23-1-1 (1)Ὁ ἱερομάρτυς Κλήμης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα τῆς Μικρας Ἀσίας. Ἔζησε ἐκεῖ κατὰ τοὺς χρόνους πολλῶν ἀντίχριστων αὐτοκρατόρων, ἀπὸ τοῦ Οὐαλεριανοῦ τὸ ἔτος 253 μέχρι των Διοκλητιανοὺ καὶ Μαξιμιανού, ὁπότε ἐπὶ τῆς βασιλείας τῶν ἀξιώθηκε καὶ τῶν στεφάνων τοῦ Μαρτυρίου, τὸ ἔτος 296. Τὸ γένος τοῦ ἦταν ἐπίσημο καὶ εὐγενικότατο. Ὁ πατέρας του εἰδωλολάτρης καὶ δυστυχῶς ἀπέθανε τὸν ψυχικὸ καὶ σωματικὸ θάνατον, χωρὶς νὰ γνωρίσει τὸν Κύριο. Ἡ μητέρα του, ἦταν εὐσεβὴς καὶ σοφή, Σοφία τὸ ὄνομα. Μὲ αὐτὴν ὁ Κλήμης ἔμεινε μικρὸ παΐδι καὶ τὸ ἀνέτρεφε μὲ εὐσέβεια. Τὸ ὀνόμασε δὲ σοφότατα Κλήμη, διότι ἔμελλε σὰν κλῆμα νὰ καρποφορήσει πολλὲς ψυχὲς καὶ νὰ τὸ κλαδέψουν πολλοὶ βασιλεῖς, μὲ διάφορα βασανιστήρια. Τὰ μεγάλωνε, λοιπόν, ἡ μητέρα του μὲ ἐπιμέλεια «ἐν παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου» καὶ τὸ δίδασκε πολὺ καλὰ τὴν εὐσέβεια.

Κατηχεῖ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν

Εὐθύς, λοιπόν, ἀπὸ τότε, καίτοι ἦταν παιδὶ ὁ μακάριος, ἀπαρνήθηκε κάθε ἀπόλαυση πρόσκαιρη καὶ ζοῦσε σὰν νὰ ἦταν μοναχός. Μετὰ τὸν θάνατον τῆς μητέρας του, τὸν ἐπῆρε μιὰ εὐγενέστατη κυρία ἄτεκνη γιὰ θετό της παιδί, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν Σοφία, ὅπως καὶ ἡ πρώτη του μητέρα. Ἡ ὁποία τὸν ἀγαποῦσε σὰν γνήσιο παιδί της. Τὸν καιρὸν αὐτὸν ἦταν μεγάλη πείνα σὲ κείνη τὴ χώρα τῶν Γαλατῶν. Ὁ Κλήμης ἔπαιρνε τὰ παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, ὅσα ἤσαν φτωχὰ καὶ ὀρφανά, ποὺ δὲν εἶχαν ὅτι χρειάζονταν γιὰ νὰ ζήσουν, καὶ τὰ ἔτρεφε καὶ τὰ ἕντυνε. Τὸ σπουδαιότερο ὅμως ἦταν, ὅτι τὰ δίδασκε τὴν πίστη μας, ὅσον μποροῦσε.

Εἴκοσι χρονῶν γίνεται ἐπίσκοπος

Μαζὶ δὲ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές, ποὺ εἶχε, ἦταν καὶ ἐγκρατὴς ὁ μακάριος. Δὲν ἔτρωγε τίποτε πράγμα μὲ σάρκα, παρὰ μόνον ὄσπρια. Μὲ τέτοιες, λοιπόν, ἀρετές, ποὺ εἶχε, τὸν χειροτόνησαν πρεσβύτερο καὶ ἔπειτα σὲ δυὸ χρόνια Ἐπίσκοπο. Ἡ ἡλικία τοῦ σώματος ἦταν εἴκοσι ἐτῶν, ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος. Ἀλλὰ ἡ ἡλικία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος ξεπερνοῦσε στὴν κρίσι καὶ τὴ φρόνηση τοὺς γέροντες. Ἂν καὶ τόσον νεαρὸς στὴν ἡλικία, λάμπρυνε τὴν Μητρόπολη. Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ὁ μισόχριστος βασιλιὰς τῆς Ρώμης, ἔστειλε διαταγὴ πρὸς ὅλους τους ἄρχοντες τοῦ βασιλείου του. Τοὺς διέταζε νὰ βασανίζουν καὶ νὰ τιμωροῦν ἄσπλαχνά τους Χριστιανούς. Ὁ πιὸ σκληρός, ὁ Βικάρισς, ὁ ἄρχοντας τῶν Γαλατῶν, ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν Ἅγιο Κλήμη, ὅτι βάπτιζε τὰ παιδιὰ καὶ κήρυττε τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθέστατο, ὅτι εἰρωνευόταν τὰ εἴδωλα, πρόσταξε νὰ τὸν φέρουν μπροστά του.

Ἀρχίζουν τὰ βασανιστήρια.

Ὁ τύραννος πρῶτα μὲ κολακεῖες προσπάθησε νὰ πείσει τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὅμως ἔβλεπε τὴν σταθερότητα τοῦ Ἁγίου. Τότε ὁ τύραννος ἔβγαλε τὴ μάσκα τῆς καλοσύνης, ἔδειξε τὴν ἀγριότητα, ποὺ εἶχε μέσα του, καὶ διέταξε νὰ κρεμάσουν στὸ ξύλο τὸν Κλήμη. Ἄρχισαν οἱ ἄσπλαχνοι νὰ ξεσχίζουν τὶς πλευρὲς τοῦ τόσον δυνατά, ποὺ φαίνονταν τὰ σπλάχνα του. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν δείλιασε. Ὑπόμεινε τὸ ὀδυνηρὸ αὐτὸ μαρτύριο μεγαλόψυχα, εὐχαριστώντας μόνον τὸν Κύριο. Τὸν ξέσχιζαν οἱ στρατιῶτες, καὶ ἔρχονταν ἄλλοι καὶ τὸν ξέσχιζαν χειρότερα ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἕως ὅτου καὶ αὐτοὶ κουράστηκαν. Τότε τὸν κατέβασαν καταξεσχισμένο, ἐλεεινό, καταματωμένο, θέαμα. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ τύραννος δοκίμασε πάλι τὶς κολακεῖες, ἕως ὅτου τὸν ἀπείλησε, ὅτι θὰ τὸν θανατώσει τελείως, ἂν δὲν κάμει τὸ πρόσταγμά του! Ἐκεῖνος ὅμως ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν ἀλλάζει, θυμωμένος διατάζει νὰ τὸν δείρουν στὰ σαγόνια καὶ στὸ στόμα, διότι μόνον ἐκεῖ δὲν τὸν εἶχαν κτυπήσει. Οἱ στρατιῶτες, βλέποντας τὸν Ἅγιο καταξεσχισμένο, τὸν ἐλυποῦντο νὰ τὸν βασανίσουν περισσότερο. Ἄλλοι ὅμως, πιὸ σκληροί, ἄρχισαν νὰ τὸν κτυποῦν στὸ στόμα καὶ στὰ σαγόνια. Συγχρόνως προσευχόταν, εὐχαριστώντας τὸν Κύριο. Ὁ τύραννος νομίζοντας, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει, διέταξε νὰ τὸν σηκώσουν καὶ νὰ τὸν φυλακίσουν ἕως ὅτου πάρουν νέα διαταγή. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν δυνάμωσε καὶ δὲν ἄφησε Κανένα νὰ τὸν πλησιάσει ἀλλὰ περπατώντας μόνος του ἔλεγε:

— Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλή μου.

Δῶρα καὶ μαρτύρια

Ὁ τύραννος ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὸν Ἅγιο τὸν ἔστειλε στὸν βασιλέα. Ὁ βασιλεύς, ὅταν εἶδε τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν εὐγένεια, θαύμασε. Καὶ γιὰ νὰ τὸν κάμει νὰ φοβηθεῖ τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ προτίμηση τὰ χαρμόσυνα, πρόσταξε καὶ ἔφεραν ὅλα τα ὡραιότατα πράγματα, ποὺ εἶχε στὰ ἀνάκτορα: χρυσά, ἀργυρᾶ, φορέματα πολύτιμα, διαμάντια καὶ ὅσα ἄλλα τὰ μάτια ἐπιθυμοῦν, καὶ τὰ ἔβαλε στὸ ἕνα μέρος. Ἀπέναντι ἔβαλαν ὅλα τα ὄργανα γιὰ τὰ βασανιστήρια, τροχούς, σχάρες, σοῦβλες, χαλκώματα, τήγανα καὶ ἄλλα ὅμοια, τὰ ὁποῖα ὄχι νὰ δοκιμάσει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἔβλεπε ἄνθρωπος ἔτρεμε. Βλέποντας ὅμως ὁ βασιλεὺς τὴν σταθερότητα τοῦ Ἁγίου γιὰ τὰ ἐπουράνια ἀγαθά, προστάζει νὰ τὸν δέσουν στὸν τροχό, τὸν ὁποῖον νὰ γυρίζουν μὲ ὁρμὴ καὶ συγχρόνως νὰ δέρνουν τὸν Μάρτυρα μὲ ραβδιὰ ἄσπλαχνα. Ὁ μὲν λοιπὸν τροχὸς γύριζε ταχύτατα, οἱ σάρκες σχίζονταν, τὰ κόκκαλα ἔσπαζαν, ὁ δὲ Μάρτυς προσευχόταν. Τότε ὁ τροχὸς σταμάτησε, τὰ δεσμὰ λύθηκαν, τὰ χέρια τῶν στρατιωτῶν ξεράθηκαν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ κινήσουν καθόλου, ὁ δὲ Ἅγιος ἔμεινε ἀβλαβὴς καὶ ὑγιής. Πολλοὶ ἀπ” αὐτούς, ποὺ ἔβλεπαν τέτοια θαυμάσια φωτίστηκαν στὴν ψυχή τους καὶ ἐφώναξαν:

— Μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν.

Ὁ τύραννος ἀντὶ νὰ θαυμάσει, ὀργίστηκε περισσότερο καὶ προστάζει νὰ σπάσουν τὸ στόμα καὶ τὰ δόντια τοῦ Ἁγίου. Ἔσπασαν λοιπὸν τὸ στόμα καὶ τὰ σαγόνια καὶ τὰ δόντια τοῦ Ἁγίου καὶ ὑστέρα τὸν φυλάκισαν.

Βαπτίζει στὴ φυλακὴ

Τὴν νύκτα, ὅσοι πίστεψαν πήγανε στὴ φυλακή, ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ τὸν παρακάλεσαν μὲ πίστη νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ βαπτισθοῦν. Ὁ Ἅγιος εἶδε τὴν μεγάλη, τους εὐλάβεια καί τους βάπτισε ὅλους. Στὶς φυλακὲς ἦταν ἄφθονο νερό. Ἐκεῖνα τὸ μεσονύκτιο ἦλθε ἐκεῖ στὴ φυλακὴ φῶς λαμπρότατο καὶ ἔλαμψε ὅλο το δεσμωτήριο. Στὸ μέσον της λάμψης αὐτῆς, ἐφάνει ἕνας ἄνθρωπος ὅλος φῶς καὶ αὐτὸς μὲ μεγάλες φτεροῦγες, καὶ δίνοντας στὸν Ἅγιο ἄρτο καὶ ποτήρι, ἔγινε ἄφαντος. Ὁ Ἅγιος ποὺ ἤξερε, ὅτι αὐτὰ εἶναι γιὰ τὸ Δεσποτικὸ Σῶμα καὶ Αἷμα, τὸ ὑποδέχθηκε μὲ εὐλάβεια, καὶ λέγοντας τὶς εὐχὲς ποὺ ἔπρεπε, κοινώνησε ὅσους βάπτισε. Μὲ τὸ θαῦμα αὐτό, κάθε μέρα γίνονταν περισσότεροι Χριστιανοί. Οἱ φύλακες ποὺ ἔβλεπαν αὐτά, ἐπῆγαν στὸν βασιλέα καὶ εἶπαν, ὅτι τὸ δεσμωτήριο ἔγινε Μοναστήρι. Ἀμέσως ὁ βασιλεὺς ἔστειλε τὴ νύκτα καὶ ἐπίασαν ὅσους βρῆκαν, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν ὅλους, γιατί δὲν ἤθελαν νὰ προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα. Κάνεις δὲν ἔμεινε ζωντανός, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα, ὁ ὁποῖος λεγόταν Ἀγαθάγγελος, ποὺ κρύφτηκε, ὄχι ἀπὸ φόβο θανάτου, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάθη βασανιστήρια. Ἤθελε νὰ δοξαστεῖ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ περισσότερο.

Σκληρὰ μαρτύρια

Μετὰ τὴ σφαγὴ τῶν Χριστιανῶν, ὁ βασιλεὺς διέταξε; νὰ τοῦ φέρουν τὸν Κλήμη καὶ προσπάθησε πάλι μὲ κολακεῖες νὰ τὸν καταφέρει νὰ ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε. Ἀμέσως ἔριξαν αὐτὸν κάτω οἱ στρατιῶτες καὶ κρατώντας τὸν δυνατὰ ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸν ἔσυραν ὅσο μποροῦσαν καὶ τόσο δυνατὰ τὸν τέντωσαν, ὥστε ἐξαρθρώθηκαν ὅλα τού τὰ μέλη καὶ τοῦ προξενοῦσαν πόνο δριμύτατο. Ἔπειτα ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν δέρνουν μὲ ξερὰ βούνευρα, μετὰ τοῦ ξέσχισαν τὸ σῶμα μὲ σιδερένια νύχια. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μαρτύριο ἔδωσε ἐντολὴ ὁ τύραννος νὰ τοῦ κάψουν τὸ σῶμα μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Εἶδε, λοιπόν, ὅτι μᾶλλον γελοιοποιεῖτο, ποὺ δὲν πετύχαινε αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Γὶ αὐτὸ ἔστειλε τὸν Ἅγιο στὸν ἔπαρχο τῆς Νικομήδειας. Ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιστολὴ σ” αὐτὸν νὰ προσπαθήσει μὲ ὅλη του τὴ δύναμη νὰ τὸν γυρίσει στὴν ἀσέβεια. Καὶ ἐὰν δὲν μπορέσει, νὰ τὸν φάνε τὰ θηρία, ἢ νὰ τὸν θανατώσει ἄσπλαχνα μὲ ἄλλον τρόπον.

Πόθος γιὰ μαρτύριο

Ὁ θεῖος Ἀγαθάγγελος μὲ τὸν πόθο νὰ πάθη γιὰ τὸν Χριστὸ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Κλήμη, μπῆκε καὶ αὐτὸς στὸ πλοῖο πρωτύτερα, ἀφοῦ συμφώνησε μὲ τοὺς ναῦτες, ὅτι θὰ πληρώσει το ναῦλο του. Καθόταν σὲ μιὰ ἀπόμερη γωνιὰ καὶ προσευχόταν. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸν Ἅγιο, ποὺ ἔμεινε μόνος καὶ προσευχόταν, τὸν πλησίασε καὶ τοῦ ἀνήγγειλε ὅλη τὴν ὑπόθεση, δηλ. τὸν πόθο ποὺ εἶχε πρὸς τὸ μαρτύριο καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἅγιος Κλήμης δέχθηκε τὸν Ἀγαθάγγελο σὰν Ἄγγελο Θεοῦ, καὶ δοξάζοντας, λοιπόν, τὸν Κύριο προσευχόταν.

«Εἶμαι ὁ δοῦλος τὸν Χριστοῦ»

Ἔφτασαν στὴ Νικομήδεια καὶ τὸν παρέδωσαν στὸν ἔπαρχο Ἀγριππίνο νὰ κάνει αὐτὸς τὴν ἐξέταση. Αὐτὸς εἶδε τὸν Ἅγιο, εἶδε καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸν ρώτησε, ἂν εἶναι αὐτὸς ὁ Κλήμης. Ὁ Ἅγιος ἀπάντησε:

Ναί, ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ εἶμαι.

Ἐξαγριώθηκε ὁ Ἀγριππίνος ἀπὸ τὸν θυμό του, καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ ἀπαντήσει, γυρίζοντας πρὸς τὸν ἄλλον, τοῦ λέγει: Ἀλλὰ ἐσὺ ποιὸς εἶσαι, ποὺ δὲν εἶναι τὸ ὄνομά σου στὰ βασιλικὰ γράμματα:

— Χριστιανὸς εἶμαι, βαπτισμένος ἀπὸ τὸν Ἅγιο τοῦτο Κλήμη.

Μαρτύρια

Τότε τὸν μὲν Ἅγιο κρέμασαν καὶ τὸν σπάθιζαν, τὸν δὲ Ἀγαθάγγελο τὸν ἔδερναν μὲ βούνευρα σκληρότατα. Ἔπειτα ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν ὥρα πολλή, τοὺς φυλάκισαν. Κατόπιν ὁ Ἔπαρχος ἔδωσε διαταγὴ νὰ ρίξουν τὸν Κλήμη καὶ τὸν Ἀγαθάγγελος μέσα σὲ πεινασμένα θηρία. Ἀλλὰ αὐτὰ φάνηκαν πιὸ εὐγενικὰ καὶ φρονιμότερα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα θηρία, καὶ δέν τους πείραξαν καθόλου. Μάλιστα ἔγλυφαν τὶς πληγές τους, καὶ κουνοῦσαν τὶς οὐρές τους καὶ ἔκαναν καὶ ἄλλα σχήματα, ὅπως κάνουν οἱ σκύλοι στοὺς ἀφέντες τους. Ὁ ἔπαρχος τυφλωμένος ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία διατάζει, λοιπόν, νὰ πυρώσουν σουβλιὰ δυνατὰ καὶ νὰ τὰ μπήξουν στὰ νύχια τῶν Ἁγίων ἀπὸ τὰ δάκτυλα ἕως στοὺς ἀγκῶνες.

Μετὰ ἀπὸ μέρες ὁ Ἀγριππίνος ἀνέβασε τοὺς Ἁγίους στὴν κορυφὴ τοῦ ὅρους. Πρῶτα τους κατάκοψε τὶς σάρκες καὶ τοὺς ἔσπασε τὰ κόκκαλα. Ἔπειτα τοὺς ἔβαλε σὲ δυὸ σάκους μαζὶ μὲ μεγάλες πέτρες, καὶ τοὺς ἔριξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ στὸν κατήφορο. Καὶ κατέβαιναν οἱ σάκοι κατακτυπώντας στοὺς βράχους, ἕως ὅτου ἔπεσαν στὸ πέλαγος. Ὅλοι νόμιζαν, ὅτι πέθαναν οἱ Μάρτυρες. Ὅσοι τοὺς ἀγαποῦσαν, ἐπῆγαν κάτω στὴν παραλία, περιμένοντας μήπως τοὺς βγάλει ἡ θάλασσα. Ἀφοῦ πέρασε ἀρκετὴ ὥρα, βλέπουν τους σάκους νὰ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὸ βάθος καὶ νὰ πλέουν στὸ νερό. Ἀμέσως παίρνουν μιὰ βάρκα, ἀνέβασαν τοὺς σάκους ἐπάνω. Ὅταν μὲ εὐλάβεια καὶ δέος τοὺς ἄνοιξαν, βλέπουν Ἁγίους γεροὺς χωρὶς κανένα σημάδι πληγῆς ἐπάνω τους. Ὁ Ἀγριππίνος κατάλαβε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς θανατώσει, ἀλλὰ ἔχανε καὶ πολλοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ ἔβλεπαν αὐτά τα θαύματα. Ἔστειλε, λοιπόν, γράμματα στὸ βασιλέα, νὰ τοὺς κάμει τοὺς Ἁγίους ὅπως ἤθελε. Ὅταν εἶδε ὁ βασιλεὺς πόσα βασανιστήρια ἔπαθαν ἀπὸ τὸν Ἀγριππίνο καὶ δὲν ἔπαθαν τίποτε, δείλιασε νὰ τοὺς μεταχειριστεῖ, καὶ γιὰ νὰ μὴ ντροπιαστεῖ στὸ τέλος, τοῦ ἔγραφε νὰ τοὺς στείλει στὸν ἡγεμόνα Κουρίκιο στὴν Ἄγκυρα, γιὰ νὰ τοὺς θανατώσει ἐκεῖνος στὴν ἴδια χώρα τοῦ Κλήμη. Αὐτὸ ἦταν οἰκονομία Θεοῦ καὶ πρόνοια, νὰ ὑπάγει πάλι ὁ Κλήμης στὴν πατρίδα του, ἀφοῦ πέρασε τόση γῆ καὶ θάλασσα, καθὼς εἶχε παρακαλέσει τὸν Θεό, βγαίνοντας ἀπὸ τὴ χώρα του τότε, νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ ἐπιστρέψει. Ὅταν, λοιπόν, ἔφθασε στὴ χώρα του, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ μὲ χαρὰ λέγοντας:

Δόξα σοί, Χριστὲ ὁ Θεός, ὅτι ἄκουσες τὴν δέησή μου καὶ μὲ ἔφερες στὴν πατρίδα μου μὲ τὸν καλὸν Ἀγαθάγγελο.

Ὅλο καὶ σκληρότερα βασανιστήρια

Ὁ Κουρίκιος ἀφοῦ πρῶτα τους βασάνισε ἐπειδὴ εἶδε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς μεταβάλλει τοὺς ἔστειλε στὸν Βικάριον τῶν Ἄμυσινων, ποὺ λεγόταν Δομετιανός. Ἀκολούθησε καὶ ἡ στοργικὴ Σοφία ἡ θετὴ μητέρα τοῦ Ἁγίου, μὲ πολλοὺς νέους, τοὺς ὁποίους ὁ ἱερὸς Κλήμης βάπτισε ἄλλοτε. Οἱ στρατιῶτες πολὺ κοπίασαν νὰ τὰ ξεχωρίσουν ἀπὸ ἐκεῖνον, καὶ δὲν μπόρεσαν. Ἔπεσαν κατὰ γῆς καὶ κρατοῦσαν δυνατά τα πόδια τοῦ μακαρίου καὶ δὲν ξεκολλοῦσαν ἀπὸ κεῖ, ἕως ὅτου ἔκοψαν τὰ κεφάλια τους. Ἔμειναν, λοιπόν, τὰ ἅγια σώματα τῶν νέων σὲ ἕνα κάμπο, ὅπου ἡ καλὴ Σοφία ἐπῆρε τὴν ἄδεια ἀπὸ τοὺς Ἁγίους νὰ μείνει πίσω νὰ ἐνταφιάσει τὰ σώματα, καὶ κατόπιν νὰ τοὺς συνάντηση πάλι.

Καὶ ἄλλα μαρτύρια

Κατόπιν ὁ Κουρίκιος τοὺς ἔστειλε στὸν Βικάριο. Ὁ Βικάριος πρῶτα τους ἔριξε σὲ ἕναν λάκκο μὲ ἀσβέστη ἄσβεστο. Ἀλλὰ ὁ Κύριος φύλαξε τοὺς Ἁγίους. Κατόπιν ἔβγαλαν τοὺς Ἁγίους καὶ ἄρχισαν νὰ τοὺς δέρνουν ἀλύπητα μὲ ράβδους σὲ ὅλο το σῶμα, τοὺς ἔσπασαν τὰ κόκκαλα καὶ ἔγδαραν δύο λωρίδες ἀπὸ τὴν ράχη τους, καὶ τοὺς ξάπλωσαν σὲ πυρωμένα κρεβάτια.

Ἀκόμη ἔβαλαν καὶ ἀπὸ πάνω ἀναμμένα κάρβουνα, καὶ ἔχυναν πίσσα καὶ λάδι, ποὺ λαμπάδιασαν καὶ καίγονταν. Ὅλοι νόμισαν, ὅτι πέθαναν. Καὶ ὁ Βικάριος βλέποντας, ποὺ δὲν σάλευαν καὶ εἶχαν καὶ τὰ μάτια κλειστά, διέταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ σβήσουν τὴ φωτιά, καὶ νὰ ρίξουν τὰ λείψανα στὸ ποτάμι. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ μακάριοι κοιμόνταν ὕπνο γλυκὺ καὶ θαυμάσιο. Στὸν ὕπνο τοὺς εἶχε πάει ὁ ἀγωνοθέτης Χριστὸς μὲ πλῆθος Ἀγγέλων καὶ τοὺς εἶπε: — Μὴ φοβεῖσθε. Ἐγὼ εἶμαι κοντά σας. Οἱ Ἅγιοι ξύπνησαν καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον τὸ ὅραμα, ποὺ εἶδαν στὸν ὕπνο τους, λὲς καὶ κοιμόνταν σὲ δροσερὰ χορτάρια, ὄχι νὰ καίγονται μέσα σὲ φλόγες φωτιᾶς.

Ὁ Δομέτιος ὅταν εἶδε ὅτι νίκησαν καὶ τὴ φωτιά, ἀπελπίσθηκε τελείως. Μὴ ξέροντας λοιπὸν ποιὰ ἄλλη τιμωρία καὶ μαρτύριο νὰ τοὺς δώσει, τοὺς ἔστειλε στὸν Μαξιμιανό, ποὺ ἐρχόταν τότε ἀπὸ τὴν Ταρσὸ στὴν Ἄγκυρα. Ὁ μακάριος Κλήμης εἶχε τόση δίψα νὰ πάθη καὶ ἄλλα γιὰ τὸν Χριστό, ὥστε παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ βασανίζεται γιὰ τὴν ἀγάπη Του σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ ἔλεγε: Δέσποτα Θεέ, μόνε Βασιλεῦ τῶν αἰώνων, μὴ μὲ πάρεις ἀκόμη στὸ μέσον των ἥμερών μου, ἀλλὰ κάμε μου τὴν χάρη αὐτή, νὰ πάσχω ὅλη μου τὴ ζωὴ γιὰ τὴν ἀγάπη σου κολαστήρια, ἕως νὰ σοῦ θυσιάσω ὅλα τα μέλη μου, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαύσω πάλιν λαμπρότερα. Καθὼς ἔλεγε αὐτά, ἄκουσε φωνὴ ἄνωθεν ποὺ ἔλεγε: Ὅτι ἐζήτησες, Κλήμη, ἔχε το. Λοιπὸν πάρε δύναμη καὶ τρέχε ἀνδρείως τὸν δρόμο τῆς ἀθλήσεως, διότι ὅλος ὁ καιρὸς τῆς ζωῆς σου θὰ τελειώσει μὲ μαρτύριο 28 ἔτη μαζὶ μὲ ἐκεῖνα ποὺ πέρασες ἕως σήμερα.

Ἔφτασαν τέλος στὴν Ταρσὸ καὶ παρουσιάσθηκαν στὸν βασιλέα. Αὐτὸς διέταξε νὰ ἀνάψουν καμίνι. Ἐκεῖ ἔριξαν τοὺς Ἁγίους. Μέσα στὸ καμίνι τοὺς ἀφήκαν ἕνα ἡμερονύκτιο, γιὰ νὰ μὴ μείνει ἀπ” αὐτούς, οὔτε κόκαλο. Ἀλλὰ ἡ θεία χάρις τοὺς δρόσιζε, καὶ τοὺς διεφύλαξε ἀβλαβεῖς. Ἀπ” ἔξω δὲ ἀκουγόταν ἦχος γιορτῆς καὶ ἔβγαινε εὐωδία θαυμάσια. Τὴν ἄλλην ἡμέρα, ἀφοῦ ἔσβησε ἡ φλόγα, ἐπῆγε ὁ βασιλεὺς νὰ δή. Τοὺς βλέπει, ὢ τοῦ μεγάλου θαύματος, καὶ δὲν εἶχε καεῖ οὔτε μιὰ τρίχα τους. Κατόπιν διέταξε νὰ τοὺς σέρνουν μέχρι νὰ ξεσχισθοῦν οἱ σάρκες τους. Ἀλλὰ καὶ αὐτό, ἐκεῖνον ζημίωσε περισσότερο. Γιατί, ὅσοι εἶδαν τὸ θαῦμα, μέσα στὶς φλόγες νὰ βγοῦν ζωντανοί, βλέποντας πάλιν αὐτοὺς νὰ τοὺς σέρνουν τόσο σκληρὰ καὶ βίαια καὶ νὰ μὴ πεθαίνουν, πίστεψαν στὸν Χριστό, ἀφοῦ γνώρισαν τὴν πολλὴ καὶ ἀνυπέρβλητη δύναμή του.

Ἀποροῦσε, λοιπόν, ὁ Μαξιμιανὸς καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ τοὺς κάμει. Τοὺς καταδίκασε τότε νὰ μείνουν σὲ σκοτεινὴ φυλακὴ τέσσερα χρόνια. Ἔλπιζε, ὅτι θὰ βαρεθοῦν τὴ φοβερὴ ζωή της φυλακῆς καὶ θὰ ὑπακούσουν. Ἐξέταζε, καὶ ἐπὶ τέλους βρῆκε ἕνα σκληρὸ ἡγεμόνα, ποὺ λεγόταν Σακερδώνας. Αὐτὸς εἶχε θανατώσει πολλοὺς Χριστιανοὺς μὲ δεινὰ βασανιστήρια.

Ἐπῆγαν τότε τοὺς μάρτυρες στὸν τύραννο αὐτὸν στὸ κριτήριο νὰ τοὺς ἐξετάσει. Ἄρχισε λοιπὸν καὶ αὐτός, πότε μὲ ἀπειλὲς καὶ πότε μὲ κολακεῖες, νὰ μπορέσει νὰ τοὺς κάμει εἰδωλολάτρες. Ὅταν ὅμως εἶδε, ὅτι μὲ τὰ λόγια δὲν ἔκανε τίποτε, τοὺς βασάνισε καὶ αὐτός, καθὼς καὶ οἱ προηγούμενοι τύραννοι ἀλλὰ δὲν κατάφερε νὰ τοὺς ἀλλάξει. Τότε ντροπιασμένος ἔπεσε λιπόθυμος. Τότε ἕνας ἡγεμόνας, ὀνόματα Μάξιμος ζήτησε νὰ τοὺς πάνε σὲ ἐκεῖνον καὶ αὐτὸς θὰ τοὺς θανατώσει. Ἐκεῖνος πρῶτα προσποιήθηκε τὸν φίλο. Ἀφοῦ ὅμως δὲν εἶδε ἀποτελέσματα πέταξε τὸ προσωπεῖο καὶ φανερώνει τὸν πραγματικὸ Μάξιμο. Τοὺς βασάνισε ἀλλὰ ἔβλεπε ὅτι δὲν κατάφερνε τίποτα καὶ ἀπελπίστηκε.

Σὲ ἄλλον ἀγριότερο τύραννο

Τὸ ἀνήγγειλε καὶ στὸν βασιλέα. Καὶ ὁ βασιλεὺς μὴ ἔχοντας τί νὰ κάνη ἄλλο τοὺς ἔβαλε στὴ φυλακή, ἕως ὅτου ἀποθάνουν. Τότε τοὺς στείλανε στὸν Ἀφροδίσιο ὅμως καὶ αὐτὸς δὲν κατάφερε τίποτα. Ὅταν πέρασαν χρόνια καὶ ἔβλεπαν οἱ φρουροί, ὅτι παρ” ὅλες τὶς στερήσεις οἱ Μάρτυρες δὲν πέθαιναν, βαρέθηκαν καὶ ἀνέφεραν στὸν βασιλέα τὴν ὑπόθεση,

Τότε καὶ ὁ βασιλεὺς θύμωσε καὶ ἄρχισε νὰ ὑβρίζει τοὺς θεούς του, ποὺ δὲν κατάφεραν νὰ θανατώσουν δυὸ ἐχθρούς τους, ποὺ τοὺς μάχονταν. Ἔπειτα ρώτησε ἀπὸ ποιὰ χώρα ἤσαν οἱ Μάρτυρες. Ὅταν ἔμαθε, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα, ἔστειλε αὐτοὺς ἐκεῖ, μὲ γραφτῆ διαταγὴ νὰ τοὺς θανατώσει ὁ ἡγεμόνας τῆς Ἀγκύρας, ὁ Λούκκιος. Τοιουτοτρόπως ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὁ Κύριος ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τῶν δούλων του, ἀφοῦ τοὺς ἀπέστειλε τελευταία στὴν πατρίδα τους, ὅπως εἶχαν ζητήσει. Πέρασαν τόσους κινδύνους στὶς διάφορες πόλεις καὶ χῶρες, γιὰ νὰ λάβουν στὴν πατρίδα τοὺς τὸν ποθούμενο θάνατον. Ἔφυγαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ εὐχαριστημένοι καὶ ἐπῆγαν στὴν Ἄγκυρα. Ὁ ἡγεμόνας τοὺς φυλάκισε, ἀφοῦ διέταξε νὰ τοὺς δέσουν ἀπὸ ἕνα ξύλο, καὶ στὰ πόδια τοὺς ἕνα μεγάλο λιθάρι, γιὰ νὰ μὴ μπορεῖ κανεὶς νὰ κινηθεῖ.

Ἀποκεφαλίζεται ὁ Ἀγαθάγγελος

Ὁ Λούκιος ἄρχισε ἀπὸ τὸν Ἀγαθάγγελο. Στὴν ἀρχὴ τὸν βασάνισε μὲ πολλὰ μαρτύρια τέλος ὅμως ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐναντίον τοῦ τὴν τελευταία ἀπόφαση, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὸν διαστρέψει. Τὸν πῆγαν λοιπὸν σὲ ἕνα μέρος, ποὺ λεγόταν Κρυπτόν, καὶ ἐκεῖ ἔκοψαν τὴν ἁγία κεφαλήν του, στὶς 5 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου. Ἡ μακαρία του ψυχὴ ἐπῆγε στὴν οὐράνια ἀπόλαυση καὶ χαίρεται μετὰ τῶν Ἁγίων αἰώνια. Ἡ θεοφιλὴς Σοφία, ὅταν εἶδε, ὅτι ὁ Ἅγιος τελείωσε, χάρηκε. Κατόπιν πῆρε τὸ ἅγιο λείψανο καὶ τὸ ἔθαψε σὲ τόπον ἀπόκρυφο μὲ πολλὴ εὐλάβεια. Ὁ πολυάθλος Κλήμης ἔμαθε ὅτι ὁ Ἀγαθάγγελος τελείωσε ἅγια, καὶ εὐχαρίστησε θερμὰ τὸν Θεό. Κατόπιν ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε νὰ δίνουν κάθε μέρα στὸν Κλήμη ἑκατὸν ραπίσματα στὸ πρόσωπο, ποὺ νὰ κάνουν ἑκατὸ πληγές, κάθε μέρα. Τὸ ξύλο, ποὺ τὸν εἶχαν δεμένο καὶ τὸ λιθάρι, κοκκίνιζαν ἀπὸ τὰ αἵματα. Ὁ Ἅγιος ὑπέμενε εὐχαριστώντας τὸν Θεό. Τὴν νύκτα δὲ πάλιν ἐρχόταν Ἄγγελος μὲ φῶς ἄμετρο καὶ τὸν θεράπευε. Μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, ὑπέμενε ὁ θεῖος Κλήμης τὴ φυλακὴ δεμένος μὲ τὸ λιθάρι, νὰ τὸν δέρνουν κάθε μέρα, ἕως ὅτου πέρασαν οἱ 28 χρόνοι, ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ ἄρχισαν τὰ μαρτύριά του, ὅποτε ἔλαβε καὶ τὴν σφαγὴ κατὰ τὸν ἕξης τρόπον.

Κι τελευταία Λειτουργία του

Ἡ εὐσεβὴς Σοφία, εἶχε μεγάλο πόθο νὰ δεῖ τὸν Κλήμη νὰ λειτουργήσει. Μιὰ νύκτα, λοιπόν, ποὺ ἔκαναν τὴν ἀγρυπνία τῶν Θεοφανείων, ἀπὸ μεγάλο ζῆλο, τόλμησε νὰ κάμει μεγάλη ἀνδραγαθία ἡ πανσεμνή. Δωροδόκησαν τοὺς φύλακες, ἔλυσαν τὸν Ἅγιο, καὶ τὸν ἕντυσε ἡ Σοφία λευκὴ στολή, τοῦ ἔβαλε καὶ τὸ ὠμοφόριο, καὶ ἐπῆγαν στὴν ἐκκλησία μὲ λαμπάδες καὶ θυμιάματα. Ἐκεῖ φόρεσε καὶ ἡ Σοφία λευκὴ στολή, γιὰ νὰ δείξει τὴν εὐχαρίστηση τῆς ψυχῆς της, ποὺ εἶχε γιὰ τὸν θετό της υἱό. Ὁ Ἅγιος προγνώρισε τότε τὸ τέλος του, καὶ κρατώντας τὸ Εὐαγγέλιο, ὕψωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό,. προσευχήθηκε καὶ γιὰ τὴ θετὴ μητέρα του καὶ γιὰ ὅλο το ποίμνιο, καὶ γιὰ ὅσους τὸν ἑορτάζουν, νὰ τοὺς δώσει ὁ Κύριος, σωτηρία ψυχῆς καὶ ὅτι ἄλλο ζητήσουν. Μὲ τὴν «ἀγρυπνία» πέρασαν ὅλη τὴν νύκτα, καὶ μὲ τὶς πόρτες κλεισμένες καλά. Κατόπιν λειτούργησε ὁ Ἅγιος καὶ τοὺς κοινώνησε τὰ θεία Μυστήρια. Ἔπειτα ἔκαμε καὶ κήρυγμα θαυμάσιο ὁ θεῖος Κλήμης, καὶ τοὺς πότισε οἶνο θεολογίας γλυκύτατο. Ἔπειτα ἐπειδὴ κατάλαβε, ὅτι ἤσαν ὅλοι φοβισμένοι, μήπως ἔλθουν στρατιῶτες καὶ τοὺς σκοτώσουν, προφήτευσε καὶ τοὺς εἶπε τί μέλλει νὰ γίνει. Μὴ φοβεῖσθε, ἀδελφοί, ἀλλὰ ἔχετε θάρρος. Κανένας ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ σκοτωθεῖ. Μόνον ἐμένα θὰ σκοτώσουν τὴν δωδέκατη ἡμέρα, μαζὶ μὲ τοὺς δυὸ Διακόνους τὸν Χριστόφορο καὶ τὸν Χαρίτωνα. Ἔπειτα θὰ σβήσει ὁ θυμὸς τῶν εἰδώλων, θὰ εἰρηνεύσει ὁ κόσμος, θὰ κηρύττεται ὁ Χριστὸς σὲ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ φρούρια, θὰ κλείσουν οἱ βωμοὶ τῶν Ἑλλήνων, καὶ θὰ φύγουν ὅσοι προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα. Τοῦτο θὰ γίνει σὲ λίγο καιρό, καὶ θὰ τὸ ἰδοῦν πολλοὶ ἀπό σας. Αὐτὰ προφήτευσε ὁ Ἅγιος, καὶ ἡ σοφὴ Σοφία ἀπὸ τὴν χαρά της, μάζεψε χῆρες καὶ ὀρφανὰ καὶ τὰ ἔτρεφε.

Ὁ Ἅγιος Ἀποκεφαλίζεται

Ὅταν ἦλθε ἡ ὁρισμένη ἡμέρα, ἦταν Κυριακή. Ὁ Ἅγιος λειτούργησε καὶ τοὺς κοινώνησε ὅλους. Κατὰ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔκλινε ὁ Ἅγιος τὴν κεφαλὴν στὴν Ἁγία τράπεζα, ἦλθε ἕνας ἄρχοντας, ποὺ λεγόταν Ἀλέξανδρος μὲ πλῆθος ἀπὸ στρατιῶτες, μπῆκαν μέσα στὸν Ναὸ ἔξαφνα, πρόσταξε ἕνα στρατιώτη, καὶ μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ κεφάλι τοῦ Ἁγίου.

Κατόπιν ἔριξαν τὴν Ἁγία Προσφορὰ κάτω καὶ τὴν ποδοπάτησαν. Μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, λοιπόν, εἶδε ὁ μέγας Κλήμης τὸ ποθούμενο τέλος, καὶ ἔγινε θυσία εἰς τὸν Θεό. Ὅσοι ἤσαν ἐκεῖ ἔφυγαν κλαίγοντας. Οἱ δύο Διάκονοι ποὺ συλλειτουργοῦσαν μὲ τὸν Ἅγιο, ἔστεκαν στὴν Ἁγία τράπεζα καὶ ἐκεῖ τους σκότωσαν καὶ αὐτούς.

Τότε ἡ πιστὴ Σοφία, ἐπῆρε τὸ πολυάθλο σῶμα του, μὲ ἄσματα καὶ μὲ ὕμνους, ὅπως ἔπρεπε, τὸ τύλιξε σὰν πολύτιμο θησαυρό, μὲ καθαρὸ σεντόνι, καὶ μὲ λαμπρότητα ἔβαλε τὸν λαμπρὸ Μάρτυρα εἰς τὸ Κρύπτο, ὅπου εἶχε ἐνταφιάσει καὶ τὸν Ἀγαθάγγελο.

Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Ἦχος δ΄.

Κλῆμα ὁσιότητος, καὶ στέλεχος ἀθλήσεως, ἄνθος ἱερώτατον, καὶ καρπὸς ὡς θεοσδοτος, τοῖς πιστοῖς πανίερε, ἠδύτατος ἐβλάστησας. Ἀλλ’ ὡς Μαρτύρων συνάθλος, καὶ Ἱεραρχῶν συνθρόνος, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ

Ὡς ἀγαθῶν ἀγγελιῶν προμηθέα, τῆς πρὸς ἠμᾶς τοῦ Ἰησοῦ εὐσπλαγχνίας, χαρμονικῶς ὑμνοῦμέν σε Μαρτύρων στερρέ· σὺ γὰρ Ἀγαθάγγελε, ἐναθλήσας νομίμως, στάσεως ἠξίωσαι τῆς Ἀγγέλων ἀξίως· μεθ’ ὧν πρεσβεύοις πάντοτε Χριστῷ, πάσης ρυσθῆναι, ἠμᾶς περιστάσεως.

πηγή