2017-01-11_193914Ἀπὸ τὰ δόγματα καὶ τὰς ἀληθείας ποὺ φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία ἄλλα μὲν τὰ ἔχομεν πάρει ἀπὸ τὴν γραπτὴν διδασκαλίαν, ἄλλα δέ, ποὺ μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἠμῶν ἐκ της παραδόσεως τῶν ἀποστόλων, τὰ ἐκάμαμεν δεκτά. Καὶ τὰ δύο στοιχεῖα, καὶ ἡ γραπτὴ καὶ ἡ ἄγραφος παράδοσις, ἔχουν τὴν αὐτὴν σημασίαν διὰ τὴν πίστιν. Και κανεὶς ἐξ ὅσων ἔχουν καὶ μικρὰ γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν δὲν θὰ ἐγείρει ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτῶν.

Διότι ἂν ἐπιχειρούσαμεν νὰ ἐγκατελείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δὲν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβωμεν θὰ ἐζημιώναμεν τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν οὐσίαν του ἢ μᾶλλον θὰ μετετρέπαμεν τὸ κήρυγμα εἰς κενὸν νοήματος ὄνομα.

Αποτέλεσμα εικόνας για τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ;Λόγου χάριν (διὰ νὰ θυμηθῶ τὸ πρώτον καὶ πιὸ συνηθισμένον ἀπ’ ὅλα), ποιὸς ἐδίδαξε γραπτῶς ὅτι οἱ ἐλπίζοντες εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώνουν αὐτὴν τὴν πίστιν των μὲ τὸ νὰ κάνουν τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ; Τὸ νὰ στρεφώμεθα πρὸς Ἀνατολᾶς κατὰ τὴν προσευχὴν ποιὸν γραπτὸν ἔργον μᾶς τὸ ἐδίδαξε; Τοὺς λόγους τῆς ἐπικλήσεως κατὰ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ ἄρτου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τοῦ ποτηρίου, ποιὸς ἐκ τῶν ἁγίων μας τοὺς ἄφησε γραπτῶς; Δεν ἀρκούμεθα ἀσφαλῶς εἰς αὐτὰ ποὺ οἱ ἀπόστολοι ἢ τὸ Εὐαγγέλιον μνημονεύουν, ἀλλὰ πρὸ τῆς Εὐχαριστίας καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν λέγομεν καὶ ἄλλα, διότι ἐδιδάχθημεν ἀπὸ τὴν ἄγραφον διδασκαλίαν ὅτι ἔχουν μεγάλην δύναμιν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ Μυστηρίου.

Εὐλογοῦμεν ἐπίσης καὶ τὸ ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος καὶ τὸ ἔλαιον τοῦ Χρίσματος καὶ ἀκόμη καὶ αὐτὸν ποὺ βαπτίζεται. Από ποιὰ γραπτὰ κείμενα τὰ ἐπήραμεν αὐτά; Δὲν τὰ γνωρίζαμεν ἀπὸ τὴν σιωπηρᾶν καὶ μυστικὴν παράδοσιν; Αποτέλεσμα εικόνας για Μυστηρια της Ἐκκλησίας.Ποιος γραπτὸς λόγος διδάσκει τὴν διὰ τοῦ ἐλαίου χρίσιν; Ἀπὸ ποῦ ἐπήραμέν το νὰ βαπτίζωμεν τρεῖς φορᾶς εἰς τὸ ὕδωρ τὸν ἄνθρωπον; Καὶ τὰ ἄλλα ἀκόμη τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα, ὅπως ἡ ἀποκήρυξις τοῦ Σατανᾶ καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, ἀπὸ ποιὸν σύγγραμα διδάσκονται; Δεν προέρχονται ὅλα αὐτὰ ἀπὸ αὐτὴν την μη δημοσιευθεῖσαν καὶ μυστικὴν διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν διετήρησαν οἱ πατέρες μᾶς ἐν σιγῆ χωρὶς νὰ τὴ πολυερευνοῦν καὶ νὰ τὴν περιεργάζονται, ἐπειδὴ ὀρθῶς εἶχαν μάθει, ὅτι πρέπει μὲ τὴ σιωπὴν νὰ προστατεύομεν τὴν σεμνότητα τῶν μυστηρίων; Διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διακηρυχθεῖ τὸ νόημα αὐτῶν τὰ ὁποῖα οὔτε νὰ ἰδοῦν ἐπιτρέπεται ὅσοι εἶναι ἀμύητοι; Τί ἐπεδίωκεν ἄραγε ὁ μέγας Μωυσῆς μὲ τὸ νὰ καθορίσει ὅτι δὲν ἠμποροῦν ὅλοι νὰ εἰσέρχονται εἰς τὸ ἱερόν; Τοὺς βεβήλους δὲν τοὺς ἐπέτρεψεν οὔτε ἐντός των περιβόλων νὰ εἰσέρχονται; ἀφοῦ δὲ ἄφησε τὰ προαύλια μόνον διὰ τοὺς καθαρωτέρους, τοὺς Λευίτας μόνον ἔκρινε ὡς ἀξίους νὰ προσφέρουν λατρείαν εἰς τὸν Θεόν. Ἐνῶ δὲ ἐξεχώρισεν ὡς ἔργον τῶν ἱερέων τὰ σφάγια καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ ὅλην τὴν ἄλλην ἱερουργίαν, ἐπέτρεψε εἰς ἕνα μόνον, τὸν ἀρχιερέα νὰ εἰσέρχεται εἰς τὰ ἄδυτα. Καὶ δι’ αὐτὸν καθώρισε νὰ εἰσέρχεται ὄχι πάντοτε, ἀλλὰ κατὰ μίαν μόνον ἡμέραν τοῦ χρόνου καὶ κατὰ ὠρισμένην ὥρα, ὥστε νὰ ἐποπτεύει τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων μὲ θάμβος, λόγω του ὅτι θὰ ἦτο τοῦτο κάτι ἀσυνήθιστον καὶ ξεχωριστόν.

Ἐγνώριζε καλῶς ὁ σοφὸς Μωυσῆς ὅτι εὔκολα περιφρονεῖ κανεὶς τὸ συνηθισμένον καὶ εὐκολοπλησίαστον, τὸ ἀπομεμακρυσμένον ὅμως καὶ σπάνιον τό θεωρεῖ κατὰ φυσικὴν ἀκολουθίαν ὡς περισπούδαστον. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπον λοιπὸν καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ πατέρες ποὺ ἔθεσαν ἐξ ἀρχῆς τοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησία θεσμοὺς ἐπεδίωκαν νὰ διαφυλάξουν μὲ τὴ μυστικότητα καὶ τὴν σιωπὴν τὴν σεμνότητα τῶν Μυστηρίων. Άλλωστε παύει νὰ εἶναι μυστήριον αὐτὸ ποὺ εὔκολα τό πληροφορεῖται ὁ οἱοσδήποτε.
Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀγράφου παραδόσεως, νὰ μὴ ἀμεληθῆ καὶ περιφρονηθῆ ἡ γνῶσις τῶν δογμάτων ἀπὸ τοὺς πολλοὺς λόγω συνηθείας. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ δόγματος καὶ κηρύγματος. Τό δόγμα σιωπᾶται, τὰ κηρύγματα δημοσιεύονται. Ἕνα εἶδος σιωπῆς εἶναι καὶ ἡ ἀσάφεια τῆς Γραφῆς, μὲ τὴν ὁποία καθιστᾶ αὐτὴ δυσχερῆ τὴν κατανόηση τῶν δογμάτων ἐπ’ ὠφελεία τῶν ἀναγνωστῶν.
Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐνῶ ὅλοι στρεφόμεθα κατὰ τὴν προσευχὴν πρὸς ἀνατολᾶς, ὀλίγοι γνωρίζομεν ὅτι ἐπιζητοῦμεν ἔτσι τὴν παλαιὰν πατρίδα, τὸν παράδεισον, τὸν ὁποῖον ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν Ἐδὲμ ποὺ εὑρίσκεται πρὸς ἀνατολᾶς. Ὄρθιοι προσφέρομεν τὰς εὐχᾶς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς, δὲν γνωρίζουμε ὅμως ὅλοι τὸν λόγον. Ὄχι μόνον διὰ νὰ ὑπενθυμίσουμε εἰς τοὺς ἑαυτούς μας, μὲ τὴν στάσιν μας κατὰ τὴν ἀναστάσιμον ἡμέραν, τὴν Χάριν ποὺ μᾶς ἐδόθη, ὅτι δηλαδὴ ἀναστηθήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸν καὶ ἐμεῖς καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώκωμεν τὰ ἄνω, ἀλλὰ καὶ διότι φαίνεται ὅτι εἶναι αὐτὴ καὶ μία εἰκὼν τῆς μελλούσης ζωῆς.
Διὰ τοῦτο ἐνῶ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος, δὲν ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν Μωυσῆ πρώτη, ἀλλὰ μία. ‘‘Ἔγινε, λέγει, βράδυ, ἦλθε κατόπιν τὸ πρωί, καὶ ἔχομεν ἔτσι μίαν ἠμέραν’’ (Γέν.1,5). Καὶ τοῦτο διότι ἡ ἴδια ἡμέρα κάνει τὸν αὐτὸν κύκλον πολλᾶς φορᾶς. Εἶναι μία λοιπὸν αὐτὴ ἡμέρα, καὶ συγχρόνως ὀγδόη καὶ φανερώνει τὴν μίαν πράγματι καὶ ἀληθινὴν ὀγδόη ἡμέραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται καὶ ὁ ψαλμωδὸς εἰς μερικᾶς ἐπιγραφάς τῶν ψαλμῶν, τὴν κατάστασιν ποὺ θὰ διαδεχθῆ αὐτὸν τὸν χρόνον, τὴν ἀτελείωτον ἡμέραν, τὴν ἀβασίλευτον, ποὺ δὲν τὴ διαδέχεται ἡ νύκτα, τὸν ἀτελείωτον ἐκεῖνον καὶ ἀγέραστον αἰώνα.
Ἀναγκαστικῶς λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία διδάσκει εἰς τὰ τέκνα της νὰ προσεύχονται κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ὄρθιοι, ὥστε μὲ τὴ διαρκή ὑπόμνησιν τῆς αἰωνίου ζωῆς νὰ μὴ παραμελοῦμεν τὰ ἐφόδια διὰ τὴν ἐκεῖ μετάβασίν μας. Ὁλόκληρος δὲ ἡ περίοδος τῆς πεντηκοστῆς εἶναι ὑπόμνησις τῆς εἰς τὸ μέλλον ἀναμενόμενης ἀναστάσεως. Διότι ἐὰν ἡ μία ἐκείνη καὶ πρώτη ἡμέρα ἑπταπλασιασθῆ ἑπτὰ φορᾶς, συμπληρώνει τὰς ἑπτὰ ἑβδομάδας τῆς ἱερὰ περιόδου τῆς Πεντηκοστῆς. Ἄρχεται δηλαδὴ ἀπὸ Κυριακὴν καὶ τελείωνει πάλιν εἰς Κυριακὴν καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἐνδιαμέσως πεντήκοντα φορᾶς ὁ αὐτὸς κύκλος τῆς ἡμέρας. Μιμεῖται διὰ τοῦτο τὴν αἰωνιότητα καὶ εἶναι ὁμοία πρὸς αὐτήν, ὅπως εἰς τὴν κυκλικὴν κίνησιν, ἀρχίζει ἀπὸ τὰ ἴδια σημεῖα καὶ τελειώνει πάλιν εἰς τὰ ἴδια. Κατ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἡμέραν οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἐδίδαξαν νὰ προτιμῶμεν τήν ὀρθίαν στάσιν, σὰν νὰ μεταφέρουν ἔτσι μὲ τὴ διαρκῆ ὑπόμνησιν τὸν νοῦν μας ἀπὸ τὰ παρόντα εἰς τὰ μέλλοντα. Καὶ μετὰ ἀπὸ κάθε γονυκλισίαν ἐπίσης ἐγειρόμεθα, διὰ νὰ δείξομεν ἔτσι ὅτι λόγω τῆς ἁμαρτίας ἐπέσαμεν εἰς τὴν γῆν, λόγω τῆς φιλανθρωπίας ὅμως τοῦ κτιστοῦ μας ὠδηγηθήκαμε εἰς τὸν οὐρανόν.
Δὲν θὰ μὲ φθάση ἡ ἡμέρα διὰ νὰ ἐκθέσω τά ἄγραφα Μυστηρια της Ἐκκλησίας.

(Μέγας Βασίλειος, ΕΠΕ, ΤΟΜΟΣ 10, ΕΡΓΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ)
Πηγή: alopsis.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *