἀπὸ τοῦ ὅτι εἶναι φανερὸν ὅτι ἐπροτιμοῦσες τὴν ἰδικήν σου ἀπόλαυσιν ἀπὸ τὴν παρηγορίαν τῶν πολλῶν. Ὅσον λοιπὸν ὑπερέχεις κατὰ τὸν πλοῦτον, τόσον ὑστερεῖς κατὰ τὴν ἀγάπην. Διότι πρὸ πολλοῦ θὰ εἶχες σκεφθῆ νὰ ἀπομακρύνης τὰ χρήματα, ἐὰν εἶχες ἀγαπήσει τὸν πλησίον. Τώρα δὲ τὰ χρήματα εἶναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερον ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματος, καὶ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ αὐτά σε λυπεῖ, σὰν τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῶν χρησιμωτέρων μελῶν. Διότι ἐὰν εἶχες ἐνδύσει τὸν γυμνόν, ἐὰν εἶχες δώσει τὸν ἄρτον σου εἰς αὐτὸν ποῦ πεινᾶ, ἐὰν ἡ πόρτα σου εἶχεν ἀνοιγῆ εἰς κάθε ξένον, ἐὰν εἶχες γίνει πατέρας τῶν ὀρφανῶν, ἐὰν συνέπασχες μὲ κάθε ἀδύνατον, διὰ ποία τώρα χρήματα θὰ ἐδοκίμαζες λύπην; Ποῦ δὲ θὰ ἐδυσκολευόσουν νὰ διαθέσης τὰ ὑπόλοιπα, ἐὰν ἀπὸ πολλοῦ εἶχες σκεφθῆ νὰ τὰ μοιράζης εἰς τοὺς ἐνδεεῖς; Ἔπειτα, εἰς μὲν τὰς πανηγύρεις κανένας δὲν λυπεῖται νὰ πωλῆ τὰ ὑπάρχοντά του καὶ νὰ ἀποκτᾶ ἂντ’ αὐτῶν αὐτὰ ποὺ χρειάζεται. Ἀλλὰ μὲ ὅσον μικροτέραν τιμὴν ἀγοράζει τὰ πολυτίμητα πράγματα, τόσον περισσότερον χαίρει, διότι ἡ συναλλαγὴ τοῦ ὑπῆρξε λαμπρά. Ἐσὺ δὲ λυπεῖσαι μὲ τὸ νὰ δίδης χρυσίον καὶ ἀργύριον καὶ κτήματα, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ προσφέρης λίθους καὶ χῶμα, διὰ νὰ ἀπόκτησης τὴν αἰώνιον ζωήν.
2. Ἀλλὰ τί τὸν χρειάζεσαι τὸν πλοῦτον; Θὰ ἐνδυθῆς μὲ ἔνδυμα; Δύο πήχεις σου ἀρκοῦν λοιπὸν διὰ τὸν χιτωνίσκον11 καὶ ἡ ἔνδυσις ἑνὸς ἱματίου θὰ καλύψη ὁλόκληρον τὴν ἀνάγκην τῶν ἐνδυμάτων. Μήπως θὰ ἐξοδεύσης τὸν πλοῦτον εἰς τὴν διατροφήν; Ἕνας ἄρτος εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ γεμίσης τὴν κοιλίαν σου. Διατὶ λοιπὸν λυπεῖσαι; Σὰν τί νὰ στερῆσαι; τὴν δόξαν τοῦ πλούτου; Ἂλλ’ ἐὰν δὲν ἀναζήτησης τὴν ἐπίγειον δόξαν, θὰ εὕρης τὴν πραγματικὴν ἐκείνην καὶ λαμπρᾶν, ποὺ σὲ προάγει εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχης ἁπλῶς τὸν πλοῦτον εἶναι πράγμα ἀγαπητόν, ἔστω καὶ ἂν δὲν προκύπτει κανένα ὄφελος ἂπ’ αὐτόν. Ὅτι λοιπὸν εἶναι ἀνόητος ἡ φροντίδα διὰ ἄχρηστα πράγματα, εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν. Ἴσως σου φανῆ παράδοξον αὐτὸ ποὺ σκοπεύω νὰ εἰπῶ, πλὴν ὅμως εἶναι ἀπὸ ὅλα το πιὸ ἀληθινόν. Ὅταν ὁ πλοῦτος σκορπίζεται, κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ὁ Κύριος παραγγέλλει, εἶναι φυσικὸν νὰ παραμένη, ὅταν ὅμως φυλάσσεται εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποξενώνεται. Ἐὰν τὸν φυλάσσης, δὲν θὰ τὸν ἔχης, ἐὰν τὸν σκορπίσης, δὲν θὰ τὸν χάσης. Διότι ἐσκόρπισεν ἐλευθέρως καὶ ἐμοίρασεν εἰς τοὺς πτωχούς· ἡ δικαιοσύνη τοῦ παραμένει αἰωνίως 12.
Ἂλλ’ ὅμως ὁ πλοῦτος διὰ τοὺς περισσοτέρους δὲν εἶναι περιζήτητος οὔτε διὰ τὰ ἐνδύματα, οὔτε διὰ τὰς τροφᾶς, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἔχει ἐπινοηθῆ κάποιο τέχνασμα, ποὺ ὑποβάλλει εἰς τοὺς πλουσίους ἀπείρους ἀφορμᾶς διὰ δαπάνην, ὥστε τὰ περιττὰ καὶ τὰ ἄχρηστα νὰ θεωροῦνται ὡς σπουδαῖα καὶ τίποτε νὰ μὴ εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν ἐφευρετικότητα τῶν ἐξόδων. Διότι διαμοιράζουν τὸν πλοῦτον σύμφωνα καὶ πρὸς τὴν παροῦσαν ἀνάγκην καὶ πρὸς τὴν μελλοντικήν, καὶ ἕνα μέρος μὲν τὸ κρατοῦν διὰ τοὺς ἑαυτούς των καὶ τὸ ἄλλο νὰ εἶναι ἀπόθεμα διὰ τὰ παιδιά τους. Ἔπειτα δὲ τὸν ἴδιον πλοῦτον κατανέμουν σύμφωνα πρὸς τὰς ποικίλας ἀναγκας. Ἄκου λοιπὸν ποιοὶ εἶναι οἱ κανονισμοὶ αὐτῶν. Νὰ εἶναι, λέγει, ἄλλος μὲν πλοῦτος διὰ χρῆσιν, ἄλλος δὲ διὰ ἀπόθεμα, καὶ αὐτὸς ποὺ ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀναγκας νὰ ξεπερνᾶ τὸ ὅριον τῶν ἀπαραιτήτων πραγμάτων. Αὐτὸς νὰ ὑπάρχη διὰ τὰς πολυτελείας τῶν σπιτιῶν καὶ ἐκεῖνος νὰ ἐξυπηρετῆ τὰς κοσμικᾶς ἐπιδείξεις. Ὁ μὲν νὰ παρέχη τὴν ἄνεσιν ὅταν ὁδοιπορῆς, ὁ δὲ νὰ κάμνη τὴν ζωήν σου λαμπρᾶν καὶ ἀξιοπρόσεκτον ὅταν μένης εἰς τὸ σπίτι. Ὥστε μου ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν νὰ θαυμάζω τὴν ἐφεύρεσιν τῶν περιττῶν ἀναγκῶν. Ὑπάρχουν χίλια δύο ἁμάξια, ἄλλα μὲν ποὺ μεταφέρουν τὰς ἀποσκευᾶς, ἄλλα δὲ ποὺ κουβαλοῦν τοὺς ἰδίους καὶ ποὺ εἶναι καλυμμένα μὲ χαλκὸν καὶ ἄργυρον. Ὑπάρχουν πάμπολλα ἄλογα ποὺ καὶ αὐτὰ γενεαλογοῦνται ἀπὸ προγόνους εὐγενικῆς ράτσας, ὅπως οἱ ἄνθρωποι. Ἄλλα μὲν τοὺς περιφέρουν εἰς τὴν πόλιν, ὅταν διασκεδάζουν, ἄλλα κυνηγοῦν μαζί τους καὶ ἄλλα ἔχουν ἐξασκηθῆ διὰ ὁδοιπορίαν. Τὰ χαλινάρια καὶ αἳ ζῶναι καὶ τὰ περιδέραια, ὅλα εἶναι ἀργυρένια, ὅλα χρυσοκέντητα. Πορφυρένια σαΐσματα ποὺ κοσμοῦν τὰ ἄλογα σὰν γαμβρούς· πληθώρα ἀπὸ μουλάρια, ποὺ κατὰ χρῶμα εἶναι χωρισμένα. Οἱ ὁδηγοὶ αὐτῶν, ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου· αὐτοὶ ποὺ τρέχουν ἐμπρὸς καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀκολουθοῦν ἀπὸ ὀπίσω. Ἀπειράριθμοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπηρέτας ποὺ ἀρκοῦν διὰ κάθε πολυτέλειαν καὶ ἄνεσιν, δηλαδὴ ἐπιστᾶται, ταμίαι, γεωργοί, τεχνίται, ἔμπειροι διαφόρων ἐπαγγελμάτων, ποὺ ἔχουν ἐφευρεθῆ καὶ διὰ τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἄνετον καὶ ἀπολαυστικὴν ζωήν. Μάγειροι, ἀρτοποιοί, οἰνοχόοι, κυνηγοί, γλύπται, ζωγράφοι, δημιουργοὶ κάθε διασκεδάσεως. Κοπάδια ἀπὸ καμήλας, ποὺ ἄλλαι μὲν εἶναι διὰ τὰ φορτία καὶ ἄλλαι διὰ βοσκήν, κοπάδια ἀπὸ ἄλογα, βόδια, ποίμνια, ἀγέλαι ἀπὸ χοίρους, οἱ βοσκοὶ τῶν βοσκοτόπια ἀρκετὰ δὶ’ ὅλα αὐτὰ καὶ γῆ ποὺ μὲ τὰ προϊόντα της αὐξάνει τὸν πλοῦτον. Λουτρὰ εἰς τὴν πόλιν, λουτρὰ ἐξοχικά, σπίτια περίλαμπρα ἀπὸ ποικίλα μάρμαρα, ἄλλο μὲν ἀπὸ λίθον φρυγικόν, ἄλλο ἀπὸ πλάκα λακωνικὴ ἢ Θεσσαλική. Καὶ ἀπὸ αὐτὰ ἄλλα μὲν ποὺ ζεσταίνουν τὸν χειμώνα, ἄλλα δὲ ποὺ δροσίζουν τὸ θέρος. Τὸ δάπεδον στολισμένον μὲ ψηφιδωτὰ καὶ ἡ ὀροφὴ χρυσοκέντητος. Τὸ μέρος δὲ τῶν τοίχων ποὺ δὲν καλύπτεται ἀπὸ μάρμαρον καλλωπίζεται μὲ ζωγραφιστὰ ἄνθη.
3. Ὅταν ὅμως ὁ πλοῦτος ποὺ διαμοιράζεται εἰς ἀπείρους ἀναγκας περισσεύη, παραχώνεται εἰς τὴν γῆν καὶ φυλάσσεται εἰς μέρη μυστικά. Διότι τὸ μέλλον δὲν εἶναι φανερὸν καὶ μὴ τυχὸν ἀπρόβλεπτοι ἀναγκαι μᾶς εὕρουν. Εἶναι μὲν ἀπρόβλεπτόν το μέλλον ἐὰν ἔλθης πρὸς τὴν ἀνάγκην τοῦ χρυσοῦ, δὲν εἶναι ὅμως ἄδηλος ἡ ζημία ἀπὸ τὴν ἀπανθρωπίαν τῆς συμπεριφορᾶς. Διότι ἀφοῦ δὲν ἠμπόρεσες νὰ ἐξοδεύσης τὸν πλοῦτον εἰς τὰς ἀπειραρίθμους ἐπινοήσεις, τότε τὸν ἀπέκρυψες εἰς τὴν γῆν. Εἶναι φοβερὰ μανία, ὅσον μὲν ὁ χρυσὸς ἦταν εἰς μετάλλευμα, νὰ ἀνασκάπτης τὴν γῆν, ὅταν δὲ ἀνακαλυφθῆ, νὰ τὸν ἐξαφανίζης καὶ πάλιν εἰς τὴν γῆν.
Ἔπειτα, νομίζω, σοῦ συμβαίνει ὅταν παραχώνης τὸν πλοῦτον νὰ παραχώνης μαζὶ καὶ τὴν καρδιάν σου. Διότι ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σου, λέγει, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ καρδία13. Διὰ τοῦτο λυποῦν αἳ ἐντολαί. Διότι τοὺς κάμνουν τὴν ζωὴν ἀβίωτον, ὅταν δὲν καταγίνεται μὲ τὰς ἀνωφελεῖς δαπανᾶς. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ πάθος τοῦ νεανίσκου ἢ τῶν παρομοίων μὲ αὐτὸν εἶναι ὅμοιον, ὅπως ἐὰν κάποιος πεζοπόρος ποὺ λόγω τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἰδῆ κάποιαν πόλιν προθύμως διέτρεξε τὴν ὁδὸν μέχρις αὐτῆς, ἔπειτα δὲ κατέλυσε κάπου ἐκεῖ εἰς τὰ ξενοδοχεῖα ποὺ ἦταν ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ τείχη. Ἐξ αἰτίας τῆς τεμπελιᾶς νὰ βαδίση ὀλίγον, ἀχρήστευσε καὶ τὸν προηγούμενον κόπον καὶ ἀπέκλεισε τὸν ἐαυτόν του ἀπὸ τὴν γνῶσιν τῶν καλῶν πραγμάτων τῆς πόλεως. Τέτοιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ καταδέχονται νὰ κάμνουν ὅλα τα ἄλλα, ἂλλ’ ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ὑπαρχόντων. Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, φανερώνουν ὅλην τὴν ἀνέξοδον εὐλάβειαν, δὲν ἀφήνουν ὅμως ἕνα ὀβολὸν εἰς αὐτοὺς ποὺ θλίβονται. Ποιὸν τὸ ὄφελός των ἀπὸ τὴν λοιπὴν ἀρετήν; Διότι δὲν τοὺς δέχεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν διότι εἶναι εὐκολώτερον, λέγει, νὰ περάση μία καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπαν μιᾶς βελόνας παρὰ νὰ ἐμβῆ ἕνας πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν 14.
Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις εἶναι ὁλοκάθαρη καὶ αὐτὸς ποὺ τὴν εἶπε δὲν διαψεύδεται? αὐτοὶ ὅμως ποὺ τὴν πιστεύουν εἶναι σπάνιοι. Καὶ πῶς θὰ ζήσωμεν ὅταν παραιτηθοῦμεν ἀπὸ ὅλα; Ποία δὲ θὰ εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ κόσμου ὅταν ὅλοι πωλοῦν καὶ ὅλα ἐγκαταλείπωνται; Μὴ μ’ ἐρωτᾶς διὰ τὸ νόημα τῶν προσταγμάτων τοῦ Δεσπότου. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐνομοθέτησε γνωρίζει πολὺ καλὰ καὶ τὸ ἀδύνατον νὰ συναρμόζη μὲ τὸν νόμον. Ἡ καρδία σου ὡσὰν εἰς ζυγαριὰν ζυγίζεται, ἂν κλίνη πρὸς τὴν ἀληθινὴν ζωὴν ἢ πρὸς τὴν προσωρινὴν ἀπόλαυσιν. Διότι ἁρμόζει αὐτοὶ ποὺ σκέπτονται συνετὰ νὰ θεωροῦν τὴν χρῆσιν τοῦ πλούτου οἰκονομικὴν καὶ ὄχι ἀπολαυστικήν, καὶ ὅταν τὸν ἀποχωρίζωνται νὰ χαίρουν, ὡσὰν νὰ ἀποχωρίζωνται ἀπὸ ξένα, ἀλλὰ νὰ μὴ δυσανασχετοῦν, ὡσὰν νὰ ἐκπίπτουν ἀπὸ οἰκεία. Διατὶ λοιπὸν λυπεῖσαι; Διατὶ καταστενοχωρεῖσαι ψυχικά, ὅταν ἀκούης· Νὰ πώλησης τὰ ὑπάρχοντα; Διότι ἐὰν μὲν σὲ συνώδευαν εἰς τὸ μέλλον οὔτε καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ σοῦ ἦταν τόσον περιζήτητα, ἐπισκιαζόμενα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πολύτιμα ἀγαθά. Ἐὰν δὲ εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη νὰ παραμένουν ἐδῶ, διατὶ νὰ μὴ ἀποκομίσωμεν κέρδος ἀπὸ αὐτὰ μὲ τὸ νὰ τὰ πωλήσωμεν; Ἐσὺ ὅμως μὲ τὸ νὰ δίδης χρυσὸν καὶ νὰ ἀποκτᾶς ἄλογον δὲν λυπεῖσαι, μὲ τὸ νὰ πωλῆς δὲ πράγματα φθαρτὰ καὶ νὰ ἀγοράζης τὴν οὐράνιον βασιλείαν, δακρύζεις καὶ ἀρνεῖσαι αὐτὸν ποῦ ζητᾶ καὶ δὲν συγκατατίθεσαι νὰ δώσης, μὲ τὸ νὰ ἐφευρίσκης χιλίας δύο προφάσεις δὶ’ ἐξόδευμα.
4. Τί θὰ ἀποκριθῆς εἰς τὸν κριτήν, ἐσὺ ποὺ ἐνδύεις τοὺς τοίχους καὶ δὲν ἐνδύεις ἄνθρωπον; Ποῦ στολίζεις τὰ ἄλογα, ἀλλὰ περιφρονεῖς τὸν ἄδελφον ποῦ εἶναι γυμνός; Ποῦ καταμουχλιάζεις τὸ σιτάρι καὶ δὲν τρέφεις αὐτοὺς ποῦ πεινοῦν; Ποῦ παραχώνεις τὸν χρυσὸν καὶ καταφρονεῖς τὸν καταπιεζόμενον; Ἐὰν μάλιστα συζῆ καὶ γυναίκα ποὺ ἀγάπα τὸν πλοῦτον, τότε ἡ ἀρρώστια εἶναι διπλασία. Διότι καὶ τὰς τέρψεις ἀνάβει καὶ μαζὶ μ’ αὐτᾶς καὶ τὰς φιληδονίας αὐξάνει, καὶ κεντρίζει τὰς περιέργους ἐπιθυμίας, μὲ τὸ νὰ ἐπινοῆ διαφόρους λίθους, μαργαριτάρια καὶ σμαράγδια καὶ σαπφείρους καὶ χρυσὸν ἄλλον μὲ τὸ νὰ τὸν ἐπεξεργάζεται εἰς κοσμήματα, ἄλλον δὲ μὲ τὸ νὰ τοῦ ὑφαίνη καὶ νὰ αὐξάνη τὴν ἀσθένειαν μὲ κάθε πολυτέλειαν. Βέβαια ἡ φροντίδα γύρω ἂπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι κάτι τὸ παρέργον, ἀλλὰ φροντίζουν δὶ’ αὐτὰ ὁλόκληρους νύχτας καὶ ἡμέρας. Πάμπολλοι δὲ κόλακες, ποὺ συντρέχουν εἰς τὰς ἐπιθυμίας των, συγκεντρώνουν τοὺς ἀνθοβαφείς15, τοὺς χρυσοχόους, τοὺς ἀρωματοποιούς, τοὺς ὑφαντᾶς, τοὺς διακοσμητᾶς. Δὲν παρέχουν περιθώρια εἰς τὸν ἄνδρα νὰ ἀναπνεύση ἀπὸ τὰς συνεχεῖς παραγγελίας της. Κανένας πλοῦτος δὲν εἶναι ἀρκετὸς νὰ ἐξυπηρέτηση τὰς γυναικείας ἐπιθυμίας, οὔτε καὶ ἂν ἀκόμη ρέη ἀπὸ ποταμούς, ὅταν αὗται προμηθεύωνται τὸ τεχνικόν, ὡσὰν τὸ λάδι ἀπὸ τὴν ἀγοράν, καὶ τὰ θαλασσινὰ ἄνθη, τὴν θαλασσινὴν πορφύραν16, τὴν πίνναν17, περισσότερον ἀπὸ ὅσον τὸ μαλλὶ ἀπὸ τὰ πρόβατα. Χρυσὸς δὲ ποὺ περισφίγγει τὰ πολύτιμα πετράδια, ἄλλος μὲν γίνεται δὶ’ αὐτᾶς στολισμὸς εἰς τὸ μέτωπον, ἄλλος δὲ γύρω ἀπὸ τὸν λαιμόν, ἄλλος εἰς τὰς ζώνας καὶ ἄλλος περιβάλλει τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια.
Διότι αὗται ποὺ ἀγαποῦν τὸ χρυσάφι χαίρουν νὰ εἶναι δεμέναι μὲ χειροπέδας, μόνον ἐὰν τὸ δέσιμον εἶναι ἀπὸ χρυσόν. Πότε λοιπὸν θὰ φροντίση διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ αὐτὸς ποῦ δουλεύει εἰς τὰς γυναικείας ἐπιθυμίας; Διότι ὅπως αἳ καταιγίδες καὶ αἳ φορτοῦναι καταποντίζουν τὰ σαθρὰ ἀπὸ τὰ καράβια, ἔτσι αἳ πονηραὶ διαθέσεις τῶν γυναικὼν καταπνίγουν τὰς ἀσθενεῖς ψυχᾶς τῶν συζύγων. Ὅταν λοιπὸν ὁ πλοῦτος ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναίκα, ποὺ ὁ ἕνας συναγωνίζεται τὸν ἄλλον εἰς τὰς ἐπινοήσεις τῶν ματαίων, διασπαθίζεται εἰς τόσα πολλὰ πράγματα, εἶναι εὔλογον νὰ μὴ μένη καιρὸς νὰ ἐνδιαφερθοῦν διὰ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ ἐὰν μὲν ἀκούσης νὰ πωλήσης τὰ ὑπάρχοντα καὶ νὰ τὰ μοιράσης εἰς τοὺς πτωχούς, διὰ νὰ ἔχης ἐφόδια διὰ τὴν αἰωνίαν ἀπόλαυσιν, τότε φεύγεις λυπημένος ἐὰν δὲ ἀκούσης δῶσε χρήματα εἰς γυναίκας, ποὺ ζοῦν πολυτελῶς, δῶσε εἰς τοὺς γλύπτας, εἰς τοὺς οἰκοδόμους, εἰς τοὺς τεχνίτας τῶν ψηφιδωτῶν, εἰς τοὺς ζωγράφους, χαίρεις ὡσὰν νὰ ἀποκτᾶς κάτι πολυτιμότερον ἀπὸ χρήματα.
Δὲν βλέπεις αὐτοὺς τοὺς τοίχους ποῦ καταρρέουν μὲ τὸν χρόνον, τῶν ὁποίων τὰ λείψανα ὡσὰν κάποιοι σκόπελοι ἀναδύονται ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν πόλιν; Ὅταν οἱ τοῖχοι αὐτοὶ ἐκτίζοντο, πόσοι ὑπῆρξαν οἱ πτωχοὶ εἰς ὅλην τὴν πόλιν, ποῦ παρεβλέποντο ἀπὸ τοὺς τότε πλουσίους λόγω τῆς φροντίδος τῶν γύρω ἀπὸ αὐτά; Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἡ λαμπρὰ κατασκευὴ τῶν ἔργων; Ποῦ δὲ αὐτὸς ποῦ ἐκαυχάτο μὲ τὴν μεγαλοπρέπειαν αὐτῶν; Δὲν ἔχουν καταστραφῆ καὶ ἐξαφανισθῆ αὐτά, ὅπως αὐτὰ ποὺ μὲ τὸ παιχνίδι κατασκευάζουν τὰ παιδιὰ εἰς τὴν ἀμμουδιὰν καὶ αὐτὸς δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν ὠδήν, μετανοιωμένος διὰ τὴν φροντίδα τῶν ματαίων πραγμάτων; Νὰ εἶσαι μεγαλόψυχος. Οἱ μικροὶ δὲ καὶ οἱ μεγάλοι τοῖχοι ἐκπληρώνουν τὴν ἰδίαν ἀνάγκην. Ὅταν εἰσέλθω εἰς σπίτι ἀνδρὸς ξιπασμένου καὶ νεόπλουτου καὶ τὸ ἰδῶ νὰ εἶναι στολισμένον μὲ ποικίλα ἄνθη, ἠξεύρω πολὺ καλὰ ὅτι αὐτὸς τίποτε ἀπὸ τὰ βλεπόμενα πολυτιμότερον δὲν κατέχει, ἀλλὰ καλλωπίζει τὰ ἄψυχα καὶ ἔχει ἀστόλιστον τὴν ψυχήν.
Ποίαν, πές μου, περισσοτέραν ἀνάγκην παρέχουν τὰ ἀργυρένια κρεββάτια καὶ τὰ ἀργυρένια τραπέζια, τὰ ἐλεφάντινα καθίσματα καὶ τὰ ἐλεφάντινα ἁμάξια, ὥστε ὁ πλοῦτος ἐξ αἰτίας αὐτῶν νὰ μὴ περνᾶ εἰς τοὺς πτωχούς, μολονότι ἀναρίθμητοι στέκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πόρταν καὶ ἐκβάλλουν κάθε εἶδος λυπητερᾶς φωνῆς; Ἐσὺ δὲ ἀρνεῖσαι νὰ δώσης, μὲ τὸ νὰ λέγης ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσης εἰς αὐτοὺς ποὺ ἐπαιτοῦν. Καὶ μὲ τὴν γλώσσαν μὲν ὁρκίζεσαι, ἐλέγχεσαι δὲ ἀπὸ τὸ χέρι. Διότι τὸ χέρι σου ποὺ δὲν ὁμιλεῖ, ἀλλὰ περιαστράπτει ἀπὸ τὴν πέτραν τοῦ δακτυλιδιοῦ, διαλαλεῖ τὴν ψευδολογίαν σου. Πόσους ἠμπορεῖ νὰ ἀπαλλάξη ἀπὸ τὰ χρέη ἕνα ἰδικόν σου δακτυλίδι; Πόσα σπίτια ποῦ καταστρέφονται νὰ ἀνορθώση; Μία ἱματιοθήκη σου ἠμπορεῖ νὰ ἐνδύση ὁλόκληρον λαὸν ποὺ τρεμουλιάζει. Ἂλλ’ ἀνέχεσαι νὰ διώξης ἄπρακτον τὸν πτωχόν, χωρὶς νὰ φοβᾶσαι τὴν δικαιοσύνην τῆς ἀνταποδόσεως ἀπὸ τὸν κριτήν. Δὲν ἐλέησες, δὲν θὰ ἐλεηθῆς. Δὲν ἄνοιξες τὴν πόρταν, θὰ ἐκδιωχθῆς ἀπὸ τὴν βασιλείαν. Δὲν ἔδωσες τὸ ψωμί, δὲν θὰ λάβης τὴν αἰώνιαν ζωήν.
5. Ἀλλὰ λέγεις πτωχὸν τὸν ἐαυτόν σου· καὶ ἐγὼ συμφωνῶ. Διότι πτωχὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ στερεῖται ἀπὸ πολλά. Καὶ σᾶς ἡ ἀχόρταγος ἐπιθυμία σᾶς κάμνει νὰ στερῆσθε ἀπὸ πολλά. Εἰς τὰ δέκα τάλαντα φροντίζεις νὰ πρόσθεσης ἄλλα δέκα· ὅταν γίνουν εἴκοσι, ἐπιζητεῖς ἄλλα τόσα καὶ μὲ τὸ νὰ προστίθεται πάντοτε δὲν σοῦ στάματα τὴν ὁρμήν, ἀλλὰ ἀνάβει τὴν ὄρεξιν. Διότι ὅπως εἰς τοὺς μέθυσους ἡ προσθήκη τοῦ οἴνου γίνεται ἀφορμή του νὰ μεθοῦν, ἔτσι καὶ οἱ νεόπλουτοι, ἀφοῦ ἀποκτήσουν πολλά, ἐπιθυμοῦν περισσότερα, τρέφοντες τὴν ἀσθένειαν μὲ αὐτὸ ποὺ πάντοτε προστίθεται καὶ καταντᾶ ἡ φροντίδα τοὺς εἰς τὸ ἀντίθετον. Διότι δὲν τοὺς εὐφραίνουν τὰ παρόντα ἂν καὶ εἶναι τόσα πολλά, ὅσον τοὺς λυποῦν τὰ ἐλλείποντα, ὅσα βέβαια αὐτοὶ ὑποθέτουν ὅτι τοὺς λείπουν, ὥστε πάντοτε ἡ ψυχή των νὰ λυώνη ἀπὸ τὰς φροντίδας, ἐφόσον ἐπιδιώκουν περισσότερα. Ἐνῶ αὐτοὶ πρέπει νὰ εὐφραίνωνται καὶ νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι, ἐπειδὴ εἶναι τόσον πολὺ εὔποροι, αὐτοὶ ὅμως δυσφοροῦν καὶ θλίβονται, διότι εἶναι κατώτεροι ἀπὸ ἕνα ἢ δύο ὑπερπλουσίους. Ὅταν φθάσουν αὐτὸν τὸν πλούσιον, ἀμέσως ἀγωνίζονται νὰ ἐξισωθοῦν μὲ τὸν πλουσιώτερον. Καὶ ὅταν καὶ αὐτὸν τὸν φθάσουν, τότε μεταφέρουν τὴν φροντίδα εἰς τὸν ἄλλον. Ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἀναβαίνουν τὴν σκάλαν πάντοτε σηκώνοντες τὸ βῆμα τῶν εἰς τὸ παραπάνω σκαλοπάτι, δὲν σταματοῦν προτοῦ φθάσουν εἰς τὸ τελευταῖον, ἔτσι καὶ αὐτοὶ δὲν παύουν τὴν ὁρμὴν τῆς κυριαρχίας ὡς τὴν στιγμὴν ποὺ ἐξυψωθέντες θὰ καταστραφοῦν ἀπὸ ὑψηλὸν πέσιμον. Ὁ κτίστης τῶν ὅλων ἔκαμε νὰ εἶναι ἀχόρταγόν το ἀκριδοφάγον πτηνὸν διὰ τὸ καλόν των ἀνθρώπων, ἐσὺ ὅμως κατέστησες ἀκόρεστον τὴν ψυχήν σου πρὸς ζημίαν τῶν πολλῶν. Ὅσα βλέπει τὸ μάτι, τόσα ἐπιθυμεῖ ὁ πλεονέκτης. Τὸ μάτι δὲν θὰ χορτάση ἀπὸ τὸ νὰ βλέπη18 καὶ ὁ φιλάργυρος δὲν θὰ κορεσθῆ ἀπὸ τὸ νὰ λαμβάνη. Ὁ ἅδης δὲν εἶπεν ἀρκεῖ οὔτε ὁ πλεονέκτης εἶπε ποτὲ ἀρκεί19. Πότε θὰ χρησιμοποίησης τὰ παρόντα; Πότε θὰ τὰ ἀπολαύσης, ὅταν πάντοτε διακατέχεσαι ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ἀποκτήσεως; Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς οἱ ὁποῖοι ἑνώνετε οἰκίαν μὲ οἰκίαν καὶ παραβιάζετε τὰ ὅρια τῶν ἀγρῶν διὰ νὰ ἀφαιρέσετε κάτι ἀπὸ τὸν πλησίον20 Ἐσὺ δὲ τί κάμνεις; Δὲν ἐπικαλεῖσαι ἄπειρους δικαιολογίας, διὰ νὰ πάρης κάτι ἀπὸ τὸν πλησίον; Μὲ ἐπισκιάζει, λέγει, τὸ σπίτι τοῦ γείτονος, προκαλεῖ θορύβους, ἢ φιλοξενεῖ τοὺς ζητιάνους ἢ προφασίζεται ὅ,τι καὶ ἂν τύχη, τοὺς στενοχωρεῖ παντοῦ, διαρκῶς τοὺς τραβὰ καὶ τοὺς σπαράσσει καὶ δὲν ἡσυχάζει προτοῦ τοὺς ἐξαναγκάση νὰ ἀλλάξουν κατοικίαν. Τί ἦταν ἐκεῖνο ποῦ ἐφόνευσε τὸν Ἰεζραηλίτην Ναβουθᾶν; Δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἀχαὰβ διὰ τὸ ἀμπέλι του21;
Ὁ πλεονέκτης εἶναι κακὸς γείτων εἰς τὴν πόλιν, κακὸς καὶ εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἡ θάλασσα γνωρίζει τὰ σύνορά της καὶ ἡ νύκτα δὲν παραβιάζει τὴν πάλαιαν ὁροθεσίαν. Ὁ πλεονέκτης ὅμως δὲν σέβεται τὸν χρόνον, δὲν γνωρίζει σύνορα, δὲν ἀνέχεται τὴν σειρὰν τῆς διαδοχῆς, ἀλλὰ μιμεῖται τὴν ὁρμητικότητα τῆς φωτιᾶς. Ὅλα τα ἁρπάζει, εἰς ὅλα ἐξαπλώνεται. Καὶ ὅπως τὰ ποτάμια, ἀφοῦ ἀφωρμίσθησαν ἀπὸ μικρᾶν ἀρχὴν πρῶτα, ἔπειτα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μὲ τὰς προσθήκας ἀφοῦ αὐξηθοῦν ἀφόρητα, μὲ τὴν ὁρμητικότητα τῆς φορᾶς παρασύρουν τὰ ἐμπόδια, ἔτσι καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀπέκτησαν μεγάλην δύναμιν μὲ τὸ νὰ ἀποκτοῦν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἤδη ἀδικήσει δύναμιν νὰ ἀδικοῦν, περισσότερον καταπιέζουν τοὺς ὑπολοίπους μὲ αὐτοὺς ποὺ προηγουμένως ἠδικήθησαν καὶ γίνεται δὶ’ αὐτοὺς ἡ περιουσία τῆς πονηρίας αὔξησις τῆς δυνάμεώς των. Διότι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προηγουμένως ἔχουν ἀδικηθῆ μὲ τὸ νὰ προσφέρουν κατ’ ἀνάγκην τὴν βοήθειάν των εἰς αὐτούς, συμπράττουν εἰς τὰς βλάβας καὶ τὰς ἀδικίας τῶν ἄλλων. Διότι ποιὸς γείτων, ποῖος συγκάτοικος, ποῖος ἔμπορος δὲν παρασύρεται; Τίποτε δὲν ἀντιστέκεται εἰς τὴν δύναμιν τοῦ πλουσίου. Ὅλα ὑποκύπτουν εἰς τὴν τυραννίαν, ὅλα ἀπὸ φόβον ζαρώνουν εἰς τὴν καταδυνάστευσιν, ὥστε ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀδικηθῆ ἔχει κάθε λόγον νὰ μὴ ἐπιχειρῆ νὰ πάθη χειρότερον κακὸν παρὰ νὰ ζητήση ἱκανοποίησιν δὶ’ ὅσα ἐπαθεν.
Ὁδηγεῖ τὰ ζευγάρια τῶν βοδιῶν, ὀργώνει, σπαίρνει, θερίζει αὐτὰ ποὺ δὲν τοῦ ἀνήκουν. Ἐὰν ἀντιμιλήσης, ἀκολουθοῦν τὰ κτυπήματα? ἐὰν ὀδύρεσαι, σὲ καταγγέλλει ὅτι τὸν ἐξύβρισες, ὅτι εἶσαι ὑπὸ δίκην καὶ θὰ πᾶς φυλακήν. Οἱ συκοφάνται εἶναι ἕτοιμοι νὰ θέσουν εἰς κίνδυνον τὴν ζωήν σου. Θὰ εἶσαι εὐχαριστημένος ἀφοῦ δώσης καὶ κάτι παραπάνω νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις.
6. Θὰ ἤθελα νὰ σὲ ξεκουράσω ὀλίγον ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀδικίας καὶ νὰ δώσω εὐκαιρίαν εἰς τὰς σκέψεις σου, διὰ νὰ ἐνθυμηθῆς διὰ ποῖον σκοπὸν ἔγινεν ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἔχεις τόσα καὶ τόσα πλέθρα καλλιεργησίμου γῆς, ἄλλα τόσα φυτευμένα, βουνά, πεδιάδας, κοιλάδας, ποταμούς, λιβάδια. Τί λοιπὸν θὰ συμβῆ ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά; Δὲν σὲ περιμένουν τρεῖς πήχεις ὅλοι ὅλοι; Δὲν θὰ εἶναι ἀρκετόν το βάρος ὀλίγων πετρῶν διὰ νὰ φυλαχθῆ ἡ δυστυχὴς σάρκα; Διὰ ποῖον κοπιάζεις; Διὰ ποῖον ἀδικεῖς; Διατὶ μὲ τὰ χέρια σου μαζεύεις ἀκαρπίαν; Μακάρι νὰ μαζεύης ἀκαρπίαν καὶ ὄχι ὕλικον διὰ τὸ αἰώνιον πῦρ! Δὲν θὰ ἀπαλλαγῆς ποτὲ ἀπὸ τὴν μέθην αὐτήν; Δὲν θὰ ὑγιάνουν τὰ λογικά σου; Δὲν θὰ συνέλθης; Δὲν θὰ φέρης ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου τὸ δικαστήριον τοῦ Χριστοῦ; Τί θὰ ἀπολογηθῆς ὅταν θὰ σὲ ἔχουν περικυκλώσει οἱ ἀδικημένοι καὶ θὰ σὲ κατηγοροῦν εἰς τὸν δίκαιον κριτήν; Τί Θὰ κάμης λοιπόν; Ποίους συνηγόρους θὰ πλήρωσης; Ποίους; μάρτυρας θὰ προσκόμισης; Πῶς θὰ ξεγελάσης τὸν δικαστὴν ποῦ δὲν ἐξαπατᾶται; Δὲν παρίσταται δικηγόρος ἐκεῖ, δὲν ὑπάρχει ἐπιχειρηματολογία ποὺ νὰ ἠμπορῆ νὰ ὑποκλέψη τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸν δικαστήν. Δὲν συνοδεύουν οἱ κόλακες, οὔτε τὰ χρήματα, οὔτε τὸ μέγεθος τοῦ ἀξιώματος. Μόνος χωρὶς φίλους, χωρὶς βοηθούς, χωρὶς συνήγορον, ἀναπολόγητος, ἐντροπιασμένος θὰ ὁδηγηθῆς, σκυθρωπός, κατηφής, ὁλομόναχος, δειλός. Διότι ὅπου καὶ ἂν περιφέρης τὸ βλέμμα σου θὰ ἰδῆς καθαρᾶς τὰς εἰκόνας τῶν κακῶν ἔργων ἀπὸ τὴν μίαν τα δάκρυα τοῦ ὀρφανοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλην τοὺς στεναγμοὺς τῆς χήρας, ἂπ’ ἀλλοῦ τους γρονθοκοπημένους ἀπὸ σὲ πτωχούς, τοὺς ὑπηρέτας ποὺ κατεξέσχισες τὰς σάρκας, τοὺς γείτονας ποὺ ἐξώργιζες. Ὅλα θὰ ξεσηκωθοῦν ἐναντίον σου. Ὁ πονηρὸς χορὸς τῶν κακῶν σου πράξεων θὰ σὲ περιστοιχίση. Διότι ὅπως ἡ σκιὰ τὸ σῶμα ἔτσι καὶ αἳ ἁμαρτίαι συνοδεύουν τὴν ψυχὴν καὶ ἐξεικονίζουν ὁλοκάθαρα τὰς πράξεις. Διὰ τοῦτο ἐκεῖ δὲν χωρεῖ ἄρνησις, ἀλλὰ βουβαίνεται τὸ στόμα καὶ μάλιστα τὸ ἀδιάντροπον. Διότι τὰ ἴδια τὰ πράγματα τοῦ καθενός, χωρὶς νὰ ἐκβάλλουν φωνήν, ἀλλὰ ἐμφανιζόμενα ὅποια ἀκριβῶς ἀπὸ ἠμᾶς ἔχουν διαπραχθῆ, καταθέτουν ὡς μάρτυρες.
Πῶς νὰ ἠμπορέσω νὰ φέρω τὰ φρικτὰ κάτω ἀπὸ τὰ μάτια σου; Ἐὰν βέβαια ἀκούσης, ἐὰν βέβαια μετανοιώσης, νὰ ἐνθυμηθῆς τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ φανερώνεται ἀπὸ τὸν οὐρανόν22. Νὰ ἐνθυμηθῆς τὴν ἔνδοξον παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε θὰ ἀναστηθοῦν ἐκεῖνοι μὲν ποὺ ἔκαμαν τὸ καλὸν διὰ ζωήν, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔκαμαν τὸ κακὸν διὰ καταδίκην23. Τότε αἰώνιος ἐντροπὴ εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ φωτιὰ ποὺ μέλλει νὰ καταφάγη αὐτοὺς ποὺ ἀντιτίθενται εἰς τὸν Θεὸν 24. Ἐκεῖνα νὰ σὲ λυποῦν καὶ νὰ μὴ σὲ λυπῆ ἡ ἐντολή. Πῶς νὰ σὲ κάμω νὰ λυγίσης; Τί νὰ εἰπῶ; Δὲν ἐπιθυμεῖς τὴν βασιλείαν; Δὲν φοβεῖσαι τὴν κόλασιν; Ἀπὸ ποῦ νὰ εὑρεθῆ θεραπεία διὰ τὴν ψυχήν σου; Διότι ἐὰν τὰ φρικτὰ δὲν σὲ πτοοῦν, τὰ φαιδρὰ δὲν σὲ προτρέπουν, ὁμιλῶ εἰς λιθίνην καρδίαν.
7. Κύτταξε προσεκτικά, ἄνθρωπε, τὴν φύσιν τοῦ πλούτου. Διατὶ τόσον πολὺ ἔχεις συγκλονισθῆ ἀπὸ τὸν χρυσόν; Πέτρα εἶναι ὁ χρυσός, πέτρα ὁ ἄργυρος, πέτρα ὁ μαργαρίτης, πέτρα ἡ κάθε μία ἀπὸ τὰς πέτρας. Χρυσοπέτρα, καὶ βηρύλλιον 25 καὶ ἀχάτης 26 καὶ ὑάκινθος 27 καὶ ἀμέθυστος 28 καὶ ἴασπις 29. Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ ἄνθη τοῦ πλούτου. Ἂπ’ αὐτᾶς ἐσὺ ἄλλας μὲν ἀποθηκεύεις μὲ τὸ νὰ τὰς παραχώνης, ἄλλας, τὰς διαυγεῖς ἀπὸ τὰς πέτρας, μὲ σκότος τὰς καλύπτεις, ἄλλας δέ, τὰς πιὸ πολύτιμους ἀπὸ αὔτας, τὰς περιφέρεις καμαρώνων διὰ τὴν λάμψιν των. Πές μου, ποῖον τὸ ὄφελός σου νὰ περιστρέφης τὸ χέρι ποῦ λαμποκοπᾶ ἀπὸ πέτρας; Δὲν κοκκινίζεις νὰ ἐπιθυμῆς τὰ πετράδια, ὅπως αἳ γυναῖκες ὅταν ἐγκυμονοῦν; Διότι καὶ ἐκεῖναι ὀρέγονται τὰ πετράδια καὶ ἐσὺ ἐπιζητεῖς μὲ λαιμαργίαν τὰ ἄνθη τῶν πολυτίμων λίθων μὲ τὸ νὰ ἀναζητῆς σαρδόνυχας 30, ἰάσπιδας καὶ ἀμεθύστους. Ποῖος καλλωπιστῆς ἠμπόρεσε νὰ προσθέση μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ζωήν; Ποῖον ἐλυπήθη ὁ θάνατος διὰ τὰ πλούτη του; Ποιὸς ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὴν ἀρρώστιαν ἐξ αἴτιας τῶν χρημάτων του;
Ὡς πότε ὁ χρυσὸς θὰ εἶναι ἡ ἀγχόνη τῶν ψυχῶν, τὸ ἀγκίστρι τοῦ θανάτου, τὸ δόλωμα τῆς ἁμαρτίας; Ὡς πότε ὁ πλοῦτος θὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, διὰ τὸν ὁποῖον κατασκευάζονται ὅπλα, καὶ ἀκονίζονται τὰ ξίφη; Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ οἱ συγγενεῖς παραγκωνίζουν τὴν συγγένειαν, οἱ ἀδελφοὶ μὲ φονικὴν διάθεσιν ὑποβλέπει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου αἳ ἐρημίαι φιλοξενοῦν τοὺς φονιάδες, ἡ θάλασσα τοὺς πειρατᾶς, αἳ πόλεις τοὺς συκοφάντας. Ποῖος εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους; ποῖος ὁ δημιουργός της πλαστογραφίας; Ποῖος ἐγέννησε τὴν ψευδορκίαν; Δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος; Δὲν εἶναι ἡ μέριμνα δὶ’ αὐτόν;
Τί κάμνετε, ὢ ἄνθρωποι; Ποιὸς διὰ σᾶς ἔχει στρέψει ἐναντίον σᾶς τὰ ἰδικὰ σᾶς πράγματα; Εἶναι μέσον διὰ τὴν ζωὴν τὰ χρήματα. Μήπως δηλαδὴ τὰ χρήματα ἔχουν δοθῆ ὡς ἐφόδια κακῶν; Εἶναι λύτρον τῆς ψυχῆς. Μήπως εἶναι αἰτία καταστροφῆς; Ἂλλ’ ὁ πλοῦτος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὰ παιδιά. Αὐτὴ εἶναι μία εὔλογος δικαιολογία πλεονεξίας. Διότι ἐπικαλεῖσθε τὰ τέκνα, δίδετε ὅμως πληροφορίαν τῶν διαθέσεων τῆς καρδίας σας. Μὴ κατηγορῆς τὸν ἀναίτιον ἔχει τὸν κύριόν του, ἔχει τὸν οἰκονόμον του, ἀπὸ ἄλλον ἔλαβε τὴν ζωήν, ἀπὸ τὸν ἴδιον περιμένει καὶ τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ζωήν. Μήπως τὰ Εὐαγγέλια δὲν ἔχουν γραφὴ διὰ τοὺς ἔγγαμους;
Ἐὰν θέλης νὰ γίνης τέλειος, νὰ πωλήσης τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ νὰ τὰ μοιράσης εἰς τοὺς πτωχοὺς 31; Ὅταν ἐζητοῦσες ἀπὸ τὸν Κύριον τὴν καλλιτεκνίαν32, ὅταν ἀξίωνες νὰ γίνης πατέρας παιδιῶν, ἐπρόσθεσες ἄραγε τὸ ἑξῆς· δῶσε μου παιδιά, διὰ νὰ παραβιάσω τὰς ἐντολᾶς σου; Δῶσε μου παιδιά, διὰ νὰ μὴ φθάσω εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν; Ποῖος ὅμως θὰ σοῦ ἐγγυηθῆ διὰ τὴν διάθεσιν τοῦ παιδιοῦ, ὅτι θὰ χρησιμοποιήση ὅπως πρέπει τὰ δοθέντα; Διότι ὁ πλοῦτος εἰς πολλοὺς ἔγινε μέσον της ἀκολασίας. Ἢ δὲν ἀκούεις τὸν Ἐκκλησιαστὴν ποὺ λέγει εἶδα θλιβερὸν κακόν, νὰ φυλάσσεται δηλαδὴ πλοῦτος ἀπὸ τὸν κάτοχόν του πρὸς ἰδίαν βλάβην33. Καὶ ξανὰ ὅτι θὰ ἐγκαταλείψω ἐγὼ αὐτὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἀκολουθήση. Καὶ ποῖος γνωρίζει ἐὰν θὰ εἶναι σοφὸς ἢ ἄφρων; 34. Πρόσεχε τώρα λοιπὸν μὴ τυχόν, μὲ τὸ νὰ συγκεντρώσης πλοῦτον ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κόπους, προετοιμάσης διὰ ἄλλους ὑλικὸν ἁμαρτημάτων καὶ ἔπειτα τιμωρηθῆς διπλασίως, καὶ δὶ’ αὐτὰ ποὺ ὁ ἴδιος ἀδίκησες καὶ δὶ’ αὐτὰ ποὺ ἐφωδίασες ἄλλον. Μήπως δὲν σοῦ εἶναι ἡ ψυχὴ οἰκειοτέρα ἀπὸ ὅλα τα, παιδιά; Μήπως δὲν συγγενεύεις μὲ αὐτὴν περισσότερον ἀπὸ ὅλα; Εἰς αὐτὴν πρώτον νὰ ἀποδώσης τὰ πρεσβεία τῆς κληρονομιᾶς, νὰ τῆς προσφέρης πλούσια τα ἀπαραίτητά της ζωῆς καὶ τότε θὰ δωρήσης εἰς τὰ τέκνα τὴν περιουσίαν. Διότι τὰ μὲν παιδιὰ ποῦ δὲν ἐκληρονόμησαν ἀπὸ τοὺς γονεῖς, πολλᾶς φορᾶς ἔκαμαν διὰ τοὺς ἑαυτοὺς τῶν σπίτια, ἡ δὲ ψυχὴ ποῦ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ ἀπό σε, ἀπὸ ποῖον θὰ ἐλεηθῆ;
8. Διὰ τοὺς πατέρας ἔχουν λεχθῆ αὐτὰ ποὺ ἐλέχθησαν. Οἱ ἄτεκνοι ποίαν εὔλογον δικαιολογίαν τῆς τσιγγουνιᾶς τῶν ἐπικαλοῦνται; Δὲν πωλῶ τὴν πραμάτειάν μου οὔτε τὴν μοιράζω εἰς τοὺς πτωχοὺς λόγω τῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς. Λοιπὸν δὲν εἶναι διδάσκαλός σου ὁ Κύριος, οὔτε τὸ Εὐαγγέλιον κανονίζει τὴν ζωήν σου, ἀλλὰ σὺ ὁ ἴδιος νομοθετεῖς διὰ τὸν ἐαυτόν σου. Κύττα ὅμως εἰς ποῖον κίνδυνον ρίχνεσαι ὅταν ἔτσι σκέπτεσαι. Διότι ἐὰν ὁ Κύριος τα διέταξεν εἰς ἠμᾶς ὡς ἀναγκαία καὶ ἐσὺ τὰ διαγράφης ὡς ἀνεφάρμοστα, δὲν κάμνεις τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ εἶσαι φρονιμώτερος ἀπὸ τὸν νομοθέτην. Ἂλλ’ ἀφοῦ τὰ ἀπολαύσω εἰς ὁλοκληροη τὴν ζωήν μου μετὰ τὸν θάνατον θὰ κάμω κληρονόμους τῆς περιουσίας μου τοὺς πτωχούς, ἀφοῦ τοὺς καταστήσω κατόχους των ἰδικῶν μου διὰ γραμμάτων καὶ διαθηκῶν. Ὅταν πιὰ δὲν θὰ εὑρίσκεσαι ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τότε θὰ γίνης φιλάνθρωπος. Ὅταν θὰ σὲ ἀντικρύσω νεκρόν, τότε θὰ σὲ ὀνομάσω φιλάδελφον. Σοῦ ὀφείλεται μεγάλο εὐχαριστῶ διὰ τὴν φιλοτιμίαν σου, διότι ἐνῶ κεῖσαι εἰς τὸν τάφον καὶ ἔχεις διαλυθῆ εἰς τὸ χῶμα, ἔγινες ἄφθονος καὶ μεγαλόκαρδος εἰς τὰς δαπανᾶς. Πές μου, διὰ ποίους καιροὺς θὰ ἀπαιτήσης τοὺς μισθούς; Δὶ’ αὐτοὺς ποῦ ἔζησες ἢ δὶ’ αὐτοὺς τοὺς μετὰ τὸν θάνατον; Ἀλλὰ τὸν καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ἐζοῦσες, ἐνῶ ἐζοῦσες τὴν ζωήν σου πολυτελῶς καὶ ὁ πλοῦτος σου ἐχύνετο τριγύρω σου, δὲν καταδεχόσουν οὔτε καν νὰ ρίξης μίαν ματιὰν εἰς τοὺς πτωχούς, τώρα δὲ ποῦ εἶσαι πεθαμένος, ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ἐνέργεια; Ποῖος μισθὸς δὶ’ ἐργασίαν σου ὀφείλεται; Δεῖξε τὰ ἔργα καὶ ζήτησε τὰς ἀνταμοιβάς. Κανένας μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς πανηγύρεως δὲν ἐμπορεύεται. Οὔτε στεφανώνεται κανεὶς ὅταν ἔλθη μετὰ τοὺς ἀγώνας· οὔτε ἀνδραγαθεῖ κανεὶς μετὰ τὸν πόλεμον. Ὄχι λοιπὸν εἶναι ὁλοφάνεροη ὅτι οὔτε μετὰ τὴν ζωὴν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσεβῆ κανείς. Ἀλλὰ διὰ μελάνης καὶ γραμμάτων ἐξαγγέλλεις τὰς εὐεργεσίας σου. Ποῖος λοιπὸν θὰ σοῦ ἀναγγείλη τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου; Ποῖος θὰ σὲ ἐγγυηθῆ διὰ τὸν τρόπον τοῦ θανάτου; Πόσοι δὲν ἔχουν ἁρπαγὴ κατὰ τρόπον αἰφνίδιοη, χωρὶς νὰ τοὺς ἐπιτρέψη τὸ πάθημα νὰ ἀφήσουν καν φωνήν; Πόσους ὁ πυρετὸς δὲν ἐτρέλλανε; Διατὶ λοιπὸν περιμένεις καιρὸν ποῦ πολλᾶς φορᾶς δὲν θὰ εἶσαι κύριος των λογικῶν σου; Νύκτα βαθειά, καὶ ἀσθένεια βαρεία καὶ βοηθὸς δὲν ὑπάρχει πουθενά. Καὶ αὐτὸς ποὺ παραμονεύει τὴν κληρονομίαν εἶναι ἕτοιμος, τὰ πάντα διοικῶν πρὸς τὸ συμφέρον του καὶ σοῦ καθιστᾶ ἄχρηστά τα σχέδια. Ἔπειτα ἀφοῦ κυττάξης γύρω ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ ἰδῆς τὴν ἐρημίαν ποὺ σὲ περιζώνει, τότε θὰ αἰσθανθῆς τὴν παραφροσύνην, τότε θὰ ἀναστενάξης διὰ τὴν μωρίαν, διὰ ποῖον καιρὸν ἐφύλασσες τὴν ἐντολήν, ὁπόταν ἡ μὲν γλώσσα παραλύη, τὸ δὲ χέρι τρέμον ἤδη συγκλονίζεται ἀπὸ τὰς νευρικᾶς συσπάσεις, ὥστε οὔτε μὲ τὴν φωνὴν οὔτε μὲ τὰ γράμματα νὰ καταστῆ γνωστὴ ἡ ἀπόφασις. Καὶ ὅμως, ἂν καὶ ὅλα εἶχαν γραφὴ φανερὰ καὶ κάθε λέξις εἶχε διακηρυχθῆ ἀπερίφραστος, ἕνα γράμμα ἐὰν παρεμβληθῆ εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀλλοιώση ὁλόκληρον τὴν ἀπόφασιν. Μία σφραγίδα ἐὰν παραποιηθῆ, δύο ἢ τρεῖς ψευδομάρτυρες ἂν ὑπάρξουν, ὁλόκληρος ἡ κληρονομιὰ εἰς ἄλλους μεταφέρεται.
9. Διατὶ λοιπὸν ξεγελᾶς τὸν ἐαυτόν σου μὲ τὸ νὰ διαθέτης κακῶς τώρα τὸν πλοῦτον εἰς ἀπόλαυσιν τῆς σαρκός, καὶ μὲ τὸ νὰ ὑπόσχεσαι εἰς τὸ μέλλον αὐτὰ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶσαι πλέον κύριος; Ὅπως τὸ ἀπέδειξεν ὁ λόγος, ἡ σκέψις εἶναι πονηρά. Ἐνόσω ζῶ θὰ ἀπολαύσω τὰς ἠδονᾶς, ὅταν δὲ πεθάνω θὰ πράξω τὰ ὅσα ἔχουν διαταχθῆ. Θὰ εἰπῆ καὶ εἰς σὲ ὁ Ἀβραάμ· ἀπέλαυσες τὰ ἀγαθά σου εἰς τὴν ζωήν σου 35. Ἡ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸς δὲν σὲ χωρᾶ, ἐὰν δὲν ἀποβάλλης τὸ βάρος τοῦ πλούτου. Ἔφυγες ἀπὸ τὴν ζωὴν βαστάζων αὐτόν. Διότι δὲν τὸν ἀπέβαλες, ὅπως διετάχθης, ὅταν ἐζοῦσες. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἐντολὴν ἔθετες τὸν ἐαυτόν σου. Μετὰ τὸν θάνατον καὶ τὴν διάλυσιν, τότε ἐπροτίμησες τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Διὰ νὰ μὴ λάβη δηλαδὴ ὁ τάδε, ἃς τὰ πάρη, λέγει, ὁ Κύριος. Καὶ πῶς νὰ τὸ ὀνομάσωμεν αὐτό; Ἄμυναν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἢ ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον; Ἀναγνωσε τὰς διαθήκας σου.
Ἤθελα βέβαια ἀκόμη νὰ ζῶ καὶ νὰ ἀπολαμβάνω τὰ ἰδικά μου. Ἡ χάρις ἀνήκει εἰς τὸν θάνατον, ὄχι εἴς σέ. Διότι ἐὰν ἤσουν ἀθάνατος οὔτε καν θὰ ἐνεθυμόσουν τὰς ἐντολᾶς. Μὴ πλανάσθε, ὁ Θεὸς δὲν ἐμπαίζεται 36. Τὸ νεκρὸν δὲν προσφέρεται εἰς θυσίαν. Νὰ προσφέρης ζωντανὴν τὴν θυσίαν. Αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὸ περίσσευμα προσφέρει δὲν γίνεται δεκτός. Ἐσὺ δὲ αὐτὰ πού σου ἐπερίσσευσαν μετὰ ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν ζωήν, αὐτὰ προσφέρεις εἰς τὸν εὐεργέτην. Ἐὰν δὲν τολμᾶς μὲ τὰ περισσεύματα ἀπὸ τὸ τραπέζι νὰ δεξιωθῆς τοὺς ἐπισήμους, πῶς λοιπὸν τολμᾶς νὰ ἐξιλέωσης τὸν Θεὸν μὲ τὰ περισσεύματα; Οἱ πλούσιοι ἰδέστε τὸ τέλος τῆς φιλοχρηματίας καὶ σταματήσατε νὰ εἶσθε παθιασμένοι μὲ τὰ χρήματα.
Ὅσον περισσότερον ἀγαπᾶς τὸν πλοῦτον, τόσον περισσότερον τίποτε δὲν χάνεις ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κατέχεις. Κάμε τὰ ὅλα ἰδικά σου, κουβάλησε τὰ ὅλα, νὰ μὴ ἐγκατάλειψης εἰς ἄλλους τὸν πλοῦτον. Ἴσως δὲ οὔτε θὰ σὲ στολίσουν οἱ ὑπηρέται μὲ τὸν τελευταῖον διάκοσμον, ἀλλὰ θὰ ἐξαγνίσουν τὴν ταφὴν μὲ τὸ νὰ προχωρήσουν λοιπὸν σύμφωνα πρὸς τὴν εὔνοιαν εἰς τοὺς κληρονόμους. Καὶ ἀκόμη ἴσως τότε καταφερθοῦν ἐναντίον σου μὲ φιλοσοφήματα. Εἶναι ἄτοπον, λέγει, νὰ καλλωπίζης νεκρὸν καὶ μὲ πολυτέλειαν νὰ κάμης τὴν ἐκφορὰν αὐτοῦ, ποὺ δὲν αἰσθάνεται πλέον. Τί λοιπόν, δὲν εἶναι καλύτερον νὰ στολίζης αὐτοὺς ποὺ ἐπιζοῦν μὲ τὴν πολυτελῆ καὶ λαμπρᾶν στολὴν ἀπὸ τὸ νὰ κατασαπίζουν μαζὶ μὲ τὸν νεκρόν τα πολύτιμα ἐνδύματα; Ποῖον τὸ ὄφελος ἀπὸ ἐπίσημον μνῆμα, ἀπὸ πολυτελῆ ταφὴν καὶ ἀπὸ δαπάνην χωρὶς κέρδος; Πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐπιζώντας διὰ τὰς ἀναγκας τῆς ζωῆς. Τέτοια θὰ εἰποῦν καὶ σὲ προστατεύοντες ἀπὸ τὸ βάρος καὶ χαριζόμενοι εἰς αὐτοὺς ποὺ ἐκληρονόμησαν τὰ ἰδικά σου. Ἐκ τῶν προτέρων λοιπὸν νὰ ἑτοιμάσης τὰ ἐντάφια ἐφόδια. Ἡ εὐσέβεια εἶναι καλὸν ἐντάφιον. Ἀφοῦ ἐνδυθῆς ὅλα, φύγε ἀπὸ τὴν ζωήν.
Κόσμημά σου κάμε τὸν πλοῦτον σου. Ἔχε τὸν μαζί σου. Νὰ ὑπακούσης εἰς τὸν καλὸν σύμβουλον, τὸν Χριστὸν ποὺ σὲ ἠγάπησε, ποὺ ἐπτώχευσε πρὸς χάριν μας, διὰ νὰ πλουτήσωμεν ἠμεῖς μὲ τὴν πτωχείαν του37. Εἰς αὐτὸν ποὺ ἔδωκε τὸν ἐαυτὸν τοῦ διὰ νὰ μᾶς λυτρώση 38. Ἢ νὰ τὸν πιστεύσωμεν ὡς σοφὸν ποὺ ἀποβλέπει εἰς τὸ συμφέρον μας ἢ νὰ τὸν ὑπομείνωμεν, διότι μᾶς ἀγαπὰ ἢ νὰ τὸν ἀνταμείψωμεν ὡς εὐεργέτην. Ἐξάπαντος δὲ νὰ κάμωμεν τὰ ὅσα μᾶς ἔχουν διαταχθῆ, διὰ νὰ γίνωμεν κληρονόμοι τῆς αἰωνίου ζωῆς ποὺ εἰς τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸν ὑπάρχει, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ἀμὴν
1. Ματθ. 19,16. Πρόκειται περὶ τοῦ πλουσίου νέου, ὁ ὁποῖος εἶχε σπεύσει εἰς τὴν Ἱεριχῶ πρὸς τὸν Κύριον καὶ τὸν ἠρώτησε τί πρέπει νὰ κάμη, διὰ νὰ κληρονομήση τὴν αἰώνιον ζωήν.
2. Λουκ. 10,25 ἐξ.
3. Ματθ. 19,22.
4. Ματθ. 19,2326.
5. Ματθ. 19,16.
6. Ματθ. 19,16.
7. Ματθ. 19,16.
8. Ματθ. 19,21.
9. Ματθ. 19,1820.
10. Ματθ. 19,19.
11. Ἐσωτερικὸν ἔνδυμα ποὺ ἐφοροῦσαν τὴν ἀρχαίαν ἐποχήν.
12. Ψάλμ. 111,9.
13. Ματθ. 6,21.
14. Λουκ. 18,25.
15. Ἀνθοβαφεύς: Ὁ βαφεὺς ὡραίων ζωηρῶν χρωμάτων.
16. Θαλασσινὴ πορφύρα• ἔτσι ἀποδίδομεν τὴν λέξιν κόχλος, ποὺ σημαίνει θαλασσινὸν σαλιγκάρι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξήγετο ἡ πορφύρα.
17. Πίννα• ὄστρεον μὲ δύο ἐπιμήκη ἔλυτρα καὶ μεταξώδη πώγωνα. βλ. καὶ ΕΠΕ, Μ. Βασιλείου ἔργα, τόμ. 4ος , Ζ’ 30, σ. 290-291
18. Ἐκκλησ. 1,8.
19. Παροιμ. 27,20• 30,16.
20. Ἧς. 5,8.
21. Γ Βασιλ. 20 κέφ.
22. Ρωμ. 1,18.
23. Ἰωάν. 5,29.
24. Ἑβρ. 10,27.
25. Βηρύλλιον• μικρὸς βήρυλλος = σκληρὸν καὶ ἐλαφρὸν μέταλλον.
26. Ἀχάτης• εἶδος πολυτίμου λίθου, χρησίμου διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων κοσμημάτων (δακτυλιδιῶν, καρφίδων, μενταγιὸν κ.λ.π.), ταμπακερῶν, ποτηρίων, τεφροδοχείων καὶ ἄλλων λειαντικῶν ὀργάνων.
27. Ὑάκινθος• γένος φυτῶν τῆς οἰκογενείας τῶν λειροειδῶν, περι¬λαμβάνον περὶ τὰ 30 εἴδη φυτῶν βολβορρίζων, κοσμητικῶν.
28. Ἀμέθυστος• πολύτιμος λίθος• χρήσιμος διὰ τὴν κατασκευὴν κο¬σμητικῶν λίθων καὶ καλλιτεχνικῶν ἀντικειμένων. Εἰς παλαιοτέρας ἐποχὰς ἐχρησιμοποιεῖτο καὶ ὡς φυλακτὸν κατὰ τῆς μέθης, ἐξ οὐ καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
29. Ἴασπις• εἶδος πολυτίμου λίθου.
30. Σαρδόνυξ• ἡμιπολύτιμος λίθος, παραλλαγὴ τοῦ ἀχάτου.
31. Ματθ. 19,21.
32. Προϋποθέτει τὴν εὐχὴν τοῦ γάμου.
33. Ἐκκλησ. 5,13.
34. Ἐκκλησ. 2,1819.
35. Λουκ. 16,25.
36. Γαλάτ. 6,7.
37. Β’ Κορ. 8,9.
38. Ἃ’ Τιμ. 2,6.
Ἠλεκτρονικὴ ἐπεξεργασία κειμένου
Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον
egolpion.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *