0102_Silvestros_RomisὉ Ἅγιος Σίλβεστρος ἦταν ἀπὸ τὴν Ρώμη καὶ φύλαγε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, κάνοντας νὰ τὸν ἀγαποῦν γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωὴ τοῦ ἀκόμα καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Μιλτιάδου χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος-Πάπας Ρώμης γενόμενος διάδοχος στὸν θρόνο τοῦ κορυφαίου Πέτρου. Ἀφοῦ διώχθηκε ἐπὶ βασιλείας τοῦ ἀντιχρίστου Μαξεντίου, ἦρθε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος στὴν Ρώμη καὶ ἀφοῦ ἔστησε τὸν Σταυρὸ στὰ κυριότερα σημεῖα τῆς πόλεως, διέταξε νὰ λατρεύουν ἐλεύθερα οἱ Χριστιανοὶ τὸν Χριστό. Τότε ἐπέστρεψε στὴν Ἐπισκοπή του καὶ ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος μετὰ ἀπὸ ἐν ὀράματι προσταγὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, τὸν ὁποῖο ἀφοῦ δίδαξε ὁ Ἅγιος τα περὶ τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς πίστεως Μυστήρια, ἐκεῖνος πίστεψε ἐπιθυμώντας νὰ βαπτισθεῖ στὸν Ἰορδάνη ποταμό, ὅπως ὁ Χριστός...

Πῶς ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος ἔκανε Χριστιανοὺς τοὺς σοφότερους Ἑβραίους διδασκάλους!

Τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου καὶ δὴ κάποιοι Ἰουδαῖοι, ἐνοχλημένοι ἀπὸ τὴν διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ, διέβαλαν στὴν μητέρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὴν Ἁγία Ἑλένη ποὺ ζοῦσε στὴν Βιθυνία, εἰδοποιώντας την ὅτι ὁ βασιλεὺς προσκύνησε ἕναν κατάδικο ἄνθρωπο ποὺ τὸν σταύρωσαν οἱ πατέρες τους ὡς κακοῦργο. Τότε ὁ Μ. Κωνσταντῖνος πρότεινε νὰ φέρει ἡ μητέρα του στὴν Ρώμη, τοὺς σοφότερους διδασκάλους τῶν Ἑβραίων γιὰ νὰ ἀναμετρηθοῦν ἐνώπιόν του μὲ τοὺς Χριστιανοὺς Ἐπισκόπους. Πράγματι, ἐξελέγησαν 12 ἐξαίρετοι διδάσκαλοι τῶν Ἑβραίων μὲ κορυφαῖο τὸν πονηρὸ μάγο Ζαμβρὴ καὶ ὅταν ἦρθαν στὴν Ρώμη ζήτησαν τοὺς 12 Ἐπισκόπους μὲ τοὺς ὁποίους θὰ συζητοῦσαν γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια. Ὅμως, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Ὀρθοδόξων παρουσιάστηκε μόνος του ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος, ἀναλαμβάνοντας νὰ ἀντιμετωπίσει ἐκεῖνος τοὺς Ἑβραίους! Ἀποδεικνύοντας ἀρχικὰ ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἕναν Θεὸ ὁμολογοῦν καὶ σέβονται τὸν ὁποῖο λέγουν καὶ Πατέρα, ὅπως καὶ Υἱὸν ὡς ἐκ προσώπου τοῦ Πατρός, τὸν ὁποῖο σταύρωσαν οἱ Ἑβραῖοι, καθὼς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Θεὸ ποὺ ἔχει Λόγο καὶ Πνεῦμα ὅπως λέγουν καὶ οἱ Προφῆτες τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι προφήτευαν τὴν ἐκ Παρθένου ἄσπορο Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὰ Πάθη, τὴν Ἀνάσταση, τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καθὼς καὶ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, λέγοντάς τους: «Βρεῖτε μου κάποιον ἄλλον ὁ ὁποῖος νὰ γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο Κόρη, καὶ νὰ σταυρώθηκε, καὶ ν' ἀναστήθηκε τριήμερος, καὶ τότε θὰ ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν τὰ εἶπαν αὐτὰ γιὰ τὸν Χριστό». Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος ἀπέδειξε πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ποὺ ἂν καὶ ἔπασχε ὑβριζόμενος καὶ βασανιζόμενος, ἔμενε ἀβλαβὴς ἡ θεότητά Του, πάσχοντας μόνο ἡ Σάρκα, φέροντας ὡς παράδειγμα τὸ ἔνδυμα τοῦ βασιλέως ποὺ ἐνῶ ὑπέστη ἐπεξεργασίες (βαφή, ὕφανση κ.α.) δὲν ἀλλοιώθηκε ἡ βασιλική του ἀξία, ὅπως ἐπίσης ἂν κόψει κάποιος ἕνα δέντρο ποὺ τὸ φωτίζουν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου, τότε ὁ ἥλιος δὲν παθαίνει τίποτα ἐπειδὴ τὸ ξύλο πάσχει. Ὁμοίως καὶ τὸ σίδηρο ποὺ σφυροκοπᾶ ὁ χαλκεύς, μόνο αὐτὸ σφυροκοπεῖται καὶ κόβεται, ἐνῶ ἡ φωτιὰ δὲν παθαίνει τίποτα!

Ἀφοῦ εἶχαν διαλεχθεῖ μὲ τὸν Ἅγιο οἱ 10 Ἑβραῖοι, ἐρώτησε τότε ὁ προτελευταῖος ἀπὸ αὐτούς, γιατί νὰ λάβει ὁ Χριστὸς τόσο ἄσχημο θάνατο καὶ δὲν λύτρωσε τὸν ἄνθρωπο μὲ ἄλλον τρόπο. Ἀπεκρίθη τότε θεόπνευστα ὁ Ἅγιος, ὅτι λόγω τῆς ἄκρας δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ἔπρεπε νὰ διορθωθεῖ ἡ παράβαση ὅπου ὁ δαίμονας ἐξαπάτησε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐξόρισε ἀπὸ τὸν Παράδεισο μὲ τὸ ξύλο τῆς βρώσεως. Ἔτσι, μὲ τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὁ Χριστὸς νίκησε τὸν ἀντίπαλο μὲ τὸ δικό Του Αἷμα καὶ ἀνέστησε τὸν ἄνθρωπο κάνοντάς τον ἄξιο τοῦ Παραδείσου.

Τελευταῖος ἀπέμεινε ὁ μάγος Ζαμβρὴς ποὺ ἐνῶ παραδέχθηκε ὅτι νικήθηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σίλβεστρο, θέλησε μὲ πανουργία νὰ ἀναμετρηθοῦν καὶ στὰ ἔργα, ζητώντας νὰ φέρουν ἕναν ἄγριο ταῦρο γιὰ νὰ δείξει ὅτι οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ οἱ προπάτορές τους ὅταν ἤθελαν νὰ θυσιάσουν μεγάλους ταύρους, ἔλεγαν στὸ αὐτὶ τους τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ εὐθύς τό ζῶο πέθαινε. Ζητεῖ τότε ὁ πονηρὸς νὰ δείξει ὁ Ἅγιος τῶν Χριστιανῶν ἂν μπορεῖ νὰ κάνει κάτι τέτοιο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔχοντας κατὰ νοῦ τί θὰ συνέβαινε ἐν συνεχεία λέγει στὸν μάγο: «Ὁ Θεός μου δὲν δίδει θάνατο, ἀλλὰ μᾶλλον ζωὴ καὶ μακαριότητα», καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸν βασιλιὰ νὰ βροῦν τὸν ἀγριότερο ταῦρο ποὺ ὅταν τὸν ἔφεραν δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν κρατήσουν μὲ σχοινιὰ οὔτε 30 ἄνδρες. Ὁ Ζαμβρὴς πλησίασε τὸν ταῦρο λέγοντας μυστικοὺς λόγους τῆς μαντείας καὶ ἐπικαλούμενος τὸν διάβολο, ἔριξε κάτω το ζῶο ποὺ ἀπέθανε, χαροποιώντας τοὺς Ἰουδαίους.

Τότε ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος ἔβγαλε κήρυγμα, λέγοντας: «Ἐγὼ κηρύττω τὸν Δεσπότη Χριστό, ὁ ὁποῖος φωτίζει τυφλούς, λεπροὺς καθαρίζει, παραλύτους ἐγείρει, νεκροὺς ἀνασταίνει καὶ ἰατρεύει πάσα ἀσθένεια. Γι' αὐτὸ φανερὸ εἶναι ὅτι ὁ Ζαμβρὴς δὲν ὀνόμασε τὸν Θεό, ἀλλὰ τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ δώσει ὡς φονιὰς καὶ ἀνθρωποκτόνος τὸν θάνατο, ἀλλὰ νὰ ἀναστήσει κάποιον δὲν μπορεῖ». Καλοῦν τότε ὁ Ἅγιος, καθὼς καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, τὸν Ζαμβρὴ νὰ ἀναστήσει ἂν μπορεῖ τὸν ταῦρο καὶ τότε ὁ δόλιος λέγει ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς ἄνθρωπος νὰ ἀναστήσει ὁτιδήποτε νεκρό, καὶ προσποιεῖται ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴν δύναμη ὁ Σίλβεστρος νὰ νεκρώσει τὸν ταῦρο θέλει νὰ συγχύσει τὴν ἦτα του. Ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος ἀναλαμβάνει τότε νὰ ἀναστήσει τὸ ζῶο καὶ οἱ Ἰουδαῖοι νομίζοντας ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἀδύνατο, ὑποσχέθηκαν ὅτι ἂν ἀναστήσει τὸν ταῦρο θὰ γίνουν Χριστιανοί. Ὁ Ἅγιος γονατίζει, ὑψώνει τὰ χέρια καὶ τὰ δακρυσμένα μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ δέεται μυστικά, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ ἀναστήσει τὸ ζῶο, ὥστε νὰ γνωρίσει ὁ λαὸς τὴν δύναμή Του καὶ νὰ πιστεύσουν στὸ Πανάγιο Ὄνομά Του. Λέγει τότε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος σταυρώθηκε ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, σήκω καὶ σταμάτησε μὲ πάσα ἡμερότητα». Τότε ἔγινε τὸ Θαῦμα καὶ ὁ ταῦρος σηκώθηκε. Ὁ Ἅγιος ἔλυσε τὰ σχοινιὰ διατάσσοντας τὸν ταῦρο νὰ πάει στὸν τόπο τοῦ ἤρεμος!

Ἐπλήσθησαν τότε χαρᾶς ὁ βασιλιὰς Κωνσταντῖνος καὶ ὅλοι οἱ παριστάμενοι γιὰ τὸ μεγαλεῖο της Χριστιανικῆς Ἀλήθειας, τὴν ὁποία παραδέχθηκαν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ ἔπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου ζητώντας συγχώρεση, αἰτούμενοι νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοί, μαζὶ καὶ πολλοὶ εἰδωλολάτρες, ὅπως καὶ ἔγινε.


Σημείωσις Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

      Διαφωνίαν εὑρίσκω μεγάλην περὶ τοῦ βαπτίσματος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ὁ μὲν γὰρ κύριος Μελέτιος Ἀθηνῶν, σέλ. 309 τοῦ πρώτου τόμου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, λέγει, ὅτι ὁ Ἅγιος οὗτος Σίλβεστρος, κεκρυμμένος ὧν διὰ τὸν ἐπικείμενον διωγμόν, ἐκατήχησε τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, καὶ ἐβάπτισεν αὐτόν. Ὅστις ἐξελθῶν ἀπὸ τὴν κολυμβήθραν τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἔγινεν ὑγιής, μὲ τὸ νὰ ἐπεσον ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ὡσὰν λεπίδες, τὰ ἐξανθήματα ὁπού εἶχε, καὶ ὅτι, τοῦτο ἰδὼν ὁ λαός, ἐβαπτίσθησαν πολλοί. Καὶ ὅτι, ὅσοι λέγουσι, πὼς ὁ Κωνσταντῖνος ἐβαπτίσθη εἰς τὴν Νικομήδειαν, ὧν ἐγγύς του θανάτου, ἀπὸ τὸν Ἀρειανὸν Εὐσέβιον τὸν Ἐπίσκοπον Νικομηδείας, οὗτοι ψεύδονται, ὡς λέγουσιν οἱ πλείονες. Καὶ μάλιστα ὁ Θεοφάνης καὶ Μιχαὴλ ὁ Γλυκᾶς.

   Ὁ δὲ Ἱεροσολύμων πολυμαθέστατος κύριος Δοσίθεος, σελ. 80 τῆς Δωδεκαβίβλου, τὴν ἐναντίαν δόξαν ὑπερασπίζεται, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐβαπτίσθη ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀπὸ τὸν Ἅγιον Σίλβεστρον ἐν τῇ Ρώμη. Ἀλλὰ ἐβαπτίσθη ἓν τινι προαστείω τῆς Νικομηδείας ἀπὸ τὴν κοινότητα τῶν Ἐπισκόπων κατὰ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Φέρει δὲ μάρτυρας τὸν Εὐσέβιον Νικομηδείας, βεβαιοῦντα τοῦτο εἰς τὸ τέταρτον βιβλίον τῆς ζωῆς Κωνσταντίνου, δηλαδὴ ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος συγκαλέσας τοὺς Ἐπισκόπους, κοινῶς διελέχθη αὐτοῖς περὶ τοῦ βαπτίσματος. Καὶ ὅτι οὐκ ἐβαπτίσθη πρότερον. Διότι ἐβούλετο ἀπελθεῖν καὶ βαπτισθῆναι ἐν τῷ Ἰορδάνη ποταμῶ. Οὕτω γὰρ ἐπὶ λέξεως λέγει· «Ἐπὶ προάστειόν της Νικομηδέων ἀφικνεῖται πόλεως. Κανταύθα συγκαλέσας τοὺς Ἐπισκόπους, ὧδε πῆ αὐτοῖς διελέξατο. Οὗτος ἣν αὐτὸς ὁ πάλαι μοὶ διψώντι καὶ εὐχομένω τῆς ἐν Θεῶ τυχεῖν σωτηρίας καιρὸς ἐλπιζόμενος. Ὥρα καὶ ἠμᾶς ἀπολαῦσαι τῆς ἀθανατοποιοῦ σφραγίδος. Ὥρα τοῦ σωτηρίου σφραγίσματος μετασχεῖν. Ἐπὶ ρείθρων Ἰορδάνου ποταμοῦ ἐνενόουν ποτέ, ἐφ’ ὧν καὶ ὁ Σωτὴρ εἰς ἡμέτερον τύπον, τοῦ λουτροῦ μετασχεῖν μνημονεύεται. Θεὸς δ’ ἄρα τὸ συμφέρον εἰδῶς, ἐντεῦθεν ἤδη τούτων ἠμᾶς ἀξιοὶ» (κεφάλ. ξα΄).

     Ὁμοίως φέρει μάρτυρα καὶ τὸν Θεοδώρητον λέγοντα αὐτολεξεὶ εἰς τὸ λ΄ κεφ. Ι, τοῦ α΄ βιβλίου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. «Ἐν Νικομηδεία δὲ τῆς Βιθυνίας διάγων, ἠρρώστησεν (ὁ Κωνσταντῖνος δηλαδή), τὸ δὲ τῆς ἀνθρωπίνης βιοτητος ἄδηλον ἐπιστάμενος, τοῦ θείου Βαπτίσματος τὸ δῶρον ἐδέξατο. Ἀνεβάλλετο δὲ μέχρι τοῦδε τοῦ χρόνου, ἐν Ἰορδάνη τῷ ποταμῶ τούτου τυχεῖν ἰμειρόμενος». Φέρει δὲ καὶ τὸν Σωζόμενον λέγοντα ἐν κέφ. λβ΄, τοῦ β΄ βιβλίου· «Χαλεπώτερον δὲ διατεθεῖς, (ὁ Κωνσταντῖνος δηλαδή), διεκομίσθη εἰς Νικομήδειαν. Ἔνθα δὴ ἐν προαστείω διάγων, ἐμυήθη τὴν ἱερὰν Βάπτισιν». Ὁμοίως φέρει καὶ τὸν Σωκράτην τοῦτο μαρτυροῦντα.

     Οὐ λέγει ὅμως ὁ Δοσίθεος, ὅτι ἐβάπτισε τὸν Ἅγιον Κωνσταντῖνον ὁ Ἀρειανὸς Εὐσέβιος. Ὄχι. Καθότι οὐδὲ αὐτὸς ὁ Εὐσέβιος ἀναφέρει τοῦτο. Εἰ γὰρ αὐτὸς ἐβάπτισε τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, βέβαια ἤθελεν εἰπῆ τοῦτο εἰς καύχημά του. Ἀλλ’ οὐδὲ ἐν Νικομηδεία ἐβαπτίσθη, ἀλλ’ ἐν προαστείω τῆς Νικομηδείας, ὑπὸ τῆς κοινότητος τῶν Ἐπισκόπων. Ἥτις οὐκ ἣν αἱρετική, ἀλλ’ ὀρθόδοξος καὶ ὁμόπιστος αὐτῶ. Καὶ μάλιστα οἱ ἔγκριτοί των ἐν Κωνσταντινουπόλει παρευρεθέντων Ἐπισκόπων ἤσαν οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτῶ. Προσθέττει δὲ ὁ αὐτὸς Δοσίθεος, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι, ὅτι πρὸ τοῦ βαπτίσματος ἐφόνευσεν ὁ Κωνσταντῖνος τὴν γυναίκα τοῦ Φαύσταν, τὴν θυγατέρα Μαξιμιανού, καὶ τὸν υἱὸν τοῦ Κρίσπον. Ὅθεν καὶ εἰς τὸν ἀργυροῦν ἀνδριάντα ἐπέγραψε· «Τῷ ἠδικημένω υἱῶ μου». Τὸν μὲν γὰρ Κρίσπον ἐθανάτωσεν ἀδίκως, διὰ τὴν κατ’ αὐτοῦ συκοφαντίαν τῆς Φαύστας. Τὴν δὲ Φαύσταν δικαίως ἐφόνευσεν, ὡς συκοφαντήσασαν τὸν Κρίσπον, καὶ γενομένην αἰτίαν τοῦ ἐκείνου θανάτου.

     Ἐὰν οὒν δώσωμεν, ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐβαπτίσθη ὕστερον, διατὶ ἐπρόσμενε νὰ βαπτισθῆ εἰς τὸν Ἰορδάνην, τοῦτο οὐδὲν παραβλάπτει τὴν αὐτοῦ ἁγιότητα. Καθότι καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἅγιοι ἐπρόσμεναν νὰ γένουν τριάκοντα χρόνων, καὶ οὕτω νὰ βαπτισθοῦν κατὰ μίμησιν τοῦ Κυρίου. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Κωνστάντιος, ὁ υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐν τῷ καιρῶ τοῦ θανάτου τοῦ ἐβαπτίσθη. Ὅθεν καὶ ἠξιώθη νὰ ψάλλουν οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι, ἀφ’ οὐ τὴν ψυχὴν τοῦ παρέδωκεν, ὡς λέγει τοῦτο ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. Οὕτω γὰρ ἐκεῖνος φησιν· «Ἐπειδὴ τὸν Ταῦρον (ἤτοι τὸ ὅρος τοῦ Ταύρου τὸ ἐν τῇ Ἀνατολὴ κείμενον) ὑπερβάλλει τὸ σῶμα, πρὸς τὴν πατρώαν αὐτῶ (τῷ Κωνσταντίνω δηλαδὴ) πόλιν διασωζόμενον… Φωνὴ τὶς ἐκ τῶν ἄκρων ἔστιν, οἶς ἐξηκούετο, οἶον ψαλλόντων καὶ παραπεμπόντων, ἀγγελικῶν, οἶμαι, δυνάμεων, γέρας τῆς εὐσεβείας ἐκείνω, καὶ ἀντίδοσις ἐπιτάφιος. Καὶ γὰρ εἰς τὴν ὀρθὴν δόξαν παρακινεῖν ἔδοξεν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τῆς τῶν ὑποδυναστευόντων σκαιότητος καὶ κακοδοξίας τὸ ἔγκλημα. Οἱ ἁπλὴν καὶ ἀπαγῆ εἰς εὐσέβειαν παραλαβόντες ψυχήν, οὐ προορωμένην τὰ βάραθρα, ἀπήγαγον, ἥπερ ἐβούλοντο» (Λόγω β΄ κατὰ Ἰουλιανοῦ).

πηγαί: ἐδῶ, ἐδῶ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *