(Μέγας Βασίλειος)

α. Ο νους του ανθρώπου, όταν περιστρέφεται συνεχώς γύρω από τις κοσμικές μέριμνες, είναι ανίκανος να, διακρίνει καθαρά την αλήθεια.

β. Είναι πολύτιμο αγαθό ο νους και σ’ αυτόν κατέχουμε το «κατ’ εικόνα» του Θεού, που μας δημιούργησε· καλή είναι βέβαια και η ενέργεια του νου. Επειδή όμως είναι αεικίνητος, πολλές φορές κυριεύεται από φαντασιώσεις, βλέποντας ως υπαρκτά πράγματα και αντικείμενα ανύπαρκτα· πολλές φορές όμως στρέφεται κατ’ ευθείαν προς την αλήθεια. Επειδή όμως, σύμφωνα με την δική μας αντίληψη, πού πιστεύουμε στο Θεό, στο νου ενυπάρχουν (εκ φύσεως) δύο δυνάμεις, η μεν μία είναι πονηρή και δαιμονική και μας συμπαρασύρει προς την αποστασία από το «κατ’ εικόνα», η δε άλλη δύναμη είναι θεία και αγαθή και μας υψώνει, ώστε να μοιάσουμε με το Θεό. Όταν ο νους είναι συγκεντρωμένος στον εαυτό του, αντιλαμβάνεται τα πράγματα, που είναι μικρά και ανάλογα προς τον εαυτό του, όταν όμως παραδοθεί στους απατεώνες δαίμονες, χάνει την ορθή κρίση του και κυριεύεται από παράξενες φαντασιώσεις.

Τότε ακόμη και το ξύλο πιστεύει ότι δεν είναι ξύλο, αλλά Θεός, και το χρυσάφι δεν το διακρίνει ότι είναι απλώς χρήσιμο αγαθό, αλλά αντικείμενο λατρείας. Αν όμως στραφεί προς τη θεία βουλή και σκέψη και δεχθεί τις δωρεές του Άγιου Πνεύματος, τότε γίνεται ικανός να κατανοεί το Θεό και τις ιδιότητές Του, όσο βέβαια αυτό είναι δυνατόν στην ανθρώπινη φύση. Τρεις, λοιπόν, τρόπον τινά είναι οι καταστάσεις του βίου και ισάριθμες με αυτές οι ενέργειες του νου μας. Είτε είναι δηλαδή πονηρά τα έργα μας, οπότε, φυσικά, είναι πονηρά και τα κινήματα του νου μας, όπως είναι οι μοιχείες, οι κλοπές, οι λατρείες των ειδώλων, οι συκοφαντίες, οι έριδες, οι θυμοί, οι ραδιουργίες, οι αλαζονείες και όσα άλλα απαρίθμησε ο Απ. Παύλος ανάμεσα στα έργα του σαρκικού ανθρώπου. Είτε πάλι η ενέργεια της ψυχής είναι κάπου στη μέση και δεν έχει τίποτε ούτε το αξιοκατάκριτο ούτε το αξιέπαινο, όπως είναι η απασχόληση με τις χειρωνακτικές εργασίες, τις οποίες γι’ αυτό ονομάζουμε μέσες και οι οποίες από τη φύση τους δεν αποκλίνουν καθόλου ούτε προς την αρετή ούτε προς την κακία. Γιατί πραγματικά ποιά κακία υπάρχει στην κυβερνητική τέχνη (στην πλοήγηση πλοίου) ή στην ιατρική; (Καμία). Ασφαλώς όμως ούτε αρετές είναι αυτές καθεαυτές, αλλά αποκλίνουν προς το μέρος της μίας καταστάσεως από τις δύο αντίθετες, ανάλογα με την προαίρεση εκείνων που τις ασκούν. Ο νους όμως που έχει ενωθεί με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, αυτός αντιλαμβάνεται υψηλές θεωρίες και βλέπει τα θεία κάλλη, τόσον όμως μόνον, όσο του επιτρέπει η Χάρη και όσο χωρεί η φυσική του κατάσταση.

γ. Αν ο νους έχει διαστραφεί από τους δαίμονες, θα λατρέψει τα είδωλα ή θα στραφεί προς κάποιο άλλο είδος ασέβειας. Αν όμως παραδώσει τον εαυτό του στη χειραγωγία του Άγιου Πνεύματος, θα γνωρίσει την αλήθεια και θα φθάσει στην επίγνωση του Θεού. Θα γνωρίσει όμως το Θεό, όπως είπε ο Απ. Παύλος, εν μέρει, τελειότερα δε στη μέλλουσα ζωή: «Όταν στη μέλλουσα ζωή θα έλθει το τέλειο και θα λάβουμε από το Θεό την τέλεια γνώση, τότε η μερική και ατελής γνώση, που έχουμε σ’ αυτή τη ζωή, θα καταργηθεί». Επομένως ο νους ως κριτικό όργανο και καλός είναι και για χρήσιμο σκοπό δόθηκε, για την κατανόηση δηλαδή του Θεού, αρκεί να ενεργεί τόσο μόνον, όσο η φύση του είναι δεκτική.

δ. Ο νους που δεν διασκορπίζεται προς τα έξω, ούτε διαχέεται προς τον κόσμο διά μέσου των αισθήσεων, συγκεντρώνεται στον εαυτό του και μόνος του ανεβαίνει στην έννοια του Θεού. Και αφού φωτισθεί ολόκληρος από το θείο εκείνο κάλλος, πλήρης θείας ελλάμψεως, λησμονεί ακόμη και την ίδια του τη φύση και δεν πιέζεται η ψυχή του από τη φροντίδα για την τροφή ούτε από τη μέριμνα για την ενδυμασία. Αντίθετα, ελεύθερος από τις γήινες φροντίδες, στρέφει όλο το ζήλο του στην απόκτηση των αιώνιων αγαθών, πως δηλαδή θα κατορθώσει να αποκτήσει τη σωφροσύνη και την ανδρεία, τη δικαιοσύνη και τη σύνεση, καθώς και τις υπόλοιπες αρετές, που αποτελούν υποδιαιρέσεις των γενικών αυτών αρετών και που υποδεικνύουν στον αγαθό άνδρα να επιτελεί όλα τα καθήκοντά του.

ε. Πρέπει λοιπόν ο νους, σαν κάποιος κυβερνήτης, που στέκεται πάνω από τα πάθη και σαν να κυβερνάει το πλοίο της σάρκας και σαν με τιμόνι να περιστρέφει με πείρα τους λογισμούς και να υπερπηδά τα κύματα με γενναιότητα, με το να στέκεται ψηλά και με το να είναι απλησίαστος από τα πάθη, να μη γεμίζει καθόλου από την πικρία τους, σαν από την αλμύρα, αλλά πάντοτε να λέει προσευχόμενος: «Σώσε με από τούς εχθρούς μου που με μισούν βγάλε με από τα βαθιά νερά των θλίψεων που με έχουν περικυκλώσει. Ας μη με καταποντίσει η νεροποντή, ας μη με καταπιεί ο βυθός».

Πηγή: Μ. Βασιλείου, από τους τόμους Ε.Π.Ε 1 καί Ε.Π.Ε 7

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *