αρχείο λήψης (4)Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἐπίσκοπος Χριστιανουπόλεως γεννήθηκε στὴ Κέρκυρα, περὶ τὰ τέλη τοῦ ιζ’ (17ου) αἰῶνος, τὸ ἔτος 1665, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του λεγόταν Ἀνδρέας, καὶ ἡ μητέρα τοῦ Εὐφροσύνη. Ἐπειδὴ ὁ πατέρας τοῦ εἶχε ἐπίσημη θέση κοντὰ στὸν Ἐνετὸ κυβερνήτη τῶν Ἰονίων νήσων μετοίκησε στὴν Καρύταινα συμπαρακολουθοῦντας τὸν τότε κυβερνήτην τῆς Πελοποννήσου νεοδιορισθέντα τὸ 1684.Ἡ Πελοπόννησος ὅλη ὡς καὶ τὰ Ἰόνια νησιά, ἤσαν τότε ὑπὸ τὴν ἐξουσία τῶν Ἐνετῶν. Ἐκτός του Ἁγίου, ὁ πατέρας τοῦ εἶχε καὶ τρεῖς γιούς,ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μὲν πρῶτος παντρεύτηκε καὶ ἀποκατέστη στὴν Χριστιανούπολη,ὁ δεύτερος, Ἀντώνιος στὸ ὄνομα ἔμεινε στὴν Καρύταινα καὶ πῆρε σύζυγο τὴν ἀδελφή του τότε διάσημου ἀρματωλοῦ Ἀθανασίου Κουλά,ἢ καπετὰν Θανάση ὅπως τὸν φώναζαν,καὶ ὁ τρίτος,εἶχε κλίση στὰ στρατιωτικὰ καὶ κατετάχθηκε στὸ ναυτικὸ Ἑνετικὸ τάγμα.

Τὸν Ἀναστάσιον, διότι ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ Ἅγιος πρωτύτερα, ὁ πατέρας τοῦ τὸν εἶχε παραδώσει ἀπὸ μικρὸ σὲ ἐξόχους δασκάλους διότι ὁ Ἀναστάσιος ἀγαποῦσε πολύ τα γράμματα.Ἐπειδὴ τυγχάνει νὰ εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ θὰ προόδευε εἰς τὴν χριστιανικὴ παιδεία καὶ διδασκαλία ὁ θεὸς τὸν δόξασε ὡς ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων του. Καθημερινὰ καλλιεργοῦσε τὴν χριστιανικὴ ἀρετὴ καὶ ἔλεγε πολλὲς φορὲς προσευχόμενος αὐτὸ ποὺ εἶχε πεῖ καὶ ὁ Δαυίδ’’ (Γνώρισον μοὶ Κύριε ὁδὸν ἐν ἡ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου).
Ὅταν ἔφθασε σὲ ἀνδρικὴ ἡλικία, ὁ πατέρας τοῦ τὸν ἀνάγκασε νὰ παντρευτεῖ ὅπως βεβαίως συμβαίνει εἰς τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους. Διότι καύχημα καὶ χαρὰ νομίζουν οἱ γονεῖς, νὰ βλέπουν γιοὺς ἀπὸ γιοὺς καὶ θυγατέρες ἀπὸ θυγατέρες. Πράγματι τερπνὸν καὶ εὐάρεστον εἶναι το νὰ βλέπει γιούς, κόρες, ἐγγονούς, μαζεμένα κυκλικὰ στὴν τράπεζα τοῦ σπιτιοῦ,ὠστόσω ἡ παρθενία μέγα καὶ ὑψηλὸ καὶ τοῖς Ἀγγέλοις ὁμότιμον. (Πολλοὶ εἰσὶν οἱ κλητοί, ὀλίγοι δὲ οἱ ἐκλεκτοί». Ὃ Ἀθανάσιος λοιπόν, ἔχοντας κατὰ νοῦ τὰ λόγια τοῦ Παύλου καὶ τὴν λοιπήν των πατέρων χορείαν καὶ σκοπὸ εἶχε βάλει τὰ ὑψηλότερα,ἀντέδρασε στὴν πρόταση τοῦ πατέρα τοῦ περὶ γάμου,προφασιζόμενος κάποια ἐμπόδια καὶ τοῦ ἄφησε νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι πρέπει νὰ περάσει λίγος χρόνος ἕως σκεφθεῖ.Ἀλλὰ ὁ πατέρας τοῦ ἐπέμενε νὰ πραγματοποιήσει τὸν γάμο.ἔτσι λοιπὸν ἀρραβώνιασε τὸν Ἀναστάσιο μὲ μιὰ κόρη πλουσίου πολὺ γνωστοῦ ἀπὸ τὴν Πάτρα.Ὅταν ἦλθε ὁ κατάλληλος καιρὸς καὶ γιὰ τὸν γάμο ὁ πατέρας τοῦ τὸν ἔστειλε κεῖνες τὶς μέρες στὸ Ναύπλιο τὴν πρωτεύουσα τῆς Πελοποννήσου γιὰ νὰ ἑτοιμάσει ὅπως ἦταν τὸ τυπικό τα νυφικὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἐνδύματα.Ἀλλὰ ὁ Ἀθανάσιος, ἀφ’ ἑνὸς πιεζόμενος ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τοῦ λόγω τῆς ἀποστροφῆς του ἀπὸ τὰ κοσμικὰ καὶ ἕνεκα τοῦ ἐν ἐαυτῶ ἱεροῦ αἰσθήματος. εὑρέθηκε μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμωνος, δηλαδή, σὲ ἀμηχανία στενοχώρια καὶ μεγάλο δίλημμα τὸ τί νὰ πράξει. ἔτσι ἐνῶ πορευόταν πρὸς τὸ Ναύπλιο, διέταξε στὴν μέση του δρόμου τοὺς συνοδοιπόρους ὑπηρέτες του νὰ σταματήσουν διὰ λίγο.Αὐτὸς εἰσῆλθε στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου ποὺ ἦταν πλησίον του δρόμου καὶ γονυπετῶς προσευχήθηκε μὲ δάκρυα καὶ συντετριμμένη καρδιὰ λέγοντας αὐτά.’’Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ θεός μου, ὁ καρδίας καὶ νεφροὺς ἐτάζων καὶ τὰ κρυπτά των ἀνθρώπων σαφῶς ἐπισταμένος, Σὺ οἶδας τὴν καρδίαν μου καὶ τὴν θέλησήν μου. Οἶδας, Κύριε καρδιογνώστα, ὅτι ἐκ κοιλίας μητρός μου Σὲ ἐπόθησα καὶ ἠγάπησα. Καὶ ἤδη ὁ πατὴρ μὲ βιάζει ὅθεν, γνώρισον μοὶ Κύριε, ὁδὸν ἐν ἡ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.
Παρακάλεσε λοιπὸν τὸν Κύριο καὶ τὴν Θεοτόκο νὰ τοῦ δείξουν τὸν δρόμο.Εἶχε ἐμπιστοσύνη καὶ σιγουριὰ ὅτι θὰ βοηθηθεῖ. Μετὰ τὴν προσευχὴ συνέχισε τὴν πορεία του. Ὅταν ἔφτασε στὸ Ναύπλιο, ἄρχισε νὰ κατασκευάζει τὰ νυμφικὰ ἐνδύματα, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πάλης τῶν λογισμῶν τῆς ψυχρότητας καὶ τῆς ἀδιαφορίας ἐκείνης, τὴν ὁποία δεικνύει ὅταν αἰσθάνεται ἀποστροφὴν πρὸς αὐτά. Συχνότερα τώρα παρακαλεῖ τὸν θεὸν καὶ τὴν Ὑπεραγίαν θεοτόκο ,γιατί πλέον πλησιάζει ἡ ὥρα καὶ ἡ θλίψη καὶ ἡ στενοχώρια τοῦ αὐξάνονταν. Ἐνῶ λοιπὸν ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὴν ἐπαύριον, βλέπει στὸν ὕπνο τοῦ τὸ βράδυ τὴν Θεοτόκο ποὺ εἶχε μαζὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο νὰ τοῦ λέγει.’’Σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ὑπηρέτης τοῦ Υἱοῦ μου μέλλεις γενέσθαι ὢ Ἀθανάσιε. Πέμψον οὒν τοὺς δούλους μετὰ τῶν νυμφικῶν ἱματίων πρὸς τὸν σὸν πατέρα καὶ ἡ κόρη ἐτέρω ἀνδρὶ συζευχθήτω. Σὺ δὲ πορεύου εἰς Κωνσταντινούπολιν.’’ Ὃ Ἀθανάσιος, ξύπνησε καὶ ἔντρομος ὅπως ἦταν ἀνεβόησε.’’ Εὐλογητὸς ὁ θεός, ὁ ἑξαγαγῶν μὲ τῆς θλίψεως καὶ στενοχώριας μου. Οὐχὶ τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ τοῦ Κυρίου μου γενέσθω θέλημα.
Ὅποιος τὸν θεὸ πραγματικὰ ἀγαπᾶ θὰ μποροῦσε νὰ καταλάβει τὴν ψυχικὴ ἀγαλλίαση καὶ τὴν πνευματικὴ εὐφροσύνη ποὺ αἰσθάνθηκε ὁ ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξεὶς ὀνομαζόμενος ἐξ στόματος τῆς θεοτόκου Ἀθανάσιος.Στὴ συνέχεια ἔγραψε ἐπιστολὴ καὶ τὴν ἔδωσε στοὺς ὑπηρέτες του νὰ τὴν παραδώσουν στὸν πατέρα του. Ἔγραφε αὐτὴ ἡ ἐπιστολή. Σπεῦσε πατέρα στὴν ὑποψήφια μνηστή μου νὰ πεῖς νὰ ψάξει γιὰ ἄλλον ἄνδρα διότι ὁ Ἀναστάσιος-Ἀθανάσιος ἀναχωρεῖ πρὸς Κωνσταντινούπολη τόπον μακρινὸ καὶ τὸ πιθανώτερο εἶναι νὰ μὴν τὸν ξαναδεῖ ποτέ.Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη.Ἐκεῖ γνωρίστηκε ὅπως ἦταν φυσικὸ μὲ τὸν πατριάρχη Γαβριὴλ ποὺ ἦταν τότε στὸν θρόνο.Ἦταν τὸ 1702 καὶ σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν ὁ Ἀθανάσιος ἐκδήλωσε ἐπιθυμία νὰ ἀσπασθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ χειροτονηθεῖ ἱεροδιάκονος.Ὁ πατριάρχης Γαβριὴλ τὸν δοκίμασε καὶ εἶδε τὴν σύνεσή του καὶ τὶς ἀρετὲς τοῦ ἁγίου καὶ τὸν χειροτόνησε στὸ πατριαρχεῖο καὶ μάλιστα ὕστερα ἀπὸ λίγο χρόνο τὸν προήγαγε στὸν βαθμὸ τοῦ πρεσβυτέρου.Τὸ 1711,ὅταν ὁ διάσημος ἐκκλησιαστικὸς ρήτορας Ἠλίας Μηνιάτης ἦταν ἱεροκήρυκας στὴν Κέρκυρα ὁ τότε Ἐνετὸς κυβερνήτης τῆς Πελοποννήσου Ἄγγελος Ἔμος, γνώριζε ἀπὸ κοντὰ τὸν Μηνιάτη καὶ ὑπεραγαποῦσε αὐτόν, διὰ τὰ προτερήματα.Τοῦ ἐπρότεινε νὰ εἶναι ὑποψήφιος ἀρχιεπίσκοπός της τότε χηρευούσης ἀρχιεπισκοπῆς Χριστιανουπόλεως. Ἀλλὰ ὁ Μηνιάτης, εἴτε κινούμενος ἀπὸ ταπεινοφροσύνη εἴτε πίστευε ὅτι ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχει κάτι τὸ καλύτερο στὴν ἀρχιεπισκοπὴ δὲν ἐδέχθηκε τὴν πρόταση.Ἔτσι ὁ πατριάρχης χειροτόνησε ὡς κατάλληλον τὸν Ἀθανάσιο.Ἀνεβαίνοντας λοιπὸν ὁ Ἀθανάσιος τὸν μεγάλο καὶ ὑψηλὸ βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης συναισθάνθηκε τὸ μεγάλο βάρος ποὺ θὰ κουβαλᾶ στοὺς ὤμους τοῦ ἐνώπιον θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.Ἔτσι ὅταν ἔφθασε στὴν ἀρχιεπισκοπὴ καὶ στὸ ποιμνιό του ποὺ τὸν ἐμπιστεύθηκε σφόδρα,ὁ Ἀθανάσιος ἔγραψε πρῶτος στὴν καρδιὰ τοῦ τὸ’’(Χριστὸς ὑπὲρ ἠμῶν ἐπαθεν, ἠμὶν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἴνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ), ἔτι δέ, (ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτου αὐτοῦ), πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἐν τῇ μνήμη αὐτοῦ ἔχων πάντοτέ το, (ὁ ποιήσας καὶ διδάξας οὗτος μέγας κληθήσεται), προσέθηκεν ἀρετᾶς ἐπὶ τὰς ἀρετᾶς καὶ πόνους ἐπὶ τῶν πόνων.Βλέποντας δηλαδὴ ὅτι, οἱ Ἐνετοὶ τότε μὲ πλάγια μέσα ἐπεβουλεύοντο τὴ θρησκεία, προσπαθώντας νὰ φέρουν στὴν λατινικὴ γλώσσα τοὺς ὑπηκόους τους, ὑποστηρίζοντας κατ’οὐσίαν τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν ἀπαγόρευση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μὲ τὰ ἱερὰ γράμματα, πράγμα τὸ ὁποῖο οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγριοι Τοῦρκοι δὲν ἔπραξαν στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια,ἔστρεψε λοιπὸν ὁ Ἀθανάσιος τὴν προσοχή του στὰ ἱερὰ γράμματα μὲ ταυτόχρονη ἀνέγερση σχολείων σὲ ὅλη τὴν ἐπαρχία του.Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο δίδασκε καὶ μὲ λόγια καὶ μὲ πράξη τοὺς χριστιανοὺς νὰ μένουν σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν πίστη τοὺς τὴν ὁποίαν στερέωσαν καὶ τὸ αἷμα τῶν δεκατεσσάρων ἑκατομμυρίων μαρτύρων ποὺ ἀντιστάθηκαν στοὺς διωγμοὺς καὶ στὴν ἀθεία δεκαοχτὼ ὁλόκληρους αἰῶνες ποὺ προηγήθηκαν. Παρεκινοῦσε ὅπως ἦταν ἑπόμενο τοὺς γονεῖς νὰ στέλνουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα καὶ νὰ μαθαίνουν τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ προνοοῦσε γιὰ τὶς δαπάνες ποὺ βεβαίως θὰ χρειαζόταν. Μὲ τὴν διδασκαλία του καὶ τὴν συνδρομὴ τοῦ ἀνεγέρθησαν καὶ πολλοὶ ναοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἕνας εἶναι σὲ καλὴ κατάσταση καὶ σήμερα στὴν Καρύταινα ἀφιερωμένος στὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου.
Ἀκόμα ἔδινε πλουσιοπάροχα σὲ αὐτοὺς ποὺ πεινοῦσαν τὰ πάντα ποὺ εἶχαν ἀνάγκη ἀφοῦ τὰ συνάθροιζε ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν.πάντρευε κορίτσια ὀρφανὰ ἕντυνε γυμνοὺς καὶ ἄπορους,παρηγοροῦσε τοὺς θλιβομένους,Ἐπανέφερε σὲ τάξη τοὺς πλανεμένους καὶ σκληροὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ σπουδαιότερο ἔφερεν αὐτοὺς καὶ πολλοὺς ἄλλους σὲ πλήρη μετάνοια. Ἡ τροφὴ τοῦ ἁγίου ἦταν λιτὴ ὅμοια μὲ τῶν παλαιῶν ἁγίων ἱεραρχῶν ἀρκούταν ἀπολύτως μόνο μὲ τὰ ἀναγκαῖα.
ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ
Ἔχει ἀξία νὰ ἀναφέρουμε τὴν διήγηση θαυμαστῶν σημείων ἀπὸ τὴν ζωή του ποὺ μαρτυροῦν τὴν ἁγιότητα στὴν συνείδηση τῶν πιστῶν.Βεβαίως ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καὶ μή, ποὺ ἀκοῦν ἢ διαβάζουν τοὺς βίους καὶ τὰ μαρτυρολόγια τῶν ἁγίων καὶ τοὺς ἔρχονται δύσπιστοι λογισμοὶ ,πὼς τάχα γιὰ παράδειγμα μπόρεσαν νὰ ἀντισταθοῦν σὲ τέτοια μαρτύρια.Ἀναρρωτιοῦνται νὰ εἶναι ἀληθινὰ αὐτὰ ἢ εἶναι ὑπερβολὲς καὶ ἀποτελέσματα μιᾶς ὑπέρμετρης θεοβλαβείας.Ἀλλὰ δὲν ἔχουν δίκιο.Ἐδῶ ἔχουμε πρόσφατους ἅγιους μὲ αὐτοπτεις μάρτυρες ποὺ εἶδαν τὰ θαυμαστά τους καὶ βεβαίως ζοῦν ἀκόμα .Ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἶναι ἁπτὸ παράδειγμα.Οἱ ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι φίλοι του θεοῦ ποὺ μιμήθηκαν τὰ ἴχνη τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὶς ἐντολές Του.Τὸν ἀκολούθησαν καὶ δὶ’ αὐτὸ ἀναβλύζουν χάρη καὶ εὐωδία ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἡ πίστη τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἐθριάμβευσε μὲ λόγια καὶ ἀνθρώπινα ἐπινοήματα,ἀλλὰ μὲ ζωντανὰ σημεῖα καὶ θαύματα.Ὅταν ὁ Κύριος ἀπέστειλε τοὺς ἀποστόλους του νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη εἶπε ὅτι σ’αὐτοὺς ποὺ θὰ πιστέψουν θὰ τοὺς δοθοῦν σημεῖα.’’(Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλούσι, γλώσσαις λαλήσουσι κεναῖς, ὄφεις ἀρούσι καν θανάσιμον τί πίωσι οὐ μὴ βλάψη αὐτοὺς ἐπὶ ἀρρώστους χείρας ἐπιθήσουσι καὶ καλῶς ἔξουσιν)).Στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιον, λέγει ὁ Ἰησοῦς (Ἀμὴν λέγω ὑμίν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κακεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει). (Ἴω.κὲφ 14,στὶχ 7). ἔτσι λοιπὸν ἃς διηγηθοῦμε πρῶτα ὅσα ἔπραξε ὁ ἅγιος πρὶν τὴν κοιμησή του καὶ ἔχει διασώσει ἡ παράδοση,καὶ κατόπιν αὐτὰ ποὺ ἔπραξε μετὰ τὴν κοιμησή του.
Ἀπὸ τὴν παράδοση ἀναφέρεται ὅτι ἐνῶ ὁ Ἅγιος ἱερουργοῦσε, πολλὲς φορὲς τὴν στιγμὴ ποὺ ἐξέρχετο τῆς ὡραίας του ἱεροῦ πύλης γιὰ νὰ ἐκφωνήσει τὸ ‘’(Κύριε, Κύριε ἐπιβλεψον ἐξ οὐρανοῦ....), οἱ καθαροὶ στὴ καρδιὰ ὅπως τὰ παιδάκια καὶ ὀποοσδήποτε ἐνάρετοι Χριστιανοὶ ἔβλεπαν μπροστὰ εἰς τὸ στόμα τοῦ ἕνα φεγγοβόλο καὶ λαμπρὸ ἀστέρι. Κάποιοι ποὺ εἶχαν ἢ δὲν εἶχαν τὴν διάκριση νὰ τοῦ τὸ ποῦν τοῦ ἰδίου αὐτὸ ποὺ εἶδαν ,ἀμέσως ὁ ἅγιος τους ἔλεγε ὅτι αὐταπατῶνται.Τοὺς τὸ δικαιολογοῦσε μάλιστα ὡς κάποια ἀντανάκλαση φωτὸς ἕνεκα τῶν πολλῶν φώτων ποὺ ὑπῆρχαν μέσα στὸ ναό.Ἂν κάποιος ὡστόσο ἐπέμενε ὁ ἅγιος τὸν ἐπετιμοῦσε δριμύτατα καὶ τὸν παρακαλούσει νὰ μὴν τὸ πεῖ σὲ κανένα.
στὴ Χριστιανούπολη ὑπῆρχε ἕνας οἰκογενειάρχης Χρῆστος στὸ ὄνομα ποὺ ἦταν ἔμπορος, θεοσεβὴς καὶ γνώριμός του Ἁγίου. ὁ γιὸς τοῦ ὁ παντελὴς γιὰ ἐπαγγελματικὴ δουλειὰ εἶχε ἀναχωρήσει μὲ δύο ἄλογα γιὰ τὴν πάτρα. Ἄλλα στὸν δρόμο τὸν συνέλαβαν κάποιοι ληστὲς καὶ ἀφοῦ σκότωσαν τὰ ἄλογά του πρῶτα ὕστερα ἔδεσαν τὸν ἴδιο αἰχμάλωτο καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ ψηλὰ βουνὰ παραγγείλοντος ὅμως διὰ μέσω ἑνὸς διαβάτη ποὺ τοὺς εἶδε νὰ παραγγείλει στοὺς γονεῖς του ὅτι ἐντὸς δύο ἑβδομάδων δὲν τοὺς στείλουν ἀρκετὰ χρήματα θὰ τὸν σκοτώσουν ἔτσι ὅπως εἶναι δεμένος.ὁ δυστυχὴς πατέρας του δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα ποὺ ζητοῦσαν οἱ ἀπαγωγεῖς καὶ ἦλθε σὲ ἀπελπισία.Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς ἔπεσε στὸ σπίτι.Προστρέχει νὰ παρηγορηθεῖ στὸν ἅγιο διηγώντας τοῦ τὰ συμβάντα.ὁ ἅγιος τὸν συμπόνεσε καὶ πρόστρεξε εἰς τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια κάνοντας ὑπὲρ αὐτοῦ παρακλήσεις. Τὴν δέκατη τετάρτη ἡμέρα λοιπὸν τὸ σούρουπο ὅταν οἱ ληστὲς μὲ ποτὰ ποὺ κουβαλοῦσαν μαζί τους μέθυσαν καὶ διαμήνυσαν μὲ τρόπο ἀπαίσιο καὶ αὐστηρὸ στὸν παντελῆ ὅτι αὐτὲς τὶς τελευταῖες ὧρες ἂν ὁ πατέρας του δὲν φέρει τὰ χρήματα θὰ στείλουν αὐτοὶ στὸν πατέρα τοῦ τὴν κεφαλή του.Ὅπως ἦταν ἑπόμενο φρίκη καὶ ρίγος κατέλαβε ἀμέσως τὸν σιδεροδέσμιο Παντελῆ.Αὐτοὶ ἀπὸ τὸ μεθύσι τοὺς ἔπεσαν σὲ ὕπνο βαθύ.Κατὰ τὰ μεσάνυχτα βλέπει στὸν ὕπνο τοῦ ὁ Παντελὴς τὸν Ἀρχιερέα,νὰ τοῦ λέγει.’’ Σήκω, παιδί μου καὶ φύγε γρήγορα, διότι οἱ γονεῖς σου θρηνοῦν ἀπαρηγόρητα!’’ Ὅταν ξύπνησε ὁ δυστυχὴς Παντελὴς βρῆκε τὸν ἑαυτὸ τοῦ λυμένον ἀπὸ τὰ δεσμά. Καὶ σηκώνοντας διεσκέλισε τοὺς ληστὲς καὶ ἔφυγε τρέχοντας. Ἀλλὰ τὴν δεκάτη πέμπτη ἡμέρα ὁ πατέρας τοῦ Χρῆστος, μὲ τὴν μητέρα του καὶ τὰ ἀδέλφια τοῦ πῆγαν εἰς τὴν οἰκία τοῦ Ἀρχιερέως καταστενοχωρημένοι καὶ μαρασμένοι διότι περίμεναν τὸ μοιραῖο ἐφ’ὅσον ὁ χρόνος ἐξέπνευσε. Τότε ὁ Ἅγιος, μπροστὰ καὶ σὲ ἄλλους ἀνθρώπους συγκινημένος τοὺς εἶπε. Ἡσύχασε Χρῆστο καὶ αὔριο τὴν ἑσπέρα ὁ Παντελὴς ἔρχεται. Ὢ τῶν ἰσχυρῶν του Ἀθανασίου δεήσεων! Ὁ Παντελὴς πράγματι ἦλθε καὶ μὲ δάκρυα βρέχει τὰ πόδια τοῦ ἁγίου διηγώντας παράλληλα τὴν ἀποκάλυψη ποὺ εἶχε.Ἔτσι λοιπὸν φανερὸ εἶναι ὅτι καὶ ὅταν ζοῦσε ὁ Ἅγιος εἶχε λάβει παρὰ θεοῦ τὸ χάρισμα τῆς προοράσεως καὶ ὅτι ὁ θεὸς εἰσάκουσε τὶς δεήσεις του.(θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται)). (Ψάλμ. 144).
Κάποτε ποὺ περιόδευε στὴν ἐπαρχία τοῦ ὁ ἅγιος ἔφθασε στὴ Μεγαλόπολη. Ἐκεῖ ἦταν ὁ Ναὸς τῆς Μεταμορφώσεως ὅπου γύρω του ὑπῆρχε μιὰ ἀρκετὰ μεγάλη λίμνη ποὺ εἶχε πολυάριθμα βατράχια. Μετὰ τὸν ἑσπερινὸ ὁ ἅγιος ἔμεινε μαζὶ μὲ τὸν διάκονό του ἐκεῖ γιὰ διανυκτέρευση καθόσον τὸ συνήθιζε καλοκαίρι γιὰ χάρη τῆς ἡσυχίας ποὺ πάρα πολὺ ἀγαποῦσε.Ἀλλὰ τὴν νύχτα οἱ βάτραχοι ἐκόαζαν συνέχεια καὶ βέβαια θόρυβο πολὺ προξενοῦσαν.Ὁ ἅγιος δὲν μπόρεσε νὰ κοιμηθεῖ ὅπως ἤθελε παρὰ λίγες μόνο στιγμές.Τὴν ἄλλη μέρα μετὰ τὴ θεία Λειτουργία, ὅταν οἱ Ἱερεῖς καὶ οἱ λοιποὶ ρώτησαν τὸν Ἅγιο πὼς πέρασε ἡ νύκτα στὴν ὕπαιθρο, ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε. Τί νὰ σᾶς πῶ, τέκνα μου. Αὐτὰ τὰ βατράχια κακὸ χρόνο νάχουν ἔκαναν τόσο θόρυβο ἀπόψε, ὥστε σχεδὸν δὲν κοιμήθηκα. Μετὰ δὲ τὸν λόγον αὐτὸ οἱ βάτραχοι ἔπαυσαν καὶ ἔμειναν «ἄφωνοι. Ἀλλὰ τότε κανεὶς ἀπ’αὐτοὺς ποὺ παρεβρίσκονταν στὴν κουβέντα δὲν ἔδωσε προσοχὴ καθόσον οἱ βάτραχοι δὲν κοάζουν τὴν μέρα παρὰ μόνο τὴν νύχτα. Τὸ ἐκπληκτικὸ βέβαια εἶναι ὅτι ἔκτοτε ποτὲ πλέον δὲν εἴχανε κοάσματα ἀπὸ βατράχια στὴν λίμνη εἴτε μέρα ἦταν εἴτε νύχτα. Νεκρικὴ σιγὴ στὴν λίμνη.Στοὺς κατοίκους προξένησε μεγάλη ἀπορία καὶ ἔκπληξη αὐτὸ τὸ γεγονός. Μετὰ ἀπὸ δυὸ χρόνια ὅταν ὁ ἅγιος ξαναπῆγε σὲ ἐκεῖνο τὸ μέρος τὸ βράδυ δὲν ἄκουσε φωνὴ βατράχου.Ἀπὸ περιέργεια ρώτησε ἕνα Ἱερέα νὰ τοῦ πεῖ τί ἔγινε ἐκεῖνο τὸ πλῆθος τῶν βατράχων ποὺ ἀκουγόνταν μὲ τὶς φωνὲς τοῦ μέσα ἀπὸ τὴν λίμνη.Ὁ ἱερέας ἀμέσως τοῦ εἶπε.Δέσποτα, ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἴπατε, κακὸ χρόνον νάχουν ποὺ δὲν σᾶς ἄφησαν νὰ κοιμηθῆτε, οὐδέποτε πλέον ἀκούσθησαν. Τότε ὁ Ἅγιος, ὑπομειδιόμενος εἶπε. Καὶ μὲ ἄκουσαν τὰ εὐλογημένα; Μόλις τελείωσε τὴ λέξη καὶ ὢ τοῦ θαύματος! αὐτὰ ἄρχιζαν νὰ κοάζουν, καὶ μέγαλο θόρυβο προξενοῦσαν,ὅπως παλιά.
ὅταν ζοῦσε ὁ ἅγιος τα τελευταῖα του χρόνια μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὸ χωριὸ Σουλιμὰ ἦταν μάγισσα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πλανᾶ πολλὲς ψυχὲς καὶ νὰ τὶς παραδίνει στὸν σατανᾶ.ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ ἅγιος τὴν προσκάλεσε καὶ αὐστηρὰ βεβαίως τὶς εἶπε νὰ ἐξομολογηθεῖ νὰ ὑποστεῖ κανόνα ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν τῆς εἰδεμὴ θὰ τεθεῖ ἐκτός της ἐκκλησίας.ἡ γυναίκα ποὺ κατάλαβε τὸ μ΄ἔγα λάθος τῆς συνῆλθε καὶ κατανυγεῖσα εἶπε στὸν ἀρχιερέα ὅτι μετανοιώνει καὶ9 ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν ξομολογήσει ὁ ἴδιος.ὁ Ἅγιος,ἄδραξε τὴν εὐκαιρία γιατί ἤθελε νὰ σωθεῖ ἡ γυναίκα καὶ τὴν ἐξομολόγησε τὴν παρηγόρησε καὶ τῆς ἐπέβαλε κανόνα νὰ τηρήσει ἀνάλογά των ἁμαρτιῶν της καὶ σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνες. παράγγειλε σὲ αὐτὴ ὅταν τελειώσει ὁ κανόνας νὰ ἐπανέλθει ὅπως τὴν συγχωρήσει καὶ τῆς δώσει ἄδεια γιὰ νὰ μεταλάβει τῶν ἀχράντων μυστηρίων τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξύ,μαθαίνει ὅτι ὁ δεσπότης ἐκεῖνο τὸ καιρὸ ἀρρωσταίνει βαρειὰ καὶ πρόκειται νὰ πεθάνει.Τρέχει λοιπὸν στὸ δρόμο καὶ κάμποσα χιλιόμετρα ἡ γυναίκα γιὰ τὴν Χριστιανούπολη. γιὰ νὰ προφτάσει .δὲν τὰ κατάφερε ὅμως.ὅταν εἶχε φτάσει ἦταν ἀργὰ διότι ὁ ἅγιος εἶχε κοιμηθεῖ. καὶ μάλιστα ἦταν ἡ στιγμὴ ποὺ ἐφερόταν στὸν τάφο γιὰ νὰ κηδευτεῖ.διασχίσας τὸ πλῆθος αὐτὴ ἡ γυναίκα μὲ ὁρμὴ πέφτει πρηνηδὸν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου καὶ γοερῶς θρηνοῦσε. Τότε αὐτοὶ ποὺ βάσταζάν το ἱερὸ Λείψανο σταμάτησαν. ἡ γυναίκα ἄρχιζε νὰ μονολογεῖ.’’Ὢ δυστυχία μου, τί νὰ γίνω ἡ ταλαίπωρος; Διατί, Ἅγιέ του θεοῦ, μὲ ἄφησες τὴν δυστυχῆ ἀσυγχώρητον; Πῶς νὰ ζήσω τοῦ λοιποῦ ὑπὸ τὸν δεσμὸν τῆς ἀρᾶς; Ἐλέησον μὲ Ἅγιε καὶ τῆς ἀρᾶς μὲ ἁπάλλαξον.’’ αὐτὰ μὲ δάκρυα ἔλεγε ἡ γυναίκα ἐκείνη. Ὁ Ἅγιος, παρευθύς, ὢ τῆς μεγάλης σου πρὸς θεὸν παρρησίας Ἀθανάσιε ! Ὕψωσε τὸ χέρι του σὲ σχῆμα εὐλογίας εὐλόγησε αὐτὴ ὡς νὰ ἦταν ζωντανός. Τοῦτο τὸ θαυμαστό το εἶδε ὁ λαός, ἐξεπλάγησε,καὶ ἐβόησε. Κύριε ἐλέησον!
Ὅταν τὸ 1834 ἡ ἀντιβασιλεία Ὄθωνα διέλυσε τὶς περισσότερές του Κράτους Μονές, μεταξύ των ἄλλων συμπεριελήφθηκε καὶ ἡ Μονὴ τοῦ Προδρόμου στὴν Γορτυνία. Κατὰ συνέπεια, ὁ τότε διοικητὴς ἔπαρχος Π. Νέγκας διέταξε δύο ὑπαλλήλους γιὰ νὰ μεταβοῦν στὴ Μονή,καὶ νὰ μεταφέρουν στὴ Δημητσάνα τὴν κινητὴ περιουσία τῆς μονῆς.Οἱ ἱεροκάπηλοι ὅταν εἶχαν ἔλθει στὴ μονὴ τὰ εἶχαν ἀνακατώσει ὅλα καὶ ἅρπαξαν μεταξὺ ἄλλων τὰ ἱερὰ Σκεύη καὶ τὰ ἱερά του Ἁγίου Λείψανα, τὸ κιβώτιο ποὺ περιεῖχε τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἁγίου Λειψάνου καὶ τὴν Κάρα, ἐμπεριεχομένη εἰς στὸ ἰδιαίτερο ἀργυροῦν κιβώτιο. Καὶ ἔβαλαν αὐτὰ μέσα σὲ βρώμικα σακκιὰ τὰ στοίβασαν καὶ τὰ μετέφεραν στὸ ἐπαρχεῖο ὅπου, τὰ μὲν κιβώτια τὰ ἄφησαν στὸ ὑπόγειο καὶ τοὺς σάκκους τοὺς ἄφησαν πάνω στὶς σανίδες τοῦ δωματίου. Φρίκη ἀληθινὴ κατελάμβανε κάθε εὐσυνείδητο,νὰ βλέπει ἔνθεν μὲν τὸ Ἅγιον Ποτήριον, ἔνθεν δὲ τὴν Λαβίδα, τὸν Σπόγγο, τὸν Δίσκο, τὴν Λόγχην κατὰ γῆς ριγμένα, σὰν νὰ ἤσαν ἄχρηστά της ἀγορᾶς ψώνια!.Ὅταν ὅμως ἦρθε ἡ νύχτα γύρω στὶς 12 , κρότος φρικτὸς ἀπὸ τὰ κιβώτια ἀκούσθηκε σὰν νὰ ξεριζώθηκε μεγάλο δένδρο,καὶ ἀπὸ τὸν κρότο αὐτὸ ἄρχισε νὰ δονεῖται τὸ σπίτι μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἔπαρχος νὰ νομίσει ὅτι πρόκειται γιὰ σὰν σεισμό.Λίγο μετὰ δεύτερος κρότος σφοδρότερος τοῦ πρώτου ἄρχισε πάλι νὰ ἀκούγεται καὶ ὁ ἔπαρχος φοβισμένος γιὰ καλὰ πιὰ σηκώνεται ἠμιιγυμνος νὰ δεῖ τί συμβαίνει.Ἀμήχανος ἔτσι ὅπως ἦταν καὶ μὴ γνωρίζοντας ποὺ νὰ πάει πορεύθηκε στὴ παρακείμενη οἰκία ὅπου κατοικοῦσε ὁ τότε διοικῶν τὴν ἐπισκοπὴ Γορτυνίας Ἰγνάτιος, πρώην Ἐπίσκοπος Ἀρδαμερίων, ὁ ὁποῖος γνώριζε γιὰ τὸν ἅγιο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ μακαρίου Ἰωσήφ, Ἐπισκόπου Ἀνδρούσης.
Χτύπησε τὴν πόρτα καὶ εἰσῆλθε ἔντρομος καὶ λέγει. Φοβερὸ πράγμα, Δεσπότη μου, συμβαίνει στὸ σπίτι μου.Κρότος μεγάλος καὶ φοβερὸς ἀκούστηκε δυὸ φορὲς στὸ ὑπόγειο καὶ μαζὶ μὲ τὸ κρότο, σεισμός, ὥστε παρ’ ὀλίγο νὰ πέσουν καὶ οἱ τοῖχοι. Περίεργο, ἀπαντᾶ ὁ Ἀρχιερέας. Ἐγὼ σεισμὸ δὲν ἄκουσα. Σηκώνει τότε ἀμέσως τὸν Διάκονο καὶ τὸν ρωτᾶ ἂν αἰσθάνθηκε αὐτὸς σεισμό. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς εἶπε ὄχι. Τί συμπεραίνετε λοιπόν, κύριε Νέγκα; Σήμερα εἶπε ἐκεῖνος, ἔφεραν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι δύο σάκκους μὲ μερικὰ πράγματα ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Προδρόμου καὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι δύο κιβώτια, ἕνα μεγάλο ξύλινο καὶ ἕνα μικρὸ ἀργυροῦν. Εἶπαν οἱ ἀπεσταλμένοι, ὅτι περιέχουν Λείψανα. Τότε ὁ Ἐπίσκοπος ἀνέκραξε. Μήπως ἔφεραν ἐδῶ τα Λείψανα τοῦ Ἁγίου Χριστιανουπόλεως; Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λέξεων τούτων ὁ ἔπαρχος ἔμεινε ἄναυδος. Ἀμέσως ὁ Ἀρχιερεύς,ντύθηκε καὶ ἔσπευσε στὸ ἐπαρχεῖο καὶ κατέβηκε τότε εἰς τὸ ὕπογειο, εἶδε τὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα καὶ πρωτύτερα γνώριζε διότι τὰ εἶχε ἐπισκεφθεῖ εἰς τὴν Μονή. Πικρὰ ἐπίπληξε τὸν ἔπαρχο γιὰ τὴν ἀσέβεια αὐτὴ καὶ πῆρε τὰ λείψανα καὶ τὰ μετέφερε ὁ ἴδιος στὸν οἶκο του. Ὁ ἔπαρχος ὁρκιζόταν σὲ θεὸ καὶ ἀνθρώπους, ὅτι ἡ μεταφορὰ τοῦ ἁγίου Λειψάνου ἔγινε χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει.Τὸ ἴδιο βράδυ ὁ Ἀρχιερεύς, διὰ μέσω τοῦ ὑπηρέτου, προσεκάλεσε τοὺς πατέρας τῆς Μονῆς Αἰμυαλῶν, νὰ ἔρθουν πρωὶ καὶ νὰ λάβουν τὰ ἱερὰ Λείψανα καὶ νὰ τὰ μεταφέρουν στὴ δικιά τους μονὴ Αἰμυαλῶν.Ὅταν ἀργότερα ἀποκαταστάθηκε ἡ μονὴ Προδρόμου μετακόμισε καὶ πάλι τὸ ἱερὸ Λείψανο στὸν οἰκεῖο τόπο,ἐκτός της κάτω σιαγόνας, τὴν ὁποία κράτησαν εἰς τὴν Μονὴ τῶν Αἰμυαλῶν. Γιὰ τὸ θαῦμα αὐτὸ αὐτόπτες μὲν ἦταν ὁ τότε ἔπαρχος Π. Νέγκας, ὁ Ἰγνάτιος, Ἐπίσκοπος Ἀρδαμερίων, καὶ ὁ ἔμπορος ἀπὸ τὸν Πειραιὰ Νικόλαος Κυδωνάκης,ποὺ ἦταν καὶ γραμματέας του τότε οἰκονομικοῦ Ἐπιτρόπου,ἀκόμα ὁ ἐκ Τριπόλεως Ἀθανάσιος Συνανιώτης, πρωτοκόλλητής του τότε ἐπαρχείου, ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης, ἔπειτα ὁ Ἀρδαμερίων καὶ βέβαια ὁ Π. Νέγκας ποὺ εἴπαμε καὶ πιὸ πάνω ὁ ὁποῖος διηγήθηκε αὐτὸ καὶ στὸ Ναύπλιο ὅταν ἔγινε ἀργότερα συνοδικός.Ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες ἄκουσε αὐτὰ καὶ ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἀγάπιος Οἰκονόμου, ὁ Ἰωάννης Κυριάκος δάσκαλος καὶ ὁ ἐκ Στεμνίτσης εὐλαβὴς Ἱερέας Ἰωάννης ὁ Σακελλάριος. Μετὰ διεδόθηκε ἀνὰ πάσα τὴν ἐπαρχία τὸ θαῦμα τοῦτο, τὸ ὁποῖο καὶ μέχρι σήμερα διηγοῦνται οἱ γέροντες.
Τὸ ὄντως ἐκπληκτικὸ εἶναι καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸ Ἵερο Λείψανο τοῦ ἁγίου. Ὅσες φορὲς μέλλει νὰ συμβεῖ θεομηνία μὲ συνέπεια νὰ καταστρέψει τὰ κτήματα τῆς Μονῆς ἢ καὶ ὅλης της ἐπαρχίας ἢ καταδρομὴ ἢ συμφορὰ κατὰ τοῦ Ἔθνους ἢ νόσος ἐπιδημητικὴ ἡ λάρνακα ἡ ἁγία ποὺ περιέχει τὸ ἅγιο λείψανο ἐκπέμπει τριγμὸ πότε μὲν ἐλαφρό, πότε δὲ σφοδρό, ἀναλόγως τοῦ μεγέθους τῆς ἐπερχόμενης συμφορᾶς, ὥστε, ἐκ τούτου τοῦ σημείου καὶ κάποιος ποὺ δὲν γνωρίζει ὅτι ἐν τῷ Ἱερῶ Βήματι κεῖται τὸ Ἱερὸ Λείψανο, ἐὰν τυχὸν ἀκούσει τὸν τριγμὸ τοῦτο, εὐθὺς καταλαμβάνεται ἀπὸ φρίκη καὶ τρόμο ἀνεξήγητο. Τέτοιο φοβερὸ ἦχον τριγμοῦ ἔφερε, ὅταν κατὰ τὸ 1769 ἡ μονὴ ἔμελλε νὰ πολιορκηθεῖ ἀπὸ τῶν Ἀλβανῶν,ἄνθρωποι ποὺ ἦταν ἐκεῖ γλίτωσαν ἀπὸ θαῦμα.Τέτοιο τριγμὸν ἐξέπεμψε συχνότατα ἕνα ἔτος πρὶν νὰ ἐγερθεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Ἀκόμα τέτοιος τριγμὸς ἀκούσθηκε ἀπὸ τοὺς πατέρας τῆς μονῆς πρὶν τὴν διάλυση τῶν Μονῶν. Ἀλλὰ καὶ τριγμὸς ἀκούσθηκε τὸ 1849, ὅταν σφοδρότατη πλημμύρα κατέστρεψε τὰ κτήματα τῆς Μονῆς καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ ζῶα κατεπνίγησαν.Τέτοιος τριγμὸς ἀκούεται, πλὴν ἐλαφρός, ὅταν πλησιάζει τὸ τέλος τῆς ζωῆς τῶν πατέρων ἢ ἀκόμα ὅταν ἀπὸ παραμέληση ἔχει ξεχαστεῖ νὰ ἀναφτεῖ ἡ ἅψις τῆς φωταγωγοῦ τοῦ Ἁγίου Ἄρτου κανδήλας.
Τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἔφερε ὅταν ἦρθε στὴ Χριστιανούπολη ὁ ἐξ ἀγχιστείας συγγενής του Ἁγίου Ἀθανάσιος Κουλᾶς. Ὅταν ἄνοιξε τὸν τάφο,βρῆκε τὸ σῶμα σὲ ἠμιλελυμένη κατάσταση καὶ νὰ ἐκπέμπει μιὰ ἄρρητη εὐωδία. Στὴν Καρύταινα μετέφεραν τὸ σκήνωμα εἰς τὴν Μονὴ τοῦ Προδρόμου ὡς εὐλογία γιὰ τὸ ἀπόρθητό της Μονῆς καὶ διότι ἡ θεία Πρόνοια εὐδόκησε. Πολλὰ λέγονται γιὰ τὴν μεταφορὰ τοῦ Λειψάνου ἐμφανισθέντα σημεῖα,ὅπως τὸ ἐλεύθερο γαιδουράκι ποὺ κινοῦνταν χωρὶς ὁδηγὸ παρακολουθόμενο διακριτικῶς ἀπὸ ἀπόσταση καὶ τὸ ὁποῖο κουβαλοῦσε στὴν πλάτη τοῦ τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου.Τὸ ξεκίνησαν ἀπὸ σταυροδρόμι μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ἅγιος θὰ τὸ ὁδηγήσει γιὰ τὸ μέρος ποὺ θὰ σταματήσει. Μέρος ποὺ θὰ εἶναι καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἁγίου.Λέγεται ὅτι σταμάτησε ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μονῆς Προδρόμου καὶ ἔκτοτε τὰ ἅγια λείψανα μένουν ἐκεῖ .Σήμερα ὑπάρχει παρακείμενος ναὸς τῆς μονῆς ποὺ τιμᾶται στὸ ὄνομά του ἁγίου καὶ ὅπου φυλάσσονται τὰ ἱερὰ λείψανα.Βεβαίως τεμάχια λειψάνου ἔχουν δοθεῖ καὶ σὲ ἄλλους ναοὺς ὡς εὐλογία μὲ ἐξέχουσα θέση στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς μητροπόλεως Τριφυλίας Ὀλυμπίας στὴν Κυπαρισσία ὅπου πανηγυρίζει στὶς 17 Μαίου ἑορτὴ τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος κοιμήθηκε τὸ ἔτος1832 τὸ πιὸ πιθανὸν καθόσον ὑπάρχει καὶ κάποια ἀμφισβήτηση ὅσον ἀναφορὰ τὴν ἀκριβέστερη ἡμερομηνία.
Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται στὶς 17 Μαιου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ
Ἦχος α΄ τῆς ἐρήμου πολίτης
Τῆς Κερκύρας τὸν γόνον,Τριφυλίας τὸ καύχημα Χριστιανουπόλεως ὄντος,τὸν ποιμένα τὸν Ὅσιον τὸν θεῖον Ἀθανάσιο πιστοὶ τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς ἀθανάτων γὰρ χαρίτων τὰς δωρεᾶς παρέχει τοῖς κραυγάζουσι.Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ. Δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι.Δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σου πάσιν ἰάματα.
ΚΟΝΤΑΚΙΟ
Ἦχος δ’ Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Ὁ δοξασθεῖς παρὰ θεοῦ θαυμασίως, δὶ εὐωδίας καὶ θαυμάτων ποικίλων, ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις Ἀθανάσιε, φάνηθι ταχύτατος, καὶ θερμὸς ἀντιλήπτωρ, τῶν δεινῶν λυτρούμενος τοὺς πιστῶς σὲ τιμώντας καὶ τοὺς τὰ λείψανα κατέχοντάς τα σά, πρὸς μετανοίας, ὁδὸν χειραγώγησον.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ
Χριστιανουπόλεως ἱερὸς ποιμενάρχης ὤφθης Ἀθανάσιε ἀληθῶς,καὶ καλῶς ποιμάνας.τὴν λογικήν σου ποίμνη τῆς ἀθανάτου δόξης,χαίρων ἠξίωσαι.

πηγή