image0011_290898486Λόγος περὶ ψευδοπροφητῶν καὶ ψευδοδιδασκάλων καὶ ἄθεων αἱρετικῶν καὶ περὶ σημείων τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος τούτου. Εἰπώθηκε καθὼς αὐτὸς ἑτοιμαζόταν νὰ ἐκδημήσει ἀπὸ τοῦ σώματος.


α. Ὀδυνηρός ὁ λόγος, καθὼς εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος, ὅπως μου ἔχει δηλωθεῖ, ἀλλὰ καὶ γεμάτος πολλὴ χαρά.  Ἀπὸ τὴν μιὰ εἶναι ὀδυνηρός, διότι δὲν θὰ σᾶς ξαναμιλήσω.  Ἀπὸ  τὴν ἄλλη εἶναι γεμάτος χαρά, διότι ἔφθασε ὁ καιρὸς ν’ ἀναχωρήσω καὶ νὰ βρεθῶ μὲ τὸν Χριστό, καὶ ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, «Οὐκέτι λαλήσω μὲθ΄ ὑμῶν» (Ἰωάν. 14.30).

Καὶ τώρα θὰ μιλήσω μὲ πόνο καρδιᾶς περὶ τῶν ψευδοπροφητῶν καὶ ψευδοδιδασκάλων καὶ τῶν ἄθεων αἱρετικῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Παῦλος ἔλεγε, «Πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τὶμ 3.13), καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους πολλὲς φορὲς σᾶς μίλησα ἤδη. Διότι πολλὲς ὁμιλίες ἔκανα μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὅπως πολὺ καλὰ γνωρίζετε ἐσεῖς ποὺ ἀγαπᾶτε τὸ Θεό. Σχεδὸν σὲ κάθε ὁμιλία ἀναφερθήκαμε σ’ αὐτούς, ἂν θυμάστε τὰ ὅσα εἴπαμε χθές.

Γνωρίζω ὅτι θυμάστε καὶ μάλιστα ὅσοι εἶστε φιλόπονοι καὶ ἀγαπᾶτε τὴν Γραφὴ καὶ τὸν Χριστό.  Διότι αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ νὰ διαβάζει τὴν Γραφὴ δίκαια θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομαστεῖ καὶ φιλοχριστός, σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Δεσπότη, ὅτι «Ὁ ἀγαπῶν μέ, τοὺς λόγους μου τηρεῖ» (Ἰωάν. 4.14: ὁ μὴ ἀγαπῶν μὲ τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ), «Ὁ ἀγαπῶν μέ, ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ Πατρός μου» (Ἰωάν. 14.21),  «Ὁ ἀγαπῶν μέ, ἐν τῷ νόμω μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτὸς» (Ψὰλμ 1.2), δηλ. τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς λοιπὲς Γραφές.

Αὐτοῦ του εἴδους ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνεξάλειπτη τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά του, διότι περιμένοντας Αὐτὸν νὰ ἐπανέλθει ἐκ τῶν οὐρανῶν, πάντα φροντίζει νὰ εἶναι ἕτοιμος ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα τῆς παρουσίας Του. Ἔχοντας πάντα ἀνὰ χείρας τὰ ἱερὰ βιβλία, δὲν ξεχνᾶ ἐκεῖνα τὰ φοβερὰ βιβλία, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχει γραφεῖ, «Κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεώχθησαν» (Δᾶν. 7.10).

Βλέπε πόσο κέρδος εἶναι νὰ ἐρευνᾶ κανεὶς τὶς Γραφές, ὅπως πολλὲς φορὲς ἀκούσατε. Τί λέμε λοιπόν; Ὅτι τίποτα δὲν παρέλειψε καὶ δὲν παρασιώπησε ἡ Γραφὴ ἀπὸ ὅσα εἶναι συμφέροντα, ἀλλὰ παντοῦ φωνάζει διὰ τῶν προφητῶν καὶ ἀποστόλων καὶ μαρτυρεῖ ἀπὸ πρὶν καὶ προσπαθεῖ νὰ προειδοποιήσει καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὸν καθένα, ὡς μητέρα φιλοτεκνος ποὺ ἀγαπᾶ τὰ παιδιά της.

Ἐπίσης ἀναφέρεται στὰ περασμένα, στὰ παρόντα καὶ στὰ μέλλοντα, χωρὶς νὰ παραβλέπει τίποτα, ὅπως εἰπώθηκε, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς συμφέρουν. Καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ μιλᾶ στὰ κρυφά, χωρὶς νὰ ψιθυρίζει, ἀλλὰ παντοῦ φωνάζει μὲ πόνο καὶ δύναμη, διὰ μέσω τοῦ νόμου, τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ αὐτοῦ του ἴδιου του Δεσπότη.

Διὰ μέσω τοῦ Ἠσαΐα τοῦ προφήτη λέγει, «Ἀναβόησον ἐν ἰσχύϊ, καὶ μὴ φείση, ὡς σάλπιγγα ὕψωσον τὴν φωνήν σου» (Ἡσ. 58.1), καὶ πάλι λέγει, «Ἒπ΄ ὅρος ὑψηλὸν ἀναβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιῶν» (Ἡσ. 40.9), καὶ παρακάτω λέγει, «Ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε» (Ἡσ. 40.9). Πάλι ὁ Δαβὶδ λέγει, «Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου» (Ψάλμ. 68.4). Ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὴν Καθολικὴ ἐπιστολὴ τοῦ λέγει, «Βλέπετε ἑαυτοὺς» (Β’ Ἰωάν. 1.8). Ὁ Παῦλος; «Βλέπετε πῶς περιπατεῖτε» (Ἔφ. 5.15). Ὁ Κύριος, «Ἐγὼ παρρησία ἐλάλησα τῷ κόσμω, καὶ ἐν κρυπτῶ ἐλάλησα οὐδὲν» (Ἰωάν. 18.20). Καὶ ἀλλοῦ ὁ Εὐαγγελιστὴς γι’ Αὐτὸν λέει, ὅτι «Ἔστηκε, καὶ ἔκραξεν λέγων· Ἐὰν τὶς διψά, ἐρχέσθω πρὸς μέ, καὶ πινέτω» (Ἰωάν. 7.37).

Βλέπεις μὲ πόσο ἀγώνα, μὲ πόση σπουδή, πὼς κράζει μὲ παρρησία καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ στὸ βαθύτερο νόημα; Καὶ πάλι ὁ μακάριος Παῦλος λέγει, «Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, Βλέπετε τὴν κατατομήν. Βλέπετε πῶς περιπατεῖτε, ὅτι αἳ ἡμέραι πονηραὶ εἰσι» (Φίλ. 3.2). Καὶ ὁ Ἰωάννης, «Βλέπετε ἑαυτούς, ἴνα μὴ ἀπολέσητε ἃ εἰργάσασθε, ὅτι πολλοὶ πλάνοι ἐξῆλθον εἰς τὸν κόσμον» (Β’ Ἰωάν. 1.8). Καὶ πολλὰ παρόμοια ὑπάρχουν στὶς θεῖες γραφὲς τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ βοοῦν γιὰ νὰ μᾶς ἀφυπνίσουν ἀπὸ τὴν ραθυμία μας. Ἐμεῖς ὅμως πράττουμε τὰ ἀντίθετα, ὅπως εἶπε καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὅτι «Τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν» (Ἡσ. 6.10).

Εἶναι νὰ θαυμάζει κανείς το πῶς, ἐνῶ ἀκοῦμε τόσο μεγάλα καὶ τόσα πολλὰ λόγια, δὲν ἐννοοῦμε νὰ καταλάβουμε. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ βρεθοῦμε ἀναπολόγητοι τὴν ἡμέρα τῆς ἐξετάσεως, ὅταν θὰ ἔρθει αὐτὸς ποὺ θὰ ρίξει φῶς στὰ κρυμμένα στὸ σκοτάδι καὶ θὰ φανερώσει τὶς ἐπιθυμίες τῶν καρδιῶν, ὅταν θὰ καθίσει στὸ κριτήριο καὶ θ’ ἀνοίξουν οἱ βίβλοι, αὐτὲς τὶς ὁποῖες τώρα ἐμεῖς χλευάζουμε ὅταν τὶς ἀκοῦμε, καὶ δὲν παραδεχόμαστε. Διότι καθένας ἀπὸ μᾶς παραστράτησε ἀκολουθώντας τὸ δικό του δρόμο καὶ ἐγκαταλείποντας τὴν εὐθεία ὁδό, κι ἔτσι γίναμε ὅπως ἤμασταν ἐξαρχῆς, ὅταν δὲν μᾶς καθοδηγοῦσες, Κύριε.

Πραγματικὰ σὲ μᾶς ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ Δαβίδ, αὐτὴ ποὺ λέει, «Καὶ ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν» (Ψάλμ. 105.35).  Γι’ αὐτὸ καὶ εἴμαστε οἱ τελευταῖοι σὲ ὅλη τὴ γῆ ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ σὲ μᾶς ἐκπληρώνονται τὰ σημεῖα τῶν ἐσχάτων καιρῶν, ὅπως ἔχει γραφτεῖ, καὶ οἱ ποιμένες λύκοι καὶ τὰ πρόβατα κατασπαραγμένα, καὶ  λιμὸς πρὸ τῶν πυλῶν, ὄχι λιμὸς ἄρτου, οὔτε δίψα γιὰ νερό, ἀλλὰ πείνα ν’ ἀκούσει κανεὶς λόγο Θεοῦ. Κανεὶς λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐλπίζουν στὸν Κύριο νὰ μὴν ἀπελπίζεται. Μὴν ἀθυμεῖτε, προσβλέποντες πάντοτε σὲ αὐτὸν ποὺ εἶπε, ὅτι «Μὲθ΄ ὑμῶν εἰμι» (Ματθ. 28.20).

β.   Νὰ ἔχετε θάρρος, διότι δὲν θ’ ἀφήσει ὁ Κύριος πεινασμένες τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων. Περὶ αὐτῆς τῆς πνευματικῆς πείνας λέγει ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου, «Καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐπάγω λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, οὐ λιμὸν ἄρτου, οὐδὲ δίψαν ὕδατος, ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Θεοῦ. Καὶ περιδραμοῦνται ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν, ζητοῦν τὲς τὸν λόγον Κυρίου» (Ἀμως 8.11-12).

Βλέπεις ὅτι δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἄρτου; Διότι ὁ Θεὸς δὲν ὁμιλοῦσε περὶ τοῦ ἄρτου. Ὢ πόσο δεινὸς καὶ βλαβερὸς καὶ ψυχοφθόρος λιμός, ὢ λιμὸς πρόξενος τῆς αἰωνίου κολάσεως! Αὐτὸς ὁ λιμὸς εἶναι ποὺ προξενεῖ κάθε πονηρὸ πράγμα, αἴτιος παντὸς κακοῦ. Αὐτὸν τὸν λιμό, ὅταν τὸν προεῖδε ὁ προφήτης Δαβὶδ ἐπερχόμενο, παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ λέγοντας, «Ὁ Θεός μου, μὴ παρασιωπήσης ἂπ΄ ἐμοῦ» (Ψάλμ. 27.1). Καὶ γιὰ τοὺς σπουδαίους ἐκείνους πιστοὺς ποὺ θ’ ἀναζητοῦν τότε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ προφήτευσε λέγων, «Ρύσασθαι ἐκ τοῦ θανάτου τὰς ψυχᾶς αὐτῶν, καὶ διαθρέψαι αὐτοὺς ἐν λιμῶ» (Ψάλμ. 32.19). Καὶ ἀλλοῦ λέγει, «Καὶ ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται» (Ψάλμ. 36.19). Καὶ πάλι,  «Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος τροφὴν ἔδωκεν τοῖς φοβούσιν αὐτὸν» (Ψάλμ.110.4-5). Αὐτὰ εἶπε ὁ Δαβὶδ γιὰ ὅσους ἐρευνοῦν τὶς Γραφές, ὅτι δὲν θὰ πεινάσουν. Νὰ ἐρευνήσουμε τὶς Γραφές, ἀδελφοί, γιὰ νὰ μὴν πεινάσουμε ὅταν θὰ ἔρθει ὁ ψυχοφθόρος λιμός, νὰ ἐρευνήσουμε γιὰ νὰ μὴν πλανηθοῦμε, γιὰ νὰ μὴν ἀγόμαστε καὶ φερόμαστε ἀπὸ κάθε ἄνεμο ποὺ φυσάει.

Γι’ αὐτὸ καὶ λέγει ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἀμελεῖς, «Πλανάσθε, μὴ νοοῦντες τὰς Γραφᾶς» (Ματθ. 22.29). Πράγματι, τέτοιοι ἄνθρωποι πλανῶνται. Ἀπὸ ποῦ προῆλθε ὁ ψυχοκτόνος λιμός; Ἐπειδὴ δὲν ἐρευνᾶμε τὶς Γραφὲς ἢ μήπως ὄχι; Ἀλήθεια πόσα ἀγαθὰ δὲν στερηθήκαμε, ἐπειδὴ ἐγκαταλείψαμε τὶς Γραφές, μὴ ὑπακούοντας στὸ πρόσταγμα τοῦ Δεσπότη! Νὰ κοπιάζεις στὴν ἔρευνα, νὰ ἐρευνᾶς καὶ νὰ ζητᾶς καὶ θὰ βρεῖς πολὺ τὸν ἀνέκφραστο πλοῦτο, θησαυρὸ κρυμμένο στὸν ἀγρό, θὰ ἐννοήσεις τὴν θεία Γραφή.

Ἐρεύνησε καὶ θὰ βρεῖς, καὶ ἀφοῦ βρεῖς, πούλησε πάντα ὅσα ἔχεις καὶ ἀγόρασε ἐκεῖνο τὸν ἀγρό, τὴν καλὴ γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, στὴν ὁποία κρύβεται ὁ Υἱός, ἡ ἀληθινὴ Σοφία τοῦ Πατρός, τὸν ὁποῖο ὅταν βρεῖς θὰ εἶσαι μακάριος, ὅπως εἶναι γραμμένο, ὅτι «Μακάριος ἄνθρωπος, ὃς εὖρεν σοφίαν». Ἐρεύνησε ἀγαπητέ, κι ἂν εἶσαι πλούσιος ἢ φτωχός, εἴτε δοῦλος, εἴτε ἐλεύθερος, εἴτε ἄνδρας, εἴτε γυναίκα. «Ἐρευνᾶτε τὰς γραφᾶς» (Ἰωάν. 5.39). Διότι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ταμεῖο κάθε ἀγαθοῦ.

Ἀλλὰ ἃς ἐπιστρέψουμε στὸ θέμα μας, διότι γιὰ τὴν συντέλεια ἡ ὁμιλία καὶ περὶ τῶν ψευδοπροφητῶν καὶ ψευδοδιδασκάλων καὶ περὶ τῶν ἄθεων αἱρετικῶν ποὺ περικυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ, ὡς χείμαρροι καὶ πλανοῦν πολλούς. Καὶ ἀπὸ ποῦ προέκυψε αὐτό; Εἶναι φανερὸ ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγνωσία καὶ ἀπειρία τῶν προϊσταμένων, διότι ὅπου ὑπάρχει ἀπειρία ποιμένων, ἐκεῖ ἥ των προβάτων ἀπώλεια.

Τί νὰ πῶ πρῶτα; Γιὰ τὴν συντέλειά μας; Ἢ μήπως νὰ στηλιτεύσω τὰ ἄθεα δόγματα τῶν αἱρετικῶν; Ἂν ἦταν ὁ καιρὸς κατάλληλος, θὰ μποροῦσα νὰ κάνω γνωστὰ δημοσίως τὰ βέβηλα δόγματά τους καὶ τὰ ἄθεσμα πράγματα καὶ θριαμβευτικὰ νὰ τ’ ἀναιρέσω. Εἶναι ὅμως μεγάλος ὁ ἀγώνας καὶ πολὺς ὁ λόγος ποὺ πρέπει νὰ γίνει γιὰ νὰ γυμνωθοῦν καὶ ν’ ἀναιρεθοῦν τὰ ἀκάθαρτα δόγματα. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀναγκαῖο πρὸς τὸ παρὸν νὰ παρουσιασθοὺν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ αὐτοί, ὡς ἐχθροί του Χριστοῦ καὶ λύκοι ποὺ ἐκδιώκονται ἀπὸ παντοῦ καὶ ἐκβάλλονται ἀπὸ τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ.

Δίκαια ἀποκλήθηκαν λύκοι ἀπὸ τοὺς προφῆτες καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Δεσπότη καὶ ἀπὸ τοὺς μακάριους Ἀποστόλους. Ὄχι μόνο λύκοι, ἀλλὰ καὶ ἐπιδημίες, καὶ ἀσεβεῖς, καὶ ἀντίδικοι, καὶ ἐχθροί, καὶ ἐπίβουλοι, καὶ βλάσφημοι, καὶ ὑποκριτές, καὶ κλέπτες, καὶ ληστές, καὶ βδελυροί, καὶ ψευδοπροφῆτες, καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, καὶ ὁδηγοὶ τυφλοί, καὶ πλάνητες, καὶ πονηροί, καὶ ἀντίχριστοι, καὶ σκάνδαλα, καὶ υἱοὶ τοῦ πονηροῦ, καὶ ζιζάνια, καὶ ἄθεοι καὶ πνευματομάχοι, αὐτοὶ ποὺ βλασφημοῦν τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος. Αὐτοὶ δὲν θὰ βροῦν συγχώρεση οὔτε στὸν παρόντα αἰώνα, οὔτε στὸ μέλλοντα. Ἐξαιτίας τοῦ θὰ βλασφημηθεῖ ἡ ὁδὸς τῆς ἀλήθειας. Μεταξύ των ἄλλων καὶ τέκνα τοῦ πονηροῦ ὀνομάζονται, ὅπως λέγει ὁ θεολόγος, «Φανερά ἐστι τὰ τέκνα τοῦ διαβόλου» (Ἃ’ Ἰωάν. 1.10).

Ἐπειδὴ ἔφθασε  σὲ μᾶς τὸ τέλος τῶν αἰώνων, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος, καὶ ἦρθαν οἱ δύσκολοι καιροί, ἡ ἀνομία πλήθυνε, καὶ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν ψυχράνθηκε, καὶ οἱ πλάνοι πολλοί, καὶ οἱ πλανημένοι περισσότεροι. Ἃς σχολιάσουμε, λοιπόν, τὰ ἱερὰ βιβλία, στὰ ὁποῖα ἀφοῦ βροῦμε τὴν ὁδὸ τῆς ἀληθείας, θὰ βαδίζουμε ἀναβαίνοντας στὰ ἅγια ὅρη, τοὺς προφῆτες ἐννοῶ καὶ τοὺς ἀποστόλους, γιὰ νὰ μὴν πλανηθοῦμε καὶ μᾶς παρασέρνει κάθε ἄνεμος τῆς διδασκαλίας, μὲ τὰ ψεύτικα παιχνίδια τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πανούργα μέθοδο τῆς πλάνης.

Ἃς μὴν μείνουμε κάτω, ἀλλὰ ἃς ἀνέβουμε μαζὶ μὲ τοὺς ἅγιους μαθητὲς πάνω στὸ ὅρος τὸ μακάριο, καὶ ἃς ἀκούσουμε τὸν ποιμένα μας ποὺ λέγει, «Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε» (Λουκ. 21.8), «Βλέπετε μὴ τὶς ὑμᾶς πλανήση» (Μάρκ. 13.5). Καὶ ὁ Ἰωάννης λέγει τὰ ἴδια, «Ἴνα μὴ ἀπολὲ σητε ἃ εἰργάσασθε» (Β’ Ἰωάν. 1.8). Καὶ ὁ Παῦλος, «Βλέπετε τοὺς κύνας· Βλέπετε πῶς περιπατεῖτε» (Φίλ. 3.2). Τὸ «Βλέπετε» δὲν εἰπώθηκε γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο, παρὰ μόνο γιὰ τὴν δική μας ἀσφάλεια, σχετικὰ μὲ αὐτοὺς τοὺς πλάνους ποὺ φορᾶνε τὴν προβειὰ καὶ κρύβουν τὸ λύκο, ἐξαπατώντας τοὺς ἀμελέστερους.

Ὡς πάρα πολὺ ἀναγκαῖο λέγετε παντοῦ στὶς Γραφές, τὸ «Βλέπετε», καὶ τὸ «Ὁρᾶτε», καὶ «Γρηγορεῖτε», καὶ «Προσέχετε», ὄχι μόνο σὲ μᾶς, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρό το ποίμνιο. Τίποτα δὲν παρασιώπησε ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ ὅσα μᾶς συμφέρουν. 

γ. Μου ἔρχονται δάκρυα, ὅταν ἀκούω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μᾶς μερικοὺς νὰ λένε, «μήπως λέγονται αὐτὰ στὶς θεῖες Γραφές;». Καὶ αὐτὸ ὄχι μόνο ἀπὸ λαϊκούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι εἶναι ποιμένες καὶ κατέχουν τὶς θέσεις τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων, ὄχι ὅμως καὶ τοὺς τρόπους. Πρὸς αὐτοὺς εἶναι εὐκαιρία νὰ εἰπωθεῖ, Ἀλίμονό σας, ὁδηγοὶ τυφλοὶ καὶ ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι, ἐσεῖς ποὺ φροντίζετε τὸν ἱματισμό σας, ἀλλὰ ὄχι τὴν μόρφωση,  ἐσεῖς ποὺ ἐγκαταλείψατε τὴν διακονία τοῦ λόγου καὶ διακονεῖτε τὴν κοιλία, «Ὤν ο Θεος η κοιλια, καί ηδοξα εν τή αισχυνη» (Φίλ. 3.18). Ἐσεῖς ποὺ καταχράστε τὸ γάλα,  τὸ μαλλὶ καὶ τὸ κρέας τῆς ποίμνης, χωρὶς νὰ φροντίζετε γιὰ τὰ πρόβατα. Πῶς θὰ ξεφύγετε τὴν τιμωρία, ὅταν ἀμελεῖτε τόσο μεγάλη σωτηρία;

Ἐγὼ παρασυρθεῖς ἀπὸ τὴν ὁμιλία, θὰ παρουσιάσω περισσότερες μαρτυρίες, ἀποδεικνύοντας μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἀποστόλους, μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, πὼς κλείνει τὰ στόματα αὐτῶν ποὺ λαλοῦν ἄδικα, γιὰ νὰ φωτισθεῖ ἡ καρδιὰ αὐτῶν ποὺ ἐπιθυμοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ νὰ ξεκινήσουμε, παρὰ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶπε, «Ἐγώ ειμι η αρχη και το τελος» (Ἀποκ. 22.13); Ἃς γνωρίσει καθένας τὸν νοῦ του καὶ τὴ σκέψη του, ἀφοῦ ἀποθέσει κάθε βιοτικὴ μέριμνα. Εἶπε ὁ Κύριος, «Βλέπετε, μή πλανηθητε. Πολλοί γάρ επί τώ ονόματί μου ελεύσονται λέγοντες, ὄτι Εγω ειμι ο Χριστος· καί πολλους πλανήσουσι» (Λουκ. 21.8). Καὶ πάλι, «Προσέχετεεαυτοις απο των ψευδοπροφητῶν, οἴτινες ερχονται προς υμάς εν εν δύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εισι λύκοι αρπαγες· ἂλλ΄ ἀπο τῶν καρπῶν αὐτών επιγνωσεσθε αὐτοὺς» (Ματθ. 7.15), λέει,  δηλαδὴ ἀπὸ τὰ λόγια, ἀπὸ τὴν ψευδοπροφητεία, ἀπὸ τὴν ὑποκρισία τους, ἀπὸ τὴν κακοδοξία τους, ἀπὸ τὴν βλασφημία τους θὰ τοὺς καταλάβετε.

«Οὐ γὰρ δύναται δένδρον σαπρὸν ποιεῖν καρποὺς καλούς. Πὰν γὰρ δένδρον εκ τού ιδιου καρπού επιγινωσκεται» (Ματθ. 7.18-19). Ἔτσι κι ἐσεῖς αὐτοὺς θὰ τοὺς καταλάβετε ἀπὸ τοὺς καρπούς τους. Ὅταν πιὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε, μὴν τοὺς λαμβάνετε στὴν οἰκία, μὴν τοὺς τιμήσετε, μὴ ζητήσετε ἀπὸ αὐτοὺς λόγο διδασκαλίας, μὴν βάλετε τοὺς μαργαρίτες σᾶς μπροστά τους, ἀλλὰ προσέχετε ἀπὸ τὴν ζύμη τους, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν αἵρεσή τους.

Κανείς σας νὰ μὴν κακιώσει καὶ νὰ μὴ βαρυγκωμήσει μὲ αὐτὰ ποὺ λέω, διότι μιλάει ὁ Θεός. Ἀκοῦστε ἐσεῖς οἱ ποιμένες, τὴν φωνὴ τοῦ Ἀρχιποιμένος,ἀκοῦστε πὼς ἀποκαλύπτει καὶ καταδεικνύει τοὺς κρυφοὺς λύκους, ἀκοῦστε καὶ φροντίστε τὸν ἑαυτό σας καὶ ὅλο το ποίμνιο. «Βλέπετε τοὺς κύνας» (Φίλ. 3.2),  «βλέπετε τοὺς κλέπτας». «Ο γάρ μή εισερχομενος δια τὴς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἂλλ΄ ἀναβαίνων αλλαχοθεν, κλέπτης εστι και ληστης» (Ἰωάν. 10.1). Καὶ πάλι γιὰ τὰ ἴδια λέγει, «Ο μή ών μὲτ΄ ἐμοῦ, κὰτ΄ ἐμού εστι» (Ματθ.12.30). Καὶ πάλι πρὸς αὐτοὺς ἔλεγε, «Ὑμείς εκ τού πατρος τού διαβολου εστε» (Ἰωάν. 8.44). «Οὐαί υμιν, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τους εισερχομενους αφιετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. 23.14). Καὶ ἀλλοῦ πάλι, «Ὑμεῖς οὐκ έστε εκ τῶν προβάτων τών εμων» (Ἰωάν. 10.26).

Βλέπεις πὼς παντοῦ ὁ Δεσπότης στηλιτεύει καὶ καταδεικνύει τοὺς ἀσεβεῖς, γιὰ νὰ μὴν πλανηθοῦμε; Ὢ τῆς ἀνεκφράστου συγκαταβάσεως, ὢ τῆς πέρα ἀπὸ κάθε σύλληψη ἀγαθότητος! Τί ν’ ἀνταποδώσουμε στὸν Κύριο γιὰ ὅλα αὐτά; Τί θ’ ἀπολογηθοῦμε στὸν Ἀρχιποιμένα; Ὢ ποιμένες, συνάδελφοι ποιμένες! Ὁρίστε λίγα ἀπὸ τὰ πολλά. Κοιτάξτε πὼς παντοῦ ὁ Δεσπότης στὸ Εὐαγγέλιο βοᾶ γιὰ τὴν δική μας ἀσφάλεια, «Βλέπετε, γρηγορεῖτε, προσέχετε, σπουδάσατε,ἀγωνίσασθε»!  Καὶ ὄχι μόνο στὰ Εὐαγγέλια βοᾶ, ἀλλὰ καὶ διὰ μέσω τῶν θεοφόρων προφητῶν, καὶ τῶν θεολόγων μαθητῶν λέει τὰ ἴδια.

Σὲ ὅλα αὐτὰ μιλᾶ σύμφωνα μὲ τὸ θεϊκὸ θέλημά Του καὶ μοῦ τὸ μαρτυρεῖ ὁ Παῦλος, ὅταν λέει, «Τού εν εμοι λαλουντος Χριστοῦ» (Β’ Κορ. 13.3).  Ἃς φέρουμε τώρα ἀνάμεσά μας τοὺς θεολόγους, καὶ ἃς ἀκούσουμε ἀπὸ αὐτοὺς τί μᾶς παραγγέλλουν γιὰ τοὺς αἱρετικούς. Πές μας, μακάριε Πέτρο, ἐσένα ποὺ σὲ μακάρισε ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μᾶς Ἰησοῦς Χριστός, πὲς μᾶς για τους πλάνους καὶ αὐτοὺς ποὺ μέλλει νὰ  πλανήσουν τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία σου παρέδωσε καὶ στὴν ἐμπιστεύθηκε ὁ ἀρχιποιμένας καὶ ἐπίσκοπός των ψυχῶν μας. Πὲς ὅσα σου χορήγησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ στήριξε τὴν ποίμνη σου. Δεῖξε μᾶς τοὺς κρυφοὺς λύκους, ὅπως ὁ διδάσκαλός σου Χριστός, ὁ Κύριος.

Ὁ Πέτρος εἶπε, «Τοῦτο πρώτον γινώσκετε, ὄτι ελευσονται επ΄ ἐσχάτων τών ημερων εμπαικται,κατα τάς ιδιας επιθυμιας πορευόμενοι» (Β’ Πετρ. 3.3). Καὶ πάλι λέγει, «Καί εν υμιν εσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις απωλειας, καί τον αγορασαντα αὐτοὺς Δεσπότην αρνουμενοι. Καί πολλοι εξακολουθησουσιν αὐτῶν ταίς ασελγειαις· οἶς τό κριμα οὐκαργεῖ, καί η απωλεια αὐτῶν οὐ νυστάζει· κατάρας τέκνα, καταλείποντες τὴν εὐθείαν οδον» (Β’ Πετρ. 2.1-2). Αὐτὰ ἐλάλησε ὁ Πέτρος, ὁ πραγματικὰ μακάριος, Πέτρος τῆς πίστεως ἡ πέτρα, πάνω στὴν ὁποία ὁ Χριστὸς οἰκοδόμησε τὴν Ἐκκλησία, αὐτὸς ποὺ κατέχει τὰ κλειδιὰ τοῦ παραδείσου. Ὁ Πέτρος ποὺ περπάτησε πάνω στὰ κύματα, ὁ θερμὸς ἐραστὴς τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, αὐτὸς ποὺ ἔρριψε τὸν Σίμωνα τὸν Μάγο στὴ Ρώμη, ὁ κορυφαῖος καὶ πρωτοστάτης τὸν πρῶτο ληστὴ καὶ μαθητὴ τοῦ διαβόλου (σ.μ. ἐννοεῖ τὸν Σίμωνα).

Βλέπεις πῶς μιλᾶ ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ ὅλα αὐτά; Διότι καὶ στὰ Εὐαγγέλια εἶπε τὰ ἴδια σ’ αὐτούς, ὅτι «Ὑμείς εκ τού πατρος υμων τού διαβολου εστε» (Ἰωάν. 8.44). Γνώρισα πολλοὺς ποὺ λένε, «καὶ αὐτοὺς ὁ Θεὸς τοὺς ἔπλασε» (διότι λένε ὅτι χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν ἔγινε τίποτα), χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν οὔτε τί λένε, οὔτε γιὰ ποιὸ πράγμα βεβαιώνουν. Συμφωνῶ κι ἐγὼ ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε, ἀλλὰ ἔκτισε πάνω σε έργα ἀγαθά, ὥστε πάνω σ’ αὐτὰ νὰ ἀκολουθήσουμε καὶ νὰ γίνουμε τέκνα Θεοῦ διὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως. 

δ. Αλλά ἃς ἐπανέλθουμε στὸ θέμα μας. Ὁ Ἰωάννης λέγει, «Καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασι» (Ἃ’ Ἰωάν. 2.18), καὶ πάλι, «Βλέπετε ἑαυτούς, ἴνα μὴ ἀπολέσητε ἃ εἰργάσασθε· ὅτι πολλοὶ πλάνοι εἰς τὸν κόσμον ἐξῆλθον» (Β’ Ἰωάν. 1.8). Ἀγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἐστιν· ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται εἰς τὸν κόσμον εἰσεληλύθασι» (Ἃ’ Ἰωάν. 4.1) . Καὶ πάλι λέγει, «Εἰ τὶς ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς, καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει μὲθ΄ ἐαυτοῦ, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ Χαίρειν αὐτῶ μὴ λέγετε. Ὁ γὰρ λέγων αὐτῶ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Β’ Ἰωάν. 1.10). Καὶ πάλι, «Πᾶς ὁ παραβαίνων, καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, Θεὸν οὐκ ἔχει» (Β’ Ἰωάν. 1.9).

Αὐτὰ μας προτρέπει ὁ Ἰωάννης, Ἰωάννης ὁ υἱὸς τῆς βροντῆς, ὁ περισσότερο ἀγαπημένος ἀπὸ ὅλους τους μαθητές. Αὐτὸς ποὺ στήριξε μὲ τὴν θεολογία τὴν Ἐκκλησία ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς καὶ ἔφραξε τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν.

Ὁ Ἰάκωβος εἶπε, «Ὃς ἐὰν δοκὴ φίλος αὐτῶν εἶναι, ἐχθρός του Θεοῦ καθίσταται» (Ἰακ. 4.4). Ἀκοῦστε ὅλοι ἐσεῖς ποὺ συντρώγετε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τὴν ὀδυνηρὴ ἀπόφαση, ὅτι εἶστε ἐχθροί του Χριστοῦ. Διότι αὐτὸς ποὺ συμφιλιώνεται μὲ τοὺς ἐχθρούς του βασιλέως δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι φίλος του. Οὔτε θ’ ἀξιωθεῖ τὴν αἰώνιο ζωή, ἀλλὰ θὰ χαθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ θὰ ὑποστεῖ τὰ χειρότερα.

Ἰούδας ὅ του Ἰακώβου εἶπε, «Παρεισέδυσαν τινὲς ἄνθρωποι οἱ ἔκπαλαι προγεγραμμένοι εἰς τοῦτο τὸ κρίμα, ἀσεβεῖς, τὴν τοῦ Θεοῦ ἠμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν, καὶ τὸν μόνον Δεσπότην καὶ Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν ἀρνούμενοι» (Ἰουδ. 1.4). Καὶ πάλι λέγει, «Ἒπ΄ ἐσχάτων των χρόνων  ἔσονται ἐμπαῖκται, κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοι εἰσι οἱ ἀφόβως ἑαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι ἄνυδροι, παντὶ ἀνέμω περιφερόμεναι, ἀστέρες πλανῆται, οἶς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς αἰώνας τετήρηται». Αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ παραινεῖ σὲ μᾶς ὁ Ἰούδας ὁ καλός.

Ἔλα κι ἐσὺ Παῦλε, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, καὶ πὲς μᾶς ὁ ἴδιος κατὰ τὴν δοθεῖσα σσὲ σένα χάρη τοῦ Θεοῦ, μίλησέ μας γιὰ τὸν παρόντα πονηρὸ αἰώνα. Φανέρωσε τοὺς κρυφοὺς λύκους, στηλίτευσε καὶ νίκησε τοὺς κλέφτες της ἁγίας ποίμνης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Παῦλος εἶπε, «Οἶδα ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πράξ. 20.29).

Βλέπεις παντοῦ τους θεολόγους ποὺ συμφωνοῦν μὲ τὸν Διδάσκαλο σχετικὰ μὲ τοὺς ἄθεους αἱρετικούς, ὀνομάζοντάς τους σκύλους καὶ λύκους; Ὅπως καὶ ἀλλοῦ λέγει ὁ Παῦλος, «Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, βλέπετε τὴν κατατομήν. Βλέπετε μὴ τὶς ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης. Βλέπετε ἀκριβῶς πῶς περιπατεῖτε, ὅτι αἳ ἡμέραι πονηραὶ εἰσι» (Φίλ. 3.2).

Ποιὸς θὰ δικαιολογηθεῖ ὅτι δὲν ἤξερε, ὅταν ἀκούει τέτοιες προειδοποιήσεις; Καὶ ἀλλοῦ πάλι, «Μὴ παραδέχεσθε αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν» (Τίτ. 3.10). Καὶ πάλι, «Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξεναις μὴ παραφέρεσθε» (Ἑβρ. 13.9), καὶ πάλι,  «Αἱρετικοὶ ἄνθρωποι προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ. 3.13), καὶ ἀλλοῦ, «Τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρὸν» (Τίτ.  1.15).

Ἀκοῦστε τὰ αὐτὰ ἐσεῖς ποὺ κάνετε ἀγάπες μαζί τους, πὼς θὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴν τιμωρία ποὺ ἔρχεται πάνω σας, ὅσοι μολύνεστε μαζὶ μ’ αὐτοὺς τρώγοντας καὶ πίνοντας; Πῶς τολμᾶτε νὰ προσέρχεστε στὰ θεία καὶ φρικτὰ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ; Ἢ μήπως δὲν ἀκούσατε τὸν μακάριο Παῦλο ποὺ βοᾶ, ὅτι «Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πιεῖν, καὶ ποτήριον δαιμόνων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν, καὶ τραπέζης δαιμονίων» (Ἃ’ Κορ. 10.21).

Φύγετε μακριὰ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ μὴ ἔχετε ἐπαφὴ μὲ τὴν ἀκαθαρσία. Ἄραγε θὰ σᾶς πείσουμε; ἢ μήπως μάταια κοπιάζουμε καὶ μιλᾶμε στὸν ἀέρα; Πλὴν ὅμως γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν καὶ ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν τὸν λόγο καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόσουν, δὲν θὰ ραθυμήσω, οὔτε θ’ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Παύλου. Θὰ τὰ ξαναπῶ καὶ ἀκοῦστε, «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β’ Κορ. 6.14).

Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἀθυρόστομοι, ποῦ λένε ὅτι δὲν ἀναφέρονται αὐτὰ στὴν Ἁγία Γραφή; [Αὐτοὶ γιὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει]« Ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία, καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνη αὐτῶν, οἵ τα ἐπίγεια φρονοῦντες»( Φίλ. 3.19); Αὐτὰ ὁ Παῦλος παρακαλεῖ καὶ διδάσκει καὶ προτρέπει, ὁ Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, τὸ περιτείχισμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ πολυάθλος καὶ γενναῖος, ἡ θεοφθόγγος λύρα, ὁ κήρυκας τοῦ Χριστοῦ, ὁ καταγραφέας τῶν δογμάτων, ἡ σάλπιγγα τοῦ Λόγου, ὁ ρήτορας τῆς εὐσεβείας, ἡ σαγήνη τῶν ἐθνῶν.

Οἱ μακάριοι θεολόγοι εἶπαν αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ γιὰ τοὺς ἄθεους καὶ ἄπιστους. Οἱ προφῆτες ποὺ προηγήθηκαν παλαιότερα εἶπαν τὰ ἴδια. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς φέρουμε καὶ αὐτοὺς στὸ μέσο. Εἶπε ὁ προφήτης Δαβίδ, «Οὐκ ἔστιν ἐν στόματι αὐτῶν ἀλήθεια» (Ψάλμ. 5.10). Πάλι λέγει, «Κύριε, οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε ἐμίσησα, καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην; Τέλειον μίσος ἐμίσουν αὐτούς, καὶ εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντο μοὶ» (Ψάλμ. 138.21). Ὁ Σολομώντας λέγει, ὅτι «Δυσσεβοῦντες ὑποκρίνονται εὐσέβειαν». Πάλι λέγει, «Υἱέ, μὴ σὲ πλανήσωσιν ἄνδρες ἀσεβεῖς, μηδὲ πορευθῆς ἐν ὀδῶ μὲτ΄ αὐτῶν» (Πάρ. 1.10). Ὁ Ἠσαΐας ὁ προφήτης ἢ καλύτερα ὁ Κύριος μέσω τοῦ προφήτη λέγει, «Υἱοὺς ἐγέννησα, καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δὲ μὲ ἠθέτησαν» (Ἡσ. 1.2), καὶ πάλι, «Οὐκ ἔστι χαίρειν τοῖς ἀσεβέσι, λέγει Κύριος» (Ἡσ. 57.21).

ε’. Άραγε ἀρκοῦν αὐτὰ ἢ νὰ παρουσιάσω καὶ ὅλους τους προφῆτες; Ἀλλὰ αὐτὰ ἀρκοῦν γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν ν’ ἀκούσουν. Διότι αὐτὸς ποὺ δὲν προσέχει στὰ λεγόμενα, οὔτε μὲ τὰ περισσότερα θὰ πεισθεῖ. Ἃς μελετήσουμε λίγο ἀκόμα τὰ λόγια τοῦ προφήτη Δαβὶδ καὶ ἃς δοῦμε πὼς στηλιτεύει καὶ ἀποκαλύπτει τὸν κρυμμένο δόλο τους καὶ λέγει, «Οὐκ ἔστιν ἐν στόματι αὐτῶν ἀλήθεια· ἡ καρδία αὐτῶν ματαῖα» (Ψάλμ. 5.10) καὶ τὰ καθεξῆς. Παρατήρησε τὴν σύνεση τοῦ προφήτη, πὼς κάνει γνωστοὺς καὶ ἀποκαλύπτει τοὺς κακοδόξους, γιὰ νὰ μὴν πλανηθοῦμε.

Ἀκοῦστε οἱ ὀρθόδοξοι καὶ μὴν συμφωνεῖτε μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀκοῦστε οἱ ποιμένες καὶ φρίξτε καὶ μὴ σιωπᾶτε, ἀλλὰ κηρύξτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μὴν δίνετε τόπο στὸν διάβολο, μὴν ἀνοίγετε τὴν θύρα στοὺς λύκους. Μιμηθεῖτε τὸν μακάριο ἀπόστολο Πέτρο,  ὅταν βλασφημοῦσε ὁ τρισκατάρατος Σίμωνας καὶ ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, οὔτε μιὰ στιγμὴ δὲν σιώπησε, ἢ δὲν ἀνέβαλλε ἀλλὰ ἀφοῦ τὸν ἔλεγξε καὶ ἀπέδειξε ὅτι εἶναι ψεύτης καὶ ληστὴς καὶ ἀντίθεος, τὸν ἔριξε κάτω καὶ τὸν παρέδωσε στὴν ἀπώλεια.

Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ τὸν διάδοχο αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον τὴν σπορὰ τοῦ διαβόλου, τὸν Μοντάνο, τὸν μιαρὸ καὶ ἀκάθαρτο καὶ ἄθεο, μαζὶ μὲ τὶς δύο μοιχαλίδες, ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ τὸν ἔλεγξε καὶ τὸν ἀπέδειξε ἀντίθεο καὶ ψευδοχριστὸ καὶ ψευδοπροφήτη, τὸν ἀποστόμωσε, τοῦ ἔφραξε τὸν μιαρό του στόμα στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ περιμένει, χωρὶς ν’ ἀναβάλει τὴν ἀντιμετώπιση τῆς βλασφημίας του.

Ἔτσι νὰ κάνετε κι ἐσεῖς, ποιμένες, καὶ νὰ μὴν συγκοινωνεῖτε μὲ τὰ ἀκάθαρτα ἔργα τοῦ σκότους, ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ ἐλέγχετε, ὅπως καὶ οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ θεοπάτορας Δαβίδ, ὁ ὁποῖος κατέβαλε πολλοὺς μόχθους καὶ πολλοὺς ἀγῶνες, ἐλέγχοντας, ἐπιτιμώντας καὶ στηλιτεύοντας αὐτοὺς καὶ ἀπευθυνόμενος γι’ αὐτοὺς στὸ Θεό, λέγοντας, «Ἕως πότε ἁμαρτωλοί, Κύριε, ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ καυχήσονται; (Ψάλμ. 93.3) Διασκόρπισον αὐτοὺς ἐν τῇ δυνάμει σου (Ψάλμ. 58.12). Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι οὐ συνήκαν εἰς τὰ ἔργα σου, Κύριε (Ψάλμ. 27.4-5). Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις(Ψάλμ. 72.20)».

Καὶ πάλι παρακαλεῖ ὁ Δαβὶδ ἀπευθύνοντας δεήσεις στὸν Δεσπότη, γιὰ νὰ κατέβει ὁ ἴδιος καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὸ αἴτημά του, βοώντας καὶ λέγοντας, «Κύριε, κλῖνον οὐρανούς, καὶ καταβηθι(Ψάλμ. 143.5)· Κύριε μὴ χρονίσης (Ψάλμ. 69.6). Ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἠμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε (Ψάλμ. 78.8)». Καὶ τί κάνει ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ νὰ ἔρθουν σὲ γνώση τῆς ἀλήθειας, ἐπειδὴ εἶναι κοντὰ σὲ αὐτοὺς ποῦ τὸν ἐπικαλοῦνται ἀληθινά; Δὲν παράκουσε οὔτε παρεῖδε τὴν δέηση τῶν ἁγίων, ἀλλὰ «Ἔκλινεν οὐρανούς, καὶ κατέβη» (Ψάλμ. 17.10) καὶ οἰκονόμησε τὰ πάντα γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γένους μας καὶ μᾶς ὑπέδειξε τὰ πάντα, πράττοντας καὶ διδάσκοντας ὁ ἴδιος.

Ὕστερα, γιὰ νὰ δώσει παράδειγμα σὲ ὅσους ἔμελλε νὰ γίνουν προϊστάμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν, ὥστε μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἐκδιώκουν τοὺς αἱρετικούς, ἔφτιαξε φραγγέλιο ἀπὸ σκοινιά, καὶ εἰσερχόμενος τοὺς ἔδιωξε ὅλους ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ τοὺς ἀπώθησε καὶ τοὺς καταδίωξε λέγοντας, «Ὁ οἶκός μου, προσευχῆς ἐστιν· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον ληστῶν» (Μάρκ. 11.17). Ἀκοῦστε οἱ προϊστάμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν, σὲ σᾶς ὑπέδειξε τὸ καλὸ παράδειγμα, ὥστε ν’ ἀκολουθήσετε τὰ ἴχνη Του, προσέχοντας παντοῦ μὲ ἀκρίβεια, καὶ διώχνοντας τοῦ λύκους νὰ φυλάσσετε τὸ ποίμνιο.

Ἔπειτα, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ὅσους φρονοῦσαν τὰ ἀντίθετα, τέλος προεῖπε καὶ τὴν ἐρήμωσή τους καὶ τὸν ἀφανισμό, αὐτὰ ποὺ θὰ γίνουν σὲ κάθε γενεὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ φρονοῦν τὰ ἀντίθετα, λέγοντας, «Ἰδοὺ ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Λουκ. 13.35). Πρόσεξε πὼς ἔγιναν οἱ λόγοι ἔργο, διότι οἱ ἐχθροὶ καὶ ἐπίβουλοί της Ἐκκλησίας, δηλαδὴ οἱ αἱρετικοί, παραδίδονται στὴν ἀπώλεια σὲ κάθε γενεά, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖο εἶπε, ὅτι «Πάσα φυτεία, ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ Πατήρ μου, ἐκριζωθήσεται» (Ματθ. 15.13),  καὶ αὐτὸ ἔγινε.

Αὐτὸς πρῶτος το ἔπραξε καὶ ἄφησε παράδειγμα, μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανοὺς οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι τοὺς ἀντιμετώπισαν. Μετὰ ἀπὸ αὐτούς, τὰ θεία διδάγματά τους καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Ἅγιες Σύνοδοι ποὺ ἔγιναν κατὰ καιρούς, ὅσους ἔμεναν ἀμετανόητοί τους ἐκρίζωσαν καὶ τοῦ παρέδωσαν στὴν ἀπώλεια, σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ ἔχει γραφεῖ, ὅτι «Ἀπολεῖς πάντας τους λαλοῦντας τὸ ψεῦδος» (Ψάλμ. 5.7). Ποῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ πολέμησαν κάποτε τὴν Ἐκκλησία, βασιλιάδες καὶ τύραννοι καὶ φιλόσοφοι; Δὲν διασκορπίσθηκαν καὶ χάθηκαν καὶ δὲν ἔμεινε τίποτα ἀπ’ αὐτούς; 

στ’. Που εἶναι ἡ καυχησιολογία καὶ ἡ θρασύτητα τῶν Ἰουδαίων; Ποῦ εἶναι ὁ Σίμων ὁ Μάγος, ὁ πρῶτος αἱρετικός, ὁ μαθητὴς καὶ πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου; Που εἶναι τὸ κακὸ γέννημα τῆς μανίας του, ὁ διάδοχός της ἀσέλγειας Μοντανός, ὁ ἔξαρχος τῶν κακῶν μαζὶ μὲ τὶς δυὸ μοιχαλίδες καὶ τὰ κατ’ αὐτοὺς λεγόμενα μυστήρια, ποὺ εἶναι ἄξια νὰ παραδοθοῦν στὴ λήθη, τὰ βδελυρὰ καὶ ἀκάθαρτα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος, «Τὰ γὰρ κρυφὴ γινόμενα ὓπ΄ αὐτῶν, αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἔφ. 5.12);

Ποῦ ὁ Μαρκίων, ποὺ ὁ Οὐάλης, ποὺ ὁ Μάνης, ποὺ ὀ Βασιλίδης, ποὺ ὁ Νέρων, που ο Ἰουλιανός, πουο Ἄρειος, ποὺ ὁ Νεστόριος, ποὺ εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀντιτίθενται στὴν ἀλήθεια, γιὰ τοὺς ὁποίους βοᾶ ἡ Ἐκκλησία, ὅτι «Ἐκύκλωσαν μὲ κύνες πολλοὶ» (Ψάλμ. 21.17); Δὲν χάθηκαν ὅλοι; Διασκορπίσθηκαν ἐξαιτίας τῆς βλασφημίας του καὶ ἐκδιώχθηκαν ὡς λύκοι. Διότι βρῆκαν ἀντιμέτωπούς τους γενναίους ἀγωνιστὲς καὶ πραγματικοὺς ποιμένες, τοὺς προϊσταμένους των τότε Ἐκκλησιῶν, τοὺς μακάριους ἄνδρες.

Βλέπω ὅμως μεγάλη διαφορά των τότε ποιμένων μὲ τοὺς τωρινούς. Ἐκεῖνοι ἦταν ἀγωνιστές, τοῦτοι φυγόμαχοι. Ἐκεῖνοι ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὰ δόγματα καὶ τὰ ἱερὰ βιβλία, τοῦτοι γιὰ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ διαδήματα. Αὐτοὶ ἀφήνουν τὰ πρόβατα καὶ φεύγουν ὡς μισθωτοί, ἐκεῖνοι ἔθεταν καὶ τὴν ψυχὴ τοὺς ὑπὲρ τῶν προβάτων, μιμούμενοι τὸν Καλὸ Ποιμένα. Πόσο ἄξιοι θαυμασμοῦ οἱ μακάριοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἔχουν γραφτεῖ στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς, τοὺς ὁποίους φοβήθηκαν οἱ δαίμονες καὶ τρόμαξαν οἱ αἱρετικοί, καὶ «Ἐφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα» (Ψάλμ. 62.12).

Θὰ πῶ κι ἐγὼ τὰ ἴδια μὲ τὸν Δαβίδ, ὁ ὁποῖος θρηνολογώντας ἔλεγε, «Ποῦ εἰσι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, Κύριε;» (Ψάλμ. 88.50). Θὰ πῶ κι ἐγὼ δακρυσμένος, ποὺ εἶναι ἡ χορεία ἐκείνων τῶν μακαρίων ἐπισκόπων καὶ διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἔλαμψαν ὡς φωστῆρες στὸν κόσμο, προσφέροντες λόγο ζωῆς; Τί ἐμποδίζει νὰ τοὺς παρουσιάσουμε κι αὐτούς, ἂν καὶ ἦταν λίγοι ἐν μέσω πολλῶν; Διότι καὶ ἡ ἁπλὴ μνημόνευσή τους εἶναι ἁγιασμὸς τῆς ψυχῆς.  Ποὺ εἶναι ὁ Εὐόδιος, ἡ εὐωδία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων διάδοχος καὶ μιμητής;Ποῦ ὁ Ἰγνάτιος, τὸ κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ; Ποῦ ὁ Διονύσιος τὸ πετεινὸ τοῦ οὐρανοῦ; Ποῦ ὁ Ἰππόλυτος ὁ γλυκύτατος καὶ ὀξύνους; Ποῦ ὀ Βασίλειος ὁ Μέγας καὶ παραλίγο ἰσαπόστολος; Ποῦ ὀ Αθανάσιος ὁ ἅγιος που ἐπιθυμοῦσε σφόδρα καὶ κατεῖχε τὶς ἀρετές; Ποῦ ὁ Γρηγόριος, ὁ δεύτερος θεολόγος καὶ ἀνίκητος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τὸν συνονόματό του; Ποῦ ὁ Ἐφραὶμ ὁ πολύς, ἡ παρηγοριὰ τῶν ἀθυμούντων, ἡ παιδαγωγία τῶν νέων, ἡ χείρα βοηθείας τῶν μετανιωμένων, τὸ ξίφος κατὰ τῶν αἱρετικῶν, τὸ δοχεῖο τοῦ Πνεύματος, τὸ σκεῦος τῶν ἀρετῶν;

Βλέπεις πόση εἶναι ἡ ἀπόσταση καὶ ἡ διαφορὰ ἐκείνων τῶν μακαρίων καὶ τούτων τῶν σημερινῶν; Γνώρισα καὶ ἄλλους θεοφόρους διδασκάλους, ἀλλὰ ἀρκοῦν πρὸς τὸ παρόν.  Ἐκεῖνοι τὴν ψυχῆς τους, ὅπως εἰπώθηκε προηγουμένως, ἔθεσαν ὑπὲρ τῶν προβάτων, τοῦτοι ἔφυγαν ἀφοῦ παράτησαν τὰ πρόβατα.  Ἐκεῖνοι δυνατοὶ στὰ λόγια καὶ στὶς πράξεις, τοῦτοι στὰ χρήματα καὶ στὶς περιουσίες καὶ στοὺς ἵππους καὶ στὰ  μουλάρια καὶ στὰ χωράφια καὶ στὰ κοπάδια καὶ στοὺς μάγειρες καὶ στὸ γιορτινὸ τραπέζι. Μέρα καὶ νύχτα γι’ αὐτὰ μιλᾶνε, γιὰ τὸ λογικὸ ποίμνιο οὔτε λόγος νὰ γίνεται, ἂν καὶ γι’ αὐτὸ θὰ τοὺς ζητηθεῖ λόγος κατὰ τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως.

Ἔπειτα, ἂν τοὺς μιλήσει κάποιος γιὰ κανένα βιβλίο, ἀποκρίνονται λέγοντας, «Φτωχὸς εἶμαι καὶ δὲν μπορῶ ν’ ἀποκτήσω βιβλία». Καὶ στὴ συνέχεια προσέρχονται ὄχι ὡς φτωχοί, ἀλλὰ φορώντας ἐνδύματα λαμπρά, ἔχοντας χοντρὰ βαλάντια, καὶ σβέρκο σὰν τοῦ ταύρου, ἀκολουθούμενοι ἀπὸ πλῆθος μαθητῶν ἢ γιὰ νὰ πῶ καλύτερα μαγείρων. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ντροπὴ νὰ μιλήσω, διότι ἀπὸ τὸ περίσσευμα τοῦ πλούτου ἀπέκτησαν συνεισάκτους μὲ τὴν πρόφαση ὅτι χρειάζονται ὑπηρέτριες. Ὢ τί μεγάλη ντροπή! Ὢ πόσο κακιὰ καλοζωΐα! Ὢ πικρὴ φιλαργυρία!  Ὢ ἀχόρταγη κοιλιά! 

Ἀπὸ κεῖ λοιπὸν προέρχονται τὰ σκάνδαλα καὶ τὰ κουτσομπολιά, καὶ οἱ ντροπὲς καὶ οἱ λοιδορίες καὶ οἱ θόρυβοι. Ἔπειτα ἀποκρίνονται, ὅταν ἐγκαλοῦνται, «Δὲν ἀδικῶ κανένα, ἔχω τὸ δικαίωμα στὰ δικά μου χρήματα». Ἔπειτα, ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς διδάσκει διεστραμμένα ὡς παράφρονας, κανεὶς δὲν ἀντιλέγει, πουθενὰ αὐτὸς ποὺ θὰ πολεμήσει. Ὅλοι γίνονται τότε πτωχοί, σιωπηλοί, φυγάδες. Ὢ κακιὰ ρίζα πάντων των κακῶν, φιλαργυρία! Ἀπὸ τὸν πλοῦτο περιμένετε νὰ σωθεῖτε; Ἀλλὰ  «Εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλίδος ραφίδος εἰσελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 19.24).  Μὲ τὴν καλοπέραση, τὴν μέθη καὶ τὴν ἔπαρση θέλετε νὰ νικήσετε τὶς αἱρέσεις; Ἀλίμονό σας, καλοπερασάκηδες καὶ ἐπηρμένοι, ποὺ στολίζεστε μὲ χρυσάφι καὶ διάφορα ἐνδύματα. Πῶς θὰ ὑποδείξετε σὲ ἄλλους τὴν καλὴ πτωχεία τοῦ Χριστοῦ, ποῦ πτώχευσε γιὰ μᾶς, ποῦ παρήγγειλε στοὺς μαθητές Του νὰ μὴν ἔχουν οὔτε χάλκινο νόμισμα στὶς τσέπες τους;

Πραγματικὰ πλανάσθε χωρὶς νὰ καταλαβαίνετε τὶς Γραφές.  Δὲν ἀκοῦτε τὸν Κύριο ποὺ λέγει, «Μακάριοι οἱ πτωχοί», καὶ πάλι, «Ἀλίμονο σὲ σᾶς τοὺς πλούσιους», καὶ «Μὴ θησαυρίζετε ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. 6.19). Ὁ πλοῦτος σᾶς πλήθυνε καὶ ὁ λόγος σᾶς ἐξαφανίστηκε. Τὰ ἐνδύματά σας ἔγιναν τροφὴ γιὰ τὸν σκῶρο. Γι’ αὐτὰ θὰ δώσετε λόγο στὸν Ἀρχιποιμένα Χριστό. Διότι γνωρίζετε ὅτι καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ δώσει λόγο στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἐνῶ ἐσεῖς καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σας καὶ γιὰ τὰ πρόβατα, ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς καὶ διάκονοι, καθένας γιὰ ὅ,τι πιστώθηκε.

Προσέξτε, μὴν ξεχνᾶτε τὰ τάλαντα. Προσέχετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ ὁλόκληρό το ποίμνιο. Βλέπετε μὴν λείψει κανένα ἀπὸ τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης. Αὐτὸ νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἂν χαθεῖ κάποιο πρόβατο ἐπειδὴ τὸ ἔφαγαν τὰ θηρία, ἐξαιτίας τῆς δικιᾶς σᾶς ἀμέλειας, χάθηκε ἡ ζωὴ σᾶς ὁλόκληρη, διότι τὸ αἷμα τοῦ θ’ ἀπαιτήσει ἀπὸ ἐσὰς ὁ Κριτής. 

ζ’. Συνέλθετε λοιπὸν καὶ κηρύξτε τὸν λόγο, ἀπορρίψτε κάθε βιοτικὴ μέριμνα, προσέχετε μὲ ἀκρίβεια πὼς πορεύεσθε, «Βλέπετε τοὺς κύνας».  Πάλι λέω προσέχετε καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέω. Προσέχετε τοὺς κλέπτες, προσέχετε γιατί ὁ κόσμος γέμισε λαοπλάνους.  Ἀγρυπνεῖτε καὶ μένετε καθαροί, ὅσοι ἔχετε λάβει τὸ δεσποτικὸ χάρισμα. Νὰ εἶστε σὲ ἐγρήγορση καὶ νὰ περιμένετε τὴν ὥρα τῆς φοβερῆς παρουσίας τοῦ Δεσπότη,  ὅταν θὰ ἔρθει νὰ ζητήσει τὸν λόγο ἀπὸ ἐσὰς ἐσὰς ποὺ σᾶς ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὰ τάλαντα.

Ἔχοντας αὐτὰ κατὰ νοῦ ἀγαπητοί μου, «Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμὶν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ» (Ἃ’ Πέτρου 5.2), ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ὄχι ἐξ ἀνάγκης ἀλλὰ μὲ τὴν δική σας θέληση, οὔτε γιὰ λόγους αἰσχροκέρδειας, ἀλλὰ μὲ προθυμία, ὄχι ὡς τύραννοί του κλήρου,  ἀλλὰ δίνοντας παράδειγμα. Καὶ ὅταν θὰ φανερωθεῖ ὁ Ἀρχιποιμένας, θὰ λάβετε τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξης.  Τὸ ξαναλέω καὶ ἀκοῦστε, «ἱερεῖς Κυρίου, Βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ πάντες λαοί, ἄρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς· νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων(Ψάλμ. 148.11-12). Ἐνωτίσασθε, πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην» (Ψάλμ. 48.2),  μικροὶ καὶ μεγάλοι, εἴτε ἄρρενες εἴτε θήλεις, «Ἐπὶ τῷ αὐτῶ πλούσιος καὶ πένης»(Ψάλμ. 48.3),  προσέξτε τὰ λεγόμενα, παρακαλῶ. Διότι προτίθεμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω μέσα ἀπὸ τὶς Ἅγιες Γραφές, ὅτι δὲν εἶναι Χριστιανοί, ὅλοι οἱ Χριστιανοί,  ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ καλοῦνται μόνο κατ’ ὄνομα ξεγελᾶν τὸν ἑαυτὸ τους  μένοντας μόνο στὴν ὀνομασία.

Στὰ λόγια πολλοὶ εἶναι οἱ Χριστιανοί, στὰ ἔργα ὅμως λίγοι καὶ σπάνιοι, ἐμφανίζονται ὡς Χριστιανοὶ καὶ ὡς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ στὰ ἔργα εἶναι προδότες, στὰ λόγια εἶναι εὐσεβεῖς καὶ φιλεύσπλαχνοι,  ἀλλὰ στὰ ἔργα ἀσεβεῖς καὶ ἄσπλαχνοι, στὸ ὄνομα Χριστιανοὶ στὰ ἔργα ἐθνικοί,  ὅπως εἶπε ὁ προφήτης Δαβίδ, ὅτι «Ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν» (Ψάλμ. 105.35).  Πραγματικά,  σὲ μᾶς ἐκπληρώθηκε αὐτὴ ἡ προφητεία. Πόσοι καὶ πόσοι Χριστιανοὶ ἀσχολοῦνται μὲ τοὺς ἰουδαϊκοὺς καὶ εἰδωλολατρικοὺς μύθους, μὲ γενεαλογίες,  μαντεῖες,  ἀστρολογίες, μαγγανεῖες, φυλακτήρια,  μὲ παρατηρήσεις ἡμερῶν καὶ χρόνων, οἰωνοσκοπίες, ὀνειρομαντίες καὶ τιτιβίσματα. Στὶς πηγὲς ἀνάβουν λυχνάρια καὶ ξεπλένονται, παρατηροῦν τὰ συναπαντήματα καὶ τρῶνε κρέατα ἀπὸ θυσίες στὰ εἴδωλα, καὶ αἷμα ἀπὸ ζῶα πνιγμένα καὶ θηριάλωτα καὶ πολλὰ τέτοια παρόμοια. Πῶς νὰ λογισθοῦν ὡς Χριστιανοί, ὅσοι κάνουν τέτοιου εἴδους ἐνέργειες;

Μὲ ποιὸ θάρρος τολμοῦν νὰ ὀνομάζονται Χριστιανοί; Πῶς τολμᾶν νὰ προσέρχονται στὰ Θεῖα Μυστήρια αὐτοὶ ποὺ εἶναι χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες; Πάλι ἀκοῦστε, πόσοι καὶ πόσοι Χριστιανοὶ ἀκολουθοῦν τὶς συνήθειες τῶν ἐθνικῶν, μασκαρεμένοι, μὲ ξεφωνητά, μὲ χοροὺς καὶ χειροκροτήματα, μὲ γυναικεῖο στολισμὸ ἐνῶ εἶναι ἄνδρες; Σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ πράττουν δὲν παρέχει κανένα ὄφελός το νὰ λέγονται Χριστιανοί. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ παρθένος κόρη, ὅσο φυλάσσει τὴν ἁγνεία της, καλεῖται παρθένος κατ’ ἀξία καὶ εὐφημισμὸ καὶ εἶναι,  μὲ παρόμοιο τρόπο καὶ αὐτὸς ποὺ καλεῖται Χριστιανός, ὅταν παραβεῖ τὶς ἐντολὲς καὶ καταπατήσει τὴν ὑπόσχεση καὶ ἀθετήσει τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ πράξει τὰ ἔργα τῶν ἐθνικῶν, δὲν ἔχει κανένα ὄφελος ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, ὅπως εἰπώθηκε προηγουμένως.

Ἐννοεῖστε λοιπὸν ὅλοι, ὅτι μὲ λίγα λόγια ἀπαρνηθήκαμε ὅλα ἐκεῖνα, ὅταν εἴπαμε, «ἀποτάσσομαι τῷ Σατανᾶ, καὶ πάσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ». Πρόσεξε τί εἶπες, «Πάσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ», κοίτα μὲ ποιὸν συντάχθηκες, ὄχι μὲ ἄγγελο, οὔτε μὲ ἐπίγειο βασιλιά, οὔτε μὲ ἄρχοντα τοῦ παρόντος αἰῶνος,  ἀλλὰ μὲ τὸν Βασιλέα τῶν βασιλέων καὶ τὸν Ἄρχοντα τῶν ἀρχόντων. Μὲ αὐτὸν συντάχθηκες καὶ αὐτὸν ὁμολόγησες παρουσία πολλῶν μαρτύρων. Στὸ χέρι Τοῦ βρίσκεσαι κι ἐσὺ καὶ τὰ λόγια σου. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς λοιπόν, περίμενε Τὸν νὰ ἔρθει ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ προσκομίσει ὡς γραμμάτιο τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσες μπροστά σε ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους.

Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου, ἀδελφέ, καὶ φυλάξου ἀπὸ τὶς συνήθειες τῶν ἐθνικῶν. Ἀκοῦστε τὸν Παῦλο ποὺ λέει, «Τοῦτο οὒν λέγω, καὶ μαρτύρομαι ἐν Κυρίω, μηκέτι ὑμᾶς περιπατεῖν, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη περιπατεῖ ἐν ματαιότητι τοῦ νοῦ αὐτῶν, ἐσκοτισμένοι τὴ διανοία. Ὑμεῖς δὲ οὒχ οὕτως ἐμάθετε τὸν Χριστὸν» (Ἔφ. 4.17). Προσέχετε τὰ λεγόμενα, ἀγαπητοί, καὶ μὴν συναναστρέφεστε μὲ ὅσους πράττουν τέτοια. Πολλοὶ εἶναι οἱ μαθητὲς τῆς ἀπώλειας καὶ θὰ αὐξηθοῦν περισσότερο. Προσέχετε, διότι οἱ μέρες εἶναι πονηρὲς καὶ ὂ  παρὸν αἰώνας προβάλλει τοὺς δικούς του ὑπηρέτες. 

η’.  Καὶ μὴ θαυμάζεις ἂν οἱ ποιμένες γίνονται λύκοι, διότι πρὸς τοὺς ποιμένες καὶ τοὺς πρεσβυτέρους ἀπευθυνόμενος ὁ Παῦλος ἔλεγε, ὅτι «Ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα» (Πράξ. 20.30).  Οπότε κανένας νὰ μὴν σᾶς πλανήσει, ἐπειδὴ ἐξωτερικὰ ἔχει ἀγγελικὸ σχῆμα, ἐνῶ ἐσωτερικὰ διαβολικό. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε, «Βλέπετε, μὴ τὶς ὑμᾶς πλανήση».  Κι ἐγὼ ξανὰ τὰ ἴδια λέγω, προσέχετε μὴ σᾶς πλανήσει κανείς, οὔτε ἀπὸ μέσα,  οὔτε ἀπὸ ἔξω,  μήτε ἐπίσκοπος, μήτε πρεσβύτερος, μήτε διάκονος, μήτε ἀναγνώστης ἢ ὁποιοσδήποτε ἄλλος, ἐὰν λέγει διεστραμμένα,  οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σὲ σᾶς μὲ ἐνδυμασία προβάτου, ἐνῶ ἐσωτερικὰ εἶναι λύκοι ἅρπαγες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εὐσεβῆ μορφή, ἀρνοῦνται ὅμως τὴν δύναμή της εὐσέβειας.

    Ἐσεῖς νὰ μὴν πλανηθῆτε, ἀλλὰ ὅπως παραλάβατε ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἔτσι νὰ πορεύεστε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ εἶναι μαζί σας. Γὶ  αὐτὰ ἐδῶ θὰ δώσω λόγο καὶ ἀφοῦ πῶ λίγα γιὰ τὰ σημεῖα τῆς συντελείας, θὰ σταματήσω. Ὅταν ἀρχίζω νὰ μιλάω γιὰ τὴν συντέλεια μὲ πιάνει φρίκη καὶ δέος. Ὅλα τα ἔργα τοῦ Κυρίου εἶναι θαυμάσια, μεγάλα καὶ φοβερὰ καὶ δοξασμένα,  ἐνῶ ἡ συντέλεια καὶ τὸ μυστήριο τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας ξεπερνᾶ κάθε λόγο καὶ κατανόηση καὶ ἔννοια,  ὑπερβαίνει κάθε διήγηση καὶ καταπλήσσει μόνο μὲ τὸ ἄκουσμα.  Μὲ πολὺ πόθο κατέβαλαν μεγάλο ἀγώνα οἱ μαθητές, γιὰ ν’ ἀκούσουν ἀπὸ τὸν διδάσκαλο τὰ σημεῖα τῆς συντέλειας.

    Ὅπως ἀκούσατε πολλὲς φορὲς στὸ Εὐαγγέλιο νὰ λέγεται, «Καθημένου τοῦ Ἰησοῦ ἐπὶ τοῦ ὅρους τῶν Ἐλαιῶν, προσῆλθον αὐτῶ μαθηταὶ αὐτοῦ κὰτ΄ ἰδίαν λέγοντες· Εἰπὲ ἠμίν, τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας, καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 24.3). Πρόσεξε τὴν σοφία καὶ τὴν σύνεση τῶν μαθητῶν.  Ὅταν ἤθελαν νὰ Τὸν ρωτήσουν κάτι μεγάλο, δὲν ἔρχονταν ὅλοι μαζί, ἀλλὰ ἕνας ἕνας καὶ ἔλεγαν, «Εἰπὲ ἠμίν, Δέσποτα» καὶ «εἰπὲ ἠμίν, ἀγαθέ». 

    Πὲς μᾶς καρδιογνώστα, πὲς μᾶς ἐσὺ ποὺ γνωρίζεις τὰ ἔσχατα καὶ τὰ πρῶτα, πὲς ἐσὺ ποὺ γνωρίζεις τὰ πάντα πρὶν γίνουν,  πὲς ἐσὺ ποὺ δημιούργησες τοὺς αἰῶνες, πές μας, ποιὸ εἶναι τὸ σημάδι τῆς παρουσίας Σου καὶ τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος; ὅταν θὰ ἔρθεις νὰ κρίνεις τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκροὺς ὅλης της οἰκουμένης; ὅταν θὰ καταργήσεις κάθε ἀρχὴ καὶ κάθε ἐξουσία καὶ δύναμη; ὅταν θὰ κλίνει μπροστά σου τὸ γόνατο τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν καταχθονίων, πὲς μᾶς ποιὸ εἶναι τὸ σημάδι τῆς παρουσίας σου,  ὥστε κι ἐμεῖς νὰ μπορέσουμε νὰ διδάξουμε στὰ ἔθνη τὴν ἔνδοξή σου παρουσία.

    Ὁ Κύριος τους εἶπε, «Βλέπετε, μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, λέγοντες, ὅτι Ἐγὼ εἰμι ὁ Χριστός. Βλέπετε, μὴ τὶς ὑμᾶς πλανήση· ὅτι ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστι» (Ματθ. 24.4-5).  Αὐτὸ ποὺ βλέπουμε κι ἐμεῖς τώρα μὲ τὰ μάτια μᾶς τὸ εἶπε τότε, ὅτι ὁ καιρὸς πλησιάζει καὶ νὰ ἔφτασε καὶ ὅλοι το βλέπουμε. Βλέπεις πόσο εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ διδασκάλου, ν’ ἀποκαλύψει τοὺς ψευδοδιασκάλους καὶ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ φανερώσει τὸν κρυμμένο τοὺς δόλο; Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπαντήσει στὴν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν γιὰ τὰ σημεῖα,  αὐτοὺς προέβαλλε ὡς λύκους τῆς ποίμνης καὶ πρόδρομούς του Ἀντιχρίστου.

    Ἔπειτα προεῖπε καὶ τὰ ἀκόλουθα, πολέμους καὶ ἀκαταστασίες, ἔθνος ἐναντίον ἔθνους καὶ βασιλεία ἐναντίον βασιλείας, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ τὰ βλέπουμε τώρα, δὲν καταλαβαίνουμε, ἐνῶ βλέπουμε νὰ συμβαίνουν κατὰ τόπους πόλεμοι καὶ πεῖνες καὶ φοβερὰ καὶ σημεῖα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ὅσα εἶπε. Δὲν καταλαβαίνουμε, ἐνῶ βλέπουμε νὰ συμβαίνουν τὰ περισσότερα.

    Τότε, εἶπε, «σκανδαλισθήσονται πολλοί, καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι» (Ματθ. 24.10). Καὶ ποῦ δὲν ὑπάρχει προδοσία τώρα; Δὲν στράφηκαν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου καὶ ἀλληλομισοῦνται; Καὶ αὐτὸ ἐκπληρώθηκε, ὅπως βλέπουμε. Δὲν στράφηκαν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ἐπίσκοποι κατὰ ἐπισκόπων, πρεσβύτεροι κατὰ πρεσβυτέρων, διάκονοι κατὰ διακόνων, ἀναγνῶστες μεταξύ τους,  λαϊκοὶ ἐναντίων λαϊκῶν; «Διὰ γὰρ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν, ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. 24.12). Γι’ αὐτὸ παρήγγειλε ὁ Δεσπότης, «Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφᾶς» (Ἰωάν. 5.39) καὶ δὲν θὰ πλανηθεῖτε.

    Ἄλλο πάλι σημάδι ἔθεσε ἀπὸ πρὶν λέγοντας, «Καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον ἐν ὅλη τὴ οἰκουμένη εἰς μαρτύριον πάσι τοῖς ἔθνεσι» (Ματθ. 24.14). Καὶ τότε νὰ προσδοκεῖς τὸ τέλος. Ἀνάμενε νὰ δεῖς τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, τὸν υἱὸ τῆς ἀπώλειας, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ γίνει θλίψη πολλὴ καὶ μεγάλη ποὺ παρόμοιά της δὲν ἔγινα ἐξ ἀρχῆς τοῦ κόσμου. Καὶ πάλι λέγει, «Ἐγερθήσονται ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται, καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα, ὥστε, εἰ δυνατόν, πλανῆσαι καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς» (Ματθ. 24.14). 

    Δὲς λοιπὸν πὼς μὲ τὰ παραπάνω καὶ μ’ αὐτὰ προειδοποιεῖ γιὰ τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ τοὺς ψευδοδιδασκάλους καὶ τοὺς ψευδαποστόλους τοῦ Ἀντιχρίστου, τοῦ υἱοῦ τῆς ἀπώλειας,  οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἀκάθαρτων πνευμάτων προβαλλόμενοι καὶ ὑπ  αὐτῶν ὑποκινούμενοι, γίνονται οἱ πρόδρομοι τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ τοῦ ἐχθροῦ. Μὲ τὰ δικά τους δόγματα θὰ ἐξαπατήσουν καὶ θὰ προετοιμάσουν λαὸ κατάλληλο γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὸν υἱὸ τῆς ἀπώλειας. 

θ’. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ θεία Γραφή, ἀδελφοί, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος βροντοφωνάζει ὅτι πολλοὶ πλάνοι ἐξῆλθαν στὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Δεσπότης εἶπε ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμὶν» (Μάρκ. 13.23).  Πρέπει νὰ ἐννοοῦμε τὴν σημασία κάθε λέξεως. «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμίν». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὸ ἑξῆς δὲν θὰ ἔχετε δικαιολογία. «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμίν». Ἐὰν πλανήσουν κάποιον ἀπό σας, θὰ εἶναι ἀσυγχώρητος. «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμίν».  Εὔλογη δικαιολογία δὲν ἔχει κανείς.  «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμὶν πάντα· Βλέπετε, μὴ πλανηθῆτε». 

Προσέχετε, νὰ μὴν δεχτεῖτε ἄλλο ψευδὸ-χριστὸ ἀντὶ ἐμοῦ τοῦ ἀληθινοῦ. «Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐν τῷ ὀνόματί μου, λέγοντες· ὅτι Ἐγὼ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι» (Λουκ. 21.8), καὶ «Ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστι» (Ἀποκ. 22.10).  Μὴ τρέξετε ξωπίσω τους. Προσέξτε, πόσος λόγος γίνεται στὶς Γραφὲς περὶ αὐτῶν. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορὲς σᾶς ὑπενθύμισα γιὰ τοὺς ἄθεους αἱρετικούς, καὶ τώρα παρακαλῶ, νὰ μὴν συμφωνήσετε μαζί τους σὲ κάποιο πράγμα, εἴτε γιὰ βρώση ἢ πόση ἢ φιλία ἢ σχέση ἢ ἀγάπη ἢ εἰρήνη. Διότι αὐτὸς ποὺ ἐξαπατᾶται καὶ συγκαταβαίνει μ’ αὐτούς, καθιστᾶ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ξένο ἀπὸ τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία.

Ὁ ἀληθινὸς καὶ ἀπονήρευτος μαθητὴς τοῦ Θεοῦ βροντοφωνάζει μὲ θάρρος, «Εἰ τὶς ὑμᾶς εὐαγγελίζεται πὰρ΄ ὃ παρελάβετε, ἀνὰ θέμα ἔστω» (Γαλ. 1.9). Ψάλλει τὰ λόγια τοῦ Δαβίδ, «Κύριε, οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε ἐμίσουν, καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην; τέλειον μίσος ἐμίσουν αὐτοὺς» (Ψάλμ. 138.21). Φρίξτε καὶ τρομάξτε ὅσοι κάνετε ἀγάπες μαζί τους. Διορθωθεῖτε, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖτε μαζὶ μὲ τὶς δικές τους ἀσέβειες. Ταιριάζει κι ἐδῶ το «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμίν».

Ἀλλὰ ἃς ἐπανέλθουμε στὸ προκείμενο, τελειώνοντας τὸν λόγο γιὰ τὰ περὶ τῆς συντέλειας. Γιὰ νὰ μιλήσω μὲ συντομία, ὅσα προφητεύθηκαν ἐκπληρώθηκαν, πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι κάποιος ἕτοιμος καὶ προετοιμασμένος, καὶ νὰ μὴν ἀσχολείται  περισσότερο μὲ τὰ γεγραμμένα. Διότι πολλοὶ ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι στὴν πίστη ἔγιναν διαστρεβλωτὲς τῶν θείων Γραφῶν. Ἐσὺ πρόσεξε, μὴν τοὺς πιστέψεις. Πολλὴ κακία, πολλὴ πονηριὰ ξεχύθηκε στὴ γῆ, πολλὰ σκάνδαλα. Ἐσὺ βλέπε, μὴν ἀπατηθεῖς. Μὴ παρεκκλίνεις στὰ δεξιά, οὔτε στ’ ἀριστερά, ἀλλὰ βάδιζε τὴν βασιλικὴ ὁδό.

Ἔχεις πολλοὺς πιστούς, ἀγαπητέ, καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς γῆς, εἶναι στὸν οὐρανό. Μ’ αὐτοὺς νὰ σπεύσεις νὰ εἶσαι πάντοτε. Ἔχεις ἐκεῖ πανηγύρεις ἀγγέλων, ἔχεις πατριάρχες, προφῆτες, ἀποστόλους, εὐαγγελιστές. Ἔχεις μάρτυρες, ὁσίους, ὁμολογητὲς καὶ ὅσους διέπρεψαν στὸν μοναχικὸ βίο. Πολὺ πλῆθος, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Αὐτοὺς νὰ ποθεῖς, αὐτοὺς νὰ μιμεῖσαι. Μὴν τοὺς ἀποχωρίζεσαι, ἔχε τὴν μνήμη τους στὴν καρδιά σου μέρα-νύχτα. Νὰ ἔχεις πάντοτε στὰ χέρια σου τὰ βιβλία τους καὶ νὰ διαβάζεις, γιὰ νὰ βρεῖς πολὺ ὠφέλεια.

Γίνε ἔμπορος λόγου δικαιοσύνης, ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ ἐλέγχεις ὅσους ἀντιλέγουν καὶ νὰ ἐπιτιμᾶς τοὺς παραμυθάδες, ν’ ἀποστομώνεις τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ὅσους πέφτουν ἔξω νὰ τοὺς νουθετεῖς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγεῖς στὴν μετάνοια. Νὰ ἐρευνᾶς τὴν Ἁγία Γραφή, ὥστε ὅταν δεῖς ἀκαταστασία καὶ σύγχυση, νὰ μὴν μπερδευτεῖς,  ἀλλὰ νὰ καταφύγεις σ’ αὐτήν. Πρόσεχε νὰ μὴν ἀποχαυνωθεῖς, οὔτε νὰ σαλευτεῖ ὁ νοῦς σου. Μὴν παραξενευτεῖς, ὅταν δεῖς πολλοὺς ἀσύνετους, πρέπει νὰ γίνουν αὐτά.

Ὅταν δεῖς πολλοὺς ψευδοπροφῆτες, θυμήσου τὸν Δεσπότη ποὺ εἶπε, «Ἐγερθήσονται ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται» (Ματθ. 24.24). Ὅταν δεῖς λαοπλάνους, θυμήσου τὸν προφήτη ποὺ εἶπε, «Οὐαὶ τοῖς γράφουσι πονηρίαν» (Ἡσ. 10.1).  Ὅταν δεῖς τοὺς εὐλαβεῖς καὶ πιστοὺς καὶ σοφοὺς νὰ ὑποτιμῶνται, τοὺς μιαροὺς καὶ ἀλαζόνες καὶ προδότες καὶ πόρνους νὰ προβάλλονται, θυμήσου τὸν ἀπόστολο ποὺ εἶπε, «Πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’  Τιμ. 3.13). Ὅταν δεῖς τὴν Ἁγία Γραφὴ νὰ γίνεται βδέλυγμα σ’ αὐτοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι εἶναι Χριστιανοί, καὶ ὅσοι λαλοῦν λόγο Θεοῦ νὰ εἶναι μισητοί, θυμήσου τὸν Κύριο ποὺ εἶπε, «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε, ὅτι ἐμὲ πρώτον ὑμῶν μεμίσηκεν. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰωάν. 15.18).

Ὅταν δεῖς τὸν κόσμο νὰ τρέχει πίσω ἀπὸ τοὺς παραμυθάδες καὶ τὶς ξεματιάστρες καὶ τὶς καφετζοῦδες καὶ τοὺς ἀστρολόγους καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν δαιμόνων καὶ τὰ μέντιουμ, μὴ θορυβηθεῖς, οὔτε ν’ ἀπιστήσεις. Καὶ ἂν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ περνιοῦνται γιὰ ποιμένες δεῖς κάποιους νὰ κάνουν τέτοια, μὴν πέσεις σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ μὲ δάκρυα στὰ μάτια θυμήσου τὸν Ἀπόστολο ποὺ εἶπε, «Ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονται τινὲς τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνης, καὶ διδασκαλίαις δαιμόνων ἀκαθάρτων» (A’ Τιμ. 4.1). Καὶ πάλι λέγει,  «Ἔσται καιρός, ὄτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐπισωρεύσουσι ἐαυτοῖς διδασκάλους, κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν· καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται» (Β’  Τιμ. 4.3).

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *