ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ

Μεγάλη ἡ σημασία τῆς διήγησης τῶν βίων τῶν Ἁγίων

imagesΠΡΟΟΙΜΙΟ (Πρόλογος). Τὸ χέρι τῶν ζωγράφων εἶναι ἐπιδέξιο καὶ ἱκανὸ νὰ μιμηθεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ παρουσιάσει μπροστὰ στὰ μάτια μᾶς ὁλοκάθαρά τα σύμβολα τῶν (ἀντικειμένων. Ὃ λόγος ὅμως ἔχει τὴ δύναμη καὶ νὰ δείξει πολὺ πιὸ καθαρὸ καὶ λαμπρὸ ἐκείνο ποῦ θέλει, ἀπό ὅ,τι ἢ ζωγραφική, καὶ μπροστὰ στὰ μάτια νὰ παρουσιάσει ζωντανὸ ἕνα γεγονός. Ἔπι πλέον, ὁ λόγος γνωρίζει καὶ νὰ βάζει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἕνα κεντρί, ποῦ νὰ τοῦ κεντρίζει τὸ θεῖο ζῆλο, καὶ νὰ παρακινεῖ στὴ μίμηση καλῶν ὄννθρωπων. Συγχρόνως ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων ποῦ ἔζησαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν παρουσιάζεται μὲ τὸ λόγο, ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἕλκυσει πολλοὺς στὴν ἄρετη καὶ νὰ τοὺς δημιουργήσει θερμουργὸ ζῆλο γιὰ ζωὴ ὅμοια μὲ τῶν Ἅγιων.

Ἐξαιρετικὰ ὅμως ὁ βίος τοῦ θείου Πατρὸς Νικολάου καὶ τὴν ἄκοη περισσότερο εὐχαριστεῖ καὶ τὴν ψυχὴ εὐφραίνει καὶ γιὰ τὴν ἔκτελεση καλῶν καὶ ὄνγιων ἔργων ὑποκινεῖ. Θὰ σᾶς διηγηθῶ, λοιπόν, καὶ θὰ πραγματευθῶ τὰ ἔργα καὶ τὶς πράξεις αὐτοῦ του ὄνγιου ὄννθρωπου, μὲ σκοπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ ἤθική σας ἔνισχυση, ἂν καὶ εἶναι γνωστὰ στοὺς πολλοὺς καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ὄχπο καμιὰ ἔξιστορηση. Παρὰ ταϋτα ὅμως ἐπιβάλλεται νὰ τὰ ξαναθυμηθοϋμε, νὰ τὰ φέρουμε στὴ μνήμη μας καὶ νὰ εὐφράνουμε τὶς ψυχὲς αὐτῶν ποῦ ἀγαποϋν τὴν ἄρετη, σύμφωνα ἄλλωστε μὲ αὐτὸ ποῦ λέγει ἢ Ἅγια Γραφή, δηλαδή: «ὅταν ἔγκωμιαζεται ὁ δίκαιος, θὰ εὐφρανθοϋν οἱ λαοὶ»4.

Καταγωγὴ καὶ βρεφικὴ ἥλικιά του Ἁγίου Νικολάου

Α. Ὃ μεγάλος, λοιπόν, καὶ ἄξιος θαυμασμοῦ αὐτὸς Πατὴρ εἶχε ἰδιαίτερη πατρίδα τὰ Πάταρα τῆς Λυκίας, ποῦ ἦταν παλαιότερα μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπιφανεῖς πόλεις. Οἱ γονεῖς τοῦ ἦταν εὐσεβεῖς καὶ εἶχαν περιουσία νὰ ζοῦν μὲ κάποια ἄνεση, χωρὶς ὅμως περιττὲς δαπάνες. Ποτὲ δὲ γεύτηκαν κοσμικὴ δόξα καὶ διακρίνονταν γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη τους. Ὑπῆρξαν γιὰ τὸ παιδὶ τοὺς ὥραιο ὕποδειγμα γονέων ποῦ δὲν ἐνδιαφέρονταν γιὰ δόξες καὶ πλούτη ἐκεῖνο ποῦ φρόντιζαν ἦταν νὰ μένουν προσκολλημένοι στὴν ἄρετη καὶ αὐτὴν νὰ ἔπιδιωκουν μὲ κάθε τρόπο.

Ἔτσι, φυτεμένοι ἐκεῖ ποῦ χύνονται τὰ νερὰ τῆς εὐσεβίας, ἔφεραν μαζὶ στὸν κόσμο τὸν ὡραιότατο καρπό, τὸ Ἅγιο Νικόλαο. Ἢ μητέρα τοῦ Ἁγίου δὲ δοκίμασε πόνους ἄλλου τοκετοῦ, γιατί ταυτόχρονα μὲ τὴ γέννησή του ἔμεινε ἄγονος, σὰν ἡ φύση νὰ τῆς ἀπαγόρευε νὰ μπορεῖ νὰ φέρει στὸν κόσμο ἄλλο τέτοιο τέκνο. ’Ἀφοῦ ὅμως ἔφερε στὸ φῶς πρῶτο καὶ συνάμα τελευταῖο τὸν εὐγενικό κλάδο, παρέδωσε μαζὶ μὲ τὸ σύζυγό της στὸ Ἅγιο Πνεῦμα πλούσιο τὸν καρπό, τὸ θησαυρὸ τῶν ἄρετων, τὴ θάλασσα τῶν ἄγαθων, τὸν θαυμαστὸ σὲ ὅλους, δηλαδὴ τὸ Νικόλαο.

Μόλις ὁ “Ἅγιος γεννήθηκε ἀπό αὔτούς τους εὐλογημένους γονεῖς, καθὼς μοιάζει ὁ καρπὸς μὲ τὸ σπέρμα — ἀπόδειξη της ὁμοιότητας καὶ πρὸς τὸν Βαπτιστὴ — , προκάλεσε τὴ στειρότητα τῆς μητέρας του. Καὶ πραγματικά, ὁ Νικόλαος μὲ τὴ γέννησή του ἔθεσε τέρμα πλέον σὲ ὤδινες τοκετοῦ γιὰ τὴ μητέρα του, ἀφού αὕτη κατέστη στὸ ἕξης στείρα καὶ ὁ Ἰωάννης ὅμως ὁ Βαπτιστὴς μὲ τὴ γέννησή του ἔθεσε τέρμα σὲ ὤδινες τοκετοῦ γιὰ τὴ μητέρα του,ἀφοῦ αὐτὸς ὑπῆρξε καὶ τὸ μοναδικὸ τέκνο ποῦ αὐτὴ ἔφερε στὸν κόσμο μὲ τὶς θερμές της προσευχές, ἂν καὶ ἦταν στείρα.

Ἐπειδὴ κατὰ τὴ βρεφική του ἥλικια ὁ Νικόλαος ἔπρεπε νὰ θηλάζει καὶ νὰ βρίσκεται κοντὰ στὸ μητρικὸ μαστό, ἔδειξε καὶ ἔδω ὁ Θεὸς μὲ θεῖο σημεῖο τί ἄνθρωπος θὰ γινόταν στὸ μέλλον, ἀφοῦ ἤδη παρουσίαζε γνωρίσματα ἥλικιας ποῦ σκέπτεται μὲ φρόνηση. Καὶ συγκεκριμένα, ὅλη τὴν ἕβδομαδα (ἕκτος ἀπό τὴν Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ) θήλαζε ὅπως καὶ τὰ ἄλλα βρέφη’ τὴν Τετάρτη ὅμως καὶ τὴν Παρασκευὴ θήλαζε μιὰ φορὰ μόνον τὴν ἥμερα, καὶ μάλιστα μετὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου. Θηλάζοντας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἄκολουθουσε τέλειο κανόνα καὶ πρὶν ἀπό τὴν παιδική του ἥλικια. Ἔτσι ὑποδήλωνε ἀπό τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του ὅτι εἶχε οἰκειότητα μὲ τὴν ἐγκράτεια .

Ἀνατροφή, σπουδές, χειροτονία σὲ ἱερέα

Β. Κατ’ αὐτόν, λοιπόν, τὸν τρόπο προέκοπτε στὴν ἀρετή. Καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη ἄλλα ἀντλοΰσε ἀπό τους γονεῖς του καὶ ἄλλα εἶχε ἔμφυτα καὶ τὰ καλλιεργοῦσε σὰν γῆ ἄγαθη καὶ εὔκαρπη. Ὅταν ἔφτασε στὴν κατάλληλη ἥλικια, τὸν παρέδωσαν οἱ γονεῖς του στὸ δάσκαλο τῶν γραμμάτων. Ἕνεκα καὶ τῶν φυσικῶν του ἱκανοτήτων καὶ τῆς ὀξύτητας τῆς διάνοιάς του πέτυχε μέσα σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, τρέχοντας ἀνάλαφρα χωρὶς ἐμπόδιο, νὰ μελετήσει καὶ νὰ ἀφομοιώσει πάρα πολλὰ μαθήματα. Ἔτσι ἔμαθε νὰ ἐνεργεῖ σωστὰ ὡς πολίτης καὶ ἀπέκτησε τὴν ἱκανότητα νὰ ὀμιλεῖ δημοσίως. Ἔφευγε μακριὰ ἀπό ἄκοσμες συντροφιὲς καὶ ἀπρεπεϊς συνομιλίες. Δὲ συνομιλοῦσε μὲ γυναῖκες καὶ δὲν ἔπετρεπε στὰ μάτια του νὰ τὶς κοιτάζουν. Φρόντιζε γιὰ τὴν πραγματικὴ σωφροσύνη. Δὲν πήγαινε σὲ κοσμικοὺς τόπους συναντήσεως. Περνοῦσε τὸ χρόνο τοῦ ἐξολοκλήρου ὀποὺς οἴκους τοῦ Θεοῦ, διαμορφώνοντας ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἄξιο οἶκο τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ.

Καὶ ἔπειδη εἶχε μελετήσει καὶ εἶχε μάθει πολὺ καλὰ καὶ τὴν Ἅγια Γραφὴ καὶ τὶς δογματικὲς ἀλήθειες περὶ Θεοῦ καὶ ἐπειδὴ ἦταν κοσμημένος μὲ μύρια πνευματικὰ χαρίσματα καὶ ἐπειδή παρουσίαζε εἰλικρινά στὴ ζωὴ του τὴ σοβαρότητα καὶ αὐστηρότητα πού ταιριάζει στοὺς ἱερεῖς — ἄλλα βέβαια καὶ τὸ ἦθος του, καὶ πρὶν ἀπό τὴ γεροντικὴ ἥλικια, ἦταν καὶ σταθερὸ καὶ πρεσβυτικὸ —, ἀξίωναν νὰ ψηφιστεῖ πρεσβύτερος (ἱερέας). Καὶ ὅπως τὸ γῆρας διασώζει τὴν πρέπουσα σωφροσύνη, μερικὲς ὅμως φορὲς καὶ τὴ δυσφημεῖ, ἔτσι βέβαια καὶ ἡ νεότητα, ὅταν νικάει τὶς ὁρμὲς τοῦ σώματος, μπορεῖ νὰ συντηρεῖ καὶ τὴν κοσμιότητα τοῦ γήρατος. Γὶ αὐτὸ καὶ τὴν ἐκτιμάμε ὅπως ταιριάζει καὶ τὴ θεωροῦμε ἄξια πολλῶν ἐπαίνων.

Μὲ τὴ γνώμη, λοιπόν, τοῦ θειού7 του, ἄδελφού του πατέρα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος (ἱερέας), καὶ ἄνταποδοθηκε ἔτσι στὸ Θεὸ αὐτὸς ποῦ ὕπηρξε δῶρο προσευχῆς γιὰ τοὺς γονεῖς του. Ὃ ἀρχιερέας ὅμως τῆς πόλεως τῶν Μυρέων, ὁ ὁποῖος κατὰ καλὴ τύχη εἶχε ἄξιωθεί του φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βλέποντας τὴν ψυχὴ τοῦ νέου πλούσια σὲ ἄρετες, χωρὶς κανένα δισταγμὸ γιὰ τὴ μελλοντικὴ χάρη ποῦ θὰ πλεόναζε σ’ αὐτόν, εἶπε τὰ ἕξης προφητικὰ λόγια: «Θὰ εἶναι εὐεργετικὴ παρηγοριὰ γιὰ τοὺς πενθοῦντες, θὰ ποιμάνει μὲ πετυχημένο καὶ καλὸ τρόπο ψυχές, θὰ ἔπαναφερει πλανημένους στὰ λιβάδια τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ θὰ παρουσιαστεῖ σὲ ὅλους ὡς σωτήρας στοὺς κινδύνους». Τὸ ἂν πραγματοποιήθηκαν τὰ παραπάνω προφητικὰ λόγια θὰ τὸ φανερώσει ὁ λόγος στὴ συνέχεια.

Ζωὴ ἀγγελικὴ σὲ σῶμα θνητό. Διοίκηση τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὕπευθυνοτητα γιὰ τοὺς Ἱερούς Ναοὺς

Γ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἔλθει σὲ γνώση μὲ ἀπότελεσματικο τρόπο πόση ὕπηρξε ἢ ἔπιδοσή του στὴν καλλιέργεια τῶν ἄρετων ὕστερα ἀπό τὴ χειροτονία του; Καὶ βέβαια, μὲ τὶς ἀγρυπνίες καὶ τὶς νηστεῖες καὶ τὶς προσευχές, στὶς ὁποῖες εἶχε παραδώσει τὸν ἕαυτό του. Ἔτσι κατόρθωσε νὰ διατηρήσει καθαρὴ καὶ ἄμολυντη τὴν ἱεροσύνη του καὶ φιλοδοξοῦσε κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἐπιτύχει συμπεριφορὰ ἀγγελικὴ σὲ σῶμα θνητό. Μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔδινε ἀφορμὴ στοὺς πολλοὺς νὰ ἀναμένουν ἂπ’ αὐτόν μεγάλα καὶ θαυμαστὰ πράγματα.

’Ἀφοῦ ἔβλεπε τὸ ὕψος αὐτὸ τῆς ἀρετῆς τοῦ νέου ὁ θεῖος του, τὸν ὅποιο μνημονεύσαμε προηγουμένως καὶ ὀνομαζόταν καὶ αὐτός Νικόλαος, τοῦ ἄνεθεσε τὴ διοίκηση ἰοῦ θείου Ναοῦ —τὸν ὅποιο ἔκτισε πρῶτα ἐπ’ ὄνοματί της ἁγίας Σιῶν καὶ κατόπιν τὸν μετέβαλε σὲ Μοναστήρι— καὶ διόρισε συνεργάτες του στὸ ἔργο αὐτό ὅσους ἔγνωριζε ὅτι ἦταν καὶ συνεργοί του στὴν ἄρετη, μὲ σκοπὸ νὰ συνενδιαφέρονται μὲ αὐτόν γιὰ τὶς ἔκκλησιαστικες ὕποθεσεις καὶ νὰ προνοοῦν μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια γιὰ τοὺς ἱεροὺς Ναούς. Καὶ κάποτε ποῦ σηκώθηκε καὶ πῆγε στὴν Παλαιστίνη ὁ θαυμαστὸς αὐτός Νικόλαος, μὲ σκοπὸ νὰ γνωρίσει καλά τους Ἁγίους Τόπους, καθὼς βέβαια μετὰ ἀπό αὖτα θὰ φανερώσει ὁ λόγος, αὐτόι, δηλαδὴ ὁ ἅγιος Νικόλαος μὲ τοὺς διορισθέντες συνεργάτες του, τὸν ἄναπληρωναν στὴ διοίκηση τῆς ἔπισκοπης καὶ χειρίζονταν τὶς ὕποθεσείς του Ναοῦ (Μοναστηριοῦ) καὶ τὰ διάφορα διαχειριστικὰ θέματα μὲ τέτοιο τρόπο, σὰν νὰ ἦταν κατὰ τύχη παρὼν ὁ ἴδιος. Αὐτὰ ὅμως ἔγιναν ἄργοτερα.

Ἢ ἀπόψη τοῦ ‘Ἁγίου γιὰ τὰ ὑλικὰ ἄγαθα

Δ. Ἔνω ὁ Ἅγιος ἦταν ἄκομη νέος, πέθαναν οἱ γονεῖς του καὶ ἔμεινε αὐτός μόνος κληρονόμος τῆς περιουσίας τους. Τότε ἔκαμε γιὰ τὴν κηδεία τοὺς ὅσα πρέπει νὰ κάνει σὲ φιλόστοργους γονεῖς ἕνα παιδὶ ποῦ τοὺς σέβεται καὶ τοὺς ἀγαπάει. Δὲν κοίταξε ἄμεσως πρὸς τὴν κληρονομιά, ὅπως θὰ ἔκανε κάποια ἄλλη φιλοχρήματη ψυχή, οὔτε φρόντισε τὸ παραμικρὸ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ αὔξηθει ὁ πλοῦτος καὶ νὰ διατηρηθεῖ ρέοντας ἄφθονως πρὸς χάρη του. Γιατί ἀπό τα πρῶτα βήματα τῆς ζωῆς τοῦ παραιτήθηκε ἀπό κάθε κοσμικὴ ἐπιθυμία καὶ προσπαθοῦσε νὰ παρουσιάσει, μὲ τὴ μετέπειτα διαγωγή του, τὸν τρόπο ζωῆς ποῦ εἶχε ἔπιλεξει ἀπό τὴν ἀρχὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Καί, ἐπιπλέον, ἀκοῦε καὶ τὸ θεῖο Δαβὶδ ποῦ ἔλεγε: «Ἔαν ρέει μπροστὰ σας ὁ πλοῦτος σὰν ποτάμι, μὴν προσκολλᾶτε σ’ αὐτόν τὴν καρδιὰ σᾶς»8, καὶ τὸ σοφὸ Σολομώντα ποῦ ἔγραφε: «Οἱ ἐλεημοσύνες καὶ ἢ πιστὴ τήρηση τῶν ὑποχρεώσεων νὰ μὴ σὲ ἔγκαταλειψουν»9 καὶ «Νὰ μὴν παύσεις νὰ βοηθεϊς τὸν φτωχὸ»10.

Γιὰ τὸ λόγο, λοιπόν, αὐτό δὲ χρησιμοποίησε τὰ χέρια του γιὰ τὴ συγκέντρωση χρημάτων. ’Ἀντίθετα, ὕπηρξε ἅπλοχερός σε καθέναν ποῦ εἶχε ἄναγκη, κοινὸ πλούσιο συμπόσιο καὶ ποταμὸς ποῦ ἔρεε μὲ πολὺ καὶ ἥσυχο ρεῦμα ἄγαπης καὶ καλοσύνης. Ποταμὸς μὲ πολὺ ρεῦμα, γιατί οἱ εὔεργεσιές τοῦ πρὸς ἐκείνους ποῦ εἶχαν ὕλικες ἀνάγκες ἦταν πλουσιοπάροχες μὲ ἥσυχο ρεῦμα, γιατί ἔκανε τὶς εὔεργεσιες κρυφὰ καὶ χωρὶς νὰ τὸν παίρνει κανένας εἴδηση.

Καὶ τώρα ἄξιζει πραγματικὰ νὰ ὕπενθυμισουμε συγκεκριμένα τὶς ἄγαθοεργιές του, γιὰ νὰ γίνει γνωστὸς μὲ περισσότερη ἄκριβεια ὁ πλοῦτος τῆς ἄγαθοτητας καὶ τῆς φιλανθρωπίας του.

Τρεῖς ἀδελφὲς μπροστὰ στὸν κίνδυνο τῆς ἀτίμωσης.Ὃ Ἅγιος, ἀνέλπιστος προστάτης

Ε. Κάποιος ἄνθρωπος ὕπεστη οἰκονομικὴ καταστροφὴ καὶ κατάντησε ἄδοξος ἀπό ἔνδοξος καὶ φτωχὸς ἀπό πλούσιος. Ὃ ἄνθρωπος αὐτὸς σχέδιαζε ὅλες τὶς δυνατὲς λύσεις στὴν περιπέτειά του, ἀφού εἶχε καταντήσει πάμφτωχος, ἐπειδὴ τοῦ ἔλειπαν ἤδη καὶ αὖτά τα ἀπόλυτως ἄναγκαια γιὰ τὴν ἔπιβιωσή της οἴκογενειάς του. ’Ἀλίμονο! μέχρι καὶ ποιὸ σημεῖο ἢ ἄνεχεια βιάζεται νὰ προχωρεῖ! Στὴν ἄπελπισιά του, λοιπόν, ἐπάνω πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ἐκδίδει τὶς θυγατέρες τοῦ (εἶχε τρεῖς, ποῦ διακρίνονταν γιὰ τὸ ὑπέροχο κάλλος καὶ τὴν ἐξαιρετικὴ ὀμορφιά τους) πρὸς ἄκολασια σ’ αὔτους ποῦ τὸ ἐπιθυμοῦν, παίρνοντας χρήματα, καὶ ἔτσι νὰ ἔξασφαλιζει τὴν τροφὴ γιὰ τὸν ἕαυτό του καὶ τὰ παιδιά του.

Καὶ βέβαια λένε: τὸ νὰ θέλει νὰ βορβορολογέϊ κάποιος ἀπὸ τὸ βόρβορο καὶ νὰ ἐξασφαλίζει πόρους γιὰ τὸν ἕαυτό του ποιᾶς ἄραγε φτώχειας δὲν εἶναι περισσότερο χαλεπό;

Ἐπιθυμοῦσε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ τὶς παντρέψει δὲν μποροῦσε ὅμως ἔξαιτιάς της μεγάλης φτώχειάς του. Ἔτσι αὐτὲς θὰ ἄτιμαζονταν ἂπ’ ὅλους καὶ ὁ σωματικὸς ἔρωτας ἄξιωνε ἐδῶ το δεύτερο ἄθλο γιὰ τὸν ἔρωτα τῶν χρημάτων. Ὃ ἄνθρωπος, λοιπόν, αὐτὸς βρισκόταν σ’ αὕτη τὴ δυσάρεστη κατάσταση καὶ ὕπεφερε ψυχικὰ γιὰ τὴν κακὴ αὕτη σκέψη τοῦ ὅμως προχωροῦσε ἤδη νὰ κάμει πράξη τὴν ἀπόφασή του. Λένε ὅτι, πραγματικά, δὲν ὕπαρχει τίποτε πιὸ φοβερὸ ἀπό τὴν ἄνεχεια. Ἀλλὰ Σὺ ὁ φιλάνθρωπος, ὁ ἄγαθοποιος πρὸς ὅλους τους ἄνθρωπους Θεός, Σὺ ποῦ κάμπτεσαι μὲ φιλανθρωπία ἀπό τὶς ἄναγκές μας, ποιὸν τρόπο βρίσκεις, λοιπόν, καὶ ποιὰ θεραπεία γιὰ τὸ ἄκαταμαχητο αὐτὸ κακό; Καὶ πράγματι, βρίσκεις τρόπο νὰ φτάσει στ’ αὐτιὰ τοῦ θεράποντά σου, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, αὐτὸ ποῦ πρόκειται νὰ συμβεῖ μὲ τὰ τρία κορίτσια καὶ τὸν στέλνεις μὲ τρόπο ἄξιοθαυμαστο, ὡς ἄγαθο ἄγγελο, στὸν πατέρα τους, ποῦ πιέζεται σωματικὰ καὶ κινδυνεύει ἢ ψυχή του, νὰ τὸν συντρέξει στὴ φτώχειά του καὶ νὰ τὸν διασώσει ἀπό τὴν ἄπωλεια στὴν ὅποια αὕτη τὸν ὁδηγεῖ.

Ἐκτὸς ἀπό τα ἄλλα, κοίτα καὶ τὴ μεγαλοψυχία τοῦ Ἁγίου, πῶς δηλαδὴ συνδυάζει τὴ σύνεση μὲ τὴ συμπάθεια. Νὰ τί ἔκαμε: Δὲ σκέφτηκε καθόλου νὰ προσέλθει στὸ δυστυχισμένο ἄνθρωπο, οὔτε καὶ νὰ συζητήσει γιὰ λίγο το θέμα, οὔτε νὰ φανερώσει σ’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸ εὐεργετικό του χέρι, πράγμα ποῦ συνηθίζουν ὅλοι οἱ μικρόψυχοι ποῦ κάνουν κάποια μικροελεημοσύνη. Γιατί ἤξερε ὅτι αὐτὰ εἶναι ἐνοχλητικὰ γι’ αὐτοὺς ποῦ ξέπεσαν ἀπό τὸν πλοῦτο καὶ τὴ δόξα στὴν ἄνεχεια καὶ στὴ δυστυχία, ἀφού καὶ τοὺς ντροπιάζουν καὶ τὴν εὔημερια ποῦ εἶχαν πρὶν τοὺς ὑπενθυμίζουν. ’Ἀλλά, νομίζω, σὰν νὰ ἔπιθυμουσε ἐκείνος νὰ ξεπεράσει καὶ τὴν εὐαγγελικὴ παραγγελία, δηλαδὴ τὸ νὰ μὴ γνωρίζει τὸ ἄριστερο χέρι τί κάνει τὸ δεξιό, δὲν ἢ θέλησε νὰ ἔχει ὡς μάρτυρα τῆς πράξεώς του οὔτε τὸν ἴδιο τὸν εὐεργετούμενο. Ἔτσι ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ζητεῖ τὴ δόξα τῶν ἄνθρωπων, ἀφού καὶ περισσότερο αὐτός φρόντιζε νὰ κρύβει τὶς ἄγαθοεργιές του, παρὰ ἄλλοι ποῦ ἔκαναν αἰσχρὲς πράξεις. Πῆρε, λοιπόν, κομπόδεμα μὲ χρυσάφι, πῆγε τὰ μεσάνυχτα κοντὰ στὸ σπίτι τοῦ φτωχοῦ ἄνθρωπου, τὸ ἔριξε ἀπό ἕνα παραθυράκι μέσα καὶ γύρισε ἄμεσως σπίτι του, σὰν νὰ ντρεπόταν μὴν τὸν ἴδουν, ὅταν ἔκανε αὕτη τὴν ἄγαθοεργια.

Μία ἀπό τὶς ἀδελφὲς παντρεύεται. Χρυσάφι καὶ γιὰ ἄλλη

ΣΤ’. Πρωὶ πρωί, ποῦ ξύπνησε ὁ ἄνθρωπος, βρῆκε τὸ χρυσάφι καί, στὴ συνέχεια, ἀφού ἔλυσε τὸ κομπόδεμα, ἔξεπλαγη καὶ νόμιζε ὅτι μπορεῖ νὰ εἶχε ἔξαπατηθει, φοβούμενος μήπως δὲν εἶναι χρυσάφι αὐτό ποῦ ἔβλεπε. ’Ἀναρωτιόταν, λοιπόν, γιὰ ποιὸ λόγο δὲ θέλησε ὁ εὔεργετης νὰ ἔχει ὡς μάρτυ ρὰ τῆς εὔεργεσιάς του αὐτόν ποῦ εὔεργετη- θηκε. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη, τρίβοντας τὸ μέταλλο μὲ τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων του καὶ παρατηρώντας τὸ πιὸ προσεκτικά, διαπίστωσε ὅτι ἦταν πράγματι χρυσάφι. Γιὰ τὸ ἀπροσδὸ- κητο αὐτό γεγονὸς χαιρόταν πολύ, ἔνιωθε ἔκπληξη καὶ ἀπόρουσε, ἔνω ἔχυνε θερμὰ ἃ ἀπό τὴ μεγάλη του χαρὰ* δὲν εἶχε καὶ τί νὰ κάνει. Καὶ ἐπειδή, στριφογυρίζοντας πολλὰ στὸ νοῦ του, δὲν εἶχε κανέναν ἀπό τους γνωστούς του στὸν ὅποιο νὰ ἀπόδωσεί το γεγονὸς τῆς ἄγαθοεργιας αὔτης, τὸ ἄπεδωσε στὸ Θεὸ καὶ δὲ σταματοῦσε νὰ ἐκφράζει μὲ δάκρυα τὶς εὔχαριστιές του. Τώρα βέβαια, πρὶν ἀπό τὶς ἄλλες ἄναγκες, βιαζόταν νὰ ἄπαλλαγει ἀπό τὴν ἅμαρτιά του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πάντρεψε μιὰ ἀπό τὶς θυγατέρες του, τὴν πρώτη, δίνοντάς της ὡς προίκα τὸ χρυσάφι ποῦ ἔρευσε μόνο του ἤ, καλύτερα, θὰ ἔλεγα τὸ θεόσταλτο, ποῦ ἦταν σημαντικό.

Τὸ γεγονὸς τοῦ γάμου τὸ πληροφορήθηκε ὁ θαυμαστὸς Νικόλαος καὶ διαπίστωσε ὅτι ὁ πατέρας ἔπραξε σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τοῦ —αὐτό πράγματι καὶ ἔπιθυμουσε, δηλαδὴ νὰ τοῦ λύσει μὲ τὸ γάμο τὴν πρόφαση τῆς ἁμαρτίας—, γι’ αὐτὸ καὶ ἑτοιμάστηκε νὰ προσφέρει βοήθεια καὶ γιὰ τὸ δεύτερο κορίτσι. Καὶ πραγματικά, καὶ ἄλλο κομπόδεμα μὲ χρυσάφι, ἰσόποσο πρὸς τὸ προηγούμενο, προσέφερε σ’ αὐτόν τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ τὸν πάρει κανεὶς εἴδηση. Τὰ χαράματα, λοιπόν, ποῦ σηκώθηκε ὁ πατέρας τῶν κοριτσιῶν, βρῆκε ὀπὸ δάπεδο τὸ χρυσάφι. Καί, ἀφού εἶδε πῶς ὁ Θεός, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ κοπιάσει καθόλου, ἔριξε σὰν βροχὴ τὸν πλοῦτο σ’ αὐτόν καὶ τοῦ ἔδωσε, ὅπως λέει ὁ λόγος, σιτάρι ἄλεσμενο, διακατεχόταν καὶ πάλι ἀπό τὴν ἴδια ἔκπληξη.

’Ἀκολούθως, ἀφού ἔσκυψε βαθιὰ καὶ στήριξε στὸ ἔδαφος τὸ μέτωπό του, ἔχυνε θερμοτέρα δάκρυα λέγοντας: «Θεὲ ἄγαθε, Θεὲ κηδεμόνα τῶν πάντων καὶ αἴτιε κάθε ἄγαθου, οἰκονόμε τῆς σωτηρίας μας, Σὺ ποῦ ἔγινες ἄνθρωπος καὶ γιὰ τὶς δικές μου ἁμαρτίες καὶ τώρα σώζεις ἐμὲ μαζὶ μὲ τὰ παιδιά μου ἀπό τὴν ἄναποφευκτη παγίδα τοῦ ἔχθρου, Σὲ παρακαλῶ γνώρισέ μου ποιὸς εἶναι ὁ ὑπηρέτης τοῦ θελήματός σου, ὁ μιμητής σου, ὁ ἄγγελος ἀνάμεσα στοὺς ἄνθρωπους, αὐτός ποῦ ἔτσι πάλι μὲ ἄναπλαθει, ποῦ ἀπόκαθιστα τὴν εὔη μέρια μου καὶ μὲ λυτρώνει ἀπό τὴν ὀλέθρια ἀπόφασή μου. Καὶ νά, μὲ τὸ δικό σου ἔλεος δίνω καὶ τὴ δεύτερη κόρη μου σὲ νόμιμο ἄνδρα. Ἔτσι γλίτωσε πλέον καὶ αὕτη τὴ «μνηστεία» μὲ τὸ διάβολο καὶ ἐγὼ εἶχα κέρδος, ἀφού δὲν ἔκτελεσα πράξη ποῦ θὰ μοῦ προκαλοῦσε ζημιὰ στὴν ψυχή».

Ὃ γάμος τῆς δεύτερης κόρης. Ὃ Ἅγιος προσφέρει χρυσάφι καὶ γιὰ τὴν τρίτη κόρη. Ὃ πατέρας ἀνακαλύπτει τὸν εὐεργέτη του

Ζ. Αὖτα ἔλεγε, καὶ πολὺ γρήγορα πάντρεψε καὶ τὴ δεύτερη κόρη του, ἔχοντας πλέον καὶ τὴν ἄγαθη ἔλπιδα ὅτι δὲ θὰ καθυστερήσει νὰ παντρέψει καὶ τὴν τρίτη.

Πράγματι, πίστευε ὅτι εἶχε ἤδη τὴν προίκα στὰ χέρια του. Καὶ τὸ πίστευε αὐτό, στηριζόμενος, καθὼς ἦταν φυσικό, σὲ ὅ,τι εἶχε συμβεϊ μὲ τὶς δύο ἄλλες κόρες του. Ὕστερα ἀπό αὐτά, λοιπόν, παρακολουθοῦσε προσεκτικὰ καὶ βρισκόταν σὲ ἑτοιμότητα μήπως ἔλθει ὁ εὐεργέτης καὶ πάλι δὲν τὸν ἀντιληφτεῖ. Βέβαια θὰ εὔφραινοταν μὲ τὴν παροχή, θὰ στενοχωριόταν ὅμως, ἂν δὲν τὸν ἔβλεπε καί, ἄκομη, σν δὲν ἤθελε νὰ δεχτεῖ νὰ τοῦ ἔκφρασει μὲ λόγια τὴν εὐγνωμοσύνη του.

Ἔμενε, λοιπόν, ἄγρυπνος καὶ ἔτσι περίμενε τὴν ἔλευς τοῦ φιλανθρώπου. Ὃ εὔεργετης πῆγε καὶ γιὰ τρίτη φορὰ Πῆγε ὅμως πάρα πολὺ προσεκτικά, ἀργὰ τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ ἄκουγεται καθόλου τὸ περπάτημά του, καί, μόλις ἔφτασε στὸ συνηθισμένο τόπο, ἔριξε ἀπό το ἴδιο παραθυράκι μέσα στὸ σπίτι κομπόδεμα μὲ ἴση ποσότητα χρυσοῦ. Ἀμέσως ἀπόμακρυνθηκε τρέχοντας καὶ γύρισε στὸ σπίτι του.

Ὃ πατέρας τῶν κοριτσιῶν, ποῦ δεχόταν τὶς εὐεργεσίες τοῦ φιλάνθρωπου, μόλις ἀκοῦσε τὸ θόρυβο τοῦ χρυσοῦ ποῦ ἔπεσε στὸ δάπεδο —καὶ δὲν εἶχε τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι τοῦ συμπαρίσταται ὁ ἴδιος πλουτοδότης —, ἔτρεξε πίσω του μὲ ὅση ταχύτητα μποροῦσε, γιὰ νὰ τὸν φτάσει. Ἀφοῦ τὸν ἔφτασε καὶ γνώρισε ποιὸς εἶναι —γιατί ἤιαν πασίγνωστος γιὰ τὴν ἄρετή του — , ἢ χαρὰ τοῦ ἦταν ἀπερίγραπτη, ἐπειδὴ κρατοῦσε ἄσφαλώς το θήραμά του καὶ εἶχε στὰ χέρια τοῦ τὸν εὔεργετή του. Ἔπεσε, λοιπόν, μὲ εὔχαριστηση στὰ πόδια του καὶ τὸν ἀπόκαλουσε λυτρωτὴ καὶ βοηθὸ καὶ σωτήρα ψυχῶν ποῦ κινδύνευσαν νὰ φτάσουν στὸ ἔσχατό της καταστροφῆς καὶ τῆς ἅμαρτιας. «Ἔαν πραγματικά, ἔλεγε, δὲν ὕποκινουσέ τα σπλαχνικά σου αἰσθήματα ὁ πολυέλεος Κύριος, θὰ εἴχαμε ἀπό καιρὸ ψυχικῶς» χαθεῖ ἔγω ὁ ἄθλιος πατέρας μαζὶ μὲ τὶς τρεῖς, ἄλιμονο, θυγατέρες μου. ’Ἀλλὰ τώρα μᾶς ἔσωσε μέσω τοῦ προσώπου σου καὶ μᾶς διαφύλαξε ἀπό τὴν πικρὴ πτώση στὴν ἁμαρτία καὶ σήκωσε ὁ Κύριος φτωχοὺς ἀπό τὴν κατάσταση τῆς βρωμιᾶς καὶ ἄνεσυρε ἀπό τὴ γῆ δυστυχισμένους». Αὐτὰ τὰ λόγια, λοιπόν, ἔλεγε στὸν “Ἅγιο ἐκεῖνος ὁ πατέρας, μὲ δάκρυα χαρᾶς καὶ θερμὴ πίστη, καὶ παρέμεινε πολὺ» χρόνο πεσμένος μπροστὰ στὰ εὔλογημενα πόδια του.

Ὃ Ἅγιος ὅμως, ἐπειδὴ διαπίστωσε ὅτι ἔγινε γνωστὸς πλέον στὸν πατέρα τῶν κοριτσιῶν, τὸν σήκωσε ἔπανω καὶ τὸν δέσμευσε μὲ πολὺ μεγάλους ὅρκους νὰ μὴν ἀνακοινώσει ποτὲ σὲ ἄλλους αὐτὰ ποῦ εἶχαν γίνει, οὔτε νὰ γνωστοποιήσει τὴν ἔλεημοσυνη γενικότερα στὸ λαό.

Ὅμως ἢ παραπάνω ἄγαθοεργια εἶναι μιὰ ἀπό τὶς εὔεργεσιες ποῦ ἔχει κάνει ὁ “Ἅγιος, καὶ τόσο πολὺ μεγάλη καὶ πολὺ γνωστή. ’Ἀλλὰ ὁ “Ἅγιος μοίραζε κάθε ἥμερα ὑλικὰ ἄγαθα σ’ αὔτους ποῦ εἶχαν ἄναγκη. Δηλαδὴ καὶ χόρταινε τοὺς φτωχοὺς μὲ ψωμὶ καὶ διέτρεφε αὔτούς σε περίοδο πείνας καὶ πλούσια παρεῖχε τὰ ἄγαθά σε πεινασμένες ψυχές. Ὅμως ὅλα αὖτα βέβαια δὲ θὰ μποροῦσε κάποιος οὔτε περιληπτικὰ νὰ ἄναφερει.

Προσκυνητὴς στοὺς ‘Ἁγίους Τόπους. Θαῦμα τοῦ Ἁγίου κατὰ τὸ ταξίδι στὴ θάλασσα.

Η. ’Ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσε διακαῶς νὰ φτάσει σὲ τελειότερα στάδια ἀρετῆς καὶ νὰ ἀπόλαυσει μεγαλύτερη ἄγαπη κοντὰ στὸ Θεό, τὸν κατέλαβε ἢ σφοδρὴ ἐπιθυμία τῆς ἥσυχιάς σε ἔρημο τόπο. ’Ἀφοῦ ὅμως δὲν ὑπῆρχε ἢ δυνατότητα νὰ πετύχει μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὸ ποθούμενο, λαχτάρησε ἔτσι μὲ θέρμη τὴν ἀπόδημια. ’Ἀλήθεια, ὁ προφήτης λέγει: «Ἄφοσιωθεϊτε στὴ ζωὴ τῆς ἥσυχιας καὶ ἀπόκτηστε τὴ θεία γνώση». Γιὰ τοῦτο σκέφτηκε νὰ ἀπόμακρυνθει ἀπό τὸν κόσμο καί, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ προφήτη, σχέδιαζε νὰ κατοικήσει σὲ ἔρημο τόπο. Καὶ πραγματικά, ἢ ἐρημιὰ εἶναι μητέρα τῆς ἥσυχιας, ἐνῶ ἢ ἥσυχια συνάπτει μὲ πολὺ κατάλληλο τρόπο τὶς θεῖες ἔννοιες καὶ τὴ θεωρία μὲ τὸ Θεό. Ἔτσι κάποτε θεώρησε εὔλογο νὰ πάει στὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ ἔπισκεφτεί τους Ἁγίους Τόπους, ὅπου ἔζησε ὁ Κύριος, ὁ ὅποιος ὕπεστή τα φρικτὰ πάθη γιὰ τὴ σωτηρία μας. ’Ἐπιβιβάστηκε λοιπὸν σὲ αἰγυπτιακὸ πλοῖο, ποῦ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἄπεπλευσε ἀπό ἐκεί, καὶ ἔφτασε στὴν Παλαιστίνη, μὲ σκοπὸ νὰ βρεῖ ἐκεί τὴν πολυπόθητη ἔρημια καὶ ταυτόχρονα νὰ περιέλθει καὶ νὰ ἴδει, ὅπως προείπαμε, τοὺς Ἁγίους Τόπους.

Ἄλλα ἃς διακοπεῖ ὁ λόγος πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς μεταβάσεως τοῦ Ἁγίου στὴν Παλαιστίνη καὶ ἃς ἀσχοληθοῦμε γιὰ λίγο μὲ τὸ ταξίδι στὴ θάλασσα. Τὸ αἰγυπτιακὸ πλοῖο, λοιπόν, κατευθυνόταν στὸν προορισμό του καί, ἐνῶ οἱ ναυτικοὶ δὲν προέβλεπαν τί καιρικὲς συνθῆκες θὰ ἐπικρατοῦσαν κατὰ τὸν πλοῦ, ὁ Ἅγιος τους προανήγγειλε τρικυμία μὲ πολὺ ἄγριους καὶ ὁρμητικοὺς ἄνεμους. Γιατί, εἶπε, εἶδε στὸν ὕπνο του ὅτι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἀνέβηκε στὸ πλοῖο, ἔκοψε μὲ μαχαίρι τὰ καλώδια τοῦ ἱστίου καὶ τῶν πηδαλίων,ἔδεσε γύρω γύρω ὅλο το πλοῖο, τὸ στριφογύρισε καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸ βυθίσει αὔτανδρο.

Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος, καὶ ἀμέσως, σὰν ἀπό κάποιο ἄορατο σύνθημα, ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος, ἀφού πέρασε ἀνάμεσα ἀπό τα νέφη, σήκωσε στὸ πέλαγος πολὺ μεγάλη φουρτούνα. Ταραχὴ καὶ τρόμος κατέλαβε τοὺς συμπλέοντες. Καὶ γὶ αὐτό, ἀφού στάθηκαν κοντὰ στὸ μεγάλο Ἅγιο, προσεύχονταν στὸ Θεὸ καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Ἅγιο νὰ τοὺς βοηθήσει, γιατί βρίσκονταν σὲ φοβερὸ κίνδυνο καὶ δὲν εἶχαν καμιὰ ἐλπίδα γιὰ σωτηρία, παρὰ μόνο ἂν βοηθοῦσε αὐτὸς ποῦ προεῖπε τὸν κίνδυνο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅγιος τους προεῖπε τὸν κίνδυνο τοὺς δημιούργησε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς βοηθήσει.

Ἐκεῖνος, λοιπόν, τοὺς ἔλεγε νὰ ἔχουν θάρρος καὶ τοὺς διαβεβαίωνε ὅτι γρήγορα θὰ ἄπαλλαγουν ἀπό τὸν κίνδυνο. Καὶ πραγματικά, ἢ κατάσταση ἔξελιχτηκε ὅπως τοὺς εἶπε καὶ ἐκεῖνα ποῦ τοὺς στενοχωροῦσαν γρήγορα τελείωσαν. Ἢ θάλασσα ἤρεμησε καὶ γαλήνεψε. Τότε αὐτόι, ἀφού ξέχασαν ἀμέσως τοὺς θρήνους, ξέσπασαν σὲ εὐθυμία καὶ χαρά, ὀμολογώντας ὅτι τὴ σωτηρία τοὺς τὴ χρωστοῦσαν στὸ Θεὸ καὶ στὸν ὑπηρέτη του, τὸν ἅγιο Νικόλαο. Καὶ ἔθαυμαζαν τὸν Ἅγιο γιὰ δύο λόγους, καὶ γιὰ τὸ ὅτι προεῖπε τὸν κίνδυνο καὶ γιὰ τὸ ὅτι βοήθησε νὰ διασωθοῦν ἀπό αὐτόν.

Ὁ Ἅγιος ἀνασταίνει ἕνα ναύτη. Ἀλλὰ θαύματα

Θ. Ἀλλά, ἔνω ἔτσι εἶχαν αὐτὰ τὰ ἄξιοθαυμαστα γεγονότα ἕνας ναύτης (ἄληθεια, ὁ διάβολος πάλι προσπάθησε νὰ τοὺς στενοχωρήσει, γιατί θεώρησε προσβολὴ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ τὸ θαῦμα ποῦ ἔγινε) ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ τοῦ μεσαίου καταρτιοῦ, γιὰ νὰ διορθώσει κάποιο σχοινὶ τοῦ πλοίου. Ὅταν ἔπροκειτο πλέον νὰ κατεβεῖ, γλίστρησε καὶ ἔπεσε στὸ μέσο του πλοίου. Μὲ τὴν πτώση τοῦ χτύπησε θανάσιμα καὶ τὸ ἄψυχο σῶμα τοῦ κοίτονταν στὸ κατάστρωμα καὶ ὅλοι τὸν ἔβλεπαν νεκρό. Τότε ὁ “Ἅγιος, ποῦ συνήθιζε μὲ τὴν προσευχή του νὰ προσφέρει ἄμεσως βοήθεια, τὸν ἀνέστησε μὲ περισσότερη εὐκολία ἀπό το νὰ ξυπνοῦσε ἕναν ποῦ κοιμόταν. Ἔτσι τὸν παρέδωσε πάλι ζωντανὸ στοὺς ἄλλους ναῦτες τοῦ πλοίου. Ἔπειτα οἱ ναυτικοὶ ξεδίπλωσαν ὅλα τα ἱστία καὶ ὡς τὸν προορισμὸ τοὺς ἔπλευσαν μὲ ἄερακι λεπτὸ καὶ εὐχάριστο.

Ὅταν πλέον προσέγγισαν στὸ λιμάνι καὶ ἄγκυροβοληοέ το πλοῖο, ἄμεσως συντελοῦνταν πολλὰ θαύματα, ποῦ καὶ ἢ θάλασσα ἄγαλλοταν. Καὶ ἂν πρέπει νὰ τὰ παρουσιάσω συνοπτικά, θὰ ἔλεγα ὅτι δὲν ὕπηρχε κανένας ποῦ νὰ ὕπεφερε ἀπό δυστύχημα ἢ ἄρρωστια, ἢ νὰ πιεζόταν ἀπό κάποια μεγάλη στενοχώρια, ὁ ὅποιος νὰ προσερχόταν στὸν Νικόλαο καὶ νὰ μὴν εὕρισκε ἄμεσως θεραπεία καὶ ἄπαλλαγη ἀπό το αἴτιο ποῦ τὸν στενοχωροῦσε.

Ἔτσι λοιπόν, ἀφού ἢ θεραπεία τῶν ἄοθενων γινόταν ὄχι μόνο μὲ εὔκολια, ἄλλα καὶ χωρὶς πληρωμή, ὁ λόγος εἶναι σὲ θέση νὰ δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἐξετάσουμε συγχρόνως πόσοι ἦταν ἐκείνοι ποῦ θεραπεύτηκαν, πόση εὐχαριστία πρὸς τὸ Θεὸ ἔκδηλωθηκε καὶ πόση ἦταν ἢ χαρὰ ὅλων μαζὶ ἐκείνων ποῦ δοξολογοῦσαν τὸ Θεό.

Τὸ νὰ παρουσιάσει ὅμως ἕνας μὲ τὴ γραφὴ καθένα χωριστὰ ἀπό τα θαύματα αὐτὰ τοῦ Ἁγίου εἶναι παρόμοιο μὲ τὴν προσπάθεια κάποιου ἄλλου ποῦ θὰ ἤθελε νὰ ἄπαριθμησει τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἄστερων.

Στὰ ἱερὰ Προσκυνήματα. Ἐπιστροφή. Ἄλλες θαυματουργικὲς ἐνέργειες

Ὃ Ἅγιος ἄναχωρησε ἀπό ἐκεῖ καὶ πῆγε στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀκολούθως στὸ σεβάσμιο Γολγοθά, στὸν ὅποιο εἶχε στηθεῖ ὁ σωτήριος Σταυρός. Στὴ συνέχεια προσῆλθε, νυχτερινὴ ὥρα, στὸ θεῖο ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ποῦ εἶχε τοποθετηθεῖ ὀὲ ἱερὸ Ναό. Μόλις πλησίασε στὸ Ναό, οἱ πύλες ἄνοιξαν αὔτοματως. Ἐκεῖ προσευχήθηκε θερμὰ καὶ προσκύνησε μὲ πολλὴ εὔλαβεια. Ἔτσι ἔλαβε πλουσιότερη τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ ἄγαθου καὶ παναγίου Πνεύματος.
’Ἀφοῦ διέμεινε στὴν Παλαιστίνη ἄρκετο χρονικὸ διάστημα καὶ γιὰ νὰ μὴ στερηθεῖ τὸ ποίμνιό του γιὰ περισσότερο χρόνο τὴ γλυκιά του φωνή, πῆρε ἔντολη ἀπό το Θεό, μὲ θεῖο ὅραμα, νὰ γυρίσει στὸν τόπο του. Γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ χρησιμοποίησε πάλι πλοῖο. Καὶ ἔδω πάλι, μόλις ὁ θαυμαστὸς “Ἅγιος ἐπιβιβάστηκε, συνέβησαν θαύματα: ἄφενος φανερώθηκε ἢ κακουργία τῶν ναυτικῶν, ἄφετερου ἀπόδειχτηκε στὸ πρόσωπό του κατὰ τρόπο θαυμαστὸ ἢ δύναμη τοῦ θείου Πνεύματος.

Ὃ Ἅγιος, λοιπόν, ἔπροκειτο νὰ ἐπιστρέφει μὲ πλοῖο στὴν πατρίδα του καί, ἀφού πρῶτα ἔκαμε τὴ σχετικὴ συμφωνία μὲ τοὺς ναῦτες, οἱ ὅποιοι βέβαια δὲν ἦταν καλοί, ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοῖο. Ἐκεῖνοι ὅμως, ὅταν σήκωσαν τὶς ἄγκυρες, θυμήθηκαν τὴν πατρίδα τους. ’Ἀφοῦ, λοιπόν, βγῆκαν ἀπό το λιμάνι, ἄνοιξαν τὰ πανιὰ καί, ἔπειδη ὁ ἄνεμος ἔπνεε εὔνοϊκα γι’ αὔτους, κατευθύνονταν πρὸς τὴν πατρίδα τους. Ἢ θεία Δικαιοσύνη ὅμως δὲν τοὺς ἄφησε καθόλου, ἄλλά τους ἄκολουθουσε κατὰ πόδας καὶ τιμώρησε τὴν κακουργία τους. Ἔπνευσε, λοιπόν, ἄμεσως μὲ ἄντιθετη κατεύθυνση μιὰ σφοδρὴ καταιγίδα, ἢ ὁποία μετατόπισε τὸ μοχλὸ τοῦ πηδαλίου καὶ τὸ ἴδιο το πηδάλιο τὸ ἄπεσπασε ἀπό τὴ θέση του. Ἢ καταιγίδα αὕτη ἄπειλησέ τους ναῦτες μὲ τὸν ἔσχατο κίνδυνο τοῦ καταποντισμοῦ, ἐνῶ τὸν Ἅγιο τὸν ἔφερε στὸ λιμάνι τῆς πατρίδας του, ἀφού ἐκεῖ κατὰ τρόπο θαυμαστὸ προσορμίστηκε τὸ ἄκυβερνητο πλοῖο.

Πῶς ὅμως ἄντιμετωπισε τὴν κακὴ συμπεριφορὰ τῶν ναυτῶν ἐκεῖνος ὁ εὔαισθητος καὶ μεγαλόψυχος ἄνθρωπος; Δὲν πικράθηκε, οὔτε θεώρησε ἄναγκαιο νὰ τοὺς ἄπευθυνει κάποιο σκληρὸ λόγο. Ἄλλα καὶ οἱ ἴδιοι εἶχαν μετανοήσει πικρὰ γιὰ τὴν πράξη τους καὶ ὁ Ἅγιος νικήθηκε ἀπό τὴ φιλάνθρωπη καρδιά του, καὶ ἔτσι τοὺς ἔστειλε στὴν πατρίδα τους μὲ καλὸ καὶ γρήγορο ταξίδι. Αὐτὸς ἔπεστρεψε στὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἅγιας Σιῶν, τὴν ὅποια, ὅπως εἴπαμε, εἶχε οἰκοδομήσει ὥραιοτατα ὁ θεῖος του. Ἐκεῖ ἔγινε δεκτὸς μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ γέμιζε τὴν ψυχὴ ὅλων μὲ ἄπεριγραπτη εὐχαρίστηση.

Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι σᾶς διακατέχει θερμὸς πόθος καὶ διψᾶτε νὰ μάθετε πῶς ἄνεβη στὸν ἄρχιερατικο θρόνο καὶ πῶς ἔργαστηκε ὕστερα ἀπό τὴ χειροτονία του στὸ βαθμὸ τοῦ ἔπισκοπου. Αὖτα, λοιπόν, ἔρχεται νὰ σᾶς κάμει γνωστὰ ὁ λόγος. Ἐπειδή, λοιπόν, ἢ θεία Πρόνοια ρύθμιζε μὲ σοφία τὰ σχετικὰ μὲ αὐτόν καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ πνευματικὸ φῶς ἔπροκειτο νὰ τοποθετηθεῖ σὲ μεγάλη λυχνία, τὸν κατέβασε πάλι στὴν πόλη, μὲ σκοπὸ νὰ ἐργάζεται φιλόπονα τὴ θεία γλυκύτητα τῆς ἄρετης.

Ἀναζήτηση κατάλληλου προσώπου γιὰ τὸν ἄρχιεπισκοπικο θρόνο. Θεία ὀπτασία

ΙΑ. Καὶ ἔνω ὁ Ἅγιος ἔπιτελουσε ἔτσι τὰ ἔργα τῆς ἄρετης, ὥστε νὰ μὴν τὸν βλέπει ἄνθρωπινο μάτι, ἔκανε περισσότερο φανερὸ τὸν κατὰ πάντα ἄξιο ἑαυτό του. Ἢ ἄρετη, πράγματι, δὲν ἔκρυβε τὸν ἔργατη περισσότερο ἂπ’ ὅ,τι κρύβει τὸ φῶς ἐκείνους ποῦ περπατοῦν κάτω ἀπό αὐτό. [Μὲ ἄλλα λόγια’ ἢ ἄρετη δὲν ἔκρυβε καθόλου τὸν ἔργατη, ὅπως τὸ φῶς δὲν κρύβει ἐκείνους ποῦ περπατοῦν κάτω ἂπ’ αὐτό]. Καὶ οἱ καρποὶ τῶν κόπων τοῦ γρήγορα ἀπόκαλυπτάν το εὔγενές του δένδρου.

Βεβαιότατα γίνεται γνωστὸς’ καὶ ὁ οὔρανιος Πατήρ, ὁ ὁποῖος βλέπει τὴν ἄρετή του, ποῦ κρύβεται, τὴν ἔπιβραβευει φανερά. Καὶ πῶς ἔγινε αὐτό στὴ συγκεκριμένη περίπτωση προσέχτε τὴ διήγηση:

Ἐκεῖνον τὸν τελευταῖο καιρὸ ἔκοιμηθη (πέθανε) ὁ ἄρχιερεάς της πόλεως τῶν Μυρέων καὶ ἔμεινε κενὸς ὁ μητροπολιτικὸς θρόνος. Τότε κατέλαβε θεία ἔπιθυμιά τους ἐπισκόπους ποῦ ἦταν ὑπὸ τὴν ἐξουσία του καὶ τοὺς ἔπιλεκτους ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο ἱερὸ Κλῆρο νὰ ἐκλέξουν ἀρχιερέα πρόσωπο ἄξιο γιὰ τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο. ’Ἀφοῦ, λοιπόν, συνάχτηκαν ὅλοι, κάποιος ἀπό αὔτους διατύπωσε τὴ γνώμη (γεγονὸς ὄφειλομενο στὸ Θεὸ καὶ στὴν οἰκονομία τῆς θείας σοφίας) νὰ ἔμπιστευθουν στὴν προσευχὴ τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἄρχιερεα καὶ νὰ ἄφησουν τὴ χειροτονία του στὴν ἀπόφασή του Θεοῦ. Ἔνω, λοιπόν, αὐτόι προσεύχονταν γιὰ τὸ σκοπὸ αὖτό —τους ἄρεσε πραγματικὰ ἢ γνώμη ποῦ διατυπώθηκε—, ὁ Κύριος, ποῦ κάνει τὸ θέλημα ἐκείνων ποῦ τὸν φοβοῦνται καὶ τὸν τιμοῦν, φανέρωσε σὲ ἕναν ἀπό αὔτους ποιὸν ἔπρεπε νὰ ἔκλεξουν ἄρχιερεα. Καὶ αὐτό ἔγινε ὡς ἕξης ἔνω προσευχόταν ὁ ἔπισκοπος αὐτός, ἔμφανιστηκε κάποια θεία ὀπτασία καὶ τοῦ φαινόταν ὅτι τὸν διέτασσε νὰ πάει καὶ νὰ σταθεῖ κοντὰ στὶς εἰσόδους τοῦ Ναοῦ καὶ ὅτι τοῦ ἔλεγε: «Ὅποιος θὰ ἔμπαινε πρῶτος στὸ Ναό, αὐτός εἶναι ποῦ κινεῖται μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ δικοῦ μου Πνεύματος. Νικόλαος ὀνομάζεται ὁ ἄνδρας αὐτός καὶ σ’ αὔτού τα χέρια πρέπει νὰ ἄνατεθει ὁ ἔπισκοπικος θρόνος καὶ ἢ προστασία τῆς ’Ἐκκλησίας. Καὶ βέβαιά το ἄξιωμα αὐτό γι’ αὐτόν ἔχει προοριστεῖ».

Ἔργο προσευχῆς καὶ θείου φωτισμοῦ ἢ ἐκλογὴ τοῦ Ἁγίου γιὰ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῶν Μύρων

ΙΒ. Τὶς ἀπόκαλυψεις αὖτες, ποῦ εἶχε ἀπό τὴ θεία ὀπτασία ἐκείνος ὁ εὔσεβης ἄνθρωπος, δὲν τὶς κράτησε ἀπόρρητες, ἄλλα τὶς ἄνακοινωσε στὴ Σύνοδο τῶν ἐπισκόπων καὶ στὸν ὕπολοιπο ἱερὸ Κλῆρο. Καὶ ἔνω, λοιπόν, ὅλοι προσεύχονταν μὲ περισσότερη ἔνταση, ἐκείνος στὸν ὅποιο ἀπόκαλυφτηκε ποιὸς θὰ ἦταν ὁ μεγάλος καὶ ἄξιος ἔφτασε στὸν τόπο ποῦ ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὴν ἔντολή της θείας ὀπτασίας. Ἤδη ὅμως πρωὶ-πρωὶ καὶ ὁ μέγας Νικόλαος, ἀφού ὕποκινηθηκε ἀπό το θεῖο Πνεῦμα, πῆγε καὶ αὐτός στὴν ’Ἐκκλησία. Μόλις ἔφτασε στὸ Ναό, συναντήθηκε μ’ αὐτόν ποῦ ἄξιωθηκε νὰ δεῖ τὴ θεία ὀπτασία. Τότε ὁ ἔπισκοπος ποῦ εἶδε τὸ ὅραμα ἀμέσως τὸν ρώτησε: «Τέκνο μου, πῶς ὀνομάζεσαι;». Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε μὲ πραότητα καὶ λεπτότητα:

«Νικόλαος ἅμαρτωλος, Δέσποτα, δοῦλος τῆς ἅγιοτητάς σου».

Ὅταν λοιπὸν ὁ εὐσεβὴς ἐκείνος ἄνθρωπος ἀκοῦσε ἀπό τὸν πραγματικὰ μεγάλο τα μετρημένα καὶ γεμάτα ταπεινοφροσύνη ἐκεῖνα λόγια καὶ ἄφενος ἀπό τὸν τρόπο κλὴ- σεως τοῦ Νικολάου, τὸν ὁποῖο προεῖπε ἢ θεία ὀπτασία, ἄφετερου δὲ ἀπό το μέγεθος τῆς ταπεινοφροσύνης τοῦ Ἁγίου καὶ τῆς ἔξωτερικής του ἐμφάνισης, ποῦ συμφωνοῦσε μ’ αὕτη (δηλαδὴ δὲν ἅγνοοϋοε τὸν ἅγιογραφικο λόγο: «Ὃ Θεὸς γνωρίζει πρὸς ποιὸν στρέφει μὲ εὔμενειά τα βλέμματά του’ τὰ στρέφει πρὸς τὸν ταπεινὸ καὶ ἥσυχο», πείστηκε ὅτι αὐτός εἶναι ἐκείνος ποῦ ὑποδεικνύει ὁ Θεὸς γιὰ ἄρχιερεα, καὶ ἄμεσως ἔνιωσε ἄπεριγραπτη εὔχαριστηοη. Καὶ ἢ ἀγαλλίαοή του ἦταν ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του καὶ αἰσθανόταν τέτοια χαρὰ —γιατί πρέπει νὰ διαλάμπει καὶ ὁ λόγος τῆς θείας Γραφής— σὰν ἐκείνον ποῦ βρίσκει λάφυρα πολλὰ καὶ σὰν ἐκείνον ποῦ βρίσκει τυχαίως κάποιον κρυμμένο θησαυρό.

‘Ὕστερα ἀπό αὐτὰ συλλογίστηκε ὅτι ἢ εὕρεση τοῦ μεγάλου πραγματικὰ γιὰ τὸ ἄρχιερατικο ἀξίωμα ἦταν ἔργο τοῦ θείου φωτισμοῦ. Εἶπε λοιπὸν πρὸς αὐτόν: «Τέκνο μου, ἄκολουθα μέ», καί, ἀφού τὸν παρέλαβε, τὸν πῆγε στοὺς ἔπισκοπους. Ἐκεῖνοι συμφώνησαν ἄμεσως μὲ τὴν ἔξελιξή του θέματος, τὸ ὅποιο εἶχε ἀνακοινωθεῖ σ’ αὐτοὺς προηγουμένως ἀπό τὸν ἐπίσκοπο ποῦ εἶχε δεῖ τὴ θεία ὀπτασία. Ἔτσι ἢ ψυχὴ τοὺς πλημμύρισε ἀπό θεία χαρὰ καὶ ἔκριναν ὅτι ἢ ἀποφαοη τοῦ Θεοῦ στηρίχτηκε στὴν ἄρετή του ἄνδρος.

Ἔπειτα, ὅπως ἦταν συγκεντρωμένοι (ἢ Σύνοδος τῶν ἐπιοκόπων καὶ οἱ ἄλλοι κληρικοί), ὁδήγησαν ἄμεσως τὸν Ἅγιο στὸ μέσο του Ναοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἢ εἴδηση ἔφτασε παντοῦ πολὺ γρήγορα, ἀφού αὕτη ἔτσι στὰ σπουδαῖα γεγονότα συνηθίζει ἰδιαίτερα νὰ χρησιμοποιεῖ συντονισμένο καὶ γρήγορο φτερούγισμα, συγκεντρώθηκε ἄμετρητο πλῆθος λαοῦ. Ὅταν, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζί, ἄμεσως οἱ ἐπίσκοποι, μὲ πολὺ ὑψωμένη τὴ φωνή, ὥστε νὰ τοὺς ἄκοϋνε ὅλοι καλά, εἶπαν: «Δεχθεῖτε, ἀδελφοί, τὸν δικό σας ποιμένα, δεχθεῖτε τὸν μὲ προθυμία’ αὐτὸν ποῦ ἔχρισε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ σᾶς καὶ στὸν ὅποιο ἐμπιστεύτηκε τὴ διαποίμανση τῶν ψυχῶν σας καὶ τὴν πνευματική σας κατάρτιση αὐτὸν ποῦ γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν τὸν ἔξελεξε ἄνθρωπινη ψῆφος, ἄλλα τὸν ὅρισε ὁ Θεός. Ἔχουμε, ἕπομενως, αὐτὸν ποῦ ποθούσαμε’ αὐτόν ποῦ ζητούσαμε τὸν ἔχουμε λάβει μὲ τρόπο θαυμαστό. Διαποιμαινόμενοι σωστὰ ἂπ’ αὐτόν καὶ καθοδηγούμενοι, δὲ θὰ στερηθοῦμε τῶν ἐλπίδων νὰ ἔμφανιστουμε καὶ ἐνώπιόν του Θεοῦ ὡς ξεχωριστὸς λαὸς κατὰ τὴν ἢ μέρα τῆς δεύτερης παρουσίας καὶ ἀπόκαλυψεώς του». Σ’ αὐτοὺς τὸ πλῆθος τῶν χριστιανῶν προσέθεσε τὴν εὔχαριστια καὶ ἄπηυθυναν πρὸς τὸ Θεὸ λόγια εὐφροσύνης, τὴν ὅποια δὲν εἶναι εὔκολο νὰ περιγράφει κανείς.

Ἢ χειροτονία τοῦ ‘Ἁγίου. Διωγμοὶ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ὃ Ἅγιος στὴ φυλακὴ

ΙΓ. Στὴ συνέχεια ἢ ἱερὴ Σύνοδος τῶν ἐπισκόπων μαζὶ μὲ τὸν ὑπόλοιπο ἱερὸ Κλῆρο, ἀφού τακτοποίησαν προηγουμένως καθετὶ ποῦ ἦταν καθιερωμένο ἀπό τὴν Ἐκκλησία νὰ γίνεται στὶς περιπτώσεις αὖτες, τὸν χειροτόνησαν ἄρχιερεα. Ἐκεῖνος ἄρχικα ἄνεβαλλε καὶ φοβόταν τὴν «προεδρία» ἓξ- αἰτίας τῆς ὄντως ἔπαινετης δειλίας του. Μόλις ὅμως ἀνέβηκε στὸν ἄρχιερατικο θρόνο καὶ ἔγινε προκαθήμενος τῆς Ἵερας Μητροπόλεως τῆς πόλεως τῶν Μυρέων καὶ ἄνελαβε τὴ διοίκηση, ὀρθοτομοῦσε τὸ λόγο τῆς ἄληθειας καὶ πίστευε καὶ δίδασκε ὄρθώς τα δόγματα τῆς Πίστεώς μας.

Πολὺ ὥραια’ ὁ διάβολος ὅμως ἔριξε βάσκανο μάτι στοὺς ὅλο καὶ πληθυνόμενους χριστιανούς, γιατί δὲν μποροῦσε νὰ ἄνεχθει νὰ ἄνθιζει ἔτσι ἢ χριστιανικὴ Πίστη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μπῆκε μὲ μεγάλη ὀξύτητα στὶς ψυχὲς τῶν πολιτικῶν ἄρχοντων καὶ ἄμεσως ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν ἔγινε πιὸ σφοδρός. Βασιλικὰ διατάγματα ἐκδιδόνταν σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ καλοῦσαν τοὺς πιστοὺς νὰ ἄρνηθουν τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. Ἔαν, λοιπόν, δὲν τὴν ἄρνουνταν, τοὺς περίμεναν ἄμεοως δεομὰ καὶ φυλακίσεις καὶ βαρύτατα βασανιστήρια καί, τέλος, μαρτυρικοὶ θάνατοι. Τὰ διατάγματα γιὰ τοὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἔφτασαν σύντομα καὶ μέχρι τὴν πόλη τῶν Μυρέων καὶ χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἰσχυρὰ ἐκτελεστικὰ ὄργανα τοὺς θερμοὺς ἐραστὲς τῆς εἰδωλολατρίας.

Ὃ θεῖος Νικόλαος, λοιπόν, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλη προσωπικότητα στὴν πόλη αὕτη καὶ ἄοπαζοταν τὴ χριστιανικὴ θρησκεία καὶ μὲ θάρρος διακήρυττε τὴν πίστη του καὶ προδήλως καμάρωνε ποῦ κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο, συνελήφθη ἀπό ἐκείνους ποῦ εἶχαν τὴν ἄνωτερη πολιτικὴ ἔξουσια στὴν πόλη καί, ἀφού δέθηκε μὲ ἅλυσιδες καὶ ὕποβληθηκέ σε στρεβλώσεις καὶ σὲ μύρια ἄλλα βασανιστήρια, ρίχτηκε στὴ φυλακὴ μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους χριστιανούς.

Στὴ φυλακὴ ἔμεινε ἄρκετο χρονικὸ διάστημα, χωρὶς νὰ ἔχει ἐκεί οὔτε τὴ στοιχειώδη ἄνθρωπινη διαβίωση. Τὶς κακουχίες μέσα στὴ φυλακὴ τὶς ὕπεμενε μὲ τόση γενναιότητα, ὅπως ἄκριβως κάποιος θὰ ἀπόλαμβανε μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση τὰ εὐχάριστα. Καὶ στὴν κατάσταση αὕτη ποῦ βρισκόταν δὲν ἄφηνε, ὁ κατὰ πάντα γενναῖος, τὸ ποίμνιό του χωρὶς πνευματικὴ βοήθεια, ἄλλα, ὅπως ἄκριβως συμβαίνει μὲ τὰ νεαρὰ φυτά, πότιζε συνεχῶς ὅλους τους πιστοὺς μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεώς μας, τοὺς στήριζε τὰ πόδια πάνω ὀὲ ἄρραγες θεμέλιο, τὸ Χριστό, τοὺς γέμιζε τὴν ψυχὴ μὲ περισσότερο θρησκευτικὸ ζῆλο καὶ τοὺς ἔκανε ἄξιομαχους στρατιῶτες τῆς ἄληθειας.

Ὃ θρίαμβος τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἀπόφυλακισή του ‘Ἁγίου καὶ ἀγῶνες τοῦ κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας

ΙΔ. Ἄλλα ἄμεοως ὕστερα ἀπό τὴ συννεφιὰ ἔμφανιζεται ὁ ἥλιος καὶ ὕστερα ἀπό τὴν καταιγίδα κάποιο ἥσυχο ἄερακι. Κάτι ἄναλογο συνέβη καὶ ἔδω: Ὃ Χριστὸς μᾶς ἔριξε ἀπό ψηλά το βλέμμα του πρὸς τὸ λαό του καὶ κατέλυσε ὅλες τὶς εἰδωλολατρικὲς ἔξουσιες καὶ τὶς ἔκαμε νὰ βγάζουν σπαρακτικὲς κραυγὲς μαζὶ μὲ τοὺς δαίμονες φίλους τους. Καὶ αὐτὲς οἱ ἔξουσιες ἦταν οἱ Διοκλητιανοὶ καὶ οἱ Μαξιμιανοὶ καὶ ὅσοι μετὰ ἀπό αὐτοὺς ἄσκησαν τὴν ἓξ- οὐσία στὸν κόσμο τῶν εἰδωλολάτρων. Ὃ Χριστός, λοιπόν, ὕψωσε δύναμη σωτηρίας γιάτο λαό του. Μὲ τὸν τύπο τοῦ Σταυροῦ, ποῦ παρουσίασε στὸν οὔρανο μὲ κατάλληλο σχηματισμὸ ἄστερων, κάλεσε ἔτσι θαυματουργικὰ τὸν Κωνσταντῖνο, τὸ γιὸ τοῦ Κώνσταντος καὶ τῆς Ἑλένης, καὶ τοῦ ἐμπιστεύτηκε τὸν αὔτοκρατορικο θρόνο τῶν Ρωμαίων.

Ἐκεῖνος, ἐπειδὴ ἦταν συνετός, δὲν ἄγνοησε ποιὸς ἦταν Αὐτὸς ποῦ τὸν κάλεσε, καὶ πῆρε θάρρος. Ἔτσι, λοιπόν, φρουρούμενος ἀπό το Χριστὸ καὶ ἄντλωντας ἂπ’ Αὐτὸν δύναμη, ἔστησε περίοπτο τρόπαιο κατὰ τῆς πλάνης. Τότε ταπεινώνονταν ὀφθαλμοὶ ἄλαζονων, κρημνίζονταν εἴδωλολατρικοι ναοί, ἀπόφυλακιζονταν οἱ δέσμιοι γιὰ τὸ Χριστό, ἀνοικοδομοΰνταν οἱ χριστιανικοὶ ναοὶ καὶ στὶς ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ δινόταν πάλι ἢ ὀμορφιὰ καὶ μεγαλοπρέπεια.

Ἀφοῦ βέβαιά το Διάταγμα τοῦ Κωνσταντίνου διελάμβανε καὶ τὴν ἀπόφυλακισή των δέσμιων γιὰ τὴν πίστη τοὺς χριστιανῶν, κάθε δέσμιος γιὰ τὸ Χριστὸ γύριζε, ἔλευθερος πλέον, στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του. ‘Ὕστερα ἀπό αὐτό καὶ ἢ Ἐκκλησία τῶν Μυρέων ἀπόλαμβανέ το δικό της ἄρχιερεα, τὸν Νικόλαο, μάρτυρα κατὰ τὴν προαίρεση καὶ στεφανωμένο μὲ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου, χωρὶς βέβαια νὰ ἔχει χύσει τὸ αἷμα του.

Ἐκεῖνος, πλούσια προικισμένος μὲ θεοδώρητα χαρίσματα, καὶ ὅλες τὶς ἄρρωστιες θεράπευε καὶ διάσημος ἔγινε ὄχι μόνο στοὺς πιστοὺς ἄλλα, σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, καὶ σὲ πολλοὺς εἴδωλολατρες. Καὶ θαῦμα ἄπεριγραπτο ἀπότελουσε ὁ Ἅγιος γιὰ τὶς ψυχὲς ὅλων.

Ἐπειδὴ σὲ πολλοὺς ἄκομη εἴδωλικους βωμοὺς σύχναζαν κάποια δαιμονικὰ φύλα, λείψανα κατὰ κάποιο τρόπο τῆς εἰδωλολατρίας, ποῦ διατηροῦνταν ἄκομη καὶ ἀπότελουσαν αἴτια γιὰ τὴν ἄπωλεια ὄχι καὶ λίγων κατοίκων τῆς περιοχῆς τῶν Μύρων, πυρακτώθηκε ἢ ψυχή του ἀπό θεῖο ζῆλο. Ἔξεγερθηκε τότε μὲ πολλὴ ἀνδρειοσύνη, περιῆλθε ὅλη τὴν περιοχὴ τῶν Μυρέων καὶ ὅποιο βωμὸ πετύχαινε μπροστά του, σὰν προετοιμασμένος πολεμιστὴς κατὰ δαιμόνων, τὸν κατεδάφιζε καὶ τὸν κονιορτοποιοῦσε, ἔχοντας πολλὴ ἐμπιστοσύνη στὸν ἕαυτό του. Ἔτσι, ἀφού ἀπόμακρυνέ το πλῆθος τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸ ποίμνιό του νὰ ἀπόλαμβανει τὴν ἄληθινη γαλήνη.

Ὃ Ἅγιος ἐξαφανίζει κάθε ἴχνος εἰδωλολατρίας

ΙΕ. Ἔνω ὁ “Ἅγιος ἔκανε τέτοιους ἐπιτυχεῖς ἄγωνες ἔναντιον τῶν δαιμόνων, τοῦ ἦρθε ἄνωθεν κάποια σκέψη περισσότερο θεία, νὰ μὴν ἕξαιρεσει δηλαδὴ οὔτε καὶ αὐτὸν τὸ ναὸ τῆς Ἄρτεμιδος, ὁ ὅποιος κατὰ τὸ κάλλος ἦταν ὥραιοτατος καὶ κατὰ τὸ μέγεθος ὁ μεγαλύτερος ἂπ’ ὅλους τους ἄλλους. Ἔτσι ὁ ναὸς αὐτός ἦταν πολυαγαπημένος τόπος διαμονῆς γιὰ τοὺς ἄπατηλους δαίμονες. Ἀφοῦ, λοιπόν, κυρίευσε τὸν Ἅγιο περισσότερη ἔπιθετικη ὁρμή, εἰσέβαλε σ’ αὐτόν μὲ νεανικότερη γενναιότητα -λιοντάρι ποῦ λένε μὲ ξίφος— καὶ δὲν γκρέμιζε μόνο τα ὕπερανώ του ἔδαφους μέλη τοῦ ναοῦ, ἄλλα ἄνεσκαπτε καὶ αὖτά τα θεμέλιά του, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει οὔτε ἢ παραμικρὴ σπίθα τῆς πλάνης, οὔτε νὰ παραμείνει κάποια ριζούλα, ποῦ θὰ μποροῦσε νὰ προσελκύει τοὺς ἄσυνετους. Καὶ γιὰ νὰ τὰ πῶ συνοπτικά: Τὰ ὕψηλα μέρη τοῦ ναοῦ τὰ κατεδάφιζε, ἔνώ τα χαμηλὰ καὶ τὰ θεμέλια τα κονιορτοποιοῦσε καὶ τὰ σκόρπιζε στὸν ἄερα. Οἱ πονηροὶ βέβαια δαίμονες, νιώθοντας τὴν ὅρμητικοτητα καὶ τὴν πίεση, δὲν μποροῦσαν νὰ ἄντισταθουν καὶ νὰ παραμείνουν ἐκεῖ’ φεύγοντας ὅμως, φώναζαν καὶ ἰσχυρίζονταν ὅτι ἄδικουνται ἂπ αὐτόν μὲ τὶς μεγαλύτερες ἄδικιες καὶ διώχνονται ἀπό τὴν κατοικία τους.

Αὖτα, λοιπόν, ἔτσι γίνονταν διὰ τοῦ Ἁγίου καὶ ἢ (πρατηγικὴ τοῦ ἔναντιον τῶν δαιμόνων ἔλαμβανε αἴσιο πέρας. Ἄλλα πάλι ὁ λόγος θέλει νὰ θυμᾶται καὶ τὰ ἄλλα κατορθώματα τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ μὴν παραδώσει ἀτὴ λήθη ἐκεῖνα ποῦ εἶναι ἄξια νὰ λέγονται καὶ νὰ διατηροῦνται στὴ μνήμη.

Ὃ Ἅγιος συμμετέχει στὴν Ἃ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325 μ.Χ.). Σώζει τοὺς συμπατριῶτες του ἀπὸ τὴν πείνα

ΙΣΤ. Ὅταν κυβερνοῦσε τὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ πρῶτος χριστιανὸς βασιλιάς, καὶ μάλιστα τότε ποῦ ὁ μεγάλος αὐτός ἄρχιερεας φρόντιζε νὰ διαφυλάττει ὅλα τα ὀρθόδοξα δόγματα τῆς Πίστεως ἀπὸ κάθε πλάνη καὶ ξερίζωνε καθετὶ τὸ κακόδοξο καὶ νόθο, συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι στὴ Νίκαια , μὲ σκοπὸ νὰ στερεώσουν τὴν ὀρθὴ διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς Πίστεως, νὰ καταδικάσουν γιὰ πάντα τὴ βλάσφημη αἵρεση τοῦ Ἄρειου καὶ νὰ στήσουν ὄρθια τὴν κλυδωνιζόμενη Ἐκκλησία. Ἢ Σύνοδος αὐτὴ δογμάτισε ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὅμοουσιος πρὸς τὸν Πατέρα, καὶ τὰ δύο πρόσωπα (Πατὴρ καὶ Υἱὸς) ἀπότελουν μία οὔσια.

Στὴν ἱερή, λοιπόν, αὐτὴ Σύνοδο ἔλαβε μέρος καὶ ὁ θαυμαστὸς αὐτός ἄρχιερεας. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἔγινε πραγματικὰ στόμα πυρίπνοο κατὰ τοῦ αἵρεσιαρχη Ἄρειου. Συγκεκριμένα, ἀπέδειξε ὅτι ἢ διδασκαλία τοῦ Ἄρειου ἦταν φλυαρία, ποῦ δὲν εἶχε καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἄληθεια, καὶ ἀδέξια σπέρματα τοῦ διαβόλου, τὰ ὅποια ὁ Ἅγιος διέλυσε εὔκολα σὰν νήματα ἀράχνης καὶ παρέδωσε σὲ ὅλους ἀκριβῆ κανόνα τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ὅταν τελείωσαν οἱ ἔργασιές της Συνόδου, ἔζευξε τὴν ἅμαξα καὶ γύρισε πίσω στὸ ποίμνιό του.

Ἐπιπλέον, καὶ πῶς θὰ μποροῦσε κάποιος, ποῦ εἶναι ἔραστης ὄντως φιλόθεων διηγήσεων, νὰ παρατρέξει καὶ τὸ ἕξης: Κάποτε ἔπεσε φοβερὴ πείνα στὴ Λυκία. Τότε καὶ ἢ ἔπαρχιά των Μυρέων εἶχε ἔλλειψη τροφῶν καὶ πιεζόταν ἀπό τὴν πείνα. Ἔνω, λοιπόν, κάποιος ναυτικὸς εἶχε ἀγοράσει σιτάρι νὰ τὸ ἐμπορευτεῖ, ἔμφανιστηκε τὴ νύχτα σ’ αὐτὸν ὁ μέγας Νικόλαος καί, ἄφού του ἔδωσε, ὄχι φανταστικὰ ἄλλα στὴν πραγματικότητα, τρία χρυσὰ νομίσματα ὡς ἐγγύηση, τὸν πρόσταζε νὰ πλεύσει στὸ λιμάνι τῆς ἐπαρχίας τῶν Μυρέων καὶ νὰ τὸ πουλήσει στοὺς κατοίκους. Ὅταν ζύπνησε ὁ ἔμπορος καὶ βρῆκε στ’ ἄληθεια στὸ δεζιὸ τοῦ χέρι τὰ χρυσὰ νομίσματα, ἄπεδωσέ το γεγονὸς σὲ θαῦμα καὶ μὲ ὅση ταχύτητα μποροῦσε ἔπλευσε πρὸς τὰ Μύρα. Ἔπειτα πούλησε τὸ σιτάρι στὴν πόλη. Ἔτσι καὶ ὁ ἴδιος εἶχε κέρδος καὶ ἀτοὺς πεινασμένους ἔδωσε ζωή.

’Ἀλλὰ καὶ τὸ παρακάτω γεγονὸς δὲν πρέπει νὰ τὸ παραβλέψει κάνεις καὶ νὰ μὴν τὸ ἐκθέσει μὲ τὸ γραπτὸ λόγο, ἂν καὶ εἶναι εὔρυτερα γνωστὸ καὶ πολυμιλημένο.

Ἀποστολὴ στρατοῦ στὴ Μεγάλη Φρυγία γιὰ καταστολὴ ἐπανάστασης. Ὃ Ἅγιος θέτει τέρμα σὲ λεηλασία

ΙΖ. Στὴ Μεγάλη Φρυγία[19], λοιπόν, ἐκδηλώθηκε μιὰ ἔπανασταση. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ βασιλιὰς Κωνσταντῖνος, ἀφού ἔκαμε ἀπό κοινοῦ σύσκεψη μὲ τοὺς συμβούλους του γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἔστειλε στὴ Φρυγία τρεῖς στρατηγοὺς μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες ποῦ εἶχαν ὕπο τὴν ἔζουσιά τους (τὰ ὀνόματα τῶν στρατηγῶν ἦταν Νεπωτιανός, θύρσος καὶ Ἔρπυλιων) νὰ καταστείλουν τὴν ἔπανασταση καὶ νὰ ἔπαναφερουν τὴν τάζη καὶ τὴ γαλήνη στὴν περιοχὴ αὕτη. Οἱ στρατηγοὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες ἄπεπλευσαν ἄμεσως ἀπό τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μὲ πολλὴ ταχύτητα ἔφτασαν σὲ ἕνα λιμάνι τῆς ἔπαρχιάς των Λυκίων. Τὸ ἐπίνειο ὀνομαζόταν Ἀνδριάκης. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ ἀπόπλευσουν ἔζαιτιάς της κακοκαιρίας ποῦ ἐπικρατοῦσε, παρέμεναν γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα στὸ λιμάνι.

Ἔντωμεταζυ μερικοὶ στρατιῶτες βγῆκαν ἀπό το πλοῖο νὰ ἄγορασουν διάφορα πράγματα ποῦ τοὺς χρειάζονταν. Ὅμως, αὖτα ποῦ ἄρεσκονται συνήθως νὰ κάνουν οἱ στρατιῶτες (πραγματικά, αἰσθάνονται πολλὴ εὐχαρίστηση μὲ ζένα πράγματα ποῦ ἀπόκτουν, χρησιμοποιώντας τὴν ἅρπαγη καὶ τὴ βία) τὰ ἔκαναν καὶ ἐδῶ. Δηλαδὴ ἅρπαζαν μὲ τὴ βία τὰ ἄγαθά των κατοίκων. Στὴ συνέχεια τὸ γεγονὸς αὐτό ἐξελισσόταν σὲ ἀνταρσία καὶ κάποια ταραχὴ δημιουργήθηκε στὴν περιοχὴ ποῦ ὀνομαζόταν Πλάκωμα.

Μόλις, λοιπόν, ἔγιναν γνωστὰ στὸ θαυμαστὸ Νικόλαο ἢ κατάσταση ποῦ ἐπικρατοῦσε καὶ ποιὸς ἦταν ἐκεῖνος ποῦ τὴν εἶχε δημιουργήσει, ἔφτασε ἄμεσως στὸ ἔπινειο μὲ τὴν ἴδια πνευματική του ὅρμητικοτητα. Καὶ ὅταν κάποιοι τὸν ἀντιλήφτηκαν, πέρασε ἀστραπιαία σὲ ὅλους, λόγω τῆς φήμης του, ἢ εἴδηση γιὰ τὴν ἐκεῖ παρουσία του. Ἄμεσως τότε ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης μαζὶ μὲ τοὺς ἀπεσταλμένους ἀπό το βασιλιὰ στρατηγοὺς ἔσπευοαν νὰ τὸν συναντήσουν, γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν, ὅπως ἦταν συνήθεια. Ὅταν, λοιπόν, ρώτησε τοὺς στρατηγοὺς γιὰ ποιὸ σκοπὸ καὶ ἀπό ποῦ ἦλθαν, ἔκεϊνοί του ἄπαντησαν ὅτι εἶχαν ἀπόσταλει ἀπό το βασιλιά, μὲ σκοπὸ νὰ διευθετήσουν, μὲ καλὸ τρόπο γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Φρυγίας, ἐπαναστατικὲς κινητοποιήσεις. Τότε αὖτός τους πῆρε στὴν πόλη καὶ τοὺς φιλοξενοῦσε μὲ ἔγκαρδιοτητα. Ἔπειτα οἱ στρατηγοὶ καθησύχασαν ἔτσι μὲ ἤπιοτητά το θόρυβο τῶν στρατιωτῶν καὶ εἶχαν τὴν καλὴ τύχη νὰ λάβουν, ὅπως ἔπρεπε, τὶς εὐλογίες τοῦ Ἁγίου.

Ὃ Ἅγιος σπεύδει νὰ διασώσει ἀπό τὴν ἐκτέλεση τρεῖς ἄδικουμενους

image014ΙΗ-ΙΘ. Μόλις ἔπροκειτο οἱ στρατηγοὶ μὲ τὰ στρατεύματά τους νὰ πάρουν τὸ δρόμο γιὰ τὴ Φρυγία, προσῆλθαν στὸν Ἅγιο μερικοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως καὶ μὲ πολὺ ψυχικὸ πόνο τοῦ ὑπέβαλαν μιὰ θερμοτατη παράκληση τοῦ ζήτησαν δηλαδὴ νὰ ὑπερασπίσει κάποιους ἄδικουμενους. Καὶ πραγματικά, πολὺ σύντομα αὐτόι θὰ ἔκτελουνταν ἄδικα. Συγκεκριμένα, ἔλεγαν στὸν Ἅγιο ὅτι ὁ Εὔσταθιος, ὁ διοικητὴς τῆς πόλεως, ἀφού δωροδοκήθηκε μὲ πολλὰ χρήματα ἀπό φθονεροὺς καὶ φοβερὰ κακοὺς ἀνθρώπους, καταδίκασε σὲ θάνατο τρεῖς κατοίκους τῆς πόλεως, χωρὶς νὰ ἔχουν κάμει καὶ τὴν παραμικρὴ παράβαση, καὶ δὲν τοὺς ἔπεβαλε κάποια μικρὴ τιμωρία, ποῦ καὶ αὐτὸ βέβαια θὰ ἦταν δυσάρεστο γιὰ ἄθωους, ἀλλὰ ὑποφερτό. Τοῦ ἔλεγαν ἄκομη ὅτι καὶ ὁλόκληρη ἢ πόλη πενθεῖ πολὺ καὶ ὀδύρεται γιὰ τὴν ἄδικη καταδίκη των ἀθώων σὲ θάνατο καὶ ἐπικαλεῖται μὲ φωνὲς ἀπελπισίας τὴν παρουσία του’ καί, ἂν πάει ἐκεῖ, ὁ ἥλιος δὲν πρόκειται νὰ δεῖ τέτοιο μίασμα σ’ αὕτη.

Ὅταν τοὺς ἄκουσε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκριβέστατος μιμητὴς τῆς φιλευσπλαχνίας τοῦ ’Ἰησοῦ, δὲ θεώρησε ἄδικαιολογητη τὴν ἀνάγκη γιὰ βοήθεια, οὔτε καθυστέρησε καθόλου, ἀπό τὴ στιγμὴ ποῦ ἄκουσε τὸ αἴτημα, νὰ σπεύσει νὰ βοηθήσει. Ἔτσι, ἀφοῦ ντύθηκε τὸ ζῆλο γιὰ τὸ καλό, σὰν κάποια λεοντῆ, ἀμέσως τινάχτηκε ὄρθιος καὶ γέμισε ἢ ψυχή του μὲ ἄκαταβλητο θάρρος. Χωρὶς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τοὺς τρεῖς στρατηγούς, γιὰ τοὺς ὅποιους ἔγινε λόγος παραπάνω, καὶ πῆρε τὸ δρόμο νὰ προλάβει νὰ σώσει τοὺς ἄδικουμενους ἀπό τὴν ἐκτέλεση.

Ὅταν, λοιπόν, ἔφτασε σὲ κάποιον τόπο, ποῦ ὀνομαζόταν Λέων, ζητοῦσε νὰ μάθει ἀπό τους ἐκεί παρευρισκόμε- νοῦς ἂν γνωρίζουν κάτι γιὰ τοὺς καταδίκους καὶ ποῦ τοὺς ἔχουν ἄφησει. Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν ὅτι τοὺς ἔχουν στὴν τοποθεσία ποῦ ὀνομάζεται Διόσκουροι, στὴν πλατεία. Τότε ὁ “Ἅγιος προχώρησε κατευθείαν πρὸς τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου τῶν ἅγιων Κρίσκεντος καὶ Διοσκουρίδου. Προχωρώντας ἔμαθε ὅτι οἳ κατάδικοι λίγο πρὶν πέρασαν τὴν πύλη καὶ ὁδηγοῦνταν κοντὰ στὸ Βηρά. Στὸν τόπο αὐτό θὰ γινόταν ἢ ἔκτελεσή τους. ’Ἀμέσως ἔπιταχυνέ το βῆμα καί, ἄναπληρωνοντας τὴν ἄδυναμιά των γηρατειῶν του μὲ τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς του, ἔφτασε σὲ σύντομο χρόνο στὸν καθορισμένο γιὰ τὴν ἐκτέλεση τόπο. Ἔκει εἶδε πολὺν ὄχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καὶ τοὺς καταδίκους — ἄλιμονο! — μὲ τὰ χέρια δεμένα πίσω καὶ τὰ μάτια τοὺς καλυμμένα νὰ περιμένουν μὲ γυμνὸ τὸν τράχηλο τὸ χτύπημα τοῦ δημίου. Ὃ δήμιος εἶχε ἤδη βγάλει τὸ ξίφος ἀπό τὴ θήκη του καὶ ἔβλεπε μὲ φονικὴ καὶ μανιακὴ διάθεση τοὺς καταδίκους, ὑποδηλώνοντας μὲ τὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ τὴν ὁρμή του πρὸς τὴ σφαγή. Τὸ θέαμα ἦταν φρικτὸ καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τὸ ἄντικρισει συνετὸς ὀφθαλμός.

Ὃ Ἅγιος διασώζει τοὺς τρεῖς ἀδικούμενους. Καταστολὴ τῆς ἐπανάστασης στὴ Μεγάλη Φρυγία

Κ. Ὅταν ὁ Ἅγιος εἶδε αὐτὸ τὸ τραγικὸ θέαμα, ἀφοῦ συνδύασε τὴν αὔστηροτητα μὲ τὴν πραότητα, δὲν ἔβγαλε δυνατὴ καὶ ταραγμένη φωνή, οὔτε πλησίασε μὲ ἄπρεπη συμπεριφορὰ καὶ ἔξαλλοσυνη, ἄλλα ἅπλως ἔτρεξε ἄμεσως πρὸς τὸν δήμιο, τοῦ ἅρπαξε τὸ ξίφος ἀπό τα χέρια, χωρὶς καθόλου νὰ φοβηθεῖ οὔτε νὰ τὰ χάσει, τὸ πέταξε στὸ ἔδαφος καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς καταδίκους ἀπό τὶς χειροπέδες.

’Ἀλλὰ ἔκεϊνο ποῦ εἶναι τὸ πιὸ ἔκπληκτικο ἂπ’ ὅλα εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι αὖτά τα ἔκανε ὁ “Ἅγιος σὰν νὰ εἶχε ἄπεριοριστη ἐξουσία στὰ χέρια του καί, ἔνω ὅλοι τα ἔβλεπαν, δὲν ὕπηρξε κάνεις ποῦ νὰ τὸν ἔμποδισει. Αὖτο, κατὰ τὴ γνώμη μου [20] , ὀφείλεται στὸ ὅτι ντρέπονταν τὴν πλεονάζουσα ἄρετή του καὶ τὸ ζῆλο του γιὰ δικαιοσύνη.

Οἱ ἄνθρωποι, λοιπόν, ποῦ σώθηκαν ἔχυναν θερμὰ δάκρυα χαρᾶς καὶ ἔβγαζαν φωνὲς ἄγαλλιασεως γιὰ τὴν ἄνελπιστη μεταβολὴ τῆς τύχης τους, ἔνω ὅλος ὁ τόπος ἔγινε ἕνα θέατρο ἄνθρωπων, ποῦ ἐπευφημοῦσαν τὸν “Ἅγιο καὶ ἔπιδοκιμαζαν τὴν πράξη του καὶ ὁμιλοῦσαν μεταξύ τους γιὰ τὸ γεγονός, κατακυριευμένοι ἀπό τὴν ἔκπληξη καὶ τὸ θαῦμα.

Ἐκεῖ ἔκαμε τὴν ἐμφάνισή του καὶ ὁ Εὔσταθιος, ὁ διοικητής, ὁ ὅποιος ἄδικα εἶχε ἕτοιμασει γι’ αὔτούς το ποτήρι τοῦ θανάτου. Ὃ “Ἅγιος ὅμως δὲν ἔδωσε καμιὰ σημασία στὴν παρουσία του καί, ὅταν ἐκείνος πλησίασε κοντά του, δὲν τὸν δέχτηκε καί, ἄκομη, ὅταν προσπαθοῦσε νὰ πέσει στὰ πόδια του, τὸν ἄπωθησε. Ἐπιπλέον, τὸν ἄπειλησε ὅτι θὰ τὸν καταγγείλει στὸ βασιλιὰ καὶ θὰ ἔπικαλεσθεί το Θεὸ νὰ τὸν τιμωρήσει μὲ τὶς βαρύτερες τιμωρίες, γιατί χρησιμοποιοῦσε μὲ πολὺ ἄδικο τρόπο τὴν ἔξουσιά του καὶ διέπραττε μεγάλα κακὰ καὶ ἄδικιες.

Ὕστερα ἀπό αὖτα, ὁ Εὔσταθιος αἰσθανόταν φοβερότο χτύπημα ἀπὸ τὸ κεντρὶ τῆς μεταμέλειας καὶ ἀκόμη πιὸ φοβερούς τους ἐλέγχους τῆς συνειδήσεώς του. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό ἐπιζητοῦσε μὲ δάκρυα τὴν εὐσπλαχνία καὶ ἔπεσε ἱκετευτικὰ στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου λέγοντας τί βεβαίως θὰ ἔπρεπε νὰ κάνει, ὥστε ὁ μεγάλος Ἅγιος νὰ θέσει τέρμα στὴν ἄγανακτησή του καὶ νὰ τὸν συγχωρήσει. Ἔπειτα μετέθετε τὴν εὔθυνή του, γιὰ τὴν ἄδικια εἰς βάρος τῶν τριῶν ἄνδρων, στὸ Σιμωνίδη καὶ τὸν Εὔδοξιο, τοὺς τοπικοὺς ἄρχοντες τῶν Μυρέων. Ὃ Ἅγιος ὅμως ἤξερε ὅτι αὐτός ἔλεγε ψέματα. Πραγματικά, γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Εὔσταθιος ἔβαλε σὲ κατώτερη μοίρα τὸ δίκαιο ἀπό το χρυσάφι, μὲ τὸ ὅποιο τὸν δωροδόκησαν, καὶ καταδίκασε ἀθώους ἄνθρωπούς σε θάνατο. Ὅλοι, λοιπόν, οἱ συγκεντρωμένοι ἐκεί ἄνθρωποι ἔξεφραζαν πρὸς τὸν Ἅγιο τὶς εὔχαριστιές τους καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Νικολάου ἔγινε στὸ στόμα τοὺς κελάηδημα καὶ λειτούργημα χωρὶς τελειωμό.

Οἱ στρατηγοί, ἀφού εἶδαν αὖτά τα ἔκπληκτικα γεγονότα καὶ ἔχοντας σὰν κάποιο καλὸ ἔφοδιο τὶς θεῖες εὐχὲς ποῦ ἄξιωθηκαν νὰ πάρουν ἀπό τὸν “Ἅγιο, πῆγαν στὴ Φρυγία. Ἔκει διευθέτησαν τὰ πάντα μὲ ἐπιτυχία, ἔπανεφεραν στὴν τάξη ὅλους τους στασιαστὲς καὶ ἐπέβαλαν τὴν εἰρήνη. Ὅταν, λοιπόν, περάτωσαν ὅλες τὶς ἔντολές του βασιλιά, γύρισαν ἄμεσως στὸ Βυζάντιο χαρούμενοι, ὅπου τους ἔγινε τιμητικὴ καὶ μεγαλοπρεπὴς ὕποδοχη καὶ ἀπό τὸν ἴδιο το βασιλιὰ καὶ ἀπό τους ἄξιωματουχους. Μετὰ ἀπό αὕτη τὴν ὕποδοχη οἱ τρεῖς στρατηγοί, ἔνδοξοι καὶ ἔπιφανεις, περνοῦσαν τὸν καιρὸ τοὺς γύρω ἀπό τα ἄνακτορα καὶ ἢ περιποίηση ποῦ τοὺς παρεχόταν ἐκεί ἦταν ἔξαιρετικη.

Οἳ τρεῖς στρατηγοὶ συκοφαντοῦνται καὶ φυλακίζονται

ΚΑ. Δὲν ἔπροκειτο ὅμως τὴν εὐτυχία αὕτή των τριῶν στρατηγῶν νὰ τὴ βαστάξει ὁ φθόνος, οὔτε νὰ τὴν ὕποφερουν βάσκανα μάτια. Πραγματικά, ὅπως ὁ ἥλιος εἶναι ὄδυνηρος γιὰ τὰ ἄρρωστα μάτια, ἔτσι καὶ ἢ εὔτυχια καὶ ἢ δόξα κάποιου ἀνθρώπου φέρνει πόνο στὴν ψυχὴ τῶν φθονερῶν. Καὶ βλέπουμε οἱ φθονεροὶ νὰ προτιμοῦν περισσότερο νὰ κακοπάθουν οἱ ἴδιοι παρὰ νὰ βλέπουν τοὺς ἄλλους νὰ εὔτυχουν. Γιὰ τοὺς λόγους, λοιπόν, αὐτούς, καὶ στὴν περίπτωση τῶν τριῶν στρατηγῶν, προσῆλθαν κάποιοι φθονεροὶ ἄνθρωποι στὸν ἔπαρχο τῆς πόλεως, ἐπειδὴ τύχαινε νὰ ἔχουν καὶ τὴν εὔνοιά του, καὶ ἔπλεξαν φοβερὴ συκοφαντία εἰς βάρος τους. Ἔλεγαν, δηλαδή, ὅτι οἱ στρατηγοὶ εἶχαν καταστρώσει ἄσχημα σχέδια καὶ βέβαια δὲ θὰ ἔχει καλὸ τέλος ἢ εὐημερία τους. Συγκεκριμένα, οἱ συκοφάντες ἔλεγαν πῶς, ἂπ’ ὅσα εἶχαν φτάσει στ’ αὐτιά τους, οἱ στρατηγοὶ ἔπιχειρουσαν νεότερες ἄναστατωσεις καὶ μηχανεύονταν κακὲς ἔνεργειες εἰς βάρος τοῦ βασιλιά.

’Ἀφοῦ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο οἱ φθονεροὶ ἄνθρωποι συκοφάντησαν τοὺς στρατηγοὺς καὶ ἀφού μὲ πολὺ χρυσάφι ἔξαγορασαν τὸν ἔπαρχο, μὲ τὴν παρέμβαση αὔτου ἄνετρεψαν τὴν καλὴ γνώμη καὶ τὶς ςπλικὲς διαθέσεις τοῦ βασιλιὰ πρὸς αὔτους. Καὶ πραγματικά, ὁ ἔπαρχος παρουσιάστηκε στὸ βασιλιά, τοῦ ἄνεφερε διεξοδικὰ ὅ,τι ἄκουσε ἀπό τους συκοφάντες καὶ τὸν ἔπεισε νὰ συλλάβει τοὺς τρεῖς στρατηγοὺς καὶ ἄναπολογητους, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα, νὰ τοὺς κλείσει στὴ φυλακή, ὥστε νὰ μὴν ξεφύγουν καὶ πραγματοποιήσουν ὅλα ἐκείνα ποῦ εἶχαν σχεδιάσει. Ἔτσι καὶ ἔγινε, καὶ οἱ στρατηγοὶ φυλακίστηκαν, χωρὶς οὔτε αὐτό νὰ γνωρίζουν, γιὰ ποιὸ λόγο δηλαδὴ καταδικάστηκαν σὲ φυλάκιση. Τόσο πολὺ ἄπειχαν ἀπό τὴ σκέψη γιὰ κατάστρωση κάποιου σχεδίου εἰς βάρος τοῦ βασιλιά.

Δεύτερη συκοφαντία κατὰ τῶν στρατηγῶν καὶ καταδίκη τους σὲ θάνατο

ΚΒ. Ὕστερα ἀπό λίγο χρονικὸ διάστημα καὶ πάλι ἢ κακότητα τῶν φθονερῶν, σὰν νὰ μὴν ἄρκουνταν σ’ αὖτα ποῦ ἔγιναν πρίν, ἔπινοησε τὴν ἄκολουθη καὶ τελικὴ συκοφαντία: Βεβαίως οἱ στρατηγοὶ παρέμεναν κλεισμένοι στὴ φυλακὴ καὶ κακοπαθοῦσαν. Οἱ συκοφάντες ὅμως, βλέποντας νὰ περνάει ὁ χρόνος, ἐπειδὴ φοβήθηκαν μήπως συμβεῖ κάτι τὸ ἄδοκητο καὶ γίνει ἔρευνα στὰ ἀπόρρητά του δράματος τῶν στρατηγῶν, πράγμα ποῦ θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὁ κίνδυνος νὰ γυρίσει στοὺς ἴδιους καὶ νὰ θερίσουν τοὺς καρποὺς ποῦ ἔσπειραν, προσῆλθαν πάλι στὸν ἔπαρχο καί, πιέζοντας τὸν περισσότερο, ἀξίωναν νὰ μὴν ἄφηνει νὰ μένουν ὄϊ στρατηγοὶ ἔτσι γιὰ πολὺ χρόνο, ἀλλὰ νὰ ἔνεργησει νὰ δικαστοῦν ὅπως τοὺς ἀξίζει.

Ἐκεῖνος, λοιπόν, ἔπειδη ἦταν πάρα πολὺ φιλοχρήματος καὶ ἔπειδη ταράχτηκε ἢ καρδιά του μὲ τὴν ἰδέα ὅτι οἱ συκοφάντες θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ κρατήσουν ἕνα μέρος ἀπό τα χρήματα ποῦ τοῦ εἶχαν ὑποσχεθεῖ, ἀφού δὲν τοῦ εἶχαν δώσει ὅλο το ποσὸ ἀπό τὴν ἄρχη —πραγματικά, εἶναι φοβερὸ πράγμα ὁ πλοῦτος — , παρουσιάστηκε καὶ πάλι στὸ βασιλιά. Μὲ τὴν ἔμφανισή του προσώπου του καὶ τὴ σκυθρωπή του ὄψη ἔδειχνε πῶς ἔφερνε δυσάρεστες εἰδήσεις. Συγχρόνως ἔδινε τὴν ἔντυπωση ὅτι ἤθελε νὰ φροντίζει πάντοτε γιὰ τὴν ἄσφαλειά της ζωῆς τοῦ βασιλιά, ὅτι ἔτρεφε εὔνοϊκα αἰσθήματα πρὸς αὐτόν καὶ ὅτι τοῦ εἶναι πολὺ ἔμπιστος.

Μὲ διάφορα, λοιπόν, δολερὰ λόγια ἔξαπατησέ το βασιλιά. «Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ἐκείνοι ποῦ εἶχαν καταστρώσει πονηρὰ σχέδια εἰς βάρος τῆς ἐξουσίας σου, ἔνω ἔσύ τους εἶχες τιμήσει μὲ πλούσια ἄγαθα καὶ ἀξιώματα —πραγματικά, σὲ πολὺ ὀλίγους ἢ εὔημερια φέρνει τὴ σύνεση — , δὲν πείστηκαν, καὶ φυλακισμένοι ποῦ εἶναι, νὰ σταματήσουν τὰ κακόβουλά τους σχέδια, οὔτε παρουσίασαν κάποια μεταμέλεια, ἄλλα καὶ τώρα ἔμμενουν στὴν προηγούμενη συμπεριφορά τους καὶ μὲ κακοῦ ργία ἕτοιμαζούν τα ἴδια σχέδια. Καὶ ἂν εἶναι δύσκολο νὰ τιμωρηθοῦν αὐτόι γιὰ τὰ πονηρά τους σχέδια, θὰ πρέπει νὰ βρεθεῖ τρόπος, ὥστε νὰ μὴν προφτάσουν νὰ μᾶς κάμουν κακό». Οἱ δόλιες αὖτες πληροφορίες θορύβησαν τὸ βασιλιὰ καὶ τὸν ἔβαλαν σὲ σοβαρὲς ὑπόνοιες. Καὶ βέβαια, ἔπειδη ἤθελε καὶ ἄπερισπαστη τὴν σκέψητου ἀπὸ τέτοιες φροντίδες καὶ νὰ μὴν αἰσθάνεται τὸν παραμικρὸ φόβο, καταδίκασε σὲ θάνατο ἄνθρωπους ποῦ δὲν εἶχαν κάμει κανένα κακό.

Οἳ στρατηγοὶ πληροφοροῦνται τὴν καταδίκη τους καὶ προσεύχονται

ΚΓ. Ἢ ἔκτελεσή τους, λοιπόν, εἶχε ὁριστεῖ νὰ γίνει τὴν ἕπομενη ἢ μέρα. Ἢ καταδικαστικὴ ἀπόφαση εἶχε ἔκδοθει ἀπό το βράδυ. Ὅλα τα σχετικὰ μὲ τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση πῆγε καὶ τὰ ἄνακοινωσε στὸ δεσμοφύλακα ἕνας δυστυχὴς ἄγγελιοφορος. Ὃ δεσμοφύλακας πρῶτα ἔκλαψε μόνος του πολὺ γιὰ τὴ συμφορὰ τῶν στρατηγῶν. Πραγματικά, ἦταν, ὅπως φαίνεται, περισσότερο φιλάνθρωπος παρὰ ὅμοιος μὲ τὸ φιλοχρήματο ἔπαρχο. Ἄλλωστε εἶχε ἤδη γίνει καὶ φίλος τους καὶ τοὺς ἔκανε συντροφιά. Ἔπειτα πῆγε στοὺς καταδικασμένους ἄνδρες λυπημένος καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἢ ὄψη τοῦ προανάγγελνε τὰ δυσάρεστα. «Θὰ ἦταν κέρδος μου, τοὺς εἶπε, νὰ μὴν ἄνοιγα συζήτηση μαζί σας ἀπό τὴν ἄρχη, οὔτε νὰ ἔμενα τόσο χρόνο κοντά σας, οὔτε νὰ καθόμουν μαζί σας σὲ κοινὸ τραπέζι, οὔτε νὰ ἔτρωγα ἅλατι μαζὶ μὲ σᾶς τοὺς δυστυχεῖς. Καὶ τοῦτο, γιατί, πραγματικά, πιὸ ἄνωδυνα θὰ ἄντιμετωπιζα τὴ συμφορὰ λιγότερο θὰ πονοῦσα γιὰ τὸ χωρισμὸ ὁ πόνος δὲ θὰ ἔφτανε τόσο βαθιὰ στὴν ψυχή μου. Δηλαδὴ αὔριο, ἄδελφια μου, θὰ ἔχουμε μεταξὺ μας τὸν πικρὸ — ἄλιμονο!— καὶ τελευταῖο χωρισμό. Ἄν, λοιπόν, θέλετε, κάνετε κάποια διαθήκη ὅσον ἄφορα τὴν περιουσία σας, μήπως σᾶς προλάβει ὁ πικρὸς θάνατος καὶ δὲν ἔκπληρωθει ἢ βούλησή σας». Αὐτὰ εἶπε, κλαίγοντας, ὁ δεσμοφύλακας.

Μόλις πληροφορήθηκαν οἳ στρατηγοὶ αὖτά τα δυσάρεστα πράγματα, ἔσχιζαν τὰ ροῦχα τους, κινοῦσαν μεταξύ τους τὰ χέρια τους μὲ ἄπελπισια, τραβοῦσαν τὰ μαλλιά τους, ἔκλαιγαν γοερὰ καὶ ὀδύρονταν, ἔστρεψαν τὰ μάτια τους πρὸς τὸν οὔρανο καὶ ἐπικαλοΰνταν ὡς μάρτυρα τὴ θεία δικαιοσύνη. Καί, πραγματικά, χῖ ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ κάμει ἢ ψυχή τους, ἀφού εἶχαν τὴ συναίσθηση ὅτι δὲν εἶχαν κάμει κανένα κακό, ὥστε δικαιολογῆ μένα νὰ καταδικαστοῦν σὲ θάνατο. «Ποιὸς δαίμονας τῆς ζωῆς, ἔλεγαν, μᾶς ἔβασκανε; Τί κακὸ κάμαμε καὶ καταδικαστήκαμε σὲ θάνατο σὰν κακοῦργοι; Ποιοὶ εἶναι οἱ κατήγοροί μας; Ποιοὶ εἶναι ἔκεϊνοι ποῦ μὲ κακότητα καὶ δολιότητα ἔξεταζουν τὶς πράξεις τῶν ἄνθρωπων;».

Αὐτὰ ἔλεγαν καὶ καλοῦσαν ὀνομαστικά τα μέλη τῆς οἴκογενειάς τους, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους. Ἔβλεπαν πλέον τὸ θάνατο μπροστὰ στὸ: μάτια τους. Ἐκδήλωναν καὶ μικρὸ παράπονο πρὸς τὸ Θεό, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι δὲν ἔβλεπαν κάποια θαυματουργικὴ ἐπέμβαση, ὥστε νὰ διασωθοῦν ἀπό τὴν ἄδικη σφαγή.

Οἳ στρατηγοὶ θυμοῦνται τὸν Ἅγιο καὶ ἐντείνουν τὴν προσευχή τους

ΚΔ. Ἔνω ἔτσι μὲ πόνο ψυχῆς θρηνοῦσαν καὶ ὀδύρονταν γιὰ τὴ συμφορὰ τοὺς —ἀλίμονο! — , ἕνας ἀπό τους τρεῖς, ὁ Νεπωτιανός, θυμήθηκε τὸν ἅγιο Νικόλαο. Συγκεκριμένα, θυμήθηκε μὲ ποιὸ τρόπο στὰ Μύρα ὁ “Ἅγιος συμπαραστάθηκε σὲ τρεῖς ἄνθρωπους, ποῦ εἶχαν ἄδικα καταδικαστεῖ, καὶ τοὺς γλίτωσε ἀπό το θάνατο, καὶ ἔτσι ἔγινε γι’ αὔτους μὲ τρόπο θαυμαστὸ σωτήρας καὶ ἄγαθος προστάτης. Ἄφου, λοιπόν, ὁ Νεπωτιανὸς ἔφερε στὴ μνήμη τοῦ τὸ παραπάνω γεγονός, τὸ ὕπενθυμισε μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ στοὺς ἄλλους δύο στρατηγούς. —Ή ἀνάγκη, πραγματικά, εἶναι ἐφευρετικὴ καὶ διεγείρει τὴν ψυχὴ πρὸς πολλὲς σκέψεις.

Ἔτσι, λοιπόν, ἔνω συνομιλοῦσαν μεταξύ τους καὶ προσεύχονταν στὸ Θεό, γινόταν ἄμεσως καὶ γι’ αὔτους μεσίτης ὁ ἅγιος Νικόλαος. Καὶ νὰ τί ἔλεγαν στὴν προσευχή τους: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ Νικολάου, ποῦ πρὶν λίγο καιρὸ ἔσωσες τοὺς τρεῖς ἄνθρωπους ἀπό ἄδικο θάνατο, ρίξε τὸ σωτήριό σου βλέμμα καὶ τώρα σ’ ἐμᾶς βλέπεις, Δέσποτα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα στοὺς ἄνθρωπους κάποιος ποῦ νὰ μᾶς λυτρώσει τώρα, οὔτε ποῦ νὰ μᾶς σώσει ἀπό το θάνατο πραγματικά, σφίγγεται ἢ καρδιά μας καὶ οἱ θλίψεις μᾶς πληθύνθηκαν ἰδού, ἢ φωνὴ μᾶς σβήνει πρὶν ἀπό τὴ θανάτωσή μας ἢ γλώσσα μᾶς λιώνει σὰν κερὶ ἀπό τὴ φωτιὰ τῆς καρδιᾶς μας καὶ δὲν μποροῦμε οὔτε καὶ δέηση σὲ Σένα νὰ κάνουμε, ἀφού ἀπό το σφίξιμο τῆς ψυχῆς μᾶς χάσαμε τὴ λαλιὰ μᾶς’ ‘ἃς ἔλθουν σὲ μᾶς γρήγορα, Κύριε, οἱ οἴκτιρμοί σου’[21] γλίτωσέ μας ἀπό τα χέρια αὔτων ποῦ θέλουν νὰ μᾶς πιοῦν τὸ αἷμα σπεῦσε, ἄγαθε, σπεῦσε καὶ βοηθηοέ μας».

Θεία βοήθεια πρὸς τοὺς στρατηγοὺς ὁ Ἅγιος

ΚΕ. Ὃ οὔρανιος Πατέρας, ποῦ προστατεύει ἐκείνους ποῦ Τὸν φοβοῦνται καὶ Τὸν σέβονται, περισσότερο ἂπ’ ὅσο προστατεύει ὁ ἄνθρωπος-πατέρας τὰ παιδιά του, εἶδε μὲ συμπάθεια αὔτούς τους δυστυχεῖς καὶ τοὺς ἔστειλε τὴν πιὸ σύντομη βοήθεια.

Καί, συγκεκριμένα, ἢ βοήθεια ἦταν ἢ ἑξῆς: Ὃ εὐλαβὴς θεράποντας τοῦ Θεοῦ, ὁ θαυμαστὸς πραγματικὰ Νικόλαος, παρουσιάστηκε σὲ ὄνειρο στὸ βασιλιὰ καὶ τοῦ εἶπε: «Βασιλιά, σήκω γρήγορα καὶ ἔλευθερωσε, πρὶν πάθουν κακό, τοὺς τρεῖς στρατηγοὺς ποῦ κρατοῦνται στὴ φυλακή, γιατί ἢ εἰς βάρος τοὺς κατηγορία εἶναι αἰσχρὴ συκοφαντία καὶ κατάπτυστη διαβολή». Στὴ συνέχεια παρουσίασε στὸ βασιλιὰ τὴν τραγικὴ ἄδικια ποῦ ὕφιστανται οἱ ἄνθρωποι αὐτόι καὶ τοῦ περιέγραψε μὲ κάθε λεπτομέρεια τὴν ὅλη δραματική τους κατάσταση. Στὴν περίπτωση ποῦ ὁ βασιλιὰς δὲ θὰ ἔκανε ὅ,τι ὁ Ἅγιος τὸν διέταξε, τὸν ἄπειλησε ὅτι θὰ ὑποκινήσει πολεμικὴ ἐξέγερση ἔναντιόν του καὶ αὐτόν τὸν ἴδιο θὰ τὸν ἔξαφανισει.

Ὃ βασιλιὰς ἔμεινε κατάπληκτος ἀπό τὴν παρρησία τοῦ ἄνθρωπου αὔτου, καὶ γι’ αὖτα ποῦ τοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι μπῆκε ὀτὰ ἀνάκτορα παράωρα τὴ νύχτα. Ὅμως τὸν ρώτησε: «Ποιὸς εἶσαι σὺ ποῦ ἐπισείεις τέτοιες ἐνέργειες καὶ ἐκτοξεύεις τέτοιες ἀπειλὲς ἐναντίον μου;». Ὃ Ἅγιος του ἄπαντησε ὅτι εἶναι ὁ’ Νικόλαος, ὁ μητροπολίτης τῶν Μύρων. Ὃ βασιλιὰς συνταράχτηκε ἀπό τὴν ὀπτασία αὕτη καὶ σηκώθηκε ἀπό το κρεβάτι του.

Ὃ “Ἅγιος ἄκομη ἐμφανίστηκε καὶ στὸν ἔπαρχο Ἄβλαβιο, τὴν ὥρα ποῦ κοιμόταν, καὶ τοῦ ἔδωσε τὶς ἴδιες ἔντολες γιὰ τοὺς τρεῖς στρατηγούς. Ἐκεῖνος τὸν ρώτησε ποιὸς εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος του ἄπαντησε ὅτι εἶναι ὁ Νικόλαος, ποῦ εἶναι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Μόλις, λοιπόν, ξύπνησε ὁ Ἄβλαβιος, ἔφερνε στὸ νοῦ τοῦ τὴν ὀπτασία καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήσει τί τελοσπάντων ἦταν αὐτό ποῦ εἶδε στὸν ὕπνο του καὶ τί σήμαινε. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦλθε κάποιος ἀπεσταλμὲ- νὸς τοῦ βασιλιὰ καὶ τοῦ ἄναγγειλε αὖτα ἄκριβως ποῦ καὶ ὁ βασιλιὰς εἶδε στὸν ὕπνο του. Καὶ ὁ Ἄβλαβιος ἄνακοινωσε στὸν ἄπεσταλμενό του βασιλιὰ τὴν ὀπτασία καὶ τοῦ ἐξέθεσε μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅλα ἐκείνα ποῦ εἶδε στὸν ὕπνο του.

Ἀπό το παράδοξο, λοιπόν, αὐτό θέαμα ἔμειναν ἔκπληκτοι καὶ οἱ δύο, δηλαδὴ καὶ ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἔπαρχος, καὶ ἀπόρουσαν πῶς, σὰν μετὰ ἀπό σύνθημα, παρουσιάστηκε καὶ στὸν ἕναν καὶ στὸν ἄλλον ἢ ἴδια ὀπτασία. Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐξηγήσουν τὸ ὄνειρο, ὁ βασιλιὰς ἄνακαλεσε ἀπό τὴ φυλακὴ τοὺς τρεῖς στρατηγοὺς καί, ἐνῶ στέκονταν ὅλοι γύρω του, τοὺς εἶπε: «Τί μαγεῖες χρησιμοποιήσατε καὶ μᾶς στείλατε τέτοιες ὀπτασίες, ποῦ μᾶς φοβέριζαν ὅτι θὰ ὑποκινήσουν σφοδρὸ πόλεμο ἔναντιόν μας καὶ μᾶς ἄπειλουσαν μὲ φοβερὲς ἄπειλες;». Οἱ στρατηγοί, ἐπειδὴ δὲ γνώριζαν τίποτε τέτοιο, ρωτοῦσαν μὲ νεύματα ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μήπως κάποιος ἂπ’ αὔτους ἤξερε κάτι, ρίχνοντας ἔκπληκτό το βλέμμα τοῦ καθένας στὸ βλέμμα τοῦ ἄλλου.

Τότε ὁ βασιλιάς, ὅταν εἶδε τοὺς στρατηγοὺς νὰ ἄντιδρουν κατ’ αὐτόν τὸν τρόπο, ἀφού ἔμοιαζαν νὰ μὴ γνωρίζουν τίποτε ἀπόλυτως καὶ παραξενεύονταν μὲ ὅσα ἄκουαν, ἀμέσως μετέβαλε τὴ συμπεριφορά του πρὸς τὸ ἠπιότερο καί, ἔχοντας τοὺς μπροστά του, τοὺς ζήτησε νὰ ἀπαντήσουν σ’ αὖτα ποῦ ἀκόυσαν.

Οἱ στρατηγοὶ ἄπαντουν ἀτὸ βασιλιά. Ἔκφραση παραπόνων

ΚΣΤ. Ἐκεῖνοι, κοιτάζοντας στὸ ἔδαφος καὶ μὲ μάτια γεμάτα δάκρυα, εἶπαν: «Ἐμεῖς, βασιλιά, οὔτε ξέρουμε τί πράγμα εἶναι ἢ μαγεία, οὔτε καταστρώσαμε κάποια φοβερὰ σχέδια εἰς βάρος τῆς ἐξουσίας σου. Μάρτυς μᾶς γι’ αὐτὸ ἃς εἶναι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ, ποῦ βλέπει τὰ πάντα. Καὶ ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι ὅπως τὰ λέμε, ἄλλα κάτι κακὸ ἔχει ἀπό-φασιστεῖ ἀπό ἐμᾶς ἐναντίον σου, νὰ μὴ δείξεις, γιὰ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καμιὰ εὐσπλαχνία πρὸς χάρη μας καί, ἐπιπλέον, νὰ μὴ φεισθεΐς καὶ ὁλόκληρό το γένος μας. Καί, ἄκομη, ἂν ὑπάρχει τιμωρία βαρύτερη ἀπό το θάνατο, νὰ τὴν ἀποφασίσεις ἔναντιόν μας. Οἳ πατεράδες μας, βασιλιά, παρέδωσαν σ’ ἐμᾶς σὰν κληρονομιά, ποῦ πρέπει νὰ τὴ διαφυλάττουμε γιὰ πάντα, τὶς ἑξῆς ἄρχες: νὰ τιμᾶμε τὸ βασιλιὰ καὶ νὰ προτιμᾶμε, περισσότερο ἀπό καθετὶ ἄλλο, τὴν πρὸς αὐτὸν ὄφειλομενη εὐμενῆ διάθεση’ καί, σὲ περίπτωση ποῦ κάποιος παραβαίνει τὶς ἀρχὲς αὐτές, νὰ ἐπιβάλλονται σ’ αὐτὸν βαριὲς ποινὲς καὶ νὰ τὸν μεταχειρίζονται ὡς ἐχθρό.

» Ἀκολουθώντας κατὰ γράμμα αὐτὲς τὶς ἄρχες, εἴχαμε περὶ πολλοῦ περισσότερο τὴ δική σου σωτηρία παρὰ τὴ δική μας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐλπίζαμε νὰ ἔχουμε ἀπό τὴ δεξιά σου ἐπαίνους, εὔνοιες καὶ τιμητικὲς ἀμοιβές. Ὅταν μάλιστα εἶχε κινηθεῖ χέρι ἐπαναστατικὸ ἔναντιόν της ἐξουσίας σου καὶ ἢ περίπτωση αὐτὴ ζητοῦσε γενναίους ἄνδρες γιὰ τὴν καταστολὴ τῆς στάσης αὔτης, ἀφοῦ ἄφησες τοὺς ἄλλους ἀξιωματικοὺς ποῦ εἶχαν τὸν ἴδιο μ’ ἔμας βαθμό, ξεχώρισες ἔμας ἀπό ὅλους τους ἄλλους καὶ μᾶς ἄνεθεσες τὸν πόλεμο ἔναντιόν των στασιαστῶν. Καὶ βέβαια ὑπακούσαμε μὲ προθυμία στὸ πρόσταγμά σου καὶ μὲ εὐψυχία καταστείλαμε τὴν ἔκδηλωθεϊσα στάση (στὴ Φρυγία). Ἔτσι ἀποδείξαμε, ἃς λεχθεῖ καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔμπρακτα τὴν ἀνδρεία μας.

«Γνωρίζουμε ὅμως πολὺ καλὰ ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνήσουν πῶς, τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιτυχίας μας, ἔνω ἀρχικά μας πρόσφερε τὴν εὐτυχία, τώρα ἀπότελεσε τὴν ἀφορμὴ νὰ ὁπλιστεῖ ὁ φθόνος ἐναντίον μας. Καὶ νά, κατακρινόμαστε — ἀλίμονο! Θεέ μας, βλέπεις τὴν ἄδικια —, γιὰ κατάστρωση κακῶν σχεδίων εἰς βάρος τοΰ βασιλιὰ καὶ περιμένουμε νὰ ὕποστουμε τὴν ἔσχατή των ποινῶν, τὸ θάνατο. Ἑπομένως, βασιλιά, ἢ ἀπόδειξη τῆς καλῆς μας διάθεσης πρὸς ἐσένα στάθηκε γιὰ μᾶς ὑπόθεση τῆς μεγαλύτερης τιμωρίας. Ἔτσι, ἄντι γιὰ δόξα, ποῦ ἔλπιζαμε, καὶ ἄλλες ἄμοιβες, μᾶς πρόλαβε ὁ φόβος τοΰ θανάτου. Ἥλιε καὶ θεία Δικαιοσύνη, πῶς ὑποφέρετε νὰ βλέπετε αὖτά τα κακουργήματα;».

Ὃ βασιλιὰς ἀποδίδει στὸν ἅγιο Νικόλαο τὴ σωτηρία τῶν στρατηγῶν

ΚΖ. ‘Ὕστερα ἀπό τα λόγια αὖτα, ράγισε ἢ ψυχὴ τοῦ βασιλιὰ γὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ φαινόταν πῶς εἴλικρινα μεταμελήθηκε γιὰ τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση ποῦ εἶχε ἔκδωσει εἰς βάρος τους. Ἔτρεμε, πραγματικά, τὰ δικαιώματα τοῦ Θεοῦ καὶ ντρεπόταν τὴν ἅλουργιδα 22, μήπως ὁ ἴδιος ἔκδιδοντας καταδικαστικὲς ἀποφάσεις, κάνει λάθη καὶ ὕποκειταί σε κατάκριση. Ἀμέσως, λοιπόν, τοὺς κοίταξε μὲ βλέμμα συμπαθητικὸ καὶ τοὺς μίλησε μὲ ἥμερο τρόπο, σὰν νὰ ἔβαλε πάνω στὴν πολὺ πονεμένη ψυχὴ τοῦ ἤρεμιστικα φάρμακα. Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ ἄπαλλαχτηκαν ἀπό το φόβο νὰ μιλήσουν καὶ ἐπειδὴ εἶχαν πλέον ἀπό μέρους τοῦ βασιλιὰ τὴ δυνατότητα τῆς παρρησίας, κοινοποιοῦσαν τὸ θησαυρὸ καὶ δὲν ἔκρυβαν τὴν ἔλπιδα. Μὲ πολὺ δυνατή, λοιπόν, φωνὴ ζήτησαν τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ Νικολάου, ποῦ εἶναι δικός σου, Σὺ ποῦ ἄλλοτε διέσωσες τοὺς τρεῖς ἀνθρώπους ἀπό ἄδικο θάνατο, γλίτωσε καὶ ἐμᾶς τώρα ἀπό αὐτόν τὸν κίνδυνο ποῦ ἔπικρεμαται στὰ κεφάλια μας».

Ὃ βασιλιὰς ἅρπαξε τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τοὺς ζήτησε νὰ τοῦ εἴπουν ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Νικόλαος, ποιοὶ εἶναι αὐτόι ποῦ ἔσωσε καὶ πῶς τοὺς ἔσωσε. ’Ἀμέσως, λοιπόν, ὁ Νεπωτιανὸς τοῦ διηγήθηκε ἀναλυτικά τα πάντα καὶ πῶς ὁ Ἅγιος τους γλίτωσε κατὰ τρόπο ἄξιοθαυμαστο, ἐνῶ ὁ Ἅδης εἶχε ἄνοιξει ἤδη τὸ στόμα του νὰ τοὺς καταπιεῖ. Ὃ βασιλιὰς ἀπό τὴν ἄλλη μεριά, σεμνυνόμενος γιὰ τὴν τιμὴ ποῦ καὶ πρὶν ἄπεδιδε στὸ Θεὸ καὶ τοὺς θεράποντες τοῦ (τοὺς Ἁγίους), δὲν ξεχαοε καὶ στὴν παροῦσα περίπτωση αὐτὴ τοῦ τὴν ἄρετη, ἄλλα μίλησε καὶ ὁ ’ἴδιος γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ποῦ εἶδε στὸν ὕπνο του, καὶ ἔτσι δὲν εἶχε ἄναγκη ἀπό πολλὰ λόγια.

’Ἀφοῦ, λοιπόν, ἔστρεψε ἄκομη περισσότερο τὴ σκέψη του στὸ ὅραμα ποῦ εἶδε καὶ θαύμασε γιὰ τὴν παρρησία καὶ τὸ θερμὸ ζῆλο τοῦ Ἁγίου ὕπέρ των ἄδικουμενων, ζήτησε ἄμεοως μὲ ἔπιμονη ἀπό τους τρεῖς στρατηγοὺς νὰ τὸν συγχωρήσουν. Καὶ εὐθὺς ἄμεοως εἶπε τὰ ἕξης: «Δὲν εἶμαι ἔγω ἐκεῖνος ποῦ σᾶς χαρίζει τὴ ζωὴ τὴ ζωὴ σᾶς σᾶς τὴ χαρίζει ὁ Νικόλαος, τὸν ὁποῖο ἐσεῖς ἐπικαλεοθήκατε νὰ σᾶς βοηθήσει καὶ ὁ ὅποιος, προστατεύοντας καὶ φροντίζοντας θερμοτατα γιὰ σᾶς, δὲ μᾶς ἄφηνε οὔτε νὰ κοιμηθοῦμε. Πηγαίνετε, λοιπόν, νὰ τὸν βρεῖτε καί, ἄφοϋ κόψετε τὰ μαλλιά σας, νὰ τοῦ ἔκφρασετε τὶς εὐχαριστίες σας. Ἀκόμη, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τοῦ πεῖτε ἐκ μέρους μου ὅτι ἐκείνο ποῦ μὲ διέταξε νὰ κάμω, δηλαδὴ νὰ σᾶς ἄφησω ἐλεύθερους, τὸ ἔκαμα ἃς μὴ μὲ ἄπειλει πλέον».

Αὐτὰ τὰ λόγια τοὺς εἶπε ὁ βασιλιάς, καὶ τοὺς ἔδωσε χρυσὸ εὔαγγελιο, ἕνα ἄλλο σκεῦος, χρυσὸ καὶ αὐτό, διακοσμημένο μὲ πολύτιμους λίθους, καὶ δύο ἐπιχρυσωμένες λαμπάδες, μὲ τὴν ἔντολη νὰ τὰ ἄφιερωσουν στὸν ἱερὸ Ναὸ τῶν Μύρων.

Ἔτσι, λοιπόν, οἱ στρατηγοί, ἀφού καὶ αὐτόι πέτυχαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὴ σωτήρια τους, ἄμεοως πῆραν τὸ δρόμο καὶ μὲ πόδια ποῦ βάδιζαν πρόθυμα ἔφτασαν στὸν Ἅγιο καὶ τὸν ἀντικριοαν μὲ ἄπεριγραπτη χαρά. Καὶ ἀπό τὴν πληρότητα τῆς εὐχαρίστησής τους φαίνονταν πῶς ἦταν πρόθυμοι νὰ ἀφιερώσουν ὁλοκληρωτικὰ καὶ αὐτὴ τὴ ζωή τους, ποῦ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο τοὺς χαρίστηκε, ἀφοῦ γλίτωσαν ἀπό τὴν ἐκτέλεση, ὥστε νὰ ἀπόδωσουν ὅπως ἄξι- ζεῖ πραγματικὰ τὴν εὔχαριοτια στὸ Θεό, ποῦ μὲ τρόπο θαυμαστό τους εὔεργετησε. Στὴ συνέχεια ἄφιερωοαν στὸ Ναὸ τὰ βαρύτιμα δῶρα ποῦ τοὺς εἶχε δώσει ὁ βασιλιὰς γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ψάλλοντας χαμηλόφωνα καὶ ἤρεμα «Κύριε, ποιὸς ἄλλος εἶναι ὅμοιος πρός Σε; Κανένας. Παραμένεις Σὺ ὁ μόνος ποῦ σώζεις τὸν φτωχὸ καὶ ἄπροστατευτο ἀπό τα χέρια ἐκείνων ποῦ εἶναι πιὸ δυνατοὶ ἀπό αὐτὸν» [23] . Ἐπιπλέον, οἱ διασωθέντες στρατηγοὶ δὲν ἄφησαν οὔτε αὔτούς τους φτωχοὺς χωρὶς νὰ τοὺς προσφέρουν κάποια εὐχαρίστηση. Πραγματικά, ἔκαμαν καὶ σ’ αὔτους πολὺ τιμητικὴ δεξίωση μὲ ὅσα ἄγαθα εἶχαν στὴ διάθεσή τους.

Ὃ Ἅγιος διασώζει ταξιδεύοντες στὴ θάλασσα

images (1)ΚΗ. Τὸ ὄνομα, λοιπόν, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ ὅποιος ἦταν πιστὸς θεράποντος τοῦ Θεοῦ, μεγαλυνόταν μὲ τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποῦ ἔκανε ὁ Θεός. Ἔτσι ἢ φήμη τοῦ Ἁγίου πῆρε φτερά, πέταξε στὰ ὕψη, ἔτρεχε παντοῦ καὶ περιλάμβανε τὰ πάντα, διέβαινε τὸ πέλαγος, περιφερόταν σὲ ὁλόκληρη τὴ θάλασσα καὶ δὲν ἄφηνε κανέναν τόπο ποῦ νὰ μὴν ἄκουει γιὰ τὰ μεγάλα θαύματά του.

images (1)Κάποτε ναῦτες συνάντησαν στὴ θάλασσα φοβερὴ φοὺρτούνα καὶ ἔχασαν κάθε ἔλπιδα σωτηρίας ἀπό τὶς δικές τους δυνάμεις. Ἐπειδὴ ὅμως ἤξεραν, ἀπό τὶς φῆμες ποῦ κυκλοφοροῦσαν, ὅτι ὁ μέγας Νικόλαος προσέφερε, ἄνελπιστα, ἀπότελεσματικη βοήθεια σὲ κινδυνεύοντες, ὅλοι στήριξαν σ’ αὐτὸν τὴν ἔλπιδά τους γιὰ σωτήρια. Ἐπικαλοῦνταν, λοιπόν, νοερὰ τὴ βοήθειά του νὰ σωθοῦν ἀπό τὴ φουρτούνα, ἅπλωναν ὁλόψυχα πρὸς αὐτὸν τὰ χέρια τους, σὰν νὰ ἦταν δίπλα τους, καὶ ἀπό αὐτὸν ἕξαρτουοαν τὴ μοναδικὴ βοήθεια. Καὶ ὁ Ἅγιος, χωρὶς νὰ χάσει καθόλου καιρό, ἀνέβηκε γρήγορα πάνω στὸ πλοῖο καὶ παρουσιάστηκε μπροστὰ στὰ μάτια τους. «Νά, τοὺς εἶπε, μὲ ἔχετε καλὲ- σεῖ καὶ ἦρθα νὰ σᾶς βοηθήσω». Ἔπειτα, ἄφού τους προέτρεψε νὰ ἔχουν θάρρος, πῆρε τὸ πηδάλιο στὰ χέρια του, κάτω ἀπὸ τὴ θέα ὅλων, καὶ ἔτσι ἀαφῶς φαινόταν νὰ κατευθύνει τὸ πλοῖο. Ἐπιπλέον ὁ “Ἅγιος, ἀφού ἐπιτίμηοε τὴ θάλασσα, κατεύνασε πρὸς χάρη τῶν ναυτῶν τὶς τρικυμίες, τοὺς ἄνεμοστροβιλους καὶ τὰ ἄλλα ἄσχημα φαινόμενα τῆς κακοκαιρίας, ὅπως ἄλλωστε εἶχε πράξει παλαιότερα καὶ ὁ Χριστός μας. Ἔτσι ὁ Ἅγιος, μὲ τὸ θαῦμα του, χάρισε γιὰ τοὺς ναῦτες αὐτοὺς ἕνα ἤρεμο καὶ γαλήνιο ταξίδι.

Ὅταν, λοιπόν, οἱ ναῦτες, πλέοντες μὲ ἅπαλο ἄερακι, ἔφτασαν στὴ στεριά, κατεβαίνοντας ἀπό το πλοῖο, βιάζονταν νὰ προφτάσουν αὐτὸν ποῦ τοὺς διέσωσε ἀπό τὸν κίνδυνο. Ἄφου ἔμαθαν ὅτι αὐτός πῆγε στὸ Ναό, ἔσπευσαν ἐκεῖ. Ἐκεῖνος ἄνακατευτηκε μὲ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς καὶ εἶχε σταθεῖ ἄναμεσά τους, χωρὶς νὰ ξεχωρίζει. Οἱ ναῦτες, μόλις ἔριξαν σ’ αὐτὸν τὰ βλέμματά τους, ἔνω οὔδεποτε στὸ παρελθὸν τὸν εἶχαν γνωρίσει, τὸν ἄναγνωρισαν ἀπό τὴν ἔμφανισή του στὸ πέλαγος καὶ σ’ ἐκείνον ἄμεσως μίλησαν. Στὴ συνέχεια ἔτρεξαν καὶ ἔπεσαν στὰ πόδια του καὶ τὰ φιλοῦσαν, ἔνω συγχρόνως ἐξέφραζαν μὲ λόγια τὶς εὔχαριστιές τους. Ἐπίσης, ἐνθυμούμενοι τὸ φοβερὸ κίνδυνο ποῦ διέτρεξαν, ἐξηγοῦσαν μὲ δάκρυα καὶ ἄπεριγραπτη χαρὰ πῶς σώθηκαν. Ἔπειτα διηγοῦνταν μὲ κάθε λεπτομέρεια καὶ στοὺς παρευρισκομένους τὸ δράμα τους στὴ θάλασσα καὶ τὴ θαυματουργικὴ διάσωσή τους.

Ὁ Ἅγιος ἀποκαλύπτει τὴ μοχθηρία τῶν ναυτικῶν καὶ τοὺς δίνει συμβουλὲς

ΚΘ. Ὃ θαυμαστὸς ὅμως Νικόλαος γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ὕπη ρχὲ ἄναγκη νὰ σώσει τοὺς ναυτικοὺς καὶ ἀπό τους κινδύνους ποῦ ἄπειλουσαν τὴν ψυχή τους, ἢ ὅποια μάλιστα ἄξιζε γιὰ περισσότερη φροντίδα. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ “Ἅγιος εἶχε διορατικὸ χάρισμα, δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔβλεπε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχαν μοχθηρία στὴν ψυχή τους, ἢ ὅποια τοὺς ἀπόμακρυνε ἀπό το Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές του. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, μὲ ὑψωμένο τὸν τόνο τῆς φωνῆς του, τοὺς εἶπε τὰ ἕξης λόγια: «Σᾶς παρακαλῶ, παιδιά μου, ἐξετάστε, ἔξε- τάστε στὸ βάθος τὸν ἕαυτό σας, τί πραγματικὰ ἄνθρωποι εἶστε, καὶ στρέψτε τὶς καρδιές σας, τὶς σκέψεις σας καὶ τὰ διανοήματά σας ὀὲ εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ. Γιατί καὶ ἂν μποροῦμε νὰ κρύβουμε ἀπό τους ἄλλους ἄνθρωπους τὴν ἀπόψή μας, ὅτι τὸ πᾶν βρίσκεται στὸ νὰ κάνει κανεὶς φαῦλες πράξεις, καὶ φαινόμαστε καλοὶ ἄνθρωποι, ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν καμιὰ πράξη μας νὰ διαφεύγει ἀπό το βλέμμα τοῦ Θεοῦ. Ἢ Ἅγια Γραφή, σχετικὰ μὲ τὸ θέμα, λέγει’ ‘ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸ πρόσωπο [26], δηλαδὴ ἔξωτερικα καὶ ἔπιφανειακα, ἐνῶ ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά, δηλαδὴ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου’. Ἐπίσης ἢ Γραφὴ λέγει καὶ τὸ ἕξης’ ‘μὴν κάνετε κακὲς πράξεις καί, ἔτσι, δὲ θὰ σᾶς βρεῖ κακὸ στὴ ζωὴ σᾶς’ [27 ] Μάθετε ἔπιμονως νὰ πράττετε τὸ καλὸ στοὺς συνανθρώπους σας καὶ νὰ ἔπιδιωκετε μὲ ὅλη σας τὴν καλὴ πρόθεση τὸν ἅγιασμό του σιοματός σας, γιατί, ὅπως λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ‘εἴμαστε Ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖνον ποῦ καταστρέφει τὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ θὰ τὸν καταστρέψει ὁ Θεὸς’ [ 28 ]. Ἔτσι νὰ κάνετε στὴ ζωή σας, καὶ θὰ ἔχετε τὸ Θεὸ βοηθὸ ἄκαταμαχητο».

Ἀρκοῦσαν αὐτὰ ποῦ εἰπώθηκαν νὰ παρουσιάσουν ἱκανοποιητικὰ τὴ δύναμη μὲ τὴν ὅποια εἶχε προικιστεῖ ὁ Ἅγιος ἀπό το Θεὸ καὶ τὴν ἐκδήλωνε μὲ θαυμαστὰ ἔργα. Ὅμως δὲ γνωρίζω πῶς ἢ μνήμη γι’ αὐτὸν δὲν ἄνεχεται νὰ σταματήσει ἐδῶ ἢ ὅλη ἔξιστορηση, ἄλλα θεωρεῖ πολὺ μεγάλη ζημιά, ἰττὴν περίπτωση ποῦ δὲν προσθέσει καὶ τὰ ὑπόλοιπα.

Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἀρετῆς τοῦ Ἁγίου. Ἢ εἰς Κύριον ἔκδημιά του

Λ. Ἕνας, λοιπόν, παλαιότερος λόγος, ποῦ περιῆλθε καιστα χέρια τὰ δικά μας, ἀναφέρει ὅτι ὁ μακαριστὸς αὐτὸς ἄνθρωπος διακρινόταν γιὰ τὸ πρεσβυτικό του ἦθος καὶ τὴν ἀγγελική του ὄψη καὶ εὐωδίαζε ἀπὸ ἅγιοουνη καὶ χάρη θεία. Ἀκόμη ὁ λόγος λέγει καὶ τὰ ἕξης γιὰ τὸν “Ἅγιο: «“Ὅταν κάποιος ἅπλως τὸν συναντοῦσε κατὰ τύχη στὸ δρόμο, παρουσίαζε ἄμεσως μεγάλη βελτίωση στὴν ἄρετη, μόνο καὶ μόνο μὲ τὴ θέα τοῦ Ἁγίου, καὶ γινόταν στὸν ἐσωτερικό του κόσμο κάποια μεταμόρφωση. Καὶ καθένας ποῦ ἢ ψυχὴ τοῦ ὕπεφερε ἀπό κάποια συμφορὰ καὶ λύπη, ὅταν καὶ μόνο τὸν ἄτενιζε, εὕρισκε ἱκανοποιητικὴ παρηγοριὰ καὶ ἀνακούφιοη.

»Ἔπιπλεον, ἀπό τὸν “Ἅγιο ἔβγαινε καὶ κάποια ὑπερφώτη λάμψη καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε περισσότερο παρὰ τοῦ Μωυσῆ. Ὅταν καμιὰ φορᾶ οὐνέβαινε νὰ τὸν συναντήσουν στὸ δρόμο κάποιοι αἱρετικοί, καὶ μόνο ἂν ἀπόλαμβαναν τὴ γλυκιά του ὁμιλία, ἔφευγαν ὕστερα, ἀφού πρὶν εἶχαν ἀπόβαλει ἀπό τὴν ψυχὴ τοὺς τὴν αἵρεση, ποῦ εἶχε συναυξηθέϊ μὲ τὴν ἥλικιά τους, καὶ ἔβαζαν βαθιὰ στὴν καρδιὰ τοὺς τὸν ὀρθὸ λόγο τῆς ἄλη θείας».

Ὃ ἅγιος Νικόλαος, λοιπόν, ἔτσι ἔζησε στὴ ζωή του ἢ συμπεριφορά του πρὸς τοὺς συνανθρώπους τοῦ ὑπῆρξε ἅγνη καὶ εὐγενική, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς ἄρετης. Ἢ ὅλη του ζωὴ ὑπῆρξε, κατὰ κάποιο τρόπο, μύρο πολὺ εὔωδιαστο καὶ θελκτικό, ποῦ παρουσιάστηκε ὀτὸ κέντρο τῆς ἔπαρχιάς των Μυρέων καὶ εὔωδιασέ το λαό.

Ὃ Ἅγιος ἔφτασε ὀὲ βαθύτατο γῆρας. Ἀφοῦ, λοιπόν, συμπλήρωσε πλήρως τὸ χρόνο τῆς ἔπιγειας ζωῆς του καὶ ἐπειδὴ ἦταν καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος, ἔπρεπε νὰ λειτουργήσει καὶ γι’ αὐτὸν ὁ κοινὸς νόμος τῆς κοινῆς φύσεως. Προσβλήθηκε, τότε, ἀπό σύντομη ἄσθενεια, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὅποιας ἔξεφραζε τὶς εὐχαριστίες του στὸ Θεό, ἔψελνε ἔξοδιους καὶ ἔπικηδειους ὕμνους καὶ μὲ τὴν ἔλπιδά της εἰς Κύριον ἔκδημιάς του, ὁ μεγάλος αὐτὸς ἄνθρωπος, διατηροῦσε πολὺ χαρούμενη τὴ διάθεσή του. Ἔνω γιὰ τοὺς ἄλλους χαρὰ ἦταν το νὰ παραμένουν στὴ σάρκα τους, ὁ “Ἅγιος χαιρόταν, γιατί θὰ χωριζόταν πλέον ἀπό το σῶμα του καὶ θὰ πήγαινε κοντὰ στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸ Θεό.

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ ἅγιος Νικόλαος ἄφησε τὴ φθαρτὴ αὐτὴ ζωὴ καὶ μετέβη στὴν αἰώνια ἐκείνη καὶ μακάρια ζωή, ὅπου συναναστρέφεται μὲ τὴ λαμπρότητα τῶν Ἀγγέλων καὶ συναγάλλεται μ’ αὐτοὺς καὶ βλέπει τὸ φέγγος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο το μεγαλεῖο καὶ τὴν καθαρότητα. Τὸ τίμιο σῶμα τοῦ μεταφέρθηκε μὲ τὰ ὅσια χέρια ἐπισκόπων καί, μὲ τιμητικὴ πομπὴ ὅλο τὸν κλῆρο λαμπροφορεμένο, τοποθετήθηκε σὲ εἰδικὸ τάφο [29 ] στὸν ἱερὸ Ναὸ τῶν Μύρων. Ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου ἄναβλυζει μύρο μέχρι καὶ σήμερα [ 30 ] , τὸ ὅποιο θεραπεύει ἄσθενειες, καὶ ψυχικὲς καὶ σωματικές.

Θαῦμα μέγα

ΛΑ. Στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου συνέρρεαν προσκυνητὲς ἀπό κάθε σημεῖο τῆς γῆς καὶ ἔπαιρναν πλούσια τὴ χάρη ἀπό το μύρο ποῦ ἄνεβλυζε. Κάποτε, λοιπόν, κάποιους χριστιανούς, ποῦ κατοικοῦσαν σὲ περιοχὴ μακριὰ ἀπό τὴ Λυκία καὶ χρειάζονταν πολλὲς ἢ μέρες, γιὰ νὰ φτάσουν ἐκεῖ, τοὺς κατέλαβε θερμὸς πόθος νὰ μεταβοῦν στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, καὶ γιὰ νὰ ἄντλησουν μύρο καὶ γιὰ νὰ ἀπόλαυσουν τὴ χάρη τοῦ ἅγιασματος. Πρὸς πραγματοποίηση τοῦ ἱεροῦ πόθου τοὺς ἔβαλαν στὸ πλοῖο τὰ ἄπαραιτητα τρόφιμα καὶ ἔπροκειτο πλέον νὰ ἀπόπλευσουν μὲ προορισμὸ τὴ Λυκία.

Τότε ἄκριβως ἕνα πονηρὸ δαιμόνιο, ποῦ παλαιότερα κατοικοῦσε στὸ βωμὸ τῆς Ἄρτεμιδας καὶ τὸ εἶχε ἀπόμα- κρύνει ἀπό ἐκεί μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ὁ σπουδαῖος Νικόλαος γκρεμίζοντας τὸ βωμό, ἔμαθε ποιὸς ἦταν ὁ σκοπὸς τοῦ θαλασσινοῦ αὔτου ταξιδιοῦ. Τὸ δαιμόνιο, λοιπόν, κρατώντας κακία γιὰ τὸν Ἅγιο, ἐπειδὴ καὶ τὸ ναὸ τῆς θεᾶς κατέστρεψε καὶ τὸ ἴδιο το εἶχε ἐκδιώξει ἀπό ἐκεί, φρόντιζε μὲ ὅλη του τὴ δύναμη νὰ ἄντιταχθει στὴν πραγματοποίηση τοῦ ταξιδιοῦ αὔτου. Γι’ αὐτό καὶ ἤθελε νὰ στερήσει τοὺς πιστοὺς ἄνδρες ἀπό τὸν ἅγιασμα καί, ἀκόμη, νὰ τοὺς ἕξασθενισει κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ἱερὸ πόθο.

Ἔτσι ἔβαλε μπροστά το δόλιο σχέδιό του. Ἐμφανίστηκε μὲ μορφὴ γυναίκας, ποῦ κρατοῦσε ἕνα δοχεῖο γεμάτο λάδι καὶ τοὺς παρακαλοῦσε νὰ τὸ μεταφέρουν στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ἐπειδὴ ἢ «ἴδια» φοβόταν νὰ ἀπότολμησει ἕνα τόσο μεγάλο ταξίδι ἀπό τὴ θάλασσα καὶ τὸ γεγονὸς αὐτό «τὴν» ἐμπόδιζε νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἔπιθυμιά «της» νὰ ἔπι- σκεφτεῖ τὸν τάφο καὶ νὰ προσφέρει τὸ δῶρο «της». Ἰσχυριζόταν μάλιστα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σὲ γυναίκα νὰ ἀπότολμαει ταξίδι σὲ τόσο μεγάλο πέλαγος. «Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, τοὺς ἔλεγε, πάρτε τὸ δοχεῖο νὰ τὸ μεταφέρετε στὸν τάφο καὶ νὰ βάλετε τὸ λάδι ἀτὸ καντήλι τοῦ Ἁγίου». Τέτοια ἔλεγε ἐκείνό το βδελυρὸ δαιμόνιο καὶ παρακαλοῦσε τοὺς εὔσεβεις αὔτους ἄνθρωπους γιὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ δοχείου στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου. Αὖτο, ἕπομενως, ἦταν μιὰ δόλια ἔνεργεια καὶ ἄξια ἔξολοκληρού του διαβόλου ποῦ τὴν εἶχε μηχανευτεῖ.

‘Ὕστερα, λοιπόν, ἀπό πολλὰ παρακάλια τοὺς ἔπεισε καὶ πῆραν μαζί τους τὸ δοχεῖο μὲ τὸ λάδι. Ὅταν τελείωσε ἢ πρώτη ἢ μέρα τοῦ πλοῦ —δικό σου βεβαίως εἶναι καὶ τὸ ἔργο αὐτό, μέγιστέ του Θεοῦ θεράποντα καὶ δεξιὲ προστάτη ἐκείνων ποῦ κινδυνεύουν —, ἐμφανίστηκε τὴ νύχτα ὁ Ἅγιος σ’ ἕναν ἀπό τους συμπλέοντες καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἔντολη νὰ πετάξουν τὸ δοχεῖο στὴ θάλασσα μακριὰ ἀπό το -πλοῖο. Ἐκεῖνος ἄνακοινωσέ το ὅραμα καὶ τὴν ἔντολη καὶ στοὺς ἄλλους. Ἔτσι σηκώθηκαν ἄμεσως πρωὶ πρωὶ καὶ ἔκτελεσαν τὴν ἔντολη. Τότε διαπιστώθηκε τὸ δόλιο σχέδιο ποῦ ὁ διάβολος εἶχε ἑτοιμάσει. Πραγματικά, μόλις τὸ δοχεῖο ἔπεσε στὴ θάλασσα, σηκώθηκε ἄμεσως φλόγα ψηλὰ στὸν ἄερα καὶ ἔβγαιναν δυσώδεις ὀσμὲς τὸ νερό, ἔξαιτιάς της ἔκρηξεως αὐτῆς τοῦ δοχείου, διαχωρίστηκε καὶ κόχλαζε ἀπό βαθιὰ καὶ ἔβγαζε κρότους βρασμοῦ οἱ σταγόνες εἶχαν μεταβληθεῖ σὲ σπίθες φωτιᾶς τὸ πλοῖο, ἀφού βρέθηκε σὲ τόσο μεγάλη θαλασσοταραχή, λίγο χρόνο εἶχε πλέον καὶ θὰ βυθιζόταν.

Oi προσκυνητές, καταφοβισμένοι ἀπὸ τὸ παράλογό του κινδύνου αὐτοῦ, ἔχασαν κάθε ἐλπίδα σωτηρίας, κοιτοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἔξαγριωμενό το βλέμμα καὶ βρίσκονταν σὲ παντελῆ ἄμηχανια. Ὃ ἅγιος Νικόλαος ὅμως, ποῦ ἀπό μακριὰ φρόντιζε γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ πετάξουν τὸ δοχεῖο ὀτὴ θάλασσα μακριὰ ἀπό το πλοῖο, ἐμφανίστηκε καὶ ἐδῶ καὶ μὲ τρόπο θαυμαστὸ [31] τοὺς διέσωσε ἀπό το φοβερότατο κίνδυνο. Ὄντως, καὶ τὸ πλοῖο μετακινήθηκε, θαυματουργικά, λίγο πιὸ πέρα ἀπό τὴν κόλαση αὐτὴ τῆς φωτιᾶς καὶ τῆς θαλασσοταραχῆς, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἄπαλλαχτηκαν ἀπό το φόβο. ’Ἀεράκι ἅπαλο καὶ εὐωδιαστὸ ἔπνευσε σ’ αὐτοὺς καὶ ἢ ψυχική τους διάθεση ἔγινε πολὺ χαρούμενη.

Λαμπρὸς μάρτυρας καὶ ἀναίμακτος στεφανίτης ( Ἐπίλογος)

ΛΒ. Αὐτὰ εἶναι, Νικόλαε, τὰ βραβεῖα ποῦ σου χάρισε ὁ Θεὸς αὐτὲς εἶναι οἱ ἄμοιβές των κόπων σου αὖτα εἶναι τὰ ἔπαθλα τῶν ἀσκητικῶν σου ἄγωνων. Καὶ ἔννοώ τα ἄφορωντα στὴν παροῦσα ζωὴ γιατί τὰ μελλοντικά, δηλαδὴ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχουμε διδαχτεῖ ὅτι ἔχει ἕτοιμασει [32] ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποῦ τὸν ἄγαπουν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε μάτια νὰ τὰ ἴδουν, οὔτε αὖτια νὰ τὰ ἀκούσουν, οὔτε καρδιὰ νὰ τὰ ἀντιληφτεῖ. Ἔγω ὅμως δὲ θὰ διστάσω καθόλου νὰ σὲ ὀνομάσω λαμπρὸ μάρτυρα καὶ στεφανίτη ἄναιμακτο — καὶ ξέρουμε βέβαια πολὺ καλὰ ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν προαίρεσή σου — , ἀφού κατανίκησες μὲ μόνη τὴν προσευχὴ τὴν ἄσεβη κρατικὴ ἔξουσια καὶ μὲ ἔπιτυχια βγῆκες ἀπό τὴν ἐξορία τῆς φυλακῆς καὶ μὲ λαμπρὰ τρόπαια ἐπανῆλθες στοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς σου καὶ τὴν πρώτη τιμή, ποῦ σου εἶχε γίνει, ἄκολουθησε καὶ δεύτερη, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ ’Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας, στὸν Ὅποιο μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο καὶ ἄγαθο Πνεῦμα πρέπει νὰ ἀπόδιδεται δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. ’Ἀμήν.

ΣΧΟΛΙΑ, ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

’Ἀπόσπασμα ἀπό το κήρυγμα τοΰ Μητροπολίτη Μύρων Χρυσοστόμου κατὰ τὴ θεία Λειτουργία ποῦ τελέστηκε στὶς 6 Δεκεμβρίου 1985 στὴν ἱστορικὴ Βασιλική του Ἁγίου Νικολάου στὰ Μύρα τῆς Λυκίας.
‘Ὁλόκληρό το κήρυγμα ἔμπεριεχεται στὸ χρονικὸ ποῦ ἔγραψε ὁ καθηγητὴς τοῦ Πὰν/μίου ’Ἀθηνῶν κ. Π. Β. Πάσχος γιὰ τὸ «ΤΡΙΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ( Ἀττάλεια Παμφυλίας- Μύρα Αὐκίας, 3-8 Δέκ. 1985), τὸ ὅποιο δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ «ΘΕΟΔΟΣΙΑ», ἔτους 1986, στὶς σέλ. 244-250.

Λεπτομερῆ παρουσίαση τῶν φυσιογνωμικῶν χαρακτηριστικῶν του Ἁγίου Νικολάου κάνει ὁ καθηγητὴς κ. Γεώργιος Ἀντουράκης στὸ βιβλίο τοῦ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ», στὶς σελίδες 23-26” (Ἔκδ. Ἀπόστολικης Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ’Ἀθήνα 1988).
Ἢ ἔξεικονισή του ‘Ἁγίου μαζὶ μὲ τὶς μικρότερες μορφὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας στηρίζεται στὴν ἕξης παράδοση: Σὲ κάποια στιγμὴ τῶν ἔργασιών της Ἃ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) «τόσο ὀργίστηκε ὁ Νικόλαος ἀπό τα βλάσφημα λόγια τοῦ Ἄρειου, ὥστε ὅρμησε στὸ βῆμα καὶ ράπισε τὸ ρήτορα. Ἢ πράξη τοῦ αὐτὴ προκάλεσε τὴν ἄμεση ἄντιδρα- σὴ τοῦ παρευρισκόμενου Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ κατὰ διαταγὴ τοῦ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως τὸν συνέλαβαν, τοῦ ἄφαιρεσάν τα σύμβολα τοῦ ἄρχιερατικού του ἄξιωματος, δηλαδὴ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ὤμοφοριο, καὶ τὸν φυλάκισαν ἐπὶ τόπου.
Ἢ δικαίωσή του ὅμως ἦλθε τὸ βράδυ τῆς ’ἴδιας ἐκείνης ἥμερας. Παρουσιάστηκαν στὸ κατάκλειστο καὶ σκοτεινὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς τοῦ ὁ Χριστὸς καὶ ἢ Παναγία, ἔλυσαν τὰ δεσμά του καὶ τοῦ ἔπεστρεψάν τα ἱερὰ σύμβολα, ποῦ τοῦ εἶχαν ἄφαιρεσει ἔκεϊνο τὸ πρωί». (Α. Τζαφερο- πούλου, ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΥΡΩΝ ΑΥΚΙΑΣ, σέλ. 12-13).

Σολομῶντος, Παροιμίαι, κέφ. κθ’ στίχ. 2. Ὃ στίχος ἔχει «δικαίων».
Πάταρα: ’Ἀρχαιότατη πόλη τῆς Αὐκίας στὴ Μικρὰ ’Ἀσία, κείμενη μεταξύ των ἔκβολών του ποταμοῦ Ξάνθου καὶ τοῦ ὅρμου Ἀντιφέλλου.
Ἐρείπια τῶν Πατάρων ὑπάρχουν κοντὰ στὸ ἄκρωτηριο Γεντὴ-Μπουροῦν, τὸ ὅποιο βρίσκεται Β.Δ. τοῦ Καστελλόριζου.

«Ἢ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια» τὸν ἄνεδειξε γιὰ τὸ ποίμνιό του «ἔγκρατειας διδάσκαλον» (’Ἀπὸ τὸ ἀπόλυτικιο τοΰ Ἁγίου).
Πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο ποῦ τὸν χειροτόνησε, δηλαδὴ γιὰ τὸν Νικόλαο, τὸν ἄρχιερεά της πόλεως τῶν Μυρέων.
Ψάλμ. 61, στ. 11.
Σολομῶντος, Παροιμίαι, κέφ. γ’ στ. 3.
Σολομώντσς, Παροιμίαι, κέφ. γ’ στ. 27.
Ψαλμὸς 45, στ. 11.
Τὸ ἐδάφιο εἶναι ἀπό το βιβλίο τοΰ προφήτη Ἠσάίά, κέφ. 66, στίχ. 2, ἄλλά σε πλάγιο λόγο.
Ἴδε Ματθ. ἰγλ 41. Στὸ ἐδάφιο αὐτὸ τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου παρομοιάζεται ἢ βασιλεία τῶν οὔρανων μὲ κρυμμένο θησαυρό.
Ἃ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος: Συνῆλθε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ Μάιο τοῦ 325 μ.Χ. Πῆραν μέρος σ’ αὕτη 318 Πατέρες. Παρέστη καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ αὔτοκρατορας. Ἢ Σύνοδος καταδίκασε τὴν κακοδοξία τοῦ Ἄρειου, ὁ ὁποῖος ἄρνιοταν τὴ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διατύπωσε τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ ἔξεδωσε εἰδικὸ Σύμβολο Πιστέως (τὰ ἕφτα πρῶτα ἄρθρα τοῦ γνωστοῦ μας «Πιστεύω»), Ἢ Σύνοδος ἄσχοληθηκε καὶ μὲ ἄλλα θέματα, ὅπως λ.χ. μὲ τὸ χρόνο ἕορτασμού του Πάσχα.
Νίκαια: ’Ἀρχαία μικρασιατικὴ πόλη, μητρόπολη τῆς Βιθυνίας, κείμενη Β.Α. τῆς Προύσσας. Σήμερα εἶναι ἕνα μικρὸ χωριὸ μὲ τὴν ὀνομασία «Ἴσνικ», κατὰ παραφθορὰ τοῦ ἕλληνικου «Εἰς Νίκαιαν».
Ἄρειος: Ἱερέας στὴν ’Ἀλεξάνδρεια. Καταγόταν ἀπό τὴ Αἰβύη. Δίδασκε ὅτι ὁ ’Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι κτίσμα καὶ ἄρνιοταν τὴ θεότητά του. Τὴ διδασκαλία τοῦ τὴν καταδίκασε ἢ Ἃ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (325 μ.Χ.).
Στὴν αὕτη «μία οὔσια» ἄνηκει καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ τρίτο πρόσωπο τοῦ ἕνος ἐν Τριάδι Θεοῦ. Οἳ Πνευματομάχοι, λείψανα τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ἄρνουνταν τὴ θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὴν κακοδοξία αὕτη τὴν καταδίκασε ἢ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποῦ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381 μ.Χ. Ἡ Σύνοδος αὕτη συνέταξε τὰ ὑπόλοιπα πέντε ἄρθρα τοῦ γνωστοῦ μας «Πιστεύω», ἀνάμεσα στὰ ὅποια ὑπάρχει καὶ εἰδικὸ ἄρθρο γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὃ χριστιανὸς ὕμνογραφος, ποῦ ἔγραψε τὸ σχετικὸ ἀπόλυτικιο, χαρακτηρίζει τὸν Ἅγιο καὶ ὡς «κανόνα πίστεως».
Φρυγία: Χώρα τῆς Μ. Ἀσίας. Περιλάμβανε ὅλο το μεσογειακὸ τμῆμα τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς μισῆς χερσονήσου, τὸ ὅποιο καὶ ὀνομαζόταν Μεγάλη Φρυγία, καὶ τὴ νότια ἀκτὴ τῆς Προποντίδας μέχρι τὸν Ἑλλήσποντο.
Ἐννοεῖται τοῦ συγγραφέα.
Ψάλμ. 78, στίχ. 8.
Ἅλουργιδα (ἅλουργις): Πολυτελέστατο μάλλινο ἢ μεταξωτὸ ἔνδυμα πορφυροῦ χρώματος. Τὸ χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἔνδυμα βασιλικὸ κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς καὶ βυζαντινοὺς χρόνους μὲ τέτοια μεγαλοπρέπεια, ὥστε σήμαινε ὄχι μόνο το ἔνδυμα, ἄλλα καὶ τὸ θρόνο καὶ τὸ βασιλικὸ ἄξιωμα.
Τμῆμα ἀπό το στίχο 10 τοῦ 34ου Ψαλμοῦ. Ὁλόκληρος ὁ στίχος εἶναι ὁ ἕξης: «Πάντα τα ὀστᾶ μου ἔρουσι Κύριε, τὶς ὅμοιος σοί; ρυόμενος πτωχὸν ἐκ χειρὸς στερεωτέρων αὔτου καὶ πτωχὸν καὶ πένητα ἀπό των διαρπαζόντων αὐτόν».
Εὔαγγελιο Ματθαίου, κέφ. η’, στ. 23-27.
Εὔαγγελιο Μάρκου, κέφ. η’, στ. 35-37.
Β’ Κορινθίους, κέφ. ι’, στ. 7.
Σοφία Σειράχ, κέφ. ζ’, στίχ. 1.
Ἃ’ Κορινθίους, κέφ. γ’, στίχ. 16-17.
Τὸ λείψανο τοῦ ‘Ἁγίου το πῆραν (μᾶλλον τὸ ἔκλεψαν) ἔμποροι τὸ 1087 μ.Χ. καὶ τὸ μετέφεραν στὸ Μπάρι τῆς Ἰταλίας. Στὴν πόλη αὕτη χτίστηκε μεγαλοπρεπὴς Ναός, ρυθμοῦ βασιλικῆς, καὶ ὁ “Ἅγιος εἶναι ὁ προστάτης τῆς πόλεως. Ὃ ’Ἀριστείδης Πανώτης στὴν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια» τῆς 1.5.1987 γράφει, μεταξύ των ἄλλων, γιὰ τὸ λείψανο τοῦ ‘Ἁγίου καὶ τὰ ἕξης: «Κατὰ τὴ συναξαριστικὴ παράδοση τὸ ἅγιο λείψανο ἄναχωρησε τὴν 1η ’Ἀπριλίου 1087 ἀπό τα Μύρα καὶ ἔφτασε ὀπὸ Μπάρι στὶς 9 ἢ τὶς 20 Μαίου. Ἀρχικὰ κατατέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἢ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, μέχρι νὰ ἀνοικοδομηθεΐ, μετὰ τριετία, νέος ναός... ’Ἀρχικά το σκήνωμα τοῦ ‘Ἁγίου τέθηκε σὲ ἀργυρὴ λάρνακα. Μετὰ ὅμως ἀπό ὅραμα κάποιου μοναχοῦ, ἢ σορός του μὲ τὴν κάρα καὶ ἕνα μεγάλο μέρος τῶν λειψάνων τάφηκε ὕπο τὴν Ἁγία Τράπεζα, ἀφού παραλήφθηκαν μέρη τῶν λειψάνων του σὲ φορητὴ λειψανοθήκη γιὰ προσκύνηση τῶν πιστῶν. Ἢ λάρνακα αὕτη ἄνοιχτηκέ το 1952 καὶ ἔγινε πλήρης ἐπίσημη ἄναγνωρισή του ἱεροῦ σκήνους».
Γύρω ἀπό το 960 μ.Χ., ποῦ ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστῆς ἔγραψε τὸ Βίο τοῦ Ἁγίου.
Τὸ θαῦμα αὐτό πρέπει νὰ ἔγινε μετὰ τὸ 650 μ.Χ., γιατί τὸ περιεχόμενο τοῦ δοχείου πρέπει νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸ ὕγρον πῦρ, τὸ ὅποιο χρησιμοποιήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τους ’Ἄραβες (673-677 μ.Χ.). Τότε οἳ Βυζαντινοί, χρήσιμοποιωντάς το, προξένησαν πανωλεθρία στὸ στόλο τῶν ’Ἀράβων.
Τὸ ὕγρον πῦρ ἐφεῦρε, κατὰ τὶς παλαιότερες παραδόσεις, ὁ καταγόμενος ἀπό τὴν Ἡλιούπολη τῆς Συρίας Ἕλληνας ἄρχιτεκτονας Καλλίνικος (7ος αἵ. μ.Χ.). Ἕνας ἀπό τους τρόπους χρησιμοποίησής του ἦταν καὶ ὁ ἕξης: Τὸ ἔβαζαν σὲ πύλινα δοχεῖα καὶ τὸ ἔκτοξευαν μὲ μάγγανα ἢ τὸ πετοῦσαν μὲ τὰ χέρια, ὅπως τὶς σημερινὲς χειροβομβίδες.

Σχετικὰ βλέπε Ἃ’ Κορινθ. κέφ. β’, στίχ. 9.
Εἰσαγωγὴ - Μετάφραση - Σχόλια Πραγματολογικὰ στοιχεῖα - Παραπομπὲς Ἐπιλογὴ ὕμνων ἀπό τὴν ἄσματικη ‘Ἀκολουθία Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου θεολόγον. Φιλολόγου - Λυκειάρχου

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *