Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ (1392 – 1444)

Ὁ ἀναδειχθεῖς σὲ φλογερὸ ὑπέρμαχο καὶ ἀκράδαντο στύλο τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως θεόπνευστος καὶ πανευκλεὴς ἱεράρχης τῆς Ἐφέσου


001a ag-Markos-Eygenikos

Μεταξύ των φωτισμένων ἱεραρχῶν, μεγάλων διδασκάλων καὶ φλογερῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξέχουσα θέση καταλαμβάνει ὁ τιμώμενος στὶς 19 Ἰανουαρίου Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ἀγωνιστὴς Ἐπίσκοπός της Ἐφέσου, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε ὁ ἀδιάψευστος μονομάχος, ὁ φλογερὸς ὑπέρμαχος καὶ ὁ πιστὸς φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἀνατολικῶν Γραικῶν ἀπέναντι στὴν ἐπιρροὴ καὶ ἀπειλῆ τοῦ Παπισμοῦ τῆς Δύσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξε μέγας εὐεργέτης καὶ λαμπρὸς φωστὴρ τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ κράτησε στοὺς ὤμους τοῦ ἀνόθευτο ὅλο τὸν πνευματικὸ πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας, γενόμενος «ὄργανον τοῦ Παρακλήτου», «θεοκρότητος σάλπιγγα τῆς θεολογίας», «ὑπέρμαχος τῶν εὐσεβῶν δογμάτων», «θερμοτατος ζηλωτὴς τῆς πατροπαραδότου ὁμολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως», «ἀνατροπέας τῆς παπικῆς ἀλαζονείας», «ἀκένωτος ποταμὸς τῶν εὐσεβῶν συγγραμμάτων». 

Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ λαμπρότατος αὐτὸς φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὑμνηθεῖς ὡς «μέγας ζηλωτής, ὑπερμαχὼν πατρώου φρονήματος καὶ καθαιρῶν τοῦ σκότους τὰ ὑψώματα», γεννήθηκε τὸ 1392 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦταν γόνος ἐπιφανοῦς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Μανουήλ, οἱ δὲ εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς στὴν καταγωγὴ γονεῖς τοῦ φρόντισαν νὰ τὸν ἀναθρέψουν μὲ τὰ νάματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν ἐπιμελῆ καὶ ἀνωτέρα μόρφωση. Τὰ πρῶτα γράμματα ὁ Μανουὴλ τὰ διδάχθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν Γεώργιο, ὁ ὁποῖος ἦταν διάκονος καὶ σακελλίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ εἶχε μία φημισμένη ἰδιωτικὴ σχολή. Ὅταν ὅμως ὁ Μανουὴλ ἦταν δεκατριῶν ἐτῶν, ὁ πατέρας τοῦ ἀπεβίωσε καὶ ἔτσι ἔμεινε ὀρφανὸς μαζὶ καὶ μὲ τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἰωάννη. Τότε ἡ μητέρα του, ἡ Μαρία, ἡ ὁποία ἦταν κόρη ἑνὸς εὐσεβοῦς ἰατροῦ, ὀνόματι Λουκᾶς, τὸν ἔστειλε νὰ μορφωθεῖ ἀκόμη περισσότερο πλησίον των ἐπιφανέστερων καὶ σοφότερων διδασκάλων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι ἦταν ὁ Ἰωάννης Χορτασμένος (ὁ καὶ μετέπειτα ἐκλεγεῖς Μητροπολίτης Σηλυβρίας Ἰγνάτιος) καὶ ὁ φημισμένος μαθηματικὸς καὶ φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστὸς ἢ Πλήθωνας. Ὅταν ὁ Μανουὴλ ὁλοκλήρωσε τὴ μόρφωσή του, ἀνέλαβε τὴ διεύθυνση τοῦ πατριαρχικοῦ σχολείου καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἀναδείχθηκε ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους διδασκάλους τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ διέπρεψαν ἀργότερα, ὅπως ὁ Γεώργιος Σχολάριος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν Αλωση τῆς Βασιλεύουσας ἐξελέγη πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸ ὄνομα Γεννάδιος, ὁ Θεόδωρος Ἀγαλλιανὸς καὶ ὁ Μητροπολίτης Μηδείας Θεοφάνης. 

/

Ἔχοντας ὅμως ὁ Μανουὴλ κλίση πρὸς τὸν ἡσυχαστικὸ βίο, διένειμε ὅλη τὴν περιουσία του καὶ σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό. Ἔτσι τὸ 1418 κατέφυγε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Πριγκηπόνησα, τὴ νῆσο Ἀντιγόνη, καὶ ἐκεῖ στὴ μονὴ τῆς νήσου ἐκάρη μοναχός, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Μάρκος. Στὸν τόπο αὐτὸ παρέμεινε ἀγωνιζόμενος πνευματικὰ ἐπὶ δύο ἔτη κοντὰ στὸν ἐνάρετο καὶ ἐπιφανῆ ἀσκητὴ Συμεών. Ὅμως μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια, τὸ 1420, ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μονὴ τῆς νήσου Ἀντιγόνη ἐξαιτίας τῶν ὀθωμανικῶν ἐπιδρομῶν καὶ νὰ καταφύγει στὴν περιώνυμη μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ἱδρυθεῖσα περὶ τὰ μέσα του 11ου αἰώνα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ΄ Μονομάχο (1042-1055). Στὴν περίφημη αὐτὴ μονὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπιδόθηκε σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνέθεσε τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἑκατὸ διασωθέντα ἔργα του. Μεταξὺ αὐτῶν ἀξιομνημόνευτα εἶναι τὰ ἔργα ποὺ συνέγραψε ἐναντίον τῶν λατινοφρόνων ἀντιπάλων του Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1296-1359), τὸν ὁποῖο εἶχε ὡς φωτεινὸ πρότυπο καὶ καθοδηγητὴ στὴ ζωή του. Στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων ἔλαβε καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης, παρὰ τοὺς δισταγμούς του, ἀφοῦ θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἀνάξιο γιὰ μία τέτοια ὑψηλὴ ἀποστολή. Σὲ πολὺ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἔγινε γνωστὸς γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του, γεγονὸς ποὺ τὸν κατέστησε φημισμένο πνευματικό. Γι’ αὐτὸ τόσο κληρικοὶ ὅσο καὶ λαϊκοὶ ζητοῦσαν τὴ γνώμη του γιὰ διάφορα θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ θέματα. 

/

Παρόλο ὅμως ποὺ ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ἐπιζητοῦσε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ τὴν κατὰ Θεὸν ἄσκηση, ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία διερχόταν στιγμὲς ἀγωνίας ἐξαιτίας τῆς ὀθωμανικῆς ἀπειλῆς. Ἡ πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἀστάθεια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο Μάρκο νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀγωνισθεῖ μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις γιὰ τὴν προστασία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Γένους μας. Καὶ αὐτὰ ἦταν ἀναγκαῖα, διότι ὁ Πάπας στὴν προσπάθειά του νὰ διασώσει τὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν ἐπερχόμενη ὀθωμανικὴ ἀπειλή, ἐπεδίωκε μὲ κάθε τρόπο τὴν ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν Παπικὴ Ἐκκλησία, γεγονὸς ποὺ θὰ ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴν ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Στὴ δύσκολη αὐτὴ χρονικὴ στιγμὴ γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὅρισε τὸ 1436 τὸν ἱερομόναχο Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ὡς ἀντιπρόσωπό του στὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία θὰ συγκαλοῦνταν γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι ὁ ἱερομόναχος Μάρκος διέθετε τέτοιο κύρος καὶ ἀπολάμβανε τέτοια ἐκτίμηση ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Ἡ΄Παλαιολόγο (1425-1448), ὥστε τὸ 1437 καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτου Ἐφέσου Ἰωάσαφ, ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἐφέσου, ὕστερα μάλιστα καὶ ἀπὸ τὴν ἔντονη ἐπιμονὴ τοῦ αὐτοκράτορα. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ὡς Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439), ἀναδειχθεῖς «ἔξαρχος τῆς Συνόδου», ἀφοῦ ἐκπροσώπησε τοὺς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων καὶ Ἀντιοχείας. Ὁ σκοπὸς τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἦταν ἡ ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Δυτικῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὕστερα ἀπὸ τὸν χωρισμὸ ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ ἐξαιτίας τοῦ σχίσματος κατὰ τὸ ἔτος 1054. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι τὸ σχίσμα μεταξύ των δύο Ἐκκλησιῶν προκλήθηκε ὕστερα ἀπὸ τὴ βλάσφημη προσθήκη τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως (τὸ γνωστὸ Filioque), σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκπορεύεται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. Μὲ τὴν αἱρετικὴ ὅμως αὐτὴ διδασκαλία καταργεῖται τὸ θεμελιῶδες δόγμα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα χάνεται ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

/

Κάτω ἀπὸ τὴν ὁλοένα καὶ αὐξανόμενη πίεση τῆς ὀθωμανικῆς ἀπειλῆς καὶ πληροφορούμενος ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Ἡ΄ Παλαιολόγος ὅτι οἱ ἡγεμόνες τῆς Δύσεως σκέπτονταν νὰ ἀντισταθοῦν ἐναντίον τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι προχωροῦσαν πρὸς τὴν Οὐγγαρία καὶ τὴν Πολωνία, ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν Ἰταλία γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Πάπα Εὐγένιο Δ΄, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ λάβει βοήθεια κατὰ τῶν Τούρκων. Στὴ δύσκολη καὶ ἀγωνιώδη αὐτὴ στιγμὴ γιὰ τὸ μέλλον τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἐπικρατοῦσαν δύο ἀντιδιαμετρικὰ ἀντίθετες γνῶμες. Ὑπῆρχαν αὐτοὶ ποὺ ὑποστήριζαν τὴν ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία θὰ σηματοδοτοῦσε τὴν ὑποταγὴ τῶν Ὀρθοδόξων στὸν Πάπα, γεγονὸς ποὺ θὰ προδιδε τὰ δόγματα τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλογιζόμενοι τοὺς θρησκευτικοὺς κινδύνους τῆς ἑνώσεως, εἶχαν ἀποφασίσει νὰ ἀντισταθοῦν σθεναρὰ προτιμώντας τὴν ὑποταγὴ στὸν βάρβαρο κατακτητὴ παρὰ τὴν πνευματικὴ ὑποδούλωση κάτω ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ζυγὸ τοῦ Πάπα. Μάλιστα ὑποστήριζαν ὅτι ὁ λαὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ ἀποτινάξει τὴν τουρκικὴ σκλαβιά, ἐὰν εἶχε κρατήσει ἀνόθευτη καὶ ζωντανὴ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανική του πίστη καὶ παράδοση. 

/

Σ’ αὐτὴ τὴν ταραχώδη καὶ ἐπικίνδυνη περίοδο γιὰ τὴν πορεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων ἀνέλαβε ὁ φλογερὸς Μητροπολίτης τῆς Ἐφέσου, Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους του, ὡς ἄλλος Ἄτλας, τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ τῆς πατροπαραδότου πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τὴν παντιμὴ κιβωτὸ τῶν ἱερῶν παραδόσεων, ὥστε νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ δόξα καὶ τὸ καύχημα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ στυλοβάτης καὶ ὁ πρόμαχος τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου τῆς Φερράρας ὁ Ἅγιος Μάρκος παρουσιάσθηκε διαλλακτικὸς στὶς προθέσεις του, ἀφοῦ εἰσηγήθηκε στοὺς Λατίνους νὰ ἀποβάλουν «τὸ τραχὺ καὶ ἀνένδοτον», ἐπεσήμαινε δὲ τὴν ἀνάγκη νὰ ὑπάρξει εἰρήνη καὶ ἀγάπη, ὥστε νὰ ἀρθεῖ τὸ σχίσμα, ἀφοῦ πρῶτα ἀναγνωσθοῦν οἱ ὄροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Στὴν πραγματικότητα ὁ Ἅγιος Μάρκος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἐπανένωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ χωρὶς τὴν ὑποχώρηση τῶν Ὀρθοδόξων σὲ θεμελιώδη δογματικὰ ζητήματα, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγοῦσε στὴν παπικὴ ὑποδούλωση. Ἀξιομνημόνευτοι εἶναι οἱ τέσσερις ἀντιρρητικοὶ λόγοι ποὺ ἐκφώνησε ὁ σοφὸς καὶ ἀγωνιστῆς ἱεράρχης τῆς Ἐφέσου, ἀναφορικὰ μὲ τὴ διδασκαλία τῶν Παπικῶν γιὰ τὸ καθαρτήριο πῦρ. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ μὲ τὸ κρυστάλλινο ὀρθόδοξο περιεχόμενό τους ἔδωσαν τὶς κατάλληλες ἀπαντήσεις στὰ ἐπιχειρήματα τῶν Λατίνων. Μάλιστα ἡ πειστικὴ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἁγίου ποὺ ἀποστόμωσε στὴν κυριολεξία τοὺς ἀντιπάλους του, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νὰ τὸν περιπλέξουν σὲ ἄσκοπες καὶ ἄσχετες συζητήσεις, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴ σοφία, τὴν ἀρετή, τὴ σωφροσύνη, τὸ γενναῖο φρόνημα, τὴν ἐπιμονή του στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀκράδαντη πίστη του στὸν Θεὸ καὶ τὸν σωτήριο Λόγο Του, τὸν ἔφεραν ἀντιμέτωπο ἀκόμη καὶ μὲ τὸν Μητροπολίτη Νικαίας Βησσαρίωνα, ὁ ὁποῖος ὑποκινούμενος ἀπὸ φθόνο, ἄφησε τὸν Ἅγιο Μάρκο νὰ ἀγωνισθεῖ μόνος του. 

/

Ὅταν ὅμως ἦρθε ὁ λόγος στὴ Σύνοδο τῆς Φερράρας γιὰ τὸ ἐπίμαχο θέμα τοῦ Filioque, ὁ Ἅγιος ἀπαίτησε νὰ ἀναγνωσθοῦν οἱ ὄροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γιὰ νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ πλάνη τῶν ἀντιπάλων. Παρὰ τὴν ἄρνηση τῶν Λατίνων, ὑποχρεώθηκαν τελικὰ νὰ ἀναγνωσθοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διότι σὲ ἀντίθετη περίπτωση οἱ συζητήσεις θὰ διακόπτονταν ἀμέσως. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση οἱ παρευρισκόμενοι Λατίνοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ὁμολόγησαν ὅτι ποτὲ στὸ παρελθὸν δὲν εἶχαν ἀκούσει αὐτὲς τὶς διδασκαλίες καὶ ὅτι οἱ Γραικοὶ κρατοῦσαν τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ ἀκολουθοῦσαν τὰ ὀρθὰ δόγματα. Βλέποντας οἱ αὐλικοί του Πάπα ὅτι ἡ διδασκαλία τοὺς κινδυνεύει νὰ χαρακτηριστεῖ ψεύτικη, ἀκόμη καὶ ἀπὸ Λατίνους μοναχοὺς καὶ κληρικούς, ἄρχισαν νὰ τοὺς ἀπειλοῦν καὶ νὰ τοὺς διατάζουν νὰ σιωπήσουν ἀμέσως, ἐνῶ τοὺς χαρακτήρισαν ἀπαίδευτους καὶ ἀγράμματούς της θεολογίας. Ὅμως οἱ Λατίνοι ἄρχισαν νὰ μηχανεύονται καὶ δόλιους τρόπους γιὰ νὰ κατορθώσουν νὰ μὴν ἐπικρατήσουν οἱ θεολογικὲς ἀπόψεις τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, αὐτοῦ του θεοσόφου ρήτορος καὶ φωτισμένου διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἐνῶ μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοποι ἦταν στὸ πλευρὸ τοῦ Ἁγίου, τοῦ θαρραλέου αὐτοῦ ἀγωνιστοῦ καὶ φλογεροῦ προασπιστοῦ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἄρχισαν σιγὰ σιγὰ νὰ διασπῶνται καὶ νὰ λιποτακτοῦν, ἄλλος γιὰ νὰ γίνει καρδινάλιος τοῦ Πάπα, ἄλλος ἀπὸ φθόνο, ἐνῶ πολλοὶ πρόδωσαν τὰ δόγματα τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως, ἀφοῦ δὲν ἄντεξαν τὶς κακοπάθειες καὶ τὶς στερήσεις ποὺ ἐπιβλήθηκαν ἀπὸ τοὺς Παπικοὺς γιὰ νὰ τοὺς ἀναγκάσουν νὰ ὑποχωρήσουν στὶς θέσεις τους. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς βρέθηκε μόνος του, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ ὅλους, νὰ ἀγωνίζεται στὸ στάδιο τῆς προασπίσεως τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πίστεώς μας. Μάλιστα γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὶς θέσεις τοὺς οἱ Λατίνοι, ἄρχισαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴ γνωστὴ τακτική των ψιθύρων, τῶν ψευδῶν εἰδήσεων καὶ τῶν ἐκβιασμῶν, ἔφτασαν δὲ στὸ σημεῖο νὰ διανείμουν στὴ Φερράρα ἑκατοντάδες φυλλάδια, τὰ ὁποῖα περιεῖχαν 54 αἱρετικὲς δοξασίες τῶν Ὀρθοδόξων!!! 

Ἡ κατάσταση εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ γίνεται ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη μὲ ἀπρόβλεπτες διαστάσεις, ἀφοῦ οἱ Γραικοὶ εἶχαν ὑποστεῖ μακροχρόνιες στερήσεις καὶ κακοπάθειες, ἐνῶ εἶχε δοθεῖ αὐστηρὸ αὐτοκρατορικὸ πρόσταγμα νὰ μὴν ἐπιτραπεῖ σὲ κανέναν ποὺ δὲν ἔχει διαβατήριο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅμως κάποιοι κληρικοὶ πιεζόμενοι ἀπὸ τὶς στερήσεις, βρῆκαν τὸν τρόπο καὶ ἀπέδρασαν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μόλις ὁ αὐτοκράτορας πληροφορήθηκε αὐτὸ τὸ γεγονός, φοβήθηκε μήπως ὑπάρξουν καὶ ἄλλοι ποὺ θὰ διαφύγουν. Γι’ αὐτὸ καὶ συσκέφθηκε μὲ τὸν Πάπα καὶ ἀποφάσισε νὰ μεταφέρει τὴ Σύνοδο στὴ Φλωρεντία, γιὰ νὰ συζητηθεῖ ἡ οὐσία τοῦ ἐπίμαχου θέματος τοῦ Filioque, δηλαδὴ ὄχι ἐὰν ἔπρεπε ἢ ὄχι νὰ γίνει προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἀλλὰ ἐὰν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ ἢ ὄχι. Ὁ Ἅγιος Μάρκος συνέχισε μὲ τὸ ἴδιο ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ μὲ τὸν ἴδιο ἔνθεο ζῆλο τὸν προασπιστικὸ τοῦ ἀγώνα, ἀφοῦ μὲ σαφήνεια καὶ πειστικότητα ἀπέδειξε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Υἱό, ἀλλὰ μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὅμως ὁ αὐτοκράτορας προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ τρόπο γιὰ νὰ ὑπογραφεῖ ἡ ἕνωση μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς Λατίνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέμεναν στὶς αἱρετικές τους δοξασίες, ἐνῶ ὁ Πάπας ἐπιχείρησε μὲ νέους ἐκβιασμοὺς καὶ στερήσεις νὰ ἐπιτύχει τὴν ἕνωση. Οἱ πιέσεις ἄρχισαν νὰ γίνονται ἀφόρητες, ἀφοῦ ὁ αὐτοκράτορας ἐπεδίωκε τὴν ἕνωση. Ὅμως ὁ Ἅγιος Μάρκος ἔμεινε σταθερὸς στὶς θέσεις του καὶ δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ προδώσει τὴν πίστη του. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ αὐτὴ προκάλεσε τὸ μένος τῶν λατινοφρόνων Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι μάλιστα τὸν ἔβρισαν καὶ τὸν ἀποκάλεσαν δαιμονισμένο. 

/

Βλέποντας ὁ ἀγωνιστὴς καὶ θαρραλέος ἱεράρχης τῆς Ἐφέσου ὅτι ὅλοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ προδώσουν τὴν πίστη τους, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ψυχραιμία του, σταμάτησε νὰ μιλάει. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στὸν αὐτοκράτορα νὰ μιλάει γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινὰ ποὺ θὰ ὑποστοῦν, ἐὰν δὲν ὑπογράψουν τὴν ἕνωση. Ἔτσι μ’ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα πείσθηκαν ὅλοι καὶ ὑπέκυψαν. Ὁ μόνος ποὺ δὲν εἶχε συμμορφωθεῖ ἀκόμη ἦταν ὁ θερμοτατος ζηλωτὴς τῶν εὐσεβῶν δογμάτων, Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλεσε τοὺς Παπικοὺς «αἱρετικούς», γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴ λυσσαλέα ἀντίδραση τῶν Μητροπολιτῶν Μυτιλήνης καὶ Λακεδαιμονίας. Ὁ αὐτοκράτορας ἐπιθυμώντας διακαῶς τὴν ἕνωση, ἀνήγγειλε στὸν Πάπα ὅτι οἱ Ἀνατολικοὶ δέχονται τὴν πίστη τῶν Δυτικῶν καὶ μποροῦν ἀνεμπόδιστα νὰ προχωρήσουν στὴν ἕνωση. Ἀλλὰ ὁ Πάπας ἐπεδίωκε καὶ τὴν ἀποδοχὴ καὶ ἄλλων δογματικῶν καὶ λειτουργικῶν θεμάτων, ὅπως τὰ ἄζυμα στὴ Θεία Λειτουργία, τὸ δόγμα γιὰ τὸ καθαρτήριο πῦρ, τὴ μοναρχία τοῦ Πάπα, καθὼς καὶ τὴ διαγραφὴ ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία τῶν ἐπικλήσεων τοῦ ἱερέως γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ὡς περιττές, ὑποστηρίζοντας ὅτι τὰ μυστήρια τελειώνουν μὲ τὴν ἐκφορὰ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου. Οἱ νέες ἀπαιτήσεις τοῦ Πάπα προκάλεσαν ἀναταραχὴ στὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχη, διότι φοβοῦνταν ὅτι θὰ προκαλοῦσαν μεγάλες ἀντιδράσεις. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ παρακάλεσαν τὸν Ἅγιο Μάρκο νὰ γράψει γιὰ τὸ ζήτημα τῆς θείας μεταβολῆς τῶν Τιμίων Δώρων. Τότε ὁ θεοσοφὸς αὐτὸς διδάσκαλος καὶ φλογερὸς ἀγωνιστὴς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀπέδειξε μέσα ἀπὸ τὰ γραφόμενά του ὅτι ἔτσι παρεδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους νὰ ἁγιάζονται τὰ Τίμια Δῶρα. Οἱ θέσεις αὐτὲς τοῦ Ἁγίου Μάρκου προκάλεσαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὴν ἄρνηση τῶν Παπικῶν, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὸν αὐτοκράτορα νὰ ἀγανακτήσει καὶ νὰ ὁμολογήσει ὅτι οἱ Λατίνοι ὄχι μόνο δὲν γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦν καὶ νὰ τὴ μάθουν. Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας ὅτι πλέον δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος προσέγγισης μεταξύ των Ὀρθοδόξων καὶ τῶν Παπικῶν, ἀποφάσισε νὰ ὑπογραφεῖ τὸ διάταγμα τῆς πολυπόθητης ἕνωσης στὶς 6 Ἰουλίου 1439. 

/

Τὴν ψευδοένωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ὑπέγραψαν ὅλοι, ἀκόμη καὶ αὐτοὶ ποὺ ἐπέδειξαν πρωτύτερα ζῆλο καὶ τόλμη καὶ στὶς γνωμοδοσίες δὲν δέχθηκαν τὸ «ἐκ τοῦ Υἱοῦ», ὅπως οἱ Μητροπολίτες Ἀγχιάλου, Μονεμβασίας καὶ Τραπεζοῦντος. Ὁ μόνος ποὺ δὲν ὑπέγραψε ἦταν ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ὁποῖος δήλωσε στὸν αὐτοκράτορα ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη κινδυνεύσει ἡ ζωή του, δὲν πρόκειται νὰ ὑπογράψει. Ἀκόμη καὶ οἱ ἡγούμενοι τῶν μοναστηριῶν ὑποχρεώθηκαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα νὰ ὑπογράψουν τὴν ψευδοένωση. Ὅταν ὁ Πάπας πῆρε στὰ χέρια τοῦ τὸν ὄρο καὶ εἶδε ὅλες τὶς ὑπογραφές, ὑπέγραψε καὶ ἐκεῖνος. Μόλις ὅμως πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρκος δὲν εἶχε ὑπογράψει, εἶπε: «Μάρκος οὒχ ὑπέγραψεν, λοιπόν, ἐποιήσαμεν οὐδέν», δηλαδὴ ἐφόσον δὲν ὑπέγραψε ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφέσου, δὲν καταφέραμε τίποτα! Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Πάπα ἐπέδειξε τὴν ἥττα του, ἀφοῦ ὁμολόγησε περίτρανα τὴν ἀνωτερότητα τοῦ φλογεροῦ ἱεράρχου τῆς Ἐφέσου, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε ὁ ἰσχυρὸς ἀνατροπέας τῆς παπικῆς ἀλαζονείας καὶ τῆς πολύμοχθης ψευδοενώσεως. Ὁ Πάπας ζήτησε τὴν τιμωρία τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ ὁ αὐτοκράτορας δὲν τὸ ἔπραξε. Ὁδηγήθηκε ὅμως ἐνώπιόν του Προκαθημένου τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴ στάση του. Ὁ Ἅγιος ἔμεινε ὅμως καὶ πάλι ἀμετακίνητος στὶς ἀπόψεις του, παρόλο ποὺ δέχθηκε ἐκβιασμοὺς καὶ ἀπειλές. Ἐπιπλέον ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν ἀκράδαντη πίστη του στὴν ἀκραιφνῆ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «αἳ Σύνοδοι κατεδίκαζόν τους μὴ πειθομένους τὴ Ἐκκλησία, ἐγὼ δὲ τηρῶ ἐμαυτὸν εἰς τὴν ἀκραιφνῆ δόξαν Αὐτῆς? εἰ τοίνυν ταύτης ἀντιποιοῦμαι καὶ ἐξ αὐτῆς παρεκκλίναι οὐ βούλομαι, πῶς ἂν καθαιρεθείην δίκην, ἣν οἱ αἱρετικοὶ κατεδικάζοντο;». 

/

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θαρραλέα ὁμολογία πίστεως ὁ αὐτοκράτορας μετέφερε τὸν Ἅγιο στὴ Βενετία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἐπιβίβασε στὸ προσωπικό του πλοῖο καὶ μὲ ἀσφάλεια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐξαιρετικὴ τιμὴ καὶ ἀγάπη τὸν ὁδήγησε στὴν πατρίδα του, τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἔφτασε τὴν 1η Φεβρουαρίου 1440. Μόλις ἔφτασε ὁ Ἅγιος Μάρκος στὴ Βασιλεύουσα, τοῦ ἐπεφύλαξε ὁ λαὸς ἐνθουσιώδη ὑποδοχή, ἀποκαλώντας τὸν «ἅγιο», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ἀκόμη καὶ ὁ ὑβριστής του, ὁ γραικολατίνος Ἐπίσκοπος Μεθώνης Ἰωσήφ: «Ὁ Ἐφέσου εἶδε τὸ πλῆθος δοξάζων αὐτὸν ὡς μὴ ὑπογράψαντα καὶ προσεκύνουν αὐτῶ οἱ ὄχλοι καθάπερ Μωυσεῖ καὶ Ἀαρῶν καὶ ἐφήμουν αὐτὸν καὶ ἅγιον ἀπεκάλουν» (P.G.159, 992C). Ἦταν μάλιστα τόσο μεγάλη ἡ πνευματικὴ ἀπήχησή του στὸν λαὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὥστε ὁ αὐτοκράτορας πρότεινε στὸν Μάρκο τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ Πατριάρχου, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε ἐπίμονα, κατονομάζοντας αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ὑπογράψει τὴν ἕνωση «Χριστεμπόρους» καὶ «Χριστοκαπήλους». Ἔτσι στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνέβηκε ὁ λατινόφρων Μητροπολίτης Κυζίκου Μητροφάνης, ὁ ὁποῖος πίεζε τὸν αὐτοκράτορα νὰ ἀσκήσει βία σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν ὑπογράψει τὴν ἕνωση. Γι’ αὐτὸ καὶ στὶς 4 Μαΐου 1440 ὁ Ἅγιος Μάρκος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μετέβη στὴν Προῦσα. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Ἔφεσο ποὺ βρισκόταν ὑπὸ τὴν κατοχὴ τῶν Τούρκων. Στὴν ἐπαρχία τῆς Ἐφέσου δίδαξε τὸν σωτήριο λόγο τοῦ Θεοῦ στὸν λαό, ἀλλὰ ἀναγκάσθηκε πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἑνωτικοὺς νὰ ἐπιβιβασθεῖ σὲ πλοῖο μὲ προορισμὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου ἀποφάσισε νὰ περάσει τὸ ὑπόλοιπό της ζωῆς του. Ὅταν ὅμως τὸ πλοῖο προσάραξε στὴ Λῆμνο, συνελήφθηκε κατ’ ἐντολὴν τοῦ αὐτοκράτορα καὶ φυλακίσθηκε γιὰ δύο χρόνια. Ἀπὸ τὴ Λῆμνο ἀπέστειλε τὴν περίφημη ἐγκύκλιο ἐπιστολή του «πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ της Γῆς καὶ τῶν νήσων εὑρισκομένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς», στὴν ὁποία ἐξασκεῖ δριμύτατη κριτικὴ στοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀποδέχθηκαν τὴν ἕνωση, ἐνῶ χαρακτηρίζει τοὺς Λατίνους καινοτόμους, λέγοντας γι’ αὐτούς: «ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπεστράφημεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐχωρίσθημεν», τοὺς δὲ ἑνωτικοὺς χαρακτηρίζει «ψευδαποστόλους καὶ δόλιους ἐργάτες». Ἡ πνευματικὴ παρουσία καὶ ἐπιρροὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ἦταν τόσο καταλυτική, ὥστε τὸ 1443 συγκλήθηκε Σύνοδος στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας καὶ Ἀλεξανδρείας, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας ὡς «ληστρικὴ καὶ μιαρὰ» καὶ καθαίρεσε τὸν λατινόφρονα Πατριάρχη Μητροφάνη. 

Μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του ὁ Ἅγιος Μάρκος ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συγκεκριμένα στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων, ὅπου ὁ πιστὸς λαὸς τὸν ὑποδέχθηκε μὲ τιμὲς ὡς ἅγιο καὶ ὁμολογητή. Ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς μετανοίας τοῦ ὁ Ἅγιος Μάρκος ξεκίνησε καὶ πάλι τὸν ἀγώνα τοῦ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ κατὰ τῶν ἑνωτικῶν, οἱ ὁποῖοι πρόδωσαν τὴν ἀμώμητο ἠμῶν πίστη. Κάποια στιγμὴ προαισθανόμενος τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του, ἀνέθεσε στὸν Γεώργιο Σχολάριο (τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Γεννάδιο) τὴ φροντίδα γιὰ τὴν προφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας, καθὼς καὶ τὴν ἀρχηγία γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ ἀνθενωτικοῦ ἀγῶνος, ἐνῶ ἐνουθέτησε τοὺς παρευρισκόμενους νὰ κρατήσουν ὀρθὴ τὴν πίστη τοὺς μέχρι καὶ τὴν τελευταία τους πνοή. Ὕστερα ἀπὸ τὶς κακουχίες ποὺ πέρασε στὴ ζωή του καὶ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν ἀθλοθέτη Κύριο στὶς 23 Ἰουνίου 1444 καὶ σὲ ἡλικία 52 ἐτῶν. Ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς μετανοίας του, ὅπου εἶχε περιβληθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα, καὶ μόλις λίγα χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του τιμήθηκε ὡς ἅγιος ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἡ μνήμη τοῦ καθιερώθηκε νὰ τιμᾶται καὶ νὰ γεραίρεται στὶς 19 Ἰανουαρίου, ἡμέρα ἀνακομιδῆς τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του, μὲ συνοδικὴ πράξη τὸ ἔτος 1456 ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Ἡ πρώτη ἀκολουθία πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου ἐποιήθη ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἰωάννη, ἐνῶ ἀκολουθία ποὺ ἐξυμνεῖ τοὺς ἀγῶνες του μὲ ἐγκωμιαστικοὺς λόγους συνέθεσαν ὁ Μοναχὸς Γεράσιμος ὁ Μικραγιαννανίτης, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος τὸν χαρακτηρίζει «μονομάχο τῆς Ὀρθοδοξίας» ποὺ πάλεψε μὲ τὸν Παπισμὸ τῆς Δύσεως καὶ τὸν νίκησε. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸς Χρυσόστομος Β΄ (Χατζησταύρου) († 9 Ιουνίου 1968) ἀποφάσισε τὴν ἵδρυση ἐνορίας ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στὴν περιοχὴ Θυμαράκια τῶν Κάτω Πατησίων Ἀθηνῶν, κατόπιν αἰτήματος τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, προκειμένου νὰ καλυφθοῦν οἱ λατρευτικές τους ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ τὸ ὀξὺ πρόβλημα τῆς Οὐνίας, λόγω καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ ναοῦ τῶν Οὐνιτῶν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν. Ὁ πρῶτος ναὸς τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στὴν περιοχὴ τῶν Κάτω Πατησίων θεμελιώθηκε τὴν 1η Ἰανουαρίου 1967, ἐνῶ ὁ σημερινὸς τρισυπόστατος ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου θεμελιώθηκε στὶς 22 Ἰουνίου 1981, τὰ δὲ θυρανοίξιά του τελέσθηκαν ὑπὸ τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Διαυλείας (νῦν Μητροπολίτου Διδυμοτείχου καὶ Ὀρεστιάδος) κ. Δαμασκηνοῦ στὶς 22 Δεκεμβρίου 1997. Ἐνοριακὸς ναὸς ἐπ’ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ὑπάρχει καὶ στὸ χωριὸ Κρυόβρυση Ἐορδαίας Κοζάνης (ὁ ναὸς ὑπάγεται ἐκκλησιαστικῶς στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπῶν καὶ Ἐορδαίας καὶ ἀφιερώθηκε στὸν ἀγωνιστὴ ἱεράρχη τῆς Ἐφέσου ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Φλωρίνης κυρὸ Αὐγουστίνο). Ἐπίσης στὸν Ἅγιο Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ εἶναι ἀφιερωμένοι ὁ εὑρισκόμενος ναὸς στὴν κατακόμβη τοῦ νεόδμητου περικαλλοῦς Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Φωτίου τοῦ Μεγάλου Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος θεμελιώθηκε στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1997 καὶ ἐγκαινιάσθηκε στὶς 17 Μαΐου 2009, καθὼς καὶ γραφικὸ παρεκκλήσιο σὲ ὄμορφη τοποθεσία τοῦ παραθαλάσσιου χωριοῦ Σκάλα Κεφαλληνίας, τοῦ ὁποίου τὰ θυρανοίξια τελέσθηκαν στὶς 31 Ἰουλίου 2012 ὑπὸ τοῦ Ἀρχιμανδρίτου –Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας π. Φωτίου Γαβριελάτου.

Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ἀποτελεῖ γιὰ τὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς ἰδεολογικῆς συγχύσεως πρότυπο καὶ σύμβολο ἀρετῆς, σωφροσύνης καὶ ἀκλόνητης πίστεως στὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὅπως χαρακτηριστικὰ τόνιζε: «Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τὰ τῆς πίστεως», δηλαδὴ στὰ ζητήματα πίστεως δὲν χωρεῖ συμβιβασμός. Ἄλλωστε καὶ ὁ πιστὸς μαθητὴς τοῦ Ἁγίου, ὁ Γεώργιος Σχολάριος, ὁ καὶ μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος, ἀναφέρει γιὰ τὸν ὑπέρμαχο καὶ στυλοβάτη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τὰ ἀκόλουθα: «Τόσον μόνον ἔχω νὰ εἴπω περὶ τῆς καθαρότητος τοῦ πατρὸς ὅτι, ὄτε ἦτο νεώτερος καὶ πρὶν νὰ ἐκλέξη τὴν νέκρωσιν ὑπὲρ Χριστοῦ, ἦτο σωφρονέστερος καὶ ἀπὸ τοὺς ἀσκητᾶς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τὰς ἐρήμους, καὶ ὅταν ἀπέρριψεν ὅλα διὰ τὸν Χριστὸν καὶ ἔκυψε κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὑποταγῆς, δὲν διέψευσε τὰς πρὸς τὸν Χριστὸν ὑποσχέσεις, οὔτε ἀνεμίχθη εἰς τοὺς κοσμικοὺς θορύβους, παρασυρθεῖς ὑπὸ τῆς προσκαίρου δόξης, ἀλλὰ μέχρι τῆς τελευτῆς τοῦ διετήρησε σταθερῶς τὴν θέρμην τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης, κατοικῶν μὲν τὴν πόλιν, ἀλλὰ παραμείνας ἀπολις, διότι δὲν προσηλώθη εἰς κανὲν πράγμα ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτήν». 

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος

Ἐκπαιδευτικὸς

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *