ΧρυσόστομοςΤίποτα δὲν προξενεῖ τόση εὐχαρίστηση ἀλλὰ καὶ τόση ὑγεία, ὅσο το νὰ τρώει καὶ νὰ πίνει κανεὶς μὲ κριτήριο τὴν πραγματικὴ ἀνάγκη τοῦ σώματός του, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν παίρνει βάρος μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ κανονικό. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖς, παρατήρησε πρῶτα ἐκείνους ποὺ τρῶνε μὲ μέτρο κι ὑστέρα ἐκείνους ποὺ τρῶνε ὑπερβολικά. Τὰ σώματα τῶν πρώτων εἶναι κατὰ κανόνα γερά, ὑγιῆ, εὔρωστα, μὲ ὄργανα ποὺ λειτουργοῦν ὁμαλά, ἐνῶ τῶν ἄλλων εἶναι πλαδαρά, βαριά, δυσκίνητα καὶ εὐπρόσβλητα ἀπὸ ἀσθένειες. Αὐτό, λοιπόν, εἶναι εὐχάριστο; Καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ λαίμαργος αἰσθάνεται πραγματικὰ ἡδονή, τρώγοντας πολλὰ καὶ ποικίλα φαγητά; Ἀλλὰ πότε ὑπάρχει ἀληθινὴ ἡδονή;

Ὅταν προηγεῖται ἐπιθυμία καὶ ἀκολουθεῖ ἱκανοποίηση τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς. Ἄν, ὅμως, ἐπιδιώκεται μιὰ ἀπόλαυση χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἐπιθυμία ἢ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐπιθυμίας, τότε ἡ εὐχαρίστηση ἀπὸ τὴν ἡδονὴ ἐξαφανίζεται.
Ὅπως ἕνα πλοῖο, ὅταν φορτωθεῖ μὲ περισσότερα ἐμπορεύματα ἀπ’ ὅσα μπορεῖ νὰ σηκώσει, βουλιάζει, ἔτσι καὶ τὸ σῶμα μας, ὅταν πάρει περισσότερη τροφὴ ἀπ’ ὅση χρειάζεται, βυθίζεται στὸ πέλαγος τῆς καταστροφῆς.

Τὸ βαρυφορτωμένο πλοῖο δὲν τὸ ὠφελεῖ ἡ καλὴ κατασκευή του οὔτε ἡ καλοκαιρία οὔτε ἡ ἱκανότητα τοῦ καπετάνιου οὔτε τὸ πλῆθος τῶν ναυτῶν. Κι ἐκείνους ποὺ ρίχνονται στὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις καὶ τὰ φαγοπότια, δὲν τοὺς ὠφελοῦν νουθεσίες καὶ συμβουλὲς οὔτε προειδοποιήσεις καὶ ἀπειλὲς οὔτε ὁ φόβος τοῦ θανάτου καὶ τῆς κολάσεως. Λὲς καὶ δὲν τρῶνε γιὰ νὰ ζήσουν, ἀλλὰ ζοῦν γιὰ νὰ τρῶνε. Αφού, λοιπόν, τουρλώσουν τὴν κοιλιά τους καὶ παχύνουν τὸ σῶμα τους, φεύγουν ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, μὴν ἔχοντας κατορθώσει τίποτ’ ἄλλο παρὰ τὸ νὰ προετοιμάσουν μὲ τὴ σάρκα τοὺς πιὸ πλούσιο γεῦμα γιὰ τὰ σκουλήκια. Γιατί η παχυσαρκία, καθὼς προξενεῖ πολλὲς ἀσθένειες, ὁδηγεῖ συχνὰ σὲ πρόωρο θάνατο. Θὰ μπορούσαμε μάλιστα νὰ ποῦμε, πως τα πλούσια τραπέζια εἶναι χειρότερα κι ἀπὸ τὰ δηλητήρια. Γιατί τὰ δηλητήρια ξαποστέλνουν γρήγορα καὶ ἀνώδυνα ἐκείνους ποὺ τὰ παίρνουν, ἐνῶ τὰ πλούσια τραπέζια δημιουργοῦν ζωὴ χειρότερη ἀπὸ χίλιους θανάτους, καθὼς ἀργοσκοτώνουν τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ ὁποιεσδήποτε ἄλλες ἀρρώστιες, πολλοί τους συμπονοῦν, ἐνῶ ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ ἀρρώστιες, ποὺ τὶς προκαλεῖ ἡ κατάχρηση φαγητῶν καὶ ποτῶν, δὲν μποροῦν νὰ τοὺς συμπονέσουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἂν ἀκόμα θέλουν. Γιατί οἱ ἴδιοι γίνονται πρόξενοι τῶν ἀσθενειῶν τους, ὀδηγώντας θεληματικὰ τὸν ἑαυτό τους στὸ βάραθρο τῶν κακῶν.Ἕνα ἄγριο θηρίο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βλάψει τόσο, ὅσο ἡ ἐπιθυμία τῶν ὑλικῶν ἀπολαύσεων. Γιατί τὸ θηρίο μπορεῖ νὰ κατασπαράξει μόνο το σῶμα, ἐνώ η ἐπιθυμία τῶν ὑλικῶν ἀπολαύσεων, ὅταν ἐγκατασταθεῖ στὴν καρδιά μας, μαζὶ μὲ τὸ σῶμα καταστρέφει καὶ τὴν ψυχή.
Δὲν λέω νὰ ἐπιδοθεῖτε στὴ σκληραγωγία, ἂν δὲν θέλετε. Ας ἀποφεύγουμε τὰ περιττά, ἃς κόψουμε ὅ,τι δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ποια συγχώρηση θὰ ἔχουμε, ἀλήθεια, ὅταν ἄλλοι δὲν ἀπολαμβάνουν οὔτε τὸ ἀπαραίτητο, μολονότι τὸ δικαιοῦνται, κι ἐμεῖς ἀπολαμβάνουμε περισσότερα ἀπ’ ὅσα μᾶς χρειάζονται; Αλλά καὶ ποιὸς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπολαμβάνει περισσότερο, ἐκεῖνος ποὺ τρέφεται μὲ χορταρικὰ καὶ εἶναι ὑγιὴς ἢ ἐκεῖνος ποὺ τρώει συβαριτικὰ καὶ ὑποφέρει ἀπὸ διάφορες παθήσεις; Ὁ πρῶτος, φυσικά, ἀπολαμβάνει περισσότερο, ἀφοῦ ἔχει τὴν ὑγεία του.
Ἃς μὴ ζητᾶμε, λοιπόν, τίποτα παραπάνω ἀπὸ τὸ ἀναγκαῖο. Σοῦ φτάνουν τὰ ὄσπρια γιὰ νὰ ζήσεις μὲ ὑγεία; Τρῶγε ὄσπρια. Εἶσαι ἀσθενικὸς καὶ ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ φροῦτα καὶ λαχανικά; Δὲν σ’ ἐμποδίζει κανεὶς νὰ φᾶς. Εἶσαι ἀκόμα πιὸ ἀδύνατος καὶ σοῦ χρειάζεται κρέας; Δὲν θὰ σοῦ τὸ στερήσουμε. Ο σκοπός μας δὲν εἶναι ἡ βλάβη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἡ περικοπὴ τῶν περιττῶν· καὶ περιττὸ εἶναι ὅ,τι ξεπερνάει τὸ ἀναγκαῖο, καθετὶ παραπάνω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς ἀρκεῖ, γιὰ νὰ ζοῦμε μὲ ὑγεία καὶ εὐπρέπεια.
Δὲν βλέπετε ποῦ παλεύουμε ἐνάντια σὲ δυνάμεις ἀσώματες; Πῶς, λοιπόν, θὰ τὶς νικήσουμε, ἀφοῦ εἴμαστε σάρκες; Αν ἐκεῖνος ποὺ παλεύει μὲ ἀνθρώπους, πρέπει νὰ προσέχει τὴ διατροφή του, πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ τὸ κάνει, ὅταν ἔχει νὰ παλέψει μὲ δαίμονες. Τί γίνεται, ὅταν προσπαθεῖ νὰ παίξει κανεὶς κιθάρα, ποῦ οἱ χορδές της δὲν εἶναι καλὰ τεντωμένες; Ὅσο δεξιοτέχνης κι ἂν εἶναι ὁ κιθαριστής, τίποτα δὲν καταφέρνει. Οἱ χαλαρὲς χορδὲς δὲν ἀφήνουν τὰ δάχτυλά του νὰ δείξουν τὴν ἱκανότητά τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ το σώμα. Όταν εἶναι χαλαρὸ καὶ μαλθακὸ ἀπὸ τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις, δὲν ἀφήνει τὴν ψυχὴ νὰ προκόψει πνευματικά. Γι’ αὐτό, λοιπόν, ἃς τρῶμε καὶ ἃς πίνουμε τόσο, ὅσο φτάνει γιὰ νὰ εὐχαριστιόμαστε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διατηρεῖται τὸ σῶμα μας σὲ φυσικὴ κατάσταση τέτοια, ποὺ νὰ μὴ βλάπτει τὴν ψυχή.
Πραγματικά, τίποτα δὲν εἶναι τόσο ἀγαπητὸ στὸ διάβολο, ὅσο ἡ πολυφαγία, ἡ πολυποσία καί, γενικά, οἱ ὑλικὲς ἀπολαύσεις, ποὺ μεταβάλλουν τὸν ἄνθρωπο σὲ γουρούνι ἢ καὶ κάτι χειρότερο. Γιατί τὸ γουρούνι καὶ τὸ γαϊδούρι καὶ τὸ σκυλὶ καὶ ὄλατα ἄλογα ζῶα δὲν τρῶνε καὶ δὲν πίνουν ποτὲ περισσότερο ἀπ’ ὅσο χρειάζονται, ἐνῶ ὁ λογικὸς ἄνθρωπος, ὁ τιμημένος μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γίνεται ἄλογος, ὑπερβαίνοντας τὸ μέτρο. Ὁ ἴδιος μάλιστα, ἂν ἔχει ζῶα, δὲν τὰ ἀναγκάζει ποτὲ νὰ φᾶνε ἢ νὰ πιοῦν παραπάνω ἀπ’ ὅσο θέλουν. Καὶ ἂν τὸν ρωτήσεις τὸ γιατί, θὰ σοῦ ἀπαντήσει: “Γιὰ νὰ μὴν πάθουν κακὸ καὶ ὑποφέρουν”. Γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅμως, δὲν παίρνει αὐτὴ τὴ φροντίδα. Ἔτσι παντοτινὰ ὑποφέρει. Γιατί οι, συνέπειες τῆς λαιμαργίας καὶ τῆς μέθης -προπαντός της μέθης- διαρκοῦν πολύ. Ὅπως, ὅταν περάσει ὁ πυρετός, ἡ ἀδυναμία παραμένει, ἔτσι καὶ ὅταν περάσει ἡ μέθη, ἡ ζάλη παραμένει τόσο στὸ σῶμα ὅσο καὶ στὴν ψυχή. Τὸ ταλαίπωρο σῶμα εἶναι σὰν παράλυτο, ὅπως ἕνα ναυαγισμένο πλοῖο· καὶ ἡ πιὸ ταλαίπωρη ψυχή, καθὼς τὸ σῶμα βρίσκεται σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση, σηκώνει νέα τρικυμία καὶ ἀνάβει ζωηρότερη τὴν ἐπιθυμία. Πόσα κακὰ προξενοῦνται στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ μέθη, ντρέπομαι νὰ πῶ. Ἀφήνω τὴ συνείδησή σας, ποὺ τὰ γνωρίζει καλύτερα, νὰ κρίνει.
Ἀλήθεια, τί ὑπάρχει χειρότερο ἀπὸ τὸν μεθυσμένο, ποὺ τριγυρνάει τρικλίζοντας ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ γίνεται αἰτία νὰ βλασφημοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνόητούς τα δῶρα τοῦ Θεοῦ; Γιατί ἀκούω πολλούς, ὅταν βλέπουν τὰ καμώματα τῶν μεθυσμένων, νὰ λένε: “Καλύτερα νὰ μὴν ὑπῆρχε τὸ κρασί”. Τί ἀνοησία! Ἄλλοι φταῖνε, κι ἐσὺ κατηγορεῖς τοῦ Θεοῦ τὰ δῶρα; Μήπως τὸ κρασὶ κάνει τὸ κακό, ἄνθρωπέ μου; Ὄχι τὸ κρασί, ἀλλὰ ἡ ἀσωτία ἐκείνων ποὺ τὸ ἀπολαμβάνουν μὲ κακὸ τρόπο. Νὰ λές, λοιπόν, “Ἃς μὴν ὑπάρχει μέθη”, ὄχι “Ἃς μὴν ὑπῆρχε κρασί”. Γιατί ἔτσι, ἂν προχωρήσεις λίγο ἀκόμα, θὰ πεῖς: “Ἃς μὴν ὑπῆρχε μαχαίρι, γιὰ νὰ μὴ σκοτώνουν οἱ φονιάδες. Ἃς μὴν ὑπῆρχε νύχτα, γιὰ νὰ μὴν ἁρπάζουν οἱ κλέφτες. Ἃς μὴν ὑπῆρχε γυναίκα, γιὰ νὰ μὴν πέφτουμε στὴν πορνεία”. Καὶ κοντολογίς, θὰ ζητήσεις νὰ μὴν ὑπῆρχε τίποτα.
Μὴν κατηγορεῖς, λοιπόν, τὸ κρασί, ἀλλὰ τὴ μέθη καὶ ὅποιον μεταχειρίζεται τὸ καλὸ γιὰ κακό. Αὐτόν, ὅταν θὰ τὸν βρεῖς νηφάλιο, πλησίασε τὸν καὶ πές του: “Τὸ κρασὶ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ εὐφραινόμαστε, ὄχι γιὰ νὰ κάνουμε ἀπρέπειες· γιὰ νὰ γελᾶμε, ὄχι γιὰ νὰ γινόμαστε γελοῖοι· γιὰ νὰ διατηροῦμε τὴν ὑγεία μας, ὄχι γιὰ ν’ ἀρρωσταίνουμε· γιὰ νὰ δυναμώνουμε τὸ σῶμα, ὄχι γιὰ νὰ ἐξασθενίζουμε τὴν ψυχὴ μας”.
Πράγματι, τὸ λίγο κρασὶ καὶ εὐφροσύνη χαρίζει -ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός, «εὐφραίνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου» (Ψάλμ. 103:15)- ἀλλὰ καὶ ὑγεία, καθὼς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, συμβουλεύοντας τὸ μαθητὴ τοῦ Τιμόθεο: «Νὰ χρησιμοποιεῖς λίγο κρασὶ γιὰ τὸ στομάχι σου καὶ γιὰ τὶς συχνές σου ἀσθένειες» (Ἃ’ Τιμ. 5:23). Στὸν καθέναν ἀπό μας, βέβαια, ὁ ἀπόστολος θὰ ἔλεγε: “Νὰ χρησιμοποιεῖς λίγο μόνο κρασὶ γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς πορνείας, γιὰ τὶς αἰσχρολογίες καὶ γιὰ τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες, ποὺ συνήθως ξεσηκώνει ἡ μέθη”.
Ὅσοι ἀπὸ σᾶς μεθᾶτε, καταστρέφετε τὰ προτερήματα τοῦ κρασιοῦ. Καὶ τὴν ὑγεία σᾶς κλονίζετε καὶ τὴν εὐφροσύνη στερεῖστε. Ἀλήθεια, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ χάνουμε τὸν αὐτοέλεγχό μας, νὰ αἰσθανόμαστε ἀπερίγραπτη δυσφορία, νὰ θαρροῦμε πὼς ὅλα στριφογυρίζουν ὁλόγυρά μας, νὰ βυθιζόμαστε σὲ πυκνὸ σκοτάδι, νὰ χρειαζόμαστε βοήθεια καὶ περιποίηση, ὅπως οἱ ἄρρωστοι, νὰ βασανιζόμαστε μὲ τόσα καὶ τόσα κακά;
Ἐκεῖνοι ποὺ παραδίνονται στὴ μέθη, ὅσο περισσότερο κρασὶ πίνουν, τόσο περισσότερο διψοῦν. Τὸ πιοτὸ ἐντείνει ὅλο καὶ περισσότερο τὴ δίψα τους. Καὶ ἡ ἡδονή, ποὺ προξενεῖ τὸ κρασί, ἐξαφανίζεται, ἡ δίψα ὅμως, ἐπειδὴ γίνεται ἀκατάσχετη, παρασύρει στὸν γκρεμὸ τῆς μέθης ὅσους αἰχμαλωτίζει. Μήπως νομίζουμε ὅτι τὸ φάρυγγα τὸν ἔχουμε, γιὰ νὰ τοῦ ρίχνουμε μέσα ἀκατάπαυστα φαγητὰ καὶ ποτά; Δὲν τὸν ἔχουμε γι’ αὐτό, ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνουμε στὸ Θεὸ προσευχές, γιὰ νὰ διδάσκουμε τοὺς θείους νόμους, γιὰ νὰ συμβουλεύουμε τοὺς συνανθρώπους μᾶς ὅ,τι ὠφελεῖ καὶ συμφέρει τὶς ψυχές τους.
Τὰ ὁρμητικὰ ποτάμια δὲν διαβρώνουν καὶ δὲν καταστρέφουν τὶς ὄχθες τοὺς τόσο εὔκολα, ὅσο ἡ τρυφὴ καὶ ἡ ἀπόλαυση, ἡ λαιμαργία καὶ ἡ μέθη τὴ σωματικὴ καὶ ψυχική μας ὑγεία. Γιατί τὸ σῶμα τὸ κάνουν πλαδαρό, ἀδύναμο, φιλάσθενο· καὶ τὴν ψυχὴ τὴν κάνουν ράθυμη, δειλή, χαύνη.
Δὲν εἶναι, λοιπόν, κακό το νὰ τρῶμε. Κάθε ἄλλο. Ἡ λαιμαργία εἶναι κακό. Δὲν εἶναι, ἐπίσης, κακό το νὰ πίνουμε κρασί. Τὸ ἄμετρο κρασοπότι, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μέθη, εἶναι κακό. Ὁ Κύριος μας ἔδωσε ὑλικὸ σῶμα, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συντηρηθεῖ ἀλλιῶς, παρὰ μόνο μὲ τροφές. Στὴ λήψη τους, ὅμως, χρειάζεται μέτρο, γιὰ νὰ διατηρεῖται ἡ ὑγεία καὶ ἡ εὐεξία μας.
Ἃς προσέχουμε, ἑπομένως, νὰ τρῶμε καὶ νὰ πίνουμε τόσο μόνο, ὅσο καὶ πραγματικὴ ἡδονὴ μᾶς χαρίζει καὶ τὸ σῶμα μᾶς τρέφει, ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὸ γιὰ τὴν ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, μὲ τὴ χάρη Του, καὶ στὴν παροῦσα ζωὴ θὰ περάσουμε καλὰ καὶ τὴ μελλοντικὴ θὰ κερδίσουμε.

(Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Θέματα ζωῆς». Κείμενα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου. Ἡ ἐπεξεργασία καὶ μετάφραση τῶν κειμένων καθὼς καὶ ἡ ἔκδοση τῶν βιβλίων ἔχουν γίνει ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, Τόμος Α’)

πηγή