1. images«Θὰ σταματήσω εἰς τὸν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακοὺμ(Ἀββακ. 2, 1). Καὶ ἐγὼ θὰ σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν διορατικὴν ἱκανότητα τὴν ὁποίαν μου ἔχει δώσει τὸ Πνεῦμα, καὶ θὰ κατοπτεύσω καὶ θὰ ἀναγνωρίσω ὅ,τι θὰ μοῦ φανερωθῆ καὶ ὅ,τι θὰ λεχθῆ πρὸς ἐμέ. Καὶ ἐσταμάτησα καὶ κατόπτευσα.

Καὶ νὰ ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τὰ νέφη καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις τοῦ εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ὄψιν ἀγγέλου καὶ ἡ στολὴ τοῦ ὡσὰν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τὸν οὐρανὸν (πρβλ. Ναοὺμ 2, 5).

Καὶ ἐσήκωσε τὴν χείρα του πρὸς τὴν ἀνατολὴν καὶ ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνὴν (ἡ φωνὴ τοῦ ἦταν ὡσὰν φωνὴ σάλπιγγος καὶ γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπὸ μίαν οὐρανίαν στρατιὰν) καὶ εἶπε: «Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τὸν κόσμον, τὸν ὁρατὸν καὶ τὸν ἀόρατον. Ὁ Χριστὸς ἀνεστήθη ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του.

Ὁ Χριστὸς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν θέσιν του, ἐπανέλθετε καὶ σεῖς. Ὁ Χριστὸς ἠλευθερώθη ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καὶ σεῖς ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας. Αἳ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιὸς Ἀδὰμ ἀπομακρύνεται καὶ ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐὰν ὑπάρχη κάποια νέα δημιουργία εἰς τὸν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καὶ σεῖς».

Αὐτὰ ἔλεγεν αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καὶ προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἠμᾶς ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐπίγειον γέννησίν του, μὲ τὸ «δόξα εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ εἰρήνη ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, συμφώνως πρὸς τὴν ὑπόσχεσίν Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζὶ μὲ αὐτοὺς λέγω καὶ ἐγὼ τὰ ἴδια πρός σας. Μακάρι δὲ νὰ ἀποκτοῦσα καὶ φωνὴν ἰσάξιαν πρὸς τὴν φωνὴν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νὰ ἀντηχοῦσε ἂπ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.

***             ***           ***

  1. Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καὶ πάλιν θὰ εἴπω Πάσχα πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴ εἶναι δὶ ἠμᾶς ἡ ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ ὁποία τόσον πολὺ ξεπερνᾶ ὄχι μόνον τὰς ἀνθρωπίνας καὶ τὰς προερχομένας ἀπὸ τὴν γῆν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἐκείνας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄσας τελοῦνται πρὸς τιμήν Του, ὅσον ξεπερνᾶ ὁ ἥλιος τοὺς ἀστέρας.

Εἶναι μὲν καλὴ καὶ ἡ χθεσινή μας λαμπροφορία καὶ ἡ φωταψία, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν καὶ ὁ καθένας μόνος του καὶ ὅλοι μαζὶ ἀπὸ κοινοῦ, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος καὶ σχεδὸν κάθε τί τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν κατεφωτίσαμεν μὲ πλῆθος πυρσῶν τὴν νύκτα, πράγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ μεγάλου φωτός, ὅπως καὶ ὁ οὐρανὸς φωτίζει ἀπὸ ἐπάνω, καταυγάζων ὅλον τὸν κόσμον μὲ τὴν ὡραιότητά του, ὅπως αἳ ὑπερουράνιοι φύσεις καὶ οἱ ἄγγελοι, ἡ πρώτη φωτεινὴ φύσις μετὰ τὴν πρώτην, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκείνην προέρχεται, καὶ ὅπως ἡ Τριὰς ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχει δημιουργηθῆ ὅλον το φῶς, ἀλλὰ εἶναι ἀκόμη ὡραιοτέρα καὶ πιὸ ἐπίσημος ἡ σημερινή.

Καθόσον χθὲς μὲν τὸ φῶς ἦτο προάγγελος τοῦ μεγάλου Φωτός, τὸ ὁποῖον ἀνασταίνεται, καὶ κατὰ κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δὲ ἐορτάζομεν τὴν ἰδίαν τὴν Ἀνάστασιν, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενον ἐλπίδος, ἀλλὰ ἔχει ἤδη γίνει πραγματικότης καὶ ἔχει συγκεντρώσει γύρω της ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ καθένας μὲν λοιπὸν μὲ τὸν τρόπον τοῦ ἃς προσφέρη τὸν καρπόν του καὶ τὸν χρόνον αὐτὸν καὶ ἃς προσφέρη δῶρον ἑορταστικὸν ἀπὸ τὰ πνευματικά τα ὁποῖα ἀγαπᾶ ὁ Θεός, μικρὸν ἡ μεγαλύτερον ἀναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις του.

Διότι τὸ νὰ προσφέρη κανεὶς δῶρον ἀντάξιον πρὸς τὴν ἑορτὴν θὰ ἠμποροῦσαν ἴσως μόλις καὶ μετὰ βίας νὰ τὸ ἐπιτύχουν οἱ ἄγγελοι, οἱ πρῶτοι πνευματικοὶ καὶ καθαροὶ καὶ θεαταὶ καὶ μάρτυρες τῆς οὐρανίου δόξης, ἔστω καὶ ἂν εἶναι προσιτὸν εἰς αὐτοὺς κάθε εἶδος ἐξύμνησις. Ἠμεῖς δὲ θὰ προσφέρωμεν τὸν λόγον, τὸ πιὸ ὡραῖον καὶ πολύτιμον ἀπὸ τὰ μέσα τα ὁποῖα διαθέτομεν, ὑμνοῦντες καὶ κὰτ ἄλλον τρόπον τὸν Λόγον διὰ τὰς εὐεργεσίας Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Θὰ ἀρχίσω δὲ ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτό. Διότι δὲν ἀνέχομαι, ἐνῶ προσφέρω ὡς θυσίαν τοὺς λόγους μου περὶ τοῦ μεγάλου Θύματος καὶ τῆς πιὸ μεγάλης ἀπὸ τὰς ἡμέρας, νὰ μὴν ἀνατρέξω εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ κάμω ἀπὸ ἐκεῖ τὴν ἀρχήν. Καθαρίσατε πρὸς χάριν μου καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοὴν καὶ τὴν διάνοιαν, ὅσοι ἐντρυφᾶτε εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα (ἐπειδὴ ὁ λόγος ἀναφέρεται εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἶναι θεῖος), διὰ νὰ ἀναχωρήσετε ἀφοῦ θὰ ἔχετε ἐντρυφήσει πραγματικὰ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν τελειώνουν ποτέ. Θὰ εἶναι δὲ ὁ λόγος μου πλήρης ἀλλὰ καὶ συνάμα πολὺ σύντομος, εἰς τρόπον ὥστε, οὔτε νὰ σᾶς λυπήση μὲ τὰς ἐλλείψεις του, οὔτε καὶ νὰ γίνη ἀνιαρὸς ἐξ αἰτίας τοῦ κορεσμοῦ, τὸν ὁποῖον τυχὸν θὰ σᾶς ἔφερε.

***             ***           ***

  1. Ο Θεὸς ὑπῆρχε μὲν πάντοτε, καὶ ὑπάρχει, καὶ θὰ ὑπάρχη, η, καλύτερα, ὑπάρχει πάντοτε. Διότι τὸ «ὑπῆρχε» καὶ «θὰ ὑπάρχη», εἶναι τμήματα τοῦ χρόνου καὶ τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας. Ὁ ὅρος ὅμως ‘’ὁ ὑπάρχων» ἐκφράζει τὸ αἰώνιον, καὶ μὲ αὐτὸν αὐτοτιτλοφορεῖται ὅταν ἐμφανίζεται εἰς τὸν Μωϋσῆ ἐπάνω εἰς τὸ ὅρος (Ἐξ. 3, 14).

Διότι ἔχει συγκεντρώσει καὶ διατηρεῖ ὅλην τὴν »ὕπαρξιν», ἡ ὁποία οὔτε ἄρχισε ποτὲ οὔτε καὶ θὰ λήξη ποτέ, ὡσὰν κάποιος ἀπέραντος καὶ ἀπεριόριστος ὠκεανὸς οὐσίας, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾶ κάθε ἔννοιαν καὶ τοῦ χρόνου καὶ τῆς φύσεως, καὶ ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ σκιαγραφηθῆ κάπως μόνον μὲ τὸν νοῦν.

Καὶ ἀπὸ αὐτὸν πάλιν μόνον πολὺ ἀμυδρὰ καὶ περιωρισμένα, ὄχι ἀπὸ τὴν οὐσίαν τοῦ ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βρίσκονται γύρω του, διὰ νὰ σχηματισθῆ ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων ἐξωτερικῶν φαινομένων μία κάποια εἰκόνα τῆς ἀληθείας ἡ ὁποία χάνεται προτοῦ προλάβωμεν νὰ τὴν κρατήσωμεν, καὶ ἐξαφανίζεται προτοῦ ἠμπορέσωμεν νὰ τὴν συλλάβωμεν μὲ τὸν νοῦν.

Ἡ εἰκόνα δὲ αὐτὴ λάμπει εἰς τὸν νοῦν μας, καὶ μάλιστα μόνον ὅταν αὐτὸς εἶναι καθαρός, ὅπως ἡ ἀστραπὴ ἡ ὁποία διαρκεῖ ἐλάχιστα. Νομίζω δὲ (ὅτι γίνεται αὐτὸ) ἀπὸ τὴν μία μεριὰ μὲν διὰ νὰ προσελκύη μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ γίνη κατανοητὸν (διότι τὸ τελείως ἀκατανόητον ἀπογοητεύει καὶ ἐξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), ἀπὸ τὴν ἄλλην δὲ διὰ νὰ προκαλῆ τὸν θαυμασμὸν μὲ τὸ ἀκατανόητον.μὲ τὸν θαυμασμὸν νὰ δημιουργῆ περισσότερον πόθον, μὲ τὸν πόθον νὰ καθαρίζη καὶ μὲ τὴν κάθαρσιν νὰ κάνη τὸν νοῦν μᾶς θεόμορφον.

Ἀφοῦ γίνωμεν δὲ τέτοιοι, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, νὰ συναναστρεφώμεθα μὲ τὸ Θεῖον ὡσὰν συγγενεῖς. Ὁ Θεὸς νὰ ἑνώνεται καὶ νὰ ἐπιτρέπη νὰ Τὸν γνωρίσουν θεοί, καὶ μάλιστα τόσον πολύ, ὅσον γνωρίζει κι ὄλας ἐκείνους τοὺς ὁποίους γνωρίζει. Εἶναι λοιπὸν ἄπειρόν το θεῖον καὶ δυσκολονόητον.

Τὸ μόνον δὲ τὸ ὁποῖον εἶναι κατανοητὸν ἂπ αὐτὸ εἶναι το ὅτι εἶναι ἄπειρον, ἔστω καὶ ἂν θὰ νομίζη κάποιος ὅτι εἶναι ἁπλῆς φύσεως ἡ κὰθ ὁλοκληρίαν ἀκατανόητον, ἡ τελείως κατανοητόν. Διότι πῶς θὰ ἐπιθυμήσωμεν κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλὸς ἀπὸ τὴν φύσιν του; Ἡ ἁπλότης λοιπὸν δὲν ἀποτελεῖ τὴν φύσιν του, ὅπως καὶ εἰς τὰ σύνθετα τὴν φύσιν των δὲν ἀποτελεῖ μόνον τὸ ὅτι εἶναι σύνθετα.

***             ***           ***

  1. Επειδή δὲ τὸ ἄπειρον ἐξετάζεται ἀπὸ δύο πλευρᾶς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν δηλαδὴ καὶ τὸ τέλος (διότι ὅ,τι ξεπερνᾶ τὰ ὅρια αὐτὰ καὶ δὲν περιορίζεται μέσα σ αὐτὰ εἶναι ἄπειρον), ὅταν μὲν στραφῆ ὁ νοῦς πρὸς τὸ οὐράνιον βάθος, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ποὺ νὰ σταθῆ διὰ νὰ στηρίξη τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται τὸν Θεόν, ὀνομάζει τὸ ἄπειρον καὶ τὸ ἀδιέξοδόν το ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ αὐτὰ ἄναρχον. Ὅταν δὲ στραφῆ πρὸς τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ μέλλοντα, τὸ ὀνομάζει ἀθάνατον καὶ ἄφθαρτον.

Ὅταν δὲ ἐξετάση τὰ πάντα, τὸ ὀνομάζει αἰώνιον. Διότι αἰὼν δὲν εἶναι οὔτε χρόνος, οὔτε κάποιο τμῆμα τοῦ χρόνου (διότι δὲν μετρᾶται). Ἀλλὰ ὅ,τι εἶναι δὶ ἠμᾶς ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μετρᾶται μὲ τὴν περιφορὰν τοῦ ἡλίου, αὐτὸ εἶναι διὰ τὰ αἰώνια ὁ αἰών, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνεται μαζὶ μὲ τὰ ὄντα, ὡσὰν κάποιο χρονικὸ κίνημα καὶ διάστημα.

Εἰς αὐτὰ λοιπὸν ἃς ἀρκεσθῆ ἡ τωρινή μου φιλοσοφικὴ ἐνασχόλησις μὲ τὸν Θεόν. Διότι δὲν ὑπάρχει χρόνος δὶ αὐτά, ἐπειδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ οἰκονομία καὶ ὄχι ἡ θεολογία. Ὅταν δὲ εἴπω Θεόν, ἐννοῶ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ἡ θεότης οὔτε διαχέεται πέρα ἂπ αὐτά, διὰ νὰ μὴν παραδεχθῶμεν πολλοὺς θεούς, οὔτε περιορίζωνται εἰς ἕνα ἂπ αὐτά, διὰ νὰ μὴν κατηγορηθῶμεν ὅτι δεχόμεθα πτωχὴν θεότητα, καὶ νὰ μὴν μᾶς εἴπουν εἴτε ἰουδαίζοντας ἐξ αἰτίας τῆς μονοθείας, εἴτε ἐλληνίζοντας ἐξ αἰτίας τῆς πολυθείας.

Διότι καὶ εἰς τὰ δύο ὑπάρχει τὸ ἴδιον κακόν, ἔστω καὶ ἂν εὑρίσκεται μέσα εἰς ἀντίθετα πράγματα. Ἔτσι λοιπὸν τὰ Ἅγια των Ἁγίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποκαλύπτονται οὔτε εἰς τὰ ἴδια τὰ Σεραφείμ, καὶ τὰ ὁποῖα δοξάζονται μὲ τὸν Τρισάγιον ὕμνον(βλ. Ἡσ. 6, 2 ἐ.), συγκεντρώνονται εἰς μίαν ἀρχὴν καὶ μίαν Θεότητα, πράγμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξετάσει κατὰ τρόπον ἄριστον καὶ ὑψηλὸν καὶ κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς πρὶν ἀπὸ ἠμᾶς.

***             ***           ***

  1. Επειδή ὅμως δὲν ἦτο τοῦτο ἀρκετὸν εἰς τὴν ἀγαθότητα, τὸ νὰ κινῆται μόνον μὲ τὴν σκέψιν της, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ διασκορπισθῆ τὸ ἀγαθὸν καὶ νὰ ἐξαπλωθῆ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνουν περισσότερά τα εὐεργετούμενα (διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς ἀπείρου ἀγαθότητος), κὰτ ἀρχὴν μὲν δημιουργεῖ μὲ τὴν σκέψιν τοὺς ἀγγέλους καὶ τὰς οὐρανίας δυνάμεις.

Καὶ ἡ σκέψις τῆς γίνεται ἔργον, τὸ ὁποῖον συμπληρώνεται ἀπὸ τὸν Λόγον καὶ ὁλοκληρώνεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα. Καὶ ἔτσι ἐδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, ὑπηρέται τῆς πρώτης λαμπρότητος, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ θεωρήσωμεν εἴτε νοερὰ πνεύματα, εἴτε πῦρ, κατὰ κάποιον τρόπον, ἄϋλον καὶ ἀσώματον, εἴτε ὡς κάποιαν ἄλλην φύσιν, ἡ ὁποία νὰ ταιριάζη ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον πρὸς τὰ λεχθέντα. Θέλω μὲν νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ κινηθοῦν πρὸς τὸ κακόν, καὶ ὅτι μόνον πρὸς τὸ καλὸν ἠμποροῦν νὰ βαδίσουν, ἐπειδὴ εὑρίσκονται γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ φωτίζονται πρῶται ἂπ Αὐτὸν (διότι ὁ φωτισμὸς τῶν ἐπιγείων ἀποτελεῖ δεύτερον φωτισμόν).

Μὲ ἀναγκάζει ὅμως νὰ θεωρήσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκίνητοι ἀλλὰ μόνον δυσκίνητοι, ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς λαμπρότητός του(βλ. Ἡσ. 14, 12) καὶ ὁ ὁποῖος ἔγινε σκοτάδι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, καὶ αἳ δυνάμεις αἳ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του, αἳ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τὸ κακὸν μὲ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸ καλὸν καὶ τὸ ἐπροκάλεσαν καὶ εἰς ἠμᾶς.

***             ***           ***

  1. Έτσι λοιπὸν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐδημιουργήθη ὓπ Αὐτοῦ ὁ νοητὸς κόσμος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ἐξετάζω τὰ πράγματα αὐτά, καταμετρῶν μὲ τὸν μικρὸν λόγον μεγάλα πράγματα.

Ἐπειδὴ δὲ τὰ πρῶτα ἤσαν καλὰ (Γέν. κέφ. 1) δὶ Αὐτόν, ἐννοεῖ (καὶ δημιουργεῖ) δεύτερον κόσμον, ὑλικὸν καὶ ὁρατὸν ( αὐτὸς δὲ ὁ κόσμος εἶναι τὸ ὀργανωμένον σύστημα καὶ σύνολον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῶν μεταξὺ αὐτῶν εὑρισκομένων, ἀξιέπαινον μὲν διὰ τὴν τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, ἀλλὰ ἀκόμη πιὸ ἀξιέπαινον ἐξ αἰτίας τοῦ ταιριάσματος καὶ τῆς ἁρμονίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἂπ΄ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ταιριάζουν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ ὅλα μεταξύ των, διὰ νὰ συμπληρώσουν ἕνα ἁρμονικὸν σύνολον), διὰ νὰ ἀποδείξη ὅτι ἠμπορεῖ νὰ φέρη εἰς τὴν ὕπαρξιν ὄχι μόνον φύσιν ὁμοίαν πρὸς Αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τελείως διαφορετικὴν ἀπὸ Αὐτόν.

Διότι εἶναι μὲν ὅμοια πρὸς τὴν Θεότητα τὰ πνευματικὰ ὄντα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτὰ μόνον μὲ τὸν νοῦν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἶναι τελείως διαφορετικά τα ὄντα τὰ ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτὰ μὲ τὰς αἰσθήσεις, καὶ ἀκόμη περισσότερον διαφορετικὰ ἂπ αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι τελείως ἄψυχα καὶ ἀκίνητα.

***             ***           ***

  1. Ο νοῦς μὲν λοιπὸν καὶ ἡ αἴσθησις, τὰ ὁποῖα διεχωρίσθησαν κὰτ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, παρέμειναν τὸ καθένα μέσα εἰς τὴν φύσιν των καὶ ἔφεραν ἐντός των τὸ μεγαλεῖον του δημιουργοῦ Λόγου, σιωπηλοὶ ἐγκωμιασταὶ καὶ μεγαλόφωνοι κήρυκες τοῦ μεγαλουργήματος.

Δὲν ὑπῆρχε δὲ ἀκόμα κράμα καὶ ἀπὸ τὰ δύο, οὔτε κάποια ἕνωσις τῶν ἀντιθέτων, δεῖγμα ἀνωτέρας σοφίας καὶ τῆς ποικιλίας τῶν φύσεων, οὔτε ἦτο γνωστὸς ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ δημιουργὸς Λόγος αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πράγμα ἤθελε νὰ δείξη, καὶ νὰ παρουσιάση ἕνα ὃν ἀπὸ τὴν ἕνωσιν καὶ τῶν δύο (της ἀοράτου δηλαδὴ καὶ τῆς ὁρατῆς φύσεως), ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον.

Καὶ ἀφοῦ ἔλαβε μὲν ἀπὸ τὴν ὕλην, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἤδη, τὸ σῶμα, καὶ ἀφοῦ ἔβαλεν εἰς αὐτὸ τὴν πνοὴν τοῦ (τὴν ὁποίαν ὁ λόγος ὁρίζει ὡς νοερᾶν ψυχὴν καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ), τὸν ἔστησεν ἐπὶ τῆς γῆς ὡσὰν ἄλλον κόσμον, κατὰ κάποιον τρόπον, μεγάλον μέσα εἰς τὴν μικρότητά του, ὡσὰν ἄλλον ἄγγελον, ὡσὰν μικρὸν προσκυνητήν, φύλακα τῆς ὁρατῆς κτίσεως καὶ ἱερουργὸν τῆς ἀοράτου, βασιλέα τῶν εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ κυβερνώμενον ταυτοχρόνως ἀπὸ τὸν Οὐρανόν, ἐπίγειον καὶ οὐράνιον, προσωρινὸν καὶ ἀθάνατον, ὁρατὸν καὶ ἐννοούμενον, εὐρισκόμενον εἰς τὸ μέσον μεταξὺ μεγαλείου καὶ ταπεινότητος.τὸν ἴδιον πνεῦμα καὶ σάρκα.

Πνεῦμα πρὸς χάριν του, καὶ σάρκα διὰ νὰ ἠμπορῆ νὰ ἐξυψώνεται. Τὸ μὲν ἕνα διὰ νὰ ζῆ καὶ νὰ δοξάζη τὸν Εὐεργέτην, τὸ δὲ ἄλλο διὰ νὰ ὑποφέρη, νὰ ἐνθυμῆται καὶ νὰ διαπαιδαγωγῆται ἀπὸ τὸ πάθος του, ἐπιδιώκων νὰ ἀνυψωθῆ πρὸς τὸ μεγαλεῖον. Ὃν τὸ ὁποῖον διαμένει μὲν εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ μεταβαίνει εἰς ἄλλον κόσμον, καὶ ὡσὰν τέλος τοῦ μυστηρίου γίνεται θεὸς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν του πρὸς Αὐτόν.

Διότι εἰς αὐτό, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁδηγεῖ ἡ μετρία λάμψις τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τὴν γῆν, εἰς τὸ νὰ ἴδωμεν δηλαδὴ καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνταξία πρὸς Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος μᾶς συνέθεσε, καὶ ὁ Ὁποῖος θὰ μᾶς διαλύση καὶ θὰ μᾶς συνθέση πάλιν κατὰ τρόπον ἀκόμη πιὸ ἔνδοξον.

***             ***           ***

  1. Και τὸν ἐτοποθέτησεν εἰς τὸν Παράδεισον (ὅποιος καὶ ἂν ἦτο ὁ Παράδεισος αὐτός), ἀφοῦ τὸν ἐτίμησε μὲ τὸ αὐτεξούσιον, διὰ νὰ ἀνήκη τὸ ἀγαθὸν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ τὸ ἐπιλέξη ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅσον εἰς Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὰ σπέρματα τοῦ ἀγαθοῦ, τὸν ἔκαμε γεωργὸν ἀθανάτων φυτῶν, δηλαδὴ τῶν θείων ἐννοιῶν, καὶ τῶν ἁπλουστέρων καὶ τῶν τελειοτέρων, γυμνὸν ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς χωρὶς πονηρίαν ζωῆς, καὶ χωρὶς κανένα κάλυμμα καὶ πρόβλημα. Διότι τέτοιος ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος.

Καὶ τοῦ δίδει τὸν νόμον ὡς ἀντικείμενον τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ δὲ νόμος ἦτο ἡ ἐντολὴ ἀπὸ ποία φυτὰ ἠμποροῦσε νὰ φάγη καὶ ποία δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀγγίξη. Εἰς αὐτὰ δὲ ἀνῆκε τὸ δένδρον τῆς γνώσεως, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐφυτεύθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μὲ κακὸν σκοπόν, οὔτε ἀπηγορεύθη ἀπὸ φθόνον (ἃς μὴ φθάσουν μέχρις ἐκεῖ αἳ γλῶσσαι τῶν ἐχθρῶν του Θεοῦ, καὶ ἃς μὴν μιμηθοῦν τὸν ὄφιν!), ἂλλ ἦτο μὲν καλὸν ἐὰν τὸ ἐδοκίμαζε κανεὶς εἰς τὸν κατάλληλον καιρὸν (διότι τὸ δένδρον, κατὰ τὴν ἄποψίν μου, ἦτο ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦσαν νὰ πλησιάσουν χωρὶς νὰ κινδυνεύουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελειοποιηθῆ μὲ τὴν ἄσκησιν), ἀλλὰ δὲν ἦτο καλὸν διὰ τοὺς ἀδοκιμάστους ἀκόμη καὶ τοὺς πιὸ λαιμάργους ὡς πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ σκληρὰ τροφὴ δὲν εἶναι ὠφέλιμος δὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἀδύνατοι καὶ ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ γάλα.

Ἀφοῦ δὲ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου καὶ τῆς παρακινήσεως τῆς γυναικός, ἡ ὁποία ὑπέκυψε σὰν πιὸ ἀδύνατη καὶ τὸν παρεκίνησε καὶ αὐτὸν σὰν ἡ πιὸ κατάλληλη δὶ αὐτὸ (ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀδυναμίαν μου! διότι ἡ ἀδυναμία τοῦ προπάτορος εἶναι καὶ ἰδική μου), ἐλησμόνησε μὲν τὴν ἐντολήν, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε δοθῆ. Ἐνικήθη ἀπὸ τὴν προσωρινὴν γευστικὴν δοκιμὴν καὶ ἔτσι ἐξεδιώχθη αὐτομάτως ἀπὸ τὸ δένδρον τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸν Παράδεισον καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του, καὶ ἐνεδύθη μὲ δερμάτινα ἐνδύματα (πιθανὸν μὲ τὴν πιὸ βαρειὰ σάρκα, τὴν φθαρτὴν καὶ ἀντίθετον).

Καὶ ὡσὰν πρώτον ἀποτέλεσμα ἀντιλαμβάνεται τὴν καταισχύνην του καὶ κρύπτεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι ἂπ αὐτό: τὸ ὅτι γίνεται θνητὸς καὶ τὸ ὅτι διακόπτεται ἡ ἁμαρτία διὰ νὰ μὴν γίνη ἀθάνατόν το κακόν, καὶ ἔτσι ἡ τιμωρία ἀποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι ἐγὼ ἔτσι πιστεύω ὅτι τιμωρεῖ ὁ Θεός.

***             ***           ***

  1. Αφού δὲ ἐτιμωρήθη προηγουμένως διὰ τὰ πολλὰ ἁμαρτήματα (ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐφύτρωσεν ἡ ρίζα τῆς κακίας) ἀπὸ διαφόρους αἰτίας καὶ κατὰ διαφόρους χρόνους, μὲ τὸν λόγον, τὸν νόμον, τοὺς προφήτας, τὰς εὐεργεσίας, τὰς ἀπειλᾶς, τὰς τιμωρίας, τὰς πλημμύρας, τὰς πυρκαϊᾶς, τοὺς πολέμους, τὰς νίκας, τὰς ἥττας, τὰ σημεῖα ἀπὸ τὸν οὐρανὸν , τὰ σημεῖα ἀπὸ τὸν ἀέρα, τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, μὲ τὰς ἀνελπίστους μεταβολᾶς ἀνθρώπων, πόλεων καὶ λαῶν, πράγματα τὰ ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν εἰς τὸ νὰ ἐξαφανισθῆ ἡ κακία, ἔχει ἀνάγκην τελικὰ ἀπὸ κάποιο ἰσχυρότερον φάρμακον διὰ τὰς φοβερωτέρας ἀσθενείας, τὰς ἀδελφοκτονίας δηλαδή, τὰς μοιχείας, τὰς ἐπιορκίας, τὰς ἀνωμάλους ἐπιθυμίας καὶ τὸ χειρότερον καὶ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα τα κακά, τὴν εἰδωλολατρείαν καὶ τὴν μετατόπισιν τῆς προσκυνήσεως ἀπὸ τὸν δημιουργὸν εἰς τὰ δημιουργήματα.

Ἐπειδὴ δὲ εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ μεγαλυτέραν βοήθειαν, τοῦ δίδεται καὶ τέτοια: Ἦτο δὲ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ περιορισθῆ, ὁ ἀσώματος, ἡ Ἀρχὴ ἡ προερχομένη ἀπὸ τὴν Ἀρχήν, τὸ Φῶς τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ Φωτός, ἡ πηγὴ τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ζωῆς, τὸ ἀντίγραφον τοῦ πρωτοτύπου κάλλους, ἡ ἀναλλοίωτος σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ ὅρος καὶ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός. Αὐτὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν ἰδίαν τὴν εἰκόνα Του, ἐνδύεται μὲ σάρκα πρὸς χάριν τῆς σαρκὸς καὶ μὲ ψυχὴν πνευματικὴν πρὸς χάριν τῆς ψυχῆς μου, καθαρίζων ἔτσι τὸ ὅμοιον μὲ τὸ ὅμοιόν Του.

Καὶ γίνεται κατὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, τέλειος ἄνθρωπος(Ἑβρ. 4, 15). Γεννηθεῖς μὲν ἀπὸ τὴν Παρθένον, τῆς ὁποίας καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα εἶχε καθαρισθῆ προηγουμένως ἀπὸ τὸ Πνεῦμα (διότι ἔπρεπε μὲν καὶ νὰ τιμηθῆ ἡ γέννησις, ἀλλὰ καὶ νὰ προτιμηθῆ ἡ παρθενία), παραμείνας δὲ Θεὸς μετὰ τὴν πρόσληψιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Γενόμενος ἐν ἀπὸ τὰ δύο ἀντίθετα, ἀπὸ τὴν σάρκα δηλαδὴ καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ μὲν ἕνα ἔκαμε τὸ ἄλλο Θεόν, ἐνῶ τὸ ἄλλο ἔγινε Θεός. Ὢ πόσον ἀξιοθαύμαστος εἶναι ἡ νέα ἕνωσις! Ὢ πόσον παράδοξος εἶναι ἡ σύνθεσις! Ὁ ὑπάρχων δημιουργεῖται, ὁ ἀδημιούργητος πλάθεται, καὶ ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται διὰ μέσου της νοερᾶς ψυχῆς, ἡ ὁποία μεσιτεύει εἰς τὴν Θεότητα καὶ διὰ μέσου της ὑλικῆς φύσεως τῆς σαρκός.

Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τὸν πλοῦτον, γίνεται πτωχός.διότι γίνεται πτωχὸς κατὰ τὸ ὅτι παίρνει τὴν σάρκα μου διὰ νὰ γίνω ἐγὼ πλούσιος μὲ τὴν θεότητά Του. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμάτος ἀδειάζει.διότι ἀδειάζει ἀπὸ τὴν δόξαν Τοῦ δὶ ὀλίγον καιρόν, διὰ νὰ γευθῶ ἐγὼ τὴν πληρότητά Του. Ποῖος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Ποῖον εἶναι τὸ μυστήριον τὸ ὁποῖον μὲ περιβάλλει;

Ἔλαβα τὴν θείαν εἰκόνα καὶ δὲν τὴν ἐφύλαξα. Παίρνει τὴν σάρκα μου, καὶ διὰ νὰ διατηρήση τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ κάμη ἀθάνατον τὴν σάρκα. Ἔρχεται εἰς δευτέραν συνάφειαν πολὺ πιὸ παράδοξον ἀπὸ τὴν πρώτην, καθόσον, τότε μὲν ἔδωσε τὸ καλύτερον, τώρα δὲ παίρνει τὸ χειρότερον. Αὐτὸ εἶναι ἀκόμη πιὸ ταιριαστὸν εἰς τὸν Θεόν, αὐτὸ εἶναι, δὶ ὅσους διαθέτουν κρίσιν, ἀκόμη πιὸ ὑψηλόν.

***             ***           ***

  1. «Ἀλλὰ τί μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά;», θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἴπη κάποιος ἀπὸ τοὺς πολὺ φιλεόρτους καὶ ἐνθουσιώδεις πιστούς. «Σπηρούνισε τὸ πουλάρι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα». «Μίλησέ μας διὰ τὴν ἑορτὴν καὶ δὶ ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν συγκεντρωθῆ σήμερα».

Αὐτὸ λοιπὸν καὶ θὰ κάμω, ἔστω καὶ ἂν ἄρχισα κάπως ἀπὸ ὑψηλότερα πράγματα, ἐπειδὴ μὲ παρακινοῦσε ὁ πόθος καὶ μὲ παρέσυρεν ἡ ρύμη τοῦ λόγου. Δὲν θὰ ἦτο δὲ ἴσως ἄσχημον διὰ τοὺς φιλομαθεῖς καὶ φιλοκάλους νὰ ἐξετάσωμεν δὶ ὀλίγων τα σχετικὰ μὲ τὴν ἰδίαν τὴν ὀνομασίαν τοῦ Πάσχα. Κάτι τέτοιο δὲν θὰ ἀποτελοῦσε ἄσχημον ἐμπειρίαν διὰ τὴν ἀκοήν μας. Τὸ Πάσχα αὐτό, τὸ μέγα καὶ ἀξιοσέβαστον, ἀποκαλεῖται ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους Φάσκα σύμφωνα μὲ τὴν γλώσσαν των.

Ἡ ὀνομασία δὲ αὐτὴ σημαίνει τὸ πέρασμα, ἱστορικῶς μὲ τὴν φυγὴν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν μετανάστευσιν εἰς τὴν γῆν Χαναᾶν, πνευματικῶς δὲ τὴν ἀνάβασιν καὶ τὴν πρόοδον ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἴδει νὰ συμβαίνη εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς Γραφῆς, τὸ νὰ μεταπλάθωνται δηλαδὴ ὠρισμένα ὀνόματα ἀπὸ μίαν κάπως ἀσαφῆ ἔννοιαν εἰς κάποιαν σαφεστέραν, ἡ ἀπὸ μίαν κάπως τραχείαν εἰς κάποιαν πιὸ εὐπρεπῆ, τὸ βλέπομεν νὰ συμβαίνη καὶ ἐδῶ.

Διότι, ἐπειδὴ ὠρισμένοι ἐνόμισαν ὅτι τὸ «φάσκα» ἀποτελοῦσε τὴν ὀνομασίαν τοῦ σωτηρίου πάθους, ἀφοῦ ἐξελλήνισαν ἐν συνεχεία τὴν ὀνομασίαν, συμφώνως πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ φῖ εἰς πῖ καὶ τοῦ κάππα εἰς χῖ, ἀπεκάλεσαν τὴν ἡμέραν Πάσχα. Ἀφοῦ δὲ παρέλαβεν ἡ συνήθεια τὴν ὀνομασίαν, τὴν ἰσχυροποίησεν ἀκόμη περισσότερον, ἐπειδὴ ἡ ἀκοὴ τῶν πολλῶν ἀποδέχεται μὲ περισσοτέραν εὐχαρίστησιν τὴν ὀνομασίαν αὐτὴν ὡς πιὸ εὐσεβῆ.

***             ***           ***

  1. Ο θεῖος μὲν λοιπὸν Ἀπόστολος ἀπεφάνθη πρὶν ἀπὸ ἠμᾶς ὅτι ὁλόκληρος ὁ νόμος εἶναι σκιὰ τῶν μελλόντων(Κόλ. 2, 17) καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτὰ ἀπὸ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιαν. Ἐπίσης καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον εἶχεν ἐμφανισθῆ εἰς τὸν Μωϋσῆ ὅταν ἔδιδε τὸν νόμον γύρω ἂπ αὐτὰ τὰ πράγματα.

Διότι λέγει: «Φρόντισε νὰ κάνης τὰ πάντα συμφώνως πρὸς τὸν τύπον ὁ ὁποῖος σου ὑπεδείχθη εἰς τὸ ὅρος», ἐμφανίζων ἔτσι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔβλεπεν ὁ Μωϋσῆς ὡσὰν σκιαγράφησιν, τρόπον τινά, καὶ προτύπωσιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν ἐφαίνοντο. Καὶ πιστεύω ὅτι τίποτε δὲν ἔχει διαταχθῆ εἰς τὴν τύχην, οὔτε χωρὶς λογικὴν αἰτίαν, οὔτε κατὰ τρόπον ταπεινόν, οὔτε κατὰ τρόπον ἀνάξιον πρὸς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Μωϋσέως, ἔστω καὶ ἂν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῆ τὸ πνευματικὸν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς κάθε μίαν ἀπὸ τὰς σκιᾶς ὅταν τὰς ἐξετάσωμεν λεπτομερῶς, δηλαδὴ τὰ ὅσα ἔχουν νομοθετηθῆ σχετικὰ μὲ τὴν ἰδίαν τὴν σκηνήν, τὰς διαστάσεις της, τὰ ὑλικὰ κατασκευῆς της, τοὺς Λευίτας καὶ λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι τὰ βαστάζουν, καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὰς θυσίας, μὲ τοὺς καθαρισμοὺς καὶ μὲ τὰς προσφορᾶς.

Γίνονται δὲ αὐτὰ κατανοητὰ μόνον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁμοιάζουν ὡς πρὸς τὴν ἀρετὴν εἰς τὸν Μωϋσῆ, ἡ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν παραπλησίαν πρὸς αὐτὸν μόρφωσιν. Ἐπειδὴ καὶ εἰς τὸ ἴδιο το ὅρος ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἂφ ἑνὸς μὲν καταβαίνων ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν ὑψηλήν του θέσιν, ἂφ ἑτέρου δὲ ἀνυψώνων ἠμᾶς ἀπὸ τὴν γηίνην ταπείνωσιν, διὰ νὰ εἰσέλθη κάπως καὶ ὅσον εἶναι ἀσφαλὲς Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιορισθῆ εἰς τὴν θνητὴν ἀνθρωπίνην φύσιν.

Διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν κὰτ ἄλλον τρόπον νὰ κατανοήση τὸν Θεὸν τὸ ὑλικὸν σῶμα καὶ ὁ δέσμιος εἰς τὴν ὕλην νοῦς, ἐὰν δὲν βοηθηθῆ. Τότε λοιπὸν δὲν φαίνεται ὅτι ὅλοι ἔχουν ἀξιωθῆ νὰ εὐρίσκωνται εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν καὶ στάσιν, ἀλλὰ ἄλλος μὲν εἶναι ἄξιος διὰ τὴν μίαν ἄλλος δὲ διὰ τὴν ἄλλην, ἀναλόγως, ὅπως νομίζω, πρὸς τὴν καθαρότητά του ὁ καθένας. Ἄλλοι δέ, ὅσοι εἶναι ὅμοιοι μὲ τὰ θηρία ὡς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν καὶ ἀνάξιοι διὰ τὰ θεία μυστήρια, ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ὁλότελα καὶ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπιτρέπεται εἶναι νὰ ἀκούουν τὴν φωνὴν τοῦ Θεοῦ.

***             ***           ***

  1. Ημείς ὅμως, ἀκολουθοῦντες τὴν μέσην ὁδὸν μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὁλότελα ὑλικὴν διάνοιαν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ θεωρητικοὶ καὶ προηγμένοι εἰς τὰ πνευματικά, διὰ νὰ μὴν μένωμεν οὔτε ἐντελῶς ἄπρακτοι καὶ ἀκίνητοι, διὰ νὰ μὴν γίνωμεν ἀνάξιοι καὶ ξένοι δὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς προσφέρονται (διότι τὸ μὲν πρώτον εἶναι κατὰ κάποιον τρόπον Ἰουδαϊκὸν καὶ ἀνάξιον, τὸ δὲ ἄλλο ἴδιον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μαντεύουν ἀπὸ τὰ ὄνειρα, καὶ τὰ δύο δὲ ἐξ ἴσου κατακριτέα), ἔτσι ἃς ὁμιλήσωμεν διὰ τὰ πράγματα αὐτά, κατὰ τρόπον δηλαδὴ προσιτὸν πρὸς ἠμᾶς καὶ ὄχι πολὺ παράδοξον καὶ καταγέλαστον εἰς τοὺς πολλούς.

Διότι νομίζομεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐπέσαμεν ἂπ ἀρχῆς ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας καὶ παρεσύρθημεν ἀπὸ τὴν ἡδονὴν καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ νὰ γίνωμεν εἰδωλολάτραι καὶ νὰ κάνωμεν αἰσχρᾶς θυσίας, ἔπρεπε νὰ συνέλθωμεν πάλιν καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν πρώτην κατάστασιν διὰ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἠμῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνείχετο νὰ ζημιωθῆ τόσον τὸ ἔργον τῆς χειρός Του, ὁ ἄνθρωπος.

Πῶς λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναπλασθῶμεν καὶ τί νὰ γίνωμεν; Πρέπει μὲν νὰ ἀποδοκιμασθῆ ἡ αὐστηρὰ θεραπεία, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ οὔτε νὰ πείση οὔτε νὰ κτυπήση τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἔχει γίνει δευτέρα φύσις ἀπὸ τὴν συνήθειαν, νὰ χρησιμοποιηθῆ δὲ ἡ ἐπιεικὴς καὶ φιλάνθρωπος μέθοδος τῆς θεραπείας, διὰ νὰ ἐπιτευχθῆ ἡ διόρθωσις.

Διότι οὔτε βλαστὸς ὁ ὁποῖος ἔχει κυρτώσει δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντέξη τὴν ἀπότομον εὐθυγράμμισιν καὶ τὴν βίαν τῆς χειρὸς ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ τὸν εὐθυγραμμίση (εὐκολώτερα μὲν λοιπὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ σπάση παρὰ νὰ διορθωθῆ), οὔτε καὶ εὐέξαπτον καὶ ἡλικιωμένον ἄλογον, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀνεχθῆ τὴν ἐξουσίαν τοῦ χαλινοῦ, χωρὶς κάποιο καλόπιασμα καὶ χαϊδευτικὸν κάλεσμα.

Διὰ τοῦτο μᾶς ἔχει δοθῆ ὡς βοηθὸς ὁ νόμος, σὰν ἕνα περιτείχισμα μεταξύ του Θεοῦ καὶ τῶν εἰδώλων, ἂφ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρη εἰς τὸν Θεόν. Καὶ συγχωρεῖ ὠρισμένα πράγματα εἰς τὴν ἀρχήν, διὰ νὰ ἐπιτύχη τὸ πιὸ σπουδαῖον. Συγχωρεῖ κὰτ ἀρχὴν τὰς θυσίας, διὰ νὰ ἐγκαταστήση μέσα μας τὸν Θεόν. Ἔπειτα ὅμως, ὅταν φθάση ὁ κατάλληλος καιρός, θὰ καταργήση καὶ τὰς θυσίας, θὰ μᾶς ἀλλάξη κατὰ τρόπον σοφὸν μὲ τμηματικᾶς μεταβολᾶς καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ἀφοῦ θὰ εἴμεθα ἤδη προετοιμασμένοι νὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν πειθήνια.

***             ***           ***

  1. Έτσι μὲν λοιπὸν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν μας ἐδόθη ὁ γραπτὸς νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν Χριστόν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῶν θυσιῶν, ὅπως πιστεύω ἐγώ. Διὰ νὰ μὴν ἀγνοῆς δὲ τὸ βάθος τῆς σοφίας καὶ τὸν πλοῦτον τῶν ἀνεξιχνίαστων κριμάτων τοῦ Θεοῦ, δὲν ἄφησεν οὔτε αὐτᾶς τὰς θυσίας τελείως ἀνιέρους καὶ ἀτελεσφόρους οὔτε νὰ ἔχουν μόνον τὴν σημασίαν τοῦ ἁπλοῦ αἵματος, ἀλλὰ εἰς τὰς νομικᾶς θυσίας ἔχει ἀναμιχθη τὸ ἀθυσίαστον, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν πρώτην φύσιν του, σφάγιον , διὰ νὰ τὸ εἴπω ἔτσι, τὸ ὁποῖον δὲν καθαρίζει μόνον μικρὸν μέρος τῆς οἰκουμένης οὔτε δὶ ὀλίγον μόνον χρόνον, ἀλλὰ καθαρίζει ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ μάλιστα εἰς τοὺς αἰώνας.

Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν λαμβάνεται ὡς σφάγιον ἂφ ἑνὸς μὲν πρόβατον(Ἐξ. 12, 3 ἐ.), λόγω τῆς ἀθωότητός του καὶ τοῦ ὅτι ἀποτελοῦσε τὸ ἔνδυμα τῆς ἀρχαίας γυμνότητος (διότι τέτοιο ἦτο τὸ σφάγιον τὸ ὁποῖον ἐθυσιάσθη πρὸς χάριν μας, τὸ ὁποῖον καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεται ἔνδυμα ἀφθαρσίας), ἂφ ἑτέρου δὲ ἀρτιμελές, ὄχι μόνον λόγω τῆς Θεότητος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει τίποτε τελειότερον, ἀλλὰ καὶ λόγω τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία προσελήφθη καὶ ἐχρίσθη ἀπὸ τὴν Θεότητα καὶ ἡ ὁποία ἔγινεν ὁμοία μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὴν εἶχε χρίσει, καὶ τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, ὁμοία μὲ τὸν Θεόν.

Λαμβάνεται δὲ πρόβατον ἄρρεν ἐπειδὴ προσφέρεται ὑπὲρ τοῦ Ἀδάμ, ἡ καλύτερα, ἐπειδὴ τὸ πιὸ σταθερὸν προσφέρεται ὑπὲρ τοῦ σταθεροῦ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ὑπέκυψε πρῶτος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ἡ τέλος, ἐπειδὴ δὲν φέρει ἐπάνω του κανένα θηλυκὸν καὶ ἀδύνατον χαρακτηριστικὸν καὶ ἐπειδὴ ἀπεσπάσθη βιαίως ἀπὸ τοὺς παρθενικοὺς καὶ μητρικοὺς δεσμοὺς καὶ ἐγεννήθη ἄρρεν ἀπὸ τὴν προφήτιδα, ὅπως ὑπόσχεται ὁ Ἠσαίας(Ἡσ. 8, 3).

Ἑνὸς ἔτους δὲ ὡσὰν ἥλιον δικαιοσύνης ἡ προερχόμενον ἂπ αὐτὸν ἡ περιοριζόμενον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαίνεται καὶ ἐπανερχόμενον εἰς τὸν ἐαυτόν του, τὸ ὁποῖον εὐλογεῖται ὡς στέφανος ἀγαθότητος(Ψάλμ. 64, 12) καὶ εἶναι ἀπὸ ὄλας τὰς πλευρᾶς ἴσον καὶ ὅμοιον πρὸς τὸν ἐαυτόν του, ὄχι μόνον δὲ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ δίδει ζωὴν εἰς τὸν κύκλον τῶν ἀρετῶν, αἳ ὁποῖαι ἀναμιγνύονται καὶ ἀλληλοσυμπληρώνονται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τῆς φιλίας καὶ τῆς ἁρμονίας.

Καθαρὸν δὲ καὶ γνήσιον, ἐπειδὴ θεραπεύει ἀπὸ τὰς κατηγορίας καὶ ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα καὶ τοὺς μολυσμοὺς τῆς κακίας. Διότι ἂν καὶ ἐσήκωσε τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἐβάστασε τὰς ἀσθενείας μας (Ἡσ. 53, 4), ὁ Ἴδιος δὲν ἔπαθε τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην θεραπείας. Διότι ἐδοκιμάσθη κὰθ ὅλα ὅπως καὶ ἠμεῖς, ἀλλὰ παρέμεινεν ἀναμάρτητος(Ἑβρ. 4, 15), ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατεδίωξε τὸ φῶς τὸ ὁποῖον φωτίζει εἰς τὸ σκότος(Ἰω. 1, 5), δὲν κατώρθωσε νὰ τὸν νικήση.

***             ***           ***

  1. Τι ἀκόμη; Εἰσάγεται μὲν ὁ πρῶτος μήνας, η, καλύτερα, ἡ ἀρχὴ τῶν μηνῶν(Ἐξ. 12, 2), εἴτε ἐπειδὴ ἦταν τέτοιος ἀπὸ τὴν ἀρχὴν διὰ τοὺς Ἰουδαίους εἴτε ἐπειδὴ ἔγινε κατόπιν διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὸ μυστήριόν το νὰ εἶναι πρῶτος. Ἀκόμη δὲ ἡ δεκάτη τοῦ μηνός, ἐπειδὴ τὸ δέκα εἶναι ὁ πιὸ πλήρης ἂπ ὅλους τους ἀριθμούς, ἡ πρώτη τελεία μονὰς ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ μονάδας καὶ ἡ ὁποία δημιουργεῖ τελειότητα.

Διατηρεῖται δὲ εἰς τὴν πέμπτην ἡμέραν, ἴσως ἐπειδὴ τὸ θύμα διὰ τὸ ὁποῖον ὁμιλῶ καθαρίζει τὰς αἰσθήσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας προῆλθε τὸ παράπτωμα καὶ γύρω ἀπὸ τὰς ὁποίας διεξάγεται ὁ πόλεμος, ἐπειδὴ αὑταὶ δέχονται τὸ κεντρὶ τῆς ἁμαρτίας. Ἐκλέγεται δὲ ὄχι μόνον ἀπὸ τὰ ἀρνία(Ἐξ. 12, 5) ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ χειρότερον εἶδος καὶ ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν χείρα τῶν ἐριφίων(Ματθ. 25, 33), ἐπειδὴ δὲν θυσιάζεται μόνον διὰ τοὺς δικαίους ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἁμαρτωλούς.

Μάλιστα δὲ πρὸ παντὸς δὶ αὐτούς, καθόσον ἠμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλυτέρας φιλανθρωπίας. Δὲν εἶναι δὲ παράδοξον ἐὰν τὸ πρόβατον ἀναζητῆται μὲν κὰτ ἀρχὴν εἰς κάθε οἰκίαν καὶ ἐὰν δὲν εὑρεθῆ τότε ἀνευρίσκεται κατόπιν ἐράνου, λόγω τῆς πτωχείας ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, ἀπὸ τοὺς οἴκους τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν, ἐπειδὴ τὸ καλύτερον μὲν εἶναι νὰ ἔχη τὴν ἱκανότητα ὁ καθένας νὰ τελειωθῆ προσωπικὰ καὶ νὰ προσφέρη ζωντανὴν καὶ ἁγίαν θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν ὁ ὁποῖος τὸν καλεῖ, καθαγιαζόμενος πάντοτε καὶ μὲ κάθε μέσον.

Ἂν δὲ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, τότε ἃς χρησιμοποιήσωμεν καὶ συνεργοὺς εἰς αὐτὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι συγγενεῖς μὲ ἠμᾶς ὡς πρὸς τὴν ἀρετὴν καὶ ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου ἤθους. Διότι αὐτὸ νομίζω ὅτι θέλει νὰ δείξη τὸ παράδειγμα, τὸ νὰ ἐρχόμεθα εἰς ἐπαφὴν μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πολὺ κοντὰ εἰς τὸ σφάγιον, ἐὰν αὐτὸ ἤθελε χρειασθῆ.

***             ***           ***

  1. Απ ἐδῶ προέρχεται ἡ «ἱερὰ νύξ», ἡ ἀντίθετός της νυκτὸς ἡ ὁποία εἶναι διασκορπισμένη εἰς τὸν παρόντα βίον, κατὰ τὴν ὁποίαν διαλύεται τὸ πρωτόγονον σκότος καὶ τὰ πάντα ἔρχονται εἰς τὸ φῶς, τακτοποιοῦνται καὶ ἀποκτοῦν μορφὴν καὶ ἔτσι ἀποκτᾶ ὡραιότητα ἡ προηγουμένη ἀσχήμια. Ἀπὸ ἐδῶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, τὴν σκυθρωπὴν ἁμαρτίαν ἡ ὁποία μᾶς καταδιώκει, ἀπὸ τὸν Φαραὼ τὸν ἀόρατον τύραννον καὶ ἀπὸ τοὺς σκληροὺς ἐργοδότας, καὶ μεταφερόμεθα εἰς τὸν οὐράνιον κόσμον.

Καὶ ἀπελευθερωνόμεθα ἀπὸ τὸν πηλὸν καὶ τὴν κατασκευὴν πλίνθων, ἀπὸ τὴν ἀχυρένια καὶ εὔθραυστον κατασκευὴν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία εἰς τοὺς πολλοὺς δὲν ἔχει οὔτε καν τὴν ἀντοχὴν ἀχυρένιων λογισμῶν. Ἀπὸ ἐδῶ θυσιάζεται ὁ ἀμνὸς καὶ σφραγίζονται μὲ τὸ τίμιον αἷμα ἡ πράξις καὶ ὁ λόγος, δηλαδὴ ἡ συνήθεια καὶ ἡ ἐνέργεια, αἳ ὁποῖαι στέκονται εἰς τὰς θύρας μᾶς – λέγω δὲ θύρας τὰ κινήματα καὶ τὰ δόγματα τοῦ νοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνοίγουν καὶ κλείονται καλῶς ἀπὸ τὴν θεωρίαν – ἐπειδὴ κατὰ κάποιον τρόπον ἡ θεωρία ἀποτελεῖ τὸ μέτρον τῆς πνευματικῆς ἱκανότητάς μας.

Ἀπὸ ἐδῶ δίδεται ἡ τελευταία καὶ πιὸ βαρεία πληγὴ εἰς τοὺς διώκτας καὶ ἡ ὁποία ἀξίζει πραγματικὰ εἰς τοὺς διώκτας, καὶ ἡ Αἴγυπτος θρηνεῖ τὰ πρωτότοκά των λογισμῶν καὶ τῶν πράξεών της (τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται καὶ ἐξυψώνεται ὡς σπέρμα Χαλδαϊκὸν ἀπὸ τὴν Γραφὴν (Ἰουδὶθ 5, 6) καὶ νήπια της Βαβυλῶνος τὰ ὁποῖα ρίπτονται μὲ δύναμιν ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν καὶ διαλύονται (Ψάλμ. 136, 8-9), καὶ τὰ πάντα εἶναι γεμάτα ἀπὸ τὴν βοὴν καὶ τὴν κραυγὴν τῶν Αἰγυπτίων, ἐνῶ ἀπὸ ἠμᾶς θὰ ἀπομακρυνθῆ ἐξ αἰτίας τῆς θυσίας τοῦ ἀρνίου ὁ ἐξολοθρευτὴς ἄγγελος, ἀπὸ σεβασμὸν καὶ φόβον διὰ τὸ χρίσιμον τῆς θύρας.

Ἀπὸ ἐδῶ προέρχεται καὶ τὸ ἑπταήμερον φούσκωμα τῆς ζύμης (Ἐξ. 12, 19) (διότι τὸ ἑπτὰ εἶναι ὁ πιὸ μυστικὸς ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς, ὁ ὁποῖος ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν κόσμον αὐτόν), τῆς παλαιᾶς καὶ ξυνῆς κακίας (διότι δὲν προέρχεται ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸ ψωμὶ καὶ ζωογονεῖ), διὰ νὰ μὴν διατρεφώμεθα μὲ τὸ Αἰγυπτιακὸν προζύμι καὶ τὸ λείψανον τῆς φαρισαϊκῆς διδασκαλίας (Ματθ. 16, 6).

***             ***           ***

  1. Και αὐτοὶ μὲν ἃς θρηνοῦν, ἀπὸ ἠμᾶς δὲ θὰ φαγωθῆ τὸ ἀρνί. Θὰ φαγωθῆ δὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν (Ἐξ. 12, 18), ἐπειδὴ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ ἔγινε διὰ τὸ τέλος τῶν αἰώνων, καὶ ἐπειδὴ παρέδωσε τὸ Μυστήριον εἰς τοὺς μαθητᾶς Τοῦ κατὰ τὴν ἑσπέραν, διαλύων τὴν σκοτοδίνην τῆς ἁμαρτίας.

Δὲν μαγειρεύεται δὲ ἀλλὰ προσφέρεται ψητόν, διὰ νὰ μὴν ἔχη ὁ λόγος μᾶς τίποτε τὸ ρευστὸν καὶ εὐκολοδιάλυτον, ἀλλὰ νὰ εἶναι καλοστημένος καὶ σταθερὸς καὶ δοκιμασμένος ἀπὸ τὸ πῦρ τὸ ὁποῖον καθαρίζει, καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε τί τὸ γήϊνον καὶ ἀπέριττος, καὶ νὰ βοηθούμεθα ἀπὸ τὰ καλὰ κάρβουνα, τὰ ὁποῖα ἀνάπτονται ἀπὸ Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ βάλη φωτιὰν εἰς τὴν γῆν (Λουκᾶ 12, 49), τὴν φωτιὰν ἐκείνην ἡ ὁποία κατακαίει τὰς πονηρᾶς συνηθείας καὶ ἡ ὁποία ἐπιταχύνει τὸ ἄναμμα. Ὅσον μὲν λοιπὸν μέρος τοῦ λόγου εἶναι σαρκῶδες καὶ φαγώσιμον, θὰ φαγωθῆ καὶ θὰ καταναλωθῆ (Ἐξ. 12, 8 ἐ.) μαζὶ μὲ τὰ ἐντόσθια καὶ τὰ κρυφὰ μέρη τοῦ νοῦ καὶ θὰ παραδοθῆ εἰς πνευματικὴν χώνευσιν μέχρι τὸ κεφάλι καὶ μέχρι τὰ πόδια, μέχρι δηλαδὴ τὰς πρώτας ἐνατενίσεις τῆς θεότητος καὶ τὰς τελευταίας σκέψεις περὶ τῆς σαρκώσεως.

Δὲν θὰ βγάλωμεν δὲ τίποτε ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκίαν, οὔτε καὶ θὰ κρατήσωμεν τίποτε διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν (Ἐξ. 12, 10), ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ Μυστήριά μας δὲν πρέπει νὰ παρουσιάζωνται εἰς τοὺς ἐκτός της πίστεως, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κάθαρσις ἡ ὁποία νὰ ξεπερνᾶ αὐτὴν τὴν νύκτα καὶ ἐπειδὴ δὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει κοινωνοὶ τοῦ Λόγου δὲν εἶναι πράγμα ἀξιέπαινον ἡ ἀναβολή.

Διότι, ὅπως εἶναι καλὸν καὶ ἀγαπητὸν εἰς τὸν Θεόν, νὰ μὴ διατηρῆται ἡ ὀργὴ μέχρι νὰ τελειώση ἡ ἡμέρα, ἀλλὰ νὰ ἐξαφανίζεται πρὶν ἀπὸ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου (Ἔφ. 4, 26), ὅπως καὶ νὰ τὸ ἐκλάβης αὐτό, εἴτε ἀπὸ χρονικὴν εἴτε καὶ ἀπὸ πνευματικὴν ἄποψιν (διότι δὲν εἶναι δὶ ἠμᾶς ἀσφαλές το νὰ δύη ἡ ἥλιος ἐνῶ διατηροῦμεν ἀκόμη τὴν ὀργήν μας), ἔτσι δὲν πρέπει καὶ τὸ φαγητὸν αὐτὸ νὰ διατηρῆται κὰθ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νυκτός, οὔτε νὰ φυλάσσεται διὰ τὴν ἑπομένην.

Ὅσον δὲ μέρος ἔχει κόκκαλα καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φαγωθῆ οὔτε νὰ γίνη ἀπὸ ἠμᾶς κατανοητόν, δὲν πρέπει νὰ θραυσθῆ (Ἐξ. 12, 46), διαμοιραζόμενον καὶ κατανοούμενον κατὰ τρόπον ἐσφαλμένον (διότι θὰ παραλείψω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν, συμφώνως πρὸς τὴν ἱστορίαν, δὲν ἐθραύσθη τίποτε (Ἰω. 19, 36), ἂν καὶ οἱ σταυρωταὶ ἤθελαν νὰ ἐπισπεύσουν τὸν θάνατόν Του ἐξ αἰτίας τοῦ Σαββάτου), οὔτε νὰ ἀπορριφθῆ καὶ νὰ συρθῆ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ διὰ νὰ μὴν δοθοῦν τὰ ἅγια εἰς τοὺς σκύλους, εἰς τοὺς κακοὺς κατασπαρακτᾶς τοῦ Λόγου, ὅπως δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ δοθῆ εἰς τοὺς χοίρους ἡ λαμπρότης καὶ τὸ μαργαριτάρι τοῦ Λόγου (Ματθ. 7, 6), ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ καταναλωθῆ ἀπὸ τὴν φωτιὰν ἡ ὁποία κατακαίει καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα, νὰ ἐκλεπτυνθῆ καὶ νὰ διατηρηθῆ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐρευνᾶ καὶ γνωρίζει τὰ πάντα, καὶ νὰ μὴν χαθῆ μέσα εἰς τὰ ὕδατα, οὔτε νὰ διασπαρῆ, ὅπως συνέβη μὲ τὴν κεφαλὴν τοῦ μόσχου τὴν ὁποίαν ἐσχεδίασεν ὁ Μωϋσῆς διὰ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν διὰ νὰ κατακρίνη τὴν σκληρότητά του (Ἐξ. 32, 19 ἐ.).

***             ***           ***

  1. Αξίζει δὲ νὰ μὴν παραβλέψωμεν οὔτε τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτρώγετο τὸ ἀρνί, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν τὸ ἔκαμεν οὔτε ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νὰ κρύβη τὴν θεωρίαν (τὸ πνεῦμα) μὲ τὸ γράμμα του. Διότι θὰ καταναλώσωμεν τὸ σφάγιον μὲ ζῆλον καὶ θὰ φάγωμεν ἄζυμα μαζὶ μὲ πικρὰ χόρτα καὶ θὰ σφίξωμεν μὲ ζώνην τὴν μέσην μας καὶ θὰ δέσωμεν τὰ ὑποδήματά μας καὶ θὰ κρατήσωμεν μπαστούνι (Ἐξ. 12, 8 ἐ) ὅπως οἱ γέροντες.

Θὰ τὰ κάμωμεν δὲ αὐτὰ μὲ ζῆλον διὰ νὰ μὴν πάθωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπαθεν ὁ Λώτ, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθῆ τὴν ἀπαγορευτικὴν ἐντολήν. Ἃς μὴν κυττάξωμεν γύρω καὶ ἃς μὴν σταματήσωμεν εἰς ὅλα τα περίχωρα. Ἃς φθάσωμεν εἰς τὸ ὅρος, διὰ νὰ μὴν καταστραφῶμεν ἀπὸ τὸ παράδοξον πῦρ τὸ ὁποῖον κατέφαγε τὰ Σόδομα καὶ διὰ νὰ μὴν γίνωμεν στήλη ἅλατος (Γέν. 19, 12 ἐ.) ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴν εἰς τὰ χειρότερα πράγματα, πράγμα τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἡ ἀργοπορία. Ἃς τὸ φάγωμεν δὲ μὲ πικρὰ χόρτα (Ἐξ. 12, 8), ἐπειδὴ ἡ σύμφωνος μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ζωὴ εἶναι δύσκολη καὶ ἀνηφορική, πρὸ παντὸς δὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχήν, καὶ ἀπέχει πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν ἡδονήν.

Διότι, ἂν καὶ εἶναι καλὸς ὁ νέος ζυγὸς καὶ τὸ φορτίον ἐλαφρὸν (Ματθ. 11, 30), ὅπως ἀκούεις, τοῦτο συμβαίνει λόγω τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀνταμοιβῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ πιὸ πλουσιοπάροχη ἀπὸ τὴν κακοπάθησιν εἰς τὴν γῆν, ἐπειδή, ἀλλοιῶς, ποῖος δὲν θὰ ἔλεγε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον εἶναι πολὺ πιὸ κοπιαστικὸν καὶ δύσκολον;

Διότι, ἐνῶ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν διάπραξιν τῶν ἁμαρτημάτων, ἐμεῖς κατηγορούμεθα καὶ διὰ τὰ αἴτια τῶν ἁμαρτημάτων, ὡσὰν νὰ τὰ εἴχαμεν σχεδὸν διαπράξει. Ὁ νόμος λέγει: «Μὴ μοιχεύσης» (Ἐξ. 20, 13), ἐνῶ σὺ παίρνεις τὴν ἐντολὴν νὰ μὴν ἀποκτήσης οὔτε ἐπιθυμίαν (Ματθ. 5, 28), διὰ νὰ μὴν δώσης εὐκαιρίαν μὲ τὸ περίεργον καὶ πονηρὸν βλέμμα νὰ ἀνάψη τὸ πάθος. Ἐκεῖνος λέγει: «μὴ φονεύσεις» (Ἐξ. 20, 15), ἐνῶ σὺ παίρνεις τὴν ἐντολὴν ὄχι μόνον νὰ μὴν ἀνταποδώσης τὸ κτύπημα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήσης τὸν ἐαυτόν σου εἰς τὴν διάθεσιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος σὲ ἐκτύπησε (Ματθ. 5, 39). Πόσον πιὸ φιλοσοφημένα εἶναι αὐτὰ ἀπὸ ἐκεῖνα!

Ὁ νόμος λέγει: «μὴ παραβῆς τὸν ὅρκον σου» (Ἐξ. 20, 7), ἐνῶ σὺ παίρνεις τὴν ἐντολὴν νὰ μὴν ὁρκισθῆς καθόλου (Ματθ. 5, 34), οὔτε μικρὸν οὔτε μεγαλύτερον ὅρκον, ἐπειδὴ ὁ ὅρκος γεννᾶ τὴν ἐπιορκίαν. Ἐκεῖνος λέγει νὰ μὴν προσαρτίσης ἄλλην οἰκίαν εἰς τὴν οἰκίαν σου καὶ ἄλλον ἀγρὸν εἰς τὸν ἀγρόν σου (Ἡσ. 5, 8) καταπιέζων τὸν πτωχόν, ἐνῶ σὺ παίρνεις τὴν ἐντολὴν νὰ ἀποχωρισθῆς μὲ προθυμίαν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησες δικαίως καὶ νὰ γυμνωθῆς πρὸς χάριν τῶν πτωχῶν, διὰ νὰ σηκώνης μὲ εὐκολίαν τὸν σταυρὸν καὶ νὰ γίνης πλούσιος ἀπὸ ἀγαθά τα ὁποῖα δὲν φαίνονται (Ματθ. 19, 21).

***             ***           ***

  1. Η μέση δὲ εἰς τὰ ἄλογα μὲν ἃς μένη χαλαρὴ καὶ χωρὶς περιδεσιν (πρβλ. Ἐξ. 12, 11), ἐπειδὴ δὲν διαθέτουν τὴν λογικὴν ἡ ὁποία χαλιναγωγεῖ τὰς ἠδονᾶς (δὲν θὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι καὶ ἐκεῖνα γνωρίζουν περιορισμὸν τῆς φυσικῆς των ὁρμῆς), ἐνῶ σὺ πρέπει νὰ χαλιναγωγῆς μὲ ζώνην καὶ μὲ τὴν σύνεσιν τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὴν διάθεσιν διὰ χρεμέτισμα (Ἱερεμ. 5,8) (ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἡ ὁποία διασύρει μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὴν αἰσχρότητα τοῦ πάθους), διὰ νὰ τρώγης καθαρός το Πάσχα, ἀφοῦ νεκρώσης τὰ γήϊνα μέλη σου (Κόλ. 3,5) καὶ ἀφοῦ μιμηθῆς τὴν ζώνην τοῦ Ἰωάννου (Ματθ. 3, 4) τοῦ ἐρημίτου, τοῦ Προδρόμου καὶ μεγάλου Κήρυκος τῆς ἀληθείας.

Γνωρίζω καὶ ἄλλην ζώνην – ἐννοῶ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ἀνδρικὴν – ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὀνομάζονται ὠρισμένοι Σύροι εὔζωνοι ἡ μονοζωνοι (Δ’ Βασ. 5, 2), καὶ λόγω τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἰὼβ λέγει: «δέσε μὲ ζώνην ὡς ἄνδρας τὴν μέσην σου καὶ δός μου ἀπάντησιν ἀνδρικὴν» (Ἰὼβ 38, 3). Αὐτὴν ὑπερηφανεύεται καὶ ὁ θεῖος Δαυὶδ ὅτι ἔχει περιζωσθῆ ὡς δύναμιν ἐκ Θεοῦ (Ψάλμ. 17, 33) καὶ παρουσιάζει τὸν Θεὸν ὡς ἐνδεδυμένον καὶ περιζωσμένον μὲ δύναμιν (Ψάλμ. 92, 1), ὠπλισμένον δηλαδὴ κατὰ τῶν ἀσεβῶν, ἐκτὸς ἂν προτιμᾶ κάποιος τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία τὸν κυκλώνει καὶ σχηματίζει τρόπον τινὰ ζώνην, νὰ τὴν παρομοιάζη μὲ ἱμάτιον, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐνδύεται τὸ φῶς (Ψάλμ. 103, 2).

Διότι ποῖος θὰ ὑποστηρίξη ὅτι ἡ δύναμις καὶ τὸ φῶς Τοῦ εἶναι ἄσχετα μεταξύ των; Ἀναζητῶ κάτι κοινὸν μεταξύ της μέσης του σώματος καὶ τῆς ἀληθείας; Πῶς πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἅγιος Παῦλος: «σταθῆτε λοιπὸν μὲ θάρρος ἀφοῦ ζωσθῆτε εἰς τὴν μέσην σας τὴν ζώνην τῆς ἀληθείας» (Ἔφ. 6, 14); Μήπως τυχὸν ἐπειδὴ τὸ πνευματικὸν στοιχεῖον περισφίγγει τὸ ἐπιθυμητικὸν καὶ δὲν τὸ ἀφήνει νὰ παρασυρθῆ εἰς ἄλλα πράγματα; Διότι δὲν θέλει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀγαπᾶ κάτι, νὰ ἔχη τὴν ἰδίαν δύναμιν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας ἠδονᾶς.

***             ***           ***

  1. Τα ὑποδήματά του δέ, ἐκεῖνος μὲν ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐγγίση τὴν ἁγίαν καὶ θεοβάδιστον γῆν, ἃς τὰ λύη, ὅπως ἔκαμε καὶ ὁ Μωϋσῆς ἐκεῖνος ἐπάνω εἰς τὸ ὅρος (Ἐξ. 3, 5), διὰ νὰ μὴν φέρη ἐπάνω του τίποτε τὸ νεκρόν, οὔτε τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ παρεμβάλλεται μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ὅπως ἐπίσης καὶ ἂν ἀποστέλλεται κάποιος μαθητὴς διὰ νὰ κηρύξη τὸ Εὐαγγέλιον, στέλλεται κατὰ τρόπον ἀσκητικὸν καὶ ἁπλὸν (Λουκ. 10, 3 ἐ. ).

Ὀφείλει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ μὴν ἔχη ἐπάνω του νομίσματα, οὔτε ράβδον καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ διαθέτη μόνον ἕνα χιτώνα, νὰ κυκλοφορῆ ἀνυπόδητος, διὰ νὰ φανοῦν πόσον ὡραῖοι εἶναι οἱ πόδες ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν τὴν εἰρήνην (Ἡσ. 52, 7), καὶ κάθε ἄλλο ἀγαθόν. Ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἀπὸ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Αἴγυπτον, ἃς φορέση ὑποδήματα (Ἐξ. 12, 11), διὰ νὰ εἶναι ἀσφαλὴς ἀπὸ τὰ ἄλλα πράγματα καὶ ἐπιπροσθέτως ἀπὸ τοὺς σκορπιοὺς καὶ τὰ φίδια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει ἀφθονίαν ἡ Αἴγυπτος, διὰ νὰ μὴν βλάπτεται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κεντοῦν τὴν πτέρναν καὶ τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐντολὴν νὰ συντρίβωμεν μὲ τὰ πόδια μᾶς (Λουκᾶ 10, 19).

Διὰ τὸ μπαστούνι (Ἐξ. 12, 11) δὲ καὶ διὰ τὸν σχετικὸν μὲ αὐτὸ συμβολισμὸν ἡ ἄποψίς μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν τὸ θεωρῶ σὰν ὑποστήριγμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ὡς καθοδηγητικὸν καὶ διδασκαλικόν, τὸ ὁποῖον ἐπαναφέρει εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν τὰ λογικὰ πρόβατα. Ἀλλὰ διὰ σὲ τώρα παραγγέλλει ὁ νόμος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖται σὰν ὑποστήριγμα, διὰ νὰ μὴν γονατίση κάπου ὁ λογισμός σου ἀκούων δὶ αἷμα καὶ πάθος καὶ θάνατον Θεοῦ, καὶ διὰ νὰ μὴν περιπέσης τυχὸν εἰς ἀθείαν ἀπὸ τὴν πρόθεσίν σου νὰ ὑπερασπισθῆς τάχα τὸν Θεόν. Ἀλλὰ χωρὶς ἐντροπὴν καὶ χωρὶς ἐνδοιασμοὺς φάγε τὸ Σῶμα καὶ πίε τὸ Αἷμα, ἐὰν ἐπιθυμῆς νὰ ζήσης, χωρὶς νὰ ἀπιστῆς εἰς τοὺς λόγους τοὺς σχετικοὺς μὲ τὴν σάρκα, καὶ χωρὶς νὰ σὲ ἐνοχλοῦν οἱ λόγοι οἱ σχετικοὶ μὲ τὸ πάθος.

Νὰ στέκεσαι γερὰ στηριγμένος, σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος, χωρὶς νὰ ἠμπορῆ νὰ σὲ μετακινήση κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους, καὶ χωρὶς νὰ παρασύρεσαι ἀπὸ λόγους οἱ ὁποῖοι φαίνονται πειστικοί. Σταμάτησε εἰς τὸ ὕψος σου, στῆσε τὰ πόδια σου εἰς τὰς αὐλᾶς τῆς Ἱερουσαλὴμ (Ψάλμ. 121, 2) καὶ στηρίξου εἰς τὴν πέτραν, διὰ νὰ μὴν ἠμπορὴ νὰ κλονισθῆ ἡ πορεία σου πρὸς τὸν Θεόν.

***             ***           ***

  1. Τι λέγεις; Ἔτσι τυχαίως ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἐξέλθης ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἀπὸ τὸ σιδερένιο αὐτὸ καμίνι (Δεύτ. 4, 20), νὰ ἐγκαταλείψης τὴν πολυθείαν ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε ἐκεῖ, νὰ ὁδηγηθῆς ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ καὶ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν στρατηγικήν του καθοδήγησιν; Θὰ σοῦ παρουσιάσω μίαν ἑρμηνείαν ὄχι ἰδικήν μου, ἡ καλύτερα, πολὺ ἰδικήν μου, ἂν ἐξετάσης τὸ θέμα πνευματικῶς.

Δανείσου ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους σκεύη χρυσὰ καὶ ἀσημένια (Ἐξ. 11, 2), καὶ πάρε τὰ μαζί σου εἰς τὴν πορείαν. Πάρε ὡς ἐφόδια τὰ ξένα πράγματα, ἡ καλύτερα, τὰ ἰδικά σου, ἐπειδή σου ὀφείλεται μισθὸς διὰ τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν πλίνθων. Χρησιμοποίησε τέχνασμα διὰ νὰ ἱκανοποιήσης τὴν ἀπαίτησίν σου καὶ ἀφαίρεσέ τα, ὅπως εἶναι δίκαιον.

Ἔστω, ἔχεις ταλαιπωρηθῆ ἐδῶ, ἀγωνιζόμενος μὲ τὸν πηλόν, τὸ πονηρὸν αὐτὸ καὶ ἀκάθαρτον σῶμα, καὶ οἰκοδομῶν πόλεις ξένας καὶ ἐπισφαλεῖς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις θὰ ἐξαφανισθῆ μὲ κρότον. Τί λοιπόν; Φεύγεις ἀφοῦ ἐδούλεψες δωρεὰν καὶ χωρὶς νὰ πάρης μισθόν; Τί λοιπόν; θὰ ἀφήσης εἰς τοὺς Αἰγυπτίους καὶ εἰς τὰς ἀντιπάλους δυνάμεις ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν ἄδικα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ καταναλώσουν κατὰ τρόπον ἀκόμη χειρότερον;

Δὲν εἶναι ἰδικά των. Τὰ ἔκλεψαν καὶ τὰ ἅρπαξαν ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶπεν: «ἰδικόν μου εἶναι τὸ ἀσήμι καὶ ἰδικόν μου εἶναι τὸ χρυσάφι» (Ἄγγ. 2, 8) καὶ θὰ τὸ δώσω εἰς ὅποιον θέλω (Δᾶν. 4, 17). Χθὲς ἀνῆκεν εἰς ἐκείνους, ἐπειδὴ αὐτὸς τὸ εἶχεν ἐπιτρέψει. Σήμερα τὸ φέρει ὁ Κύριος καὶ τὸ δίνει εἴς σέ, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ χρησιμοποιήσης σωστὰ διὰ νὰ σωθῆς. Ἃς ἀποκτήσωμεν φίλους ἀπὸ τὰ ἄδικα πλούτη μας, διὰ νὰ μᾶς ἀνταποδώσουν τὰς εὐεργεσίας μᾶς ὅταν ἀποθάνωμεν, κατὰ τὴν μέλλουσαν κρίσιν (Λουκ. 16, 9).

***             ***           ***

  1. Εάν μὲν εἶσαι κάποιος ὅμοιος μὲ τὴν Ραχὴλ ἡ τὴν Λείαν, ψυχὴ δηλαδὴ ὁμοία μὲ ἐκείνας τῶν προπατόρων τῆς Πᾶλ. Διαθήκης καὶ μεγάλη, κλέψε καὶ τὰ εἴδωλα τὰ ὁποῖα θὰ εὕρης ἀπὸ τὸν πατέρα σου, ὄχι διὰ νὰ τὰ διαφυλάξης, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ καταστρέψης (Γέν. 31, 19). Ἐὰν δὲ εἶσαι σοφὸς Ἰσραηλίτης, μετάφερέ τα εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, διὰ νὰ στενοχωρηθῆ δὶ αὐτὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σὲ καταδιώκει καὶ νὰ σκεφθῆ καὶ νὰ κατανοήση ὅτι ἄδικα κατεδυνάστευε καὶ μετεχειρίζετο ὡς δούλους ἀνθρώπους καλυτέρους ἂπ αὐτόν.

Ἂν πράξης κὰτ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ φύγης ἔτσι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, γνωρίζω καλὰ ὅτι θὰ σὲ ὁδηγήση στήλη ἀπὸ φωτιὰν καὶ ἀπὸ σύννεφον κατὰ τὴν νύκτα καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν (Ἐξ. 13, 21 ἐ.), ἡ ἔρημος θὰ ἡμερώση, ἡ θάλασσα θὰ χωρισθῆ πρὸς χάριν σου, ὁ Φαραὼ θὰ πνιγὴ μέσα εἰς αὐτήν, ὁ ἄρτος θὰ πέση ὡς βροχὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὁ βράχος θὰ ἀναβλύση νερό, οἱ Ἀμαληκίται θὰ κατανικηθοῦν (ὄχι μὲ ὅπλα μόνον ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς ἐχθρικᾶς διὰ τοὺς ἀντιπάλους χείρας τῶν δικαίων, αἳ ὁποῖαι συμβολίζουν ταυτοχρόνως δέησιν καὶ τὸ ἀνίκητον τρόπαιον τοῦ Σταυροῦ), ὁ ποταμὸς θὰ ἀνακόψη τὸν ροῦν τοῦ (Ἰησ. Ναυὴ 3, 15), ὁ ἥλιος θὰ σταματήση, ἡ σελήνη θὰ ἀναχαιτισθῆ (Ἰησ. Ναυὴ 10, 12), τὰ τείχη θὰ κατακρημνισθοῦν χωρὶς τὴν χρῆσιν κανενὸς πολεμικοῦ μηχανήματος, πλήθη (ἀγγέλων) θὰ τρέξουν μπροστὰ διὰ νὰ ἀνοίξουν δρόμον εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ νὰ ἐμποδίσουν τοὺς ἀλλοφύλους, καὶ θὰ σοῦ δοθοῦν καὶ ὅλα τα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ Γραφὴ ὅτι συνέβησαν μαζὶ καὶ μετὰ ἂπ αὐτά, διὰ νὰ μὴν μακρύνω ἀκόμη περισσότερον τὸν λόγον. Τέτοιαν ἑορτὴν ἑορτάζεις σήμερα.

Μὲ τέτοια πράγματα σὲ φιλοδωρεῖ ἡ γέννησις Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη πρὸς χάριν σου καὶ ὁ ἐπιτάφιος Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐπαθεν. Τέτοιο εἶναι διὰ σὲ τὸ μυστήριον τοῦ Πάσχα. Αὐτὰ ἐσκιαγράφησεν ὁ νόμος καὶ τὰ ὠλοκλήρωσεν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος κατέλυσε τὸ γράμμα καὶ ὠλοκλήρωσε τὸ πνεῦμα, καὶ ὁ Ὁποῖος, ἐνῶ μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπαθεν ἐδίδαξε τὸ πάθος, μὲ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἐδοξάσθη μᾶς χαρίζει τὴν δυνατότητα νὰ δοξασθῶμεν μαζί Του.

***             ***           ***

  1. Ημπορούμεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πράγμα καὶ τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους μὲν παραβλέπεται, ἀλλὰ ἀπὸ ἐμὲ ἐξετάζεται ἐκτενέστατα. Διότι, εἰς ποῖον ἐδόθη τὸ αἷμα τὸ ὁποῖον ἐχύθη πρὸς χάριν μας καὶ διὰ ποῖον πράγμα ἐχύθη τὸ μεγάλο καὶ περιβόητον Αἷμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχιερέως καὶ θύματος ταυτοχρόνως; Διότι εὐρισκόμεθα μὲν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πονηροῦ εἰς τὸν ὁποῖον εἴχαμεν πωληθῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν μὲ ἀντιτιμον τὴν ἀπόλαυσιν τῆς κακίας.

Ἐὰν δὲ τὸ λύτρον δὲν ἀνήκει εἰς κανένα ἄλλον παρὰ εἰς τὸν κάτοχόν του δούλου, ἐρωτῶ νὰ μάθω εἰς ποῖον προσεφέρθη τοῦτο καὶ διὰ ποῖον λόγον. Ἐὰν μὲν προσεφέρθη εἰς τὸν πονηρόν, μακρυὰ ἀπὸ ἐμὲ τέτοια βλασφημία! (ἐὰν ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Θεὸν παίρνη ὡς λύτρον ὁ ληστής, καὶ παίρνη τόσον ὑψηλὸν μισθὸν διὰ τὴν δουλείαν τῶν ἀνθρώπων τὸ θέλημά του, γεγονὸς διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δίκαιον νὰ λυπηθῆ καὶ νὰ ἀφήση ἐλευθέρους καὶ ἠμᾶς).

Ἐὰν δὲ εἰς τὸν Πατέρα, κὰτ ἀρχὴν πῶς ἔγινεν αὐτό; Διότι δὲν ἐκρατούμεθα αἰχμάλωτοι ἀπὸ ἐκεῖνον. Κατὰ δεύτερον δὲ λόγον, διατὶ τάχα θὰ εὐχαριστοῦσε τὸ Αἷμα τοῦ Μονογενοῦς τὸν Πατέρα, ὁ Ὁποῖος δὲν ἐδέχθη οὔτε τὸν Ἰσαάκ, ὅταν τοῦ εἶχε προσφερθῆ ὡς θυσία ἀπὸ τὸν Πατέρα του, ἀλλὰ ἄλλαξε τὴν θυσίαν καὶ ἐτοποθέτησε κριάρι εἰς τὴν θέσιν τοῦ λογικοῦ θύματος (Γέν. 22, 13); Εἶναι ἑπομένως φανερὸν ὅτι τὸ λαμβάνει μὲν ὁ Πατήρ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρωθῆ τὸ σχέδιον τῆς σωτηρίας καὶ ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ ἁγιασθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ κατενίκησε μὲ τὴν βίαν τὸν τύραννον, καὶ διὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρη κοντά Του μὲ τὴν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε τὸ Αἷμα Τοῦ διὰ νὰ μᾶς σώση πρὸς τιμὴν τοῦ Πατρός, εἰς τὸν Ὁποῖον φαίνεται ὅτι παραχωρεῖ τὰ πάντα. Αὐτὰ μὲν λοιπὸν τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Χριστὸν καθὼς καὶ ὅλα τα ἄλλα ἃς τὰ τιμῶμεν μὲ σιωπήν.

Ὁ δὲ χάλκινος ὄφις κρεμᾶται μὲν ἐναντίον τῶν ὄφεων οἱ ὁποῖοι δαγκώνουν, ἀλλὰ σὰν ἀντίθετος εἰκὼν καὶ ὄχι σὰν εἰκὼν Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθε πρὸς χάριν μας, διότι ὁ ὄφις σώζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν βλέπουν, ὄχι ἐπειδὴ τυχὸν πιστεύουν ὅτι εἶναι ζωντανός, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι νεκρὸς καὶ νεκρώνει μαζί του τὰς δυνάμεις αἳ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ἀφοῦ ἔχει καταργηθῆ καὶ ὁ ἴδιος, ὅπως τοῦ ἄξιζε (πρβλ. Ἀριθμ. 21, 8-9).

Ποῖον λοιπὸν ἐπιτάφιον λόγον ἁρμόζει νὰ τοῦ ἀπαγγείλωμεν; «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Ὄσ. 13, 14, Κορ. 15, 55). Ἔχεις πληγωθῆ ἀπὸ τὸν Σταυρὸν καὶ ἔχεις θανατωθῆ ἀπὸ Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δίδει ζωήν. Εἶσαι χωρὶς πνοήν, νεκρός, ἀκίνητος, χωρὶς ἐνέργειαν, ἔστω καὶ ἂν διατηρῆς τὴν μορφὴν τοῦ ὄφεως, καθὼς ἔχεις τοποθετηθῆ ὑψηλὰ διὰ νὰ στιγματισθῆς.

***             ***           ***

  1. Θα γίνωμεν δὲ μέτοχοί του Πάσχα, τώρα μὲν τυπικὰ ἀκόμη καί, ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ παλαιόν, ἀκόμη πιὸ ἀνεπίσημα (διότι τὸ Πάσχα τοῦ νόμου, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, ἦτο ἀκόμη πιὸ ἀμυδρὸς τύπος τοῦ τύπου), ὕστερα δὲ ἀπὸ λίγο πολὺ τελειότερα καὶ καθαρώτερα, ὅταν θὰ τὸ πίνη μαζί μας νέον ὁ Λόγος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Πατρὸς (Ματθ. 26, 29) καὶ θὰ μᾶς ἀποκαλύπτη καὶ θὰ μᾶς διδάσκη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχει δείξει τώρα ὄχι τόσον καθαρά.

Διότι εἶναι πάντοτε νέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν τώρα. Ποία δὲ εἶναι ἡ πόσις καὶ ἡ ἀπόλαυσις, ἐμεῖς μὲν πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν, Ἐκεῖνος δὲ νὰ τὸ διδάξη καὶ νὰ ἀνακοινώση εἰς τοὺς μαθητᾶς Τοῦ τὸν λόγον. Διότι ἡ διδασκαλία εἶναι τροφὴ καὶ δὶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τρέφει. Ἀλλὰ ἐμπρὸς ἃς γίνωμεν καὶ ἠμεῖς μέτοχοί του νόμου, κατὰ τρόπον ὅμως πνευματικὸν καὶ ὄχι κατὰ γράμμα, κατὰ τρόπον τέλειον καὶ ὄχι ἀτελῆ, αἰωνίως καὶ ὄχι προσωρινῶς.

Ἃς κάμωμεν πρωτεύουσάν μας ὄχι τὴν κάτω Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ τὴν οὐράνιον μητρόπολιν.Ὄχι ἐκείνην ἡ ὁποία καταπατεῖται τώρα ἀπὸ στρατεύματα, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ ὁποία δοξάζεται ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Ἃς θυσιάσωμεν ὄχι νοερὰ μοσχάρια, οὔτε ἀρνία «τὰ ὁποῖα ἔχουν κέρατα καὶ νύχια» (Ψάλμ. 68, 32), τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ὁποίων εἶναι νεκρὸν καὶ δὲν αἰσθάνεται τίποτε, ἀλλὰ «ἃς προσφέρωμεν εἰς τὸν Θεὸν εὐχαριστήριον θυσίαν» (Ψάλμ. 49, 14) εἰς τὸ οὐράνιον θυσιαστήριον μαζὶ μὲ τοὺς χοροὺς τῶν ἀγγέλων.

Ἃς διασχίσωμεν τὸ πρώτον χώρισμα (τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου), ἃς προχωρήσωμεν εἰς τὸ δεύτερον καὶ ἃς πλησιάσωμεν μὲ σεβασμὸν εἰς τὰ Ἅγια των Ἁγίων. Θὰ εἴπω τὸ μεγαλύτερον, ἃς προσφέρωμεν τοὺς ἑαυτοὺς μᾶς θυσίαν εἰς τὸν Θεόν, ἡ καλύτερα, ἃς Τοῦ προσφέρωμεν θυσίαν κάθε ἡμέραν καὶ μὲ κάθε κίνησίν μας. Ἃς δεχώμεθα τὰ πάντα χάριν τοῦ Λόγου, ἃς μιμούμεθα μὲ τὰ πάθη μᾶς τὸ πάθος Του, ἃς τιμῶμεν τὸ αἷμά Του μὲ τὸ αἷμά μας καὶ ἃς ἀνερχώμεθα μὲ προθυμίαν εἰς τὸν σταυρόν. Τὰ καρφιὰ εἶναι γλυκά, ἔστω καὶ ἂν προκαλοῦν φοβεροὺς πόνους. Διότι τὸ νὰ ὑποφέρη κανεὶς μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸν καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι προτιμώτερον ἀπὸ τὸ νὰ ζῆ ζωὴν ἀπολαύσεων κοντὰ σὲ ἄλλους.

***             ***           ***

  1. Αν εἶσαι Σίμων Κυρηναῖος (Λουκ. 23, 26), σήκωσε τὸν Σταυρὸν καὶ ἀκολούθησε Τὸν. Ἂν σταυρωθῆς μαζί Του ὡς ληστὴς (Λουκ. 23, 40 ἐ.), δεῖξε καλὴν προαίρεσιν καὶ γνώρισε τὸν Θεόν. Ἐὰν Ἐκεῖνος ἐτοποθετήθη μεταξύ των παρανόμων ἐξ αἰτίας σου καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας σου, σὺ νὰ γίνης πρὸς χάριν Τοῦ πιστὸς εἰς τὸν νόμον Του.

Προσκύνησε Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑψώθη πρὸς χάριν σου εἰς τὸν Σταυρόν, ἀκόμη καὶ ἂν ἔχης ὑψωθῆ καὶ σύ. Κέρδισε κάτι καὶ ἀπὸ τὴν κακίαν. Ἐξαγόρασε μὲ τὸν θάνατον τὴν σωτηρίαν. Εἴσελθε εἰς τὸν Παράδεισον μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν, διὰ νὰ μάθης ἀπὸ ποία ἀγαθὰ ἔχεις ἀπομακρυνθῆ. Παρατήρησε τὰ κάλλη τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ. Τὸν ληστὴν ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται καὶ ὑβρίζει, ἄφησε τὸν νὰ ἀποθάνη ἔξω μαζὶ μὲ τὴν βλασφημίαν του.

Καὶ ἂν εἶσαι ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας (Λουκ. 23, 50), ζήτησε τὸ Σῶμα ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν σταυρώνει. Ἃς γίνη ἰδικόν σου τὸ Σῶμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθαρίζει τὸν κόσμον. Καὶ ἂν εἶσαι ὁ Νικόδημος, ὁ θεοσεβὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος Τὸν ἐπεσκέφθη τὴν νύκτα (Ἰω. 19, 39), ἐνταφίασε Τὸν μὲ μύρα. Καὶ ἂν εἶσαι κάποια Μαρία, ἡ ἡ ἄλλη Μαρία, ἡ ἡ Σαλώμη, ἡ ἡ Ἰωάννα, πήγαινε πρωὶ-πρωὶ νὰ Τὸν θρηνήσης (Μάρκ. 16,1).

Δὲς πρώτη κυλισμένον τὸν λίθον, ἐνδεχομένως καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ τὸν ἴδιον τὸν Ἰησοῦν. Πὲς Τοῦ κάτι καὶ ἄκουσε τὴν φωνήν Του. Ἂν ἀκούσης «μὴ μὲ ἐγγίζης» (Ἰω. 20, 17), σταμάτησε μακρυά, δεῖξε σεβασμὸν πρὸς τὸν Λόγον, ἀλλὰ μὴ λυπηθῆς. Διότι γνωρίζει εἰς ποίους θὰ ἐμφανισθῆ πρῶτα. Βοήθησε τὴν Εὔαν, ἡ ὁποία ἔπεσε πρώτη, νὰ χαιρετήση καὶ πρώτη τὸν Χριστὸν καὶ νὰ τὸ ἀνακοινώση εἰς τοὺς μαθητᾶς (Ἰω. 20, 14 καὶ 18).

Γίνε Πέτρος ἢ Ἰωάννης καὶ σπεῦσε εἰς τὸν τάφον, τρέχων μαζὶ ἡ προπορευόμενος (Ἰω. 20, 4) καὶ συναγωνιζόμενος εἰς τὸν καλὸν συναγωνισμόν. Καὶ ἂν σὲ προλάβη εἰς τὴν ταχύτητα, νίκησε τὸν μὲ τὴν συστηματικότητά σου καὶ μὴν ἀρκεσθῆς μόνον νὰ πλησιάσης τὸ μνημεῖον, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθης καὶ μέσα (Ἰω. 20, 5-6). Καὶ ἂν λείψης, ὅπως ὁ Θωμάς, ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν τῶν μαθητῶν εἰς τοὺς ὁποίους ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς, ὅταν Τὸν ἴδης, ἃς μὴν ἀπιστήσης (Ἰω. 20, 24 ἐ.).

Καὶ ἂν ἀπιστήσης, πίστευσε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σου τὸ λέγουν. Ἐὰν δὲ δὲν τοὺς πιστεύσης οὔτε αὐτούς, ἃς πεισθῆς ἀπὸ τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν. Ἂν κατεβαίνη εἰς τὸν Ἄδην, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε καὶ τὰ ἐκεῖ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, ποῖον εἶναι τὸ σωτηριῶδες σχέδιον τῆς διπλῆς καταβάσεως καὶ ποῖος ὁ λόγος της: Σώζει μὲ τὴν ἐμφάνισίν Του ἐκεῖ τους πάντας, ἡ καὶ ἐκεῖ σώζει μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τὸν πιστεύουν;

***             ***           ***

  1. Και ἂν ἀνεβαίνη εἰς τοὺς οὐρανούς, ἀνέβα μαζί Του. Ἐντάξου εἰς τοὺς ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι Τὸν προπέμπουν ἡ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τὸν ὑποδέχονται. Πρόσταξε νὰ σηκωθοῦν αἳ πύλαι καὶ νὰ γίνουν ὑψηλότεραι (Ψάλμ. 23, 7), διὰ νὰ ὑποδεχθοῦν πιὸ μεγαλόπρεπα Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει ἀπὸ τὸ πάθος. Ἀπάντησε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποροῦν διὰ τὸ σῶμα καὶ τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται, ἐνῶ δὲν τὰ εἶχε μαζί Του ὅταν εἶχε κατέβει, καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐρωτοῦν νὰ μάθουν «ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;», ὅτι εἶναι «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατὸς» (Ψάλμ. 23, 7-8) μὲ ὅλα ὅσα ἀνέκαθεν ἔχει κάνει καὶ μὲ ὅσα κάνει καὶ μὲ τὸν τωρινὸν πόλεμον καὶ τὴν περίλαμπρον νίκην Του πρὸς χάριν τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ δῶσε εἰς τὴν διπλὴν ἐρώτησιν διπλὴν τὴν ἀπάντησιν.

Καὶ ἂν ἀποροῦν λέγοντες, συμφώνως πρὸς τὴν δραματικὴν προφητείαν τοῦ Ἠσαίου, «ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἐδὼμ (Ἡσ. 63, 1) καὶ ἀπὸ τὰ γήϊνα πράγματα;», ἡ «διατὶ εἶναι κόκκινά τα ἐνδύματα ἐκείνου ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε αἷμα οὔτε σῶμα, ὡσὰν νὰ ἔχη ἔλθει ἀπὸ πατητήρι καὶ νὰ ἔχη πατήσει ὁλόκληρον πατητήρι γεμάτον ἀπὸ σταφύλια;»(Ἡσ. 63, 2),νὰ τοὺς ἐκθειάσης τὴν ὡραιότητα τῆς στολῆς τοῦ σώματος τὸ ὁποῖον ἔχει πάθη καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει καλλωπισθῆ ἀπὸ τὸ Πάθος καὶ ἔχει ἀποκτήσει ἀπὸ τὴν Θεότητα τὴν λαμπρότητα ἐκείνην ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἐπιθυμητὸν καὶ πιὸ ὡραῖον.

***             ***           ***

  1. Τι θὰ μᾶς εἴπουν δὶ αὐτὰ οἱ συκοφάνται, οἱ πικρόχολοι ἐλεγκταὶ τῆς Θεότητος, οἱ κατήγοροι ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπαινοῦνται, οἱ σκοτεινοὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ φῶς, οἱ ἀστοιχείωτοι ἐν σχέσει πρὸς τὴν σοφίαν, ἐκεῖνοι χάριν τῶν ὁποίων ἀπέθανεν ὁ Χριστὸς χωρὶς νὰ ζητήση ἀντάλλαγμα, τὰ ἀχάριστα δημιουργήματα, τὰ πλάσματα τοῦ πονηροῦ; Κατηγορεῖς τὸν Θεὸν διὰ τὴν εὐεργεσίαν Του; Διὰ τοῦτο εἶναι μικρός, ἐπειδὴ ἐταπεινώθη πρὸς χάριν σου; Ἐπειδὴ ὁ καλὸς Ποιμήν, ὁ Ὁποῖος δίνει καὶ τὴν ψυχὴν Τοῦ διὰ τὰ πρόβατα (Ἰω. 10, 11), ἦλθε πρὸς τὸ πρόβατον τὸ ὁποῖον εἶχε χαθῆ (βλ. Λουκ. 15, 4-10), ἐπάνω εἰς τοὺς λόφους καὶ τὰ βουνὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἐθυσίαζες (πρβλ. Ὡσ. 4, 13), καὶ ἀφοῦ τὸ εὗρε τὸ ἐσήκωσεν ἐπάνω εἰς τοὺς ὤμους Του, ἐπάνω εἰς τοὺς ὁποίους ἐσήκωσε καὶ τὸν Σταυρόν, καὶ τὸ ἐπανέφερεν εἰς τὴν οὐρανίαν ζωὴν καὶ ἀφοῦ τὸ ἀνύψωσεν ἐκεῖ το ἔβαλεν εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχαν μείνει ἐκεῖ;

Τὸν κατηγορεῖς ἐπειδὴ ἤναψε λύχνον, τὴν ἰδίαν τὴν σάρκα Του, καὶ ἐσκούπισε τὴν οἰκίαν (καθαρίζων τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν) καὶ ἀνεζήτησε τὴν δραχμήν, τὴν εἰκόνα δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία εἶχε καταχωνιασθῆ ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ ἐπειδὴ συγκεντρώνει διὰ τὴν εὕρεσιν τῆς δραχμῆς τὰς φιλικᾶς πρὸς Αὐτὸν δυνάμεις, τὰς ὁποίας εἶχε μυήσει καὶ εἰς τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας, καὶ τὰς κάνει μετόχους εἰς τὴν χαράν Του; Τὸν κατηγορεῖς ἐπειδὴ τὸν λύχνον, ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζει τὸν δρόμον, καὶ ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζει εἰς τὸν Κύριον λαὸν ἐκλεκτὸν καὶ καθαρίζει καὶ προετοιμάζει διὰ τὸ Πνεῦμα μὲ τὸ ὕδωρ, τὸν ἀκολουθεῖ τὸ ὑπέρλαμπρον Φῶς, τὴν φωνὴν τὴν ἀκολουθεῖ ὁ Λόγος καὶ τὸν ὁδηγὸν τοῦ νυμφίου ὁ Νυμφίος; Δὶ αὐτὸ κατηγορεῖς τὸν Θεόν;

Δὶ αὐτὰ Τὸν θεωρεῖς κατώτερον, ἐπειδὴ βάζει εἰς τὴν μέσην Του τὴν ποδιὰν καὶ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Τοῦ (Ἰω. 13, 4) καὶ δείχνει τὸν καλύτερον τρόπον νὰ ὑψωθῆ κανείς, δηλαδὴ τὴν ταπείνωσιν; Ἐπειδὴ ταπεινώνεται χάριν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἔχει κυρτώσει πρὸς τὰ κάτω διὰ νὰ ἀνυψώση μαζί του ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κλίνει πρὸς τὰ κάτω ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν; Πῶς δὲ δὲν τὸν κατηγορεῖς διὰ τὸ ὅτι γευματίζει μαζὶ μὲ τοὺς τελώνας (Λουκᾶ 5, 27 ἐ.) καὶ εἰς τὰς οἰκίας τελωνῶν, καὶ ὅτι κάνει μαθητᾶς Τοῦ τελώνας διὰ νὰ κερδίση καὶ Αὐτὸς κάτι; Τί δηλαδή; Τὴν σωτηρίαν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὡσὰν νὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ κατηγορήση τὸν ἰατρόν, ὅτι σκύβει μὲ κατανόησιν ἐπάνω εἰς τὰς πληγᾶς καὶ ἀνέχεται τὴν δυσωδίαν, διὰ νὰ δώση τὴν ὑγείαν εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, ἡ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σκύβει ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν ἐπάνω ἀπὸ τὸν βόθρον διὰ νὰ βγάλη ἀπὸ ἐκεῖ το ζῶον τὸ ὁποῖον ἔχει πέσει μέσα (πρβλ. Δεύτερον. 22, 4, Ματθ. 12, 11), ὅπως λέγει ὁ νόμος.

***             ***           ***

  1. Απεστάλη μέν, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος (ἐπειδὴ ἦτο διπλοὺς τὴν φύσιν), ἐπειδὴ καὶ ἔνιωσε κούρασιν καὶ ἐπείνασε καὶ ἐδίψασε καὶ ἐδάκρυσε κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Ἐὰν δὲ ἐστάλη καὶ ὡς Θεός, τί σὲ ἐνοχλεῖ αὐτό; Τὴν θέλησιν τοῦ Πατρός, ἀπὸ τὸν Ὁποῖον προέρχεται, καὶ τὸν Ὁποῖον τιμᾶ ὡς ἀρχὴν ἄχρονον, νὰ τὴν θεωρῆς ὡς ἀποστολήν, καὶ νὰ μὴ πιστεύης ὅτι εἶναι κάτι τὸ ἀταίριαστον διὰ τὸν Θεόν. Ἐπειδὴ λέγεται καὶ ὅτι ἔχει παραδοθῆ, ἀλλὰ ἔχει γραφὴ ἐπίσης ὅτι ἔχει παραδώσει τὸν Ἐαυτόν του.

Καὶ ὅτι ἔχει ἀναστηθῆ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἔχει ἀναληφθῆ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔχει ἀναστήσει τὸν Ἐαυτόν του καὶ ὅτι θὰ ἔλθη πάλιν. Ἐκεῖνα προέρχονται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Πατρός, αὐτὰ ἀπὸ τὴν δύναμίν του. Σὺ δὲ τὰ μὲν πρῶτα τα θεωρεῖς μειωτικά, τὰ δὲ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐξυψώνουν, τὰ παραβλέπεις. Καὶ τὸ ὅτι μὲν ἔπαθε, τὸ ὑπολογίζεις.

Τὸ ὅτι δὲ ἔπαθε μὲ τὴν θέλησίν Του, δὲν τὸ ἀναφέρεις. Τί παθαίνει ἀκόμη καὶ τώρα ὁ Λόγος! Ἀπὸ ἄλλους μὲν τιμᾶται ὡς Θεὸς καὶ ταυτίζεται μὲ αὐτόν, ἀπὸ ἄλλους δὲ περιφρονεῖται, ἐπειδὴ εἶναι ἄνθρωπος, καὶ χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐναντίον ποίων νὰ ὀργισθῆ περισσότερον; Η, καλύτερα, ποίους νὰ συγχωρήση; Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἑνώνουν λανθασμένα, ἡ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χωρίζουν; Διότι καὶ ἐκεῖνοι ἔπρεπε νὰ διαχωρίζουν καὶ τοῦτοι νὰ ἑνώνουν. οἱ μὲν μὲ τὸν ἀριθμόν, οἱ δὲ μὲ τὴν Θεότητα.

Ἐμποδίζεσαι ἀπὸ τὴν σάρκα; Αὐτὸ κάνουν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι. Μήπως τυχὸν Τὸν ὀνομάζεις καὶ Σαμαρείτην; Τὴν συνέχειαν ὅμως δὲν θὰ τὴν ἀναφέρω (πρβλ. Ἰω. 8, 48). Δὲν πιστεύεις εἰς τὴν Θεότητα; Αὐτὸ δὲν συμβαίνει οὔτε μὲ τοὺς δαίμονας. Δύστυχε, πόσον πιὸ ἄπιστος εἶσαι ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονας, καὶ πόσον πιὸ ἀχάριστος ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους! Ἐκεῖνοι τὴν ὀνομασίαν τοῦ Υἱοῦ τὴν ἐθεώρησαν ὡς ἔκφρασιν ἰσοτιμίας (πρβλ. Ἰω. 8, 19), διότι δὲν ἐγνώριζαν ἀκόμη τὸν Θεὸν ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε στείλει.

Διότι ἐπίστευαν μόνον ἀφοῦ ἐπάθαιναν. Σὺ δὲ δὲν δέχεσαι οὔτε τὴν ἰσότητα, οὔτε καὶ ἀναγνωρίζεις τὴν Θεότητα. Θὰ ἦταν καλύτερα διὰ σὲ νὰ εἶσαι περιτετμημένος καὶ νὰ εὑρίσκεσαι ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ δαίμονος, διὰ νὰ ἐκφρασθῶ κατὰ τρόπον ἀστεῖον, παρὰ νὰ κατέχεσαι ἀπὸ πονηρίαν καὶ ἀθείαν, ἐνῶ εἶσαι ὑγιὴς καὶ ἀπερίτμητος.

Ἂλλ ὅμως ὁ πόλεμος ἐναντίον τούτων ἡ ἃς σταματήση, ἐὰν βεβαίως θὰ ἤθελαν νὰ συνετισθοῦν ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἡ ἃς ἀναβληθῆ, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ συνετισθοῦν καὶ παραμένουν ὅπως ἔχουν. Πάντως ἐμεῖς δὲν θὰ φοβηθοῦμεν τίποτε ἐνῶ θὰ ἀγωνιζώμεθα διὰ τὴν Τριάδα, μὲ σύμμαχόν μας τὴν ἰδίαν τὴν Τριάδα.

***             ***           ***

  1. Τώρα δὲ εἴμεθα πλέον ἀναγκασμένοι νὰ ἀνακεφαλαιώσωμεν ὡς ἑξῆς τὸν λόγον. Ἔχομεν δημιουργηθῆ διὰ νὰ εὐεργετηθοῦμεν. Ἔχομεν εὐεργετηθῆ ἐπειδὴ ἔχομεν δημιουργηθῆ. Μᾶς παρεδόθη ὁ Παράδεισος διὰ νὰ εὐτυχήσωμεν. Ἐλάβαμεν τὴν ἐντολήν, διὰ νὰ δοξασθῶμεν ἀφοῦ τὴν φυλάξωμεν, ὄχι ἐπειδὴ τυχὸν ἀγνοοῦσε ὁ Θεὸς ἐκεῖνο τὸν ὁποῖον θὰ ἐγίνετο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ μᾶς παραχωρήση τὸ αὐτεξούσιον.

Ἔχομεν ἐξαπατηθῆ, ἐπειδὴ μᾶς ἐφθόνησαν. Ἔχομεν πέσει, ἐπειδὴ ἔχομεν παραβῆ τὴν ἐντολήν, ἔχομεν ἀναγκασθῆ εἰς νηστείαν ἐπειδὴ δὲν ἐνηστεύσαμεν καὶ μᾶς κατανίκησεν ἡ ἐπιθυμία τῆς γεύσεως τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως. Διότι ἡ ἐντολὴ ἦτο παλαιὰ καὶ σύγχρονος μὲ ἠμᾶς, ἕνα μέσον διαπαιδαγωγήσεως τῆς ψυχῆς καὶ σωφρονισμοῦ ἀπὸ τὰς ἀπολαύσεις.

Τὴν ἐλάβαμεν δὲ εὐλόγως διὰ νὰ ἀπολαύσωμεν, ἀφοῦ τὴν τηρήσωμεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐχάσαμεν ἐπειδὴ δὲν τὴν ἐτηρήσαμεν. Εἴχαμεν ἀνάγκην ἀπὸ Θεὸν ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καὶ ἀπέθανε, διὰ νὰ ζήσωμεν. Ἔχομεν ἀποθάνει μαζί Του διὰ νὰ καθαρισθῶμεν. Ἔχομεν ἀναστηθῆ μαζί Του ἐπειδὴ ἔχομεν συναποθάνει καὶ ἔχομεν δοξασθῆ ἐπειδὴ ἔχομεν συναναστηθῆ.

***             ***           ***

  1. Πολλά μὲν λοιπὸν εἶναι τὰ θαύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ Θεὸς σταυρώνεται, ὁ ἥλιος σκεπάζεται ἀπὸ σκότος καὶ κατόπιν ἀνατέλλει πάλιν (διότι ἔπρεπε καὶ τὰ δημιουργήματα νὰ συμπάσχουν μὲ τὸν Δημιουργόν), τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται (Λουκ. 23, 44-45, Ματθ. 27, 51), αἷμα καὶ ὕδωρ χύνεται ἀπὸ τὴν πλευρὰν (Ἰω. 19, 34) (τὸ μὲν ἐπειδὴ ἦτο ἄνθρωπος, τὸ δὲ ἐπειδὴ ἦτο ἀνώτερος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον), ἡ γῆ συγκλονίζεται, αἳ πέτραι σχίζονται πρὸς χάριν τῆς Πέτρας (Ματθ. 27, 51, Ἃ’ Κορ. 10, 4), οἱ νεκροὶ ἀνασταίνονται (Ματθ. 27, 52), ὡς ἀπόδειξις διὰ τὴν τελευταίαν καὶ κοινὴν Ἀνάστασιν. Τὰ σημεῖα δὲ τὰ ὁποῖα ἔγιναν εἰς τὸν τάφον καὶ τὰ μετὰ τὴν ταφὴν (Ματθ. 28, 1 ἐ., Μάρκ. 16, 1 ἐ., Λουκ. 24, 1 ἐ. καὶ Ἰω. 20, 1 ἐ.), ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὰ ἐξυμνήση ἐπαξίως; Τίποτε δὲ δὲν εἶναι ἰσάξιον μὲ τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας μου.

Ὀλίγαι σταγόνες αἵματος αἳ ὁποῖαι ἀναδημιουργοῦν ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ γίνονται ὡσὰν χυμὸς γάλακτος δὶ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ μᾶς συνδέουν καὶ μᾶς συγκεντρώνουν εἰς ἕνα σύνολον.

***             ***           ***

  1. Αλλά, ὢ Πάσχα, τὸ μέγα καὶ ἱερόν, τὸ ὁποῖον καθαρίζεις ὁλόκληρον τὸν κόσμον! Διότι θὰ σοῦ ὁμιλήσω ὡσὰν νὰ ἤσουν ἔμψυχον. Ὢ Λόγε τοῦ Θεοῦ καὶ Φῶς καὶ Ζωὴ καὶ Σοφία καὶ Δύναμις! Διότι χαίρομαι μὲ ὅλα Σου τὰ ὀνόματα. Ὢ γέννημα καὶ κίνησις καὶ σφραγὶς τοῦ μεγάλου νοῦ! Ὢ Λόγε, ὁ ὁποῖος κατανοεῖσαι καί, ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος φαίνεσαι, καὶ ὁ ὁποῖος φέρεις τὰ πάντα συγκεντρωμένα εἰς τὸν λόγον τῆς δυνάμεώς σου!

Τώρα μὲν ἃς δεχθῆς τὸν λόγον αὐτὸν ὄχι ὡς τὸν πρώτον καὶ καλύτερον καρπὸν τῆς καρποφορίας μας, ἀλλὰ ὡς συμπλήρωμά της ἴσως, εὐχαριστήριον ἀλλὰ καὶ συγχρόνως παρακλητικόν, διὰ νὰ μὴν ὑποφέρωμεν διὰ τὰς ἐντολᾶς Σου τίποτε περισσότερον ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα καὶ τοὺς ἱεροὺς κόπους καὶ πόνους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔχομεν ζήσει μέχρι σήμερον.

Καὶ ἃς σταματήσης τὴν τυραννίαν τοῦ σώματος ἐναντίον μᾶς (βλέπεις πόσον μεγάλη εἶναι, Κύριε, καὶ πόσον μᾶς γονατίζει!), ἡ τὴν κρίσιν Σου, ἐὰν πρόκειται νὰ καθαρισθῶμεν ἂπ αὐτό. Ἐὰν δὲ φθάσωμεν ἐπαξίως εἰς τὸ ποθούμενον τέρμα καὶ γίνωμεν δεκτοὶ εἰς τὰς οὐρανίους σκηνᾶς, θὰ Σοῦ προσφέρωμεν μὲ προθυμίαν θυσίας δεκτᾶς εἰς τὸ ἅγιόν Σου θυσιαστήριον, ὢ Πάτερ καὶ Λόγε καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπειδὴ εἰς Σὲ ὀφείλεται κάθε δόξα, τιμὴ καὶ ἐξουσία εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

πηγή