saint-chrisostomosΟΣΟΙ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ καλά τους ἔργα καὶ δὲν ἔχουν πίστη στὸ Θεό, μοιάζουν μὲ λείψανα νεκρῶν, ποὺ εἶναι ντυμένα μὲ ὡραία ροῦχα, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνονται τὴν ὡραιότητά τους. Σὲ τί ὠφελεῖται, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει ψυχὴ ντυμένη μὲ καλὰ ἔργα ἀλλὰ νεκρή; Τὰ ἔργα γίνονται γιὰ τὸν Κύριο καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῶν ἐπουράνιων βραβείων. Ἄν, λοιπόν, ἀγνοεῖς Ἐκεῖνον ποῦ προκηρύσσει τὰ βραβεῖα, τότε γιὰ ποιὸν ἀγωνίζεσαι;

Γιὰ νὰ φάει κανείς, πρέπει νὰ εἶναι ζωντανός. Ὅποιος δὲν ἔχει ζωή, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ δεχθεῖ τροφή. Γιὰ νὰ ζήσει κανεὶς αἰώνια, πρέπει νὰ ἔχη πίστη στὸ Χριστό, πίστη ποὺ τρέφεται καὶ μὲ τὰ καλὰ ἔργα. Ὅποιος δὲν ἔχει πίστη στὸ Χριστό, ἀκόμα κι ἂν κάνει καλὰ ἔργα, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κερδίσει τὴν οὐράνια βασιλεία, ἂν ἔχει ζωντανὴ πίστη. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω στὴ συνέχεια.

Ὁ ληστής, ποὺ σταυρώθηκε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο, κέρδισε τὸν παράδεισο μόνο καὶ μόνο μὲ τὴν πίστη του.

Ὁ ἑκατόνταρχος Κορνήλιος ἔκανε πολλὲς ἐλεημοσύνες καὶ προσευχές, ἀλλὰ δὲν γνώριζε τὸ Χριστό. Ἐπειδή, λοιπόν, τὰ ἔργα δίχως πίστη εἶναι νεκρά, ὁ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος Θεός, γιὰ νὰ ἐπιβραβεύσει τὰ ἔργα τοῦ Κορνήλιου, τοῦ ἔστειλε ἕναν ἄγγελό Του, ποὺ τοῦ εἶπε: «Κορνήλιε, οἱ προσευχές σου καὶ οἱ ἐλεημοσύνες σου ἀνέβηκαν ὡς τὸ Θεό, κι Αὐτὸς δὲν σὲ ξεχνάει» (Πράξ. 10: 4). Θὰ ἀπόρησε, βέβαια, ὁ ἑκατόνταρχος. “Μα ἂν οἱ προσευχές μου καὶ οἱ ἐλεημοσύνες μου ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ τὸν Θεό, τί μου λείπει ἀκόμα γιὰ νὰ εἶμαι δίκαιος;”, θὰ ἀναρωτήθηκε. Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ ἐξήγησε: «Στεῖλε ἀνθρώπους στὴν Ἰόππη καὶ κάλεσε τὸν Σίμωνα, ποὺ λέγεται καὶ Πέτρος. Αὐτὸς θὰ σὲ διδάξει, πῶς θὰ σωθεῖς κι ἐσὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου» (Πράξ. 11:13- 14). Ἄν, λοιπόν, ὁ Κορνήλιος σώθηκε μὲ ὅσα τὸν δίδαξε ὁ Πέτρος, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ σωθεῖ μόνο μὲ τὰ καλά του ἔργα. Χρειαζόταν καὶ τὴν πίστη.

Λένε γιὰ ἕναν εἰδωλολάτρη φιλόσοφο, ὅτι, μπαίνοντας στὸ μέγαρο κάποιου ἄρχοντα καὶ βλέποντας τοὺς τοίχους καλυμμένους μ’ ἀστραφτερὰ μάρμαρα, τὴν ὀροφὴ χρυσοστόλιστη καὶ τὸ πάτωμα στρωμένο μ’ ἀκριβὰ χαλιά, γύρισε κι ἔφτυσε τὸν οἰκοδεσπότη καταπρόσωπο? καὶ ὅταν τὸν ρώτησαν, γιατί τὸ ἔκανε αὐτό, ἀπάντησε, πώς, ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ φτύσει κάπου ἀλλοῦ, μιὰ καὶ τὸ σπίτι ὅλο ἦταν τόσο λαμπρὰ διακοσμημένο, ἀναγκάστηκε νὰ φτύσει στὸ πρόσωπο τοῦ ἄρχοντα.

Βλέπεις, πόσο καταγέλαστος γίνεται ἐκεῖνος ποὺ φροντίζει μόνο γιὰ τὰ ἐξωτερικά, τὰ ὑλικά, τὰ φθαρτά, καὶ πόσο περιφρονεῖται ἀπὸ τοὺς συνετοὺς ἀνθρώπους; Καὶ πολὺ σωστά, βέβαια. Γιατί, ὅταν στολίζεις τοίχους καὶ πατώματα, ἀδιαφορεῖς ὅμως γιὰ τὴν ἀθάνατη ψυχὴ καὶ τὴν ἀφήνεις μὲ κουρέλια, τὴν ἀφήνεις πεινασμένη καὶ πληγωμένη, τὴν ἀφήνεις νὰ κατασπαράζεται ἀπὸ τὰ νοητὰ θηρία, πές μου, δὲν εἶσαι ἀξιοκατάκριτος, δὲν εἶσαι γιὰ γέλια καὶ γιὰ κλάματα;

Ἂν χάσεις χρήματα, μπορεῖς ν’ ἀποκτήσεις πάλι? τὸ ἴδιο ἂν χάσεις τὸ σπίτι σου, τὸ ζῶο σου, ὁτιδήποτε ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά σου. Ἂν ὅμως χάσεις τὴν ψυχή σου, ἄλλη ψυχὴ δὲν θὰ μπορέσεις ν’ ἀποκτήσεις. Κι ἂν ὅλος ὁ κόσμος εἶναι δικός σου, δὲν θὰ μπορέσεις, δίνοντας ὅσα ἔχεις καὶ τὴν οἰκουμένη ὁλόκληρη, ν’ ἀγοράσεις μιὰ ψυχή.

Φορᾶς ὄχι ἕνα ἀλλὰ χίλια βασιλικὰ στέμματα; Ἂν τὸ σῶμα σου προσβληθεῖ ἀπὸ ἀγιάτρευτη ἀρρώστια, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ ἀποκαταστήσεις τὴν ὑγεία του, δίνοντας ἀκόμα καὶ τὸ βασίλειό σου ὁλόκληρο. Κι ἃς ἐξουσιάζεις τόσα καὶ τόσα ὑγιῆ σώματα, τὰ σώματα τῶν ὑπηκόων σου. Αὐτό, λοιπόν, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις γιὰ τὸ σῶμα σου, πολὺ περισσότερο δὲν μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις γιὰ τὴν ψυχή σου.

Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε δυὸ χέρια, δυὸ πόδια, δυὸ μάτια, δυὸ αὐτιά. Ἔτσι, ἂν τὸ ἕνα ἀπ’ αὐτὰ πάθει κάποια βλάβη, μποροῦμε νὰ ἐξυπηρετηθοῦμε μὲ τὸ ἄλλο. Ψυχή, ὅμως, μᾶς ἔδωσε μόνο μία. Ἂν τὴ χάσουμε, ποῦ θὰ βροῦμε ἄλλη;

Ἡ ψυχή, ὅταν κυριεύεται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ ἕνα πάθος, εὔκολα λέει καὶ ἀδίσταχτα πράττει ὅσα προξενοῦν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ γίνεται δούλα κάποιου ἄλλου, ποὺ τῆς ἐπιβάλλει τὰ ἀντίθετα ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν Κύριο.

Ἡ ψυχή, ὅταν ἀπελπίζεται ὁλότελα γιὰ τὴ σωτηρία της, δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν παραφροσύνη. Τότε, ἀφοῦ παραδώσει τὰ χαλινάρια τῆς σωτηρίας της στὶς ἄλογες ἐπιθυμίες, τρέχει ἀσυγκράτητη παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ἁμαρτία, ὥσπου νὰ γκρεμιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς αἰώνιας ἀπώλειας.

Ἡ ψυχή, ὅταν συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἁμαρτία, ποὺ εἶναι ἀνελέητη, ἐπιδεικνύει τρομακτικὰ τὴν ἀσθένειά της. Ὅπως τὸ γουρούνι, ὅταν κυλιέται στὴ λάσπη, εὐχαριστιέται, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅταν αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὴν κακὴ συνήθεια, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴ δυσωδία τῶν ἁμαρτιῶν της. Καὶ ὅπως ἡ γῆ, ὅσο σπόρο κι ἂν τῆς ρίξεις, ὅταν δὲν ποτιστεῖ ἀπὸ τὴ βροχή, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ δώσει σιτάρι, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅσα λόγια κι ἂν σπείρεις μέσα της, ὅταν δὲν φωτιστεῖ πρῶτα ἀπὸ τὶς ἅγιες Γραφές, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ παρουσιάσει κάποιο ἔργο ἀρετῆς. Τί δίνει ἡ γῆ ποῦ δὲν καλλιεργεῖται; Ἀγριόχορτα, ἀγκάθια καὶ τριβόλια. Τί κάνει ἡ ψυχὴ ποῦ δὲν καλλιεργεῖται πνευματικά; Ἄνομα καὶ πονηρὰ ἔργα. Ὅσο πιὸ ἀκαλλιέργητη μένει ἡ γῆ, τόσο αὐξάνονται καὶ θεριεύουν τ’ ἀγριόχορτά της. Ὅσο πιὸ ἀκαλλιέργητη μένει ἡ ψυχή, τόσο αὐξάνονται καὶ θεριεύουν τὰ πάθη της, τόσο περισσότερες καὶ βαρύτερες γίνονται οἱ ἁμαρτίες της, ποὺ τὴν ὁδηγοῦν τελικὰ στὸ θάνατο.

Τί παράξενο, ἀλήθεια! Ὅλοι παρακολουθοῦν μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτό τα φευγαλέα ἐπίκαιρα θέματα τῆς πρόσκαιρης τούτης ζωῆς? γιὰ τὰ μελλοντικὰ καὶ αἰώνια θέματα, ὅμως, οὔτε σκέψη δὲν περνάει ἀπὸ τὸ νοῦ τους. Για τὰ φαγοπότια καὶ τὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις εἶναι πάντοτε βιαστικοί? τὶς ψυχές τους, ὅμως, τὶς ἀφήνουν νὰ λιώνουν ἀπὸ πνευματικὴ πείνα. Γιὰ τὴν περιποίηση καὶ τὸν καλλωπισμὸ τοῦ σώματος φροντίζουν ὅσο μποροῦν? γιὰ τὴν ψυχή, ὅμως, ἀδιαφοροῦν. Γιὰ τὸ σῶμα, ὅταν ἀρρωστήσει, καὶ γιατροὺς καλοῦν καὶ φάρμακα χρησιμοποιοῦν καὶ χρήματα πολλὰ ξοδεύουν, ὥσπου νὰ τὸ θεραπεύσουν? γιὰ τὴν ψυχή, ὅμως, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ τὴ θανάσιμη ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας, δὲν κάνουν τίποτα. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι, ὅτι, ὓστερ’ ἀπὸ τόσες φροντίδες γιὰ τὸ θνητὸ σῶμα, ὄχι μόνο αὐτὸ πεθαίνει, ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ καταδικάζεται στὴν ἀτελεύτητη κόλαση.

Ἐπειδή, λοιπόν, λυπᾶμαι κατάκαρδα γιὰ τὴν ἀφροσύνη, τὸ σκοτισμὸ καὶ τὴν πώρωση τῶν ἀνθρώπων, θὰ ἤθελα νὰ ἔχω φωνὴ τόσο βροντερή, ποὺ νὰ φτάνει στοῦ κόσμου τὰ πέρατα, καί, ἀφοῦ βρῶ ἕνα σημεῖο πολὺ ψηλό, τὸ πιὸ ψηλό της γῆς, ν’ ἀνεβῶ ἐκεῖ πάνω καὶ νὰ φωνάξω σ’ ὅλα τα ἔθνη καὶ τὶς φυλὲς ἐκεῖνο ποῦ εἶπε οἱ προφήτης Δαβίδ: «Ἄνθρωποι, ὡς πότε θὰ εἶστε σκληρόκαρδοι (προσηλωμένοι στὴ γῆ);» (Ψάλμ. 4:3). Πονάω καὶ κλαίω γιὰ τὸ κατάντημά σας. Ναί, κλαίω, γιατί παραγνωρίζετε τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, ποὺ σᾶς ἀνέχεται, περιμένοντας τὴ μετάνοιά σας, καὶ δὲν σᾶς τιμωρεῖ παιδαγωγικά.

Δὲν πρέπει, βλέπετε, νὰ κλαῖμε τὸν πληγωμένο, ποὺ βογγάει σπαραχτικὰ ἀπὸ τοὺς πόνους, ὅταν ὁ γιατρὸς καυτηριάζει τὶς πληγές του? γιατί τοὺς πόνους, ποὺ προξενεῖ ἡ καυτηρίαση, τοὺς ἀκολουθεῖ ἡ ἐπούλωση τῶν τραυμάτων. Ἃς κλαῖμε τὸν πληγωμένο, ποὺ κείτεται στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου δίχως καμιὰν ἰατρικὴ φροντίδα? γιατί οἱ πληγές του θὰ κακοφορμίσουν καὶ θὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ θάνατο. Ὅμοια, στὴν περίπτωση μιᾶς ψυχῆς πληγωμένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, δὲν πρέπει νὰ λυπόμαστε, ὅταν ὁ Θεὸς τῆς ἐπιβάλλει παιδαγωγικὲς τιμωρίες, γιατί αὐτὲς τὴ θεραπεύουν. Ἃς λυπόμαστε καὶ ἃς θρηνοῦμε γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἁμαρτάνει χωρὶς νὰ τιμωρεῖται, γιατί τὴν περιμένει τιμωρία αἰώνια.

Ὅποιος καθαρίσει τὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ στολίσει μὲ τὴν ἀρετή, θὰ τὴν κάνει κατοικία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ποιὸς εἶναι πιὸ μακάριος, ποιὸς εἶναι πιὸ εὐτυχισμένος ἀπὸ κεῖνον ποῦ ἔχει στὴν ψυχὴ τοῦ τὸ Χριστό, τὴν Πηγὴ τῆς ζωῆς, τῆς χαρᾶς, τῆς ἀθανασίας;

Ὁ προφυλακισμένος ἐγκληματίας βασανίζεται ψυχικὰ ἀπὸ τὴ λύπη, εἰδικὰ τὴ μέρα ποὺ πρόκειται νὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλακὴ στὸ δικαστήριο. Ἐκεῖ, ὅταν, στὸ τέλος τῆς δίκης, σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ ἑδώλιο, γιὰ ν’ ἀκούσει τὴν αὐστηρὴ φωνὴ τοῦ δικαστῆ, ποὺ θ’ ἀναγγέλλει τὴν καταδίκη του, παγώνει ἀπὸ τὸ φόβο του καὶ μοιάζει σὰν νεκρός. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅταν στὸν κόσμο τοῦτο διαπράττει ἁμαρτίες, ὑποφέρει καὶ στενοχωριέται. Πολὺ περισσότερο ὅμως, βασανίζεται, ὅταν, ἀφοῦ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο, πρόκειται νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ φοβερὸ δικαστήριο τοῦ Θεοῦ, ὅπου θὰ λογοδοτήσει γιὰ τὶς πράξεις της. Γι’ αὐτὸ συχνὰ τρέμει καὶ φοβᾶται καὶ κάνει πίσω, ὅταν ἔρθει ἡ στιγμὴ ν’ ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα. Γιατί τότε ἀκριβῶς κάθε ἁμαρτία, ποὺ ἔκανε στὴν παροῦσα ζωή, παρουσιάζεται μπροστά της σὰν σκληρὸς κατήγορός της.

Ἃς φροντίσουμε, λοιπόν, τὴν ἀθάνατη ψυχή μας, ἃς προτιμήσουμε τὰ οὐράνια ἀπὸ τὰ γήινα καὶ τὰ ἄφθαρτα ἀπὸ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εὔχομαι ν’ ἀπολαύσουμε ὅλοι, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ Β΄» ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2006)

Πηγή: alopsis.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *