Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»

αρχείο λήψης1. Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι που να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του. Κι αυτό, γιατί πίστευε πως το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.
Και πάλι είπαν για τον αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πως «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου». Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, αν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δεν άντεχε να μην αναπαύσει μ’ αυτό τον πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τις πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή την είδε και τη θέλησε, δεν τον άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.
Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματά τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τον πλησίον.
Κανείς δεν μπορεί να φράσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δεν ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται, μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκαταστήσει μαζί με το Θεό, τίποτε που να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ.και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό – να γίνει θεοφόρος – μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πως ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; (308-9).
2. Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ο άγιος Μακάριος ο Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους που καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πως θα’ θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ο αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, που πήρε από το κελί του, με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.
Αλλά και ο αββάς Αγάθων, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο που ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ο αββάς ήταν ο πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του, και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ο θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρό του. Οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μια άκρη. Σι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι που ο άρρωστος έγινε καλά. (373 – 4).
3. Ο λόγος του Κυρίου ο αληθινός κα αψευδής μας λέει ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τον πόθο των κοσμικών πραγμάτωνκαι μαζι, την αγάπη του Θεού (Ματθ. 6, 24). (15).
4. Αυτός ο άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, που από την πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως προς τις υλικές του ανάγκες. Διότι ο ελεών το φτωχό έχει το Θεό να φροντίζει για τις δικές του ανάγκες. Και αυτός που στερείται για το Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.
Ο Θεός δε χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει την εικόνα του και να την τιμά για την αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μην πεις μέσα στην καρδία σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει, και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι που δεν γνωρίζουν το Θεό. Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή που του έκανε ο ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να την χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από τον Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή που σου έκαμε ο Θεός και απομάκρυνες τη χάρη του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου’ δωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου, και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο (23 – 4).

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής

5. Η αγάπη είναι καρπός της προσευχής. Η αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρις αμέλεια («ακηδεία»). Οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη. (272).
6. Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του. (156).

Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος

7. Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει η τρυφή όλων των μακαρισμών. Μ’ αυτόν τον παράδεισο ο μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά που μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε που τα’ βαλε ο λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκαν ο Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.

Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ο Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ιδρώτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ιδρώτα, και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί που επέτρεψε ο Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωσή του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, η εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ο σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ιδρώτα του προσώπου μας.

Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ο ουράνιος άρτος είναι ο Χριστός, που ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αυτή η ζωή είναι η τροφή των αγγέλων.

Όποιος βρήκε των αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων – λέει - από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (“εις τον αιώνα”) δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Φριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιω. 4, 8). Λοιπόν όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.

Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλεία του Θεού.

8. Η αγάπη είναι η βασιλεία, που μυστικά υποσχέθηκε ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λκ. 22, 30) τί άλλο είναι παρά η αγάπη; Γιατί η αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Η αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Χ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός που ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι, και ένιωσαν ντροπή, οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας, και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές, και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια, και οι φτωχοί και πλούτησαν με την ελπίδα, και οι άρρωστοι, και έγιναν υγιείς, και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί. (282 – 3).

Η πρακτική αγάπη

9. Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και η ελεημοσύνη, τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον.

Τι ωραία και αξιέπαινη που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια η μέριμνα γι’ αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι η συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ’ αυτήν και την κοινωνία με το Θεό! (289).

10. Ένας άνθρωπος που ασχολείται με τα βιωτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι’ αυτήν, η ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου. (300)

11. Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγοριέται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ο εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός. Γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψεύδος, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του.

Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και όποιος αποστρέφει το πρόσωπό του από τον ευρισκόμενο σε στεναχώρια, η ημέρα του θα είναι σκοτεινή. (354)

12. Είπε ένας γνωστικός άγιος ότι τίποτε δεν μπορεί να λυτρώσει το μοναχό από το δαίμονα της υπερηφάνειας και να τον βοηθήσει όταν το πάθος της πορνείας είναι σε έξαψη, όσο το να επισκέπτεται και να υπηρετεί τους κατάκοιτους και κείνους που λιώνουν από το σωματικό πόνο. (355)

13. Είπε ο Κύριος: «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να κάνετε σ’ αυτούς» (Λουκ. 6, 31). Όταν όμως ο άνθρωπος δεν έχει υλικά αγαθά ούτε σωματική δύναμη για να εκπληρώσει την αγάπη προς τον αδελφό του, τότε είναι αρκετή για το Θεό μόνη η αγάπη για τον αδελφό, που φυλάγεται στην προαίρεσή του. (355)

 Η αγάπη του Θεού είναι αστείρευτη

14. Η αγάπη που προέρχεται από τα πράγματα αυτού του κόσμου μοιάζει με το φως του λυχναριού, που συντηρείται με το λάδι, ή ακόμα, μοιάζει με το χείμαρρο, που τρέχει μόνο όταν βρέχει, ή γίνεται ξερός όταν σταματήσει η βροχή. Όμως η αγάπη που προέρχεται από τον Θεό είναι σαν την πηγή που αναβλύζει και ποτέ δεν σταματάει η ροή της, και το νερό της δε σώνεται, γιατί ο Θεός μόνος είναι η πηγή της αγάπης. (143).

Η αγάπη του Θεού φέρνει ασυνήθιστη αλλοίωση

 15. Η αγάπη του Θεού είναι από τη φύση της θερμή. Και όταν πέσει σε κάποιον με υπερβολή, κάνει εκείνη την ψυχή εκστατική. Γι’ αυτό και η καρδιά εκείνου που την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη δεχθεί μέσα του και να την αντέξει, αλλά ανάλογα με την ποιότητα της αγάπης που τον επισκίασε, φαίνεται απάνω του μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Και αυτά είναι τα αισθητά σημεία αυτής της αλλοίωσης:
Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται κόκκινο σαν τη φωτιά και χαρούμενο, και το σώμα του θερμαίνεται. Φεύγει απ’ αυτόν ο φόβος και η συστολή («αιδώς»), και γίνεται εκστατικός. Και η δύναμη που συμμαζεύει το νου χάνεται, και έρχεται σε κατάσταση εξωλογική («έκφρων»). Το φοβερό θάνατο για χαρά τον περνάει και ποτέ του ο νους του δε σταματάει να βλέπει και να στοχάζεται τα ουράνια. Και χωρίς να βρίσκεται σωματικά στους ουρανούς, μιλάει σαν να είναι παρών εκεί, χωρίς βέβαια να τον βλέπει κανένας. Χάνει τη φυσική γνώση και τη φυσική όραση και χάνει την αίσθηση της κίνησής του μέσα στον αισθητό χώρο. Γιατί και όταν κάνει κάτι, δεν το αισθάνεται καθόλου, αφού ο νους του είναι μετέωρος στη θεωρία των ουρανίων. Και η διάνοιά του φαίνεται να συνομιλεί με κάποιον άλλον.
Αυτή την πνευματική μέθη μεθύσανε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες. Και οι μεν Απόστολοι γυρίσανε όλο τον κόσμο μέσα σε κόπο και μόχθο και ονειδισμούς, ενώ οι Μάρτυρες με κομματιασμένα τα μέλη τους έχυσαν τα αίματά τους σαν τον τρεχούμενο νερό και, ενώ υπέφεραν φοβερά βασανιστήρια, δε δείλιασαν, παρά τα υπέμειναν με γενναιότητα, και ενώ στην πραγματικότητα ήταν σοφοί, τους πέρασαν για άμυαλους. Άλλοι πάλι περιπλανήθηκαν σε έρημους τόπους και στα βουνά και στις σπηλιές και στις τρύπες της γης. Αυτά που έκαμναν ήταν για τον κόσμο αταξίες, ενώ για το Θεό ήταν εύτακτα. Αυτή την ανοησία τους μακάρι να μας αξιώσει ο Θεός και μεις να τη φτάσουμε! (104 – 5 ).

Αληθινή ελεημοσύνη

16. Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση και θα θερίσεις το έλεος του Θεού την ημέρα που θα σε κρίνει. Ποια αμαρτήματα σε έκαναν να χάσεις τη χάρη του Θεού; απ’ αυτά να θεραπευθείς για να την αποκτήσεις. Έχασες τη σωφροσύνη; Δεν δέχεται από σένα ο Θεός την ελεημοσύνη ενόσω επιμένεις στην πορνεία. Διότι ο Θεός από σένα θέλει τον αγιασμό του σώματος. (20).

Ο πραγματικός ελεήμων

 17. Ο ελεήμων να δίνει ελεημοσύνη απ’ αυτά που ο ίδιος απέκτησε, με το δικό του μόχθο και πόνο, και όχι απ’ αυτά που κέρδισε με το ψέμα και την αδικία και με πονηριές. Ένας άγιος άνθρωπος είπε: Αν θέλεις να σπείρεις την αγάπη σου στους φτωχούς, να σπείρεις από τα δικά σου. Αν πάλι θέλεις να σπείρες από τα αγαθά των ξένων, που απέκτησες άδικα, να γνωρίζεις ότι θα γίνουν για σένα πιο πικρά από τα αγριόχορτα. Σας λέω λοιπόν εγώ, ότι αν ο ελεήμων δεν ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης, δεν είναι ελεήμων. Γιατί πρέπει όχι μόνο από τα δικά του να δίνει ελεημοσύνη, αλλά και με χαρά να υπομένει τις αδικίες που του γίνονται από τους άλλους, και να ελεεί αυτούς που τον αδικούν. Όταν νικήσει τη δικαιοσύνη με την ελεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, όχι με τα στεφάνια των δικαίων του ιουδαϊκού νόμου, αλλά με τα στεφάνια των τελείων, που αναφέρει το ευαγγέλιο. Γιατί το να δίνει κανείς στους φτωχούς από τα δικά του, και να ντύνει το γυμνό, και να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, και να μην αδικεί, ούτε να λέει ψέματα, αυτά και ο παλιός νόμος τα απαιτούσε. Όμως η τελειότητα της οικονομίας του ευαγγελίου έτσι προστάζει: «Απ’ αυτόν που αρπάζει τα πράγματά σου μην τα ζητάς πίσω, και να δίνεις σ’ όποιον ζητάει από σένα, χωρίς διάκριση», αν είναι συγγενής σου ή ξένος κ.λ.π. (Λουκ. 6, 30). Και όχι μόνο όταν αρπάζουν τα πράγματά σου, αλλά και τα άλλα δυσάρεστα που σου έρχονται απέξω, πρέπει να τα υπομένεις με χαρά, και να θυσιάζεις ακόμη και τη ζωή σου για τον αδελφό σου. Αυτός είναι ο πραγματικός ελεήμων, και όχι αυτός που δίνει απλώς με το χέρι του ελεημοσύνη στον αδελφό του. Όποιος λοιπόν ακούσει ή δει με τα μάτια του ότι κάτι στεναχωρεί τον αδελφό του και δεν μπορεί να τον αναπαύσει με υλικά αγαθά, αλλά τον συμπονεί και καίεται η καρδιά του γι’ αυτόν, και αυτός είναι αληθινά ελεήμων. Το ίδιο είναι ελεήμων και όποιος δεχθεί ράπισμα από τον αδελφό του και δεν του αντιμιλήσει με την κοσμική αδιαντροπιά και δεν προκαλέσει λύπη στην καρδιά του. (91 – 2).

Η αγάπη δεν γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της

 18. Η αγάπη του Θεού δεν γνωρίζει την ντροπή. Γι’ αυτό και δε γνωρίζει την τυποποιημένη κοσμιότητα. Η αγάπη έχει το φυσικό ιδίωμα να μη γνωρίζει σε ποια μέτρα βρίσκεται. Ευτυχής είναι εκείνος που βρήκε εσένα, που είσαι το λιμάνι κάθε χαράς! (236).

Η ελεημοσύνη μας κάνει όμοιους με το Θεό

19. Θέλεις να έχεις πνευματική κοινωνία με το Θεό και να απολαύσεις εκείνη την ηδονή που είναι ελεύθερη από τις σωματικές αισθήσεις;

Ακολούθησε την εντολή της ελεημοσύνης. Αυτή η ελεημοσύνη του Θεού, όταν βρεθεί μέσα στην καρδιά σου, εικονίζει μέσα σου εκείνο το άγιο κάλλος του Θεού, ως προς το οποίο ήδη έγινες όμοιος με αυτόν.

Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή

20. Αδελφέ μου ασκητή, αν σου περισσεύει κάτι απ’ αυτά που σου χρειάζονται για σήμερα, δωσ’ το στους φτωχούς και πήγαινε να προσφέρεις τις προσευχές σου στο Θεό με παρρησία. Μίλησε δηλ. με το Θεό σαν γιος με πατέρα. Τίποτε δεν μπορεί να φέρει την καρδιά μας κοντά στο Θεό, όσο η ελεημοσύνη. Και τίποτε δεν προκαλεί στο νου τόσο γαλήνη, όση η θεληματική φτώχεια. Καλύτερα να σε λένε οι πολλοί άνθρωποι αμαθή για την απλότητα των τρόπων σου, παρά να δοξάζεσαι ως σοφός και πανέξυπνος. Εάν ένας άνθρωπος είναι πάνω σε άλογο και απλώσει προς το μέρος σου το χέρι του για να πάρει ελεημοσύνη, μην τον αφήσεις να φύγει με άδεια χέρια, διότι οπωσδήποτε εκείνη την ώρα είναι ενδεής, όπως ένας φτωχός. Όταν λοιπόν δίνεις, να δίνεις μεγαλόψυχα, και με ιλαρό πρόσωπο, και να δίνεις περισσότερο απ’ όσο σου ζητάνε. Διότι λέει ο λόγος του Θεού: «Στείλε το ψωμί σου στο φτωχό και σε λίγο θα βρεις την ανταπόδοση». Μην ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό και μη θέλεις να μάθεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος, αλλά να είναι για σένα όλοι οι άνθρωποι ίσοι, προκειμένου να τους κάνεις το καλό. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσεις να ελκύσεις στο καλό και αυτούς που δεν αξίζουν να τους ελεήσεις. Διότι η ψυχή γρήγορα έλκεται από τις σωματικές ευεργεσίες στο φόβο του Θεού. Ο Κύριος καθόταν και έτρωγε στα τραπέζια με τους τελώνες και τις πόρνες, και δεν ξεχώριζε τους ανάξιους, για να τους ελκύσει όλους, με το έλεός του, στο φόβο του Θεού, και για να μπορέσουν να πλησιάσουν στα πνευματικά μέσω των υλικών αγαθών. Γι’ αυτό το λόγο, στην ελεημοσύνη και στην τιμή, εξίσωσε όλους τους ανθρώπους, είτε είναι κάποιος Ιουδαίος, είτε άπιστος, είτε φονιάς, και μάλιστα διότι είναι αδελφός σου και έχει την ίδια ανθρώπινη φύση με σένα και πλανήθηκε από την αλήθεια χωρίς να το καταλάβει.
Όταν κάνεις ένα καλό σε κάποιον, μεν περιμένεις ανταμοιβή από μέρους του και, έτσι, θα λάβεις αμοιβή από το Θεό και για τα δύο: και για το καλό που έκανες και γιατί δε ζήτησες αναγνώριση. Και αν σου είναι δυνατό, ούτε για τη μέλλουσα ανταμοιβή να κάνεις το καλό, γιατί η αληθινή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει τι θα πει ανταμοιβή. (99 – 100).

Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο.

 12. Σκέπασε τον αμαρτάνοντα, όταν δεν έχεις απ΄ αυτό πνευματική ζημία. Έτσι και αυτός τον κάνεις να έχει θάρρος στον αγώνα του, και εσένα σε στηρίζει το έλεος του Κυρίου σου. Στήριζε με το λόγο σου τους ασθενείς και αυτούς που έχουν λυπημένη καρδιά και, όσο στο χέρι σου έχεις υλικά αγαθά, ελέησέ τους, και θα σε υποστηρίξει η δύναμη του Θεού που συντηρεί τα πάντα.
Να μοιράζεσαι τη λύπη των ανθρώπων πονώντας γι’ αυτούς στην προσευχή σου με όλη σου την καρδιά, και θ’ ανοίξει μπροστά στις ικεσία σου η πηγή τους ελέους του Θεού. (128 – 9).

Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του

 22. Και τούτο, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω. Ας γέρνει πάντοτε μέσα σου ο ζυγός της ελεημοσύνης, μέχρι να αισθανθείς στην καρδιά σου εκείνο το έλεος που πρέπει να έχεις για τον κόσμο.
Ο ελεήμων άνθρωπος είναι ιατρός της ψυχής του, διότι σαν βίαιος άνεμος αποδιώκει από μέσα του το σκοτάδι που προκαλούν τα πάθη. Αυτό είναι το αγαθό χρέος που έχουμε προς το Θεό, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο της αιωνίου ζωής. (151).

«Κλαίειν μετά κλαιόντων»

 23. Να ευφραίνεσαι μαζί με αυτούς που ευφραίνονται, και να κλαις μαζί με αυτούς που κλαίνε. Αυτό φανερώνει την καθαρή σου καρδιά. Με τους αρρώστους αρρώστησε και συ. Με τους αμαρτωλούς να κλάψεις. Με αυτούς που μετανοούν για τις αμαρτίες τους να χαρείς. Να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά και να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου. Να ζεις κατά κάποιον τρόπο τα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά, σαν μοναχός που είσαι, να μη ζεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Να μην ελέγξεις κανέναν σαν αν είσαι εσύ κάτι παραπάνω απ’ αυτόν, ούτε να ονειδίσεις και να προσβάλεις άνθρωπο, ακόμη κι αυτούς που έχουν πολύ κακό βίο και πολιτεία. Άπλωσε το φόρεμα της στοργής σου και σκέπασε αυτόν που αμαρτάνει. Και αν δεν μπορέσεις να πάρεις επάνω σου τα αμαρτήματά του και την τιμωρία και την ντροπή του, τουλάχιστον κάνε υπομονή και μη τον ντροπιάζεις μπροστά σου, ή μπροστά στον κόσμο. (239).

Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης

 24. Εάν δώσεις κάτι στο φτωχό, να το δώσεις με πρόσωπο ιλαρό, και με καλά λόγια να τον παρηγορήσεις για τη θλίψη του. Όταν κάνεις αυτό που είπα, η ιλαρότητα του προσώπου σου κυριαρχεί στο μυαλό του περισσότερο παρά αυτό που χρειαζόταν και το έλαβε.
Όταν ανοίξεις το στόμα σου κα μιλήσεις εναντίον κάποιου, να θεωρήσεις τον εαυτό σου νεκρό κα άκαρπο για το Θεό εκείνη την ημέρα και ότι όλα τα καλά σου έργα πήγαν χαμένα, κι αν ακόμη έχεις τη γνώμη ότι ο λογισμός σου σε προέτρεψε να μιλήσεις με ειλικρίνεια και με σκοπό να βοηθήσεις. Ποιά ανάγκη υπάρχει, αλήθεια, να γκρεμίσεις με τα λόγια σου το δικό σου πνευματικό σπίτι, για να διορθώσεις του αλλουνού;
Αν έχεις μέσα σου λύπη, για έναν άνθρωπο που για κάποιο λόγο, σωματικά ή ψυχικά, είναι άρρωστος, εκείνη την ημέρα να θεωρείς τον εαυτό σου μάρτυρα και να αισθάνεσαι ότι έπαθες για το Φριστό και ότι αξιώθηκες να τον ομολογήσεις όπως οι ομολογητές. Θυμήσου βέβαια ότι ο Φριστός πέθανε για τους αμαρτωλούς και όχι γι’ αυτούς που πιστεύουν πως είναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαίο είναι να φέρεσαι έτσι. Μεγάλο πράγμα είναι να λυπάται η καρδιά σου για τους πονηρούς, και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς μάλλον παρά τους δικαίους.

Η ελεημοσύνη του Θεού είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία 

 25. Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), όταν συνυπάρχουν μέσα στην ίδια την ψυχή, μοιάζουν με τον άνθρωπο που, μέσα στον ίδιο ναό, προσκυνεί το Θεό και τα είδωλα. Η ελεημοσύνη είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία. Η δικαιοκρισία μετράει και αποδίδει ακριβώς τα ίσα. Γιατί στον καθένα δίνει ό,τι του αξίζει και δε γέρνει προς το ένα μέρος ούτε προσωποληπτεί κατά την ανταπόδοση του δικαίου.
Η ελεημοσύνη όμως είναι λύπη της ψυχής για τον ανήμπορο. Η ελεημοσύνη κινείται από τη θεία χάρη και ξεστρατίζει για να βοηθήσει όλους με συμπάθεια, και στον άξιο τιμωρίας δεν ανταποδίδει το κακό, και τον άξιο του καλού επαίνου τον φορτώνει με αγαθά. Όπως το ξερό χορτάρι και η φωτιά δεν μπορούν να βρεθούν μαζί στον ίδιο χώρο, έτσι δεν μπορούν να συνευρίσκονται στην ίδια ψυχή η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη. Και όπως δεν μπορούν να ισοζυγιαστούν στους δίσκους της ζυγαριάς ένας κόκκος άμμου από τη μια, και το πολύ βαρύ χρυσάφι από την άλλη, έτσι και η δικαιοκρισία του Θεού δεν μπορεί να εξομοιωθεί στο βάρος και να ισοζυγιαστεί με την ελεημοσύνη του. Και όπως μια χουφτιά άμμου, που πέφτει σε μεγάλη θάλασσα, χάνεται, έτσι και τα αμαρτήματα οποιουδήποτε ανθρώπου δεν μπορούν να σταθούν μπροστά στη φιλάνθρωπη πρόνοια και στην ευσπλαχνία του Θεού. Και όπως δεν μπορεί να φράξει κανείς μια πηγή με πολύ νερό με μια χούφτα χώμα, έτσι δεν μπορεί να νικηθεί η ελεημοσύνη του Θεού από την κακία των κτισμάτων του. Όπως δεν είναι δυνατό να εμποδίσουμε τη φλόγα της φωτιάς να ανεβεί προς τα επάνω, έτσι δεν μπορούν να εμποδισθούν οι προσευχές των ελεημόνων να ανεβούν στον ουρανό. (235 – 6).
26. Να γίνεις κήρυκας της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού που, ενώ είσαι ανάξιος, σε φροντίζει και, ενώ τα χρέη σου σ’ αυτόν είναι πολλά, δε σε εκδικείται, παρά για τα μικρά καλά σου έργα που αντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μη καλέσεις λοιπόν το Θεό δίκαιο, γιατί η δικαιοσύνη του δε φαίνεται στα αμαρτωλά σου έργα. Και αν ο Δαβίδ τον ονομάζει δίκαιο και ευθύ, όμως ο Τιός του Κύριος Ιησούς Χριστός μας φανέρωσε «ότι μάλλον είναι αγαθός και χρηστός» (Λκ. 6, 35). Είναι αγαθός, λέει, για τους πονηρούς και τους ασεβείς. Και πως μπορείς να ονομάζεις το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσεις στο κεφάλαιο του ευαγγελίου που γράφει για το μισθό των εργατών; Λέει λοιπόν εκεί: «Φίλε, δε σε αδικώ. Θέλω να δώσω σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα και σε σένα. Ή μήπως επειδή είμαι καλός, το μάτι σου γεμίζει από ζήλια;» (Ματθ. 20, 13). Πως πάλι μπορεί να ονομάζει κανείς το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσει για τον άσωτο γιο, που σκόρπισε τον πλούτο ασωτεύοντας; Πώς έτρεξε ο πατέρας του και, μόνο με την κατάνυξη και τη συντριβή που έδειξε, έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία να χαίρεται μέσα στον πλούτο του; Και αυτά βέβαια για τον πατέρα του δεν τα είπε κανένας άλλος ώστε να διστάσουμε να τον πιστέψουμε, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Αυτός με τη δική του μαρτυρία μας βεβαίωσε ότι έτσι έχει το πράγμα. Που βλέπεις λοιπόν τη δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι ήμασταν αμαρτωλοί και ο Χριστός πέθανε για μας; Εάν λοιπόν ο Θεός σ’ αυτή τη ζωή είναι ελεήμων και εύσπλαχνος, ας πιστέψουμε ότι ο Θεός δεν μπορεί να αλλοιωθεί.
Λέει ο άγιος Κύριλλος στην ερμηνεία της Γενέσεως: Να φοβάσαι το Θεό από αγάπη και όχι από το σκληρό όνομα της δικαιοσύνης που του δώσανε. Αγάπησέ τον, λοιπόν, όπως έχεις χρέος να τον αγαπήσεις, και όχι για τα μέλλοντα αγαθά που περιμένεις να σου δώσει, αλλά για όσα λάβαμε, και μόνο για τούτον τον κόσμο που δημιούργησε για μας και μας τον χάρισε.
Γιατί, είναι κανείς που μπορεί να ανταμείψει το Θεό για ό,τι μας χάρισε; Που είναι η δίκαιη ανταπόδοση στα έργα μας; Ποιος έπεισε το Θεό να μας δημιουργήσει; Και υπάρχει κανείς να τον παρακαλεί για λογαριασμό μας όταν γινόμαστε αχάριστοι; Και όταν κάποτε δεν υπήρχαμε, ποιος ξύπνησε εκείνο το σώμα μας και το έφερε στη ζωή; Ας νιώθουμε, λοιπόν, ευγνωμοσύνη και αγάπη για όσα η άφατη φιλανθρωπία του Θεού μας χάρισε και συνεχίζει να μας χαρίζει.

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *