Ὅπου γίνεται λόγος καὶ περὶ σωφροσύνης καὶ τῆς ἀντίθετης μὲ αὐτὴν κακίας.

Untitled-1gἘκείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη πρὸ Χριστοῦ τὴν εἴχαμε ὅλοι κοινὴ καὶ ἴδια, ἐκχυμένη σὲ ὅλους ἀπὸ ἕναν προπάτορα, σὰν νὰ ἀναπτυσσόταν ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ γένους καὶ νὰ ἦταν συνημμένη μὲ τὴ φύσι. Ὁ καθένας ἐπέσυρε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν ὑπόστασί του μὲ ὅσα ἔπραττε προσωπικῶς ἢ τὴν μομφὴ ἢ τὸν ἔπαινο, ἐνῶ δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τίποτε ἀπέναντι σ’ ἐκείνη τὴν κοινὴ κατάρα καὶ καταδίκη καὶ ἀπέναντι στὸν πονηρὸ κλῆρο ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ ἐπάνω σ’ αὐτὸν καὶ δι' αὐτοῦ στοὺς ἀπογόνους του.

Ἂλλ’ ἦλθε ὁ Χριστὸς ἐλευθερωτὴς τῆς φύσεως, ποὺ μετέβαλε τὴν κοινὴ κατάρα σὲ κοινὴ εὐλογία, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν ἔνοχη φύσι μας ἀπὸ τὴν ἀκήρατη Παρθένο καὶ τὴν ἤνωσε στὴν ὑπόστασί του, νέαν, χωρὶς νὰ ἔχη μετάσχει σὲ παλαιὸ σπέρμα, τὴν κατέστησε ἀθώα καὶ δικαιωμένη, ὥστε καὶ οἱ γεννώμενοι ἀπὸ αὐτὸν ἔπειτα κατὰ πνεῦμα νὰ μένουν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὴν προγονικὴ ἐκείνη κατάρα καὶ καταδίκη. Τί λοιπόν; Δὲν μεταδίδει τὴ χάρι του σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ὁ καθένας μας ἄφεσι τῶν πλημμελημάτων του ἀπὸ αὐτόν, ἐπειδὴ αὐτὸς δὲν ἀνέλαβε ὑπόστασι ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ τὴν φύσι μας, τὴν ὁποία ἀνανέωσε ἑνωθεῖς μὲ αὐτὴν κατὰ τὴν ἰδιαίτερη ὑπόστασί του; Πῶς ὅμως θὰ ἐνεργοῦσε ἔτσι, αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι τελείως καὶ κατῆλθε κλίνοντας τοὺς οὐρανοὺς γιὰ χάρι ὅλων καί, ἀφοῦ δι΄ ἔργων καὶ λόγων καὶ παθημάτων τοῦ ὑπέδειξε κάθε δρόμο σωτηρίας, ἐπανῆλθε στοὺς οὐρανούς, ἐλκύοντας πρὸς τὰ ἐκεῖ τους πιστούς τους; Ἑπομένως γιὰ νὰ παράσχη τελεία ἀπολύτρωσι ὄχι μόνο στὴ φύσι τὴν ὁποία ἔλαβε ὁ ἴδιος ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ἀδιάσπαστη ἕνωση, ἀλλὰ καὶ στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας σ’ αὐτόν; Τοῦτο λοιπὸν ἔπραξε καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ πράττη, συνδιαλλάσσοντας τὸν καθένα μᾶς δι' ἐαυτοῦ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐπαναφέροντας τὸν καθένα στὴν ὑπακοὴ καὶ θεραπεύοντας κάθε παρακοή.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν καθώρισε καὶ θεῖο βάπτισμα κι’ ἔθεσε σωτηρίους νόμους, ἐκήρυξε μετάνοια σὲ ὅλους καὶ μετέδωσε δὲν μεταδίδει τὴ χάρι του σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις μας ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ αἷμα του. Διότι δὲν εἶναι γενικῶς ἡ φύσις ἀλλὰ ἡ ὑπόστασις τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας ποὺ δέχεται τὸ βάπτισμα καὶ πολιτεύεται κατὰ τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ γίνεται μέτοχός του θεουργοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου. Διὰ τῶν μέσων τούτων βέβαια ὁ Χριστὸς μᾶς ἐδικαίωσε ὑποστατικῶς καὶ μᾶς ἐπανέφερε στὴν ὑπακοὴ τοῦ οὐρανίου Πατρός, τὴν ἴδια δὲ τὴ φύσι ποὺ προσέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἀνανέωσε, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ διαιωμένη καὶ σὲ ὅλα ὑπήκοο στὸν Πατέρα, δι' ἐκείνων ποὺ ἔπραξε καὶ ἔπαθε αὐτὸς κατ’ αὐτὴν ἑνωμένος μὲ αὐτὴν ὑποστατικῶς. Ἀνάμεσά σε αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ ἑορταζομένη σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς ἀνάβασις ἢ ἀναβίβασίς του στὸν παλαιὸ ἐκεῖνο ναὸ πρὸς καθαρισμό, ἡ προϋπάντησις ἀπὸ τὸν θεοληπτο Συμεὼν καὶ ἡ εὐχαριστία τῆς Ἄννας, ἡ ὁποία παρέμενε στὸν ναὸ ὅλη τὴ ζωή της.1

Πραγματικὰ μετὰ τὴν γέννησι τοῦ Σωτῆρος ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο περιτομὴ τὴν ὀγδόη ἡμέρα, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμο τοῦ Μωϋσέως, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο». Περιτέμνεται κατὰ τὸν νόμο, ἀνεβάζεται κατὰ τὸ γεγραμμένο, προσφέρεται θυσία κατὰ τὰ λεγόμενα στὸν νόμο Κυρίου. Βλέπετε ὅτι ὁ ποιητὴς καὶ δεσπότης τοῦ νόμου γίνεται καθ’ ὅλα ὑπήκοος στὸν νόμο; Ἐπιτελώντας τί μὲ αὐτά; Καθιστώντας καθ’ ὅλα ὑπήκοο τὴν φύσι μας στὸν Πατέρα καὶ θεραπεύοντας τὴν κατ’ αὐτὴν παρακοή μας καὶ μετατρέποντας τὴν γι’ αὐτὴν κατάρα σ’ εὐλογία. Ὅπως δηλαδὴ ὅλη ἡ φύσις μᾶς ἦταν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι καὶ στὸν Χριστό, καὶ ὅπως διὰ τοῦ ἀπὸ τὴν γῆ Ἀδὰμ ὅλοι ὅσοι ἐλάβαμε ἀπὸ ἐκεῖνον τὴν ὕπαρξι ἐστραφήκαμε πρὸς τὴν γῆ καὶ καταρριφθήκαμε, φεῦ, στὸν Ἅδη, ἔτσι διὰ τοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ Ἀδάμ, κατὰ τὸν ἀπόστολο, ὅλοι ἀνακληθήκαμε στὸν οὐρανὸ καὶ ἀξιωθήκαμε τὴν ἐκεῖ δόξα καὶ χάρι. Τώρα ὅμως ἀξιωθήκαμε μυστικῶς, διότι, λέγει «ἡ ζωὴ σᾶς μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι στὸν Θεὸ ὅταν δὲ ὁ Χριστὸς φανερωθῆ κατὰ τὴν δευτέρα ἐπιφάνεια καὶ παρουσία, τότε καὶ σεῖς ὅλοι θὰ φανερωθῆτε σὲ δόξα». Ποιοὶ «ὅλοι»; Ὅσοι υἱοποιήθηκαν κατὰ τὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Πνεύματος ἀποδείχθηκαν καὶ διὰ τῶν ἔργων πνευματικὰ τέκνα τούτου.

Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο. Ποιῶν «αὐτῶν»; Ὁ λόγος τοῦ νόμου εἶναι περὶ τῶν γεννητόρων, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν γεννωμένων ἀπὸ τὴν ἕνωσί τους, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη καθάρσεως. Διότι καὶ ὁ ψαλμωδὸς λέγει «συνελήφθηκα σὲ ἀνομίες καὶ ἡ μητέρα μου μ’ ἐκυοφόρησε σὲ ἁμαρτίες».3 Ἐδῶ δὲ ποὺ δὲν ὑπάρχουν γεννήτορες, ἀλλὰ ἦταν μόνο μητέρα, καὶ αὐτὴ Παρθένος, ποὺ ὑπάρχει ἐπίσης γέννησις παιδιοῦ συλληφθέντος ἀσπόρως, ὁπωσδήποτε δὲν ὑπῆρχε χρεία καθαρισμοῦ, ἂλλ’ ἦταν ἔργο ὑπακοῆς καὶ τοῦτο, ποὺ ἐπανέφερε τὴν παρακούσασα φύσι καὶ ἀπήλειφε τὴν εὐθύνη ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς. Ὅταν λοιπὸν συμπληρώθηκαν οἱ ἥμερές του καθαρισμοῦ των, τὸν ἀνέβασαν γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο, νὰ τὸν ἀφιερώσουν, νὰ καταστήσουν φανερὸ ὅτι εἶναι πρωτότοκος, ὅπως ἔχει γραφὴ στὸν νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι «κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ ποὺ διανοίγει τὴν μήτρα, θὰ ἀποκληθῆ ἀφιερωμένο στὸν Κύριο».4

Καὶ ὅμως αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ διάνοιξε μήτρα, ἀφοῦ ἐκυοφορήθηκε χωρὶς γεννετήσια ἕνωσι μὲ μόνο το προσφώνημα καὶ τὸ μήνυμα τοῦ Θεοῦ, ποῦ ἐδέχθηκε στὶς ἀκοές της ἡ Παρθένος δι' ἀγγέλου. Πῶς λοιπὸν ὁ νόμος λέγει «κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ ποῦ διανοίγει μήτρα»; Ὅπως πολλοὶ λέγονται προφῆτες καὶ πολλοὶ χρισμένοι, καθὼς λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ψαλμωδοῦ, «μὴ ἐγγίζετε τοὺς χρισμένους μου καὶ μὴ κακοποιῆτε τοὺς προφῆτες μου», ἐνῶ ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἕνας μόνο ὁ Προφήτης αὐτός, ἔτσι λέγεται ὅτι καὶ κάθε πρωτότοκο διανοίγει μήτρα, ἂλλ’ ὁ ἀληθῶς διανοίξας εἶναι αὐτὸς ὁ μόνος ἅγιος του Ἰσραήλ. Λέγει δὲ ὅτι τὸν ἀνέβασαν γιὰ νὰ δώσουν θυσία κατὰ τὸ λεγόμενο στὸν νόμο τοῦ Κυρίου, ἕνα ζεῦγος τρυγονιῶν ἢ δύο νεοσσοὺς περιστεριῶν». Τὸ μὲν ζεῦγος τῶν τρυγονιῶν λοιπῶν, δηλώνοντας τὴν σωφροσύνη τῶν γονέων, εἶχε κάποια σχέσι πρὸς τοὺς συνεζευγμένους κατὰ τὸν νόμο τοῦ γάμου, προεδήλωναν σαφῶς τὴν Παρθένο καὶ τὸν γεννηθέντα ἀπὸ τὴν Παρθένο αὐτὴ ποὺ εἶναι ἕως τὸ τέλος Παρθένος. Καὶ πρόσεξε τὴν ἀκρίβεια τοῦ νόμου. Πραγματικὰ γιὰ τὰ τρυγόνια εἶπε ζεῦγος διότι ὑπαινίσσονται τοὺς συνεζευγμένους σὲ γάμο, ἐνῶ γιὰ τὰ περιστεράκια τὸ ἀπέφυγε τοῦτο? διότι ἄπειροι γάμου ἤσαν καὶ ἡ μητέρα καὶ ὁ υἱός. Ἀλλὰ ὁ μὲν νόμος, προμηνύοντας ἀπὸ παλαιὰ τὴν παρθενικὴ γέννησι, τέτοια χρησμοδοτεῖ καὶ μὲ τέτοια τὴν προτυπώνει? τώρα δὲ ποὺ ὠδηγήθηκε στὸν ναὸ ὁ ἴδιος ὁ παραδόξως γεννηθεῖς, τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἑτοίμασε ἄλλα τρυγόνια καὶ ἄλλους νεοσσοὺς περιστεριῶν περισσότερο ταιριαστούς. Ποιοὺς λοιπόν; Τὸν Συμεὼν καὶ τὴν Ἄννα, τοὺς ὁποίους εἴτε νεοσσοὺς περιστεριῶν τοὺς εἰπῆ κανείς, λόγω τῆς τελείως νηπιακῆς διαθέσεως πρὸς τὴν κακία, εἴτε τρυγόνια γιὰ τὸ ἄκρο ὕψος τῆς σωφροσύνης, σωστὰ ἂς εἰπῆ.

Ἀλλὰ ὁ μὲν Συμεών, γιὰ νὰ διέλθωμε σύντομά τα εὐαγγελικὰ λόγια, δίκαιος καὶ εὐλαβὴς καὶ προεμπνευσμένος ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα, ἦλθε στὸν ναὸ κινημένος καὶ τώρα ἀπὸ αὐτό, προϋπάντησε καὶ ἀσπάσθηκε τοῦτο τὸ οὐράνιο καὶ ἐπίγειο βρέφος, προφέροντας σ’ αὐτὸ ὡς Θεὸν τὸν ὕμνο καὶ τὴν ἱκεσία, παρακαλώντας ν’ ἀπαλλαγῆ εἰρηνικὰ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ διακηρύσσοντας σὲ ὅλους ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σωτήριο φῶς, ἰσχυριζόμενος δὲ ὅτι τοῦτο ἔχει τεθῆ σὲ πτῶσι τῶν ἀπιστούντων καὶ σὲ ἀνάστασι τῶν πιστευόντων σ’ αὐτό.

Ἔπειτα συνωμίλησε μὲ τὴν Παρθένο καὶ Μητέρα τοῦ βρέφους, δεικνύοντας ἀπὸ τὴν ὀδύνη γιὰ τὸν μελλοντικὸ σταυρὸ τοῦ παιδιοῦ ὅτι θὰ φανερωθῆ κατὰ φύσι μητέρα τοῦ τώρα θεανθρώπου βρέφους καὶ ὅ,τι ἀφοῦ ἀποκαλύψη τοὺς ἀμφιβόλους γι’ αὐτὸ λογισμοὺς θὰ τοὺς ἀπαλείψη ἀπὸ τὶς καρδιές, διότι καὶ ὁ Συμεὼν τὴν γνησία μητέρα τοῦ ἀμφιβόλου παιδιοῦ προσδιώρισε ἀπὸ τὴν σχετικὴ μὲ τὸ πάθος ὀδύνη καὶ ἀπὸ τὴν γι’ αὐτὸ τὸ πάθος σφοδρὰ λύπη καὶ συμπάθεια.

Ἡ δὲ προφήτις Ἄννα, χήρα του Φανουὴλ ἡλικίας ὀγδόντα τεσσάρων ἐτῶν, ἐπιδιδομένη σὲ νηστεῖες καὶ δεήσεις καὶ μὴ ἀπομακρυνομένη καθόλου ἀπὸ τὸν ναό, καταληφθεῖσα τότε περισσότερο ἀπὸ θεῖο Πνεῦμα εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ εὐαγγελίσθηκε ὅτι θὰ ἔλθη ἡ λύτρωσις σ’ ὅσους τὴν προσδέχονται, δεικνύοντας ὅτι αὐτὴ εἶναι τὸ βρέφος τοῦτο. Τέτοια λογικὰ τρυγόνια προέπεμψε τὸ ἅγιο Πνεῦμα πρὸς προϋπάντησι τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἀνέβαινε στὸν ναὸ καὶ μᾶς ἔδειξε ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι οἱ δεχόμενοι μέσα τους τὸν Χριστό, καὶ ὁποῖοι καὶ ὁποῖες πρέπει νὰ εἶναι αὐτὲς ποὺ ἔχασαν τοὺς ἄνδρες των καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχασαν τὶς συζύγους των. Διότι ἡ Ἄννα αὐτὴ ἦταν χήρα του Φανουὴλ ἀλλὰ καὶ προφήτις. Πῶς; Διότι, ἀφοῦ ἄφησε τὶς κοσμικὲς καὶ βιωτικὲς φροντίδες, δὲν ἐγκατέλειψε τὸν ναό? διότι εἶχε ἄμωμο τὸν βίο διημερεύοντας καὶ διανυκτερεύοντας μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες, μὲ προσευχὲς καὶ ψαλμωδίες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ γυναίκα αὐτὴ τὸν Κύριο, ποὺ ἐλάτρευε μὲ ἔργα, εὐλόγως τὸν ἀνεγνώρισε ὅταν ἦλθε, ὅπως λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ ψαλμωδὸς προφήτης, «θὰ ψάλω καὶ θὰ προσέξω στὴν τελεία ὁδό, πότε θὰ ἔλθης πρὸς ἐμένα».7

Τέτοιες καὶ τέτοιοι πρέπει νὰ εἶναι ὅσοι ἀπὸ τὸν γάμο διὰ τῆς ἔντιμης χηρείας ἀποφασίζουν νὰ προσέλθουν πρὸς τὸν παρθενικὸ βίο ἢ στὴν συμβίωσι. Ἐὰν λοιπὸν καταφρονήσης τελείως τὴν δευτέρα συζυγία ὡς χαμερπῆ, κράτησε σταθερὰ τὴν πρόθεσί σου, βάδιζε στὰ ἴχνη των ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος ἀγάμων. Κάποτε εἶχε καὶ ὁ Πέτρος πεθερά, ἀλλὰ δὲν ὑστέρησε τοῦ παρθένου Ἰωάννου, ὅταν ἔτρεξε πρὸς τὸ ζωαρχικὸ μνῆμα?,σὲ μερικὰ σημεῖα μάλιστα καὶ ὑπερτέρησε, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸν κοινὸ δεσπότη κατέστη κορυφαῖος των κορυφαίων. Πρὸς τόσο ὕψος ἀναβιβάζει ὁ πόθος ποὺ μεταφέρεται ἀπὸ τὴν σάρκα πρὸς τὸ πνεῦμα.

Ἐσὺ δὲ πρόσεχε, μὴ τυχὸν ἀπὸ μὲν τὴν συζυγία ἀπόσχης ὡς πάνδημη, τὴν δὲ ἀγαμία δὲν ἐπιτύχης ὡς δυσέφικτη, ὁπότε θὰ ἐκτραπῆς καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβης θὰ καταπέσης, διότι θ’ ἀκολουθῆς ὄχι τὰ κατὰ νόμο οὔτε τὰ ὑπὲρ νόμο, ἀλλὰ τὰ παρὰ νόμο. Ἂν ἐμεῖς τοὺς εὑρισκομένους σὲ χηρεία, ἐφ’ ὅσον δὲν σωφρονοῦν, τοὺς θεωροῦμε κατακρίτους, ἐνῶ, καὶ ἂν συνέλθουν νομίμως σὲ δεύτερο γάμο, δὲν τοὺς θεωροῦμε ἐντελῶς ἀμέμπτους (ὁ Παῦλος ἔλεγε ὅτι ἀθέτησαν τὴν πρώτη πίστι), πόσο μεγαλυτέρας καταδίκης ἄξιοι εἶναι ἐκεῖνοι ποῦ, ἐνῶ συζοῦν μὲ γυναῖκες, δὲν ἀπέχουν τῆς πορνείας; Πορνεία, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὸν παγκόσμιο ἐκεῖνο κατακλυσμὸ σὲ αὐτοὺς ποὺ ὠνομάσθηκαν ἀρχικῶς υἱοὶ Θεοῦ καὶ προεκάλεσε τὸν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐμπρησμὸ στοὺς Σοδομίτες καὶ ἔφερε στοὺς Ἰσραηλίτες τὴν ἥττα ἀπὸ τοὺς Μωαβίτες καὶ τὸν πολυάνθρωπο ἐκεῖνο φόνο, τώρα δέ, νομίζω, φέρει σ’ ἐμᾶς τὶς ἀπὸ τὰ ἀλλόφυλα ἔθνη ἧττες καὶ τὶς πολυειδεῖς ἀπὸ μέσα καὶ ἔξω κακώσεις καὶ συμφορές; Υἱοὺς δὲ Θεοῦ ἐκάλεσε ἡ Γραφὴ πρώτους τους ἀπογόνους του Ἐνῶς, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἤλπισε ὅτι θὰ καλῆται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.8 Ἦταν δὲ αὐτὸς υἱὸς τοῦ Σήθ, τοῦ ὁποίου τὸ γένος ἦταν διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ καταραμένο γένος τοῦ Κάϊν καὶ ἐζοῦσε σωφρόνως. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν ἐστεκόταν ἀκόμη τότε ὁ κόσμος, ἕως ὅτου κατὰ τὸ γεγραμμένο εἶδαν ὅτι οἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ οἱ κόρες ἀπὸ τὴν γενεὰ τοῦ Κάϊν, ἤσαν ὡραῖες καὶ γοητευμένοι ἀπὸ τὴν πορνικὴ ὀμορφιὰ τοὺς ἐπῆραν ὅσες ἐδιάλεξαν ἀπὸ ὅλες αὐτὲς καὶ ἔμαθαν τὰ ἔργα τους. Τότε αὐξήθηκε ἡ κακία ἐπάνω στὴ γῆ, ἦλθε ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς ἐξαφάνισε ὅλους? καὶ ἂν τότε δὲν εὑρίσκονταν ἐπάνω στὴ γῆ σώφρονες, ὁ Νῶε καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Νῶε (τοῦτο δὲ φανερώνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ καθένας ἦταν σύζυγος μιᾶς γυναικὸς μὲ τὴν ὁποία εἰσῆλθε στὴν κιβωτό), δὲν θὰ ὑπολειπόταν καμμιὰ ρίζα καὶ ἀρχὴ γιὰ τὴ γένεσι δευτέρου κόσμου.

Βλέπετε ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν πορνευόντων θὰ καταστρεφόταν παλαιὰ ὁ κόσμος αὐτός, ἂν δὲν διατηρεῖτο ἀπὸ τοὺς σωφρονούντας; Αὐτοὶ δὲ ποὺ δὲν εἶναι ἄξιοι οὔτε τοῦ παρόντος κόσμου, ἀφοῦ τὸν μεταβάλλουν σὲ ἀκοσμία, πῶς δὲν θὰ ἐξωσθοῦν καὶ ἀπὸ τὸν μέλλοντα αἰώνα, παραδιδόμενοι στὸ πῦρ τῆς γεέννης, διότι δὲν ἀνθεξὰν στὸ πῦρ τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, ἂν δὲν σπεύσουν τώρα νὰ τὸ ἀποσβέσουν διὰ τῆς μετανοίας καὶ νὰ ξεπλύνουν μὲ τὰ δάκρυά τους ἀπὸ αὐτὸ γενομένους ἤδη μολυσμούς; Ἃς μὴ ἀγνοοῦν δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν δὲν σπεύσουν ν’ ἀντισταθοῦν στὸ πάθος διὰ τῆς μετανοίας, μὲ τὸν καιρὸ θὰ παραδοθοῦν σὲ χειρότερα παρὰ φύσι πάθη, τὰ ὁποῖα εἶναι γεννήματα πορνικῆς ἐπιθυμίας, ἑλκύει δὲ ἐδῶ το πῦρ τῆς γεέννης, γιὰ νὰ συναρπάση ἀπὸ ἐδῶ τους ἀκολάστους σ’ αἰώνια κόλασι.

Ποιὸς δὲν γνωρίζει τοὺς Σοδομίτες καὶ τὴν παρανομωτέρα ἀπὸ πορνεία ἔξαψί τους καὶ τὴν παραδοξοτέρα βροχὴ τοῦ πυρὸς ἐπάνω σ’ αὐτοὺς καὶ τὴν ἀπώλεια; Πολλὲς φορὲς μάλιστα ὁλόκληρη πόλις ὑπέστη τὶς συνέπειες τῆς διαγωγῆς ἑνὸς μόνο ἀσελγοῦς ἀνδρός, ὅπως συνέβηκε στὴν πόλι τῶν Σικίμων, οἱ ὁποῖοι ἀφανίσθηκαν τελείως ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, ἐπειδὴ ὁ Συχὲμ ἅρπαξε τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακὼβ Δείνα. Ἀλλὰ γιὰ ν’ ἀφήσωμε τώρα τοὺς πρὸ τοῦ νόμου, ὁ ἴδιος ὁ μωσαϊκὸς νόμος δὲν παραγγέλλει νὰ λιθοβολῆται ἡ νύφη, ἂν δὲν εὑρεθῆ παρθένος, ἡ δὲ πορνευομένη κόρη ἱερέως νὰ καίεται στὸ πῦρ; Δὲν ἀπαγορεύει δὲ νὰ προσφέρεται στὸν ναὸ τοῦ Κυρίου ὁ μισθὸς πόρνης; Ὅταν δὲ οἱ Ἰσραηλίτες συνῆλθαν πορνικῶς μὲ τὶς Μωαβίτιδες, ἔπεσαν μὲ μάχαιρα σὲ μιὰ ἡμέρα εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες ἄνδρες. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μέγας Παῦλος μᾶς λέγει· «μὴ πορνεύετε, ὅπως ἐπόρνευσαν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἔπεσαν σὲ μιὰ ἡμέρα εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες». Τέτοια εἶναι τὰ ἐπιτίμια τῆς πορνείας καὶ πρὸ τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου καὶ στὸ νόμο καὶ διὰ τοῦ νόμου. Τί πρέπει λοιπὸν ν αἰσθανώμαστε ἐμεῖς ποῦ, ἐνῶ ἔχομε διαταχθῆ νὰ σταυρώσωμε τὴ σάρκα μαζὶ μὲ τὶς ἐπιθυμίες, περιπίπτομε πάλι στὰ ἴδια, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας; Ποῦ, ἐνῶ διαταχθήκαμε νὰ νεκρώσωμε τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνεία, ἀκαθαρσία, πάθος κακὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία, δὲν ἐφαρμόζομε τὴν παραίνεσι;11 δὲν θὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν κάποτε, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, τουλάχιστο τὶς θεομηνίες, τὶς ἀπὸ κάτω, τὶς ἀπὸ ἐπάνω, τὶς περασμένες, τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ αἰώνιες ποῦ μᾶς ἀπειλοῦν; Δὲν θὰ σεβασθοῦμε τὴν κατὰ σάρκα ἐπιφάνεια τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης Χριστοῦ, ὥστε νὰ περιπατήσωμε προσεκτικὰ σὰν σὲ ἡμέρα; Δὲν θὰ φρίξωμε τὶς ἀποστολικὲς προειδοποιήσεις καὶ ἀποφάσεις καὶ παραινέσεις, ποὺ λέγουν, «δὲν γνωρίζετε ὅτι εἶσθε ναοὶ Θεοῦ καὶ μέσα σας κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ; Ὅποιος φθείρει τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν φθείρη ὁ Θεὸς»· καὶ πάλι, «φανερὰ εἶναι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ποὺ εἶναι πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια καὶ τὰ ὅμοια, γιὰ τὰ ὁποῖα προλέγω, ὅπως καὶ ἤδη προεῖπα, ὅτι ὅσοι πράττουν τέτοια δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»13? καὶ πάλι, «τοῦτο νὰ γνωρίζετε, ὅτι κάθε πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, δηλαδὴ εἰδωλολάτρης, δὲν ἔχει κληρονομία στὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ»· καὶ πάλι, «τοῦτο εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός μας, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν πορνεία, διότι δὲν μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεὸς γιὰ ἀκαθαρσία, ἀλλὰ γιὰ ἁγιασμό. Ἐπομένως ὅποιος τὸ ἀθετεῖ, δὲν ἀθετεῖ ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν Θεὸ ποὺ δίδει τὸ ἅγιο Πνεῦμα τοῦ σ’ ἐμᾶς».

Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ συλλέξη ὅλες τὶς παραγγελίες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν γιὰ τὸ θέμα τῆς πορνείας; Σ’ αὐτοὺς ἀκριβῶς ποὺ σωφρονοῦν καὶ γι΄ αὐτὸ εὑρίσκονται ἀνάμεσα στὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, τί παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος; «Σᾶς ἔγραψα στὴν ἐπιστολή, μὴ συναναστρέφεσθε πόρνους». Πραγματικὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι δὲν ἐντρέπονται οἱ ἴδιοι, συμβουλεύει τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἀποφεύγουν καὶ νὰ τοὺς ἐντροπιάζουν, λέγοντας πρὸς αὐτούς, «ἐὰν κάποιος κατ’ ὄνομα ἀδελφὸς εἶναι πόρνος, μὲ αὐτόν, οὔτε νὰ συντρώγετε». Βλέπεις ὅτι ὅποιος κυλίεται στὴν πορνεία εἶναι κοινὸ μόλυσμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει ὅλοι νὰ τὸν ἀποφεύγουν καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνουν; Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Παῦλος παρέδωσε στὸν Σατανᾶ τὸν πορνεύοντα στὴν Κόρινθο καὶ δὲν συνέστησε πρὸς αὐτὸν ἀγάπη οὔτε τὸν προσέλαβε, ἕως ὅτου ἐπέδειξε τὴν μετάνοια ἱκανοποιητικῶς.

Σῶζε ὁπωσδήποτε τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὰ τόσα κακά (τοῦ ἁμαρτήματος τῆς πορνείας), ὢ ἄνθρωπε, τῶν παρόντων καὶ τῶν μελλόντων, τῶν τελευταίων διττῶν μάλιστα, καὶ στὸν μέλλοντα καὶ στὸν παρόντα αἰώνα. Τὸ γένος τοῦ Ἠσαὺ ἦταν ἀπόβλητο, διότι ἐκεῖνος ἦταν πόρνος καὶ βέβηλος, καὶ ὁ Ροβοὰμ ἔχασε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βασιλείας, ἐπειδὴ ὁ πατέρας τοῦ Σολομῶν, γυναικομανῆς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, πέθανε χωρὶς νὰ πάθη τοῦτο ὁ ἴδιος λόγω τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος τὸ προσαφθὲν κάποτε σὲ βάρος τοῦ ἄγος ἐκαθάρισε μὲ ροὲς δακρύων καὶ μὲ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς μετανοίας. Ἀποφεύγετε τὴν πορνεία, ἀδελφοί, παραγγέλλει πάλι ὁ ἀπόστολος.18 Ἂν τὴν ἀπέφευγε ὁ Σαμψῶν, δὲν θὰ ἔπιπτε στὰ χέρια τῆς Δαλιδᾶς, ὥστε μαζὶ μὲ τὰ μαλλιά του νὰ χάση καὶ τὴν δύναμί του, δὲν θὰ ἐτυφλωνόταν, δὲν θὰ ἔχανε ἀδόξως τὴ ζωὴ τοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἀλλοφύλους. Ἂν τὴν ἀπέφευγαν οἱ ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ ὡς στρατηγὸ καὶ νομοθέτη Ἰουδαῖοι δὲν θὰ ἐθυσίαζαν στὸν Βεελφεγώρ, δὲν θὰ ἔτρωγαν θυσίες, δὲν θὰ ἔπιπταν ὅσο ἔπεσαν. Ἂν τὴν ἀπέφευγε ὁ Σολομῶν, δὲν θ’ ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν κατέστησε βασιλέα καὶ σοφὸ οὔτε θὰ ἀνήγειρε ναοὺς καὶ εἴδωλα.

Βλέπετε ὅτι τὸ πάθος τῆς πορνείας ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ πρὸς ἀσέβεια; Οὔτε τὸ κάλλος τῆς Σωσάννης, ποὺ ἐξαπάτησε στὴ Βαβυλώνα τοὺς πρεσβυτέρους, θὰ ἐθριάμβευε ἔπειτα καὶ θὰ συνεκάλυπτε τὸν λιθοβολισμό, ἂν αὐτοὶ ἀπέφευγαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ βδέλυγμα καὶ δὲν τὴν παρατηροῦσαν κάθε μέρα ἀκολάστως πρωτύτερα. Οὔτε ὁ Ὀλοφέρνης θὰ ἐκοιτόταν μὲ κομμένον τὸν λαιμὸ ὁ ἄθλιος, ἂν προηγουμένως, ὅπως ἔχει γραφή, δὲν εἵλκυε τὸν ὀφθαλμὸ του τὸ σανδάλιο τῆς Ἰουδὶθ καὶ δὲν αἰχμαλώτιζε τὴν ψυχή του ἡ ὀμορφιά της. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Ἰώβ? «ἔβαλα κανόνα στοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ δὲν θὰ προσέξω παρθένο»,19 πόσο μᾶλλον ἄσεμνο γύναιο, ἄγαμο ἢ ἔγγαμο.

Ἢ ἀγαμία θεοφιλῆ νὰ τηρῆς, ἀγαπητέ, ἢ συζυγία θεοδότη. Πίνε ὕδατα ἀπό τά πηγάδια σου, κι αὐτὸ μὲ σωφροσύνη, ἄπεχε δὲ τελείως ἀπὸ νοθευμένο ποτό, διότι εἶναι ὕδωρ Στυγός, ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ Ἀχέροντος, εἶναι γεμάτο θανατηφόρο ἰό, ἔχει τὴ δύναμι δηλητηρίου, διότι ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ρίπτη τοὺς μυχοὺς τοῦ Ἅδη. Ἀπόφευγε τὸ μέλι ἀπὸ πορνικὰ χείλη, διότι ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ ἐπαλείφουν πορνικὸ θάνατο, ποὺ εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό. Πρὸς αὐτὸν λέγει ὁ Δαβίδ, «ἐξωλόθρευσε ὅλους ὅσοι πορνεύουν». Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καθαρεύη ἢ νὰ καθαίρεται κι ἔτσι νὰ μένη διαρκῶς ἀμίαντος ἀρκούμενος στὶς ἐπιτρεπτόμενες ἡδονές, αὐτὸς τοῦ ὁποίου τὸ σῶμα ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Πνεύματος καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σ’ αὐτό, νὰ σπεύδη πρὸς ἀπόκτησι ἁγνείας καὶ σωφροσύνης καὶ πρὸς ἀποφυγὴ πορνείας καὶ κάθε ἀκαθαρσίας, γιὰ νὰ παραμείνωμε αἰωνίως εὐφραινόμενοι μαζὶ μὲ τὸν ἄφθαρτο νυμφίο στὶς ἁγνὲς παστάδες, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς ἀειπαρθένου καὶ παναμώμου καὶ ὑπερδοξασμένης Μητέρας ποὺ τὸν ἐγέννησε παρθενικῶς γιὰ τὴν σωτηρία μας. τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Λουκᾶ 2, 22 – 38.
2. Κόλ. 3, 3.
3. Ψάλμ. 50, 7.
4. Ἕξ. 13, 2. 12.15. Λουκᾶ 2.23.
5. Ψάλμ. 104, 15.
6. Ἀμφίβολο παιδὶ εἶναι ὁ Χριστὸς λόγω τῆς διπλῆς ἰδιότητός του, θείας καὶ ἀνθρωπίνης.
7. Ψάλμ. 100,1.
8. Γέν. 4, 26.
9. Γέν. 34, 1 ἒ ἔ.
10. Ἃ’ Κορ. 10, 8.
11. Κόλ. 3, 5.
12. Ἃ’ Κορ. 3, 16.
13. Γαλ. 5, 19.
14. Ἔφ. 5, 5.
15. Ἃ’ Θέσσ. 4, 3.
16. Ἃ’ Κορ. 5, 9.
17. Ἃ’ Κορ. 5, 11.
18. Ἃ’ Κορ. 6, 18.
19. Ἰὼβ 31, 1.
20. Ψάλμ. 72, 27,

πηγή