ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
(Τῶν κεφαλαίων 27- 70)

images

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 27. Γιὰ τὶς ἡδονές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 28. Γιὰ τὴν λύπη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 29. Γιὰ τὸ φόβο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 30. Γιὰ τὸ θυμό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 31. Γιὰ τὴ φαντασία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 32. Γιὰ τὴν αἴσθηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 33. Γιὰ τὸ διανοητικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 34. Γιὰ τὸ μνημονικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 35. Γιὰ τὸν ἐνδιάθετο καὶ προφορικὸ λόγο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 36. Γιὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἐνέργεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 37. Γιὰ τὴν ἐνέργεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 38. Γιὰ τὸ ἑκούσιο καὶ τὸ ἀκούσιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 39. Γιὰ τὴν ἐξουσία τῆς βουλήσεώς μας, δηλαδὴ γιὰ τὸ αὐτεξούσιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 40. Γι’ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 41. Γιὰ ποιὸ λόγο δημιουργηθήκαμε αὐτεξούσιοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 42. Γι’ αὐτὰ ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπό μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 43. Γιὰ τὴν Πρόνοια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 44. Γιὰ τὴν πρόγνωση καὶ τὸν προορισμό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 45. Γιὰ τὴ θεία οἰκονομία καὶ γιὰ τὴ φροντίδα του γιὰ μᾶς καὶ τὴ σωτηρία μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 46. Γιὰ τὸν τρόπο τῆς συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴ θεία σάρκωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 47. Γιὰ τὶς δύο φύσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 48. Γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἀντιδόσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 49. Γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν φύσεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 50. Ὅτι ὅλη ἡ θεία φύση μὲ μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις τῆς ἑνώθηκε μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι μὲ ἕνα μέρος της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 51. Γιὰ τὴ μία σύνθετη ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 52. Γι’ αὐτοὺς ποῦ ρωτοῦν· οἱ φύσεις τοῦ Κυρίου ὑπάγονται στὸ ἀδιάσπαστο ποσὸ ἢ στὸ διαχωρισμένο;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 53. Ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ἂν ὑπάρχει φύση ἀνυπόστατη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 54. Γιὰ τὸν Τρισάγιο Ὕμνο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 55. Γιὰ τὴ φύση καὶ διαφορά, τὴν ἕνωση καὶ σάρκωση ποὺ θεωρεῖται στὸ γένος καὶ στὸ ἄτομο, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐννοοῦμε «τὴ μία φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκωμένη».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 56. Ὅτι ἡ ἁγία παρθένος εἶναι Θεοτόκος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 57. Γιὰ τὰ γνωρίσματα τῶν δύο φύσεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 58. Γιὰ τὰ θελήματα καὶ τὰ αὐτεξούσια του Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 59. Γιὰ τὶς ἐνέργειες ποὺ ἔχει ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 60. Ἀπάντηση σ’ αὐτοὺς ποὺ λένε: ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο φύσεις καὶ δύο ἐνέργειες, πρέπει γιὰ τὸ Χριστὸ νὰ παραδεχθοῦμε τρεῖς φύσεις καὶ ἄλλες τόσες ἐνέργειες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 61. Γιὰ τὸ ὅτι ἔχει θεωθεῖ ἡ φύση τῆς σάρκας τοῦ Κυρίου καὶ τὸ θέλημά της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 62. Καὶ ἄλλα γιὰ τὰ θελήματα, γιὰ τὸ αὐτεξούσιο, γιὰ τὶς σκέψεις, τὶς γνώσεις καὶ τὶς σοφίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 63. Γιὰ τὴ θεανδρικὴ ἐνέργεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 64. Γιὰ τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 65. Γιὰ τὴν ἄγνοια καὶ τὴ δουλεία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 66. Γιὰ τὴν προκοπή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 67. Γιὰ τὴ δειλία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 68. Γιὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 69. Γιὰ τὴν οἰκείωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 70. Γιὰ τὸ πάθος τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου καὶ γιὰ τὴν ἀπάθεια τῆς θείας φύσεώς του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 27. Γιὰ τὶς ἡδονές. Ἀπὸ τὶς ἡδονὲς ἄλλες εἶναι ψυχικὲς καὶ ἄλλες σωματικές. Ψυχικὲς βέβαια εἶναι ὅσες ἀνήκουν ἀποκλειστικὰ στὴν ἴδια τὴν ψυχή, ὅπως οἱ σχετικὲς μὲ τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὴ γνώση. Σωματικὲς πάλι εἶναι αὐτὲς ποὺ ἀπολαμβάνει ἀπὸ κοινοῦ ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζονται σωματικές, ὅπως εἶναι οἱ σχετικὲς μὲ τὴν τροφή, τὴ συνουσία καὶ τὰ παρόμοια. Ἀποκλειστικὰ μόνον σωματικὲς ἡδονὲς δὲν συναντᾶς. Ἄλλες πάλι ἡδονὲς εἶναι πραγματικὲς καὶ ἄλλες ψεύτικες· οἱ ἡδονὲς ἀποκλειστικά του νοῦ προέρχονται ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὴ γνώση, ἐνῶ οἱ σωματικὲς ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις. Ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἡδονὲς ἄλλες εἶναι φυσιολογικὲς καὶ ἀναγκαῖες, διότι δὲν ὑπάρχει ζωὴ χωρὶς αὐτές· τέτοιες εἶναι οἱ τροφὲς ποὺ χορταίνουν τὴν πείνα καὶ ἡ ἀπαραίτητη ἔνδυση. Ἄλλες εἶναι φυσιολογικές, ὄχι ὅμως ἀπαραίτητες, ὅπως οἱ φυσικὲς καὶ νόμιμες σαρκικὲς ἐπαφὲς (διότι αὐτὲς συντελοῦν στὴν ἀναπαραγωγὴ ὅλου του ἀνθρώπινου γένους· μπορεῖ ὄμωςνα ζήσει κάποια καὶ μὲ παρθενία). Ἄλλες πάλι ἡδονὲς δὲν εἶναι ἀπαραίτητες οὔτε φυσιολογικές, ὅπως ἡ μέθη, ἡ ἀκολασία καὶ τὸ ὑπερβολικὸ φαγητό· διότι δὲν συντελοῦν οὔτε στὴ διατήρηση τῆς ζωῆς μας οὔτε στὴν ἀναπαραγωγὴ τοῦ γένους· τὸ ἀντίθετο, καὶ βλάπτουν. Αὐτός, λοιπόν, ποὺ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ πρέπει ν’ ἀπολαμβάνει τὶς ἀπαραίτητες καὶ φυσιολογικὲς ἡδονές, νὰ βάζει σὲ δεύτερη μοίρα τὶς φυσιολογικὲς ἀλλὰ ὄχι ἀπαραίτητες ἡδονές, –στὸν κατάλληλο χρόνο, μὲ τὸν ὀρθὸ τρόπο καὶ μέτρο–, καὶ ν’ ἀποφεύγει τελείως τὶς ἄλλες. Πρέπει νὰ θεωροῦμε καλὲς ἡδονὲς αὐτὲς ποὺ δὲν συνδέονται μὲ τὴν λύπη· αὐτὲς ποὺ δὲν προξενοῦν μεταμέλεια, οὔτε δημιουργοῦν ἄλλη βλάβη, οὔτε προχωροῦν πέρα ἀπὸ τὸ κανονικό, οὔτε μᾶς ἀποσποῦν πολὺ χρόνο ἀπὸ τὶς σοβαρὲς ἀσχολίες οὔτε μᾶς κάνουν δούλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 28. Γιὰ τὴν λύπη. Τὰ εἴδη τῆς λύπης εἶναι τέσσερα· ἡ κατάθλιψη, ἡ στενοχώρια, ὁ φθόνος καὶ ἡ συμπάθεια. Κατάθλιψη εἶναι ἡ λύπη ποὺ μᾶς ἀφαιρεῖ τὴ φωνή· στενοχώρια εἶναι ἡ λύπη ποὺ βαραίνει τὴν ψυχή· φθόνος εἶναι ἡ λύπη γιὰ τὰ ἀγαθά των ἄλλων· καὶ συμπάθεια εἶναι ἡ λύπη γιὰ τὴ ξένη δυστυχία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 29. Γιὰ τὸ φόβο. Καὶ ὁ φόβος διαιρεῖται σὲ ἕξι εἴδη: στὸ δισταγμό, τὴν ντροπή, τὴν αἰσχύνη, τὴν κατάπληξη, τὴν ἔκπληξη καὶ τὴν ἀγωνία. Δισταγμὸς λοιπὸν εἶναι ὁ φόβος γιὰ μιὰ μελλοντική μας πράξη. Ντροπὴ εἶναι ὁ φόβος γιὰ προσδοκώμενη σὲ βάρος μᾶς κατηγορία· αὐτὸ τὸ συναίσθημα μάλιστα εἶναι πολὺ καλό. Αἰσχύνη εἶναι ὁ φόβος γιὰ αἰσχρὲς πράξεις· καὶ αὐτὸ τὸ συναίσθημα καλλιεργεῖ τὴ σωτηρία μας. Κατάπληξη εἶναι ὁ φόβος ἀπὸ μεγάλη φαντασίωση. Ἔκπληξη εἶναι ὁ φόβος ἀπὸ ἀσυνήθιστη φαντασία. Ἀγωνία εἶναι ὁ φόβος τῆς πτώσεως, δηλαδὴ τῆς ἀποτυχίας· ἔχουμε ἀγωνία ἀπὸ φόβο μήπως ἀποτύχουμε στὶς πράξεις μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 30. Γιὰ τὸ θυμό. Ὁ θυμὸς εἶναι ὁ βρασμὸς τοῦ αἵματος γύρω ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ προέρχεται ἀπὸ ἐρεθισμὸ ἢ ἀναταραχὴ τῆς χολῆς. Γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ χολὴ καὶ χόλος. Κάποτε ὁ θυμὸς εἶναι ἐπιθυμία ἀντεκδικήσεως· ὅταν μᾶς ἀδικοῦν ἢ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἀδικοῦν, τότε θυμώνουμε· στὴν περίπτωση αὐτὴ ἔχουμε ἀνάμεικτο πάθος, ἀπὸ ἐπιθυμία καὶ θυμό. Τρία εἶναι τὰ εἴδη τοῦ θυμοῦ: ἡ ὀργή, ποὺ λέγεται καὶ χολὴ καὶ χόλος, ἡ μήνη καὶ ὁ κότος. Διότι ὁ θυμὸς ποὺ ἔχει ἀρχὴ καὶ κίνηση, λέγεται καὶ χολὴ καὶ χόλος. Μήνη εἶναι θυμὸς ποὺ κρατάει, δηλαδὴ μνησικακία· λέγεται ἔτσι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι παραμένει καὶ διατηρεῖται στὴ μνήμη. Κότος εἶναι ἡ ὀργὴ ποὺ καιροφυλακτεῖ νὰ ἐκδικηθεῖ· καὶ ἔχει πάρει αὐτὴ τὴν ὀνομασία ἀπὸ τὸ «κεῖσθαι» (ἔχει καθίσει). Εἶναι μάλιστα ὁ θυμὸς ὑπηρέτης τοῦ λογισμοῦ, ὑπερασπιστῆς τῆς ἐπιθυμίας· ὅταν, δηλαδή, ἐπιθυμήσουμε κάποιο πράγμα καὶ κάποιος μᾶς ἐμποδίσει, θυμώνουμε ἐναντίον τοῦ ὅτι μᾶς ἀδίκησε· ὁ λογισμός, δηλαδή, βγάζει τὴν ἀπόφαση ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔγινε εἶναι ἄξιο νὰ προκαλέσει ἀγανάκτηση σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ τὴ φύση τοὺς προστατεύουν τὴ σχετικὴ τάξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 31. Γιὰ τὴ φαντασία. Τὸ φανταστικὸ εἶναι ἱκανότητα τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς, ποὺ ἐνεργεῖ μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ λέγεται αἴσθηση. Φανταστὸ καὶ αἰσθητὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑποπίπτει στὴ φαντασία καὶ τὴν αἴσθηση· ὅπως ὅραση εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὀπτικὴ δύναμη, καὶ ὁρατὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑποπίπτει στὴν ὅραση, γιὰ παράδειγμα κάποια πέτρα ἢ κάτι παρόμοιο. Φαντασία πάλι εἶναι πάθος τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς ποὺ τὴν προκαλεῖ κάποιο φανταστό· φάντασμα πάλι εἶναι πάθος χωρὶς περιεχόμενο, στὸ χῶρο τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς, ποὺ δὲν τὸ προκαλεῖ κάποιο φανταστό. Ὄργανο τοῦ φανταστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ κοιλότητα στὸ μπροστὰ μέρος τοῦ ἐγκεφάλου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 32. Γιὰ τὴν αἴσθηση. Ἡ αἴσθηση εἶναι δύναμη τῆς ψυχῆς ἱκανὴ ν’ ἀντιλαμβάνεται τὰ ὑλικὰ πράγματα, δηλαδὴ διαγνωστικὴ ἱκανότητα. Αἰσθητήρια πάλι εἶναι τὰ ὄργανα, δηλαδὴ τὰ μέλη τοῦ σώματος, μὲ τὰ ὁποῖα αἰσθανόμαστε. Αἰσθητὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ ὑποπίπτουν στὶς αἰσθήσεις. Αἰσθητικὸ ὃν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει αἰσθήσεις. Οἱ αἰσθήσεις εἶναι πέντε καὶ τὰ αἰσθητήρια πέντε. Πρώτη αἴσθηση εἶναι ἡ ὅραση· αἰσθητήρια καὶ ὄργανα τῆς ὁράσεως εἶναι τὰ νεῦρα τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τὰ μάτια. Ἡ ὅραση πρῶτα ἀντιλαμβάνεται τὸ χρῶμα, διακρίνει στὴ συνέχεια καὶ τὸ χρωματισμένο σῶμα, τὸ μέγεθος καὶ τὸ σχῆμα του, τὸν τόπο ὅπου βρίσκεται, τὸ ἐνδιάμεσο διάστημα, τὴν ποσότητα, τὴν κίνηση καὶ τὴ στάση, τὸ τραχὺ καὶ τὸ λεῖο, τὸ ὁμαλὸ καὶ τὸ ἀνώμαλο, τὸ κοφτερὸ καὶ τὸ ἀμβλύ, τὴ σύνθεση, ἂν εἶναι ὑδάτινη ἢ χωματένια, δηλαδὴ ξερὴ ἢ ὑγρή. Δεύτερη αἴσθηση εἶναι ἡ ἀκοή, ἡ ὁποία ἀντιλαμβάνεται τὶς φωνὲς καὶ τοὺς θορύβους. Διακρίνει τὸν ὀξὺ ἢ βαρὺ τόνο τους, τὴν ἁπαλότητα, τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἔνταση. Ὄργανά της εἶναι τὰ μαλακὰ νεῦρα τοῦ ἐγκεφάλου καὶ ἡ ἰδιοσυστασία τῆς κατασκευῆς τῶν αὐτιῶν. Μόνον ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ πίθηκος δὲν κινοῦν τὰ αὐτιά τους. Τρίτη αἴσθηση εἶναι ἡ ὄσφρηση, ἡ ὁποία παράγεται μέσα ἀπὸ τὰ ρουθούνια, τὰ ὁποῖα στέλνουν τὶς ἀναπνοὲς στὸν ἐγκέφαλο· ἡ ὄσφρηση καταλήγει στὰ ἄκρα τῶν ἐμπροσθίων κοιλοτήτων τοῦ ἐγκεφάλου. Ἡ ὄσφρηση αἰσθάνεται καὶ ἀντιλαμβάνεται τὶς ὀσμές. Ἡ βασικὴ διάκριση τῶν ὀσμῶν εἶναι ἡ εὐωδία, ἡ δυσωδία καὶ τὸ ἐνδιάμεσό τους, τὸ ὁποῖο δὲν μυρίζει οὔτε ὡραία οὔτε ἄσχημα. Εὐωδία ἔχουμε, ὅταν τὰ ὑγρὰ ποὺ ὑπάρχουν στὰ σώματα ἐξατμίζονται ἀμέσως· ἐνδιάμεση κατάσταση, ὅταν ἐξατμίζονται μέτρια· καὶ δυσωδία ὑπάρχει, ὅταν δὲν ἐξατμίζονται καθόλου ἢ πολὺ λίγο. Τέταρτη αἴσθηση εἶναι ἡ γεύση. Αὐτὴ ἔχει τὴν ἰδιότητα ν’ ἀντιλαμβάνεται τοὺς χυμούς, δηλαδὴ νὰ τοὺς αἰσθάνεται. Ἔχει ὡς ὄργανα τὴ γλώσσα καὶ περισσότερό το ἄκρο της καὶ τὴν ὑπερώα, ποὺ ὁρισμένοι τὴν ὀνομάζουν οὐρανίσκο· σ’ αὐτὰ βρίσκονται τὰ νεῦρα ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουν πολὺ χῶρο καὶ εἰδοποιοῦν τὸν ἡγεμόνα νοῦ γιὰ ὅ,τι ἀντιλήφθηκαν, δηλαδὴ αἰσθάνθηκαν. Οἱ ὀνομαζόμενες πάλι γευστικὲς ποιότητες τῶν χυμῶν εἶναι οἱ ἑξῆς: ἡ γλυκύτητα, ἡ καυστικότητα, ἡ ὀξύτητα, ἡ ἁψάδα, ἡ στυφότητα, ἡ πικρότητα, ἡ ἁλμυρότητα, ἡ λιπαρότητα, ἡ κολλητικότητα. Ἡ γεύση ἔχει τὴ δυνατότητα ὅλες αὐτὲς νὰ τὶς διακρίνει. Τὸ νερὸ ὅμως εἶναι δὲν ἔχει σχέση μὲ αὐτὲς τὶς ποιότητες· διότι δὲν ἔχει καμία ἀπ’ αὐτές. Ἡ ἁψάδα πάλι εἶναι αὔξηση καὶ πλεονασμὸς τῆς στυφότητος. Πέμπτη αἴσθηση εἶναι ἡ ἁφή, τὴν ὁποία ἔχουν ὅλα τα ζῶα. Αὐτὴ σχηματίζεται ἀπὸ τὰ νεῦρα ποὺ ὁ ἐγκέφαλος στέλνει σὲ ὅλο το σῶμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλο το σῶμα ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα αἰσθητήρια ἔχουν τὴν αἴσθηση τῆς ἁφῆς. Ἡ ἁφὴ ἀντιλαμβάνεται τὸ ψυχρὸ καὶ τὸ θερμό, τὸ μαλακὸ καὶ τὸ σκληρό το κολλῶδες καὶ τὸ ξηρό, τὸ βαρὺ καὶ τὸ ἐλαφρό· αὐτὰ γίνονται ἀντιληπτὰ μόνον μὲ τὴν ἁφή. Κοινὰ αἰσθήματα τῆς ἁφῆς καὶ τῆς ὁράσεως εἶναι τὸ τραχὺ καὶ τὸ λεῖο, τὸ ξηρὸ καὶ τὸ ὑγρό, τὸ παχὺ καὶ τὸ λεπτό, τὸ πάνω καὶ τὸ κάτω, ἡ θέση καὶ ἡ ποσότητα, ὅταν ὑπάρχει τέτοια ποὺ ἡ ἁφὴ νὰ τὴν ἀντιλαμβάνεται μὲ μία ἐνέργειά της· ἀκόμη κοινὰ εἶναι τὸ πυκνὸ καὶ τὸ μανό, δηλαδὴ τὸ ἀραιὸ καὶ τὸ στρόγγυλο, ὅταν εἶναι μικρό, καὶ κάποια ἄλλα σχήματα. Παρόμοια ἡ ἁφὴ αἰσθάνεται καὶ τὸ σῶμα ποὺ πλησιάζει, μὲ τὴ συνεργασία βέβαιά της μνήμης καὶ τοῦ νοῦ. Τὸ ἴδιο ἀντιλαμβάνεται καὶ τὴν ποσότητα μέχρι δύο ἢ τρία σώματα καὶ ἐφόσον αὐτὰ εἶναι μικρὰ καὶ εὔκολα γίνονται ἀντιληπτά. Αὐτὰ ὅμως, περισσότερο ἀπὸ τὴν ἁφή, τὰ ἀντιλαμβάνεται ἡ ὅραση. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Δημιουργὸς κατασκεύασε τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια διπλό, ὥστε, ὅταν τὸ ἕνα καταστρέφεται, τὸ ἄλλο ν’ ἀναπληρώνει τὸ χαλασμένο· ἔτσι ἔφτιαξε δύο μάτια, δύο αὐτιά, δύο ρουθούνια τῆς μύτης, δύο γλῶσσες, οἱ ὁποῖες σὲ κάποια ζῶα, ὅπως στὰ φίδια, ὑπάρχουν χωριστά, καὶ σ’ ἄλλα ὄντα, ὅπως στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἑνωμένες σὲ μία. Τὴν ἁφὴ ὅμως τὴν σκόρπισε σὲ ὅλο το σῶμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὀστᾶ, τὰ τὰ νύχια, τὰ κέρατα, τὶς τρίχες, τὶς ἀρθρώσεις καὶ σὲ μερικὰ ἄλλα τέτοια. Νὰ γνωρίζουμε ἀκόμη ὅτι ἡ ὅραση βλέπει σὲ εὐθεία γραμμή, ἡ ὄσφρηση ὅμως καὶ ἡ ἀκοὴ ἀντιλαμβάνονται ὄχι μόνο σὲ εὐθεία ἀλλὰ ἀπὸ παντοῦ. Ἡ ἁφὴ πάλι καὶ ἡ γεύση δὲν ἀντιλαμβάνονται οὔτε σὲ εὐθεία γραμμὴ οὔτε ἀπὸ παντοῦ, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ἔλθουν κοντὰ στὰ ἴδια τὰ αἰσθητά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 33. Γιὰ τὸ διανοητικό. Στὸ διανοητικὸ ἀνήκουν οἱ κρίσεις, οἱ συγκαταθέσεις, οἱ ἐπιθυμίες ποὺ ὁδηγοῦν στὶς πράξεις, οἱ αἰτίες καὶ οἱ ἀποφυγὲς τῶν πράξεων. Εἰδικὰ ἀνήκουν σ’ αὐτὸ ἡ νόηση τῶν νοητῶν, οἱ ἀρετές, οἱ ἐπιστῆμες, οἱ θεωρίες τῶν τεχνῶν, ἡ ἱκανότητα τῆς σκέψεως καὶ τῆς προαιρέσεως. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ μὲ ὄνειρα καθορίζει τὸ μέλλον μας καὶ τὸ ὁποῖο οἱ Πυθαγόρειοι, ἀφοῦ ἀκολούθησαν τοὺς Ἑβραίους, λένε ὅτι ἀποτελεῖ τὴν μόνη πραγματικὴ τέχνη τῆς μαντείας. Ὄργανο καὶ τοῦ διανοητικοῦ εἶναι ἡ μεσαία κοιλότητα τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τὸ ψυχικὸ πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει σ’ αὐτήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 34. Γιὰ τὸ μνημονικό. Τὸ μνημονικὸ εἶναι ἡ αἰτία καὶ τὸ ταμεῖο τῆς μνήμης καὶ τῆς ἀναμνήσεως. Διότι μνήμη εἶναι φαντασία ποὺ ἔχει μείνει μέσα μας ἀπὸ κάποια αἴσθηση, ποὺ ἐνεργεῖ καὶ παρουσιάζεται, ἢ εἶναι διατήρηση τῆς αἰσθήσεως καὶ τῆς νοήσεως. Ἡ ψυχὴ ἀντιλαμβάνεται, δηλαδὴ αἰσθάνεται, τὰ αἰσθητὰ μὲ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα, καὶ δημιουργεῖ τὴν παράσταση· ἐνῶ μὲ τὸ νοῦ ἀντιλαμβάνεται τὰ νοητὰ καὶ δημιουργεῖ τὴ νόηση. Ὅταν, λοιπόν, διατηρεῖ τὶς μορφὲς τῶν παραστάσεων ἢ τῶν σκέψεων, τότε λέμε ὅτι θυμᾶται. Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀντίληψη τῶν νοητῶν δὲν ἀποκτᾶται παρὰ μόνον μὲ τὴ μάθηση ἢ μὲ τὴν ἔννοια ποὺ σχηματίζεται ἀπὸ τὴ φύση καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις. Διότι τὰ αἰσθητὰ διατηροῦνται στὴ μνήμη ἀπὸ τὴ μορφή τους· ἐνῶ τὰ νοητά, ἐὰν τὰ γνωρίσαμε, τὰ θυμόμαστε, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε στὴ μνήμη σχηματισμένη τὴν οὐσία τους. Ἀνάμνηση, ἐπίσης, λέγεται ἡ ἀνάκτηση τῆς μνήμης ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὴ λήθη (λησμονιά). Λήθη πάλι εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς μνήμης. Τὸ φανταστικό, λοιπόν, ποὺ ἀντιλαμβάνεται μὲ τὶς αἰσθήσεις τὰ ὑλικὰ ὄντα, μεταδίδει τὴν ἀντίληψή τους στὴ διάνοια ἢ στὸ νοῦ· διότι καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι τὸ ἴδιο. Αὐτά, ἀφοῦ παραλάβουν τὴν ἐντύπωση καὶ σχηματίσουν γνώμη, τὴν παραπέμπουν στὸ μνημονικό. Ὄργανο πάλι τοῦ μνημονικοῦ εἶναι ἡ ἐμπρόσθια κοιλότητα τοῦ ἐγκεφάλου, τὴν ὁποία ὀνομάζουν καὶ παρεγκεφαλίδα, καὶ τὸ ψυχικὸ πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει ἐκεῖ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 35. Γιὰ τὸν ἐνδιάθετο καὶ προφορικὸ λόγο. Διαιρεῖται ἀκόμη τὸ λογικό της ψυχῆς σὲ ἐνδιάθετο καὶ προφορικὸ λόγο. Ὁ ἐνδιάθετος λόγος εἶναι κίνηση τῆς ψυχῆς ποὺ συμβαίνει μέσα στὸ νοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ εἰπωθεῖ τίποτε μὲ τὸ στόμα· γι’ αὐτό, πολλὲς φορές, ἐνῶ σιωπᾶμε, κάνουμε ὁλόκληρη συνομιλία μέσα μας καὶ συζητᾶμε στὰ ὄνειρά μας. Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς πιστοποιεῖ τὴ λογικότητά μας· μάλιστα, ὅσοι εἶναι ἀπὸ τὴ γέννησή τους κουφοὶ ἤ, ἐξαιτίας κάποιας ἀρρώστιας ἢ δυστυχήματος, ἔχασαν τὴ φωνή τους, εἶναι ἐξίσου λογικοί. Ὁ προφορικὸς λόγος πάλι δείχνει τὴν ἐνέργειά του μὲ τὴ φωνὴ καὶ τὶς γλωσσικὲς διαλέκτους· εἶναι, δηλαδή, ὁ λόγος ποὺ ἐκφέρεται μὲ τὴ γλώσσα καὶ τὸ στόμα· γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται προφορικός. Εἶναι μάλιστα ἀγγελιαφόρος τῆς σκέψεως. Καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ λεγόμαστε ὁμιλητικοί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 36. Γιὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἐνέργεια. Τὸ πάθος εἶναι λέξη μὲ πολλὲς σημασίες· πάθος ὀνομάζουμε καὶ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει στὸ σῶμα, ὅπως ἀρρώστιες καὶ πληγές, καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται στὴν ψυχή, ὅπως ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός. Γενικὰ καὶ τὸ ἴδιο γιὰ ὅλα, πάθος ἑνὸς ὄντος εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐπακόλουθο τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ λύπη· διότι ἡ λύπη ἀκολουθεῖ τὸ πάθος. Καὶ δὲν εἶναι ἡ λύπη τὸ ἴδιο το πάθος· διότι αὐτὰ ποὺ δὲν ἔχουν αἰσθήσεις, ὅταν πάσχουν, δὲν πονοῦν. Ἑπομένως, τὸ πάθος δὲν εἶναι πόνος, ἀλλὰ (πόνος εἶναι) ἡ ἀντίληψη τοῦ πάθους. Καὶ πρέπει τὸ πάθος νὰ εἶναι ἀξιόλογο, δηλαδὴ μεγάλο, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν οἱ αἰσθήσεις. Ὁ ὁρισμὸς τῶν ψυχικῶν παθῶν εἶναι ὁ ἑξῆς: πάθος εἶναι ἡ αἰσθητὴ κίνηση τῆς ἐπιθυμητικῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ φαντασθοῦμε κάτι καλὸ ἢ κακό. Καὶ ἀλλιῶς: πάθος εἶναι ἄλογη κίνηση τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ κατανοήσει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό. Ἡ κατανόηση βέβαιά του καλοῦ διεγείρει τὴν ἐπιθυμία, ἐνῶ τοῦ κακοῦ το θυμό. Τὸ γενικό, δηλαδὴ τὸ κοινὸ πάθος, ἔχει τὸν ἀκόλουθο ὁρισμό: πάθος εἶναι κίνηση ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον. Ἐνέργεια πάλι εἶναι δραστικὴ κίνηση· καὶ δραστικὸ ὀνομάζεται αὐτὸ ποὺ κινεῖται ἀπὸ μόνο του. Ἔτσι βέβαια καὶ ὁ θυμὸς ἀποτελεῖ ἐνέργεια τοῦ θυμοειδοῦς, ἀλλὰ εἶναι πάθος καὶ τῶν δύο μερῶν, δηλαδὴ τῆς ψυχῆς καὶ προπαντὸς ὅλου του σώματος, ὅταν ὁ θυμὸς τὸ ἐξωθεῖ μὲ βία σὲ πράξεις· τὸ ἕνα δηλαδὴ προξένηση κίνηση στὸ ἄλλο, γεγονὸς ποὺ ὀνομάζεται πάθος. Καὶ μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἡ ἐνέργεια ὀνομάζεται πάθος· ἐνέργεια δηλαδὴ εἶναι ἡ φυσικὴ κίνηση, ἐνῶ πάθος ἡ παρὰ φύση. Σύμφωνα λοιπὸν μ’ αὐτά, ἡ ἐνέργεια λέγεται πάθος, ὅταν δὲν κινεῖται φυσικά, εἴτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της εἴτε ἀπὸ κάποιον ἄλλον. Γιὰ παράδειγμα, ἡ κίνηση τῆς καρδιᾶς μὲ τοὺς σφυγμοὺς ἀποτελεῖ φυσικὴ κίνηση, ἐνῶ ἡ κίνησή της μὲ τοὺς παλμούς, ἐπειδὴ εἶναι ἀκονόνιστη καὶ ἀφύσικη, ἀποτελεῖ πάθος καὶ ὄχι ἐνέργεια. Κάθε κίνηση ὅμως τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς δὲν ὀνομάζεται πάθος, ἀλλὰ οἱ πιὸ δυνατὲς ποὺ γίνονται ἀντιληπτές· οἱ μικρὲς καὶ ἀνεπαίσθητες κινήσεις δὲν εἶναι ἀκόμη πάθη· πρέπει δηλαδὴ τὸ πάθος νὰ ἔχει καὶ ἀξιόλογο μέγεθος. Γι’ αὐτὸ προσθέτουμε στὸν ὁρισμὸ τοῦ πάθους καὶ τὸν προσδιορισμὸ «αἰσθητὴ κίνηση»· καθὼς οἱ μικρὲς κινήσεις, ἐπειδὴ διαφεύγουν τὴν ἀντίληψή μας, δὲν δημιουργοῦν πάθος. Ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ψυχὴ μᾶς ἔχει δύο εἰδῶν δυνάμεις, τὶς γνωστικὲς καὶ τὶς ζωτικές. Γνωστικὲς εἶναι ὁ νοῦς, ἡ διάνοια, ἡ γνώμη, ἡ φαντασία καὶ ἡ αἴσθηση. Ζωτικές, δηλαδὴ ἐπιθυμητικές, εἶναι ἡ βούληση καὶ ἡ προαίρεση. Γιὰ νὰ κάνουμε μάλιστο πιὸ συγκεκριμένο αὐτὸ ποὺ λέμε, ἃς ἀναφερθοῦμε μὲ λεπτομέρειες σ’ αὐτές. Καὶ πρῶτα νὰ μιλήσουμε γιὰ τὶς γνωστικὲς δυνάμεις. Ἀρκετὰ ἤδη εἴπαμε προηγουμένως γιὰ τὴν φαντασία καὶ τὴν αἴσθηση. Μὲ τὴν αἴσθηση, λοιπόν, δημιουργεῖται στὴν ψυχὴ πάθος, τὸ ὁποῖο ὀνομάζουμε φαντασία· καὶ ἀπὸ τὴ φαντασία δημιουργεῖται ἡ ἰδέα. Στὴ συνέχεια, ἡ διάνοια, ἀφοῦ ἐξετάσει τὴν ἰδέα, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἢ ψευδής, καταλήγει στὴν ἀλήθεια· γι’ αὐτὸ λέγεται καὶ διάνοια, ἐπειδὴ ἐξετάζει καὶ ξεχωρίζει (τὴν ἀλήθεια). Ἐκεῖνο, λοιπόν, ποὺ ἀποδείχθηκε καὶ βρέθηκε ἀληθινὸ ὀνομάζεται νοῦς (διανόημα). Καὶ μὲ ἄλλη διατύπωση· πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ πρώτη κίνηση τοῦ νοῦ λέγεται νόηση· ἡ νόηση πάλι γιὰ κάτι λέγεται λογισμός, ὁ ὁποῖος, ἂν παραμείνει καὶ σχηματίσει στὴν ψυχὴ παράσταση σχετικὴ μὲ τὸ νοούμενο, καλεῖται σκέψη. Ἡ σκέψη πάλι, ἂν μείνει προσηλωμένη στὸ ἴδιο καὶ ἐλέγξει καὶ ἐξετάσει τὸν ἑαυτό της, λέγεται φρόνηση. Ἡ φρόνηση πλέον, ἂν διευρυνθεῖ, σχηματίζει διαλογισμό, ποὺ τὸν ὀνομάζουμε ἐνδιάθετο λόγο καὶ τὸν ὁρίζουμε ὡς πλήρη κίνηση τῆς ψυχῆς ποὺ συμβαίνει στὸ μέρος τοῦ διανοητικοῦ, χωρὶς τίποτε νὰ ἐκφωνεῖται· αὐτός, λένε, δημιουργεῖ τὸν προφορικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖται μὲ τὴ γλώσσα.Ἀφοῦ, λοιπόν, εἴπαμε γιὰ τὶς γνωστικὲς δυνάμεις, ἃς μιλήσουμε καὶ γιὰ τὶς ζωτικές, δηλαδὴ τὶς ἐπιθυμητικές. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι κάποια δύναμη ἔχει σπαρεῖ μέσα στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴ φύση· αὐτὴ ἐπιθυμεῖ αὐτὸ ποὺ εἶναι φυσικὸ καὶ συγκρατεῖ ὅλα ὅσα ἀνήκουν κατ’ οὐσίαν στὴ φύση μας· λέγεται θέληση. Ἡ ὕπαρξή μας, δηλαδή, ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπάρχει μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση· νὰ ζεῖ καὶ νὰ κινεῖται ποθώντας τὴ δική της φυσικὴ καὶ τέλεια ὕπαρξη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ὁρισμὸς τοῦ φυσικοῦ θελήματος εἶναι ὁ ἑξῆς: θέλημα εἶναι λογικὴ ἐπιθυμία τῶν ζωτικῶν, ποὺ ἐξαρτᾶται μόνον ἀπ’ ὅσα ἀνήκουν στὴ φύση μας. Ἑπομένως, ἡ θέληση εἶναι ἡ ἴδια ἡ φυσικὴ καὶ λογικὴ ἐπιθυμία ὅλων των συστατικῶν της φύσεώς μας, ἡ ἁπλὴ δύναμη· ἀντίθετα, ἡ ἐπιθυμία τῶν ἄλογων ὄντων, ἐπειδὴ δὲν εἶναι λογική, δὲν λέγεται θέληση. Ἡ βούληση εἶναι κάποια φυσικὴ θέληση, δηλαδὴ φυσικὴ καὶ λογικὴ ἐπιθυμία κάποιου πράγματος. Ὑπάρχει, δηλαδή, μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου δύναμη τῆς λογικῆς ἐπιθυμίας. Ὅταν, λοιπόν, ἡ λογικὴ ἐπιθυμία κινηθεῖ φυσικὰ πρὸς κάποιο πράγμα, λέγεται βούληση· βούληση, δηλαδή, εἶναι ἡ λογικὴ ἐπιθυμία καὶ ὁ πόθος κάποιου πράγματος. Ἡ βούληση χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπό μας καὶ γιὰ ὅσα δὲν ἐξαρτῶνται, δηλαδὴ καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ γι’ αὐτὰ δὲν εἶναι. Ἐπιθυμοῦμε, γιὰ παράδειγμα, πολλὲς φορὲς νὰ πορνεύσουμε ἢ νὰ ἐγκρατευθοῦμε ἢ νὰ κοιμηθοῦμε ἢ κάτι παρόμοιο· αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἀπό μας καὶ μποροῦν νὰ γίνουν. Θέλουμε, ἀκόμη, νὰ γίνουμε βασιλιάδες· αὐτὸ ὅμως δὲν ἐξαρτᾶται ἀπό μας. Ἐπιθυμοῦμε τέλος νὰ μὴν πεθάνουμε ποτέ· αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀπὸ τὰ ἀδύνατα. Ἡ βούληση ἀναφέρεται στὸν σκοπό, ὄχι σ’ αὐτὰ ποὺ ὁδηγοῦν στὸν σκοπό. Σκοπὸς βέβαια εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς βουλήσεως, ὅπως νὰ βασιλεύσουμε ἢ νὰ γίνουμε ὑγιεῖς. Στὸν σκοπὸ ὁδηγεῖ ἡ σκέψη, δηλαδὴ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ γίνουμε ὑγιεῖς ἢ νὰ βασιλέψουμε. Ἔπειτα, μετὰ ἀπὸ τὴ βούληση, ἀκολουθεῖ ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ἐξέταση. Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτά, ἂν ἐξαρτᾶται ἀπό μας, ἀκολουθεῖ βουλή, δηλαδὴ ἀπόφαση. Καὶ «βουλὴ» εἶναι ἐπιθυμία γιὰ νὰ ἐρευνήσουμε αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ πράξουμε. Σκέφτεται, δηλαδή, κάποιος, ἂν πρέπει ν’ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ὑπόθεση ἢ ὄχι. Ἔπειτα σκέφτεται τὸ καλύτερο, καὶ αὐτὸ λέγεται διάκριση. Στὴ συνέχεια, ἀποδέχεται καὶ ἀγαπᾶ αὐτὸ ποὺ ἔκρινε μὲ τὴ σκέψη του, καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται συγκατάθεση. Ἂν βέβαια δὲν ἀποφασίσει ν’ ἀποδεχθεῖ τὴν κρίση του, δηλαδὴ δὲν τὴν ἀγαπήσει, τότε δὲν ὀνομάζεται συγκατάθεση. Ἔπειτα, μετὰ τὴν ἀποδοχή, ἔρχεται ἡ προαίρεση, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογή· προαίρεση δηλαδὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἑνὸς μεταξὺ δύο πραγμάτων, νὰ προτιμήσουμε αὐτὸ ἀντὶ γιὰ τὸ ἄλλο. Κατόπιν, σπεύδει νὰ τὸ κάνει πράξη, καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται ὁρμή. Ἔπειτα, ἐκπληρώνει τὴν ἐπιθυμία, καὶ αὐτὸ λέγεται χρήση. Τέλος, μετὰ τὴ χρήση, ἡ ἐπιθυμία σταματᾶ. Στὴν περίπτωση βέβαιά των ἀλόγων ζώων, ὅταν ἔχουν ἐπιθυμία κάποιου πράγματος, ἀμέσως ὁρμοῦν νὰ τὴν πραγματοποιήσουν· διότι ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀλόγων ζώων εἶναι ἄλογη καὶ κατευθύνεται ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἐπιθυμία. Γι’ αὐτὸ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀλόγων ζώων δὲν ὀνομάζεται θέληση οὔτε βούληση· διότι ἡ θέληση εἶναι λογικὴ καὶ αὐτεξούσια φυσικὴ ἐπιθυμία. Στοὺς ἀνθρώπους ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λογική, ἡ φυσική τους ἐπιθυμία μᾶλλον κατευθύνεται παρὰ κατευθύνει· διότι αὐτὴ κινεῖται ἐλεύθερα καὶ λογικά, ἐπειδὴ μέσα στὸν ἄνθρωπο οἱ γνωστικὲς καὶ ζωτικὲς δυνάμεις ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους. (Ὁ ἄνθρωπος), λοιπόν, ἐλεύθερα ἐπιθυμεῖ, ἐλεύθερα θέλει, ἐλεύθερα ἐρευνᾶ καὶ ἐξετάζει, ἐλεύθερα σκέφτεται, ἐλεύθερα διακρίνει, ἐλεύθερα παίρνει θέση ἀπέναντι στὰ πράγματα, ἐλεύθερα ἐκλέγει, ἐλεύθερα σπεύδει (γιὰ ἐκπλήρωση τῶν ἐπιθυμιῶν) καὶ ἐλεύθερα ἐνεργεῖ σ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση του. Πρέπει ἐπίσης νὰ γνωρίζουμε ὅτι στὸ Θεὸ ἀποδίδουμε βούληση καὶ ὄχι προαίρεση· διότι ὁ Θεὸς δὲν σκέφτεται. Ἡ σκέψη ἀποτελεῖ γνώρισμα τῆς ἄγνοιας· κανεὶς ὅμως δὲν σκέφτεται γιὰ κάτι ποὺ τὸ γνωρίζει. Ἐάν, λοιπόν, ἡ σκέψη εἶναι γνώρισμα τῆς ἀγνοίας, ὁπωσδήποτε εἶναι καὶ ἡ προαίρεση. Ἀλλὰ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος τὰ γνωρίζει ὅλα ἀπολύτως, δὲν σκέφτεται. Ἀλλὰ οὔτε στὴν ψυχὴ τοῦ Κυρίου ἀποδίδουμε σκέψη ἢ προαίρεση· διότι δὲν εἶχε ἄγνοια. Ἂν καὶ ἡ (ἀνθρώπινη) φύση τοῦ ἀγνοοῦσε τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν, ὅμως, ἐπειδὴ ἑνώθηκε ὑποστατικὰ μὲ τὸ Θεὸ Λόγο, εἶχε τὴ γνώση ὅλων ὄχι χαριστικὰ ἀλλά, ὅπως λέγεται, ἐξαιτίας τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεώς της· διότι ὁ ἴδιος ἦταν καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶχε γνωμικὸ θέλημα. Εἶχε βέβαια ἁπλὴ φυσικὴ θέληση, τὴν ἴδια ποὺ συναντᾶμε σὲ κάθε ἀνθρώπινη ὑπόσταση· ἀλλὰ ἡ ἁγία του ψυχὴ δὲν εἶχε γνώμη, δηλαδὴ ἐπιθυμητό, τὸ ὁποῖο (νὰ μπορεῖ νὰ εἶναι) ἀντίθετο στὸ θεῖο τοῦ θέλημα ἢ κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ θεῖο τοῦ θέλημα. Διότι ἡ γνώμη χωρίζεται μαζὶ μὲ τὶς ὑποστάσεις (πρόσωπα), ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας, ἁπλῆς, ἀσύνθετης καὶ ἀδιαίρετης Θεότητος· ἐπειδὴ οἱ ὑποστάσεις τῆς Θεότητος εἶναι ἀδιαίρετες καὶ ἀχώριστες, οὔτε καὶ ἡ θέλησή τους χωρίζεται. Καὶ στὴ θεότητα βέβαια, ἐπειδὴ ἡ φύση εἶναι μία, μία εἶναι καὶ ἡ φυσική τους θέληση. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ὑποστάσεις εἶναι ἀχώριστες, εἶναι καὶ μία ἡ θέληση καὶ ἡ κίνηση (ἐνέργεια) τῶν τριῶν ὑποστάσεων. Στὴν περίπτωση τῶν ἀνθρώπων μάλιστα, ἐπειδὴ μία εἶναι ἡ φύση, μία εἶναι καὶ ἡ θέληση· ἐπειδὴ ὅμως τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων εἶναι χωριστὰ καὶ διαφέρουν μεταξύ τους στὸν τόπο, τὸ χρόνο, τὴ σχέση τους πρὸς τὰ πράγματα καὶ ἄλλα πολλά, ἐξαιτίας αὐτοῦ ἔχουμε καὶ διαφορετικὰ θελήματα καὶ γνῶμες. Σχετικὰ ὅμως μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ οἱ φύσεις διαφέρουν, διαφέρουν καὶ οἱ φυσικὲς θελήσεις τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του, δηλαδὴ οἱ θελητικὲς δυνάμεις. Ἐπειδὴ ὅμως μία εἶναι ἡ ὑπόσταση τοῦ προσώπου του καὶ ἕνας αὐτὸς ποὺ θέλει, ἕνα εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ θέλει, δηλαδὴ τὸ γνωμικό του θέλημα· διότι ἡ ἀνθρώπινη θέλησή του ἀκολουθεῖ τὴ θεία τοῦ θέληση καὶ θέλει αὐτά, τὰ ὁποῖα ἡ θεία τοῦ θέληση ἤθελε νὰ θέλει αὐτὴ (ἡ ἀνθρώπινη). Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θέληση καὶ ἄλλο ἡ βούληση, ἄλλο τὸ θελητό, ἄλλο τὸ θελητικὸ καὶ ἄλλο ὁ θέλων. Θέληση, δηλαδή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁπλὴ δύναμη νὰ θέλουμε, ἐνῶ βούληση εἶναι ἡ θέληση γιὰ κάτι· θελητὸ πάλι εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς θελήσεως, δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ θέλουμε· γιὰ παράδειγμα, ἡ ἐπιθυμία κινεῖται γιὰ φαγητό· ἡ ἁπλὴ ἐπιθυμία εἶναι λογικὴ θέληση, ἐνῶ ἡ ἐπιθυμία γιὰ φαγητὸ εἶναι βούληση· ἡ ἴδια ἡ τροφὴ εἶναι τὸ θελητό, ἐνῶ θελητικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει τὴ δύναμη τῆς θελήσεως, γιὰ παράδειγμα ὁ ἄνθρωπος. Θέλων πάλι εἶναι αὐτὸς ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴ θέληση. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ θέλημα ἄλλοτε σημαίνει τὴ θέληση, δηλαδὴ τὴ θελητικὴ δύναμη καὶ ὀνομάζεται φυσικὸ θέλημα· ἄλλοτε πάλι σημαίνει τὸ ἐπιθυμητὸ καὶ ὀνομάζεται γνωμικὸ θέλημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 37. Γιὰ τὴν ἐνέργεια. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅλες οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχουμε ἀναφέρει, οἱ γνωστικές, οἱ ζωτικές, οἱ φυσικὲς καὶ οἱ τεχνικές, ὀνομάζονται ἐνέργειες. Ἐνέργεια εἶναι ἡ φυσικὴ δύναμη καὶ κίνηση κάθε οὐσίας. Καὶ ἐπίσης· φυσικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ ἔμφυτη κίνηση κάθε οὐσίας. Γι’ αὐτὸ εἶναι φανερὸ ὅτι ὅποια ὄντα ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία, αὐτὰ ἔχουν καὶ τὴν ἴδια ἐνέργεια· ὅποια ὅμως ἔχουν διαφορετικὲς φύσεις, αὐτὰ ἔχουν καὶ διαφορετικὲς ἐνέργειες· διότι εἶναι ἀδύνατο ἡ οὐσία νὰ εἶναι ἀμέτοχη στὴ φυσικὴ ἐνέργεια. Φυσικὴ ἐνέργεια πάλι εἶναι ἡ δύναμη ποὺ φανερώνει κάθε οὐσία. Καὶ ἐπίσης· φυσικὴ καὶ πρώτη ἐνέργεια εἶναι ἡ ἀεικίνητη δύναμη τῆς νοερῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ἡ ἀεικίνητη δύναμη τῆς διάνοιάς της, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ φύση τῆς πηγάζει πάντοτε ἀπ’ αὐτήν. Καὶ ἀκόμη· φυσικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ κίνηση κάθε οὐσίας, χωρὶς τὴν ὁποία ὑπάρχει μόνο αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει ὕπαρξη. Ἐνέργειες ὀνομάζονται καὶ οἱ πράξεις, ὅπως τὸ νὰ ὁμιλεῖ κανείς, νὰ περπατᾶ, νὰ τρώει, νὰ πίνει καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ ἀκόμη, τὰ φυσικὰ πάθη λέγονται πολλὲς φορὲς ἐνέργειες, ὅπως ἡ πείνα, ἡ δίψα καὶ τὰ παρόμοια. Ἐνέργεια ὀνομάζεται τέλος καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως. Μὲ διπλὴ σημασία λέγονται καὶ οἱ ἐκφράσεις «δυνάμει» καὶ «ἐνεργεία». Τὸ παιδὶ ποὺ θηλάζει τὸ ὀνομάζουμε δυνάμει γραμματοδιδάσκαλο· διότι ἔχει τὴν ἱκανότητα μὲ τὴ μάθηση νὰ γίνει γραμματοδιδάσκαλος. Τὸ γραμματοδιδάσκαλο πάλι τὸν λέμε καὶ δυνάμει καὶ ἐνεργεία γραμματοδιδάσκαλο· ἐνεργεία, διότι γνωρίζει τὴ γραμματικὴ τέχνη, καὶ δυνάμει, διότι μπορεῖ νὰ τὴν διδάξει, ἀλλὰ δὲν διδάσκει. Τὸν καλοῦμε πάλι ἐνεργεία γραμματοδιδάσκαλο, ὅταν ἐργάζεται, δηλαδὴ διδάσκει. Πρέπει λοιπὸν νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ δεύτερη περίπτωση ἀνήκει ἀπὸ κοινοῦ καὶ στὸ δυνάμει καὶ στὸ ἐνεργεία· κατὰ δεύτερο λόγο ἀνήκει στὸ δυνάμει, ἐνῶ κατὰ πρῶτο ἀνήκει στὸ ἐνεργεία. Πρώτη, μοναδικὴ καὶ ἀληθινὴ ἐνέργεια τῆς φύσεώς μας εἶναι ἡ ἀνεξάρτητη, δηλαδὴ ἡ λογικὴ καὶ ἐλεύθερη ζωή, ποὺ εἶναι συστατική της ἀνθρωπίνης φύσεώς μας· αὐτοὶ ποὺ ἀρνοῦνται αὐτὴ τὴ φύση (ἀνθρώπινη) γιὰ τὸν Κύριο, δὲν ξέρω πῶς τὸν ὀνομάζουν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Ἡ ἐνέργεια εἶναι δραστικὴ κίνηση τῆς φύσεως· καὶ ὀνομάζεται δραστικὸ αὐτὸ ποὺ κινεῖται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 38. Γιὰ τὸ ἑκούσιο καὶ τὸ ἀκούσιο. Ἐπειδὴ σὲ μιὰ πράξη ὑπάρχει ἡ ἑκούσια καὶ σ’ ἄλλη ἡ θεωρούμενη ἀκούσια συμμετοχὴ καὶ πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀκούσια συμμετοχὴ ὄχι μόνον ὅταν ὑποφέρουμε ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐνεργοῦμε, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ πράξη εἶναι λογικὴ ἐνέργεια καὶ ὅτι μετὰ τὶς πράξεις ἀκολουθεῖ ἢ ἔπαινος ἢ κατηγορία. Καὶ ἄλλες πράξεις γίνονται μὲ εὐχαρίστηση καὶ ἄλλες μὲ λύπη. Αὐτὸς ποὺ τὶς κάμει, ἄλλες τὶς προτιμᾶ καὶ ἄλλες τὶς ἀποφεύγει· καὶ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ προτιμᾶ, ἄλλες τὶς προτιμᾶ γιὰ πάντα, ἐνῶ ἄλλες πρόσκαιρα· τὸ ἴδιο καὶ αὐτὲς ποὺ ἀποφεύγει. Ἐπίσης, ἄλλες ἀπὸ τὶς πράξεις κινοῦν τὴν συμπάθεια, ἄλλες θεωροῦνται ἄξιες συγχωρήσεως, ἄλλες εἶναι μισητὲς καὶ ἄλλες ἄξιες τιμωρίας. Στὴν ἑκούσια, λοιπόν, συμμετοχὴ ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε ἔπαινος ἢ κατηγορία καὶ ὅτι αὐτὸς ποὺ τὶς κάμει τὶς προτιμᾶ ἢ γιὰ πάντα ἢ γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα ποὺ γίνονται. Στὴν ἀκούσια ὅμως συμμετοχὴ ἀκολουθεῖ ἡ συγχώρεση ἢ ἡ συμπάθεια, ὅτι γίνονται μὲ λύπη καὶ ὅτι δὲν τὶς ἐπιλέγει οὔτε τὶς ἐνεργεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τοῦ αὐτὸς ποὺ τὶς κάμει, ἀκόμη κι ἂν πιέζεται. Ἡ ἀκούσια συμμετοχὴ ὀφείλεται ἀπὸ τὴ μιὰ στὴ βία κι ἀπὸ τὴν ἄλλη στὴν ἄγνοια· στὴ βία βέβαια ὀφείλεται, ὅταν ἡ δημιουργικὴ ἀρχή, δηλαδὴ ἡ αἰτία τῆς βρίσκεται ἔξω ἀπό μας, ὅταν δηλαδὴ ἄλλος μᾶς πιέζει, χωρὶς καθόλου νὰ μᾶς πείθει καὶ χωρὶς νὰ συμμετέχουμε αὐθόρμητα ἢ νὰ συμπράττουμε ἢ νὰ κάνουμε ἀπὸ μόνοι μας αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς πιέζουν. Ὁ ὁρισμὸς αὐτοῦ εἶναι: ἀκούσια συμμετοχὴ εἶναι αὐτὴ τῆς ὁποίας ἡ ἀρχὴ βρίσκεται ἔξω ἀπό μας, χωρὶς καθόλου νὰ συμμετέχει μὲ τὸν ἑαυτὸ τοῦ αὐτὸς ποὺ δέχθηκε πίεση. Ἀρχὴ πάλι ὀνομάζουμε τὴ δημιουργικὴ αἰτία. Ἡ ἀκούσια ὅμως συμμετοχὴ ὀφείλεται στὴν ἄγνοια, ὅταν οἱ ἴδιοι δὲν γινόμαστε αἴτιοι τῆς ἄγνοιας, ἀλλὰ ὅταν ἔτσι συμβεῖ. Γιὰ παράδειγμα, ἂν κάποιος μεθυσμένος κάνει φόνο, σκότωσε ἀπὸ ἄγνοια, ἀλλὰ ὄχι ἄθελα· διότι ὁ ἴδιος προξένησε τὴν αἰτία τῆς ἄγνοιας, δηλαδὴ τὴ μέθη. Ἂν ὅμως κάποιος ρίχνοντας τὸ τόξο του σὲ συνηθισμένο τόπο, σκότωσε τὸν πατέρα του ποὺ περνοῦσε τυχαία, τότε λέμε ὅτι χωρὶς τὴ θέλησή του τὸ ἔπραξε, ἀπὸ ἄγνοια. Ἐνῶ, λοιπόν, ἡ ἀκούσια συμμετοχὴ εἶναι δύο εἰδῶν, ἕνα εἶδος μὲ πίεση καὶ ἄλλο ἀπὸ ἄγνοια, ἡ ἑκούσια συμμετοχὴ εἶναι ἀντίθετη καὶ στὰ δύο· διότι ἑκούσια συμμετοχὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ γίνεται χωρὶς πίεση καὶ χωρὶς ἄγνοια. Ἑκούσια, λοιπόν, συμμετοχὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἡ ἀρχή της, δηλαδὴ ἡ αἰτία, ὑπάρχει σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο ποὺ γνωρίζει τὶς σχετικὲς λεπτομέρειες, μὲ τὶς ὁποῖες συντελεῖται ἡ πράξη. Σχετικὲς λεπτομέρειες εἶναι αὐτὲς ποὺ οἱ ρήτορες ὀνομάζουν παραμέτρους: ὅπως «ποιός», δηλαδὴ ὁ δράστης, «ποιό», δηλαδὴ τὸ θύμα, «ποιά», δηλαδὴ ἡ πράξη, ἂν τυχὸν διέπραξε φόνο· «μὲ τί», δηλαδὴ μὲ ποιὸ ὄργανο, «πού», δηλαδὴ σὲ ποιὸ τόπο, «πότε», δηλαδὴ σὲ ποιὸ χρόνο, «πώς», δηλαδὴ μὲ ποιὸ τρόπο ἔγινε ἡ πράξη, «γιατί», δηλαδὴ γιὰ ποιὰ αἰτία. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένες ἐνέργειές μας ἐνδιάμεσες μεταξὺ ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, τὶς ὁποῖες δεχόμαστε, ἂν καὶ εἶναι δυσάρεστες καὶ λυπηρές, γιὰ ν’ ἀποφύγουμε μεγαλύτερο κακό, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ναυαγίου ρίχνουμε στὴ θάλασσα τὰ ἐμπορεύματα τοῦ πλοίου. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἄλογα ἐνεργοῦν μὲ τὴ θέλησή τους, ἀλλὰ χωρὶς νὰ προαποφασίσουν· καὶ ὅτι, ὅσα κάνουμε ἐξαιτίας τῆς ὀργῆς, χωρὶς προηγουμένως νὰ σκεφθοῦμε, τὸ κάνουμε μὲ τὴ θέλησή μας, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ προηγούμενη ἀπόφαση. Καὶ ὁ φίλος μας παρουσιάστηκε ξαφνικὰ μὲ τὴ θέλησή μας, χωρὶς ὅμως νὰ προαποφασίσουμε. Κι αὐτὸς ποὺ βρῆκε ἀνέλπιστα θησαυρό, τὸν βρῆκε μὲ τὴ θέλησή του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ προαποφασίσει. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἑκούσια, διότι μᾶς προκαλοῦν εὐχαρίστηση, ἀλλὰ δὲν γίνονται μὲ προηγούμενη ἀπόφαση, διότι δὲν τὰ ἔχουμε σκεφθεῖ. Πρέπει, ἐπίσης, ὅπως εἴπαμε, ἡ σκέψη νὰ προηγεῖται ἀπὸ τὴν ἀπόφαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 39. Γιὰ τὴν ἐξουσία τῆς βουλήσεώς μας, δηλαδὴ γιὰ τὸ αὐτεξούσιο. Ὁ λόγος γιὰ τὸ αὐτεξούσιο, δηλαδὴ γιὰ τὴν ἐξουσία τῆς βουλήσεώς μας, ἔχει πρῶτο στόχο, ἂν ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπό μας· διότι πολλοὶ εἶναι ποὺ διαφωνοῦν μ’ αὐτό. Δεύτερο στόχο ἔχει, ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπό μας καὶ στὰ ὁποῖα ἔχουμε ἐξουσία. Καὶ τρίτο στόχο, νὰ βροῦμε γιὰ ποιὰ αἰτία ὁ Δημιουργός μας Θεὸς μᾶς ἔκανε αὐτεξούσιους. Ἀναλύοντας τὸν πρῶτο στόχο, ἃς ἀποδείξουμε πρῶτα ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δέχονται ἐκεῖνοι (ποὺ διαφωνοῦν) ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπό μας, κι ἔτσι ν’ ἀρχίσουμε τὸ λόγο. Λένε ὅτι αἰτία ὅλων αὐτῶν ποὺ συμβαίνουν εἶναι ἢ ὁ Θεὸς ἢ ἡ ἀνάγκη ἢ ἡ μοίρα ἢ ἡ φύση ἢ ἡ τύχη ἢ ὁ αὐτοματισμός. Ἀλλά, ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ πρόνοια, ἐνῶ τῆς ἀνάγκης ἔργο εἶναι ἡ κίνηση ὅσων βρίσκονται στὴν ἴδια κατάσταση αἰώνια· ἔργο πάλι τῆς μοίρας εἶναι νὰ γίνονται ὑποχρεωτικὰ ὅσα ἡ ἴδια φέρει (διότι καὶ ἡ ἴδια ἀποτελεῖ ἔργο τῆς ἀνάγκης)· ἔργο τῆς φύσεως πάλι εἶναι ἡ δημιουργία, ἡ αὔξηση, ἡ φθορά, τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα· τῆς τύχης πάλι εἶναι τὰ σπάνια καὶ ἀπροσδόκητα· διότι δίνουν ὁρισμὸ στὴν τύχη ὡς σύμπτωση καὶ συνεργασία δύο αἰτιῶν, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν προαίρεση, ἀλλὰ ἔχουν διαφορετικὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὸ φυσιολογικό· ὅπως συμβαίνει μ’ αὐτὸν ποὺ σκάβει τάφρο καὶ βρίσκει θησαυρό· διότι οὔτε αὐτὸς ποὺ ἔκρυψε τὸ θησαυρό, τὸν τοποθέτησε γιὰ νὰ τὸν βρεῖ ἄλλος, οὔτε αὐτὸς ποὺ τὸν βρῆκε ἔσκαψε γιὰ νὰ βρεῖ θησαυρό· τὸ ἀντίθετο, ὁ ἕνας ἔσκαψε γιὰ νὰ τὸν βρεῖ ὅποτε θέλει, καὶ ὁ ἄλλος γιὰ νὰ φτιάξει τάφρο. Συνέβη ὅμως κάτι διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ καὶ οἱ δύο ἐπιδίωκαν. Τέλος, ἔργο τοῦ αὐτοματισμοῦ εἶναι τὰ τυχαῖα συμβάντα τῶν ἀψύχων καὶ ἀλόγων ζώων, ποὺ συμβαίνουν χωρὶς τὴ μεσολάβηση τῆς φύσεως ἢ τῆς τέχνης. Ἔτσι λένε αὐτοί. Σὲ ποιό, λοιπόν, ἀπὸ αὐτὰ θὰ κατατάξουμε τὶς ἀνθρώπινες πράξεις, ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἡ αἰτία καὶ ἡ ἀρχὴ κάποιας πράξεως; Διότι δὲν εἶναι δίκαιο ν’ ἀποδίνουμε συχνὰ αἰσχρὲς καὶ ἄδικες πράξεις στὸ Θεό, οὔτε στὴν ἀνάγκη (διότι δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτῶν ποὺ βρίσκονται στὴν ἴδια κατάσταση), οὔτε στὴ μοίρα (διότι λένε ὅτι αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὴ μοίρα δὲν ἀνήκουν στὰ ἐνδεχόμενα ἀλλὰ στὰ ὑποχρεωτικὰ νὰ συμβοῦν), οὔτε στὴ φύση (διότι ἔργα τῆς φύσεως εἶναι τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά), οὔτε στὴν τύχη (διότι οἱ ἀνθρώπινες πράξεις δὲν εἶναι σπάνιες καὶ ἀπροσδόκητες), οὔτε στὸν αὐτοματισμὸ (διότι τὰ συμβάντα τοῦ αὐτοματισμοῦ λένε ὅτι γίνονται στὰ ἄψυχα καὶ ἄλογα ζῶα). Μᾶς ἀπομένει, λοιπόν, νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἐνεργεῖ καὶ δημιουργεῖ· νὰ εἶναι ἡ αἰτία τῶν ἔργων του καὶ ἐλεύθερος στὴ βούλησή του. Ἐπιπλέον, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὁ αἴτιος καμιᾶς πράξεως, δὲν τοῦ χρειάζεται ν’ ἀποφασίζει· τί νὰ τὴν κάνει τὴν ἀπόφασή του, ἂν δὲν εἶναι αἴτιος καμιᾶς πράξεως; Ἡ ἀπόφαση ὑπάρχει γιὰ νὰ κάνει πράξεις. Θὰ ἦταν ὅμως ἀπὸ τὰ πιὸ παράλογα νὰ παρουσιάζουμε ὡς ἄχρηστη τὴν πιὸ ὡραία καὶ πολύτιμη ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἄν, λοιπόν, ἀποφασίζει, ἀποφασίζει γιὰ πράξεις· διότι κάθε ἀπόφαση γίνεται γιὰ τὴν πράξη καὶ μὲ σκοπὸ τὴν ἐκτέλεσή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 40. Γι’ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν. Ἀπ’ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν, ἄλλα ἐξαρτῶνται ἀπό μας καὶ ἄλλα ὄχι. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτῶνται αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐμεῖς εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ κάνουμε ἢ ὄχι, δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐκτελοῦμε μὲ τὴ θέλησή μας (διότι δὲν θὰ λέγαμε ὅτι κάνουμε κάτι μὲ τὴ θέλησή μας, ἂν ἡ πράξη δὲν ἐξαρτᾶται ἀπό μας)· μ’ ἕνα λόγο, ἀπὸ μᾶς ἐξαρτῶνται ὅσα ἔχουν ὡς συνέπεια κατάκριση ἢ ἔπαινο καὶ γιὰ ὅσα ὑπάρχει παραίνεση ἢ νόμος. Κυρίως ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς ὅσα ἀνήκουν στὴν ψυχὴ καὶ γιὰ ὅσα ἀποφασίζουμε· διότι παίρνουμε ἀπόφαση γιὰ τὰ ἐνδεχόμενα νὰ συμβοῦν. Ἐξίσου ἐνδεχόμενο εἶναι αὐτὸ ποὺ καὶ τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ τὸ ἀντίθετό του· τὸ ἐπιλέγει ὅμως ἡ διάνοιά μας καὶ ἀποτελεῖ τὴν αἰτία τῆς πράξεως. Αὐτά, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπό μας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξίσου ἐνδεχόμενα νὰ συμβοῦν, ὅπως νὰ κινούμαστε ἢ ὄχι, νὰ σπεύδουμε ἢ ὄχι, νὰ ἐπιθυμοῦμε τα μὴ ἀπαραίτητα ἢ ὄχι, νὰ λέμε ψέματα ἢ ὄχι, νὰ δίνουμε ἢ ὄχι, νὰ χαιρόμαστε γιὰ ὅσα πρέπει, ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο νὰ μὴν χαιρόμαστε γιὰ ὅσα δὲν πρέπει, καὶ ὅλα τα παρόμοια, στὰ ὁποῖα ὑπάγονται τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας. Διότι ὅλα αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία μας. Στὰ ἐνδεχόμενα, ἐπίσης, νὰ συμβοῦν ἀνήκουν καὶ οἱ τέχνες· ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ἀσκήσουμε ὅποια τέχνη θελήσουμε ἢ νὰ μὴν ἀσκήσουμε. Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν πράξη ἐξαρτᾶται ἀπό μας· ἀλλὰ τὴν πράξη ἐμποδίζει πολλὲς φορὲς κάποιο σχέδιο τῆς θείας πρόνοιας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 41. Γιὰ ποιὸ λόγο δημιουργηθήκαμε αὐτεξούσιοι. Ὑποστηρίζουμε ὅτι τὸ αὐτεξούσιο εἰσέρχεται στὸν ἄνθρωπο ἀμέσως μαζὶ μὲ τὸ λογικό, καὶ ὅτι ἡ ἀλλαγὴ καὶ μεταβολὴ εἶναι φυσικὲς ἰδιότητες ὅσων γεννιοῦνται. Διότι, κάθετι ποὺ γεννιέται εἶναι καὶ μεταβλητό. Καθώς, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας γίνεται μὲ μεταβολή, εἶναι ἑπόμενο τὰ ὄντα νὰ εἶναι μεταβλητά. Καὶ μεταβολὴ σημαίνει νὰ παραχθεῖ κάτι ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ ἀπὸ προϋπάρχουσα ὕλη νὰ γίνει κάτι ἄλλο. Τὰ ἄψυχα βέβαια καὶ τὰ ἄλογα ζῶα μεταβάλλονται σύμφωνα μὲ τὶς σωματικὲς μεταβολὲς ποὺ προαναφέραμε, ἐνῶ τὰ λογικὰ ὄντα σύμφωνα μὲ τὴν προαίρεσή τους. Καὶ ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ λογικοῦ, τὸ ἕνα εἶναι θεωρητικὸ καὶ τὸ ἄλλο πρακτικό. Θεωρητικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀντιλαμβάνεται σὲ ποιὰ κατάσταση εἶναι τὰ ὄντα, ἐνῶ πρακτικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποφασίζει καὶ τὸ ὁποῖο ὁρίζει σὲ ὅσα μποροῦν νὰ γίνουν ὡς κριτήριο τὸν ὀρθὸ λόγο. Καὶ ὀνομάζουν τὸ θεωρητικὸ νοῦ, ἐνῶ τὸ πρακτικὸ λόγο· ἐπίσης, ὀνομάζουν τὸ θεωρητικὸ σοφία, ἐνῶ τὸ πρακτικὸ σύνεση. Γι’ αὐτὸ καθένας ποὺ σκέφτεται, σκέφτεται μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ἀπόφαση γι’ αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνουν· ἔτσι ὥστε νὰ ἐκλέξει αὐτὸ ποὺ προτίμησε μὲ τὴ σκέψη, καί, ἀφοῦ τὸ ἐκλέξει, νὰ τὸ πράξει. Κι ἂν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, τότε τὸ αὐτεξούσιο συνυπάρχει ὑποχρεωτικὰ μὲ τὸ λογικό. Διότι, ἢ δὲν θὰ ὑπάρχει λογικὸ ἢ τὸ λογικὸ θὰ εἶναι ὑπεύθυνο γιὰ τὶς πράξεις, καὶ αὐτεξούσιο. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἄλογα ζῶα δὲν εἶναι αὐτεξούσια· ἡ φύση τοὺς τὰ κατευθύνει μᾶλλον παρὰ τὰ ἴδια τὴν κατευθύνουν· καὶ δὲν ἀντιδροῦν στὴ φυσικὴ ἐπιθυμία, ἀλλά, ὅταν ἐπιθυμήσουν κάτι, ἀμέσως κινοῦνται γιὰ ἐκπλήρωσή της. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ εἶναι λογικός, μᾶλλον κατευθύνει τὴ φύση, παρὰ αὐτὴ τὸν ἐξουσιάζει· γι’ αὐτό, ὅταν ἐπιθυμεῖ κάτι, μπορεῖ, ἂν θέλει, ἢ ν’ ἀνακόψει τὴν ἐπιθυμία του ἢ νὰ τὴν ἀκολουθήσει. Καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτό, τὰ ἄλογα ζῶα οὔτε τὰ ἐπαινοῦμε οὔτε τὰ κατακρίνουμε, ἐνῶ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐπαινοῦμε καὶ τὸν κατακρίνουμε. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἄγγελοι, ἐπειδὴ εἶναι λογικοί, εἶναι αὐτεξούσιοι, καὶ σὰν δημιουργήματα εἶναι μεταβλητοί. Καὶ τὸ ἀπόδειξε αὐτὸ ὁ Διάβολος, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ δημιουργήθηκε ἀγαθὸς ἀπὸ τὸ Δημιουργό, μὲ ἐλεύθερη ἀπόφασή του ἐφεῦρε τὴν κακία· τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις ποὺ ἐπαναστάτησαν μαζί του, δηλαδὴ οἱ δαίμονες, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ἀγγελικὰ τάγματα ἔμειναν σταθερὰ στὸ ἀγαθό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 42. Γι’ αὐτὰ ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπό μας. Ἀπ’ ὅσα δὲν ἐξαρτῶνται ἀπό μας, ἄλλα ἔχουν τὶς ἀρχές, δηλαδὴ τὴν αἰτία τους, σὲ μᾶς, ὅπως οἱ ἀμοιβὲς τῶν πράξεών μας στὴν παροῦσα καὶ μέλλουσα ζωή, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ δημιουργία, δηλαδή, ὅλων ἀνήκει στὸ Θεό, ἐνῶ ἡ φθορὰ τοὺς εἰσάχθηκε ἀπὸ τὴ δική μας κακία, γιὰ νὰ τιμωρηθοῦμε καὶ ὠφεληθοῦμε. «Διότι ὁ Θεὸς δὲ δημιούρησε τὸ θάνατο οὔτε εὐχαριστιέται ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τῶν ζωντανῶν». Ὁ θάνατος μᾶλλον προῆλθε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ Ἀδάμ· τὸ ἴδιο καὶ οἱ ὑπόλοιπες τιμωρίες. Ὅλα ὅμως τὰ ὑπόλοιπα πρέπει νὰ τὰ ἀποδώσουμε στὸ Θεό· διότι ἡ δημιουργία μᾶς εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς του δυνάμεως· ἡ διατήρησή μας ἀνήκει στὴν συντηρητική του δύναμη· ἡ διακυβέρνηση καὶ ἡ σωτηρία μᾶς ἀνήκει στὴν πρόνοιά του· καὶ ἡ ἀπόλαυση τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν στὴν ἀγαθότητά του, γιὰ ἐκείνους ποὺ διατηροῦν τὸ «κατὰ φύσιν», γιὰ τὸ ὁποῖο καὶ μᾶς ἔπλασε. Ἐπειδὴ ὅμως ὁρισμένοι ἀρνοῦνται τὴ θεία πρόνοια, ἃς ποῦμε, λοιπόν, λίγα καὶ γιὰ τὴν πρόνοιά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 43. Γιὰ τὴν Πρόνοια Πρόνοια εἶναι ἡ φροντίδα ποὺ δείχνει ὁ Θεὸς γιὰ τὰ δημιουργήματα. Καὶ ἀκόμη: Πρόνοια εἶναι ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ὅλα τα ὄντα ἐκπληρώνουν τὸν κατάλληλο προορισμό τους. Ἐὰν ἡ πρόνοια εἶναι θέληση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητο ὅλα ὅσα κάνει ἡ πρόνοια σύμφωνα μὲ τὴ λογική, νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ὡραία καὶ θεοπρεπῆ καὶ ὅσο γίνεται καλύτερα. Διότι εἶναι ἀνάγκη τὸ ἴδιο πρόσωπο νὰ εἶναι καὶ δημιουργὸς καὶ προνοητῆς των ὄντων. Δὲν εἶναι πρέπον καὶ λογικὸ ἄλλος νὰ εἶναι ὁ δημιουργός των ὄντων καὶ ἄλλος ὁ προνοητῆς. Διότι ἔτσι καὶ οἱ δύο θὰ εἶναι ἐλλιπεῖς, ὁ ἕνας σχετικὰ μὲ τὴ δημιουργικότητα καὶ ἄλλος μὲ τὴν πρόνοια. Ὁ Θεός, λοιπόν, εἶναι ὁ δημιουργὸς καὶ προνοητῆς καὶ ἡ ἀγαθὴ θέλησή του ἀποτελεῖ τὴ δημιουργική, συντηρητικὴ καὶ προνοητική του δύναμη· «διότι, ὅλα ὅσα θέλησε ὁ Κύριος, τὰ δημιούργησε καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ», καὶ κανεὶς δὲν ἀντιστάθηκε στὸ θέλημά του. Θέλησε νὰ γίνουν ὅλα, καὶ ἔγιναν· θέλει νὰ ὑπάρχει ὁ κόσμος, καὶ ὑπάρχει· ὅλα, ὅσα θέλει, γίνονται. Μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνει πολὺ ὀρθὲς σκέψεις γιὰ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα ὅτι εἶναι καλή. Νὰ σκεφθεῖ, δηλαδή, ὅτι μόνον ὁ Θεὸς εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἀγαθὸς καὶ σοφός· καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός, προνοεῖ (διότι αὐτὸς ποὺ δὲν προνοεῖ δὲν εἶναι ἀγαθός· ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ζῶα προνοοῦν ἀπὸ τὴ φύση τους γιὰ τὰ παιδιά τους, ἐνῶ αὐτὸς ποὺ δὲν τὰ φροντίζει κατηγορεῖται)· καὶ ἐπειδὴ (ὁ Θεὸς) εἶναι σοφός, φροντίζει γιὰ τὰ δημιουργήματα μὲ τὸν καλύτερο τρόπο. Πρέπει, λοιπόν, ἔχοντας στραμμένη τὴν προσοχὴ μᾶς σ’ αὐτά, ὅλα τα ἔργα τῆς θείας πρόνοιας νὰ τὰ θαυμάζουμε, νὰ τὰ ἐπαινοῦμε, νὰ τὰ ἀποδεχόμαστε χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάζουμε, ἀκόμη κι ἂν φαίνονται στοὺς πολλοὺς ἄδικα· διότι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μᾶς εἶναι ἄγνωστη καὶ ἀκατανόητη, καὶ μόνον αὐτὸς γνωρίζει τοὺς λογισμούς, τὶς πράξεις μας καὶ τὰ μέλλοντα. Καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ ἐννοῶ ὅσα δὲν ἐξαρτῶνται ἀπό μας· ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπό μας, δὲν εἶναι ἔργο τῆς προνοίας του, ἀλλὰ τῆς ἐλεύθερης βουλήσεώς μας. Καὶ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὴν πρόνοιά Του, ὁ Θεὸς ἄλλα τὰ κάνει μὲ εὐχαρίστηση καὶ ἄλλα μὲ παραχώρηση. Μὲ εὐχαρίστηση κάνει ὅσα ἀναντίρρητα εἶναι καλά, ἐνῶ μὲ παραχώρηση ὅσα εἶναι κακά. Ἐπιτρέπει, δηλαδή, πολλὲς φορὲς καὶ ὁ δίκαιος νὰ πέσει σὲ συμφορές, γιὰ νὰ φανερώσει στοὺς ἄλλους τὴν ἀρετὴ ποὺ εἶναι κρυμμένη μέσα του, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Ἰώβ. Ἄλλοτε ἐπιτρέπει νὰ συμβεῖ ἕνα παράδοξο γεγονός, γιὰ νὰ πετύχει μ’ αὐτὸ κάτι σπουδαῖο καὶ θαυμαστό, ὅπως μὲ τὸν σταυρὸ πραγματοποίησε τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Σὲ ἄλλη περίπτωση ἐπιτρέπει νὰ ὑποφέρει ὁ ὅσιος, γιὰ νὰ μὴν ξεφύγει ἀπὸ τὴν ὀρθὴ συνείδηση ἢ γιὰ νὰ μὴν παρασυρθεῖ σὲ ἀλαζονεία ἀπὸ τὴ δύναμη καὶ τὴ χάρη ποὺ τοῦ δόθηκε, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Παύλου. Ἐγκαταλείπεται κάποιος γιὰ ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα γιὰ νὰ διορθωθεῖ ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ διδάσκονται δηλαδὴ οἱ ἄλλοι βλέποντας τὴ δυστυχία του, ὅπως ἔγινε μὲ τὸ Λάζαρο καὶ τὸν πλούσιο· διότι εἶναι ἀπὸ τὴ φύση μας, ὅταν βλέπουμε κάποιους νὰ ὑποφέρουν, νὰ ζαρώνουμε ἀπὸ φόβο. Ἐγκαταλείπεται κάποιος ὄχι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του ἢ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων του, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξασθεῖ ἕνας ἄλλος, ὅπως ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς ἐγκαταλείφθηκε γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Παραχωρεῖ πάλι ὁ Θεὸς νὰ κακοπαθήσει κάποιος γιὰ ν’ αὐξηθεῖ ὁ ζῆλος ἄλλου, μὲ σκοπὸ ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο της δόξας τοῦ παθόντος νὰ γίνουν καὶ οἱ ἄλλοι ἀτρόμητοι στὸ μαρτύριο, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μελλοντικῆς δόξας καὶ τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, ὅπως γίνεται μὲ τοὺς μάρτυρες. Ἐπιτρέπει, ἐπίσης, νὰ πέσει κάποιος ἀκόμη καὶ σὲ αἰσχρὴ πράξη, γιὰ νὰ διορθώσει τὸ χειρότερο πάθος κάποιου ἄλλου· γιὰ παράδειγμα, ὑπερηφανεύεται κάποιος γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ κατορθώματά του· παραχωρεῖ ὁ Θεὸς νὰ πέσε σὲ πορνεία, ὥστε ἀφοῦ συναισθανθεῖ μὲ τὴν πτώση τὴν ἀδυναμία του, νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ προσέλθει νὰ ἐξομολογηθεῖ στὸν Κύριο. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε ἐξαρτᾶται ἀπό μας, ἀλλὰ ἡ ἐκτέλεση τῶν ἀγαθῶν εἶναι ἔργο τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δίκαια βοηθεῖ αὐτοὺς ποὺ προτιμοῦν τὸ ἀγαθὸ μὲ ὀρθὴ συνείδηση, σύμφωνα μὲ τὴ δική του πρόγνωση, ἐνῶ ἡ τέλεση τῶν κακῶν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὴν πρόγνωσή του, δίκαια ἐγκαταλείπει. Ὑπάρχουν δύο εἴδη τῆς ἐγκαταλείψεως· ὑπάρχει δηλαδὴ ἐγκατάλειψη οἰκονομικὴ καὶ διδακτικὴ καὶ ὑπάρχει ἐγκατάλειψη ποὺ ὁδηγεῖ σὲ πλήρη ἀπελπισία. Οἰκονομικὴ καὶ διδακτικὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ γίνεται γιὰ διόρθωση, σωτηρία καὶ δόξα αὐτοῦ ποὺ ὑποφέρει ἢ καὶ γιὰ τὸ ζῆλο τῶν ἄλλων καὶ γιὰ μίμηση ἢ καὶ γιὰ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ τέλεια ὅμως ἐγκατάλειψη γίνεται ὅταν, ἐνῶ ὁ Θεὸς κάνει τὰ πάντα γιὰ τὴ σωτηρία του, ὁ ἄνθρωπος παραμένει μὲ πρόθεσή του ἀναίσθητος καὶ ἀδιόρθωτος, ἢ καλύτερα ἀθεράπευτος· τότε ἀφήνεταί σε νὰ χαθεῖ τελείως, ὅπως ὁ Ἰούδας. Εἴθε νὰ μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἐγκατάλειψη. Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι τῆς θείας πρόνοιας, οἱ ὁποῖοι οὔτε ὁ λόγος τοὺς ἑρμηνεύει οὔτε ὁ νοῦς τοὺς συλλαμβάνει. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅλες οἱ λυπηρὲς δοκιμασίες ὁδηγοῦν στὴ σωτηρία ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὶς δέχονται μὲ εὐχαρίστηση καὶ ὁπωσδήποτε τοὺς προξενοῦν ὠφέλεια. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς θέλει πάνω ἀπ’ ὅλα ὅλοι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία του· διότι δὲν μᾶς δημιούργησε γιὰ νὰ μᾶς τιμωρεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ μετάσχουμε στὴν ἀγαθότητά του, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶναι ἀγαθός. Θέλει ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι καὶ δίκαιος, νὰ τιμωροῦνται αὐτοὶ ποὺ ἁμαρτάνουν. Τὸ πρῶτο θέλημα, λοιπόν, ὀνομάζεται προηγούμενο θέλημα καὶ εὐδοκία, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπ’ αὐτὸν (τὸ Θεό), ἐνῶ τὸ δεύτερο λέγεται ἑπόμενο θέλημα καὶ παραχώρηση, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ δική μας ὑπαιτιότητα. Καὶ αὐτὴ (ἡ παραχώρηση) εἶναι δύο εἰδῶν: ἡ μία οἰκονομικὴ καὶ διδακτικὴ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἡ ἄλλη ὁδηγεῖ στὴν ἀπελπισία καὶ τέλεια τιμωρία, ὅπως ἔχουμε πεῖ. Καὶ αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ ὅσα δὲν ἐξαρτῶνται ἀπό μας. Ἀπ’ αὐτὰ πάλι ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπό μας, (ὁ Θεὸς) καταρχὴν θέλει καὶ συγκατατίθεται στὰ ἀγαθά, ἐνῶ τὰ κακὰ καὶ ἀληθινὰ ἐπιζήμια οὔτε στὴν ἀρχὴ οὔτε κατόπιν τὰ θέλει· τὰ ἀφήνει στὴ διάθεση τοῦ αὐτεξουσίου· διότι αὐτὸ ποὺ γίνεται μὲ πίεση οὔτε λογικὸ εἶναι οὔτε ἀρετή. Ὁ Θεὸς προνοεῖ γιὰ ὅλη τὴν κτίση καὶ μέσω τῆς κτίσεως μᾶς εὐεργετεῖ καὶ διδάσκει, πολλὲς φορὲς ἀκόμη καὶ μέσω τῶν δαιμόνων, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Ἰώβ, καὶ τῶν γουρουνιῶν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 44. Γιὰ τὴν πρόγνωση καὶ τὸν προορισμό. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ὅλα τα γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλὰ δὲν προαποφασίζει ὅλα· γνωρίζει, δηλαδή, ἐκ τῶν προτέρων αὐτὰ ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπό μας, ἀλλὰ δὲν τὰ προαποφασίζει· διότι δὲν θέλει οὔτε τὴν κακία νὰ κάνουμε οὔτε ὅμως μᾶς ἐκβιάζει στὴν ἀρετή. Ἑπομένως, ὁ προορισμὸς εἶναι ἔργο τοῦ προγνωστικοῦ προστάγματος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, προαποφασίζει αὐτὰ ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς λόγω τῆς προγνώσεώς του· διότι ἕως τώρα ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὴν πρόγνωσή του, τὰ προκαθόρισε ὅλα μὲ κριτήριο τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴ δικαιοσύνη του. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἀρετὴ στὴ φύση μας, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ αἰτία κάθε ἀγαθοῦ καὶ εἶναι ἀδύνατο χωρὶς τὴ συνεργασία καὶ βοήθειά του νὰ θελήσουμε ἢ νὰ κάνουμε κάτι καλό. Ἀλλὰ ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἢ νὰ μείνουμε σταθεροὶ στὴν ἀρετὴ καὶ ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς προσκαλεῖ πρὸς αὐτήν, ἢ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρετή, ποὺ σημαίνει νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν κακία καὶ ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ Διάβολο ποὺ μᾶς προσκαλεῖ χωρὶς βία σ’ αὐτήν· διότι τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι ἡ κακία, παρὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ὅπως ἀκριβῶς τὸ σκοτάδι εἶναι ἀπομάκρυνση τοῦ φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στὴ φυσική μας κατάσταση, εἴμαστε στὴν ἀρετή, ἐνῶ παρεκκλίνοντας ἀπὸ τὴ φύση μας, δηλαδὴ τὴν ἀρετή, ἐρχόμαστε στὸ παρὰ φύση καὶ καταλήγουμε στὴν κακία. Μετάνοια εἶναι ἡ ἐπιστροφή, μὲ ἄσκηση καὶ κόπο, ἀπὸ τὴν παρὰ φύση στὴ φυσικὴ κατάσταση καὶ ἀπὸ τὸ Διάβολο στὸ Θεό. Ὁ Δημιουργὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἄνδρα στὸ φύλο· τοῦ μετάδωσε τὴ δική του θεία χάρη καὶ τὸν ἔφερε σὲ κοινωνία μαζί του μέσω αὐτῆς. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὡς κυρίαρχος, ἔδωσε μὲ προφητικὸ χάρισμα τὰ ὀνόματα τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα τοῦ δόθηκαν γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν. Ἐπειδή, δηλαδή, ὁ Θεὸς τὸν ἔπλασε κατ’ εἰκόνα του, νὰ εἶναι λογικός, πνευματικὸς καὶ αὐτεξούσιος, δικαιολογημένα πῆρε στὰ χέρια του ἀπὸ τὸ Δημιουργὸ καὶ Κύριο ὅλων τὴν ἐξουσία σὲ ὅλη τὴν κτίση. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ προγνώστης Θεὸς γνώριζε ὅτι ὁ ἄνδρας θὰ γίνει παραβάτης καὶ θὰ πέσει στὴ φθορά, δημιούργησε ἀπ’ αὐτὸν τὴ γυναίκα, «πλάσμα ὅμοιο καὶ βοηθό του»· βοηθὸ μάλιστα ὥστε, μετὰ τὴν παράβαση, μὲ τὴ γέννηση νὰ γίνεται ἡ ἀναπαραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Διότι ἡ ἀρχικὴ πλάση λέγεται δημιουργία καὶ ὄχι γέννηση· δημιουργία δηλαδὴ εἶναι ἡ ἀρχικὴ πλάση, ἐνῶ γέννηση ἡ διαδοχὴ τοῦ γένους ποὺ προῆλθε μετὰ τὴν καταδίκη σὲ θάνατο ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως. (Ὁ Θεὸς) τοποθέτησε τὸν ἄνθρωπο σὲ νοητὸ καὶ αἰσθητὸ παράδεισο· διότι, ἂν καὶ ζοῦσε σωματικὰ μέσα σὲ αἰσθητὸ ἐπίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν ψυχικὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα καὶ τρεφόμενος ἀπ’ αὐτά· ἦταν γυμνός, ζωντας ἁπλὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη ζωή, καὶ ἀνυψωνόταν μέσω τῶν δημιουργημάτων μόνο πρὸς τὸ Δημιουργό· αἰσθανόταν εὐχαρίστηση καὶ χαρὰ μὲ τὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, στόλισε τὴ φύση τοῦ (τοῦ ἀνθρώπου) μὲ τὸ αὐτεξούσιο θέλημα, τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ φάει ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως. Γι’ αὐτὸ τὸ δένδρο ἔχουμε πεῖ ἀρκετὰ –ὅσα μπορούσαμε– στὸ κεφάλαιο σχετικὰ μὲ τὸν Παράδεισο. Αὐτὴ τὴν ἔντολη ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι, ἐὰν διαφυλάξει τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς, χαρίζοντας τὴ νίκη στὸ λογικό, τὸ ὁποῖο θὰ ἀναγνωρίζει τὸ Δημιουργὸ καὶ θὰ τηρεῖ τὴν ἐντολή του, τότε θὰ γίνει μέτοχός της αἰώνιας μακαριότητας καὶ θὰ ζεῖ αἰώνια, διότι θὰ φανεῖ ἀνώτερος ἀπὸ τὸ θάνατο. Ἐὰν ὅμως ὑποδουλώσει τὴν ψυχὴ στὸ σῶμα καὶ προτιμήσει τὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις, λησμονώντας τὴν προσωπική του ἀξία καὶ ἐξομοιούμενος μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, ἐπειδὴ ἔδιωξε ἀπὸ πάνω του τὴ χάρη τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἀρνήθηκε νὰ τηρήσει τὴ θεία ἐντολή του, τότε θὰ εἶναι ὑπόλογος σὲ θάνατο καὶ θὰ δοκιμάσει τὴ φθορὰ καὶ τὸν πόνο, ζωντας ἄθλια ζωή. Διότι δὲν ἦταν ὠφέλιμο νὰ γίνει ἀθάνατος χωρὶς πειρασμοὺς καὶ δοκιμασία, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανευθεῖ καὶ πέσει σὲ πτώση ἀνάλογη μὲ τοῦ Διαβόλου. Ἐκεῖνος δηλαδή, ἐπειδὴ ἦταν ἄφθαρτος, μετὰ τὴ θεληματικὴ πτώση του, ἀπόκτησε τὴν ἀμετανόητη καὶ μόνιμη παγίωσή του στὸ κακό· ὅπως, ἐπίσης, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ οἱ ἄγγελοι, μετὰ τὴν ἑκούσια ἐπιλογὴ τῆς ἀρετῆς ἀπὸ μέρους τους, ἀπόκτησαν μὲ τὴ χάρη τὴν ἀμετακίνητη διαμονή τους στὸ καλό. Ἔπρεπε, λοιπόν, ἀφοῦ πρῶτα δοκιμασθεῖ ὁ ἄνθρωπος –διότι ἄνθρωπος χωρὶς πειρασμὸ καὶ δοκιμασία δὲν ἔχει καμιὰ ἀξία– καὶ ἀφοῦ φθάσει στὴν τελειότητα μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς, ν’ ἀποκομίσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν ἀρετὴ ὡς βραβεῖο τῆς ἀρετῆς. Καθώς, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἐνδιάμεσος μεταξὺ Θεοῦ καὶ ὕλης, ἀφοῦ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεὸ χάρη στὴ συνήθεια ποὺ πῆρε νὰ τηρεῖ τὴν ἐντολή Του καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ φυσικὸ δεσμὸ μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐπρόκειτο νὰ ἀποκτήσει μόνιμη τὴ σταθερότητα στὸ καλό. Ἀντίθετα μὲ τὴν παράβαση, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος στράφηκε περισσότερο πρὸς τὰ ὑλικὰ καὶ ἀπομάκρυνε τὸ νοῦ του ἀπὸ τὸ δημιουργό του Θεό, ἐπρόκειτο νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴ φθορὰ καὶ νὰ καταντήσει ἀπὸ ἀπαθὴς παθητὸς καὶ ἀπὸ ἀθάνατος θνητός· νὰ ἔχει ἐπίσης ἀνάγκη ἀπὸ συνεύρεση καὶ σπερματικὴ γέννηση καὶ ἀπὸ πόθο γιὰ τὴ ζωὴ νὰ προσκολλᾶται στὶς ἀπολαύσεις, ἐπειδὴ τάχα αὐτὲς τὴ συνθέτουν· καὶ νὰ αἰσθάνεται μεγάλη ἀποστροφὴ σὲ ὅσους προσπαθοῦν νὰ τοῦ στερήσουν τὶς ἀπολαύσεις· καὶ ἔστρεψε τὴν ἐπιθυμία του ἀπὸ τὸ Θεὸ πρὸς τὴν ὕλη καὶ τὸ θυμό του ἀπὸ τὸν πραγματικὸ ἐχθρό της σωτηρίας του πρὸς τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε ἀπὸ φθόνο τοῦ Διαβόλου· ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος δαίμονας δὲν ἄντεχε νὰ πετύχουμε ἐμεῖς τὴν οὐράνια βασιλεία, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔπεσε ἀπὸ ὑπερηφάνεια· γὶ αὐτὸ ὁ ψεύτης μὲ δόλωμα τὴν ἰσοθεΐα πέτυχε νὰ παρασύρει τὸ δυστυχῆ ἄνθρωπο καί, ἀφοῦ τὸν ἀνέβασε στὸ ὕψος τῆς δικῆς ὑπερηφάνειας,τὸν γκρέμισε στὸ δικό του βάραθρο τῆς πτώσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 45. Γιὰ τὴ θεία οἰκονομία καὶ γιὰ τὴ φροντίδα του γιὰ μᾶς καὶ τὴ σωτηρία μας. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς προσβολῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κακίας δαίμονα, ἐξαπατήθηκε ὁ ἄνθρωπος καὶ δὲν φύλαξε τὴν ἐντολὴ τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὴν παρρησία ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ σκέπασε τὴ γύμνια του μὲ τὴ σκληρότητα τῆς ἄθλιας ζωῆς τοῦ –διότι αὐτὸ σημαίνουν τὰ φύλλα τῆς συκιάς–· περιτυλίχθηκε τὴ νεκρότητα, δηλαδὴ τὴ θνητότητα καὶ τὴν ὑλοφροσύνη τῆς σάρκας –διότι αὐτὸ δείχνει ἡ ἔνδυση τῶν δερμάτινων χιτώνων–· ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο σύμφωνα μὲ τὴ δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ· καταδικάστηκε σὲ θάνατο καὶ τὸν ὑποδούλωσε στὴ φθορά. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ εὔσπλαγχνος Θεός, ποὺ μᾶς ἔπλασε καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ χάρη του, δὲν ἔμεινε ἀδιάφορος, ἀλλὰ ἀφοῦ πρῶτα μὲ πολλοὺς τρόπους μᾶς παιδαγώγησε καὶ μᾶς κάλεσε νὰ μετανοήσουμε μὲ στεναγμοὺς καὶ τρόμους, μὲ τὸν κατακλυσμὸ καὶ τὴν παρ’ ὀλίγο ἐξολόθρευση ὅλου του ἀνθρωπίνου γένους, μὲ τὴ σύγχυση καὶ διαίρεση τῶν γλωσσῶν, μὲ ἐμφανίσεις ἀγγέλων, μὲ ἐμπρησμὸ τῶν πόλεων, μὲ εἰκονικὲς φανερώσεις τοῦ Θεοῦ, μὲ πολέμους, μὲ νίκες, μὲ ἧττες, μὲ θαυμαστὰ σημεῖα καὶ πολλὰ θαύματα, μὲ τὸ Νόμο, μὲ τοὺς προφῆτες, ποὺ τὸ κήρυγμα τοὺς εἶχε σκοπὸ τὴν κατάργηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μὲ πολλὲς διακλαδώσεις ἁπλώθηκε καὶ ὑποδούλωσε τὸν ἄνθρωπο καὶ συσσώρευσε στὴ ζωὴ τοῦ κάθε εἶδος κακίας· μὲ τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν ποὺ εἶχε σκοπὸ ἐπίσης τὴν ἐπάνοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωή. Ἐπειδή, δηλαδή, ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὸν κόσμο ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας καὶ κατατρώει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ σὰν κάποιο ἄγριο καὶ ἀνήμερο θηρίο, ἔπρεπε αὐτὸς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὴν λυτρώσει νὰ εἶναι ἀναμάρτητος καὶ ὄχι ὑπόλογος στὸ θάνατο ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας· ἔπρεπε ἀκόμη ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ἐνισχυθεῖ καὶ ἀνανεωθεῖ, νὰ παιδαγωγηθεῖ μὲ πράξεις καὶ νὰ διδαχθεῖ τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς ποὺ δὲν ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή, ἀλλὰ στὴν αἰώνια ζωή. Τέλος, ὁ Θεὸς φανερώνει τὸ μεγάλο πέλαγος τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργὸς καὶ Κύριος παίρνει πάνω του τὸν ἀγώνα γιὰ τὸ ἀγαπημένο τοῦ πλάσμα καὶ γίνεται στὴν πράξη δάσκαλος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐχθρὸς μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἰσοθεΐας ξεγέλασε τὸν ἄνθρωπο, τώρα ὁ ἴδιος ξεγελιέται ἀπὸ τὸ προκάλυμμα τῆς σάρκας. Ταυτόχρονα ἀποδείχνεται ἡ ἀγαθότητα, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγαθότητά του, διότι δὲν ἀδιαφόρησε γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ πλάσματός του, ἀλλὰ τὸ σπλαγχνίστηκε, ὅταν ἔπεσε, καὶ τοῦ ἅπλωσε τὸ χέρι. Ἡ δικαιοσύνη του, διότι ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος νικήθηκε, δὲν φέρνει ἄλλον νὰ νικήσει τὸν δυνάστη (διάβολο) οὔτε μὲ βία γλυτώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ θάνατο, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁ θάνατος λόγω τῆς ἁμαρτίας ὑπόταξε, αὐτὸν ὁ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος (Θεὸς) τὸν ἀναδείχνει πάλι νικητὴ καὶ σώζει τὸ ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο, πράγμα ποὺ ἦταν ἀδύνατο· ἡ σοφία τοῦ φαίνεται, διότι βρῆκε ἀξιοπρεπῆ λύση γιὰ κάτι ἀδύνατο. Διότι, μὲ τὴν καλὴ θέληση τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὁ μονογενής του Υἱὸς καὶ Θεὸς Λόγος, ποὺ εἶναι στὸν τόπο τοῦ Θεοῦ Πατέρα καὶ εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ προαιώνιος καὶ ἄναρχος, ὄντας ἐξαρχῆς μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα καὶ Θεὸς ὁ ἴδιος, ἔχοντας τὴ θεϊκὴ φύση, ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβηκε κάτω στὴ γῆ· ταπείνωσε, δηλαδή, τὸ ἀταπείνωτο ὕψος τοῦ χωρὶς νὰ χάσει τὴ δόξα του καὶ συγκαταβαίνει μὲ ἀνέκφραστη καὶ ἀκατάληπτη συγκατάβαση στοὺς δούλους τοῦ – διότι αὐτὸ δείχνει ἡ κατάβαση τού–· ὄντας τέλειος Θεὸς γίνεται τέλειος ἄνθρωπος καὶ πραγματοποιεῖ τὸ πιὸ πρωτάκουστο ἀπ’ ὅλα τα καινοφανῆ, τὸ μοναδικὸ καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο, μὲ τὸ ὁποῖο φανερώνεται ἡ ἄπειρη δύναμη τοῦ Θεοῦ. Διότι, τί μεγαλύτερο ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ γίνει ὁ Θεὸς ἄνθρωπος; Καὶ ὁ Λόγος, χωρὶς νὰ μεταβληθεῖ ἡ θεία φύση του, σαρκώθηκε ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴ Μαρία, τὴν ἁγία καὶ ἀειπάρθενο Θεοτόκο· ὁ μόνος φιλάνθρωπος γίνεται μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Συλλήφθηκε μέσα στὴν ἄχραντη μήτρα τῆς Παρθένου ὄχι μὲ τὸ θέλημα, τὴν ἐπιθυμία, τὴ σχέση μὲ ἄνδρα καὶ τὴ γέννηση ποὺ εἶναι καρπὸς ἡδονῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀρχικῆς δημιουργίας τοῦ Ἀδάμ. Κάνει ὑπακοὴ στὸν Πατέρα θεραπεύοντας τὴ δική μας παρακοὴ μὲ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ πῆρε ἀπό μας, μὲ τὸ νὰ γίνει σὲ μᾶς τύπος ὑπακοῆς, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουμε τὴ σωτηρία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 46. Γιὰ τὸν τρόπο τῆς συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴ θεία σάρκωση. Ἄγγελος Κυρίου στάλθηκε στὴν ἁγία Παρθένο, ἡ ὁποία καταγόταν ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ. Ὅπως τὸ εἶπε ὁ θεῖος Ἀπόστολος: «Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Κύριός μας προῆλθε ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, ἀπὸ τὴν ὁποία κανεὶς δὲν εἶχε πλησιάσει στὸ θυσιαστήριο»· γι’ αὐτὸ θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια μὲ λεπτομέρειες. Σ’ αὐτὴν ὁ ἄγγελος ἔφερε τὴ χαρμόσυνη εἴδηση λέγοντας: «Νὰ χαίρεσαι ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ πιὸ χαριτωμένη· ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου. Ἐκείνη ὅμως τρόμαξε στὰ λόγια του», καὶ τῆς εἶπε ὁ ἄγγελος: «Μὴ φοβᾶσαι, Μαρία· διότι ὁ Θεὸς σὲ χαρίτωσε καὶ θὰ γεννήσεις παιδὶ ποὺ θὰ τὸ ὀνομάσεις Ἰησοῦ. Διότι αὐτὸς θὰ σώσει τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους». Γι’ αὐτό, τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς» σημαίνει σωτήρας. Καὶ ἐνῶ ἐκείνη ἀποροῦσε, «πῶς θὰ γίνει αὐτό, ἀφοῦ δὲν εἶμαι παντρεμένη», τῆς εἶπε πάλι ὁ ἄγγελος: «θὰ σὲ ἐπισκεφθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ ὕψιστου Θεοῦ θὰ σ’ ἐπισκιάσει. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ σένα θὰ εἶναι ἐξαγιασμένο, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Τότε ἐκείνη συγκατατέθηκε: «Νά, εἶμαι πρόθυμη δούλη τοῦ Κυρίου· ἃς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή σου». Μετὰ τὴ συγκατάθεση τῆς ἁγίας Παρθένου, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦλθε σ’ αὐτήν, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου ποὺ μετέφερε ὁ ἄγγελος· τὴν καθάρισε καὶ τὴν ἐνίσχυσε μὲ δύναμη ὥστε νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ γεννήσει τὸ Θεὸ Λόγο. Τότε ἔπεσε πάνω της σὰν σκιὰ ἡ ἐνυπόστατη σοφία καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὕψιστου Θεοῦ, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα· ἔπεσε σὰν θεῖος σπόρος, καὶ δημιούργησε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ἁγνὸ καὶ καθαρὸ σῶμα τῆς σάρκα μὲ ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή· πῆρε ὅ,τι πιὸ ἐκλεκτὸ ἀπὸ τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύτρα, ὄχι μὲ σπέρμα ἀλλὰ μὲ δημιουργία ἀπὸ τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· δὲν σχημάτισε τὸ σῶμα λίγο λίγο μὲ τμηματικὲς προσθῆκες, ἀλλὰ ὁλοκληρωμένο μὲ τὴ μία, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος ἀποτελεῖ τὴν ὑπόσταση καὶ τῆς σάρκας. Ὁ Θεὸς Λόγος, δηλαδή, δὲν ἑνώθηκε μὲ μία σάρκα ἡ ὁποία ἔγινε πρῶτα ξεχωριστὴ ὑπόσταση, ἀλλά, ἀφοῦ ἐνοίκησε στὴ γαστέρα τῆς ἁγίας Παρθένου, μὲ ἀπερίγραπτο τρόπο σχημάτισε μέσα στὴ δική του ὑπόσταση, ἀπὸ τὸ ἁγνὸ σῶμα τῆς Παρθένου, σῶμα μὲ ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή. Ἔτσι, ὁ ἴδιος ὁ Λόγος παίρνοντας ὅ,τι πιὸ ἐκλεκτὸ ἀπὸ τὸ δικό μας ἀνθρώπινο φύραμα, ἔγινε ὑπόσταση μὲ σάρκα. Ἑπομένως, εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἀνθρώπινη σάρκα καὶ σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου· συγχρόνως καὶ ἀνθρώπινη ἔμψυχη λογικὴ καὶ νοερὴ σάρκα καὶ σάρκα ἔμψυχη λογικὴ καὶ νοερὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν λέμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε Θεός, ἀλλὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος· ὄντας στὴ φύση τοῦ τέλειος Θεός, ἔγινε ὁ ἴδιος τέλειος ἄνθρωπος στὴ φύση, χωρὶς ν’ ἀλλάξει στὴ φύση του, καὶ χωρὶς νὰ μείνει ὡς φαντασία τὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ἀλλὰ ἑνώθηκε ὑποστατικὰ χωρὶς σύγχυση, χωρὶς μεταβολὴ καὶ χωρὶς διαίρεση, μὲ τὴ σάρκα ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο καὶ ἡ ὁποία ἔχει λογικὴ καὶ νοερὴ ψυχή· δὲν μετάβαλε τὴ φύση τῆς θεότητός του σὲ φύση τῆς σαρκός του οὔτε τὴ φύση τῆς σαρκός του σὲ θεία φύση, καὶ χωρὶς ἡ θεία τοῦ φύση καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία προσέλαβε, ν’ ἀποτελέσουν μία σύνθετη φύση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 47. Γιὰ τὶς δύο φύσεις. Οἱ (δύο) φύσεις (τοῦ Χριστοῦ) ἑνώθηκαν μεταξύ τους χωρὶς μετατροπὴ καὶ μεταβολή, χωρὶς οὔτε ἡ θεία φύση νὰ χάσει τὴν ἁπλότητά της, οὔτε βέβαια ἡ ἡ ἀνθρώπινη νὰ μεταβληθεῖ σὲ θεία φύση ἢ νὰ καταλήξει σὲ ἀνυπαρξία, οὔτε τέλος ἀπὸ τὶς δύο νὰ βγεῖ μία σύνθετη φύση. Διότι ἡ σύνθετη φύση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὁμοούσια μὲ καμία ἀπὸ τὶς δύο φύσεις ποὺ τὴ συνέθεσαν, ἀφοῦ ἀπὸ διαφορετικὰ στοιχεῖα προῆλθε κάτι ἄλλο· γιὰ παράδειγμα, τὸ σῶμα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα δὲν εἶναι ὁμοούσιο οὔτε μὲ τὴ φωτιά, οὔτε λέγεται φωτιά, οὔτε λέγεται ἀέρας ἢ νερὸ ἢ γῆ, οὔτε μὲ κάποιο ἀπ’ αὐτὰ εἶναι ὁμοούσιο. Ἐάν, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὁ Χριστός, μετὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων, εἶχε μία σύνθετη φύση, τότε ἡ φύση του ἀπὸ ἁπλὴ μετατράπηκε σὲ σύνθετη· καὶ οὔτε εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα του ποὺ ἔχει ἁπλὴ φύση, οὔτε μὲ τὴ μητέρα τοῦ (διότι αὐτὴ δὲν εἶναι σύνθετη ἀπὸ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση), οὔτε βέβαια μετέχει στὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση, οὔτε πάλι θὰ ὀνομασθεῖ Θεὸς ἢ ἄνθρωπος, ἀλλὰ μόνον Χριστός. Καὶ τὸ ὄνομα Χριστὸς δὲν θὰ εἶναι γι’ αὐτοὺς τὸ ὄνομα τῆς ὑποστάσεώς του, ἀλλὰ τῆς μιᾶς του φύσεως. Ἐμεῖς ὅμως θεωροῦμε ὡς ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει μία σύνθετη φύση, οὔτε εἶναι κάτι ἄλλο ποὺ προῆλθε ἀπὸ κάτι ἄλλο, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα ἢ ὅπως τὸ σῶμα ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα, ἀλλὰ λέμε ὅτι προῆλθαν τὰ ἴδια ἀπὸ διαφορετικὰ στοιχεῖα· ὁμολογοῦμε, δηλαδή, ὅτι εἶναι καὶ λέγεται τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος ποὺ ἔχει δύο φύσεις καὶ εἶναι σὲ δύο φύσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Τὸ ὄνομα Χριστὸς τὸ ἀποδίδουμε στὴν ὑπόσταση, ποὺ δὲν λέγεται μονομερῶς, ἀλλὰ δηλώνει τὶς δύο φύσεις. Διότι ὁ ἴδιος καθαγίασε τὸν ἑαυτό του, καθαγιάζοντας ἀπὸ τὴ μιὰ ὡς Θεὸς τὸ σῶμα μὲ τὴ θεότητά του, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη καθαγιαζόμενος ὡς ἄνθρωπος· διότι ὁ ἴδιος εἶναι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Καὶ ἡ θεία φύση καθαγιάζει τὴν ἀνθρώπινη. Ἄν, δηλαδή, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, ἔχει σύνθετη φύση, τότε καὶ ὁ Πατέρας θὰ εἶναι σύνθετος καὶ ὁμοούσιος μὲ τὴ σάρκα, πράγμα τὸ ὁποῖο εἶναι ἄτοπο καὶ πολὺ βλάσφημο. Καὶ πῶς μία φύση θὰ μπορέσει νὰ δεχθεῖ τὶς ἀντίθετες διαφορὲς τῶν φύσεων; Πῶς εἶναι, δηλαδή, δυνατὸν ἡ ἴδια φύση νὰ εἶναι ταυτόχρονα κτιστῆ καὶ ἄκτιστη, θνητὴ καὶ ἀθάνατη, περιγραπτὴ καὶ ἀπερίγραπτη; Ἂν πάλι λέγοντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία φύση, τὴ θεωροῦν ἁπλὴ ἢ μήπως θὰ ποῦν ὅτι αὐτὸς εἶναι μόνον Θεὸς καὶ θὰ θεωρήσουν τὴν ἐνανθρώπηση φανταστικὴ ἢ ὅτι εἶναι μόνον ἄνθρωπος, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Νεστορίου; Καὶ ποῦ εἶναι τότε ἡ τελειότητα τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως; Καὶ πότε θὰ δεχθοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο φύσεις, ἐφόσον λένε ὅτι μετὰ τὴν ἕνωση αὐτὸς ἔχει μία σύνθετη φύση; Διότι ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ὁ Χριστός, πρὶν τὴν ἕνωση, εἶχε μιὰ φύση μόνο. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς αἱρετικοὺς στὴν πλάνη, ὅτι ταυτίζουν τὴ φύση μὲ τὴν ὑπόσταση. Ἐπειδὴ μάλιστα ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἶναι μία ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ τὸ λέμε ὄχι ἀποβλέποντας στὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· διότι εἶναι ἀδύνατο νὰ λέμε ὅτι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ἂν συγκριθοῦν μεταξύ τους, ἔχουν μία φύση. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχουν πάρα πολλὲς ὑποστάσεις τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡ φύση ὅλων ἔχει τὸν ἴδιο ὁρισμό, διότι ὅλοι εἶναι σύνθετοι ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, καὶ ὅλοι μετέχουν στὴ φύση τῆς ψυχῆς καὶ ἔχουν τὴ φύση τοῦ σώματος, λέμε ὅτι ἡ κοινὴ ἐμφάνιση τῶν πολλῶν καὶ διαφορετικῶν ὑποστάσεων ἔχει μία φύση· καθεμία, δηλαδή, ὑπόσταση ἔχει δύο φύσεις καὶ ὑπάρχει μὲ τὶς δύο φύσεις, ἐννοῶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Γιὰ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσουμε κοινὴ μορφή· διότι οὔτε ἔγινε οὔτε ὑπάρχει οὔτε ποτὲ θὰ γίνει ἄλλος Χριστὸς ἀπὸ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση, ὁ ἴδιος τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος στὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει μία φύση· ὅπως λέμε γιὰ τὸ ἄτομο ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, ἔτσι λέμε καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση. Ἐκεῖ βέβαια ἔχουμε ἄτομο, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἄτομο· καὶ οὔτε ἔχει ὁ Χριστὸς μιὰ μορφὴ ποὺ ἀνήκει στὴν κατηγορία τοῦ ἀγαθοῦ. Γι’ αὐτὸ ὑποστηρίζουμε ὅτι ἡ ἕνωση προῆλθε ἀπὸ δύο τέλειες φύσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ὄχι μὲ συμφυρμὸ ἢ σύγχυση ἢ ἀνάμειξη, ὅπως εἶπε «τὸ θεόσταλτο κακὸ» ὁ Διόσκορος, ὁ Εὐτυχὴς καὶ ὁ Σεβῆρος καὶ ἡ ἀσεβὴς συμμορία τους· οὔτε ὑποστηρίζουμε ὅτι ἡ ἕνωση ἦταν προσωπικὴ ἢ σχετικὴ ἢ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία ἢ μὲ ταύτιση τῆς θελήσεως ἢ μὲ ἰσοτιμία ἢ μὲ ταύτιση τοῦ ὀνόματος ἢ μὲ συγκατάβαση, ὅπως εἶπε ὁ ἐχθρός του Θεοῦ Νεστόριος, ὁ Διόδωρος καὶ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας καὶ ἡ δαιμονικὴ συντροφιά τους· ἀλλὰ ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε μὲ σύνθεση, δηλαδὴ ὑποστατικὰ χωρὶς μεταβολὴ καὶ ἀλλοίωση, χωρὶς διαίρεση καὶ διάσπαση καὶ μὲ δύο φύσεις τέλειες ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια ὑπόσταση, ἐννοῶ τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεώς του· ὁμολογοῦμε ὅτι οἱ δύο φύσεις διατηροῦνται στὸ πρόσωπό του μετὰ τὴν ἕνωση, χωρὶς νὰ θεωροῦμε ὅτι ἡ καθεμία ὑπάρχει ξεχωριστά, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένες καὶ οἱ δύο σὲ μία σύνθετη ὑπόσταση. Ὑποστηρίζουμε ὅτι ἡ ἕνωση εἶναι οὐσιαστική, δηλαδὴ ἀληθινὴ καὶ ὄχι φανταστική. Οὐσιαστική, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι οἱ δύο φύσεις ἀποτέλεσαν μία σύνθετη φύση, ἀλλὰ ἑνώθηκαν μεταξύ τους πραγματικὰ σὲ μία σύνθετη ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὑποστηρίζουμε ὅτι παραμένει ἡ οὐσιώδης διαφορά τους· διότι τὸ κτιστὸ παρέμεινε κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο ἄκτιστο·τὸ θνητὸ παρέμεινε θνητὸ καὶ τὸ ἀθάνατο ἀθάνατο· τὸ περιγραπτὸ παρέμεινε παριγραπτὸ καὶ τὸ ἀπερίγραπτο ἀπερίγραπτο· τὸ ὁρατὸ παρέμεινε ὁρατὸ καὶ τὸ ἀόρατο ἀόρατο· τὸ ἕνα ἀκτινοβολεῖ μὲ τὰ θαύματα καὶ τὸ ἄλλο ὑπέπεσε στὶς συκοφαντικὲς ὕβρεις. Ὁ Λόγος κάνει δικά του τὰ ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά· διότι αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὴν ἁγία του σάρκα εἶναι δικά του, καὶ μεταδίδει στὴ σάρκα του ἀπὸ τὰ δικά του μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀντιδόσεως, ἐπειδὴ τὰ δύο μέρη ἀλληλοπεριχωροῦνται καὶ εἶναι ἑνωμένα ὑποστατικὰ καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐνεργῶν τα θεία καὶ τὰ ἀνθρώπινα εἶναι ἕνας μὲ τὴ μία καὶ τὴν ἄλλη φύση ποὺ βρίσκονται σὲ κοινωνία μεταξύ τους. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο λέμε ὅτι ὁ Κύριος της δόξης σταυρώθηκε, ἂν καὶ δὲν ἔπαθε τίποτε ἡ θεία τοῦ φύση· καὶ ἀκόμη ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἄνθρωπου πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ εἶναι στὸν οὐρανό, ὅπως τὸ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος· διότι ὁ Κύριος της δόξης ἦταν ἕνας καὶ ὁ ἴδιος, αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἦταν ἀληθινὰ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ γνωρίζουμε τὰ θαύματα καὶ τὰ πάθη του, μολονότι αὐτὸς μὲ τὴ μία φύση ἔκανε θαύματα καὶ μὲ τὴν ἄλλη ὑπέμεινε τὰ πάθη. Διότι γνωρίζουμε ὅτι, ὅπως εἶναι μία ἡ ὑπόστασή του, ἔτσι παραμένει οὐσιώδης ἡ διαφορὰ τῶν φύσεών του. Πῶς, δηλαδή, θὰ μποροῦσε νὰ μείνει ἡ διαφορά, ἐὰν δὲν παρέμεναν αὐτὰ ποῦ ἔχουν διαφορὰ μεταξύ τους; Διότι ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ διαφορετικῶν. Λέμε, λοιπόν, ὅτι αὐτὸς συνδέεται μὲ τὰ (δύο) ἄκρα, χάρη στὴν αἰτία μὲ τὴν ὁποία οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ διαφέρουν μεταξύ τους, χάρη δηλαδὴ στὴν αἰτία τῆς οὐσίας· χάρη στὴ θεία φύση εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ χάρη στὴν ἀνθρώπινη μὲ τὴ μητέρα καὶ ὅλους τους ἀνθρώπους. Καὶ χάρη στὴν αἰτία μὲ τὴν ὁποία εἶναι ἑνωμένες οἱ φύσεις του, λέμε ὅτι αὐτὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ μητέρα καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· διότι οἱ φύσεις εἶναι ἑνωμένες χάρη στὴν ὑπόστασή του· καθὼς ἔχουν μία ὑπόσταση καὶ σχετικὰ μ’ αὐτὴν διαφέρουν μὲ τὸν Πατέρα, τὸ Πνεῦμα, τὴ μητέρα καὶ ἐμᾶς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 48. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιδόσεως Ὅτι μὲν οὒν ἕτερον ἐστιν οὐσία καὶ ἕτερον ὑπόστασις, πλειστάκις εἰρήκαμεν, καὶ ὅτι ἡ μὲν οὐσία τὸ κοινὸν καὶ περιεκτικὸν εἶδος τῶν ὁμοειδῶν ὑποστάσεων σημαίνει, οἶον Θεός, ἄνθρωπος, ἡ δὲ ὑπόστασις ἄτομον δηλοί, ἤτοι Πατέρα, Υἱόν, Πνεῦμα Ἅγιον, Πέτρον, Παῦλον. Ἰστέον τοίνυν, ὅτι τὸ μὲν τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος ὄνομα τῶν οὐσιῶν, ἤτοι φύσεών ἐστι παραστατικόν, τὸ δὲ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος καὶ ἐπὶ τῆς φύσεως τάττεται, ὥσπερ ὅταν λέγωμεν· Θεὸς ἐστιν ἀκατάληπτος οὐσία, καὶ ὅτι εἷς ἐστι Θεός· λαμβάνεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑποστάσεων, ὡς τοῦ μερικωτέρου δεχομένου τὸ τοῦ καθολικωτέρου ὄνομα, ὡς ὅταν φησὶν ἡ Γραφή· «Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου» (ἰδοὺ γὰρ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν ἐδήλωσε), καὶ ὡς ὅταν λέγη· «Ἄνθρωπος τὶς ἣν ἐν χώρα τὴ Αὐσίτιδι» (τὸν γὰρ Ἰὼβ μόνον ἐδήλωσεν).Ἐπὶ οὒν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ δύο μὲν τὰς φύσεις γινώσκομεν, μίαν δὲ τὴν ὑπόστασιν ἐξ ἀμφοτέρων σύνθετον, ὄτε μὲν τὰς φύσεις ἀναθεωροῦμεν, θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα καλοῦμεν, ὄτε δὲ τὴν ἐκ τῶν φύσεων συντεθεῖσαν ὑπόστασιν, ποτὲ μὲν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου Χριστὸν ὀνομάζομεν καὶ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον κατὰ ταυτὸ καὶ Θεὸν σεσαρκωμένον, ποτὲ δὲ ἐξ ἑνός των μερῶν, Θεὸν μόνον καὶ Υἱὸν Θεοῦ καὶ ἄνθρωπον μόνον καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου· καὶ ποτὲ μὲν ἐκ τῶν ὑψηλῶν μόνον, ποτὲ δὲ ἐκ τῶν ταπεινῶν μόνον· εἷς γὰρ ἐστιν ὁ κακεῖνο καὶ τοῦτο ὁμοίως ὑπάρχων, τὸ μὲν ὧν ἀεὶ ἀναιτίως ἐκ Πατρός, τὸ δὲ γενόμενος ὕστερον διὰ φιλανθρωπίαν. Θεότητα μὲν οὒν λέγοντες οὐ κατονομάζομεν αὐτῆς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος ἰδιώματα· οὐ γὰρ φαμεν θεότητα παθητὴν ἢ κτιστήν· οὔτε δὲ τῆς σαρκός, ἤτοι τῆς ἀνθρωπότητος κατηγοροῦμεν τὰ τῆς θεότητος ἰδιώματα· οὐ γὰρ φαμεν σάρκα ἤτοι ἀνθρωπότητα ἄκτιστον. Ἐπὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως, κὰν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου, κὰν ἐξ ἑνός των μερῶν ταύτην ὀνομάσωμεν, ἀμφοτέρων τῶν φύσεων τὰ ἰδιώματα αὐτὴ ἐπιτίθεμεν. Καὶ γὰρ ὁ Χριστός, ὅπερ ἐστὶ τὸ συναμφότερον, καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος λέγεται, καὶ κτιστὸς καὶ ἄκτιστος καὶ παθητὸς καὶ ἀπαθής. Καὶ ὅταν ἐξ ἑνός των μερῶν καὶ Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς συνυφεστηκυίας φύσεως ἰδιώματα, ἤτοι τῆς σαρκός, Θεὸς παθητὸς ὀνομαζόμενος καὶ Κύριος της δόξης ἐσταυρωμένος, οὐ καθὸ Θεὸς ἀλλὰ καθὸ καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός· καὶ ὅταν ἄνθρωπος καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς θείας οὐσίας ἰδιώματα καὶ αὐχήματα, παιδίον προαιώνιον καὶ ἄνθρωπος ἄναρχος, οὐ καθὸ παιδίον καὶ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καθὸ Θεὸς ὧν προαιώνιος γέγονεν ἒπ ἐσχάτων παιδίον. Καὶ οὗτος ἐστιν ὁ τρόπος τῆς ἀντιδόσεως· ἑκατέρας φύσεως ἀντιδιδούσης τὴ ἑτέρα τὰ ἴδια διὰ τὴν τῆς ὑποστάσεως ταυτότητα καὶ τὴν εἰς ἄλληλα αὐτῶν περιχώρησιν. Κατὰ τοῦτο δυνάμεθα εἰπεῖν περὶ Χριστοῦ· «Οὗτος ὁ Θεὸς ἠμῶν ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη», καί· «Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἄκτιστός ἐστι καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀπερίγραπτος». Γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἀντιδόσεως. Πολλὲς φορὲς ἔχουμε πεῖ ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἄλλο ἡ ὑπόσταση· ἡ οὐσία δηλώνει τὴν κοινὴ καὶ περιεκτικὴ ἔννοια τῶν ὁμοίων ὑποστάσεων, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, (ἡ λέξη) Θεός, (ἡ λέξη) ἄνθρωπος. Ὁ ὅρος ὑπόσταση δηλώνει τὸ ἄτομο, δηλαδὴ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Πέτρο, τὸν Παῦλο. Πρέπει ἐπίσης νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ ὄνομα «θεία» καὶ «ἀνθρώπινη φύση» δηλώνει τὶς οὐσίες, δηλαδὴ τὶς φύσεις, ἐνῶ τὸ ὄνομα «Θεὸς» ἢ «ἄνθρωπος» χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ φύση, ὅπως ὅταν λέμε, ὁ Θεὸς εἶναι ἀκατάληπτη οὐσία ἢ ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας· ἀλλὰ λέγεται καὶ γιὰ νὰ δηλώσει τὴν ὑπόσταση, διότι τὸ μερικὸ λαμβάνει τὴν ὀνομασία τοῦ γενικοῦ, ὅπως ὅταν λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο σὲ ἔχρισε Θεὸ ὁ Θεός σου» (ἐδῶ δηλώνει καὶ τὴν ὑπόσταση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ), ἢ ὅπως ὅταν λέει: «Ζοῦσε κάποιος ἄνθρωπος στὴν Αὐσίτιδα χώρα» ( καὶ δηλώνει μόνο τὸν Ἰώβ). Γιὰ τὸν Κύριό μας, λοιπόν, Ἰησοῦ Χριστό, ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι ἔχει δύο φύσεις, ἀλλὰ ἡ ὑπόστασή του εἶναι μία, σύνθετη καὶ ἀπὸ τὶς δύο, ὅταν βέβαια ἐξετάζουμε τὶς φύσεις, τὶς ὀνομάζουμε θεία καὶ ἀνθρώπινη· ὅταν ὅμως ἐξετάζουμε τὴν ὑπόσταση ποὺ συντέθηκε ἀπὸ τὶς δύο φύσεις, ἄλλοτε τὸν ὀνομάζουμε Χριστὸ ποὺ προῆλθε καὶ ἀπὸ τὶς δύο, τὸ ἴδιο Θεὸ καὶ ἄνθρωπο, καὶ Θεὸ ποὺ σαρκώθηκε, καὶ ἄλλοτε τοῦ δίνουμε ὄνομα ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο μέρη, ἢ Θεὸ μόνο καὶ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἢ μόνον ἄνθρωπο καὶ Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλοτε πάλι τὸν καλοῦμε μὲ ὀνόματα ποὺ προέρχονται μόνον ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ (θεία) καὶ ἄλλοτε μόνον ἀπὸ τὰ ταπεινὰ (ἀνθρώπινα)· διότι ἕνας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἐξίσου καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο· τὸ ἕνα, ἐπειδὴ ὑπάρχει αἰώνια χωρὶς αἰτία ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ τὸ ἄλλο ἐπειδὴ ἔγινε κατόπιν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν, λοιπόν, μιλᾶμε γιὰ τὴ θεία φύση, δὲν ἀποδίδουμε σ’ αὐτὴν τὰ χαρακτηριστικά της ἀνθρωπίνης φύσεως· δὲν λέμε δηλαδὴ ὅτι ἡ θεία φύση εἶναι παθητὴ ἢ κτιστῆ· οὔτε πάλι ἀποδίδουμε στὴ σάρκα, δηλαδὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση, τὰ χαρακτηριστικά της θείας· δὲν λέμε ὅτι ἡ σάρκα, δηλαδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση, εἶναι ἄκτιστη. Γιὰ τὴν ὑπόσταση ὅμως, εἴτε τῆς δώσουμε ὄνομα καὶ ἀπὸ τὶς δύο φύσεις εἴτε ἀπὸ τὴ μία, τῆς ἀποδίδουμε τὰ γνωρίσματα καὶ τῶν δύο φύσεων. Καὶ μάλιστα ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ οἱ δύο φύσεις μαζί, λέγεται καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, καὶ εἶναι καὶ κτιστὸς καὶ ἄκτιστος καὶ παθητὸς καὶ ἀπαθής. Καὶ ὅταν τὸν καλοῦμε μὲ τὸ ὄνομα τῆς μιᾶς φύσεως καὶ τὸν λέμε Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἢ Θεό, τότε δέχεται καὶ τὰ γνωρίσματα τῆς φύσεως ποὺ συνυπάρχει, τῆς ἀνθρώπινης δηλαδή· λέγεται παθητὸς Θεὸς καὶ Κύριος της δόξης ποὺ σταυρώθηκε, ὄχι βέβαια σὰν Θεὸς ἀλλὰ καὶ σὰν ἄνθρωπος ὁ ἴδιος. Ὅταν πάλι λέγεται ἄνθρωπος καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, δέχεται τὰ γνωρίσματα καὶ τὴ δόξα τῆς θείας φύσεως καὶ καλεῖται προαιώνιο παιδὶ καὶ ἄναρχος ἄνθρωπος, ὄχι βέβαια ἐπειδὴ ἦταν παιδὶ καὶ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἐπειδή, ἐνῶ εἶναι προαιώνιος Θεός, ἔγινε τελευταία παιδί. Καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀντιδόσεως εἶναι ὁ ἀκόλουθος: καθεμία ἀπὸ τὶς φύσεις ἀνταποδίδει στὴν ἄλλη τὰ ἰδιαίτερα γνωρίσματά της, ἐπειδὴ ἔχουν τὴν ἴδια ὑπόσταση καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται. Σύμφωνα μ’ αὐτὰ μπορούμενα ποῦμε γιὰ τὸ Χριστό: «Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μᾶς φανερώθηκε στὴ γῆ καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους»· καὶ ἀλλοῦ: «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἄκτιστος, ἀπαθὴς καὶ ἀπερίγραπτος».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 49. Γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν φύσεων. Καὶ ὅπως γιὰ τὸ Θεὸ δεχόμαστε μία φύση, ἀλλὰ λέμε ὅτι ἀληθινὰ ἔχει τρεῖς ὑποστάσεις, καὶ δεχόμαστε ὅτι ὅλα τα γνωρίσματα τῆς φύσεως καὶ τῆς οὐσίας τοῦ εἶναι ἁπλά, ἐνῶ τὴ διαφορὰ τῶν ὑποστάσεων τὴν ἀποδίδουμε μόνο στὶς τρεῖς ἰδιότητες, δηλαδὴ τὴν ἀναίτια πατρική, τὴν αἰτιατὴ υἱϊκή, καὶ τὴν αἰτιατὴ καὶ ἐκπορευτῆ, καὶ γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὲς δὲν μένουν μακριὰ καὶ σὲ διάσταση ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένες καὶ χωρὶς νὰ συγχέονται· εἶναι ἑνωμένες βέβαια χωρὶς νὰ συγχέονται –διότι εἶναι τρεῖς, ἂν καὶ εἶναι ἐνωμένες–, καὶ εἶναι διαιρεμένες χωρὶς νὰ ἀπομακρύνονται μεταξύ τους. Διότι ἐὰν ἡ καθεμία στέκεται ἀπὸ μόνη της, εἶναι δηλαδὴ τέλεια ὑπόσταση καὶ ἔχει τὴ δική της ἰδιαιτερότητα, δηλαδὴ ἰδιαίτερο τρόπο ὑπάρξεως· ὅμως εἶναι ἑνωμένες καὶ στὴν οὐσία καὶ στὰ γνωρίσματα τῆς φύσεως καί, ἐπειδὴ δὲν χωρίζονται οὔτε βγαίνουν ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπόσταση τοῦ Πατέρα, γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ καλοῦνται ἕνας Θεός. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ σχετικὰ μὲ τὸ θεῖο καὶ ἀνέκφραστο σχέδιο τῆς οἰκονομίας (γιὰ τὴ σωτηρία μας), ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη καὶ λογική, τοῦ ἑνὸς προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεχόμαστε δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, ποὺ συνδέθηκαν καὶ ἑνώθηκαν μεταξύ τους ὑποστατικά, ἀλλὰ ἀποτέλεσαν μία ὑπόσταση σύνθετη ἀπὸ δύο φύσεις. Ἰσχυριζόμαστε ὅτι οἱ δύο φύσεις διατηροῦνται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσή τους στὴ μία σύνθετη ὑπόσταση, δηλαδὴ στὸν ἕνα Χριστό· καὶ πραγματικὰ αὐτὲς καὶ τὰ φυσικά τους χαρακτηριστικὰ ὑπάρχουν, καθὼς εἶναι ἑνωμένες ἀσύγχυτα καὶ ἀδιαίρετα, ἀλλὰ καὶ διαφέρουν καὶ ἀριθμοῦνται. Καὶ ὅπως οἱ τρεῖς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἑνωμένες χωρὶς νὰ συγχέονται καὶ εἶναι διαιρεμένες χωρὶς νὰ κομματιάζονται, ἀλλὰ ἀριθμοῦνται, χωρὶς ὁ ἀριθμὸς νὰ εἰσάγει διαίρεση, διάσταση, ἀποξένωση καὶ χωρισμὸ μεταξύ τους (διότι ἕνα Θεὸ γνωρίζουμε καλά, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ εἶναι ἑνωμένες, εἶναι ἑνωμένες χωρὶς νὰ συγχέονται· ἂν καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται, δὲν προχωρεῖ ἡ μία σὲ ἀλλαγὴ καὶ μετατροπὴ στὴ φύση τῆς ἄλλης. Κάθε φύση, δηλαδή, διατηρεῖ ἀμετάβλητό το γνώρισμα τῆς δικῆς της φύσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀριθμοῦνται, καὶ ὁ ἀριθμὸς δὲν εἰσάγει διαίρεση. Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας, τέλειος στὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση· ἡ ἀρίθμηση δηλαδὴ δὲν ἀποτελεῖ τὴν αἰτία τῆς διαιρέσεως ἢ τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ δηλώνει πόσα εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀριθμοῦνται, εἴτε εἶναι ἑνωμένα εἴτε χωρισμένα· ἑνωμένα δηλαδή, ὅπως ὅταν λέμε ὅτι ὁ τοῖχος αὐτὸς ἔχει πενήντα πέτρες· καὶ χωρισμένα, ὅπως ὅταν λέμε ὅτι σ’ αὐτὸ τὸν τόπο βρίσκονται πενήντα πέτρες· καὶ ἑνωμένα βέβαια, ὅπως λέμε ὅτι δύο φύσεις ὑπάρχουν μέσα στὸ κάρβουνο, ἐννοῶ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ξύλο, καὶ χωρισμένα, ὅπως ἡ φύση τῆς φωτιᾶς διαφέρει ἀπὸ τοῦ ξύλου· ἄλλο πράγμα τὰ ἑνώνει ἢ τὰ χωρίζει, ὄχι ὁ ἀριθμός. Ὅπως, λοιπόν, εἶναι ἀδύνατο νὰ ποῦμε ὅτι οἱ τρεῖς ὑποστάσεις τῆς θείας φύσεως, ἂν καὶ εἶναι ἑνωμένες μεταξύ τους, εἶναι μία ὑπόσταση, γιὰ νὰ μὴν προκαλέσουμε σύγχυση καὶ ἐξαφάνιση τῆς διαφορᾶς τῶν ὑποστάσεων μεταξύ τους, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ ποῦμε ὅτι οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ὑποστατικὰ ἑνωμένες, ἀποτελοῦν μία φύση, γιὰ νὰ μὴν προκαλέσουμε ἐξαφάνιση, σύγχυση καὶ ἀνυπαρξία τῆς διαφορᾶς τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 50. Ὅτι ὅλη ἡ θεία φύση μὲ μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις τηςενώθηκε μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι μὲ ἕνα μέρος της. Τὰ κοινὰ καὶ γενικὰ ἀποδίδονται σὰν ἰδιότητες στὰ μερικὰ ποὺ ὑπόκεινται σ’ αὐτά. Ἡ οὐσία, λοιπόν, εἶναι τὸ κοινό, σὰν τὸ εἶδος, ἐνῶ ἡ ὑπόσταση εἶναι τὸ μερικό. Καὶ εἶναι μερικό, ὄχι διότι ἔχει ἕνα μέρος τῆς φύσεως, ἀλλὰ εἶναι μερικὸ στὸν ἀριθμό, ὡς ἄτομο· διότι οἱ ὑποστάσεις θεωροῦνται ὅτι διαφέρουν στὸν ἀριθμὸ καὶ ὄχι στὴ φύση. Καὶ ἡ οὐσία ἀποδίδεται σὰν ἰδιότητα στὴν ὑπόσταση, ἀφοῦ ἡ οὐσία ὑπάρχει τέλεια σὲ κάθε ὁμοειδῆ ὑπόσταση. Καὶ ἔτσι οἱ ὑποστάσεις δὲν διαφέρουν μεταξύ τους στὴν οὐσία, ἀλλὰ στὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ὑπόσταση καὶ ὄχι τὴν οὐσία· γι’ αὐτὸ ὁ ὁρισμὸς τῆς ὑποστάσεως εἶναι οὐσία μὲ συμβεβηκότα. Ἑπομένως, ἡ ὑπόσταση ἔχει σὰν γνώρισμα τὸ κοινὸ μὲ τὸ ἰδιαίτερο γνώρισμα καὶ ὅτι εἶναι προσωπικὴ ὕπαρξη. Ἡ οὐσία πάλι δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της ἀλλὰ νοεῖται στὶς ὑποστάσεις. Ὅταν, λοιπόν, παθαίνει κάτι μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις, λέμε ὅτι ἡ οὐσία, σὲ σχέση μὲ τὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ ὑπόσταση, τὸ παθαίνει σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις της. Δὲν εἶναι ὅμως ὑποχρεωτικό, ὅταν πάσχει μιὰ ὑπόσταση, νὰ πάσχουν καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις. Ἔτσι, λοιπόν, ὁμολογοῦμε ὅτι ὅλη ἡ θεία φύση ὑπάρχει τέλεια σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις της, ὅλη στὸν Πατέρα, ὅλη στὸν Υἱὸ καὶ ὅλη στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι τέλειος Θεὸς ὁ Πατέρας, τέλειος Θεὸς ὁ Υἱός, τέλειος Θεὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι καὶ στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἑνός της Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ Λόγου, πιστεύουμε ὅτι ὅλη καὶ τέλεια ἡ θεία φύση, μὲ μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις της, ἑνώθηκε μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώποινη φύση, καὶ ὄχι μὲ ἕνα μέρος της. Λέει σχετικὰ μ’ αὐτὸ ὁ θεῖος Ἀπόστολος: «σ’ Αὐτὸν κατοικεῖ ὅλη ἡ θεία φύση σωματικά», δηλαδὴ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του· καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ (Ἀποστόλου), ὁ σπουδαῖος θεολόγος Διονύσιος λέει: «Ἡ θεία φύση σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις τῆς ἔγινε μέτοχός της δικῆς μας φύσεως». Ἀλλὰ οὔτε θὰ ὑποχρεωθοῦμε νὰ λέμε ὅτι ὅλες οἱ ὑποστάσεις τοῦ ἁγίου Θεοῦ, δηλαδὴ οἱ τρεῖς, ἔχουν ἑνωθεῖ ὑποστατικὰ μὲ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ὑποστάσεις. Διότι ὁ Πατέρας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ κανένα λόγο δὲν μετεῖχαν στὴ σάρκωση τοῦ ΘεούΛογου, παρὰ μόνον μὲ τὴν εὐαρέσκεια καὶ τὴ θέλησή τους. Λέμε ὅμως ὅτι ὅλη ἡ θεία φύση ἔχει ἑνωθεῖ μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Διότι τίποτε ἀπ’ ὅσα ὁ Θεὸς Λόγος στὴν ἀρχικὴ δημιουργία ἔβαλε μέσα στὴ φύση μας δὲν ἄφησε νὰ μὴν τὸ προσλάβει, ἀλλὰ ὅλα τα προσέλαβε, δηλαδὴ σῶμα, νοερὴ καὶ λογικὴ ψυχὴ καὶ τὰ γνωρίσματά τους· διότι αὐτὸ ποὺ στερεῖται ἕνα ἀπ’ αὐτὰ εἶναι ζῶο καὶ ὄχι ἄνθρωπος. Διότι ὅλος αὐτὸς μὲ προσέλαβε ὁλόκληρο καὶ ἑνώθηκε ὅλος μὲ ὅλον ἐμένα, γιὰ νὰ χαρίσει σὲ ὅλον ἐμένα τὴ σωτηρία· «διότι αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀπρόσληπτο μένει ἀθεράπευτο». Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, ἑνώθηκε μὲ τὴ σάρκα μέσω τοῦ νοῦ, μὲ τὸ νὰ πάρει ὁ Θεὸς θέση ἀνάμεσα στὴ καθαρότητα καὶ τὴν παχύτητα τῆς σάρκας. Διότι ὁ νοῦς εἶναι κυβερνήτης τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ τὸ πιὸ καθαρὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ κυβερνήτης τοῦ νοῦ εἶναι ὁ Θεός. Καὶ ὅταν τὸ ἀνώτερο ἐπιτρέψει, τότε ὁ νοῦς τοῦ Χριστοῦ παίρνει ἡγετικὴ πρωτοβουλία. Ἀλλὰ (ὁ νοῦς τοῦ Χριστοῦ) ὑποχωρεῖ καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἀνώτερο καὶ κάνει αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλει ἡ θεία βούληση. Ἀκόμη ὁ νοῦς ἔχει γίνει τόπος τῆς θεότητος ποὺ ὑποστατικὰ ἑνώθηκε μ’ αὐτόν, ὅπως βέβαια καὶ ἡ σάρκα δὲν εἶναι ἕνας συγκάτοικος, ὅπως ἡ ἀσεβὴς φαντασία τῶν αἱρετικῶν πλανιέται, λέγοντας: «ἕνα δοχεῖο μιᾶς μέδιμνας δὲν χωράει δύο μέδιμνες»· διότι κρίνουν τὰ πνευματικὰ μὲ ὑλικὰ μέτρα. Πῶς θὰ ὀνομάσουμε τὸ Χριστὸ τέλειο Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο, ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ἐὰν στὸ πρόσωπό του ἔχει ἑνωθεῖ μόνον ἕνα μέρος τῆς θείας καὶ ἕνα της ἀνθρωπίνης φύσεως; Λέμε, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μᾶς ἔχει ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ κάθισε στὰ δεξιά του Πατέρα, ὄχι ἐπειδὴ ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ὑποστάσεις ἀναστήθηκαν καὶ κάθισαν στὰ δεξιά του Πατέρα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀναστήθηκε ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ. Διότι λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος: «Μᾶς ἀνάστησε καὶ μᾶς ὕψωσε μαζί του, χάρη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ». Λέμε ἐπίσης καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἕνωση προῆλθε ἀπὸ κοινὲς οὐσίες· διότι κάθε οὐσία εἶναι κοινὴ γιὰ τὶς ὑποστάσεις ποὺ περιλαμβάνει αὐτή, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βρεῖ κάποιος μερικὴ καὶ ἀπομονωμένη φύση, δηλαδὴ οὐσία· διαφορετικά, κατ’ ἀνάγκην θὰ θεωροῦμε τὶς ἴδιες ὑποστάσεις καὶ ὁμοούσιες καὶ ἐτερούσιες· τὸ ἴδιο καὶ τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ὁμοούσια καὶ ἐτερούσια στὴ θεία φύση. Ἡ ἴδια, λοιπόν, φύση θεωρεῖται σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις. Καὶ ὅταν ποῦμε ὅτι ἡ φύση τοῦ Λόγου ἔχει σαρκωθεῖ, σύμφωνα μὲ τοὺς μακάριους Ἀθανάσιο καὶ Κύριλλο, ἐννοοῦμε ὅτι ἡ θεότητα ἑνώθηκε μὲ τὴ σάρκα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἡ φύση τοῦ Λόγου ἔπαθε –διότι ἡ θεότητα δὲν ἔπαθε τίποτε σ’ αὐτόν–, ἀλλὰ λέμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔπαθε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· δὲν ὑπονοοῦμε βέβαια ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ὑποστάσεις ἔπαθαν, ἀλλὰ ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔπαθε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του. Ἑπομένως, ὅταν λέμε ἡ «φύση τοῦ Λόγου», ἐννοοῦμε τὸν ἴδιο το Λόγο· καὶ ὁ Λόγος ἔχει καὶ τὸ κοινό της οὐσίας καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς ὑποστάσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 51. Γιὰ τὴ μία σύνθετη ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἡ θεία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου προϋπῆρχε αἰώνια πρὶν ἀπὸ τὸ χρόνο, ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη, ἄκτιστη, ἀσώματη, ἀόρατη, ἀψηλάφητη, ἀπερίγραπτη, ἔχοντας ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας, ἐπειδὴ εἶναι ὁμοούσιά του. Διαφέρει μὲ τὴν ὑπόσταση τοῦ Πατέρα στὸν τρόπο καὶ τὴ σχέση τῆς γεννήσεως, ποὺ εἶναι τέλεια, χωρὶς ποτὲ νὰ ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν πατρικὴ ὑπόσταση. Τὰ τελευταῖα ὅμως χρόνια, ὁ Λόγος, χωρὶς καθόλου νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ Πατέρα του, μὲ τρόπο ἀπερίγραπτο, κατοίκησε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς ἁγίας Παρθένου, χωρὶς σπέρμα καὶ χωρὶς νὰ ἐγκλειστεῖ, ὅπως αὐτὸς μόνο γνωρίζει· καὶ μέσα σ’ αὐτὴν ἀπόκτησε σάρκα γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο ἀλλὰ στὴν προαιώνια ὑπόστασή του. Ὑπῆρχε, λοιπόν, (ὁ Χριστὸς) μέσα σ’ ὅλα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, καὶ στὴν κοιλία τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ στὸ ἐνεργούμενο γεγονὸς τῆς σαρκώσεως. Σαρκώθηκε ἀπ’ αὐτὴν προσλαμβάνοντας τὸ πιὸ ἐκλεκτὸ ἀπὸ τὴ δική μας (ἀνθρώπινη) γενιά· προσέλαβε σάρκα πλουτισμένη μὲ λογικὴ καὶ νοερὴ ψυχή, γιὰ νὰ χρησιμεύσει αὐτὴ ὡς ὑπόσταση τῆς σάρκας, ἡ ὑπόσταση δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου· ἔτσι συνέβη ὥστε ἡ ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ἡ ὁποία πρὶν ἦταν ἁπλή, νὰ γίνει σύνθετη –σύνθετη ἀπὸ δύο τέλειες φύσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη– καὶ ν’ ἀποκτήσει αὐτὴ τὸ χαρακτηριστικὸ καὶ διακριτικὸ γνώρισμα τῆς θείας ἰδιότητας τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς Λόγος, μὲ τὸ ὁποῖο γνώρισμα διακρίνεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα· νὰ ἔχει ἐπίσης καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ διακριτικὰ γνωρίσματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στὰ ὁποῖα διαφέρει μὲ τὴ μητέρα καὶ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους. Νὰ φέρει ὅμως καὶ τὰ γνωρίσματα τῆς θείας φύσεως, μὲ τὰ ὁποῖα συνδέεται μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καθὼς καὶ τὰ γνωρίσματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι συνδέεται μὲ τὴ μητέρα καί μας. Διαφέρει βέβαια μὲ τὸν Πατέρα, τὸ Πνεῦμα, τὴ μητέρα καὶ ἐμᾶς, στὸ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος μαζὶ καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος· αὐτὸ πράγματι εἶναι τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό, λοιπόν, ὁμολογοῦμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἕνας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησή του, καὶ ὁ ἴδιος εἶναι Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἕνας Χριστός, ἕνας Κύριος, ὁ μοναδικὸς μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Κύριός μας. Προσκυνοῦμε τὶς δύο γεννήσεις του, μία γέννηση ἀπὸ τὸν Πατέρα, προαιώνια, πέρα ἀπὸ αἰτία, λογική, χρόνο καὶ φύση, καὶ ἄλλη γέννηση τελευταία γιὰ μᾶς, σύμφωνα μὲ τὰ δικά μας, καὶ πάνω ἀπὸ τὰ δικά μας. «Γιὰ μας», διότι ἔγινε γιὰ τὴ δική μας σωτηρία· «σύμφωνα μέ μας», διότι γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα μὲ κανονικὸ τοκετό· καὶ «πάνω ἀπό μας», διότι δὲν γεννήθηκε μὲ σπέρμα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν ἁγία Παρθένο, πέρα ἀπὸ τὴ φυσιολογικὴ κύηση. Δὲν κηρύττουμε ὅτι εἶναι μόνο Θεὸς χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, οὔτε βέβαια μόνον ἄνθρωπος ἀπογυμνωμένος ἀπὸ τὴ θεία φύση· δὲν κηρύττουμε ὅτι εἶναι ἄλλος καὶ ἄλλος, ἀλλὰ ἕνας καὶ ὁ αὐτός, Θεὸς μαζὶ καὶ ἄνθρωπος· εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ὁλόκληρος Θεὸς καὶ ὁλόκληρος ἄνθρωπος· εἶναι ὁ ἴδιος ὅλος Θεὸς μὲ τὴ σάρκα του, καὶ ὅλος ἄνθρωπος μὲ τὴν ὑπέρθεη θεία φύση του. Μὲ τὴν ἔκφραση «τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος», δηλώνεται ἡ πληρότητα καὶ τελειότητα τῶν φύσεων· καὶ μὲ τὴν ἔκφραση «ὁλόκληρος Θεὸς καὶ ὁλόκληρος ἄνθρωπος» δηλώνεται ἡ μοναδικότητα καὶ ἑνότητα τῆς ὑποστάσεως. Ὁμολογοῦμε ἀκόμη «μία φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ ὁποία ἔχει σαρκωθεῖ». Μὲ τὴν ἔκφραση «σαρκωμένη», θέλουμε νὰ φανερώσουμε τὴ φύση τῆς σάρκας, σύμφωνα μὲ τὸν μακάριο Κύριλλο. Σαρκώθηκε, λοιπόν, ὁ Λόγος, ἀλλὰ δὲν ἄφησε τὸ ἀσώματό της φύσεώς του· ὁλόκληρος σαρκώθηκε καὶ ὁλόκληρος εἶναι ἀπερίγραπτος. Μικραίνει σωματικὰ καὶ συστέλλεται ἀλλὰ παραμένει ἀπερίγραπτος στὴ θεία φύση του, χωρὶς τὸ σῶμα του νὰ ἔχει τὴν ἴδια ἔκταση μὲ τὴν ἀπερίγραπτη θεία φύση του. Ἑπομένως, ὅλος εἶναι τέλειος Θεός, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὡς ὁλότητα Θεός· διότι δὲν εἶναι μόνο Θεός, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· καὶ εἶναι ὁλόκληρος τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὡς ὁλότητα ἄνθρωπος· διότι δὲν εἶναι μόνον ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός. Ἡ ἔκφραση «ὁλότητα» σημαίνει τὴ φύση, ἐνῶ ἡ ἔκφραση «ὅλος» δηλώνει τὴν ὑπόσταση, ὅπως ἡ ἔκφραση «ἄλλο» δηλώνει τὴ φύση, ἐνῶ ἡ ἔκφραση «ἄλλος» τὴν ὑπόσταση. Πρέπει μάλιστα νὰ γνωρίζουμε ὅτι, ἂν καὶ λέμε ὅτι οἱ φύσεις τοῦ Κυρίου ἀλληλοπεριχωροῦνται, ἡ ἀλληλοπεριχώρηση γίνεται χάρη στὴ θεία φύση. Διότι αὐτὴ τὰ διαπερνᾶ ὅλα μὲ τὴ θέλησή της καὶ τὰ περιχωρεῖ· τίποτε ὅμως δὲν διαπερνᾶ αὐτήν. Καὶ ἐνῶ βέβαια προσφέρει τὴ δόξα της στὴ σάρκα, ἡ ἴδια παραμένει ἀπαθὴς καὶ ἀμέτοχη στὰ πάθη τῆς σάρκας. Διότι, ἂν ὁ ἥλιος μεταδίδει σὲ μᾶς τὶς δικές του ἐνέργειες, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν μετέχει στὰ δικά μας, πόσο μᾶλλον ὁ δημιουργὸς καὶ Κύριος του ἥλιου!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 52. Γι’ αὐτοὺς ποῦ ρωτοῦν· οἱ φύσεις τοῦ Κυρίου ὑπάγονται στὸ ἀδιάσπαστο ποσὸ ἢ στὸ διαχωρισμένο; Ἂν κανεὶς ρωτᾶ γιὰ τὶς φύσεις τοῦ Κυρίου, ἂν ὑπάγονται στὸ ἀδιάσπαστο ποσὸν ἢ στὸ διαχωρισμένο, θὰ ἀπαντήσουμε ὅτι οἱ φύσεις τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι οὔτε ἕνα σῶμα οὔτε μία ἐπιφάνεια οὔτε μία γραμμή, οὔτε χρόνος οὔτε τόπος, γιὰ ν’ ἀποδοθοῦν στὸ ἀδιάσπαστο ποσό· διότι αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀριθμοῦνται σὲ συνέχεια. Πρέπει μάλιστα νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀρίθμηση χαρακτηρίζει αὐτὰ ποὺ διαφέρουν καὶ εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀριθμηθοῦν αὐτὰ ποὺ δὲν διαφέρουν καθόλου· σ’ αὐτὸ ποὺ διαφέρουν, σ’ αὐτὸ καὶ ἀριθμοῦνται· ὅπως ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος δὲν ἀριθμοῦνται σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἑνωμένοι· ἐπειδή, δηλαδή, εἶναι ἑνωμένοι ἐξαιτίας τῆς οὐσίας τους, δὲν μπορεῖ νὰ λέγονται δύο φύσεις, ἐνῶ διαφέρουν στὴν ὑπόσταση καὶ λέγονται δύο ὑποστάσεις. Ἑπομένως, ἡ ἀρίθμηση εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτῶν ποὺ διαφέρουν· καὶ μὲ ὅποιο τρόπο διαφέρουν, μ’ αὐτὸν καὶ ἀριθμοῦνται. Οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ εἶναι βέβαια ἑνωμένες ὑποστατικὰ χωρὶς νὰ συγχέονται, ἀλλὰ διαιροῦνται καὶ ἀδιαίρετα χάρη στὴν αἰτία καὶ τὸν τρόπο τῆς διαφορᾶς. Καὶ χάρη στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι ἑνωμένες, δὲν ἀριθμοῦνται· διότι δὲν λέμε ὅτι οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ εἶναι δύο ὑποστάσεις. Μὲ τὸν τρόπο πάλι ποὺ ἀδιαίρετα διαιροῦνται, ἀριθμοῦνται· διότι δύο εἶναι οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ χάρη στὴν αἰτία καὶ τὸν τρόπο τῆς διαφορᾶς. Ἐπειδὴ εἶναι ἑνωμένες στὴν ὑπόσταση καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται, εἶναι ἑνωμένες ἀσύγχυτα, διατηρώντας ἡ καθεμία τὴ δική της φυσικὴ διαφορά. Ἐπειδή, λοιπόν, ἀριθμοῦνται μὲ τὸν τρόπο μόνον τῆς διαφορᾶς, θὰ ὑπαχθοῦν στὸ διαχωρισμένο ποσό. Ἕνας, λοιπόν, εἶναι ὁ Χριστός, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖο προσκυνοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα σὲ μία προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὴν ἀμόλυντη σάρκα του· δὲν θεωροῦμε ὅτι ἡ σάρκα του δὲν προσκυνεῖται –διότι τὴν προσκυνοῦμε στὴ μία ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ἡ ὁποία γιὰ χάρη τῆς ἔγινε ὑποσταση–· οὔτε πάλι λατρεύουμε τὴν κτίση (εἴδωλα) –διότι δὲν τὴν προσκυνοῦμε σὰν ἁπλὴ σάρκα, ἀλλὰ ἑνωμένη μὲ τὴ θεότητα καὶ ἐπειδὴ οἱ δύο φύσεις ἀναφέρονται σὲ ἕνα πρόσωπο καὶ μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Φοβᾶμαι νὰ πιάσω τὸ κάρβουνο, διότι ἔγινε ἕνα μὲ τὸ ἀναμμένο ξύλο. (Παρόμοια) προσκυνῶ καὶ τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ χάρη στὴ θεότητα ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὴ σάρκα. Διότι δὲν προσθέτω τέταρτο πρόσωπο στὴν Ἁγία Τριάδα –ἀλίμονο!–, ἀλλὰ ὁμολογῶ ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του. Ἡ Τριάδα παρέμεινε Τριάδα καὶ μετὰ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 53. Ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ἂν ὑπάρχει φύση ἀνυπόστατη. Μολονότι δὲν ὑπάρχει ἀνυπόστατη φύση ἢ ἀπρόσωπη οὐσία –διότι ἡ οὐσία καὶ ἡ φύση νοεῖται σὲ ὑποστάσεις καὶ προσωπα–, παρ’ ὂλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸ ἡ καθεμία ἀπὸ τὶς μεταξύ τους ἑνωμένες φύσεις νὰ ἔχει ξεχωριστὰ ἰδιαίτερη ὑπόσταση· διότι μποροῦν νὰ συνενωθοῦν σὲ μία ὑπόσταση καὶ νὰ μὴν εἶναι οὔτε ἀνυπόστατες οὔτε ἡ καθεμία νὰ ἔχει ἰδιαίτερη ὑπόσταση, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο νὰ ἔχουν μία καὶ τὴν ἴδια. Διότι ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ἐπειδὴ ἔγινε ὑπόσταση καὶ τῶν δύο φύσεων, δὲν ἐπιτρέπει σὲ καμία ἀπ’ αὐτὲς νὰ εἶναι ἀνυπόστατη, οὔτε νὰ ἔχουν μεταξύ τους διαφορετικὴ ὑπόσταση,οὔτε ἡ ὑπόσταση ἄλλοτε νὰ ἀνήκει στὴ μία καὶ ἄλλοτε στὴν ἄλλη (φύση), ἀλλὰ πάντοτε ἡ ὑπόσταση νὰ ἀνήκει καὶ στὶς δύο ἀδιαίρετα καὶ ἀχώριστα· νὰ μὴ χωρίζεται οὔτε νὰ διαιρεῖται, καὶ νὰ μὴ διανέμει ἕνα μέρος της στὴ μία κι ἕνα ἄλλο στὴν ἄλλη, ἀλλὰ ὁλόκληρη ν’ ἀνήκει στὴ μία καὶ τὴν ἄλλη, χωρὶς διαίρεση καὶ στὸ σύνολό της. Διότι ἡ σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου δὲν ἔγινε ὑπόσταση μὲ ἰδιαίτερο τρόπο, οὔτε ἔγινε κάποια διαφορετικὴ ὑπόσταση ἀπὸ τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ (ἡ σάρκα) ἀπόκτησε ὑπόσταση μέσα σ’ αὐτὴν (ὑπόσταση τοῦ Λόγου) καὶ ἔγινε ἐνυπόστατη καὶ ὄχι ξεχωριστὴ ὑπόσταση ἀπὸ μόνη της. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε ἀνυπόστατη οὔτε εἰσάγει μέσα στὴν Τριάδα κάποια ἄλλη ὑπόσταση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 54. Γιὰ τὸν Τρισάγιο Ὕμνο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ χαρακτηρίζουμε βλάσφημη τὴν προσθήκη ποὺ ἔκανε στὸν Τρισάγιο Ὕμνο ὁ ἀνόητος Πέτρος ὁ Κναφέας· διότι εἰσάγει ἐσφαλμένα τέταρτο πρόσωπο (στὴν Τριάδα) καὶ διακρίνει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐνυπόστατη δύναμη τοῦ Πατέρα, ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο, ὅτι τάχα εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸ (Θεό)· ἢ θεωρεῖ ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα πάσχει καὶ ὅτι μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ σταυρώνεται καὶ ὁ Πατέρας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἃς ἀφήσουμε στὴν ἄκρη αὐτὴ τὴ βλάσφημη καὶ πρωτοφανῆ φλυαρία. Διότι ἐμεῖς θεωροῦμε ὅτι τὸ «Ἅγιος ὁ Θεὸς» ἀναφέρεται στὸν Πατέρα, χωρὶς νὰ περιορίζουμε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μόνο σ’ αὐτόν, ἀλλὰ ἀναγνωρίζουμε (ὡς Θεὸ) καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ «Ἅγιος ἰσχυρός» το ἀπευθύνουμε στὸν Υἱὸ χωρὶς ν’ ἀπογυμνώνουμε ἀπὸ τὴ δύναμη τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὸ «Ἅγιος ἀθάνατός» το ἀπευθύνουμε στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χωρὶς ν’ ἀποκλείουμε ἀπὸ τὴν ἀθανασία τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἀλλὰ ἀποδίδουμε σὲ κάθε ὑπόσταση ὅλα τα ὀνόματα τοῦ Θεοῦ μὲ ἁπλὸ καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο· μιμούμαστε τὸ θεῖο ἀπόστολο ποὺ λέει: «Γιὰ μᾶς ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθαν τὰ πάντα καὶ ἐμεῖς, καὶ ἕνας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸν ὁποῖο ἔγιναν ὅλα καὶ ἐμεῖς ἀπ’ αὐτόν, καὶ ἕνα το Ἅγιο Πνεῦμα, μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦν ὅλα καὶ ἐμεῖς ἐπίσης». Δεχόμαστε, ἐπίσης, καὶ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θεολόγου: «Γιὰ μᾶς ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας, ποὺ ἔκανε τὰ πάντα, ἕνας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸν ὁποῖο ἔγιναν ὅλα, καὶ ἕνα το Ἅγιο Πνεῦμα, μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ὅλα»· οἱ φράσεις «ἀπὸ τὸν ὁποῖο», «μὲ τὸν ὁποῖο» καὶ «μέσα στὸ ὁποῖο» δὲν κάνουν ξεχωριστὲς φύσεις –διότι δὲν θὰ μεταβαλλόταν οἱ προθέσεις ἢ ἡ σειρὰ τῶν ὀνομάτων– ἀλλὰ ἀποδίδουν τὶς ἰδιότητες τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαίρετης φύσεως. Καὶ εἶναι φανερὸ αὐτό· διότι ἑνώνονται πάλι σὲ μία φύση, ἐὰν διαβαστεῖ μὲ προσοχὴ ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ ἴδιος ἀπόστολος, ὅτι «ὅλα προέρχονται ἀπ’ αὐτὸν καὶ γίνονται μ’ αὐτὸν καὶ ἀπευθύνονται σ’ αὐτόν· σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ αἰώνια δόξα. Ἀμήν». Ὅτι ὁ τρισάγιος Ὕμνος δὲν ἀποδίδεται μόνο στὸν Υἱό, ἀλλὰ στὴν Ἁγία Τριάδα, μάρτυρας εἶναι ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς Ἀθανάσιος, ὁ Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος καὶ ὅλη ἡ χορεία τῶν θεοφόρων πατέρων· τὰ ἅγια Σεραφεὶμ μὲ τὴν τριπλῆ ἁγιότητα φανερώνουν τὶς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς ὑπερουσίου θεότητος, καὶ μὲ τὴν μία κυριότητα γνωρίζουν σὲ μᾶς τὴ μία οὐσία καὶ βασιλεία τῆς θεαρχικῆς Τριάδος. Λέει πράγματι ὁ θεολόγος Γρηγόριος: «Ἔτσι, λοιπόν, τὰ ἅγια των ἁγίων, τὰ ὁποῖα κρύβονται καὶ ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ καὶ δοξάζονται μὲ τριπλὸ ἁγιασμό, ὁδηγοῦν σὲ μία κυριότητα καὶ θεότητα· αὐτὸ ἔχει μελετηθεῖ πολὺ καλὰ καὶ πολὺ σοβαρὰ καὶ ἀπὸ κάποιον ἄλλον ἀπὸ τοὺς προηγουμένους μας». Αὐτοὶ ποὺ ἔγραψαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία διηγοῦνται ὅτι, ὅταν κάποτε ὁ λαὸς στὴν Κωνσταντινούπολη ἔκανε λιτανεία ἐξαιτίας κάποιος θεόσταλτης ἀπειλῆς, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν πατριάρχης ὁ Προκλός, συνέβη ἕνα παιδὶ τοῦ λαοῦ νὰ ἁρπαγεῖ καὶ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ ἀγγέλους τὸν τρισάγιο ὕμνο «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἐμᾶς»· καὶ ὄταντο παιδὶ ἐπανῆλθε στὸν ἑαυτό του καὶ ἀνήγγειλε αὐτὸ ποὺ διδάχθηκε, τότε ὅλος ὁ λαὸς ἔψαλε τὸν ὕμνο κι ἔτσι ἡ ἀπειλὴ σταμάτησε. Ἐπίσης, ἡ παράδοση λέει ὅτι ὁ τρισάγιος αὐτὸς ὕμνος ψάλθηκε καὶ στὴν ἁγία καὶ μεγάλη τέταρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος· διότι ἔτσι ἀναφέρουν τὰ πρακτικά της ἴδιας αὐτῆς Ἁγίας Συνόδου. Ἑπομένως, ἀποτελεῖ ὄντως γελειότητα καὶ λογοπαίγνιο ἡ τρισάγια ὠδὴ ποὺ φανερώνει τὴν τρισυπόστατη θεότητα, ποὺ τὴν δίδαξαν οἱ ἄγγελοι καὶ καθιερώθηκε μὲ τὴ λήξη τῆς λιτανείας καὶ ἐπικυρώθηκε καὶ πιστοποιήθηκε ἀπὸ τὴ Σύνοδο τόσων Ἁγίων Πατέρων καὶ ὑμνήθηκε προηγουμένως ἀπὸ τὰ Σεραφείμ, (ἡ τρισάγια αὐτὴ ὠδὴ) νὰ καταπατηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνόητη ἀλαζονεία τοῦ Κναφέως καὶ νὰ διορθωθεῖ τάχα, σὰν νὰ εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὰ Σεραφείμ. Ἀλίμονο στὴν αὐθάδεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ τὴν ἀνοησία! Ἐμεῖς ὅμως, ἀκόμη κι ἂν οἱ δαίμονες σκάζουν ἀπὸ τὸ κακό τους, ἔτσι λέμε: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἐμᾶς».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 55. Γιὰ τὴ φύση καὶ διαφορά, τὴν ἕνωση καὶ σάρκωση ποὺ θεωρεῖται στὸ γένος καὶ στὸ ἄτομο, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐννοοῦμε «τὴ μία φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκωμένη». Ἡ φύση ἢ γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ ἁπλὴ παρατήρηση διότι δὲν ὑφίσταται μόνη της ἢ γενικὰ συνδέει αὐτὲς μὲ ὅλες τὶς ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις· καὶ ὀνομάζεται φύση ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ στὸ εἶδος, ἢ γενικὰ ἡ ἴδια μὲ τὴν πρόσληψη τῶν συμβεβηκότων σὲ μιὰ ὑπόσταση καὶ ὀνομάζεται φύση ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ στὸ μεμονωμένο ἄτομο. Ὁ Θεὸς Λόγος, λοιπόν, σαρκώθηκε χωρὶς νὰ προσλάβει φύση ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ ἁπλὴ παρατήρηση –διότι αὐτὸ δὲν εἶναι σάρκωση, ἀλλὰ ἀπάτη καὶ φαντασία σαρκώσεως– οὔτε (φύση) ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ στὸ εἶδος –διότι δὲν προσέλαβε ὅλες τὶς ὑποστάσεις–, ἀλλὰ ἀτομικὴ φύση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἴδια ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ στὸ εἶδος –διότι προσέλαβε ὅ,τι ἐκλεκτὸ ἀπὸ τὸ γένος μας– ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε μόνη της οὔτε ἦταν προηγουμένως ἄτομο, καὶ στὴ συνέχεια τὴν προσέλαβε, ἀλλὰ ἄρχισε νὰ ὑπάρχει στὴν ὑπόστασή του. Διότι ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ὑπόσταση μὲ σάρκα, καὶ σχετικὰ μ’ αὐτὸ «ὁ Λόγος σαρκώθηκε», δηλαδὴ χωρὶς μεταβολή, καὶ ἡ σάρκα ἔγινε Λόγος χωρὶς μεταβολή, καὶ ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος· διότι ὁ Λόγος ἦταν Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε Θεὸς χάρη στὴν ὑποστατικὴ ἕνωση. Ἑπομένως, εἶναι τὸ ἴδιο νὰ ποῦμε φύση τοῦ Λόγου καὶ ἀτομικὴ φύση· διότι δὲν φανερώνει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο το ἄτομο, δηλαδὴ τὴν ὑπόσταση, οὔτε φανερώνει τὸ κοινό των ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴ φύση, ὅταν θεωρεῖται καὶ ἐξετάζεται σὲ μία πὸ τὶς ὑποστάσεις.Ἄλλο πράγμα βέβαια εἶναι ἡ ἕνωση καὶ ἄλλο ἡ σάρκωση· διότι ἡ ἕνωση φανερώνει τὴ συνάφεια, ὄχι ὅμως σὲ σχέση μὲ ποιὸ πράγμα ἔχει γίνει· ἡ σάρκωση πάλη ἢ ὁ ταυτόσημος ὅρος ἐνανθρώπηση, φανερώνει τὴ συνάφεια πρὸς τὴ σάρκα, δηλαδὴ πρὸς τὸν ἄνθρωπο· ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ πύρωμα τοῦ σίδερου δείχνει τὴν ἕνωση μὲ τὴ φωτιά. Ὁ ἴδιος, λοιπόν, ὁ μακάριος Κύριλλος στὴ δεύτερη ἐπιστολή του πρὸς τὸν Σούκενσο, ἐρμηνεύοντας τὴ φράση «μία φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκωμένη», λέει τὰ ἑξῆς: «Ἂν ποῦμε ὅτι ἡ φύση τοῦ Λόγου εἶναι μία καὶ σιωπήσουμε, χωρὶς νὰ προσθέσουμε τὸ «σαρκωμένη», ἀπορρίπτοντας κατὰ κάποιο τρόπο τὴν οἰκονομία (τῆς σωτηρίας), ἴσως ὁ λόγος δὲν θὰ ἦταν ἀπαράδεκτος γι’ αὐτοὺς προσποιοῦνται ὅτι ρωτοῦν· ἐὰν τὸ ὅλο πρόσωπο ἦταν μία φύση, ποῦ ὑπάρχει ἡ τελειότητα στὴν ἀνθρώπινη φύση; Ἢ πῶς ὑφίσταται ἡ φύση μας; Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἡ φανέρωση τῆς οὐσίας μᾶς δηλώνεται μὲ τὸν ὄρο «σαρκωμένη», ἃς σταματήσουν αὐτοὶ ποὺ στηρίζονται σὲ καλαμένιο ραβδί». Ἐδῶ, λοιπόν, χρησιμοποίησε τὸν ὄρο «φύση τοῦ Λόγου» σχετικὰ μὲ τὴ φύση. Διότι, ἐὰν πῆρε τὸν ὄρο φύση ἀντὶ γιὰ τὸν ὄρο ὑπόσταση, δὲν θὰ ἦταν παράδοξο νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ καὶ χωρὶς τὸν ὄρο «σαρκωμένη»· καθώς, ὅταν λέμε χωρὶς περιορισμὸ μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, δὲν πέφτουμε σὲ σφάλμα. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος θεώρησε τὸν ὄρο σὲ σχέση μὲ τὴ φύση καὶ ὄχι μὲ τὴν ὑπόσταση. Μάλιστα, ὁ μακάριος Κύριλλος στὴν ἀπάντησή του στὶς κατηγορίες τοῦ Θεοδώρητου γιὰ τὸ δεύτερο ἀναθεματισμό, λέει τὰ ἑξῆς: «Ἡ φύση τοῦ Λόγου, δηλαδὴ ἡ ὑπόσταση, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος». Ὥστε ὁ ὅρος «φύση τοῦ Λόγου» δὲν δηλώνει οὔτε μόνο τὴν ὑπόσταση οὔτε τὸ κοινό των ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴ φύση ποὺ θεωρεῖται καθολικὰ στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Εἴπαμε, λοιπόν, ὅτι ἡ φύση τοῦ Λόγου σαρκώθηκε, δηλαδὴ προσέλαβε τὴ σάρκα. Μέχρι τώρα ὅμως ποτὲ δὲν ἔχουμε ἀκούσει ὅτι ἡ φύση τοῦ Λόγου ἔπαθε στὴ σάρκα της, ἀλλὰ διδαχθήκαμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔπαθε στὴ σάρκα. Ἑπομένως, ὁ ὅρος «φύση τοῦ Λόγου» δὲν φανερώνει τὴν ὑπόσταση. Ἀπομένει, λοιπόν, νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σάρκωση εἶναι ἕνωση μὲ τὴ σάρκα, καὶ τὸ ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα σημαίνει ὅτι ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ Λόγου χωρὶς μετατροπὴ ἔγινε καὶ ὑπόσταση τῆς σάρκας. Καὶ ἤδη ἔχουμε πεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεός. Διότι ὁ Λόγος ἦταν Θεὸς καὶ ἔγινε χωρὶς τροπὴ ἄνθρωπος. Πουθενὰ ὅμως δὲν ἔχουμε ἀκούσει ὅτι ἡ θεότητα ἔγινε ἄνθρωπος ἢ σαρκώθηκε ἢ ἐνανθρώπησε. Ἀντίθετα, ἔχουμε μάθει ὅτι ἡ θεότητα ἑνώθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις της. Εἴπαμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Θεὸς παίρνει μορφή, δηλαδὴ κάνει ὕπαρξή του τὴν ξένη φύση, ἐννοῶ τὴ δική μας. Διότι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ χρησιμοποιεῖται σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε τὴ θεότητα σὲ μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις. Δὲν ἀκούστηκε ὅτι μόνον ὁ Πατέρας εἶναι Θεὸς ἢ μόνον ὁ Υἱὸς ἢ μόνον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· διότι ὁ ὅρος θεότητα δείχνει τὴ φύση, ἐνῶ ὁ Πατέρας τὴν ὑπόσταση, ὅπως καὶ ἡ ἀνθρωπότητα τὴ φύση καὶ ὁ Πέτρος τὴν ὑπόσταση. Καὶ ὁ ὅρος Θεὸς φανερώνει τὸ κοινό της φύσεως καὶ χρησιμοποιεῖται σὰν ἐπώνυμο σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις, ὅπως καὶ ὁ ὅρος ἄνθρωπος· διότι Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει θεία φύση, καὶ ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀνθρώπινη φύση. Ἐπιπλέον ἀπ’ αὐτὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Πατέρας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ κανένα τρόπο δὲν ἔχουν συμμετάσχει στὴ σάρκωση τοῦ Λόγου, παρὰ μόνον μὲ σημάδια ποὺ δείχνουν τὴν συγκατάθεση καὶ τὴ θέλησή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 56. Ὅτι ἡ ἁγία παρθένος εἶναι Θεοτόκος. Κηρύττουμε μάλιστα ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶναι κυριολεκτικὰ καὶ ἀληθινὰ Θεοτόκος· ὅπως δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπ’ αὐτὴν εἶναι ἀληθινὸς Θεός, καὶ αὐτὴ ποὺ γέννησε μὲ σάρκα τὸν ἀληθινὸ Θεὸ εἶναι πραγματικὴ Θεοτόκος. Διότι ἰσχυριζόμαστε ὅτι γέννησε τὸ Θεό, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ θεότητα τοῦ Λόγου ἔχει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀπ’ αὐτήν, ἀλλὰ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα προαιώνια καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ ὑπάρχει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ἄχρονα καὶ ἀΐδια, αὐτὸς ὁ ἴδιος τὶς ἔσχατες ἡμέρες γιὰ τὴ δική μας σωτηρία κατοίκησε μέσα στὰ σπλάγχνα της καὶ χωρὶς μεταβολὴ σαρκώθηκε καὶ γεννήθηκε ἀπ’ αὐτήν. Διότι ἡ ἁγία Παρθένος δὲν γέννησε μόνο ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀληθινὸ Θεό· ὄχι φανταστικό, ἀλλὰ μὲ σάρκα· δὲν κατέβηκε τὸ σῶμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ὅπως περνᾶ ἀπὸ σωλήνα, ἀλλὰ προσέλαβε ἀπ’ αὐτὴν ὅμοια σάρκα μὲ τὴ δική μας καὶ τῆς ἔδωσε τὴ δική του ὑπόσταση. Διότι, ἐὰν ἔφερνε τὸ σῶμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ δὲν τὸ πῆρε ἀπὸ τὴ φύση μας, τότε ποιὰ ἀνάγκη ὑπῆρχε γιὰ νὰ ἐνανθρωπίσει; Ἡ ἐνανθρώπηση μάλιστα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔγινε γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο, γιὰ νὰ μπορέσει ἡ φύση μας ποὺ ἁμάρτησε, ἔπεσε καὶ διαφθάρθηκε, νὰ νικήσει τὸν δυνάστη ποὺ μᾶς ξεγέλασε, καὶ ἔτσι νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴ φθορά· ἀκριβῶς τὸ λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος: «Ἐπειδὴ ὁ θάνατος εἰσῆλθε μέσω τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἡ ἀνάσταση ἀπὸ τοὺς νεκροὺς θὰ γίνει μὲ ἄνθρωπο»· ἐφόσον τὸ πρῶτο γεγονὸς συνέβη ἀληθινά, θὰ συμβεῖ καὶ τὸ δεύτερο. Ὅμως, ἂν καὶ λέει, «ὁ πρῶτος Ἀδὰμ ἦταν χοϊκὸς ἀπὸ τὴ γῆ, ἐνῶ ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Κύριος, εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανό», δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ δείχνει ὅτι δὲν εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κάλεσε καὶ Ἀδὰμ καὶ Κύριο, δείχνοντας ὅτι εἶναι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ἐπειδὴ τὸ ὄνομα Ἀδὰμ ἐξηγεῖται γήϊνος· καὶ εἶναι γήϊνος, διότι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου πλάστηκε ἀπὸ χῶμα· ἐνῶ τὸ ὄνομα Κύριος παριστάνει τὴ θεία οὐσία. Καὶ πάλι λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Υἱὸ τοῦ τὸ μονογενῆ ποὺ ἔγινε ἀπὸ γυναίκα». Δὲν εἶπε μὲ γυναίκα, ἀλλὰ «ἀπὸ γυναίκα». Ἔδειξε, λοιπόν, ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ὅτι αὐτὸς εἴναιο μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν Παρθένο, καὶ αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Παρθένου εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός· γεννήθηκε μὲ σῶμα, χάρη στὸ ὁποῖο ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ δὲν μπῆκε μέσα σὲ προκατασκευασμένο ἄνθρωπο, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς προφῆτες, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἔγινε πραγματικὸς καὶ ἀληθινὸς ἄνθρωπος· ἔδωσε δηλαδὴ μέσα στὴν ὑπόστασή του ὕπαρξη σὲ σάρκα ποὺ ἔχει ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή, καὶ ἔγινε ὁ ἴδιος ὑπόστασή της· αὐτὸ πράγματι σημαίνει ἡ ἔκφραση «ἔγινε ἀπὸ γυναίκα». Διότι, πῶς θὰ μποροῦσε ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ ὑποταχθεῖ στὸ νόμο, ἂν δὲν εἶχε γίνει ἄνθρωπος ὅμοιος στὴν οὐσία μέ μας; Δίκαια, λοιπόν, καὶ ἀληθινὰ ὀνομάζουμε τὴν ἁγία Μαρία Θεοτόκο· διότι αὐτὸ τὸ ὄνομα ἐκφράζει ὅλο το μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας. Διότι αὐτὴ ποὺ γέννησε εἶναι Θεοτόκος, καὶ ὁπωσδήποτε εἶναι Θεὸς αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπ’ αὐτὴν καὶ ὁπωσδήποτε εἶναι καὶ ἄνθρωπος. Διότι, πῶς θὰ μποροῦσε αὐτὸς ποῦ προαιώνια ὑπάρχει νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ γυναίκα Θεός, ἐὰν δὲν γινόταν ἄνθρωπος; Διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φανερὸ ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. Καὶ ἐὰν αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα εἶναι Θεός, εἶναι φανερὸ ὅτι ἕνας καὶ ἴδιος εἶναι αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ Πατέρα σὲ σχέση μὲ τὴ θεία καὶ ἄναρχη οὐσία του καὶ αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε τοὺς ἔσχατους καιροὺς ἀπὸ τὴν Παρθένο σὲ σχέση μὲ τὴν οὐσία ποὺ ἔχει ἀρχὴ καὶ εἶναι μέσα στὸ χρόνο, δηλαδὴ τὴν ἀνθρώπινη. Αὐτὸ φανερώνει μία ὑπόσταση καὶ δύο φύσεις καὶ δύο γεννήσεις τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὀνομάζουμε τὴν ἁγία Παρθένο Χριστοτόκο, διότι τὴν ὀνομασία αὐτὴ σὰν προσβλητικὴ τὴν ἐπινόησε ὁ ἀχρεῖος καὶ σιχαμερὸς καὶ ὀπαδὸς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ Νεστόριος, τὸ ὄργανο τῆς ντροπῆς, σκάζοντας ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸ κακό του μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τοῦ τὸ Σατανᾶ, γιὰ νὰ καταργήσει τὸ ὄνομα «Θεοτόκος» καὶ νὰ ἀτιμάσει τὴν πιὸ τιμημένη ἀπ’ ὅλη τὴν κτίση Θεοτόκο. διότι χριστὸς (χρισμένος) εἶναι καὶ ὁ βασιλιὰς Δαβὶδ καὶ ὁ ἀρχιερέας Ἀαρῶν –καθὼς αὐτὰ τὰ δύο χρίονται, ἡ βασιλεία καὶ ἡ ἱερωσύνη–· καὶ κάθε θεοφόρος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ λέγεται χριστὸς (χρισμένος), ἀλλὰ ὄχι Θεὸς στὴ φύση του, ὅπως ὁ τιμωρημένος ἀπὸ τὸ Θεὸ Νεστόριος μὲ μανία εἶπε θεοφόρο (=δέχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ Θεὸ) αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο· ἐμεῖς ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν καλέσουμε ἢ νὰ τὸν θεωρήσουμε θεοφόρο, ἀλλὰ σαρκωμένο Θεό. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἡ Παρθένος τὸν κυοφόρησε· καὶ προῆλθε Θεὸς μετὰ τὴν πρόσληψη, καθὼς ἡ σάρκα θεώθηκε ἀμέσως μόλις τὴν προσέλαβε καὶ δημιουργήθηκε, ὥστε συγχρόνως νὰ γίνουν καὶ τὰ τρία, ἡ πρόσληψη, ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ θέωση τῆς σάρκας ἀπὸ τὸν Λόγο. Ἔτσι νοεῖται καὶ λέγεται Θεοτόκος ἡ ἁγία Παρθένος, ὄχι μόνον ἐξαιτίας τῆς φύσεως τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ ἡ σύλληψη καὶ ἡ ὕπαρξή τους ἔγινε μὲ θαυμαστὸ τρόπο συγχρόνως. Ἡ σύλληψη βέβαια ἀνήκει στὸ Λόγο, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη μέσα στὸν ἴδιο το Λόγο ἀνήκει στὴ σάρκα, καθὼς ἡ ἴδια ἡ Θεομήτωρ μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο χορηγεῖ στὸν πλάστη τὴν πλάση του καὶ στὸ Θεὸ καὶ Δημιουργό του σύμπαντος τὴν ἀνθρώπινη φύση του, διότι θέωσε αὐτὸ ποὺ προσέλαβε· ἐνῶ ἡ ἕνωση διέσωζε αὐτὰ ποὺ ἑνώθηκαν νὰ εἶναι ὅπως ὅταν ἑνώθηκαν· καὶ δὲν ἐννοῶ μόνο τὴ θεία φύση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ ποὺ μᾶς ξεπερνᾶ ἀλλὰ καὶ εἶναι σύμφωνο μ’ ἐμᾶς. Διότι δὲν ἔγινε πρῶτα σὰν κι ἐμᾶς κι ἔπειτα ἔγινε πάνω ἀπό μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ὑπάρξεώς του ἦταν καὶ τὰ δύο, ἐπειδὴ εἶχε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς συλλήψεως τὴν ὕπαρξή του μέσα στὸν ἴδιο το Λόγο· τὸ ἀνθρώπινο βέβαια εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐνῶ ὁ Θεὸς καὶ τὸ θεῖο ἐννοοῦνται ὑπερφυσικά. Ἀκόμη μάλιστα ἀπόκτησε καὶ τὰ ἰδιώματα τῆς ἔμψυχης σάρκας· ὁ Λόγος τὰ δέχτηκε γιὰ λόγους οἰκονομίας, γιὰ νὰ γίνουν αὐτὰ μὲ τὴν τάξη τῆς φυσικῆς σειρᾶς, ἀληθινὰ καὶ φυσιολογικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 57. Γιὰ τὰ γνωρίσματα τῶν δύο φύσεων. Ὀμολογώντας ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ὑποστηρίζουμε ὅτι ἔχει ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγεννησία, καὶ ὅλα ὅσα εἶχε ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· αὐτὰ ποὺ ἔχει ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ εἶναι τὸ σῶμα καὶ ἡ λογικὴ καὶ νοερὴ ψυχή. Αὐτὸς ἔχει ἀκόμη, ἀνάλογα μὲ τὶς δύο φύσεις, διπλά τα φυσικὰ γνωρίσματα τῶν δύο φύσεων· ἔχει δύο φυσικὲς θελήσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, δύο φυσικὲς ἐνέργειες, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, δύο φυσικὰ αὐτεξούσια, τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο, καὶ σοφία καὶ γνώση, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα, θέλει καὶ ἐνεργεῖ αὐτεξούσια σὰν Θεός· καὶ ἐπειδὴ εἶναι ὁμοούσιος μέ μας, ὁ ἴδιος θέλει καὶ ἐνεργεῖ σὰν ἄνθρωπος· δηλαδή, δικά του εἶναι τὰ θαύματα, δικά του καὶ τὰ παθήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 58. Γιὰ τὰ θελήματα καὶ τὰ αὐτεξούσια του Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή, λοιπόν, λέμε ὅτι οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ εἶναι δύο, δύο εἶναι καὶ τὰ φυσικά του θελήματα καὶ οἱ φυσικές του ἐνέργειες. Ἐπειδὴ ὅμως μία εἶναι ἡ ὑπόσταση τῶν δύο φύσεών του, γι’ αὐτὸ λέμε ὅτι ἕνας εἶναι αὐτὸς ποὺ θέλει καὶ ἐνεργεῖ φυσικὰ καὶ στὶς δύο φύσεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, στὶς ὁποῖες καὶ οἱ ὁποῖες εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Θεός μας· θέλει καὶ ἐνεργεῖ ὄχι χωριστά, ἀλλὰ ἑνωμένα· θέλει καὶ ἐνεργεῖ κάθε μορφὴ (φύση) σὲ συνεργασία μὲ τὴν ἄλλη. Διότι αὐτὰ ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια φύση, ἔχουν καὶ τὴν ἴδια θέληση καὶ ἐνέργεια· καὶ ὅποια ἔχουν διαφορετικὴ οὐσία, αὐτὰ ἔχουν καὶ διαφορετικὴ θέληση καὶ ἐνέργεια. Καὶ τὸ ἀντίστροφο, ὅσα ἔχουν τὴν ἴδια θέληση καὶ ἐνέργεια ἔχουν καὶ τὴν ἴδια οὐσία· ὅσα ἔχουν διαφορετικὴ θέληση καὶ ἐνέργεια ἔχουν καὶ διαφορετικὴ οὐσία.Γι’ αὐτό, λοιπόν, γιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζουμε τὴν ταυτότητα τῆς φύσεως ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ θελήματος. Σχετικὰ μὲ τὴ θεία οἰκονομία γνωρίζουμε τὴ διαφορὰ τῶν φύσεων ἀπὸ τὴ διαφορὰ τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν θελημάτων· καὶ ἐπειδὴ γνωρίζουμε τὴ διαφορὰ τῶν φύσεων, δεχόμαστε καὶ τὴ διαφορὰ τῶν θελημάτων καὶ τῶν ἐνεργειῶν. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν φύσεων τοῦ ἴδιου καὶ ἑνὸς Χριστοῦ, ὅταν τὸν ἐννοοῦμε καὶ τὸν λέμε μὲ εὐσέβεια, δὲν κομματιάζει τὸν ἕνα Χριστό, ἀλλὰ παρουσιάζει τὴ διαφορὰ τῶν φύσεων νὰ διατηρεῖται στὴν ἑνότητα, παρόμοια καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν ποὺ ὑπάρχουν στὶς φύσεις του, σύμφωνα μὲ τὴν οὐσία τοὺς –διότι καὶ μὲ τὶς δύο φύσεις τοῦ ἤθελε καὶ ἐνήργησε τὴ σωτηρία μας–, δὲν εἰσάγει διαίρεση –ἀλίμονο–, ἀλλὰ φανερώνει μόνο τὴ διαφύλαξη καὶ διάσωσή τους, παρ’ ὅλη τὴν μεταξύ τους ἕνωση. Διότι ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὰ θελήματα καὶ οἱ ἐνέργειες ἀνήκουν στὶς φύσεις καὶ ὄχι στὴν ὑπόσταση. Καὶ ἐννοῶ τὴ θελητικὴ καὶ ἐνεργητικὴ δύναμή του, μὲ τὴν ὁποία θέλει καὶ ἐνεργεῖ αὐτὰ ποὺ θέλει καὶ ἐνεργεῖ. Διότι, ἂν τὰ θεωρήσουμε ὅτι ἀνήκουν στὴν ὑπόσταση, τότε ὑποχρεωτικὰ θὰ θεωρήσουμε τὶς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ ἔχουν διαφορετικὴ θέληση καὶ ἐνέργεια. Πρέπει,δηλαδή, νὰ γνωρίζουμε ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα ἡ θέληση καὶ ὁ τρόπος τῆς θελήσεως· διότι ἡ θέληση ἀνήκει στὴ φύση, ὅπως καὶ ἡ ὅραση –καθὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι προικισμένοι μ’ αὐτήν–· ὁ τρόπος ὅμως τῆς θελήσεως δὲν ἀνήκει στὴ φύση, ἀλλὰ στὴν ἀπόφασή μας, ὅπως ὁ καλὸς ἢ κακὸς τρόπος τῆς ὅρασης –διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν θέλουν οὔτε βλέπουν τὸ ἴδιο. Αὐτὸ τὸ δεχόμαστε καὶ γιὰ τὶς ἐνέργειες· Διότι τρόπος τῆς θελήσεως, ὁ τρόπος τῆς ὁράσεως, ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας ἀνήκουν στὸν τρόπο χρήσεως τῆς θελήσεως, τῆς ὁράσεως καὶ τῆς ἐνεργείας· διακρίνει αὐτὸν ποὺ τὰ χρησιμοποιεῖ καὶ τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους σὲ ὅ,τι κατὰ κοινὴ ὁμολογία διαφέρει. Ἑπομένως, τὸ νὰ θέλει ἁπλὰ κανεὶς λέγεται θέληση· πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὴ θελητικὴ δύναμη, ἡ ὁποία εἶναι λογικὴ ἐπιθυμία καὶ θέλημα τῆς φύσεως. Ὁ τρόπος πάλι τῆς θελήσεως, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ εἶναι στὴ διάθεση τῆς θελήσεως, λέγεται θελητὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα· θελητικὸ πάλι εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ θέλει· θελητικῆ γιὰ παράδειγμα εἶναι ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸς πάλι ποὺ θέλει εἶναι ἐκεῖνος ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴ θέληση, δηλαδὴ ἡ ὑπόσταση· γιὰ παράδειγμα ὁ Πέτρος. Ἐπειδή, λοιπόν, ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ μία ἡ ὑπόστασή του, καὶ αὐτὸς ποὺ θέλει καὶ ἐνεργεῖ καὶ θεϊκὰ καὶ ἀνθρώπινα εἶναι ἕνας καὶ ὁ ἴδιος. Καὶ ἐπειδὴ ἔχει δύο θελητικὲς φύσεις ποὺ εἶναι λογικὲς –διότι κάθε τί τὸ λογικὸ εἶναι θελητικὸ καὶ αὐτεξούσιο– θὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔχει δύο θελήσεις, δύο θελήματα δηλαδὴ τῆς φύσεως. Εἶναι δηλαδὴ θεληματικὸς καὶ στὶς δύο φύσεις του· διότι πῆρε τὴ θελητικὴ δύναμη ἀπὸ τὴ φύση ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Καὶ ἐπειδὴ ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ ἴδιος θέλει καὶ μὲ τὴ μία καὶ μὲ τὴν ἄλλη φύση, θὰ τοῦ ἀποδώσουμε τὸ δικό του θέλημα· καὶ δὲν θέλει μόνον αὐτὰ ποὺ ὡς Θεὸς ἤθελε –διότι δὲν χαρακτηρίζει τὸ Θεὸ ἡ ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ, τοῦ πιοτοῦ καὶ τὰ παρόμοια–, ἀλλὰ θέλει καὶ αὐτὰ ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἀνθρώπινη φύση· καὶ δὲν ἔρχονται σὲ ἀντίθεση (οἱ δύο φύσεις), ἀλλὰ ἐκφράζουν τὸ ἰδιαίτερο γνώρισμά τους. Διότι τότε ἡ (ἀνθρώπινη) φύση τοῦ ἤθελε νὰ πάσχει καὶ νὰ κάμει αὐτὰ ποὺ τῆς ἀνήκουν, ἀφοῦ ἡ θεία θέλησή του τῆς τὰ παραχωροῦσε (στὴν ἀνθρώπινη). Καὶ εἶναι φανερὸ ἐδῶ ὅτι ἡ θέληση δίδεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φύση του. Ἂν ἑξαιρέσουμε τὴ θεία ζωή, ὑπάρχουν τρία εἴδη ζωῆς: ἡ φυτική, ἡ αἰσθητικὴ καὶ ἡ νοερή. Γνωρίσματα τῆς φυτικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θρεπτική, ἡ αὐξητικὴ καὶ ἀναπαραγωγικὴ κίνηση· τῆς αἰσθητικῆς εἶναι ἡ κίνηση τῶν ὁρμῶν (ἐνστίκτων) καὶ τῆς λογικῆς καὶ νοερὴς ἡ κίνηση τοῦ αὐτεξουσίου. Ἐάν, λοιπόν, προστίθεται σύμφωνα μὲ τὴ φύση ἡ θρεπτικὴ κίνηση στὴ φυτικὴ ζωὴ καὶ ἡ κίνηση τῶν ὁρμῶν στὴν αἰσθητική, εἶναι ἑπόμενο νὰ προστίθεται σύμφωνα μὲ τὴ φύση καὶ ἡ αὐτεξούσια κίνηση στὴ λογικὴ καὶ νοερὴ ζωή. Τὸ αὐτεξούσιο μάλιστα τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ θέληση· ἐφόσον, λοιπόν, ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα μὲ ψυχή, νοερὴ καὶ αὐτεξούσια, ἀπόκτησε καὶ (ἀνθρώπινη) θέληση. Ἀκόμη, αὐτὰ ποὺ χαρακτηρίζουν τὴ φύση δὲν διδάσκονται· κανεὶς δηλαδὴ δὲ μαθαίνει νὰ σκέφτεται, νὰ ζεῖ, νὰ πεινᾶ, νὰ διψᾶ καὶ νὰ κοιμᾶται. Οὔτε πάλι μαθαίνουμε νὰ θέλουμε· ἑπομένως, ἡ θέληση εἶναι φυσικὸ πράγμα. Καὶ ἐπίσης· ἐὰν τὰ ἄλογα ζῶα ἐξουσιάζονται ἀπὸ τὴ φύση, ὁ ἄνθρωπος ὅμως, ὁ ὁποῖος κινεῖται μὲ τὴ θέλησή του, ἐξουσιάζει (τὴ φύση)· ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ θέληση ἀπὸ τὴ φύση του. Ἀκόμη· ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἔγινε κατ’ εἰκόνα τοῦ μακάριου καὶ ὑπερούσιου Θεοῦ, καὶ ἡ θεία φύση εἶναι αὐτεξούσια καὶ θελητικὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτό της, εἶναι ἑπόμενο καὶ ὁ ἄνθρωπος, σὰν εἰκόνα τοῦ (Θεοῦ), νὰ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ αὐτεξούσιος καὶ θελητικός· διότι οἱ Πατέρες ὀνόμασαν τὸ αὐτεξούσιο θέληση. Καὶ ἀκόμη ἡ θέληση ὑπάρχει σ’ ὅλους τους ἀνθρώπους· δὲν εἶναι σ’ ἄλλους ἔμφυτη καὶ σ’ ἄλλους ὄχι. Καὶ ἐὰν αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ κοινὸ γνώρισμα σὲ ὅλους διακρίνει τὴ φύση τῶν ἀτόμων ποὺ τὸ ἔχουν, ἑπομένως ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι θελητικός. Ἐπίσης, ἐὰν ἡ φύση δὲν ἐπιδέχεται τὸ περισσότερο ἢ τὸ λιγότερο καὶ σ’ ὅλους ἡ θέληση εἶναι ἔμφυτη, καὶ ὄχι σ’ ἄλλους περισσότερο καὶ σ’ ἄλλους λιγότερο, ἄρα εἶναι ἀπὸ τὴ φύση θελητικὸς ἄνθρωπος. Ἑπομένως, ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ θελητικός, καὶ ὁ Κύριος, ὄχι μόνον ἐπειδὴ εἶναι Θεός, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἔγινε ἄνθρωπος, εἶναι θελητικὸς ἀπὸ τὴ φύση του. Διότι, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἀνέλαβε τὴ φύση μας, ἔτσι πῆρε καὶ τὸ φυσικό μας θέλημα· καὶ σχετικὰ μ’ αὐτὸ οἱ Πατέρες εἶπαν ὅτι αὐτὸς σχημάτισε στὸ πρόσωπό του τὸ δικό μας θέλημα. Ἂν τὸ θέλημα δὲν εἶναι φυσικό, ἢ θὰ ἀνήκει στὴν ὑπόσταση ἢ θὰ εἶναι παρὰ φύση· ἀλλά, ἂν ἀνήκει στὴν ὑπόσταση, τότε ὁ Υἱὸς θὰ ἔχει διαφορετικὴ θέληση ἀπὸ τὸν Πατέρα· διότι τὸ ὑποστατικὸ θέλημα χαρακτηρίζει μόνο τὴν ὑπόσταση. Ἐὰν πάλι εἶναι παρὰ φύση, τότε τὸ θέλημα θ’ ἀποτελεῖ ξεπεσμὸ τῆς φύσεως· διότι τὰ ἀφύσικα καταστρέφουν τὰ φυσικά. Ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας ὅλου του κόσμου θέλει ἢ ἐπειδὴ εἶναι Πατέρας ἢ ἐπειδὴ εἶναι Θεός. Ἂν βέβαια θέλει σὰν Πατέρας, τὸ θέλημά του θὰ εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τοῦ Υἱοῦ· διότι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι Πατέρας. Ἐὰν ὅμως θέλει σὰν Θεὸς –καὶ ὁ Υἱός, ὅπως καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι Θεός–, εἶναι ἑπόμενο τὸ θέλημα νὰ εἶναι γνώρισμα τῆς φύσεως, νὰ εἶναι δηλαδὴ φυσικό. Ἐπίσης, ἐὰν σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, ποὺ ἔχουν ἕνα θέλημα, εἶναι καὶ ἡ οὐσία τοὺς μία, καὶ ἐφόσον τὸ θέλημα τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα, ἄρα καὶ ἡ οὐσία τους θὰ εἶναι μία καὶ ἡ ἴδια. Ἀκόμη, ἐάν, σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, ἡ διαφορὰ τῆς φύσεως δὲν φαίνεται καθαρὰ μὲ τὸ ἕνα θέλημα, εἶναι ἀνάγκη ἢ λέγοντας ἕνα θέλημα νὰ μὴν ἐννοοῦμε διαφορὰ φύσεως στὸ Χριστὸ ἤ, ὅταν μιλᾶμε γιὰ φυσικὴ διαφορά, νὰ μὴν ἐννοοῦμε ἕνα θέλημα. Καὶ ἐπιπλέον, ἐάν, ὅπως λέει τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἦλθε ὁ Κύριος στὰ μέρη τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος, «καὶ μπῆκε σ’ ἕνα σπίτι χωρὶς νὰ θέλει νὰ τὸν δεῖ κανένας, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ διαφύγει τὴν προσοχή», τότε, ἐφόσον τὸ θεῖο θέλημά του εἶναι παντοδύναμο, καὶ παρόλο ποὺ θέλησε νὰ διαφύγει τὴν προσοχὴ δὲν τὰ κατάφερε, ἑπομένως, σὰν ἄνθρωπος ἤθελε (νὰ διαφύγει τὴν προσοχὴ) καὶ δὲν τὰ κατάφερε· καὶ ἦταν θελητικός, ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωπος. Καὶ πάλι λέει ἡ Γραφή: «Ἀφοῦ ἦλθε στὸν τόπο, εἶπε «διψῶ». Καὶ τοῦ ἔδωσαν νὰ πιεῖ κρασὶ ἀνάμεικτο μὲ ξύδι· ὅταν ὅμως τὸ δοκίμασε, δὲν ἤθελε νὰ πιεῖ». Ἐάν, λοιπόν, σὰν Θεὸς δίψασε καὶ ἀφοῦ δοκίμασε δὲν θέλησε νὰ πιεῖ, ἄρα σὰν Θεὸς ἔχει πάθη· διότι ἡ δίψα καὶ ἡ γεύση εἶναι εἶναι πάθος. Ἐὰν ὅμως σὰν ἄνθρωπος καὶ ὄχι σὰν Θεὸς δίψασε καὶ θέλησε νὰ πιεῖ, ἦταν θελητικὸς διότι ἦταν ἄνθρωπος. Καὶ ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος λέει ἀκόμη: «Ὑπάκουσε (στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα) μέχρι νὰ πεθάνει, καὶ μάλιστα μὲ σταυρικὸ θάνατο». Ἡ ὑπακοὴ δείχνει ὅτι ὑφίσταται θέλημα, ὄχι ὅτι δὲν ὑφίσταται· διότι δὲν θὰ ποῦμε ὅτι αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει λογικὴ κάνει ὑπακοὴ ἢ παρακοή. Καὶ ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τὴν ὑπακοή του στὸν Πατέρα σὰν Θεός, ἀλλὰ σὰν ἄνθρωπος. Διότι, ὅπως λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος «σὰν Θεὸς δὲν ἔκανε οὔτε ὑπακοὴ οὔτε παρακοή· αὐτὰ ἀνήκουν στοὺς κατώτερους». Ἑπομένως, ὁ Χριστὸς εἶναι θελητικός, ἐπειδὴ εἶναι καὶ ἄνθρωπος. Λέγοντας φυσικὸ θέλημα, δὲν ἐννοοῦμε ὅτι ἐπιβάλλεται μὲ βία, ἀλλὰ εἶναι αὐτεξούσιο· ἐφόσον εἶναι λογικό, ὁπωσδήποτε εἶναι καὶ αὐτεξούσιο. Διότι ὄχι μόνον ἡ θεία καὶ ἄκτιστη φύση δὲν ἔχει τίποτε ἀναγκαστικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ νοερὴ καὶ κτιστῆ. Καὶ εἶναι φανερὸ αὐτό· ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἀγαθὸς καὶ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ δημιουργὸς καὶ Θεός, δὲν τὰ ἔχει αὐτὰ μὲ ἐξαναγκασμό· διότι ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποῦ ἐπιβάλλει μὲ ἐξαναγκασμό; Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ αὐτεξουσιότητα ὡς ὅρος χρησιμοποιεῖται σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἀλλὰ μὲ ἄλλο νόημα γιὰ τὸ Θεό, ἄλλο γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἄλλο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ τὸ Θεὸ χρησιμοποιεῖται ὑπερβατικά, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τοὺς συμφωνεῖ μ’ αὐτὸ ποὺ ἔχουν συνηθίσει καὶ δὲν ὑποπίπτει καθόλου στὶς συνθῆκες τοῦ χρόνου· ἐπειδή, δηλαδή, ὁ ἄγγελος ἔχει ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὸ αὐτεξούσιο, τὸ χρησιμοποιεῖ ἀνεμπόδιστα, χωρὶς νὰ ἔχει οὔτε τὴν ἀντίδραση τοῦ σώματος οὔτε αὐτὸν ποὺ θὰ τοῦ ἐπιτεθεῖ. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους πάλι μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ συνήθεια ἐξετάζει ἐκ τῶν προτέρων αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ κάνει. Εἶναι βέβαια αὐτεξούσιος ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔχει ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὸ αὐτεξούσιο, ἀλλὰ δέχεται καὶ τὴν ἐπίθεση τοῦ Διαβόλου καὶ ἔχει καὶ τὴν ροπὴ τοῦ σώματος. Ἐξαιτίας, λοιπόν, τῆς προσβολῆς τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἀαντίδρασης τοῦ σώματος ἡ ἐκτέλεση καθυστερεῖ μετὰ τὴ συνήθεια. Ἄν, λοιπόν, ὁ Ἀδὰμ ὑπάκουσε καὶ ἔφαγε μὲ τὴ θέλησή του, εἶναι ἑπόμενο ἡ θέληση νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πρωτοπαθής. Καὶ ἐὰν εἶναι πρωτοπαθὴς καὶ ἂν ὁ Λόγος, ὅταν σαρκώθηκε, δὲν τὴν προσέλαβε μαζὶ μὲ ὅλη τὴ φύση μας, τότε δὲν ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἐπιπλέον, ἐὰν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν αὐτεξούσια δύναμη τῆς φύσεως, ἀλλὰ δὲν τὴν προσέλαβε, εἴτε ἐπειδὴ θεώρησε ὅτι τὰ δημιουργήματά του δὲν ἦταν τάχα καλά, εἴτε ἐπειδὴ δὲν θέλησε αὐτὴν συγκεκριμένα νὰ θεραπεύσει, τότε δὲν μᾶς ἔδωσε τὴν τέλεια θεραπεία καὶ παρουσίασε τὸν ἑαυτό του νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ πάθος νὰ μὴ θέλει –καὶ ὄχι νὰ μὴν μπορεὶ– τελείως νὰ μᾶς σώσει. Εἶναι ἀδύνατο νὰ καλέσουμε κάποιο σύνθετο μὲ δύο θελήματα, ὅπως ἀκριβῶς μία ὑπόσταση σύνθετη ἀπὸ τὶς φύσεις. Πρῶτα βέβαια διότι οἱ συνθέσεις ἀνήκουν στὰ ὄντα μὲ ὑπόσταση καὶ ὄχι σ’ αὐτὰ ποὺ τὰ θεωροῦμε σὲ ἄλλη βάση ἀπὸ τὴν ὑπόστασή τους. Ἔπειτα, ἐὰν θὰ μιλήσουμε γιὰ σύνθεση τῶν θελημάτων καὶ τῶν ἐνεργειῶν, ὑποχρεωτικὰ θὰ ποῦμε καὶ γιὰ σύνθεση καὶ τῶν ἄλλων ἰδιοτήτων, γιὰ παράδειγμα τοῦ ἀκτίστου μὲ τὸ κτιστό, τοῦ ἀοράτου μὲ τὸ ὁρατό, καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ πῶς τότε θὰ καλέσουμε τὸ σύνθετο θέλημα ποῦ προῆλθε ἀπὸ τὰ θελήματα; Διότι δὲν μπορεῖ τὸ σύνθετο νὰ παίρνει τὴν ὀνομασία τῶν συνθετικῶν του μερῶν, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ σύνθεση τῶν φύσεων θ’ ἀναγκαστοῦμε νὰ τὸ ὀνομάσουμε φύση καὶ ὄχι ὑπόσταση. Ἀκόμη, ἐὰν μιλήσουμε γιὰ ἕνα σύνθετο θέλημα τοῦ Χριστοῦ, θὰ τὸν ἀποκόψουμε ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα· διότι τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα δὲν εἶναι σύνθετο. Ἀπομένει, λοιπόν, μόνο τὴν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ νὰ τὴν ὀνομάσουμε σύνθετη καὶ κοινή, ὅπως ἀκριβῶς γιὰ τὶς φύσεις του, ἔτσι καὶ γιὰ τὶς φυσικές του ἰδιότητες. Καὶ ἐὰν θέλουμε νὰ κυριολεκτήσουμε, εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλοῦμε γιὰ γνώμη καὶ προαίρεση τοῦ Κυρίου. Διότι ἡ γνώμη εἶναι διάθεση πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν κρίση, μετὰ ἀπὸ ἔρευνα καὶ σκέψη γύρω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀγνοοῦμε, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση καὶ κρίση· μετὰ ἀπ’ αὐτὴν ( τὴ γνώμη) ἀκολουθεῖ ἡ προαίρεση ποὺ ἐπιλέγει τὸ ἕνα ἀντὶ γιὰ τὸ ἄλλο. Ὁ Κύριος ὅμως, ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνον ἁπλὸς ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεὸς καὶ τὰ γνωρίζει ὅλα, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ σκέψη, ἔρευνα, ἀπόφαση καὶ κρίση· ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἔχει τὴν κλίση πρὸς τὸ καλὸ καὶ τὴν ἀποφυγὴ τοῦ κακοῦ. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέει ὅτι «προτοῦ τὸ παιδὶ γνωρίσει ἢ ἐπιλέξει τὰ κακά, θὰ ἔχει ἐπιλέξει τὰ καλά· διότι πρὶν τὸ παιδὶ γνωρίσει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό, θὰ παρακούσει στὸ κακὸ καὶ θὰ διαλέξει τὸ ἀγαθό». Διότι τὸ «πρὶν» δείχνει ὅτι δὲν ἀναζήτησε οὔτε σκέφθηκε ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ ὄντας Θεὸς καὶ ἐπειδὴ ἔγινε ἄνθρωπος μὲ θεϊκὸ τρόπο –ἑνώθηκε δηλαδὴ ὑποστατικὰ μὲ τὴν ἀνθρώπινη σάρκα–, εἶχε ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὸ ἀγαθό, τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ γνώση ὅλων. Οἱ ἀρετές, δηλαδή, εἶναι γνωρίσματα τῆς φύσεως καὶ ὑπάρχουν μέσα σ’ ὅλους, ἂν καὶ ὅλοι δὲν ἐνεργοῦμε ἐξίσου αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν στὴ φύση μας· διότι, μὲ τὴν παράβαση, ὁδηγηθήκαμε ἀπὸ τὴ φυσικὴ στὴν ἀφύσικη ζωή. Ὁ Κύριος ὅμως μᾶς ἐπανέφερε ἀπὸ τὴν ἀφύσικη στὴ φυσικὴ ζωή· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Ἡ ἄσκηση πάλι καὶ οἱ κόποι της δὲν ἐπινοήθηκαν γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε τὴν ἀρετὴ ἀπέξω, σὰν νὰ εἶναι κάτι τὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ γιὰ ν’ ἀποβάλλουμε τὴν ἐπείσακτη καὶ ἀφύσικη κακία· ὅπως καὶ ἡ σκουριὰ τοῦ σίδηρου δὲν εἶναι φυσική, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ ἀμέλεια, καὶ τὴν βγάζουμε μὲ κόπο ἐμφανίζοντας τὴ φυσικὴ λαμπρότητα τοῦ σιδήρου.Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ λέξη «γνώμη» ἔχει πολλὲς καὶ διαφορετικὲς σημασίες. Ἄλλοτε σημαίνει τὴ συμβουλή, ὅπως τὸ λέει ὁ θεῖος ἀπόστολος: «Γιὰ τὶς παρθένες δὲν ἔχω ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀλλὰ λέω τὴ συμβουλή μου»· ἄλλοτε σημαίνει βουλή, ὅπως ὅταν λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Σκέφθηκαν κακὴ βουλὴ ἐνάντια στὸ λαό σου»· ἄλλοτε σημαίνει ἀπόφαση, ὅπως λέει ὁ Δανιήλ: «Γιὰ ποιὸν βγῆκε αὐτὴ ἡ ντροπιαστικὴ ἀπόφαση;»· ἄλλοτε τὸ ὄνομα τῆς γνώμης χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ δηλώσει τὴν πίστη, τὴν ἄποψη, τὸ φρόνημα καί, μ’ ἕνα λόγο, ἔχει εἴκοσι ὀκτὼ σημασίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 59. Γιὰ τὶς ἐνέργειες ποὺ ἔχει ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Ὑποστηρίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει δύο ἐνέργειες. Διότι, σὰν Θεὸς καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, εἶχε τὴ θεία ἐνέργεια· καὶ σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἔγινε ὁμοούσιος μέ μας, εἶχε τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια. Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἐνέργεια, ἄλλο τὸ ἐνεργητικὸ καὶ ἄλλο ὁ ἐνεργῶν. Ἐνέργεια βέβαια εἶναι ἡ δραστικὴ καὶ πραγματικὴ κίνηση τῆς φύσεως· ἐνεργητικὸ εἶναι ἡ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ἡ ἐνέργεια· ἐνέργημα πάλι εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας· καὶ ἐνεργῶν εἶναι αὐτὸς ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν ἐνέργεια, δηλαδὴ ἡ ὑπόσταση. Καὶ ἡ ἐνέργεια λέγεται ἐνέργημα καὶ τὸ ἐνέργημα ἐνέργεια, ὅπως καὶ τὸ κτίσμα λέγεται κτίση· διότι ὅταν λέμε «πάσα κτίσις», ἐννοοῦμε τὰ κτίσματα. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι κίνηση καὶ ἐνεργεῖται μᾶλλον παρὰ ἐνεργεῖ, ὅπως λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος στὸ λόγο του γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἐὰν εἶναι ἐνέργεια, εἶναι φανερὸ ὅτι θὰ τίθεται ἀπὸ ἄλλο σὲ ἐνέργεια καὶ δὲν θὰ ἐνεργεῖ, καὶ θὰ σταματήσει μαζὶ μ’ αὐτὸ ποὺ τὸ ἐνεργεῖ». Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶναι ἐνέργεια καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν ζωντανῶν εἶναι ἐνέργεια καὶ ὅλος ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους· δηλαδή, ἡ θρεπτική, ἡ αὐξητικὴ ἢ φυσική, καὶ ἡ ἐνστικτώδης κίνηση, ἡ κίνηση τῶν αἰσθήσεων, τοῦ νοῦ καὶ τοῦ αὐτεξούσιου. Ἡ ἔνεργεια εἶναι μάλιστα ἀποτέλεσμα δυνάμεως. Ἄν, λοιπόν, αὐτὰ παρατηροῦμε νὰ τὰ ἔχει ὁ Χριστός, εἶναι ἑπόμενο νὰ τοῦ ἀποδώσουμε καὶ ἀνθρώπινη ἐνέργεια. Ἐνέργεια λέγεται ἡ πρώτη σκέψη ποὺ ἔρχεται στὸ νοῦ μας· καὶ εἶναι ἁπλὴ καὶ ἀνεξάρτητη ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ὅταν μόνος του ὁ νοῦς παρουσιάζει κρυφὰ τὶς σκέψεις του, χωρὶς τὶς ὁποῖες δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει λόγος γιὰ νοῦ. Ἐνέργεια πάλι ὀνομάζεται ἡ ἀνακοίνωση καὶ διάδοση τῶν σκέψεών μας μὲ τὸν προφορικὸ λόγο. Αὐτὴ ὅμως δὲν εἶναι ἀνεξάρτητη καὶ ἁπλή, ἀλλά, ἂν τὴν παρατηρήσουμε, εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὴ σκέψη καὶ τὸ λόγο. Ἐνέργεια, ἐπίσης, εἶναι καὶ ἡ σχέση ποὺ ἔχει αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ σὲ σχέση μ’ αὐτὸ ποὺ ἐνεργεῖται· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ προκύπτει καλεῖται ἐνέργεια. Καὶ ἄλλο εἶναι ἐνέργεια μόνον τῆς ψυχῆς, ἄλλο τῆς ψυχῆς ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ σῶμα, ἄλλο τοῦ σώματος ποὺ ἔχει τὴ νοερὴ ψυχὴ καὶ ἄλλο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα· διότι ὁ νοῦς φαντάζεται αὐτὸ ποὺ θὰ γίνει καὶ ἔτσι τὸ ἐνεργεῖ μὲ τὸ σῶμα. Ἡ διεύθυνση βέβαια ἀνήκει στὴν ψυχή· χρησιμοποιεῖ ὅμως σὰν ὄργανο τὸ σῶμα, ὀδηγώντας καὶ κατευθύνοντάς το. Ἄλλη πάλι εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ σώματος, ὅταν ἡ ψυχὴ τὸ ὁδηγεῖ καὶ τὸ κινεῖ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας τοῦ σώματος εἶναι ἡ ἁφή, ἡ κράτηση καὶ ἡ περιφορὰ αὐτοῦ ποὺ δημιουργεῖται· ἐνῶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ διαμόρφωση καὶ ὁ σχηματισμός, κατὰ κάποιο τρόπο, αὐτοῦ ποὺ δημιουργεῖται. Ἔτσι, καὶ σχετικὰ μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων τοῦ ἀποτελοῦσε ἐνέργεια τῆς θεότητός του, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ χρήση τῶν χεριῶν του, ἡ θέληση καὶ ὁ λόγος τοῦ «θέλω νὰ καθαρισθεῖς» ἦταν ἐνέργεια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του. Καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του ἦταν ὁ τεμαχισμὸς τῶν ἄρτων, τὸ ν’ ἀκούσει ὁ λεπρός το «θέλω», ἐνῶ τῆς θείας ἦταν ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων καὶ ἡ θεραπεία τοῦ λεπροῦ. Διότι καὶ μὲ τὰ δύο, καὶ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς καὶ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ σώματος, ἀποδείκνυε ὅτι ἡ θεία τοῦ ἐνέργεια εἶναι μία καὶ ἡ ἴδια, συγγενικὴ καὶ ἴση (μὲ τοῦ Πατέρα). Ὅπως δηλαδὴ δεχόμαστε ὅτι οἱ φύσεις εἶναι ἑνωμένες καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται, χωρὶς ν’ ἀμφισβητοῦμε τὴ διαφορά τους, ἀλλὰ τὶς ἀριθμοῦμε καὶ τὶς θεωροῦμε ἀδιαίρετες, ἔτσι καὶ γιὰ τὶς θελήσεις καὶ τὶς ἐνέργειες καὶ δεχόμαστε τὴ συνάφειά τους ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίζουμε τὴ διαφορά τους· τὶς ἀριθμοῦμε, χωρὶς ὅμως νὰ διακρίνουμε διαίρεση. Ὅπως ἡ σάρκα τοῦ θεώθηκε χωρὶς νὰ πάθει καμιὰ μεταβολὴ τῆς φύσεώς του, παρόμοια καὶ ἡ θέληση καὶ ἡ ἐνέργειά του θεώθηκαν χωρὶς νὰ χάσουν τὴ φυσική τους κατάσταση. Διότι ὁ ἴδιος εἶναι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, ποὺ θέλει καὶ ἐνεργεῖ καὶ ἔτσι καὶ ἀλλιῶς, δηλαδὴ καὶ θεϊκὰ καὶ ἀνθρώπινα. Ὑποχρεωτικά, λοιπόν, ὁμολογοῦμε ὅτι δύο εἶναι οἱ ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ ἔχει διπλὴ φύση. Διότι αὐτὰ ποὺ ἔχουν διαφορετικὴ φύση, καὶ ἡ ἐνέργειά τους εἶναι διαφορετική· καὶ ὅποια ἔχουν διαφορετικὴ ἐνέργεια, καὶ ἡ φύση τοὺς εἶναι διαφορετική. Καὶ τὸ ἀντίστροφο· αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἴδια φύση, ἔχουν καὶ ἴδια ἐνέργεια· καὶ ὅποια ἔχουν μία ἐνέργεια, ἔχουν καὶ μία φύση, σύμφωνα μὲ τοὺς θεοφώτιστους Πατέρες. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ παραδεχθοῦμε ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἢ λέγοντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία ἐνέργεια ὁμολογοῦμε ὅτι ἔχει καὶ μία οὐσία ἢ –ἐὰν ἀκολουθοῦμε τὴν ἀλήθεια καὶ ὁμολογοῦμε, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς Πατέρες, ὅτι ἔχει δύο οὐσίες– νὰ δεχόμαστε συγχρόνως, ὅπως ἁρμόζει, ὅτι ἔχει καὶ δύο ἐνέργειες. Διότι, ὄντας ὁμοούσιος μὲ τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα στὴ θεία φύση, θὰ εἶναι ἴσος καὶ στὴ (θεία) ἐνέργεια· ὁ ἴδιος, ὄντας πάλι ὁμοούσιος μὲ μᾶς στὴν ἀνθρώπινη φύση, θὰ εἶναι ἴσος καὶ στὴν (ἀνθρώπινη) ἐνέργεια. Διότι λέει ὁ μακάριος Γρηγόριος, ἐπίσκοπος Νύσσης: «Ὅποιοι ἔχουν μία ἔνεργεια, ὁπωσδήποτε ἔχουν καὶ τὴν ἴδια δύναμη· διότι κάθε ἐνέργεια εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως». Εἶναι ἀδύνατο, λοιπόν, ἡ ἄκτιστη φύση νὰ ἔχει μία καὶ τὴν ἴδια φύση ἢ δύναμη ἢ ἐνέργεια μὲ τὴν κτιστή. Καὶ ἂν δεχθοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία ἐνέργεια, τότε τὰ πάθη τῆς νοερῆς ψυχῆς –ἐννοῶ τὸ φόβο, τὴ λύπη καὶ τὴν ἀγωνία– θὰ τ’ ἀποδώσουμε στὴ θεότητα τοῦ Λόγου. Καὶ ἂν λένε ὅτι, ἀναφερόμενοι οἱ ἅγιοι Πατέρες στὴν Ἁγία Τριάδα, τάχα εἶπαν: «αὐτοὶ ποὺ ἔχουν μία οὐσία, ἔχουν καὶ μία ἐνέργεια, κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν διαφορετικὴ οὐσία ἔχουν καὶ διαφορετικὴ ἐνέργεια», καὶ ἀκόμη εἶπαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδουμε στὴν οἰκονομία (=σχέδιο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων) αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὴ θεολογία (=ἀφορᾶ τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ), θὰ ἀπαντήσουμε: ἂν οἱ Πατέρες τὰ εἶπαν αὐτὰ μόνο γιὰ τὴ θεολογία καὶ ἂν ὁ Υἱὸς μετὰ τὴ σάρκωσή του δὲν ἔχει τὴν ἴδια ἐνέργεια μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θὰ ἔχει οὔτε τὴν ἴδια οὐσία. Καὶ σὲ ποιὸν θ’ ἀποδώσουμε τὸ νόημα τῶν φράσεων «ὁ Πατέρας μου ἀκόμη ἐργάζεται, τὸ ἴδιο κι ἐγώ», «ὁ Υἱὸς αὐτὰ ποὺ βλέπει νὰ κάνει ὁ Πατέρας τὰ κάνει καὶ αὐτός», «ἐὰν δὲν πιστεύετε ἐμένα, πιστέψτε στὰ ἔργα μου», «τὰ ἔργα ποὺ κάνω δίνουν μαρτυρία γιὰ μένα» καὶ «ὅπως ὁ Πατέρας ἀνασταίνει καὶ δίνει ζωὴ στοὺς νεκρούς, ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς ὅποιους θέλει τοὺς χαρίζει τὴ ζωή»; Διότι ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Υἱὸς ὄχι μόνον εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα μετὰ τὴ σάρκωση, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὴν ἴδια ἐνέργεια. Ἐπίσης, ἂν ἡ πρόνοια γιὰ τὰ ὄντα δὲν ἀνήκει μόνο στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ στὸν Υἱὸ καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησή του, καὶ ἐφόσον ἡ πρόνοια εἶναι ἐνέργεια, ἑπομένως καὶ μετὰ τὴ σάρκωση ὁ Υἱὸς ἔχει τὴν ἴδια ἐνέργεια μὲ τὸν Πατέρα. Ἐὰν πάλι ἀντιληφθήκαμε ἀπὸ τὰ θαύματα ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει τὴν ἴδια ἐνέργεια μὲ τὸν Πατέρα καὶ ὅτι τὰ θαύματα ἀποτελοῦν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως καὶ μετὰ τὴ σάρκωση ὁ Υἱὸς ἔχει τὴν ἴδια ἐνέργεια μὲ τὸν Πατέρα. Ἐὰν πάλι ἡ θεότητα καὶ ἡ ἀνθρωπότητά του ἔχουν μία ἐνέργεια, τότε αὐτὴ θὰ εἶναι σύνθετη καὶ εἴτε θὰ ἔχει διαφορετικὴ ἐνέργεια ἀπὸ τὸν Πατέρα εἴτε καὶ ὁ Πατέρας θὰ ἔχει σύνθετη ἐνέργεια. Ἐὰν ὅμως ἔχει σύνθετη ἐνέργεια, σίγουρα θὰ ἔχει καὶ σύνθετη φύση. Ἐὰν ὅμως ποῦν ὅτι μὲ τὴν ἐνέργεια ἐννοεῖται συγχρόνως καὶ τὸ πρόσωπο, θὰ ποῦμε ὅτι, ἂν μὲ τὴν ἐνέργεια ἐννοεῖται καὶ τὸ πρόσωπο, σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ ἀντιστροφή, καὶ μὲ τὸ πρόσωπο θὰ ἐννοεῖται συγχρόνως καὶ ἡ ἐνέργεια· καὶ θὰ ὑπάρχουν, ὅπως τὰ τρία πρόσωπα, δηλαδὴ οἱ ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔτσι καὶ τρεῖς ἐνέργειες, ἢ ὅπως ἀκριβῶς μία ἐνέργεια, ἔτσι καὶ ἕνα πρόσωπο καὶ μία ὑπόσταση. Ἀλλὰ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν πεῖ ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ὅτι αὐτὰ ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία, ἔχουν καὶ τὴν ἴδια ἐνέργεια. Καὶ ἀκόμη, ἂν μὲ τὴν ἐνέργεια ἐννοεῖται συγχρόνως καὶ τὸ πρόσωπο, τότε αὐτοὶ ποὺ θέσπισαν νὰ λέμε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει οὔτε μία οὔτε δύο ἐνέργειες, αὐτοὶ καθιέρωσαν νὰ λέμε ὅτι δὲν ἔχει οὔτε ἕνα οὔτε δύο πρόσωπα. Καὶ ὅπως στὸ πυρακτωμένο μαχαίρι διατηροῦνται οἱ φύσεις, τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ σιδήρου, ἔτσι εἶναι δύο καὶ οἱ ἐνέργειες καὶ τὰ ἀποτελέσματά τους. Ἔχει δηλαδὴ ὁ σίδηρος τὴν ἰδιότητα νὰ κόβει, καὶ ἔχει πάλι ἡ φωτιὰ τὴν ἰδιότητα νὰ καίει· καὶ τὸ κόψιμο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας τοῦ σιδήρου, ἐνῶ τὸ κάψιμο τῆς φωτιᾶς. Ἡ διαφορὰ τοὺς διατηρεῖται στὸ καμένο κόψιμο καὶ στὸ κομμένο κάψιμο, ἂν καὶ μετὰ τὴν ἕνωση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει οὔτε τὸ κάψιμο δίχως τὸ κόψιμο οὔτε τὸ κόψιμο δίχως τὸ κάψιμο. Καὶ οὔτε, ἐπειδὴ εἶναι διπλὴ ἡ φυσικὴ ἐνέργεια, λέμε ὅτι ἔχουμε δύο πυρακτωμένα μαχαίρια οὔτε πάλι, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα το πυρακτωμένο μαχαίρι, συγχέουμε τὴ διαφορὰ ποὺ διακρίνει τὴ φύση τους. Ἔτσι καὶ στὸ Χριστό, ἡ θεία καὶ παντοδύναμη ἐνέργειά του ἀνήκει στὴ θεία φύση, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη ἐνέργεια ἀνήκει στὴν ἀνθρώπινη φύση του. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης ἐνέργειάς του εἶναι νὰ κρατήσει καὶ νὰ τραβήξει τὸ χέρι τοῦ παιδιοῦ, ἐνῶ τῆς θείας εἶναι ἡ παροχὴ τῆς ζωῆς. Διότι ἄλλο εἶναι τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο, ἂν καὶ μέσα στὴ θεανδρικὴ ἐνέργειά του οἱ ἐνέργειες εἶναι ἀχώριστες μεταξύ τους. Ἐὰν ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι μία ἡ ὑπόσταση τοῦ Κυρίου, πιστεύουμε ὅτι θὰ εἶναι καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ μία, τότε ἐξαιτίας τῆς μιᾶς ὑποστάσεως θὰ ἔπρεπε εἶναι καὶ μία ἡ οὐσία του. Καὶ ἀκόμη· ἂν ἀποδώσουμε στὸν Κύριο μία ἐνέργεια, θὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἢ θεϊκὴ ἢ ἀνθρώπινη ἢ οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη. Ἐὰν ποῦμε ὅτι εἶναι θεϊκή, τότε θὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι Θεὸς χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἐὰν ποῦμε ὅτι εἶναι ἀνθρώπινη, τότε μὲ ἀσέβεια θὰ τὸν θεωρήσουμε μόνο ἄνθρωπο. Καὶ ἂν ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι οὔτε θεία οὔτε ἀνθρώπινη, θὰ δεχθοῦμε ὅτι δὲν εἶναι οὔτε Θεὸς οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα του καὶ μέ μας. Διότι ἡ ταυτότητα τῆς ὑποστάσεως προῆλθε ἀπὸ τὴν ἕνωση, ἀλλὰ καὶ ἀνατράπηκε ἡ διαφορὰ τῶν φύσεων. Ἂν ὅμως διατηρηθεῖ ἡ διαφορὰ τῶν φύσεων, σίγουρα θὰ διατηρηθοῦν καὶ οἱ ἐνέργειές τους· διότι δὲν ὑπάρχει φύση χωρὶς ἐνέργεια. Ἐὰν ἡ ἐνέργεια τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ εἶναι μία, θὰ εἶναι ἢ κτιστῆ ἢ ἄκτιστη· διότι δὲν ὑπάρχει ἐνδιάμεση ἐνέργεια, ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ φύση. Ἐὰν εἶναι κτιστή, θὰ φανερώσει μόνο κτιστῆ φύση· ἐὰν εἶναι ἄκτιστη, θὰ δείξει ὅτι ἡ φύση εἶναι ἄκτιστη. Διότι πρέπει τὰ φυσικὰ γνωρίσματα νὰ συμφωνοῦν ἀπόλυτα μὲ τὶς φύσεις· εἶναι ἀδύνατο ἡ ὕπαρξη νὰ ἔχει ἐλλιπῆ φύση. Ἡ ἐνέργεια ὅμως ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ φύση, δὲν ἀνήκει σ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἔξω ἀπ’ αὐτήν· καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ φύση δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ὑπάρξει οὔτε νὰ γίνει γνωστὴ χωρὶς τὴ φυσική της ἐνέργεια. Διότι τὸ καθένα, ποὺ εἶναι ἀμετάβλητο, μὲ ὅ,τι ἐνεργεῖ ἐπιβεβαιώνει τὴ φύση του. Ἐὰν ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ἡ ἴδια θὰ ἐνεργεῖ καὶ τὰ θεία καὶ τὰ ἀνθρώπινα. Κανένα ὅμως ὅν, ἐὰν μένει στὴ φύση του, δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ τὰ ἀντίθετα· γιὰ παράδειγμα, ἡ φωτιὰ δὲν παγώνει καὶ θερμαίνει, οὔτε τὸ νερὸ ξεραίνει καὶ ὑγραίνει. Ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸς ποὺ ἦταν φύσει Θεὸς καὶ μετὰ ἔγινε ἄνθρωπος στὴ φύση, νὰ ἐπιτελεῖ μὲ μιὰ ἐνέργεια καὶ τὰ θαύματα καὶ τὰ πάθη; Ἄν, λοιπόν, ὁ Χριστὸς προσέλαβε ἀνθρώπινο νοῦ, δηλαδὴ ψυχὴ νοερὴ καὶ λογική, ὁπωσδήποτε θὰ σκέφτεται καὶ θὰ σκέφτεται διαρκῶς· διότι ἡ σκέψη ἀποτελεῖ ἐνέργεια τοῦ νοῦ. Ἑπομένως, ὁ Χριστός, ἐπειδὴ εἶναι ἄνθρωπος, ἐνεργεῖ, καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε. Μάλιστα ὁ μεγάλος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὸ δεύτερο λόγο του στὴν ἑρμηνεία τῶν Πράξεων, λέει τὰ ἑξῆς: «Δὲν θὰ ἀστοχοῦσε κανεὶς νὰ ὀνόμαζε καὶ τὸ πάθος τοῦ πράξη· διότι μὲ ὅλα τα Πάθη τοῦ πέτυχε ἐκεῖνο τὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ ἔργο, νὰ καταργήσει δηλαδὴ τὸ θάνατο καὶ νὰ κάμει ὅλα τα ὑπόλοιπα». Ἂν κάθε ἐνέργεια θεωρεῖται κίνηση τῆς οὐσίας κάποιας φύσεως, ὅπως λένε οἱ σοφοὶ σχετικὰ μ’ αὐτά, ποῦ εἶδε κανεὶς φύση ἀκίνητη ἢ τελείως ἀνενέργητη ἢ ποῦ βρῆκε ἐνέργεια, ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι κίνηση φυσικῆς δυνάμεως; Κανένας λογικὸς ἄνθρωπος δὲν θὰ πεῖ ὅτι ὁ Θεὸς καὶ τὸ πλάσμα τοῦ ἔχουν μία ἐνέργεια τῆς φύσεως, σύμφωνα μὲ τὸν μακάριο Κύριλλο. Ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ζωοποιεῖ τὸν Λάζαρο οὔτε ἡ θεία δακρύζει· διότι τὰ δάκρυα ἁρμόζουν στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐνῶ ἡ ζωὴ ἀνήκει σ’ Αὐτὸν ποὺ τὴν χαρίζει. Καὶ οἱ δύο ὅμως (φύσεις) τὰ ἔχουν ἀπὸ κοινοῦ, ἐξαιτίας τῆς ἴδιας ὑποστάσεως. Διότι ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἕνα το πρόσωπό του, δηλαδὴ ἡ ὑπόστασή του· ἔχει ὅμως δύο φύσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Ἐφόσον, λοιπόν, ἡ δόξα πηγάζει ἀπὸ τὴ θεία φύση του, γίνεται κοινὴ καὶ στὴ μία καὶ τὴν ἄλλη φύση χάρη στὴν ταυτότητα τῆς ὑποστάσεως· τὸ ἴδιο καὶ τὰ κατώτερα, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν σάρκα, γίνονται κοινὰ καὶ στὶς δύο (φύσεις). Διότι εἶναι ἕνας καὶ ὁ ἴδιος αὐτὸς ποὺ εἶναι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, δηλαδὴ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος· καὶ δικά του εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεώς του. Ἡ θεότητα, λοιπόν, ἔκανε τὰ θαύματα, ὄχι ὅμως χωρὶς τὴ σάρκα· ἡ σάρκα ἐπίσης ἔκανε τὰ κατώτερα, ὄχι ὅμως χωρὶς τὴ θεότητα. Καὶ ὅταν ἡ σάρκα ἔπασχε, ἡ θεότητα ἦταν ἑνωμένη μαζί της, ἀλλὰ ἔμενε ἀπαθὴς καὶ πραγματοποιοῦσε τὰ σωτήρια πάθη· καὶ ὅταν ἡ θεότητα τοῦ Λόγου ἐνεργοῦσε, ὁ ἅγιος νοῦς τοῦ ἦταν ἑνωμένος· σκεφτόταν καὶ γνώριζε αὐτὰ ποὺ γίνονταν. Ἡ θεότητα, λοιπόν, μεταδίδει στὸ σῶμα ἀπὸ τὴ δική της δόξα, ἐνῶ ἡ ἴδια παραμένει ἀμέτοχη στὰ πάθη τῆς σάρκας. Διότι δὲν συνέβαινε, ὅπως ἡ θεότητα τοῦ Λόγου ἐνεργοῦσε μὲ τὴ σάρκα, ἔτσι καὶ ἡ σάρκα του νὰ πάσχει μαζὶ μὲ τὴ θεότητά του· διότι ἡ σάρκα ὑπῆρξε ὄργανο τῆς θεότητός του. Παρόλο, λοιπόν, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς συλλήψεως δὲν ὑπῆρχε διαίρεση σὲ μία ἢ ἄλλη μορφή, ἀλλὰ ὅλες οἱ πράξεις καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης μορφῆς σὲ κάθε χρονικὴ στιγμὴ ἦταν πράξεις τοῦ ἑνὸς προσώπου, ὅμως αὐτὰ ποὺ ἔγιναν ἀχώριστα, δὲν τὰ συγχέουμε μὲ κανένα τρόπο, ἀλλά, τί ἀνήκει στὴν κάθε μορφὴ τὸ ἀντιλαμβανόμαστε ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν πράξεων. Ἐνεργεῖ, λοιπόν, ὁ Χριστὸς καὶ μὲ τὴ μία καὶ μὲ τὴν ἄλλη φύση του· «στὸ πρόσωπό του ἐνεργεῖ καθεμία φύση σὲ κοινωνία μὲ τὴν ἄλλη φύση». Ὁ Λόγος ἐκτελεῖ αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὸ Λόγο, ὅσα εἶναι γνωρίσματα τοῦ ἄρχοντα καὶ βασιλιά, ἐξαιτίας τῆς αὐθεντίας καὶ ἐξουσίας τῆς θείας φύσεώς του· ἐνῶ τὸ σῶμα ἐκτελεῖ ὅσα ἀνήκουν στὸ σῶμα, σύμφωνα μὲ τὴ βούληση τοῦ Λόγου ποὺ ἑνώθηκε μ’ αὐτὸ καὶ τὸ ἰδιοποιήθηκε. Διότι (τὸ σῶμα) δὲν κινοῦνταν πρὸς τὰ φυσικὰ πάθη ἀπὸ μόνο του, οὔτε ἔπασχε μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀποφυγὴ ἀπὸ τὰ λυπηρὰ ἢ τὶς ἐξωτερικὲς περιστάσεις, ἀλλὰ κινοῦνταν σύμφωνα μὲ τὴν τάξη τῆς φύσεως· ὁ Λόγος ἤθελε καὶ ἐπέτρεπε γιὰ λόγους οἰκονομίας νὰ πάσχει αὐτὸ (τὸ σῶμα) καὶ νὰ ἐνεργεῖ τὰ δικά του, ὥστε νὰ πιστοποιηθεῖ ἡ ἀλήθεια (τῆς σαρκώσεως) ἀπὸ τὶς πράξεις τῆς φύσεώς του. Καὶ ὅπως ἀπόκτησε ὕπαρξη μὲ ὑπερούσιο τρόπο, καθὼς ἡ Παρθένος τὸν κυοφόρησε, παρόμοια ἐνεργοῦσε καὶ τὰ ἀνθρώπινα μὲ ὑπεράνθρωπο τρόπο· βάδιζε πάνω σε τρικυμισμένη θάλασσαμε τὰ πόδια, χωρὶς νὰ τὸ νερὸ νὰ γίνει ξηρά, ἀλλὰ ἀντιστεκόταν μὲ τὴν ὑπερφυὴ δύναμη τῆς θεότητός του καὶ δὲν ὑποχωροῦσε στὸ βάρος τῶν ὑλικῶν ποδιῶν. Δὲν ἐνεργοῦσε, δηλαδή, τὰ ἀνθρώπινα μὲ ἀνθρώπινο τρόπο (διότι δὲν ἦταν μόνον ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός· γι’ αὐτὸ καὶ τὰ πάθη τοῦ φέρνουν τὴ ζωὴ καὶ τὴ σωτηρία), οὔτε ἐνεργοῦσε τὰ θεία μὲ θεϊκὸ τρόπο (διότι δὲν ἦταν μόνο Θεός, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· γι’ αὐτὸ καὶ ἔκαμε τὰ θαυμαστὰ σημεῖα μὲ τὴν ἁφή, τὸ λόγο καὶ τὰ παρόμοια). Ἐὰν κάποιος λέει ὅτι «ἀποδίδουμε στὸ Χριστὸ μία ἐνέργεια ὄχι γιὰ νὰ καταργήσουμε τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργειά του, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅταν ἀντιπαραβάλλεται μὲ τὴ θεία ἐνέργεια, χαρακτηρίζεται πάθος, καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο λέμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία ἐνέργεια, θὰ ἀπαντήσουμε: σύμφωνα μ’ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, αὐτοὶ ποὺ λένε μία φύση, δὲν τὸ λένε γιὰ νὰ καταργήσουν τὴν ἀνθρώπινη, ἀλλὰ ἐπειδή, ὅταν ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀντιπαραβάλλεται πρὸς τὴ θεία, χαρακτηρίζεται παθητική. Ἐμεῖς ὅμως ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὀνομάζουμε τὴν ἀνθρώπινη κίνηση πάθος ἐξαιτίας τῆς ἀντιδιαστολῆς πρὸς τὴ θεία ἐνέργεια· διότι, γιὰ νὰ μιλήσουμε γενικά, κανενὸς ἡ ὕπαρξη δὲν γνωρίζεται ἢ προσδιορίζεται μὲ ἀντιπαραβολὴ ἢ σύγκριση. Ἔτσι, ὅσα ἔχουν ὕπαρξη θὰ βρεθοῦν ὅτι εἶναι ἀλληλοεξαρτώμενα· διότι ἐὰν ἡ ἀνθρώπινη κίνηση εἶναι πάθος, ἐπειδὴ ἡ θεία κίνηση εἶναι ἐνέργεια, ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ ἡ θεία φύση εἶναι ἀγαθή, θὰ εἶναι πονηρὴ καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίθετη ἀντιστροφή, ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη κίνηση λέγεται πάθος, ἡ θεία κίνηση λέγεται ἐνέργεια, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι πονηρή, ἡ θεία φύση θὰ εἶναι ἀγαθή». Καὶ ἔτσι, ὅλα τα δημιουργήματα θὰ εἶναι πονηρά, καὶ θὰ βγεῖ ψεύτης ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Καὶ εἶδε ὁ Θεὸς ὅλα τα δημιουργήματά του, καὶ νά, ὅλα ἦταν πολὺ καλά». Ἐμεῖς ὅμως λέμε ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνόμασαν τὴν ἀνθρώπινη κίνηση σύμφωνα μὲ τὶς ὑποκείμενες ἔννοιες μὲ πολλοὺς τρόπους· τὴν εἶπαν, δηλαδή, δύναμη, ἐνέργεια, διαφορά, κίνηση, ἰδιότητα, ποιότητα καὶ πάθος· δὲν τὴν ἀντιπαρέβαλαν μὲ τὴ θεία κίνηση, ἀλλὰ τὴν ὀνόμασαν δύναμη, ἐπειδὴ συγκρατεῖ καὶ μένει ἀναλλοίωτη· τὴν εἶπαν ἐνέργεια, ἐπειδὴ χαρακτηρίζει καὶ φανερώνει τὴν ὁμοιότητα ποὺ ἔχουν ὅλα τα ὁμοειδῆ· τὴν εἶπαν διαφορά, ἐπειδὴ ξεχωρίζει· τὴν εἶπαν κίνηση, ἐπειδὴ δείχνει· τὴν εἶπαν ἰδιότητα, ἐπειδὴ εἶναι συστατική του ἐαυτοῦ της καὶ ὄχι ἄλλου· τὴν εἶπαν ποιότητα, ἐπειδὴ δείχνει τὸ εἶδος· καὶ τὴν εἶπαν πάθος, ἐπειδὴ μεταβάλλεται. Διότι ὅλα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ εἶναι μετὰ τὸ Θεὸ μεταβάλλονται μὲ τὴν κίνηση, ἐπειδὴ δὲν κινοῦνται οὔτε ἔχουν δύναμη ἀπὸ μόνα τους. Τὴν ὀνόμασαν, λοιπόν, ὅπως εἴπαμε, ὄχι μὲ ἀντιπαραβολὴ (στὴ θεία κίνηση), ἀλλὰ ἀπὸ τὸν σκοπὸ ποὺ τοποθέτησε μέσα της, μὲ δημιουργικὸ τρόπο, αὐτὸς ποὺ ἀποτελεῖ τὴν αἰτία τῆς συστάσεως τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ὀνόμασαν μὲ τὸ ὄνομα ἐνέργεια ποὺ τὸ ἐκφωνοῦν γιὰ τὸ Θεό. Διότι αὐτὸς ποὺ εἶπε: «Ἡ καθεμία μορφὴ ἐνεργεῖ μὲ τὴ συμμετοχὴ τῆς ἄλλης», εἶπε ἀκριβῶς τὸ ἴδιο μ’ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Καὶ ἀφοῦ ἔμεινε νηστικὸς σαράντα ἡμέρες, ὕστερα πείνασε». Ἐπέτρεψε στὴ φύση, ὅταν ἤθελε, νὰ ἐνεργεῖ τὰ δικά της. Τί θὰ ποῦν πάλι αὐτοὶ ποὺ εἶπαν ὅτι ἔχει διαφορετικὴ ἐνέργεια ἢ οἱ ἄλλοι ὅτι ἔχει διπλὴ ἐνέργεια ἢ οἱ ἄλλοι ὅτι ἔχει ἄλλη καὶ ἄλλη ἐνέργεια; Διότι αὐτὰ μὲ τὶς ἀντωνυμίες φανερώνουν ὅτι οἱ ἐνέργειες εἶναι δύο· καὶ πολλὲς φορὲς μὲ τὶς ἀντωνυμίες δηλώνεται ὁ ἀριθμός, καὶ μὲ τὴν ἔκφραση θεῖο καὶ ἀνθρώπινο. Διότι ἡ διαφορὰ εἶναι διαφορὰ αὐτῶν ποῦ διαφέρουν· ἐνῶ αὐτὰ ποῦ δὲν ὑπάρχουν, πῶς θὰ διαφέρουν;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 60. Ἀπάντηση σ’ αὐτοὺς ποὺ λένε: ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο φύσεις καὶ δύο ἐνέργειες, πρέπει γιὰ τὸ Χριστὸ νὰ παραδεχθοῦμε τρεῖς φύσεις καὶ ἄλλες τόσες ἐνέργειες.Ὁ κάθε ἄνθρωπος χωριστὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο φύσεις, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα· ἐπειδὴ τὶς διατηρεῖ ἀμετάβλητες στὸ πρόσωπό του, εὔλογα λέγεται ὅτι ἔχει δύο φύσεις· διότι, καὶ μετὰ τὴν ἕνωση, διατηρεῖ τὴ φυσικὴ ἰδιότητα καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης. Πράγματι, οὔτε τὸ σῶμα εἶναι ἀθάνατο ἀλλὰ θνητό, οὔτε ἡ ψυχὴ εἶναι θνητὴ ἀλλὰ ἀθάνατη· οὔτε τὸ σῶμα εἶναι ἀόρατο οὔτε ἡ ψυχὴ ὁρατὴ μὲ γυμνὸ μάτι· ἀλλὰ ἡ μία εἶναι λογική, νοερὴ καὶ ἀσώματη, ἐνῶ τὸ ἄλλο εἶναι ὑλικό, ὁρατὸ καὶ χωρὶς λογική. Καὶ ἐφόσον αὐτὰ ποὺ ἔχουν διαφορετικὴ οὐσία δὲν ἀνήκουν σὲ μία φύση, εἶναι ἑπόμενο ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα νὰ μὴν ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία. Καὶ ἀκόμη· ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικὴ θνητὴ ὕπαρξη καὶ κάθε κατάσταση χαρακτηρίζει τὶς φύσεις ποὺ ὑπάγονται σ’ αὐτήν· δὲν εἶναι ἐπίσης τὸ ἴδιο πράγμα, σύμφωνα μὲ τὴ φύση, τὸ λογικὸ μὲ τὸ θνητὸ · ἑπομένως, καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἔχει μία φύση, σύμφωνα μὲ τὸ παραπάνω κριτήρια ποὺ ὁρίσαμε. Ἂν πάλι λέμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία φύση, τότε χρησιμοποιοῦμε στὸ λόγο μᾶς τὸ ὄνομα «φύση» ἀντὶ γιὰ τὸ ὄνομα «εἶδος»· διότι δεχόμαστε ὅτι ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο δὲν διαφέρει σὲ κάποια φυσικὴ διαφορά, ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴν ἴδια σύσταση, εἶναι σύνθετοι ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα καὶ ἔχουν ὁ καθένας δύο φύσεις· ἑπομένως, ὅλοι ἔχουν κοινὸ ὁρισμό. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι παράδοξο, καθὼς ὁ μέγας Ἀθανάσιος, στὸ λόγο τοῦ γι’ αὐτοὺς ποὺ βλασφημοῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶπε ὅτι μία εἶναι ἡ φύση ὅλων των γενητῶν, διότι εἶναι δημιουργήματα· τὸ εἶπε ὡς ἑξῆς: «Εἶναι δυνατὸ νὰ κατανοήσουμε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν κτίση καὶ διαφορετικὸ ἀπὸ τὴ φύση τῶν δημιουργημάτων, ἰδιαίτερο ὅμως πρόσωπο τῆς θεότητος». Διότι, καθετὶ ποὺ παρατηρεῖται ἀπὸ κοινοῦ σὲ πολλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει σ’ ἄλλο περισσότερο καὶ σ’ ἄλλο λιγότερο, λέγεται οὐσία. Ἐπειδή, λοιπόν, κάθε ἄνθρωπος εἶναι σύνθετος ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, γι’ αὐτὸ λέμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μία φύση. Γιὰ τὴν ὑπόσταση ὅμως τοῦ Κυρίου δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχει μία φύση. Διότι οἱ φύσεις τοῦ διατηροῦν καὶ μετὰ τὴν ἕνωσή τους ἡ καθεμία τὴ φυσική της ἰδιότητα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ εἶδος Χριστῶν. Ἐπειδὴ δὲν ἔγινε ἄλλος Χριστὸς ἀπὸ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση, ὁ ἴδιος καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Καὶ ἀκόμη· δὲν εἶναι τὸ ἴδιο λέγοντας «ἕνα» μὲ βάση τὸ εἶδος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ λέγοντας «ἕνα» μὲ βάση τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Διότι τὸ «ἕνα» μὲ βάση τὸ εἶδος τοῦ ἀνθρώπου, φανερώνει τὴν ὁμοιότητα μεταξὺ ὅλων των ἀνθρώπων· ἐνῶ τὸ «ἕνα» μὲ βάση τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καταστρέφει τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή τους ὀδηγώντας τα σὲ τέλεια ἀνυπαρξία· διότι ἢ τὸ ἕνα θὰ μετατραπεῖ στὴν οὐσία τοῦ ἄλλου, ἢ θὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἄλλο ἀπὸ ἄλλα καὶ θὰ μεταβληθοῦν καὶ τὰ δύο, ἢ θὰ παραμείνουν στὰ ὅριά τους καὶ θὰ εἶναι δύο φύσεις· ἐπειδὴ τὸ σωματικὸ μὲ τὸ ἀσώματο δὲν εἶναι τὸ ἴδιο σύμφωνα μὲ τὴν οὐσία τους. Μολονότι λέμε, λοιπόν, γιὰ τὸν ἄνθρωπο μία φύση, ὄχι ἐπειδὴ ταυτίζεται ἡ ποιότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι πανομοιότυπά τα ἄτομα ποὺ ἀναφέρονται στὸ εἶδος, δὲν ἁρμόζει ὅμως νὰ λέμε καὶ γιὰ τὸ Χριστὸ μία φύση, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει εἶδος ποὺ νὰ περιέχει πολλὲς ὑποστάσεις. Ἀκόμη κάθε σύνθεση λέγεται ὅτι ἔχει γίνει ἀπὸ τὰ ἄμεσα συνθετικά της· δὲν λέμε δηλαδὴ ὅτι τὸ σπίτι ἀποτελεῖται ἀπὸ χῶμα καὶ νερό, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦβλα καὶ ξύλα. Ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ λέμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε τουλάχιστον φύσεις, δηλαδὴ ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα καὶ τὴν ψυχή. Ἔτσι καὶ γιὰ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν ἐξετάζουμε τὰ μέρη τῶν μερῶν, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ ἄμεσα ἑνώθηκαν, δηλαδὴ τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἀκόμη, ἂν λέμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο φύσεις, θὰ ἀναγκασθοῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει τρεῖς φύσεις, καὶ ἐσεῖς μὲ τὸ νὰ λέτε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο φύσεις δογματίζετε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει τρεῖς φύσεις· τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὶς ἐνέργειες· διότι εἶναι ἁρμονικὸ ἡ ἐνέργεια νὰ συμβαδίζει μὲ τὴ φύση. Ὁ θεολόγος Γρηγόριος μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ λέγεται καὶ ἔχει δύο φύσεις: «Δύο φύσεις πράγματι ὑπάρχουν, ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος· ἐπειδὴ ὑπάρχει ψυχὴ καὶ σῶμα». Καὶ στὸ λόγο του γιὰ τὸ βάπτισμα λέει τὰ ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ἐμεῖς εἴμαστε διττοί, ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, καὶ ἡ μία φύση εἶναι ὁρατὴ ἐνῶ ἡ ἄλλη εἶναι ἀόρατη, διπλὸς εἶναι καὶ ὁ καθαρισμός μας μὲ τὸ νερὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 61. Γιὰ τὸ ὅτι ἔχει θεωθεῖ ἡ φύση τῆς σάρκας τοῦ Κυρίου καὶ τὸ θέλημά της. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ σάρκα τοῦ Κυρίου δὲν λέγεται ὅτι ἔχει θεωθεῖ ἐξαιτίας μεταβολῆς τῆς φύσεως ἢ μετατροπῆς ἢ ἄλλοιωσεως ἢ συγχύσεως καὶ ὅτι ἔγινε ὅμοια μὲ τὸ Θεὸ καὶ Θεὸς ἡ ἴδια, ὅπως λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος: «Ἀπ’ αὐτὰ τὸ ἕνα θέωσε καὶ τὸ ἄλλο θεώθηκε, καὶ τολμῶ νὰ τὸ ὀνομάσω ὁμόθεο· καὶ αὐτὸ ποὺ ἔχρισε ἔγινε ἄνθρωπος, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ χρίσθηκε ἔγινε Θεός». Αὐτὰ δὲν ἔγιναν μὲ μεταβολὴ τῆς φύσεως, ἀλλὰ μὲ ἕνωση κατ’ οἰκονομία (Θεοῦ)· ἐννοῶ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἑνώθηκε ἀδιάσπαστα μὲ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ· ἐννοῶ τὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν φύσεων, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν πυράκτωση τοῦ σιδήρου· διότι, ὅπως ὁμολογοῦμε τὴν ἐνανθρώπηση χωρὶς μεταβολὴ καὶ μετατροπή, ἔτσι πιστεύουμε ὅτι ἔγινε καὶ ἡ θέωση τῆς σάρκας. Ὁ Λόγος, δηλαδή, ἐπειδὴ ἔγινε σάρκα, δὲν βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς θεϊκῆς του φύσεως καὶ ἀπὸ τὴν θεοπρεπῆ τοῦ δόξα· οὔτε ὅμως ἡ σάρκα, ἐπειδὴ θεώθηκε, ἄλλαξε τὴ δική της φύση καὶ τὰ φυσικά της γνωρίσματα. Οἱ φύσεις, δηλαδή, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσή τους ἔμειναν ἀσύγχυτες, καὶ οἱ ἰδιότητές τους ἀπείραχτες. Ἡ σάρκα τοῦ Κυρίου μάλιστα πλουτίστηκε μὲ τὶς θεῖες ἐνέργειες, ἐξαιτίας τῆς πλήρους ἑνώσεώς της μὲ τὸ Λόγο· χάρη, δηλαδή, στὴν ὑποστατικὴ ἕνωση, χωρὶς καθόλου νὰ χάσει τὰ φυσικά της γνωρίσματα. Διότι, δὲν ἐνεργοῦσε τὰ θεία σύμφωνα μὲ τὴ δική της ἐνέργεια, ἀλλὰ χάρη στὸ Λόγο ποὺ ἦταν ἑνωμένος μαζί της· καθὼς ὁ Λόγος μέσω αὐτῆς (τῆς σάρκας) φανέρωνε τὴν ἐνέργειά του. Ὅπως ὁ πυρακτωμένος σίδηρος καίει χωρὶς νὰ ἔχει ἀποκτήσει τὴν καυστικὴ ἐνέργεια μὲ φυσικὴ αἰτία, ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὴ φωτιά. Ἡ ἴδια, λοιπόν, ἡ σάρκα ἦταν θνητὴ ἐξαιτίας τοῦ ἐαυτοῦ της, ἀλλὰ καὶ ζωοοποιὰ ἐξαιτίας τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸ Λόγο. Παρόμοια λέμε καὶ γιὰ τὴ θέωση τοῦ θελήματος· δὲν ἄλλαξε ἡ φυσική του κίνηση· ἀλλά, ἀφότου ἑνώθηκε μὲ τὸ θεῖο καὶ παντοδύναμο θέλημα, ἔγινε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνανθρώπησε. Γι’ αὐτό, ὅταν (τὸ ἀνθρώπινο θέλημα) θέλησε νὰ κρυφτεῖ, δὲν τὰ κατάφερε· διότι ὁ Θεὸς Λόγος θέλησε νὰ φανεῖ ὅτι πράγματι ὑπάρχει στὸν ἑαυτὸ τοῦ τὸ ἀδύναμο ἀνθρώπινο θέλημα· ὅταν θέλησε, ἐνήργησε τὸν καθαρισμὸ τοῦ λεπροῦ, χάρη στὴν ἕνωση μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ἀκόμη ὅτι ἡ θέωση τῆς φύσεως καὶ τῆς θελήσεως εἶναι ἐμφαντικὴ καὶ δεικτικὴ καὶ τῶν δύο φύσεων καὶ τῶν δύο θελήσεων. Διότι ὅπως ἡ πυράκτωση δὲν μεταβάλλει σὲ φωτιὰ τὴ φύση αὐτοῦ ποὺ πυρακτώνεται, ἀλλὰ φανερώνει καὶ αὐτὸ ποὺ πυρακτώθηκε καὶ αὐτὸ ποὺ πυράκτωσε καὶ δὲν δηλώνει ἕνα πράγμα ἀλλὰ δύο, ἔτσι καὶ ἡ θέωση δὲν δημιουργεῖ μία σύνθετη φύση, ἀλλὰ μία ὑποστατικὴ ἕνωση δύο φύσεων. Λέει, λοιπόν, ὁ θεολόγος Γρηγόριος: «Ἀπ’ αὐτὰ τὸ ἕνα θέωσε καὶ τὸ ἄλλο θεώθηκε»· μὲ τὸ νὰ πεῖ «ἀπ’ αὐτὰ» καὶ «τὸ ἕνα» καὶ «τὸ ἄλλο» φανέρωσε δύο φύσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 62. Καὶ ἄλλα γιὰ τὰ θελήματα, γιὰ τὸ αὐτεξούσιο, γιὰ τὶς σκέψεις, τὶς γνώσεις καὶ τὶς σοφίες. Ἂν ὁμολογήσουμε τὸν Χριστὸ τέλειο Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο, ὁπωσδήποτε θὰ τοῦ τὰ ἀποδώσουμε ὅλα τα γνωρίσματα τῆς φύσεως καὶ τοῦ Πατέρα καὶ τῆς μητέρας του· διότι ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κερδίσει αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Αὐτὸς ποὺ ὅλα τα μπορεῖ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν τύραννό του μὲ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία καὶ δύναμή του· ἦταν ὅμως (ἡ σάρκωσή του) τὸ ἄλλοθι στὸν τύραννο, ὅτι νίκησε τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ ὑποδουλώθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Ἐπειδή, δηλαδή, ὁ συμπαθὴς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ἤθελε νὰ ἀναδείξει νικητὴ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔπεσε, γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἐπαναφέρει στὴν ἀρχικὴ κατάσταση τὸ ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο. Καὶ κανεὶς δὲν ἀντιλέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικὴ καὶ νοερὴ ὕπαρξη. Πῶς, λοιπόν, (ὁ Θεὸς) ἔγινε ἄνθρωπος, ἂν προσέλαβε ἄψυχη σάρκα ἢ ψυχὴ χωρὶς νοῦ; Διότι κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο νὰ χαροῦμε γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση, ἐὰν αὐτὸς ποὺ πρῶτος ἔπαθε (ὁ Χριστὸς) δὲν ἔχει σωθεῖ καὶ δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ καὶ δυναμώσει μὲ τὴν ἕνωσή του μὲ τὴ θεότητα; «Καθώς, ὅ,τι δὲν ἔχει προσληφθεῖ, δὲν θεραπεύεται κιόλας». Ἔτσι, λοιπόν, προσλαμβάνει ὅλο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ πιὸ ὡραῖο μέρος τῆς ὑπάρξεώς του ποὺ ἀσθένησε, ὥστε νὰ χαρίσει τὴ σωτηρία σὲ ὅλο (τὸν ἄνθρωπο). Νοῦς, δηλαδή, χωρὶς σοφία καὶ γνώση δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑπάρξει· ἐὰν στερεῖται τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν κίνηση, τότε εἶναι καὶ ἀνύπαρκτος. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Λόγος ἤθελε ν’ ἀνακαινίσει τὸ κατ’ εἰκόνα, γι’ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος. Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὸ κατ’ εἰκόνα, παρὰ ὁ νοῦς; Ἄφησε, λοιπόν, τὸ καλύτερο καὶ πῆρε τὸ κατώτερο; Ναί, διότι ὁ νοῦς βρίσκεται στὸ μεταίχμιο τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς σάρκας· μὲ τὴ μία συγκατοικεῖ, ἐνῶ τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκόνα. Ὁ νοῦς, λοιπόν, συνενώνεται μὲ τὸ νοῦ· καὶ ὁ νοῦς συνδέει τὴν καθαρότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὑλικότητα τοῦ σώματος. Διότι, ἐὰν ὁ Χριστὸς προσλάμβανε ψυχὴ χωρὶς νοῦ, τότε θὰ ἔπαιρνε ψυχὴ ἄλογου ζώου. Ἐφόσον μάλιστα εἶπε ὁ Εὐαγγελιστὴς ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι στὴν Ἁγία Γραφὴ ὁ ἄνθρωπος ἄλλοτε λέγεται ψυχή, ὅπως στὸ (χωρίο) «ὁ Ἰακὼβ εἰσῆλθε στὴν Αἴγυπτο μὲ ἑβδομήντα πέντε ψυχές», καὶ ἄλλοτε λέγεται σάρκα, ὅπως στὸ (χωρίο) «κάθε σάρκα θὰ γνωρίσει τὴ σωτηρία τοῦ Θεοῦ». Ὁ Κύριος, λοιπόν, δὲν ἔγινε ἄψυχη σάρκα οὔτε ψυχὴ χωρὶς νοῦ, ἀλλὰ ἄνθρωπος. Τὸ λέει καὶ ὁ ἴδιος: «Γιατί μὲ χτυπᾶς, ἕναν ἄνθρωπο ποῦ σᾶς λέει τὴν ἀλήθεια;». Προσέλαβε, λοιπόν, σάρκα ἐμπλουτισμένη μὲ λογικὴ καὶ νοερὴ ψυχή, ἡ ὁποία κυβερνᾶ τὴ σάρκα, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν ἐξουσιάζει ἡ θεία φύση τοῦ Λόγου. (Ὁ Χριστός), λοιπόν, σὰν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, εἶχε μὲ φυσικὸ τρόπο τὴ θέληση· ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση του, χωρὶς νὰ κινεῖται αὐτόνομα, ἀκολουθοῦσε καὶ ὑποτασσόταν στὸ (θεῖο) θέλημά του· ἤθελε ὅσα ἤθελε καὶ τὸ θεῖο θέλημά του. Ἡ θεία θέληση, δηλαδή, ἐπέτρεπε στὴν ἀνθρώπινη νὰ πάσχει μὲ φυσικὸ τρόπο τὰ δικά της. Ὅταν, γιὰ παράδειγμα, ἤθελε ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο, ἡ θεία τοῦ θέληση μὲ φυσικὸ τρόπο θέλησε καὶ παραχώρησε ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο· γι’ αὐτὸ ἔνιωσε ἀγωνία καὶ δείλιασε. Καὶ ὅταν ἡ θεία θέληση θέλησε ἡ ἀνθρώπινη θέλησή του νὰ προτιμήσει τὸ θάνατο, τότε δέχθηκε ἑκούσια το πάθος του. Διότι παράδωσε θεληματικὰ τὸν ἑαυτό του στὸ θάνατο ὄχι μόνο σὰν Θεός, ἀλλὰ καὶ σὰν ἄνθρωπος· γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς χάρισε τὴν τόλμη ἀπέναντι στὸ θάνατο. Ἔτσι, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ σωτήριο πάθος του, λέει: «Πατέρα μου, ἂν γίνεται, ἃς ἀποφύγω νὰ πιῶ αὐτὸ τὸ (πικρὸ) ποτήρι»· εἶναι φανερὸ ὅτι σὰν ἄνθρωπος καὶ ὄχι σὰν Θεός, προκειτο νὰ πιεῖ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Σὰν ἄνθρωπος, λοιπόν, θέλει νὰ τὸ ἀποφύγει· αὐτὰ τὰ λόγια δείχνουν τὴ δειλία τῆς (ἀνθρωπίνης) φύσεως. «Παρ’ ὂλ’ αὐτὰ ὅμως, ἃς μὴ γίνει τὸ θέλημά μου», δηλαδὴ αὐτὸ στὸ ὁποῖο εἶμαι διαφορετικὸς ἀπὸ σένα στὴν οὐσία (σὰν ἄνθρωπος), «ἀλλὰ νὰ γίνει τὸ δικό σου», δηλαδὴ τὸ δικό μου καὶ δικό σου, διότι (σὰν Θεὸς) εἶμαι ὁμοούσιος μὲ σένα. Αὐτὰ εἶναι λόγια τολμηρά. Προηγουμένως, δηλαδή, ἡ ψυχὴ τοῦ Κυρίου αἰσθάνθηκε τὸ φυσικὸ φόβο γιὰ τὸ χωρισμὸ τοῦ σώματος· ἔνιωθε τὴ φυσικὴ συμπάθεια πρὸς τὸ σῶμα, καθὼς ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὴ θέλησή του· ἀμέσως μετά, ὅμως, τὸ θεῖο θέλημα τῆς ἔδωσε δύναμη ν’ ἀψηφᾶ τὸ θάνατο. Ἐπειδή, δηλαδή, ὁ ἴδιος ἦταν ὅλος Θεὸς μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του καὶ ὅλος ἄνθρωπος μὲ τὴ θεία φύση του, αὐτὸς σὰν ἄνθρωπος ἔκανε στὸν ἑαυτὸ τοῦ τὸ ἀνθρώπινο θέλημα νὰ ὑπακούσει στὸ Θεὸ καὶ Πατέρα. Ἔτσι, μᾶς ἄφησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἄριστο τύπο καὶ παράδειγμα ὑπακοῆς στὸν Πατέρα. Τὸ θεῖο μάλιστα καὶ τὸ ἀνθρώπινο θέλημά του (τοῦ Χριστοῦ) ἐπιθυμοῦσε ἐλεύθερα· καθὼς κάθε λογικὴ ὕπαρξη ἔχει ἀπὸ τὴ φύση τῆς αὐτεξούσιο (ἐλεύθερο) θέλημα. Διότι, τί νὰ τὸ κάνει τὸ λογικό, ἐὰν δὲν σκέφτεται ἐλεύθερα; Ὁ Δημιουργός, δηλαδή, ἔβαλε τὴ φυσικὴ ἐπιθυμία μέσα στὰ ἄλογα ζῶα, γιὰ νὰ τὰ ὁδηγεῖ στὴν ἀναπαραγωγὴ τῆς φύσεώς τους· ἐπειδὴ ὅμως στεροῦνται τὴ λογική, ἀδυνατοῦν νὰ ἐξουσιάζουν καὶ τὰ ἐξουσιάζει ἡ φυσικὴ ἐπιθυμία. Γι’ αὐτό, μόλις ἀνάψει ἡ ἐπιθυμία, ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ ὁρμὴ γιὰ τὴν ἐκπλήρωσή της· (τὰ ἄλογα ζῶα) δὲν κάνουν χρήση τοῦ λογικοῦ ἢ τῆς ἀποφάσεως ἢ τῆς σκέψεως ἢ τῆς κρίσεως. Κι ἔτσι οὔτε ἐπαινοῦνται γιὰ τὴν ἀρετή τους οὔτε τιμωροῦνται γιὰ τὴν κακία τους. Ἡ λογικὴ ὅμως φύση ἔχει βέβαια τὴ φυσικὴ ἐπιθυμία ποὺ τὴν παρακινεῖ, ἀλλά, ὅσοι διατηροῦν τὴ διαγωγὴ στὰ ὅρια τῆς φύσεως, τὴν κατευθύνουν καὶ τὴ ρυθμίζουν μὲ τὴ λογική. Τὸ προσὸν τῆς λογικῆς εἶναι αὐτό, ἡ αὐτεξούσια θέληση, τὴν ὁποία τὴν ὀνομάζουμε φυσικὴ κίνηση τοῦ λογικοῦ ὄντος. Γι’ αὐτὸ τὴν ἐπαινοῦμε καὶ μακαρίζουμε, ὅταν ἐπιδιώκει τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν τιμωροῦμε, ὅταν ἐπιδιώκει τὴν κακία. Ἑπομένως, ἡ ψυχὴ τοῦ Κυρίου ἤθελε ἐλεύθερα· ἤθελε βέβαια ἐλεύθερα αὐτὰ ποὺ καὶ ἡ θεία θέλησή του ἐπιθυμοῦσε αὐτὴ νὰ θέλει· ὁ Λόγος, δηλαδή, δὲν κινοῦσε τὴ σάρκα του μὲ νεῦμα (σὰν μαριονέτα) –ἀφοῦ καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι μὲ θεῖο νεῦμα κινούνταν–, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὄντας ἕνας, καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἤθελε σύμφωνα μὲ τὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη θέλησή του. Ἔτσι, οἱ δύο θελήσεις τοῦ Κυρίου διέφεραν μεταξύ τους ὄχι στὴ γνώμη ἀλλὰ στὴ δυνατότητα τῆς φύσεώς τους. Ἡ θεία, δηλαδή, θέλησή του ἦταν ἄναρχη καὶ δημιουργὸς ὅλων, παντοδύναμη καὶ ἀπαθής· ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη θέλησή του εἶχε χρονικὴ ἀφετηρία καὶ εἶχε δεχθεῖ τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη· δὲν ἦταν παντοδύναμη στὴ φύση της, ἀλλά, ἐπειδὴ ἔγινε φυσικὰ καὶ πραγματικὰ θέληση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἔγινε καὶ παντοδύναμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 63. Γιὰ τὴ θεανδρικὴ ἐνέργεια. Ὁ μακάριος Διονύσιος χαρακτηρίζει τὸ Χριστό, «ποὺ ἔζησε μεταξύ μας. ὡς κάποια καινούργια θεανδρικὴ ἐνέργεια»· χωρὶς νὰ ἀναιρεῖ τὶς φυσικὲς ἐνέργειες, λέει ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη καὶ θεία ἐνέργεια προῆλθε μία ἐνέργεια. Παρόμοια θὰ λέγαμε καὶ γιὰ μία καινούργια φύση, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση· διότι, σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, «ὅσα ἔχουν μία ἐνέργεια, αὐτὰ ἔχουν καὶ μία οὐσία». (Ὁ μακάριος Διονύσιος) ἤθελε νὰ δείξει τὸν καινούργιο καὶ ἀνέκφραστο τρόπο τῆς φανερώσεως τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν ἀνέκφραστο καὶ πρόσφορο τρόπο τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν φύσεων τοῦ Χριστοῦ· νὰ δείξει τὴν ξένη, παράδοξη καὶ ἄγνωστη στὴ φύση μᾶς ἀνθρώπινη ζωὴ τοῦ καθὼς καὶ τὸν τρόπο τῆς ἀντιδόσεως (τῶν ἰδιοτήτων τῶν φύσεων) στὴν ἀνέκφραστη ἕνωσή τους. Διότι οἱ ἐνέργειες δὲν εἶναι χωρισμένες οὔτε οἱ φύσεις ἐνεργοῦν ξεχωριστά, ἀλλὰ ἑνωμένα· καθεμία ἐνεργεῖ τὸ ἰδιαίτερο γνώρισμά της, συμμετέχοντας ἡ μία στὴ ζωὴ τῆς ἄλλης. Δὲν ἐνεργοῦσε, δηλαδή, τὰ ἀνθρώπινα μόνο μὲ ἀνθρώπινο τρόπο, διότι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος· οὔτε πάλι τὰ θεία μόνο μὲ τρόπο θεϊκό, διότι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος· ἀλλὰ ἦταν μαζὶ καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὅπως δηλαδὴ γνωρίζουμε τὴν ἕνωση τῶν φύσεων καὶ τὴ φυσικὴ διαφορά τους, ἔτσι γνωρίζουμε καὶ τὴ διαφορὰ τῶν θελήσεων καὶ ἐνεργειῶν τῶν (δύο) φύσεων. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ἀναφερόμαστε στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ ἄλλοτε σὰν νὰ πρόκειται γιὰ δύο φύσεις καὶ ἄλλοτε σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα πρόσωπο· καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο ἔχουν τὴν ἴδια ἔννοια. Διότι οἱ δύο φύσεις εἶναι ὁ ἕνας Χριστός, καὶ ὁ ἕνας Χριστὸς εἶναι οἱ δύο φύσεις. Ἑπομένως, εἶναι τὸ ἴδιο νὰ πεῖ κανείς: ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ μὲ καθεμία ἀπὸ τὶς δύο φύσεις του ἢ ἐνεργεῖ κάθε φύση στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μὲ συμμετοχὴ στὴ ζωὴ τῆς ἄλλης. Συμμετέχει, λοιπόν, ἡ θεία φύση στὴ σάρκα ποὺ ἐνεργεῖ, ἐπειδὴ ἡ θεία θέληση τῆς ἐπιτρέπει νὰ πάσχει καὶ νὰ κάμει τὰ δικά της χαρακτηριστικά, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐνέργεια τῆς σάρκας τοῦ εἶναι ὁπωσδήποτε σωστική, διότι δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀνθρώπινη ἐνέργεια ἀλλὰ καὶ θεία συνέργεια. Ἡ σάρκα πάλι τοῦ Λόγου συμμετέχει στὴ θεότητά του, ἐπειδὴ τὸ σῶμα σὰν ὄργανο ἐκτελεῖ τὶς θεῖες ἐνέργειες καὶ ἐπειδὴ ἕνας εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ ταυτόχρονα μὲ θεϊκὸ καὶ ἀνθρώπινο τρόπο. Πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἅγιος νοῦς τοῦ (τοῦ Χριστοῦ) ἐνεργεῖ καὶ τὶς φυσικές του ἐνέργειες, μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴ γνώση ὅτι εἶναι νοῦς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ὅλη ἡ κτίση τὸν προσκυνᾶ· θυμᾶται τὴ διαμονὴ τοῦ πάνω στὴ γῆ καὶ τὰ πάθη του, καὶ συμμετέχει στὴ θεότητα τοῦ Λόγου ποὺ ἐνεργεῖ, διευθετεῖ καὶ κυβερνᾶ τὸ πᾶν. Σκέφτεται καὶ γνωρίζει καὶ κυβερνᾶ ὄχι σὰν ἁπλὸς ἀνθρώπινος νοῦς, ἀλλὰ σὰν νοῦς ποὺ ἑνώθηκε ὑποστατικὰ μὲ τὸ Θεόκαι ἔγινε νοῦς τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανδρικὴ ἐνέργεια, λοιπόν, φανερώνει τὸ ἑξῆς, ὅτι ὅταν ὁ Θεὸς ἀνδρώθηκε, δηλαδὴ ἐνανθρώπησε, καὶ ἡ ἀνθρώπινή του ἐνέργεια ἔγινε θεία, δηλαδὴ θεωμένη καὶ ὄχι ἀμέτοχη στὴ θεία τοῦ ἐνέργεια· καὶ ἡ θεία τοῦ ἐνέργεια πάλι δὲν ἦταν ἀμέτοχη στὴν ἀνθρώπινη ἐνέργειά του, ἀλλὰ ἡ καθεμία συμμετεῖχε στὴν ἄλλη. Ὁ τρόπος αὐτὸς λέγεται περίφραση, ὅταν δηλαδὴ κάποιος μὲ μία λέξη περιλάβει δύο ἔννοιες. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς λέμε ὅτι τὸ κομμένο κάψιμο καὶ τὸ καμμένο κόψιμο τοῦ πυρακτωμένου μαχαιριοῦ εἶναι ἕνα, καὶ λέμε ἐπίσης ἄλλη ἐνέργεια τὸ κόψιμο καὶ ἄλλη τὸ κάψιμο, καὶ τὸ καθένα ἀνήκει σὲ διαφορετικὴ φύση –τὸ κάψιμο στὴ φωτιὰ ἐνῶ τὸ κόψιμο στὸ σίδηρο–, ἔτσι καὶ ὅταν λέμε ὅτι ἡ θεανδρικὴ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ἐννοοῦμε τὶς δύο ἐνέργειες τῶν δύο φύσεών του, δηλαδὴ τὴ θεία ἐνέργεια ποὺ ἀνήκει στὴ θεότητά του καὶ τὴν ἀνθρώπινη ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 64. Γιὰ τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη. Πιστεύουμε ἀκόμη ὅτι (ὁ Χριστὸς) πῆρε ὅλα τα φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα (ἄμεμπτα) πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Διότι προσέλαβε ὅλο τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅλα τα γνωρίσματα τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Διότι αὐτὴ δὲν εἶναι φυσικὸ πράγμα οὔτε ὁ Δημιουργὸς τὴν ἔσπειρε μέσα μας, ἀλλὰ τὴν ἀποκτήσαμε θεληματικὰ μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ διαβόλου στὴν προαίρεσή μας, χωρὶς νὰ κυριαρχεῖ πάνω μας μὲ βία. Φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη εἶναι αὐτὰ ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ θέλησή μας· ὅσα εἰσῆλθαν στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ μᾶς ἐξαιτίας τῆς καταδίκης λόγω τῆς παραβάσεώς μας· γιὰ παράδειγμα ἡ πείνα, ἡ δίψα, ὁ κόπος, ὁ πόνος, τὰ δάκρυα, ἡ φθορά, ἡ ἀποφυγὴ τοῦ θανάτου, ἡ δειλία, ἡ ἀγωνία (ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται οἱ ἱδρῶτες καὶ οἱ θρόμβοι τοῦ αἵματος), ἡ βοήθεια ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἐξαιτίας τῆς ἀδύναμης φύσεώς μας καὶ τὰ παρόμοια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φύση του. Ὅλα, λοιπόν, τὰ προσέλαβε, γιὰ νὰ τ’ ἁγιάσει ὅλα. Δοκίμασε τοὺς πειρασμοὺς καὶ νίκησε, γιὰ νὰ κερδίσει τὴ νίκη γιὰ λογαριασμό μας· νὰ δώσει τὴ δύναμη στὴ φύση μας νὰ νικᾶ τὸν ἀντίπαλο, ὥστε ἡ φύση ποὺ παλαιὰ μὲ τὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ νικήθηκε, μὲ αὐτὲς νὰ νικήσει τὸν παλαιὸ ἀντίπαλο. Ὁ πονηρός, λοιπόν, τοῦ ἔκανε (τοῦ Χριστοῦ) ἐπίθεση ἀπέξω, ὄχι μὲ λογισμούς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὸν Ἀδάμ· καὶ σ’ ἐκεῖνον ἐπιτέθηκε ὄχι μὲ λογισμούς, ἀλλὰ μέσω τοῦ φιδιοῦ. Ὁ Κύριος βέβαια ἀπέκρουσε τὴν ἐπίθεση καὶ τὴ διέλυσε σὰν καπνό, ὥστε τὰ πάθη ποὺ τὸν προσέβαλαν καὶ τὰ κατανίκησε, νὰ γίνουν κι ἀπὸ μᾶς εὐκολονίκητα καὶ ἔτσι ὁ νέος Ἀδὰμ (ὁ Χριστὸς) νὰ σώσει πάλι τὸν παλαιὸ (Ἀδάμ). Ὁπωσδήποτε τὰ φυσικά μας πάθη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἦταν σύμφωνα μὲ τὴ φύση καὶ πάνω ἀπ’ αὐτήν. Κινοῦνταν σύμφωνα μὲ τὴ φύση μέσα του, ὅταν ἐπέτρεπε στὴ σάρκα νὰ παθαίνει τὰ δικά της. Κινοῦνταν πάλι πάνω ἀπὸ τὴ φύση, ὅταν τὰ φυσικὰ δὲν προηγοῦνταν ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ Κυρίου. Διότι σ’ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ ὅλα ἦταν θεληματικά· ἤθελε καὶ πείνασε, ἤθελε καὶ δίψασε, ἤθελε καὶ δείλιασε, ἤθελε καὶ πέθανε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 65. Γιὰ τὴν ἄγνοια καὶ τὴ δουλεία. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι (ὁ Χριστὸς) προσέλαβε φύση τὴν ὁποία διακρίνει ἡ ἄγνοια καὶ ἡ δουλικότητα· διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι δούλη τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἔπλασε καὶ ἀγνοεῖ τὰ μέλλοντα. Σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο τὸ θεολόγο, «ἐὰν ξεχωρίσεις αὐτὸ ποὺ βλέπουμε ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὸ νοῦ», ἡ σάρκα εἶναι δούλη καὶ ἔχει ἄγνοια· ἀλλά, ἡ ψυχὴ τοῦ Κυρίου, χάρη στὴν ταύτισή της μὲ τὴν ὑπόστασή του καὶ τὴν πλήρη ἕνωση μαζί του, ἔγινε πολὺ πλούσια ἀπὸ τὴ γνώση τῶν μελλόντων, ὅπως καὶ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες θεοσημίες. Διότι, ὅπως ἡ σάρκα τῶν ἀνθρώπων σύμφωνα μὲ τὴ φύση της δὲν εἶναι ζωοποιά, ἐνῶ ἡ σάρκα τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ ἑνώθηκε ὑποστατικὰ μὲ τὸ Θεὸ Λόγο, δὲν ἔχασε τὴ φυσική της θνητότητα, ἀλλὰ ἔγινε ζωοποιὸς ἐξαιτίας τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Λόγο· καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἦταν καὶ εἶναι πάντοτε ζωοοποιός. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἔχει ἀποκτήσει ἀπὸ τὴ φύση τῆς τὴ γνώση τῶν μελλόντων, ἐνῶ ἡ ψυχὴ τοῦ Κυρίου ἐξαιτίας τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸ Θεὸ Λόγο καὶ τὴν ὑποστατικὴ ταύτιση ἔγινε πολὺ πλούσια, ὅπως προανέφερα, στὶς ὑπόλοιπες θεοσημεῖες καὶ στὴ γνώση γιὰ τὰ μέλλοντα. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ γνωρίζουμε ὅτι δὲν μποροῦμε (τὸν Χριστὸ) οὔτε δοῦλο νὰ τὸν λέμε· διότι τὰ ὀνόματα «δοῦλος» ἢ «δεσπότης» δὲν εἶναι γνωρίσματα τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῶν σχέσεων, ὅπως τὰ ὀνόματα «πατέρας» ἢ «υἱός». Αὐτὰ δηλαδὴ δὲν δείχνουν τὴν οὐσία ἀλλὰ τὶς σχέσεις. Ὅπως ἀκριβῶς εἴπαμε γιὰ τὴν ἄγνοια ὅτι, ἐὰν διακρίνεις τὸ κτιστὸ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο μὲ ἀμυδρὲς ἰδέες, δηλαδὴ μὲ λεπτὲς φαντασίες τοῦ νοῦ, τότε ἡ σάρκα θὰ ἦταν δούλη τοῦ Θεοῦ, ἐὰν δὲν ἑνώνονταν μὲ τὸ Θεὸ Λόγο· ἀφοῦ ὅμως ἑνώθηκε ὑποστατικά, πῶς θὰ εἶναι δούλη; Ἐπειδή, δηλαδή, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ δοῦλος τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ Κύριος· διότι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέγονται ἁπλοϊκά, ἀλλὰ σχετικὰ μὲ κάτι ἄλλο. Ποιανοὺ δοῦλος, λοιπόν, θὰ εἶναι; Τοῦ Πατέρα; Καλά! Ἀλλά, ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας, δὲν εἶναι καὶ τοῦ Υἱοῦ; Ἐάν, λοιπόν, εἶναι δοῦλος τοῦ Πατέρα, δὲν εἶναι καθόλου τοῦ ἐαυτοῦ του. Καὶ πῶς, ἐὰν ὁ ἴδιος εἶναι δοῦλος, λέει ὁ ἀπόστολος γιὰ μᾶς: «ὥστε δὲν εἶναι καθόλου δοῦλος, ἀλλὰ υἱός», καὶ αὐτὸς μας υἱοθέτησε; Λέγεται ἑπομένως δοῦλος προσηγορικά, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ εἶναι αὐτό, ἀλλὰ πῆρε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου γιὰ χάρη μας καὶ ὀνομάσθηκε μαζί μας δοῦλος. Ὄντας ἀπαθής, δουλώθηκε στὰ πάθη γιὰ μᾶς καὶ διακόνησε τὴ δική μας σωτηρία. Ὅσοι τὸν ὀνομάζουν δοῦλο χωρίζουν τὸν ἕνα Χριστὸ σὲ δύο, ὅπως ἔκανε ὁ Νεστόριος. Ἐμεῖς ὅμως τὸν λέμε Δεσπότη καὶ Κύριο ὅλης της κτίσεως· εἶναι ὁ ἕνας Χριστός, ὁ ἴδιος Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ταυτόχρονα, ὁ ὁποῖος τὰ γνωρίζει ὅλα· «διότι αὐτὸς κατέχει ὅλους τους ἀπόκρυφους θησαυροὺς τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 66. Γιὰ τὴν προκοπή. Λέγεται μάλιστα ὅτι (ὁ Χριστὸς) πρόκοβε «στὴ σοφία, τὴ σωματικὴ ἀνάπτυξη καὶ τὴ χάρη»· μεγάλωνε στὸ σῶμα, καὶ μὲ τὴ σωματικὴ αὔξηση φανέρωνε τὴ σοφία ποὺ εἶχε μέσα του. Ἀκόμη, ἔκαμε δικὴ τὴν προκοπὴ τῶν ἀνθρώπων στὴ σοφία καὶ χάρη καὶ ἐκπλήρωνε τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα του, ποὺ ἦταν νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ σωτηρία· ὅλα τα δικά μας τὰ ἔκανε δικά του. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ λένε ὅτι πρόκοβε στὴ σοφία καὶ τὴ χάρη, καὶ ἐννοοῦν ὅτι αὐτὰ (σοφία καὶ χάρη) τὰ δεχόταν προσθετικά, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἕνωση δὲν ἔγινε ἀπὸ τὴν πρώτη ἀρχὴ τῆς σαρκώσεως οὔτε δέχονται τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση· ἀκολουθοῦν τὸν ματαιόδοξο Νεστόριο καὶ τερατολογοῦν γιὰ ἐλλιπῆ ἕνωση καὶ φανταστικὴ ἐνσάρκωση, «ἀγνοώντας καὶ τί λένε καὶ τί ὑποστηρίζουν». Διότι, ἂν ἡ σάρκα ἑνώθηκε ἀληθινὰ μὲ τὸ Θεὸ Λόγο ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ὑπάρξεώς της, ἢ καλύτερα, ἂν ἀπόκτησε ὑπάρξη μέσα του καὶ εἶχε τὴ δικὴ ὑποστατικὴ ταυτότητα, γιὰ ποιὸ λόγο νὰ μὴ γίνει πολὺ πλούσια σὲ κάθε σοφία καὶ χάρη; Ὄχι ἐπειδὴ ἡ ἴδια συμμετεῖχε στὴ χάρη, οὔτε ἐπειδὴ χαριστικὰ μετεῖχε στὸ Λόγο, ἀλλὰ περισσότερο, χάρη στὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν ἀνθρωπίνων καὶ θείων γνωρισμάτων τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἦταν μαζὶ καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, πήγαζε στὸν κόσμο τὴ χάρη, τὴ σοφία καὶ τὴν πληρότητα ὅλων των ἀγαθῶν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 67. Γιὰ τὴ δειλία. Τὸ ὄνομα «δειλία» ἔχει διπλὴ ἔννοια. Ὑπάρχει δηλαδή, φυσικὴ δειλία, ὅταν ἡ ψυχὴ δὲν θέλει ν’ ἀποχωριστεῖ τὸ σῶμα, ἐπειδὴ ὁ Δημιουργὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἔβαλε μέσα της τὴ φυσικὴ συμπάθεια καὶ οἰκειότητα (πρὸς τὸ σῶμα), καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι στὴ φύση της νὰ φοβᾶται, νὰ ἀγωνιᾶ καὶ νὰ ζητεῖ ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο. Ὁ ὁρισμὸς τῆς εἶναι: «Φυσικὴ δειλία εἶναι ἡ δύναμη ἄμυνας τοῦ ὄντος, ὅταν φοβᾶται». Διότι, ἂν ὅλα προῆλθαν ἀπὸ τὸ Δημιουργό, ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη, τότε ἔχουν ἀπὸ τὴ φύση τοὺς τὴν ἐπιθυμία νὰ ζήσουν καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο. Χαρακτηριστικὸ μάλιστα τῆς φύσεώς τους εἶναι ἡ ὁρμὴ πρὸς τὰ τὰ συστατικά τους. Καὶ ὁ Θεὸς Λόγος, λοιπόν, ἐπειδὴ ἔγινε ἄνθρωπος, εἶχε αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία (τῆς ζωῆς)· παρουσίαζε τὴν ὁρμὴ πρὸς τὰ συστατικά της φύσεώς του, ἔχοντας τὴν ἐπιθυμία τῆς βρώσεως, τῆς πόσεως καὶ τοῦ ὕπνου. Δοκίμασε αὐτὰ μὲ φυσικὸ τρόπο καὶ παρουσίασε τὴν ὁρμὴ πρὸς τὰ φθαρτά, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ πάθους τοῦ ἐκδήλωσε θεληματικὰ τὴν ἀποστροφή του πρὸς τὸ θάνατο. Διότι, ἂν καὶ τὰ γεγονότα συνέβαιναν σύμφωνα μὲ τὴ φύση, ὅμως δὲν ἦταν ἀναγκαστικὰ γιὰ μᾶς· διότι δέχθηκε μὲ τὴ θέλησή του τὰ γνωρίσματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἑπομένως, ἡ ἴδια ἡ δειλία, ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία ἀνήκουν στὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα (ἄμεμπτα) πάθη, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάγονται στὴν ἁμαρτία. Εἶναι ἀκόμη δειλία αὐτὴ ποὺ προξενεῖται ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη τῶν σκέψεών μας, τὴν ἀπιστία καὶ τὴν ἄγνοια τῆς ὥρας τοῦ θανάτου, ὅπως ὅταν τὴ νύχτα φοβόμαστε, ὅταν ἀκοῦμε κάποιο κρότο. Αὐτὴ ἡ δειλία εἶναι ἀφύσικη, καὶ τὴν ὁρίζουμε ὡς ἑξῆς: «Ἀφύσικη δειλία εἶναι ἀδικαιολόγητος φόβος». Ὁ Κύριος αὐτὴν δὲν τὴν εἶχε· γι’ αὐτὸ ποτὲ δὲν δείλιασε, παρὰ μόνον τὴν ὥρα τοῦ πάθους του, ἂν καὶ γιὰ λόγους οἰκονομίας πολλὲς φορὲς παρουσιαζόταν φοβισμένος· διότι γνώριζε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ὅτι πραγματικὰ (ὁ Κύριος) δείλιασε, τὸ λέει ὁ μέγας Ἀθανάσιος στὸ λόγο τοῦ ἐνάντια στὸν Ἀπολινάριο: «Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἔλεγε· «τώρα ἡ ψυχή μου ἔχει ταραχθεῖ». Καὶ τὸ «τώρα» αὐτὸ σημαίνει, ὅτι θέλησε· καὶ δείχνει κάτι ποὺ ὑπάρχει· διότι δὲν θὰ ἀνέφερε σὰν παρὸν κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει, διότι τὰ λόγια θὰ ἦταν τοῦ ἀέρα (φαινομενικά). Ὅλα, δηλαδή, γίνονταν πραγματικὰ καὶ ἀληθινά». Καὶ παρακάτω λέει: «Μὲ κανένα τρόπο ἡ θεότητα δὲν δέχεται τὸ πάθος χωριστὰ ἀπὸ τὸ πάσχον σῶμα· οὔτε παρουσιάζει ταραχὴ καὶ λύπη χωριστὰ ἀπὸ τὴ λυπημένη καὶ ταραγμένη ψυχή· οὔτε ἔχει ἀγωνία καὶ προσεύχεται χωριστὰ ἀπὸ τὸ νοῦ ποὺ ἀγωνιᾶ καὶ προσεύχεται· ἀλλά, κι ἂν ἀκόμη δὲν συνέβαιναν τὰ γεγονότα δίχως τὴν ἥττα τῆς φύσεως, θὰ γινόταν σίγουρα μὲ τὴν παρουσία τῆς ὑπάρξεώς της». Ἡ φράση «δὲν συνέβαιναν τὰ γεγονότα δίχως τὴν ἥττα τῆς φύσεως», σημαίνει ὅτι ὑπέμεινε αὐτὰ μὲ τὴ θέλησή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 68. Γιὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου. Προσευχὴ εἶναι ἡ ἀνάβαση τοῦ νοῦ πρὸς τὸ Θεὸ ἢ ἡ ζήτηση ἀπὸ τὸ Θεὸ τῶν ἀναγκαίων. Πῶς, λοιπόν, ὁ Κύριος προσευχόταν γιὰ τὸ Λάζαρο ἢ στὴν περίπτωση τοῦ πάθους του; Διότι ὁ ἅγιος νοῦ του δὲν εἶχε ἀνάγκη ν’ ἀνέβει πρὸς τὸ Θεό, ἐφόσον ἦταν ὑποστατικὰ ἑνωμένος μὲ τὸ Θεὸ Λόγο, οὔτε χρειαζόταν νὰ ζητήσει κάτι –διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἔνας–· προσευχόταν ὅμως, ἐπειδὴ ἔκανε δικό του τὸ δικό μας πρόσωπο καὶ προσάρμοζε τὸν ἑαυτό του στὸ δικό μας τύπο· γινόταν γιὰ μᾶς παράδειγμα καὶ μᾶς δίδασκε νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ν’ ἀπευθυνόμαστε σ’ αὐτόν· καὶ μὲ τὸν ἅγιο νοῦ τοῦ μᾶς ἔδειχνε τὸ δρόμο γιὰ τὴν ἀνάβασή μας πρὸς τὸ Θεό. Ὅπως, δηλαδή, ὑπέμεινε τὰ πάθη χαρίζοντας σὲ μᾶς τὴν νίκη ἐναντίον τους, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ προσεύχεται, ἀνοίγοντας, ὅπως εἶπα, τὸ δρόμο γιὰ τὴν ἀνάβασή μας πρὸς τὸ Θεό· πλήρωσε γιὰ χάρη μᾶς κάθε χρέος, ὅπως εἶπε στὸν Ἰωάννη, καὶ μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Πατέρα του, τὸν ὁποῖο τιμᾶ καὶ προβάλλει ὡς ἀρχὴ καὶ αἴτιο τοῦ ἐαυτοῦ του, καὶ δείχνει ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετός του. Διότι, ὅταν ἔλεγε στὸ Λάζαρο: «Πατέρα μου, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἄκουσες. Ἐγὼ βέβαια γνώριζα ὅτι πάντοτε μ’ ἀκοῦς, ἀλλὰ τὸ εἶπα γιὰ τὸν λαὸ ποὺ παρίσταται, ὥστε νὰ γνωρίζουν ὅτι εἶμαι ὁ ἀπεσταλμένος σου»· μ’ αὐτὰ τὰ λόγια δὲν καθιστοῦσε ὁλοφάνερο ὅτι αὐτὰ τὰ εἶπε, ἐπειδὴ τιμοῦσε τὸν Πατέρα του ὡς ἀρχὴ καὶ αἰτία τῆς ὑπάρξεώς του καὶ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετος μὲ τὸ Θεό; Καὶ ὅταν ἔλεγε: «Πατέρα μου, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἃς μὴ δοκιμάσω αὐτὸ τὸ ποτήρι· ὅμως ἃς μὴ γίνει ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλὰ ὅπως ἐσὺ θέλεις», δὲν εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι μᾶς διδάσκει στοὺς πειρασμοὺς νὰ ζητᾶμε βοήθεια μόνο ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ νὰ προτιμᾶμε τὸ θεῖο θέλημα ἀπὸ τὸ δικό μας; Δὲν δείχνει ἀκόμη ὅτι πράγματι ἔκανε δικά του τὰ γνωρίσματα τῆς φύσεώς μας καὶ ὅτι ἀληθινὰ ἀπέκτησε δύο φυσικὰ θελήματα καὶ ἀντίστοιχά των φύσεών του, ἀλλὰ ὄχι ἀντίθετα; «Πατέρα μου, ἐὰν εἶναι δυνατόν»», λέει· τὸ λέει σὰν ὁμοούσιος, ὄχι ἐπειδὴ ἔχει ἄγνοια –διότι τί εἶναι ἀδύνατο στὸ Θεό;–, ἀλλὰ μᾶς παιδαγωγεῖ νὰ προτιμᾶμε τὸ θεῖο καὶ ὄχι τὸ δικό μας θέλημα· διότι ἀδύνατο εἶναι μόνον ὅ,τι ὁ Θεὸς δὲν θέλει, καὶ οὔτε τὸ ἐπιτρέπει. «Ὅμως, ἃς μὴ γίνει ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλὰ ὅπως ἐσύ»· ὡς Θεός, δηλαδή, ἔχει τὸν ἴδιο το σκοπὸ μὲ τὸν Πατέρα, ἐνῶ ὡς ἄνθρωπος παρουσιάζει μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ τὸ ἀνθρώπινο θέλημα· διότι αὐτὸ (τὸ ἀνθρώπινο θέλημα) ζητεῖ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο. Ἡ φράση πάλι «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;» δείχνει ὅτι ἔκανε δικό του τὸ δικό μας πρόσωπο. Διότι, οὔτε ὁ Πατέρας εἶναι Θεός του, ἐκτὸς ἐὰν συγκαταλεχθεῖ μεταξύ μας, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸ ποὺ βλέπουμε χωριστεῖ ἀπὸ τὸ νόημά του μὲ ἀμυδρὲς φαντασίες τοῦ νοῦ· οὔτε πάλι ἐκεῖνος ἀποχωρίστηκε ἀπὸ τὴ θεότητά του, ἀλλὰ ἐμεῖς ἤμασταν οἱ ἐγκαταλειμένοι καὶ περιφρονημένοι. Ἑπομένως, ἔκανε αὐτὴ τὴν προσευχὴ διότι ἔκανε δική του τὴ φύση μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 69. Γιὰ τὴν οἰκείωση. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν δύο οἰκειώσεις· μία φυσικὴ καὶ πραγματική, καὶ μία προσωπικὴ καὶ σχετική. Φυσικὴ καὶ πραγματικὴ εἶναι αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας ἀπὸ φιλανθρωπία ἀνέλαβε τὴ φύση μας καὶ ὅλα τα σχετικὰ γνωρίσματά της, καὶ ἔγινε στ’ ἀλήθεια ἄνθρωπος καὶ ἀπόκτησε πείρα τῶν φυσικῶν. Προσωπικὴ καὶ σχετικὴ εἶναι, ὅταν κάποιος ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου ἀπὸ συμπάθεια, ἐννοῶ εὐσπλαγχνία ἢ ἀγάπη, καὶ λέει λόγια γιὰ χάρη του, ποὺ καθόλου δὲν τοῦ ἁρμόζουν. Ἐξαιτίας αὐτῆς (ὁ Χριστὸς) οἰκειοποιήθηκε τὴν κατάρα, τὴν ἐγκατάλειψή μας καὶ τὰ παρόμοια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν στὴ φύση, καὶ οὔτε ἦταν δικά του ἢ τ’ ἀπόκτησε, ἀλλὰ τὰ πῆρε ἐπειδὴ ἀποδέχθηκε τὸ πρόσωπό μας καὶ τάχθηκε μαζί μας. Αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει καὶ ἡ φράση «ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 70. Γιὰ τὸ πάθος τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου καὶ γιὰ τὴν ἀπάθεια τῆς θείας φύσεώς του. Ὁ ἴδιος, λοιπόν, ὁ Θεὸς Λόγος τὰ ὑπέφερε ὅλα μὲ τὴ σάρκα, ἐνῶ ἡ θεία καὶ μόνη ἀπαθὴς φύση τοῦ ἔμεινε ἀπείραχτη. Διότι ὁ ἕνας Χριστὸς ποὺ εἶχε ἑνώσει στὸ πρόσωπό του τὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση, ὄντας καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ὅταν ἔπασχε, ἔπασχε ἡ παθητὴ φύση του, ἐνῶ ἡ ἀπαθὴς (φύση) δὲν συμμετεῖχε στὸ πάθος. Ἡ ψυχή, δηλαδή, ἐπειδὴ εἶναι παθητή, ὅταν τὸ σῶμα κόβεται, ἡ ἴδια, ἂν καὶ δὲν κόβεται, πονάει καὶ ὑποφέρει μαζὶ μὲ τὸ σῶμα. Ἀντίθετα, ἡ θεότητα, ἐπειδὴ εἶναι ἀπαθής, δὲν ὑπέφερε μαζὶ μὲ τὸ σῶμα. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι, λέμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔπαθε μὲ σάρκα, σὲ καμία ὅμως περίπτωση δὲν λέμε ὅτι ἡ θεότητα ἔπαθε μὲ σάρκα ἢ ὁ Θεὸς ἔπαθε μέσω τῆς σάρκας. Ὅπως ὅταν ὁ ἥλιος φωτίζει ἕνα δένδρο καὶ μιὰ ἀξίνα κόβει τὸ δένδρο, ἀλλὰ ὁ ἥλιος παραμένει ἄτμητος καὶ ἀπαθής, πολὺ περισσότερο ἡ ἀπαθὴς θεότητα τοῦ Λόγου, ποὺ εἶναι ἑνωμένη ὑποστατικὰ μὲ τὴ σάρκα, ὅταν ἡ σάρκα ὑποφέρει, αὐτὴ μένει ἀπαθής. Καὶ ὅπως, ὅταν κάποιος χύνει νερὸ σὲ πυρακτωμένο σίδερο, αὐτὸ παθαίνει ὅ,τι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ προκαλεῖ τὸ νερὸ (ἐννοῶ, ὅτι ἡ φωτιὰ σβήνει), ἀλλὰ ὁ σίδερος παραμένει ἀβλαβὴς (διότι τὸ νερὸ δὲν μπορεῖ ἀπὸ τὴ φύση του νὰ τὸν βλάψει), πολὺ περισσότερο ὅταν πάσχει ἡ σάρκα, ἡ μόνη ἀπαθὴς θεότητα δὲν δέχεται τὸ πάθος, ἂν καὶ εἶναι ἀχώριστη ἀπ’ αὐτὴν (τὴ σάρκα)· δὲν εἶναι ἀνάγκη βέβαιά τα παραδείγματα νὰ προσεγγίζουν τέλεια καὶ χωρὶς ψεγάδι. Διότι πρέπει νὰ διαπιστώνουμε στὰ παραδείγματα καὶ τὴν ὁμοιότητα καὶ τὴ διαφορά· ἀλλιῶς, δὲν θὰ ἦταν παράδειγμα. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀπολύτως ὅμοιο, εἶναι τὸ ἴδιο καὶ ὄχι παράδειγμα, καὶ μάλιστα σχετικὰ μὲ τὰ θεία. Εἶναι ἀδύνατο βρεθεῖ παράδειγμα ὅμοιο σὲ ὅλα, καὶ στὴ θεολογία καὶ στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας.