αρχείο λήψηςΠρόλογος
Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴν Θεσσαλονίκη. Ἀπὸ μικρὸς ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἐκάρη Μοναχὸς στὸ Μοναστήρι τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Θεοδώρου καὶ Μερκουρίου. Μιμούμενος τὶς ἀρετὲς τῶν Ἅγιών της Ἐκκλησίας μας, ἀγωνιζόταν ὑπεράνθρωπα νὰ τὶς ἀπόκτηση. Ἐπάνω στὴν ἀμυγδαλιὰ ἔδωσε τοὺς μεγάλους ἀγῶνες του, ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῆς φύσεως καὶ ἐναντίον τῶν ἀδυναμιῶν τῆς σάρκας. Καὶ ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος εἶδε τοὺς ἀγῶνες καὶ βράβευσε τὸν ἀγωνιστή.
Καὶ δὲν τοῦ δώρησε μόνο πλούσια τα χαρίσματα ἐπὶ τῆς γῆς, ἄλλα καὶ τὴν αἰώνια Βασιλεία γιὰ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς πολυμόχθους κόπους του καὶ ἀπόλαυση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.
Γέννηση περι τό 450.
Κοίμηση, μεταξύ των ετων 535 καί 541

Ἀπὸ μικρὸς ἄκολουθησέ το Χριστὸ
Ο Ὅσιος πατέρας μᾶς Δαβίδ, ὁ ἐπίγειος Ἄγγελος καὶ ἐπουράνιος ἄνθρωπος, γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε στὴν λάμπρη καὶ μεγάλη πόλη της. Θεσσαλονίκης. Ἀπὸ μικρὸς σήκωσε τὸν Σταυρὸ μὲ πλημμυρισμένη τὴν καρδιά του ἀπὸ θεῖο, ἔρωτα. Περιφρόνησε κάθε σωματικὴ ἀνάπαυση, ἐγκατέλειψε φίλους καὶ συγγενεῖς, τιμὴ καὶ πρόσκαιρη δόξα, χρήματα, κτήματα καὶ κάθε ἄλλη προσωρινὴ εὐτυχία, ἀκόμη καὶ τὴν ψυχή του, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ παραγγελία, καὶ ἀκολούθησε τὸν Δεσπότη Χριστό.

Ἐκάρη Μοναχὸς
Ἐκάρη λοιπὸν Μοναχὸς καὶ ἔμεινε στὸ Μοναστήρι τῶν Μαρτύρων Θεοδώρου καὶ Μερκουρίου ποὺ ὀνομάζεται τῶν Κουκούλιατων. Σὲ αὐτὸ ἡσύχαζε, ἀγωνιζόταν ὑπεράνθρωπα καὶ τηροῦσε μὲ κάθε ἐπιμέλεια ὅλες τὶς ἀρετές. Περισσότερο μάλιστα ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρετές, ἀσκοῦνταν στὴν ἐγκράτεια καὶ στὴν ταπείνωση, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ ὅτι ὁ χορτασμὸς τῆς κοιλίας διώχνει τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν σωφροσύνη καὶ ἡ κενοδοξία πάλι ἐξαφανίζει τελείως ὅλες τὶς ἀρετές. Γι’ αὐτὸ φρόντιζε νὰ ἀπόκτηση σὰν συνετὸς ποὺ ἦταν, τὴν ταπεινοφροσύνη.

Μιμεῖται τοὺς Ἁγίους στὶς ἀρετὲς
Διαβάζοντας ὁ Ὅσιος μέρα καὶ νύκτα τὶς θεῖες Γραφές, θαύμαζε τὶς ἀρετὲς τῶν Ἅγιων, τῶν πρὸ τοῦ νόμου, καὶ μετὰ τὸν νόμο, πὼς τοὺς δόξασε ὁ Θεός, διότι ὑπάκουαν στὶς ἐντολές Του καὶ τὸν εὐχαριστοῦσαν ὅπως ἔπρεπε. Καὶ τὸν μὲν Ἄβελ μὲ τὴν θυσία τὸν ἔλαμπρυνε, τὸν Ἀβραὰμ μὲ τὴν πίστη, τὸν Ἰωσὴφ μὲ τὴν σωφροσύνη, τὸν Ἰὼβ μὲ τὴν ὑπομονὴ τὸν Μωυσῆ ἀνέδειξε νομοθέτη καὶ τὸν Δανιὴλ καὶ τοὺς τρεῖς παῖδες: φύλαξε ἀβλαβεῖς, ἄπο τὸ καμίνι καὶ τὰ λεοντάρια. Σκεπτόμενος τὴν ζωή του, ὁ θαυμάσιος Δαβίδ, φρόντιζε, ὁλόψυχα τόσο μποροῦσε νὰ τοὺς μιμεῖται γιὰ νὰ γίνη κληρονόμος τους στὴν Οὐράνιο Βασιλεία. Θαύμαζε ἐπίσης διαβάζοντας καὶ τοὺς βίους τῶν Ὅσιων, ποὺ ἄσκητευσαν μετὰ τὴν σωτήρια σάρκωση τοῦ Σωτῆρος, οἱ ὅποιοι ἔκαναν τέτοιους θαυμάσιους ἀγῶνες καὶ πνευματικὲς ἐπιδόσεις καὶ μάλιστα τὸν ὅσιο Συμεὼν τὸν θαυμαστορείτη, τὸν συνώνυμό του, καὶ τὸν Δανιὴλ καὶ Πατάπιο, τοὺς ὀτυλίτες, οἱ ὅποιοι πέρασαν τὴν ζωὴ ἰοὺς στὸ ὕπαιθρο ἄστεγοι, βασανιζόμενοι, ἀπὸ τοὺς ἀνέμους, τὶς βροχὲς καὶ τὰ χιόναι. Ὅταν διάβαζε τοὺς βίους αὐτοὺς ἔκλαιγε καὶ τόσο κατενυγετο, ὥστε ὁ ἀείμνηστος ἀπεφάσισε νὰ πέραση τὴν ἴδια δύσκολη ζωὴ ὅσο καιρὸ μποροῦσε γιὰ νὰ βρῆ ἄνεση μετὰ τὸν θάνατό του.

Ἄσκητευει πάνω στὴν ἀμυγδαλιὰ
Μιὰ μέρα λοιπὸν κατανύχτηκε πολὺ ἡ καρδιά του. Ἔτσι ἀφοῦ ἀνέβηκε σὲ μιὰ ἀμυγδαλιά, ποὺ βρισκόταν στὸ δεξιὸ μέρος τῆς Ἐκκλησίας, ἔμεινε πάνω σε ἕνα κλαδὶ τοῦ δένδρου, στὸ ὅποιο ἔκανε ὅπως μπόρεσε ἕνα μικρὸ κρεβάτι. Ἐκεῖ ἀσκήτευε καρτερικὸ μὲ θαυμάσια ὑπομονή, βασανιζόμενος ἄπό τους ἀνέμους, τὶς βροχὲς καὶ τὰ χιόνια, καταφλεγόμενος ἀπὸ τὸ κάψιμο τοῦ ἥλιου τὸ καλόκαιρι, θλιβόμενος φοβερὰ καὶ ἄπο ἄλλες στενοχώριες. Ὢ τῆς καρτερίας καὶ τῆς θαυμασίας πολυάθλσυ καὶ καθημερινῆς ὕπομονης τοῦ Μάρτυρος. Καὶ πὼς ὑπέφερε ὁ ἀείμνηστος τόση κακοπάθεια.
Οἱ ἄλλοι στυλίτες εἶχαν καὶ λίγη σταθερότητα, διότι οἱ στύλοι ἤσαν κτιστοί, καὶ ἔμεναν ἀκίνητοι. Καὶ πάλι, ὁτὰν κοίμωντουσαν ἡ ἔκαναν κάποια ἄλλη ἀναγκαία ἐργασία, ἤσαν ἀκίνητοι. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἀδαμάντινος κινοῦνταν πάντοτε πάνω στὸ κλαδὶ τοῦ δένδρου, χωρὶς νὰ ἔχει ποτὲ ἄνεση, βασανιζόμενος ἄπο τὶς βροχὲς καὶ τοὺς ἄνεμους καὶ θλιβόμενος φοβερὰ ἄπό το χιόνι.

«Δίκαιος ὦσι φοῖνιξ ἀνθήσει»
Ἂν καὶ τόσα πολλὰ ὑπέφερε ὁ καρτερόψυχος, δὲν τεμπέλιασε οὔτε στὸ παραμικρὸ ὀλιγοψύχησε οὔτε ἀδιαφόρησε, οὔτε ἀλλοιώθηκέ το ἀγγελικὸ πρόσωπό του, ἄλλα ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ ὡραῖο σὰν τριαντάφυλλο. Πράγματι σὲ αὐτὸν τὸν μακάριο ἔκπληρωθηκε ὁ λόγος τοῦ προφήτου, «Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, καὶ ὥσει κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνω πληθυνθήσεται». Διότι μὲ τὶς πράξεις τοῦ ἀνθησε καὶ αὐτὸς ὅπως ὁ φοίνικας καὶ ἀπέδιδε καρπὸ στὸν Θεὸ ὅπως ἁρμόζει, γλυκύτερο καὶ ὠφελιμότερο ἄπο τὴν ἀμυγδαλιὰ καὶ τὸν φοίνικα. Ἐπειδὴ τὸ μὲν δένδρο κάνει ἄνθη καὶ καρπὸ ποὺ φθείρονται σὲ ἀνθρώπινη τέρψη καὶ ἀπόλαυσι, ὁ δὲ Ὅσιος εὐχαριστοῦσε κάθε στιγμὴ τὸν Ἀγαθὸ Θεὸ μὲ καρποὺς θεωρίας καὶ πράξεως, ὑμνολογώντας καὶ δοξάζοντας ἀσταμάτητα Αὐτόν.

Οἱ μαθητὲς τοῦ τὸν παρακαλοῦν
νὰ κατέβει ἀπὸ τὴν ἀμυγδαλιὰ

Εἶχε ὁ Ὅσιος καὶ μερικοὺς μαθητές, οἱ ὅποιοι, ἤσαν ἐξαιρετικὰ εὐλαβεῖς καὶ φιλοχριστοι, καὶ οἱ ὅποιοι κοπίαζαν ἀγωνιζόμενοι μαζί του. Πολλὲς φορὲς τὸν παρακαλοῦσαν, νὰ κατεβεῖ ἄπό το δένδρο, νὰ τοῦ κτίσουν κελλί, ὅπως τοῦ ἄρεσε, ἥσυχο, γιὰ νὰ τοὺς ποιμαίνη γιὰ τὴν σωτηρία τους. Ἄλλα αὐτὸς τοὺς ἔλεγε. «Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα μου, ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος ἄνθρωπος. Ἄλλα ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ κάλος βοσκὸς ποὺ προσφέρει τὴν ψυχὴ Τοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων (Ἴωαν. 1, 11), Αὐτὸς νὰ σᾶς φυλάη ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ δαίμονα, καὶ νὰ σᾶς ἀξίωση ὡς Ὑπεράγαθος, τῆς αἰωνίου Βασιλείας Του. Διότι ἐγώ, ζεῖ Κύριος ὁ Θεός μου Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν κατεβαίνω ἄπο αὐτὸ τὸ δένδρο, μέχρι νὰ περάσουν τρία χρόνια καὶ πάλι: μὲ τὴν δική Του ἐντολή. Διότι χωρὶς νὰ εἶναι θέλημά Του, δὲν κατεβαίνω καθόλου ἀπὸ ἐδῶ».
Οἱ μαθητὲς τοῦ ὅταν εἶδαν ὅτι δὲν ἄλλαζε γνώμη, δὲν τὸν ἐνόχλησαν πάλι.

Ἄγγελος Κυρίου τὸν ἐπισκέπτεται
Ὅταν λοιπὸν τελείωσαν τὰ τρία χρόνια, φάνηκε σὲ αὖτον Ἅγιος Ἄγγελος καὶ τοῦ εἶπε: «Δαβίδ, ἄκουσε ὁ Κύριος τὴν προσέυχή σου, καὶ σοῦ δίνει τὴν χάρη ποὺ πολλὲς φορὲς ζήτησες, νὰ εἶσαι ταπεινὸς καὶ μετριόφρων, νὰ τὸν φοβᾶσαι καὶ νὰ τὸν λατρεύης μὲ τὴν εὐλάβεια ποὺ ἁρμόζει. Κατέβα λοιπὸν ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ ἡσύχασε στὸ κελλί, εὐλογώντας τὸν Θεό, μέχρι νὰ τελείωσης καὶ ἄλλη οἰκονομία καὶ τότε θὰ βρῆς ἀνάπαυση ἄπα τοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ ψυχικὴ παρηγοριά».
Ὅση ὥρα τοῦ μιλοῦσε ὁ Ἄγγελος, ἄκουγε μὲ φόβο καὶ τρόμο. Ἔπειτα, ὅταν χάθηκε ὁ Ἄγγελος, ὁ Ὅσιος, εὐχαρίστησε τὸν Κύριο, καὶ εἶπε: «Εὔλογητος ὁ Θεός, ὁ ὅποιος δέχθηκε τὴν προσευχή μου καὶ μὲ ἐλέησε»

Κατεβαίνει ἀπὸ τὴν ἀμυγδαλιὰ
Τότε κάλεσε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς φανέρωσε τὴν ὀπτασία. Τοὺς εἶπε μάλιστα νὰ ἑτοιμάσουν καὶ τὸ κελλὶ σύμφωνα μὲ τὴν δεσποτικὴ ἐντολή. Ἐκεῖνοι, μὲ μεγάλη φροντίδα ἔκαναν ὅπως τοὺς εἶπε, εἰδοποίησαν καὶ τὸν ἅγιωτατο Ἀρχιεπίσκοπο Δωρόθεο, ὁ ὅποιος πῆρε χαρούμενός τους εὔλαβεστατους κληρικοὺς καὶ ἄφου ἀνέβηκε στὸν Ὅσιο τὸν ἀσπάσθηκε καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ τὸ δένδρο μὲ πολλὴ εὐλάβεια. Ἀφοῦ λειτούργησαν τὸν ἔβαλαν στὸ κελλί του, καὶ ἔκαναν μεγάλο πανηγύρι.
Ἔτσι αὐτοὶ ἐνῶ ἐπέστρεψαν χαρούμενοι, ὁ Ὅσιος ἔμεινε ἠσυχάζοντας στὸ κελλί, δοξάζοντας ὅπως καὶ πρὶν ἀσταμάτητα τὸν Κύριο, ὁ ὅποιος τόση Χάρη τοῦ χάρισε, ὥστε δαιμόνια ἔδιωχνε, τύφλους φώτιζε καὶ κάθε ἄλλη ἄγιατρευτη ἀρρώστια γιάτρευε, ἐπικαλούμενος τὸν Χρίστο: Ἄπό τα πολλὰ σημεῖα ποὺ ἔκανε νὰ ἄναφερουμε δύο.

Γιατρεύει τὸν νέο
Κάποιος νέος ποὺ εἶχε δαιμόνιο πῆγε μιὰ μέρα στὸ κελλὶ τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ἐφθάσε ἔξω ἄπο τὴν πόρτα φώναζε καὶ ἔλεγε: «Ἀπόλυσε μὲ Δαβίδ, δοῦλε τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, διότι φωτιὰ βγαίνει ἄπό το κελλί σου καὶ μὲ καίει».
Τότε ὁ Ὅσιος ἅπλωσε ἄπό το παράθυρο τὸ χέρι του καὶ κράτησε τὸν νέο, λέγοντας: «Ὁ Κύριος ἤμων Ἴηαους Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, σὲ διατάζει νὰ ἔξελθης ἄπό το πλάσμα του, πνεῦμα ἀκάθαρτο».
Αὐτὰ ἄφου εἶπε, σφράγισε τὸν νέο μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταύρου, καὶ ἀμέσως βγῆκε ὁ δαίμονας καὶ γιατρεύτηκε ὁ ἄνθρωπος. Ὅλοι ὅσοι ἤσαν ἐκεῖ, ὅταν εἶδαν τέτοιο θαῦμα δόξασαν τὸν Θεό, ὁ ὅποιος δοξάζει ὅσους τὸν δοξάζουν μὲ θεάρεστα ἔργα.

Γιατρεύει τὴν τυφλὴ γυναίκα
Κάποια γυναίκα ἦταν τυφλὴ καὶ δὲν ἔβλεπε καθόλου. Ὅταν ἄκουσε γιὰ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ὅσιου καὶ θαυμάσιου Δαβὶδ πῆρε κάποιον ὁδηγὸ καὶ πῆγε στὸ κελλί του. Ἔκει ἔπεσε ἔξω ἄπο τὴν πόρτα, ἔκλαιγε, καὶ ἔλεγε μὲ ταπείνωση πολλή: «Δοῦλε τοῦ εὐλογημένου Χριστοῦ βοήθησε μέ, μιμούμενος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ τὴν χρηστότητα, γλύτωσε μὲ ἄπο αὐτὸ τὸ μεγάλο βάσανο, καὶ χάρισέ μου τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, τὸ χαρμόσυνο σὲ ὅλους καὶ πανευφρόσυνο».
Καὶ ἔνω ἔλεγε αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ μὲ στεναγμοὺς καὶ θερμοτατα δάκρυα, δάκρυσε καὶ ὁ Ὅσιος συμμετέχοντας στὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη της, σὰν συμπαθής, ποὺ ἦταν καὶ εὔσλαγχνος. Ἔπειτα ἀφοῦ προσευχήθηκε πολὺ ὥρα στὸν Κύριό της εἶπε νὰ σηκωθῆ ἄπο τὴν γῆ, ὅπου εἶχε πέσει καὶ ἔκλαιγε, καὶ νὰ πλησίαση στὸ παράθυρο τοῦ κελλιού του.
Τότε ἅπλωσε τὸ δεξί του χέρι ἔξω ἄπό το παράθυρο καὶ ἀφοῦ σφράγισε τὰ μάτια τῆς ἀσθενοῦς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροί, προσευχόμενος πρὸς τὸν Κύριο πάλι ἔλεγε: «Κύριε Ἴησου Χριστέ, Υἱὲ τσὺ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκες ἐκ τῆς ἄειπαρθενου Μαρίας καὶ ἐκ Πνεύματος Ἅγιου, γιὰ νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸ σκοτάδι τὸν ἄνθρωπο, φιλάνθρωπε, καὶ γιὰ τὸν φέρης στὸ φῶς τὸ αἰώνιο, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ φώτισες, Αὖτος καὶ τώρα Δέσποτα, φώτισε καὶ τὴν δούλη σου αὐτὴ ἐπειδὴ εἶσαι παντοδύναμος. Διότι σὺ εἶσαι ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν μας, καὶ Σὲ δοξάζουμε πάντοτε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».
Μετὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Ὅσιου, φωτίσθηκε ἀμεσὼς ἡ πρώην τυφλὴ καὶ ἔβλεπε λαμπρὰ καὶ καθαρά, εὐχαριστοῦσα τὸν Ὅσιο καὶ δοξάζουσα τὸν Κύριο.

Ὅλους τους γιάτρευε
Αὐτὸ τὸ μεγάλο κατόρθωμα ὁτὰν ἄκουσαν οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν εἶχαν ὅλοι σὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ τὸν τιμοῦσαν σὰν θεῖο Ἄγγελο. Καὶ ὁποῖος εἶχε κάποια ἀσθένεια πήγαινε σὲ αὐτὸν καὶ μόλις ἄγγιζε μὲ τὸ δεξί του χέρι τὸν ἄρρωστο ἔφευγε ἀμέσως καὶ σκόρπιζε κάθε ἀρρώστια, ὅπως διαλύεται τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς. Πολλὰ λοιπὸν καὶ θαυμάσια ἀφοῦ ἔκανε, δοξάσθηκε πολὺ ἄπό τους ἀνθρώπους καὶ ὅλοι τὸν σεβόντουσαν.

Ὅλοι ψηφίζουν τὸν Ὅσιο νὰ τοὺς ἐκπροσώπησει στὸν Βασιλέα
Μετὰ ἄπο πολλὰ χρόνια πέθανε ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Δωρόθεος, καὶ τὴν θέση τοῦ ἔλαβε ἄλλος ἐπίσης ἐνάρετος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Ἀριστείδης. Ὅμως τὸν καιρὸ ἐκεῖνο γινόντουσαν στὴν Θεσσαλία ἄπό τους βαρβάρους, μεγάλες ζημίες καὶ πολλὴ ἀναταραχή. Ὁ ἔπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἔγραψε στὸν Μητροπολίτη, νὰ πάει στὸ βασιλέα, ἡ νὰ στείλη κάποιον ἐνάρετο ἄνθρωπο νὰ τὸν παρακάλεση νὰ ψήφισει ἔπαρχο στὴν Θεσσαλονίκη ἐξ αἰτίας τῶν προβλημάτων ποὺ δημιουργοῦσαν οἱ βάρβαροι διότι δὲν ὑπῆρχε στὴν Θεσσαλονίκη ἔπαρχος ἄλλα μόνον τοποτηρητής, καὶ ὑπαγόντουσαν στὸν ἔπαρχο Σιρμίου. Ὅταν λοιπὸν διάβασε ὁ ἁγιώτατος Ἀριστείδης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θεσσαλονίκης, τὴν ἐπιστολὴ τοῦ ἔπαρχου μπροστὰ στοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς ἄρχοντες τῆς πόλεως τοὺς εἶπε νὰ ψηφίσουν κάποιον κατάλληλο καὶ λόγιο ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν στείλουν στὸν βασιλέα γιὰ τὴν ὑπόθεση ἀντη.
Τότε ὅλοι οἱ συγκεντρωμένοι στὴν Ἐκκλησία τῆς πόλεως συμφώνησαν καὶ εἶπαν νὰ στείλουν τὸν Ὅσιο Δαβὶδ γιὰ νὰ τὸν σεβασθῆ ὁ εὐσεβέστατος βασιλεὺς ὡς ἐνάρετο καὶ Ἅγιο ἄνθρωπο, καὶ νὰ δεχθῆ τὴν παράκλησή τους.
Αὖτο ἐγινὲ κατὰ οἰκονομία τῆς θείας Προνοίας, γιὰ νὰ ἐκπληρωθῆ ἡ πρόβλεψη τοῦ Ἀγγέλου, ὁ ὅποιος εἶπε στὸν Ὅσιο νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὸ δένδρο, γιὰ νὰ κάνει καὶ ἄλλη οἰκονομία καὶ τότε νὰ ἀπέλθει πρὸς Κύριο.

Ὁ Ὅσιος δέχθηκε τὴν παράκλησή τους
Ἀφοῦ πηρὲ λοιπὸν ὁ Ἄρχιερεύς τους πιὸ εὐλαβεῖς ἀπὸ τοὺς Κληρικοὺς καὶ λαικοὺς πῆγαν στὸν Ὅσιο καὶ τοῦ ἀνήγγειλαν τὴν ὑπόθεση καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ πάει στὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὸ ὡς ἄνω ζήτημα. Ὁ Ὅσιος στὴν ἀρχὴ προφασίσθηκε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ πάη ἐπειδὴ ἦταν γέροντας, ἔπειτα βλέποντας, ὅτι ὅλοι τὸν πίεζαν νὰ πάει δέχθηκε γιὰ νὰ μὴ γίνη καὶ παρήκοος τοῦ Ἀρχιερέως καὶ ὅλων των φιλοχρίστων πολιτῶν ποὺ τὸν παρακαλοῦσαν.

Ὁ Ὅσιος τους προλέγει γιὰ τὴν ἐπιτυχία καθὼς καὶ γιὰ τὸ τέλος του.
Ἀφοῦ ὁ Ὅσιος θυμήθηκε καὶ τοῦ ἀγγέλου τὴν πρόβλεψη λέει στὸν Ἀρχιεπίσκοπο: Ἃς γίνει Ἅγιε Δέσποτα τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Ὅμως νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὁ μὲν βασιλεὺς μὲ τὶς εὐχές σας θὰ μοῦ χαρίση ὅσα τοῦ ζητήσω, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, ἀλλὰ τὸν Δαβὶδ δὲν θὰ τὸν ξαναδεῖτε πλέον ζωντανό, γιὰ νὰ συνομιλήσουμε. Διότι ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὰ βασίλεια πρὸς ἔσας, ὅταν θὰ βρίσκομαι ἄκομή σε ἀπόσταση 126 σταδίων ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινὸ κελί μου, τότε θὰ πάω πρὸς τὸν Δεσπότη μου».
Ὁ Ἀρχιέρευς νομίζοντας ὅτι ἔλεγε αὐτὰ ὡς πρόφαση, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀναγκάσουν, τὸν συμβούλευσε καὶ τοῦ εἶπε: «Μιμήσου, πάτερ μου, τὸν Ποιμένα μας καὶ Διδάσκαλο Χριστό, ὁ ὅποιος θανατώθηκε γιὰ μᾶς ὡς ἄνθρωπος καὶ πέθανε. Πέθανε λοιπὸν καὶ σὺ γιὰ τὸν λαό σου, γιὰ νὰ σὲ εὐχαριστήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἀπὸ τὸν Δεσπότη Χριστὸ νὰ λάβεις δόξα καὶ ἄπειρο ἔπαινο, σὰν μιμητὴς τοῦ πάθους Του».

Ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Βυζάντιο
Τότε βγαίνοντας ἀπὸ τὸ κελλι ὁ τρισμακάριος, ὅλοι τὸν προσκύνησαν, διότι ἡ μορφὴ τοῦ ἦταν ἕνα θαυμαστὸ θέαμα, οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς τοῦ ἔφθαναν ὡς τὴν ζώνη του, τὸ γένεια τοῦ μέχρι τὰ πόδια του, τὸ σεβάσμιο πρόσωπο τοῦ ἦταν ὡραῖο σὰν τοῦ Ἀβραάμ, ὥστε ὅποιος τὸν ἔβλεπε τὸν θαύμαζε. Ἀφοῦ λοιπὸν πῆρε δύο ἄπό τους μαθητές του, τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Δημήτριο, ἄνδρες εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους, ὄχι μόνο στὴν ψυχὴ ἀλλὰ ὅμοιοί του καὶ στὴν μορφὴ τοῦ σώματος, κατέβηκαν στὸν λιμάνι τῆς πόλεως, καὶ ἄφου μπῆκαν στὸ πλοῖο ἀνεχώρησαν. Ὅταν ἔφθασαν στὸ Βυζάντιο, ἀκούσθηκε ἡ φήμη τοῦ Ὅσιου σὲ ὅλη τὴν πόλι.

Τὸν ὑποδέχονται μὲ μεγάλες τιμὲς
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο Αὐτοκράτορας ἦταν ὁ εὐσεβὴς Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε. Ἡ βασίλισσα Θεοδώρα ἔστειλε ἐκπροσώπους της καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ πολλὴ εὐλάβεια.
Ὅταν εἶδε τὸ λαμπρὸ ἐκεῖνο καὶ ἄγγελομορφο πρόσωπο μὲ τέτοια λευκὰ μαλλιά, θαύμασε, τὸν προσκύνησε μὲ πολλὴ ταπείνωση καὶ τοῦ ζήτησε τὴν εὐχή του καὶ τὴν εὐλογία του. Πράγματι ὁ Ὅσιος εὐχήθηκε γιὰ τὸν βασιλέα, γιὰ αὐτὴν καὶ γιὰ ὅλη τὴν πόλη. Ἡ εὐσεβὴς βασίλισσα τὸν δεξιώθηκε μὲ τόση μεγάλη χαρὰ καὶ μὲ τόση περιποίηση διότι νόμιζε ὅτι Ἄγγελον Κυρίου δέχθηκε καὶ ὄχι ἄνθρωπο.
Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ βασιλεύς, τοῦ ἀνέφερε γιὰ τὸν Ὅσιο καὶ τοῦ εἶπε: «Ὁ Πανάγαθος Θεὸς μᾶς εὔσπλαχνιστηκε Δέσποτα καὶ ἔστειλε στὸ κράτος σου σήμερα τὸν Ἄγγελό του, ὁ ὅποιος ἦλθε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ μοῦ φάνηκε ὅτι εἶδα στὰ ἀλήθεια τὸν Ἀβραάμ».

Ὁ βασιλεὺς δέχτηκε αὐτὰ ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ Ὅσιος
Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἔδωσε ἐντολὴ ὁ βασιλεύς, ὅταν συγκεντρώθηκε ὅλη ἡ Σύγκλητος, νὰ ἔλθει ὁ Ὅσιος, μὲ τοὺς μαθητές του. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἔβαλε στὰ χέρια τοῦ ἀναμμένα κάρβουνα καὶ θυμίαμα καὶ θύμιασε τὸν βασιλέα καὶ ὅλη τὴν Σύγκλητο χωρὶς καθόλου νὰ βλάπτουν ἄπο τὴν φωτιὰ τὰ χέρια του, ἂν καὶ πέρασε περισσότερο ἄπο μία ὥρα μέχρι νὰ θυμίαση ὅλο τὸν λαό. Αὐτὸ τὸ θαυμάσιο, ὅταν τὸ εἶδαν, θαύμασαν ὅλοι.
Κατόπιν σηκώθηκε ἄπο τὸν θρόνο τοῦ ὁ βασιλεύς, τὸν ὑποδέχθηκε μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ πολλὴ εὐλάβεια, καὶ ἀφοῦ ἄκουσε τὶς ἀναφορὲς τοῦ Μητροπολίτη του, τὰ δέχθηκε ὅλα ὁ εὐσεβὴς καὶ φιλοχριστὸς βασιλεύς, ψηφίζοντας τὴν μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ ἔπαρχου ἄπό το Σίρμιο στὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ ὄχι μόνον ὅσα ἔγραφαν τὰ γράμματα ἐκπλήρωσε, ἀλλὰ καὶ ὅσα ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος μὲ μεγάλη προθυμία ἐξετέλεσε καὶ τὰ ὑπέγραψε κατὰ τὴν τάξη μὲ ἐρυθρὰ γράμματα, τὰ ὅποια μὲ τὰ ἴδια τοῦ τὰ χέρια ἔδωσε στὸν Ὅσιο καὶ τοῦ λέγει: «Εὔχου, τίμιε Πάτερ, δὶ’ ἔμε». Μετὰ τὸν προέπεμψε μὲ μεγάλη τιμὴ .

Τὸ τέλος τὸν Ὅσιου
Ὁ Ὅσιος ἔξεπληρωσε τὴν ἀποστολή του καὶ ἔπλευσε πρὸς τὴν Θεσσαλονίκη, ἄλλα δὲν ἔφθασε στὴν πόλη ὅπως προεφήτευσε. Ὅταν ἔφθασε στὴν περιοχὴ τοῦ Φάρου, εἶπε πρὸς τοὺς μαθητές του: «Τέκνα μου, ὁ καιρὸς τοῦ τέλους μου ἔφθασε, νὰ ἐνταφιάσετε τὸ λείψανό μου στὸ Μοναστήρι ὅπου διέμενα. Νὰ φροντίζετε τὴν ψυχή σας γιὰ νὰ βρεῖτε αἰώνια ἀνάπαυση». Αὐτὰ καὶ ἄλλα ψυχωφελῆ λόγια ἄφού τους εἶπε, ἔφθασαν ἀτὸ ἀκρωτήριο, ποὺ ὀνομάζεται Ἐμβολος. Ἀπὸ ἐκεῖ φαινόταν τὸ Μοναστήρι του, τὸ ὅποιο ἄφου κοίταξε ἔκανε τὴν προσευχή του, ἀσπάσθηκε τοὺς μαθητές του καὶ παρέδωσε ὁ τρισευτυχισμένος τὴν ψυχή του στὸν θεό.

Ἀγγελικὲς ὑμνωδίες
Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Ὅσιος φυσοῦσε ἰσχυρὸς ἄνεμος καὶ ἔνω μέχρι τότε ἔπλεαν μὲ μεγάλη ταχύτητα, τὸ πλοῖο, ὢ τοῦ θαύματος, σταμάτησε γιὰ πολλὴ ὥρα παρὰ τὸν δυνατὸ ἄνεμο χωρὶς νὰ κουνηθεῖ καθόλου. Ἦλθε μάλιστα καὶ ἀπερίγραπτος εὔωδια θυμιαμάτων καὶ φωνὲς ἀπὸ τὸν ἀέρα ἀκουγόταν, οἱ ὁποῖες ὑμνοῦσαν μελωδικὰ τὸν Κύριο. Ἄφου πέρασε ἀρκετὴ ὥρα σταμάτησαν οἱ φωνές.

Ὁ λαὸς τὸν ὑποδέχεται μὲ εὐλάβεια
Τότε καὶ τὸ πλοῖο ξεκίνησε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ὅμως στὸ λιμάνι ὅπως ἦταν ἡ συνήθεια ἄλλα ἐπίασε λιμάνι πρὸς τὸ δυτικὸ μέρος τῆς πόλεως, στὸν τόπο ὁπού ἔρριξαν οἱ ἄσεβεις, πιὸ μπροστά τα λείψανα τῶν Ἅγιων Θεοδούλου καὶ Ἄγαθοποδος.
Τότε ὅταν ἄκουσαν τὴν κοίμηση καὶ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ὅσιου, βγῆκε ὅλη ἡ πόλη μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, καὶ βαστάζοντες μὲ πολλὴ εὐλάβεια τὸ ἅγιο λείψανο ἦλθαν στὸ Μοναστήρι καὶ τοῦ ἔκαναν θήκη μὲ τετράγωνα ξύλα, στὴν ὁποίαν τὸν ἔβαλαν καὶ μὲ τιμὴ τὸν ἐνταφίασαν. Ἔπειτα μετέφεραν τὴν ἕδρα τοῦ Ἔπαρχου στὴν Θεσσαλονίκη σύμφωνα μὲ τὴν βασιλικὴ διαταγή. Τὸν Ὅσιο ἑόρταζαν κάθε χρόνο στὸ Μοναστήρι.

Δὲν ἐπέτρεπε νὰ πάρουν ἄπό το ἁγιὸ λείψανό του
Ὅταν πέρασαν 150 χρόνια ἦταν ἔκει Ἡγούμενος ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος, ποὺ τὸ ὄνομα τοῦ ἦταν Δημήτριος, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὴ εὐλάβεια στὸν Ὅσιο. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία νὰ πάρει μέρος ἀπὸ τὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ τὸ ἔχει ὡς εὐλογία, ἔβαλε ἀνθρώπους καὶ ἔσκαβαν τὸν τάφο.
Ἄμεσως ὅμως ἔσκασε ἡ πλάκα στὰ τέσσερα καὶ τότε κατάλαβε ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἤθελε, καὶ ἄφησε τὴν προσπάθεια.
Ὁ μαθητὴς τοῦ Ἡγουμένου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Σέργιος, ὁ ὅποιος ἔγινε καὶ ἔκεινος Ἡγούμενος, καὶ ὑστέρα, ἔπειδη ἤταν πολὺ ἐνάρετος, ἔγινε καὶ Ἀρχιεπίσκοπος θεσσαλονίκης τιμοῦσε πολὺ τὸν Ὅσιο. Ἔχοντας πρὸς αὐτὸν πολλὴ εὐλάβεια, τὸν παρακαλοῦσε πολλὲς φορὲς στὴν προσευχή του νὰ τὸν συγχωρέσει, καὶ νὰ τοῦ ἔπιτρεψει νὰ πάρει λίγο ἄπό το ἅγιο λείψανό του. Πράγματι πῆρε πληροφορία ἀπό. τὸν Θεό, ὅτι συμφώνησε ὁ Ὅσιος καὶ ἄνοιξε τὸν τάφο. Βγῆκε τότε θαυμάσια εὐωδιὰ καὶ βλέποντας ἀκόμη τὸ λείψανο σῶο καὶ ἀκέραιο, δὲν τόλμησε νὰ πάρει ἄπο αὐτὸ μέρος, παρὰ μόνο λίγες τρίχες ἄπο τὴν κεφαλή του καὶ ἄπό τα γένεια, τὰ ὅποια φύλαγε μὲ ἀκρίβεια καὶ τὰ ἀσπάζονταν τὴν ἥμερά της ἑορτῆς τοῦ οἱ φιλοχριστοι.
Ἡ ἑορτὴ τῆς κοιμήσεως τοῦ τελεῖται στὶς 26 Ἰουνίου, χαρμόσυνα κάθε χρόνο, εὐφημουντες τὸν Ὅσιο πρὸς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τὸ κλαδὶ μιᾶς ἀμυγδαλιᾶς διάλεξε ὁ Ὅσιος Πατέρας μᾶς Δαβὶδ γιὰ τόπο τῶν ἄγωνών του. Πάνω σ’ αὐτὸ πολέμησε μὲ τὶς δυσκολίες τῆς φύσεως, τὶς βροχές, τὰ χιόνια, τὴν ζέστη καὶ τοὺς ἄνεμους. Πάνω σε αὐτὸ πολέμησε κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν. Πάνω σε αὐτὸ μιμήθηκε τοὺς ἁγίους της Ἐκκλησίας μας καὶ ἀπέκτησε τὶς ἀρετές. Καὶ καρποφόρησε ὄχι ὅπως ἡ ἀμυγδαλιά, καρποὺς ὑλικούς, ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ἄλλα καρποὺς τῆς χάριτος τοῦ Ἅγιου Πνεύματος. Πάνω σε αὐτὸ τὸ κλαδὶ κέρδισε τὸ στεφάνι τῆς αἰωνιότητας, τὸ ὁποῖον εἴθε καὶ ἔμεις μὲ τὶς πρεσβεῖες του νὰ κερδίσουμε.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ ἅ'.
Τὸν συνάναρχον Λόγον

Τὴ ἀγάπη τοῦ Λόγου, πάτερ, πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν βιοτην, καὶ ἔξηνεγκας ἤμιν καρποὺς τῆς χάριτος. ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς, ἐκβοωμὲν σοὶ πιστῶς, Δαβὶδ Ὅσιων ἀκρότης, μὴ διὰ-λιπης πρεσβεύων, ἔλεηθηναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος β'. Τοὺς ἀσφαλεῖς
Ὡς μιμητὴν τῶν οὐρανίων τάξεων καὶ ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων πάροικον, ἐπαξίως μακαρίζομεν, σὲ ὢ Δαβὶδ θεομακάριστε· τὸν βίον γὰρ ὡς ἄγγελος ἐτέλεσας, καὶ θείων δωρημάτων κατετρύφηοας, ἐξ ὧν καὶ ἠμιν μετάδος, Ὅσιε.

Μεγαλυνάριον
Ἤνεγκας ὡς κλῆμα ἐν τῇ Ἐδέμ, ἔστως ὑπὲρ φύσιν, ἐπὶ δένδρου, Πάτερ Δαβίδ, βότρυας ἤδιστους, ζωῆς τῆς μακαρίας, δὶ’ὧν ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος, ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῶ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοῖς ὀσίοις σου πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σε, θερμὸν πρὸς τὸν Κύριον.

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τοῦ μομφερρατικοῦ οἴκου στὴ Θεσσαλονίκη (1204-1222), τὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Ἰταλία καὶ τὸ 1236 ἀπαντᾶται στὴν Παβία, ἂπ ὅπου μεταφέρθηκε στὸ Μιλάνο τὸ 1967.

Τελικά, μὲ ἐνέργειες τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονος Β, τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ ὁσίου Δαυὶδ μεταφέρθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατατέθηκε στὴ βασιλική του ἁγίου Δημητρίου στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1978.

πηγή