Παλαμάς(P.G. 151, 364-376)

Ὅσοι ἁμαρτήσαμε ἔχουμε ἀνάγκη πάλι ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὸν πόνο τῆς μετάνοιας γιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔχουμε διαπράξει. Πρέπει νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ πέσουμε στὰ γόνατα, γιὰ νὰ ἀκούσει καθένας μᾶς μυστικὰ μέσα στὴν καρδιά του, ὅπως ὁ Παράλυτός τοῦ Εὐαγγελίου, «ἔχε θάρρος, τέκνο». Και ἔτσι, ἀφοῦ πληροφορηθεῖ ἡ καρδιά μας ὅτι ἔχουμε λάβει τὴ συγχώρηση, νὰ μεταστρέψουμε τὴ λύπη σὲ χαρά. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λύπη, τὸ μέλι τὸ πνευματικό, ποὺ θηλάζουμε ἐμεῖς ἀπὸ τὴ στερεὰ πέτρα, σύμφωνα μὲ τὸ ἀποστολικὸ ρητό: «Ἐθήλασαν μελὶ ἀπὸ πέτρα» (Δευτ. 32, 13) «ἡ δὲ πέτρα εἶναι ὁ Χριστὸς» (Α’ Κορ. 10, 4). Νά μὴ σᾶς κάνει ὅμως ἐντύπωση ποὺ ἀποκάλεσα τὴ λύπη «μέλι». Γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ λύπη γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη προκαλεῖ ἀμεταμέλητη μετάνοια για τη σωτηρία» (Β’ Κορ. 7, 10). Όπως δηλαδὴ σ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει τραυματισμένη γλώσσα τὸ μέλι θὰ τοῦ φανεῖ πικρὸ -ἀλλὰ ὅταν θὰ θεραπευθεῖ θὰ ἀλλάξει γνώμη,- ἔτσι καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ λύπη στὶς ψυχὲς ποὺ εἶναι δεκτικές του Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ὅσο καιρὸ οἱ ψυχὲς αὐτὲς ἔχουν ἀνοικτά τα τραύματα τῶν ἁμαρτιῶν τους, αἰσθάνονται λύπη. Ὅταν ὅμως ἐλευθερωθοῦν ἀπ’ αὐτὰ διὰ τῆς μετανοίας, νιώθουν ἐκείνη τὴ χαρά, τὴν ὁποία ἐννοεῖ ὁ Κύριος ὅταν λέει: «ἡ λύπη σας θὰ μεταβληθεῖ σὲ χαρὰ» (Ἰωάν. 16, 20). Ποιὰ λύπη; Ἀσφαλῶς ἐκείνη ποὺ αἰσθάνονταν οἱ Μαθητὲς στὸ ἄκουσμα ὅτι θὰ στεροῦνταν τὸν Κύριο καὶ Διδάσκαλό τους. Τὴ λύπη ἐκείνη ποὺ αἰσθάνθηκε ὁ Πέτρος ὅταν Τὸν ἀρνήθηκε. Δηλαδὴ τὴ λύπη ποὺ αἰσθάνεται ὁ κάθε πιστὸς ὅταν μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες, γιὰ τὶς ἐλλείψεις του στὴν ἀρετή, πράγμα ποὺ ὀφείλεται στὴ ραθυμία του.

Καὶ ἐμεῖς λοιπόν, ὅταν πέφτουμε σὲ τέτοιου εἴδους ἁμαρτίες, νὰ λυπούμαστε και νά κατηγοροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὄχι κάποιον ἄλλο. Ἄλλωστε, οὔτε τὸν Ἀδάμ, ὅταν ἀθέτησε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, τὸν ὠφέλησε ἡ μετάθεση τῆς εὐθύνης πρὸς τὴν Εὕα, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴν Εὕα τὴ βοήθησε τό ὅτι ἐπέρριψε τὴν εὐθύνη στὸν ἀρχέκακο ὄφι. Κι αὐτό, γιατί ἐμεῖς ἔχουμε πλασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ ὠς αυτεξούσιοι· καὶ ἔχουμε λάβει τὸ ἡγεμονικό τῆς ψυχῆς ὠς ἐξουσιαστικῆ δύναμη κατὰ τῶν παθῶν. Δὲν ἔχουμε λοιπὸν κανέναν ποὺ νὰ κυριαρχεῖ ἐπάνω μας καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάζει σὲ ὑποταγή.

Αὐτὸ θεωρεῖται κατὰ Θεὸν σωτήρια λύπη: Τὸ νὰ κατηγοροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας, καὶ ὄχι κάποιον ἄλλο, γιὰ ὅσα πλημμελήματα διαπράττουμε. Νά λυπούμαστε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ εἰρηνεύουμε μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὴν κατάνυξη καὶ τὴν ἐξομολόγηση. Αὐτὴ τήν αὐτομεμψία καὶ κατάνυξη ἐπέδειξε ὀ Λάμεχ, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθηκε ἐνώπιον ὅλων τὴν ἁμαρτία του, κατέκρινε τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν θεώρησε περισσότερο ἔνοχο ἀπὸ τὸν Κάιν, σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ ποὺ λέει: «Γιὰ τὸν Κάιν προβλεπόταν τιμωρία ἑπτὰ φορές, καὶ γιὰ τὸν Λάμεχ ἐβδομήντα ἐπτά» (Γέν. 4, 24). Ἔτσι, ἀφοῦ πένθησε τὸν ἑαυτό του ὡς ἔνοχο, μὲ τὴν βαθιά του κατάνυξη καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας του, διέφυγε ἀπὸ τὴν καταδίκη του Νόμου, ὅπως εἶπε ἀργότερα καὶ ὁ Προφήτης: «Ὁμολόγησε ἐσὺ πρῶτος τὶς ἁμαρτίες σου γιὰ νὰ δικαιωθεῖς» (Ἡσ. 43, 26). Αὐτό ἐπιβεβαίωσε ἀργότερα καὶ ὁ Ἀπόστολος, λέγοντας: «Ἂν ἐμεῖς κρίναμε τους εαυτούς μας, δὲν θὰ κρινόμαστε» (Α’ Κορ. 11, 31).

*

Πρῶτος λοιπὸν ὁ Λάμεχ ἀναφέρεται ὅτι ἀπέφυγε τὴν καταδίκη του Νόμου, διότι μετανόησε καὶ λυπήθηκε γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν, συμπεριφέρθηκαν, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, καὶ οἰ Νινευίτες, λαὸς πολὺς καὶ πόλη μεγάλη. Αὐτοὶ μάλιστα εἶχαν τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ ξεπεράσουν τὴν καταδίκη τους μὲ τὴ λύπη καὶ τὴ μετάνοια, ὄχι μόνο ὅταν συνειδητοποίησαν τὴν ἁμαρτία τους, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἄκουσαν ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰωνὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔλεγε: «Ἀκόμα τρεῖς ἡμέρες καὶ ἡ Νινευὶ θὰ καταστραφεῖ» (Ἰωνὰ 3, 4).Ἀκοῦσαν λοιπὸν οἱ Νινευίτες καὶ πίστευσαν. Δεν ἔπεσαν στὸ πονηρὸ καὶ δαιμονικὸ βάραθρο τῆς ἀπογνώσεως, οὔτε φόρτωσαν στὶς καρδιὲς τους το λίθο τῆς πωρώσεως. Ἀλλὰ εἶπε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο: «Ποιὸς ξέρει, μπορεῖ νὰ ἀλλάξει ἀπόφαση ὁ Θεὸς καὶ νὰ μᾶς ἐλεήσει, ὤστε να μὴν καταστραφοῦμε» (Ἰωνὰ 3, 9). Έτσι εγκατέλειψαν τὴν πονηρία καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειές τους. Κήρυξαν γενικὴ νηστεία, φόρεσαν μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἀκόμα καὶ ὁ βασιλιάς τους, σάκκους, ἔριξαν πάνω τους στάχτη. Ἔμειναν ἀκόμα καὶ τὰ βρέφη χωρὶς τροφή, γιατί, ὅπως φαίνεται, λησμόνησαν ἀπὸ τη λύπη τους οἱ μητέρες νὰ τὰ θηλάσουν, σύμφωνα μ’ αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Ἀπὸ τὴ φωνὴ τοῦ στεναγμοῦ μου λησμόνησα νὰ φάω τὸν ἄρτο μου» (Ψάλμ. 101,5 καὶ ἐξ.). Και ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὰ ζῶα τὰ ἄφησαν, ἐξαιτίας τοῦ πένθους τους, νηστικὰ καὶ ἀπότιστα, κλεισμένα στὰ μαντριά τους. Ἔτσι, ζωντας ὅλοι στὴν ἀτμόσφαιρα της σωτήριας λύπης καὶ τοῦ πένθους, ἀπέφυγαν τὶς ὀλέθριες συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τους καὶ βρῆκαν συγχώρηση καὶ ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἐπειδὴ λοιπόν, ἀδελφοί μου, καὶ ἡ δική μας ζωὴ περνάει σχεδὸν ὁλόκληρη μέσα στὴν ἁμαρτία, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νὰ λειτουργήσουμε τὴ σωτήρια αὐτὴ λύπη ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴ μετάνοια. Γιατί ἂν δὲν κάνουμε αὐτό, τότε, καθὼς λέει ὁ Κύριος, «οἱ Νινευίτες θὰ μᾶς κατακρίνουν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κοινῆς ἀναστάσεως» (Ματθ. 12, 41). Κι αὐτό, γιατί ἐκεῖνοι μετανόησαν μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωνά, ἐνώ ἐμείς δὲν μετανοοῦμε μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰωνά.

Ὁ Ἰωνάς, ἐπίσης, δὲν κήρυττε μόνο μετάνοια, ἀλλὰ μιλοῦσε καὶ γιὰ τὶς βαριὲς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τους, δηλαδὴ γιὰ καταδίκη καὶ γιὰ θάνατο. Ὁ Χριστὸς ὄμως ἦλθε γιὰ νὰ ἔχουμε ζωὴ καὶ κάτι περισσότερο ἀκόμα: Γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τή Θεία Υἱοθεσία καὶ τήν Οὐράνια Βασιλεία.

Ὁ Ἰωνάς, μὲ τὸ κήρυγμά του, δὲν ὑποσχόταν Βασιλεία Οὐρανῶν. Ὁ Χριστὸς ὅμως, κηρύττοντας μετάνοια, μᾶς ὑπόσχεται Βασιλεία Οὐράνια. Ταυτόχρονα, μᾶς προλέγει τὴ μέλλουσα συντέλεια τοῦ κόσμου, λέγοντας: «Ὅπως οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε ἀπολάμβαναν τὰ σωματικὰ ἀγαθὰ μὲ ἄνεση καὶ χωρὶς φόβο, καὶ ξαφνικὰ ἦλθε ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς ἀφάνισε ὅλους, ἔτσι θὰ συμβεῖ καὶ στὴ συντέλεια, γιατί παρέρχεται τὸ σχῆμα αὐτοῦ του κόσμου» (Ἃ’ Κορ. 7, 31).

Ὁ Ἰωνὰς ἀπειλοῦσε τότε τοὺς Νινευίτες με καταστροφὴ φθαρτῶν πραγμάτων, ἀλλὰ δὲν τοὺς μίλησε για φοβερὸ βήμα και αδεκαστη Κρίσηουτε βέβαια γιὰ το πυρ τὸ ἄσβεστο ουτε για ακοίμητο σκώληκα ουτε για σκότος ἐξωτερο ούτε τριγμό των ὀδόντων ουτε πενθος ἀπαράκλητο. Ο Κύριος ὅμως, παράλληλα μὲ αὐτά, εἶπε ὅτι ὅσοι δὲν λυπηθοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοὺς ἐδῶ καὶ δὲν κλαύσουν, αὐτὲς τὶς συνέπειες θὰ τὶς γευθοῦν μετὰ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία δὲν θὰ λάβει χώρα σὲ τρεῖς ἡμέρες, ὅπως κήρυττε τότε ὁ Ἰωνάς, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο. Καὶ αὐτὸ θὰ γίνει ἀπὸ την απέραντη μακροθυμία του Χριστοῦ.

Ἡ μακροθυμία λοιπὸν τοῦ Θεοῦ σὲ ὁδηγεῖ, ἀδελφέ μου, σὲ μετάνοια καὶ λύπη. Πρόσεχε ὅμως, μήπως, ἀπὸ τὴ σκληρότητά σου καὶ τὴν ἀνάλγητη καρδιά σου, «θησαυρίσεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου ὀργή κατα τὴν ἡμέρα τῆς συντέλειας καὶ τῆς δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 2, 5). Διότι ὁ Κύριος θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του.

Σ’ ἐκείνους ποὺ ζητοῦν, μὲ τὴ ζωὴ τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ὑπομονῆς, μὲ τὴν ὀδύνη καὶ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, θὰ δώσει ὁ Κύριος χαρὰ καὶ ἀνάπαυση, ζωὴ αἰώνια καὶ βασιλεία ἄρρητη. Σε ὅσους ὅμως παρέμειναν στὴν ζωὴ ἀνάλγητοι καὶ ἀμετανόητοι, θὰ ἔλθει θλίψη καὶ στενοχώρια ἀφόρητη καὶ ἐπιπλέον, ἀτελεύτητη κόλαση.

*

Ὁ προφήτης Δαυὶδ ἐπίσης ἀναδείχθηκε στήλη «της κατὰ Θεὸν λύπης». Καὶ μάλιστα, στήλη ποὺ ζεῖ καὶ διακηρύττει τὴν ἀξία τῆς σωτήριας λύπης καὶ τῆς κατανύξεως. Διότι αὐτὸς κατέγραψε καὶ τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε, ἀλλὰ καὶ τὸ πένθος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴ μετάνοια ποὺ ὁ ἴδιος ἐπέδειξε, καθὼς καὶ τὸ ἔλεος ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸς λέει στὸν Ψαλμό: «Εἶπα, θὰ ἐξομολογηθῶ ἐνώπιόν του Κυρίου τὴν ἀνομία μου, καὶ Σὺ συγχώρεσες τὴν ἀσέβεια τῆς καρδιᾶς μου» (Ψάλμ. 31, 5). Εννοούσε βέβαια ὡς ἀσέβεια τὴ ρίζα τῆς κακίας, τὸ ἔνοικο πάθος καὶ ὡς ἀνομία τὴν ἔμπρακτη ἁμαρτία. Γι’ αὐτήν, ἀφοῦ τὴν ἔκανε σὲ ὅλους γνωστή, θρήνησε καὶ πένθησε. Ἔτσι βρῆκε ὄχι μόνο τὴν ἄφεση, ἀλλὰ δέχθηκε στὴν ψυχή του καὶ τὴ θεραπεία.

Πῶς ὅμως πενθοῦσε; Ἄς ἀκούσουμε πάλι τὸν ἴδιο νὰ μᾶς λέει: «Μὲ μαστίγωναν οἱ θλίψεις καὶ οἱ ἀδικίες ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ ἤλεγχα τὸν ἑαυτό μου συνεχῶς μήπως καὶ ἔχω πέσει σὲ κάποια ἁμαρτία» (Ψαλμ. 72, 14) καὶ «ὅλη τὴν ἡμέρα πενθοῦσα καὶ σκυθρώπαζα καὶ ταπείνωνα τὸν ἑαυτό μου» (Ψαλμ. 34, 14)…

Ἐμπρὸς λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἃς προσκυνήσουμε καὶ ἃς προσπέσουμε καὶ ἃς κλαύσουμε, -ὅπως ὁ ἴδιος Προφήτης μᾶς προτρέπει- ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πού μᾶς ἔπλασε καὶ μᾶς κάλεσε σὲ μετάνοια καὶ σ’ αὐτή τή σωτήρια λύπη, τὸ πένθος καὶ τὴν κατάνυξη. Κι αὐτό, γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει λύπη, δὲν ἔχει ὑπακούσει σ’ Ἐκεῖνον ποὺ ἔχει κάνει τὴν κλήση, δὲν ἔχει συναριθμηθεῖ μὲ τοὺς προσκαλεσμένους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, οὔτε, ἀσφαλῶς, θὰ ἀξιωθεῖ νὰ λάβει τὴν παρηγοριὰ ἐκείνη ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο. Γιατί Ἐκεῖνος λέει: «Εἶναι μακάριοι ἐκεῖνοι ποὺ πενθοῦν, διότι αὐτοὶ θὰ βρούν παρηγοριᾶ» (Ματθ. 5, 4).

*

Ὑπάρχει κανενας που μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι δὲν ἔχει ἁμαρτίες καὶ γι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεται τὸ πένθος; Αλλά καὶ ἂν ἀκόμα λέγαμε κάτι τέτοιο -πράγμα σχεδὸν ἀδύνατον, ἀφοῦ καὶ μόνο το νὰ ἔχει φθάσει κανεὶς στὴ μετριοπάθεια εἶναι μεγάλο κατόρθωμα- ὅμως στὴν ἀρχὴ τοῦ λόγου μᾶς ἀναφέραμε και μια ἀκόμα αἰτία πένθους. Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ λυποῦνταν ἐπειδὴ δὲν θὰ ἔβλεπαν πλέον τὸν Μόνο καὶ Ἀληθινὸ Ἀγαθό, Τὸν Διδάσκαλο καὶ Σωτήρα τους. Ἐκείνου καὶ ἐμεῖς τώρα τὴ θέα στερούμαστε. Καὶ ὄχι μόνο Ἐκεῖνον ἀλλὰ καὶ τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου. Διότι ξεπέσαμε ἀπὸ αὐτὴ καὶ ἀνταλλάξαμε τὸν ἀπαθῆ ἐκεῖνο τόπο μὲ τὸν ἐμπαθῆ καὶ ἐπίπονο τοῦτο χῶρο ποὺ τώρα ζοῦμε. Στερηθήκαμε τὴν πρόσωπο μὲ Πρόσωπο συνομιλία μας μὲ τὸν Θεό, τὴν συναναστροφὴ μὲ τοὺς Ἀγγέλους Του καὶ τὴν ἀτελεύτητη ζωή.

Ποιὸς λοιπόν, γνωρίζοντας τὸ τί ἔχουμε στερηθεῖ, δὲν θὰ πονέσει καὶ δὲν θὰ πενθήσει γι’ αὐτό; Αν ὑπάρχει κάποιος ποὺ τὸ γνωρίζει καὶ δὲν τὸ κάνει, τότε, σίγουρα, αὐτος δεν εἶναι πιστός.

Ἑπομένως, ἐμεῖς τώρα ποὺ γνωρίζουμε, μὲ τὴ θεόπνευστη διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τί ἔχει συμβεῖ, ἃς πενθήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, και ας καθαρίσουμε τοὺς μολυσμοὺς ποὺ ἔχουμε ὑποστεῖ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε διαπράξει, μὲ τὸ σωτήριο πένθος. Ἔτσι καὶ το έλεος του Θεοῦ θὰ βροῦμε καὶ τον Παράδεισο θα ἀνακτήσουμε καὶ τὴν αἰώνια παρηγορια και αναπαυση θα ἀπολαύσουμε.

*

Αὐτὴ τὴ ζωή, μακάρι ὅλοι νὰ τὴν ἀποκτήσουμε, μὲ τὴ Χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Ἄναρχο Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο καὶ Ἀγαθὸ καὶ Ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Πηγή: Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΩΔΗ ΣΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ: Ἡ Λύπη κατὰ τοὺς Πατέρες», Ἐκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Καρέα).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *