Ἂν ἔχει κάποιος ἕνα φίλο καὶ ἔχει τὴν πεποίθηση ὅτι αὐτὸς τὸν ἀγαπᾶ, ἀκόμα κι ἂν πάθει ἀπ’ αὐτὸν κάτι δυσάρεστο, γνωρίζει ὅτι ἐκεῖνος ἀγαπώντας τον τὸ ἔκανε καὶ ποτὲ δὲν πιστεύει ὅτι ὁ φίλος του θέλει νὰ τὸν βλάψει· πόσο μᾶλλον πρέπει ἐμεῖς νὰ νιώθουμε ἔτσι γιὰ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος μάλιστα μᾶς ἔπλασε καὶ ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία μᾶς ἔφερε στὴν ὕπαρξη καὶ γιὰ μᾶς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ γιὰ χάρη μας πέθανε, ὅτι δηλαδὴ ὅλα ὅσα κάνει γίνονται ἀπὸ ἀγαθότητα γιὰ μᾶς κι ἀπὸ ἀγάπη; 

Καὶ γιὰ τὸν μὲν φίλο εἶναι δυνατὸν νά συλλογιστεῖ κανεὶς ὅτι: «αὐτὸ τὸ κάνει ἀγαπώντας με κι ἐπειδὴ μὲ λυπᾶται, ἀλλὰ ὅμως δὲν ἔχει καὶ τόση πολλὴ σύνεση ὥστε νὰ τακτοποιήσει σωστά τα ὅσα μὲ ἀφοροῦν καὶ γὶ αὐτὸ ὅπως εἶναι φυσικό, χωρὶς νὰ τὸ θέλει μὲ βλάπτει». Ὅμως γιὰ τὸν Θεὸ δὲν μποροῦμε αὐτὸ νὰ τὸ ποῦμε. Διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς σοφίας καὶ γνωρίζει ὅλα ὅσα μᾶς συμφέρουν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ρυθμίζει τὰ θέματά μας, ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἀσήμαντα.
Εἶναι ὅμως πάλι δυνατὸν νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὸ φίλο ὅτι :«μὲ ἀγαπᾶ καὶ μὲ συμπονεῖ καὶ εἶναι συνετὸς στὸ νὰ τακτοποιεῖ τὰ θέματά μου, ὅμως δὲν ἔχει καὶ τὴ δύναμη νὰ μὲ βοηθήσει σ’ αὐτὰ ποὺ νομίζει ὅτι θὰ μὲ ὠφελήσουν». Οὔτε αὐτὸ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γιὰ τὸν Θεό. Διότι τὰ πάντα Του εἶναι δυνατὰ καὶ τίποτα δὲν εἶναι ἀκατόρθωτο μπροστά Του.
Ὥστε λοιπὸν γνωρίζουμε γιὰ τὸν Θεὸ ὅτι καὶ ἀγαπᾶ καὶ συμπονεῖ τὸ πλάσμα Του καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς σοφίας καὶ ξέρει καλὰ πῶς νὰ ρυθμίζει ὅσα μᾶς ἀφοροῦν καὶ ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατο γι’ Αὐτόν, ἀλλὰ τὰ πάντα ὑπακοῦν στὸ θέλημά Του καὶ ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε καλὰ ὅτι ὅλα ὅσα κάνει, γιὰ τὸ συμφέρον μᾶς τὰ κάνει καὶ νὰ τὰ δεχόμαστε μὲ εὐχαριστία, ὅπως προείπαμε, σὰν νὰ προέρχονται ἀπὸ εὐεργέτη καὶ ἀγαθὸ Δεσπότη, ἀκόμα κι ἂν εἶναι δυσάρεστα· διότι τὰ πάντα γίνονται μὲ δίκαιη κρίση καὶ δὲν παραβλέπει ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι τόσο ἐλεήμων οὔτε τὴ μικρότερη θλίψη μας
Πολλὲς φορὲς ὅμως ἀμφιβάλλει κανεὶς καὶ λέει στὸν ἑαυτό του: «Ἂν κάποιος μέσα στὶς δοκιμασίες ἁμαρτάνει ἀπὸ τὴ θλίψη του, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύει ὅτι αὐτὲς εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον του;» Ὅμως δὲν θὰ ἁμαρτάναμε στίς συμφορές, ἂν δὲν ἀρνούμασταν νὰ σηκώσουμε τοὺς κόπους κι ἂν δὲν θέλαμε νὰ ἀντέξουμε μικρὴ θλίψη ἢ νὰ πάθουμε κάτι ἀπρόοπτο, ἐπειδὴ δὲν χωράει στὴ σκέψη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς φορτώσει κάτι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος· «Πιστὸς ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμας πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε». Ἀλλὰ ἐμεῖς εἴμαστε αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουμε ὑπομονή, οὔτε θέλουμε νὰ κοπιάσουμε λίγο, οὔτε ἀνεχόμαστε νὰ δεχθοῦμε ποτὲ κάτι μὲ ταπείνωση καὶ γι’αὐτὸ συντριβόμαστε καὶ ὅσο προσπαθοῦμε νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τόσο τοὺς φορτωνόμαστε καὶ χάνουμε ἄσκοπα τὸν καιρό μας καὶ οὔτε μποροῦμε νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς
Ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ κολυμποῦν γιὰ διαφόρους λόγους στὴ θάλασσα καὶ ἂν ξέρουν τὴν τέχνη τῆς κολύμβησης, ὅταν ἔρχεται τὸ κύμα ἐναντίον τους, σκύβουν κάτω ἀπὸ αὐτὸ καὶ μένουν ἤρεμοι μέχρι νὰ περάσει καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο συνεχίζουν νὰ κολυμποῦν χωρὶς νὰ πάθουν κάτι. Ἂν ὅμως θελήσουν νὰ ἀντισταθοῦν στὸ κύμα, τότε αὐτὸ τοὺς σπρώχνει ἔξω καὶ τοὺς πετάει μακριά. Ὅταν δὲ ξεκινήσουν νὰ κολυμποῦν ξανά, ἔρχεται ἄλλο κύμα πάνω τους· ἂν ἐναντιωθοῦν πάλι, ξανὰ τοὺς σπρώχνει καὶ τοὺς ρίχνει ἔξω καὶ τὸ μόνο ποὺ κατορθώνουν εἶναι νὰ συντριβοῦν χωρὶς νὰ ἔχουν διανύσει καμμία ἀπόσταση. Ἄν ὅμως, ὅπως εἶπα, σκύψουν κάτω ἀπὸ τὸ κύμα καὶ ταπεινωθοῦν, αὐτὸ παρέρχεται χωρὶς νὰ τοὺς βλάψει σὲ τίποτα καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ κολυμποῦν ὅσο θέλουν καὶ νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς πειρασμούς, ἂν κάποιος ἀντέξει τὸν πειρασμὸ μὲ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωση, τὸν ξεπερνάει χωρὶς συνέπειες · ἂν ὅμως παραμείνει μὲ θλίψη καὶ ταραχὴ καὶ θεωρώντας σὰν αἴτιο τοῦ πειρασμοῦ κάθε ἄλλον ἄνθρωπο,τότε κολάζει τὸν ἑαυτό του καὶ βαρύνεται τὸν πειρασμὸ καὶ δὲν ὠφελεῖται ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ βλάπτεται.
Γιατί πολὺ ὠφελοῦν οἱ πειρασμοὶ αὐτὸν ποὺ τοὺς ὑπομένει ἀτάραχα.

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *