20 Ἰανουαρίου

megevfimii2Καταγωγὴ
Ὁ Μέγας Εὐθύμιος γεννήθηκε τὸ 377 στὴν Μελιτινὴ τῆς Ἀρμενίας, κοντὰ στὸν Εὐφράτη ποταμό. Τότε βασίλευε ὁ Γρατιανός. Ἦταν ἀπὸ ἐπίσημη οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του 
Εὐθυμίου εἶχε τὸ ὄνομα Παῦλος. Τὴν δὲ μητέρα τοῦ τὴν λέγανε Διονυσία. Εἶχαν ἕνα καημό. Δὲν εἶχαν παιδὶ στὰ πρῶτα χρόνια της συζυγικῆς τους ζωῆς. Γὶ αὐτὸ ἐλυποῦντο βαθύτατα. Πολλὲς φορὲς πήγαιναν στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Πολυεύκτου καὶ παρακαλοῦσαν μὲ δάκρυα καὶ συντριβὴ καρδίας νὰ τοὺς χαρίσει ὁ Θεὸς ἕνα παιδί. Μία ἡμέρα εἶδαν ἐκεῖ στὸ Ναὸ ἕνα ὅραμα. Τὸ ὅραμα αὐτὸ ἔλεγε, ὅτι θὰ γεννήσουν παιδί, καὶ τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ φέρει τὸ ὄνομα τῆς εὐθυμίας, τῆς χαρᾶς δηλαδή, διότι θὰ τοὺς δώσει εὐθυμία καὶ χαρά. Γύρισαν κατόπιν στὸ σπίτι τοὺς ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὸ θεϊκὸ ὅραμα. Ἔταξαν δὲ νὰ ἀφιερώσουν στὸ Θεὸ τὸ παιδί, ποὺ θὰ γεννηθεῖ. Πράγματι! Ἡ Διονυσία συνέλαβε καὶ γέννησε παιδί. Τὸ ὀνόμασαν Εὔθυμιο, σύμφωνα μὲ τὴν ὀπτασία.

Τὸν ἀφιερώνουν στὸ Θεὸ

Σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ὁ Εὐθύμιος ἔχασε τὸν πατέρα του. Ἡ μητέρα τότε τὸν πηγαίνει νὰ τὸν ἀφιερώσει στὸν Θεό, στὸν Ἐπίσκοπο Μελιτίνης Εὐτρώϊο. Τὸν παρεκάλεσε νὰ τὸνδεχθεῖ. Ὁ Ἐπίσκοπος διέκρινε τὰ χαρίσματα τοῦ παιδιοῦ, τὸ παρέλαβε καὶ τὸ προστάτεψε. Ἔτσι ἀπὸ πολὺ μικρὸς ὁ Εὐθύμιος, ἀφιερώθηκε στὸ Θεό. Ἡ σπουδή του στὰ ἱερὰ γράμματα ἦταν καταπληκτική. Περισσότερο ἀπ” ὅλους τους συγχρόνους του ἀσκητὲς θαύμαζε τὸν διδάσκαλο τοῦ Ἀκάκιο. Στὴν τροφὴ ὁ Εὐθύμιος ἦταν λιτότατος καὶ ἀσκητικότατος. Στὴν σιωπὴ ἀσυναγώνιστος. Στὴν ὑπακοὴ τυπικότατος. Στὴν ταπείνωση ἄφθαστος. Σὲ ὅλα προόδευε.

Χειροτονεῖται Ἱερεὺς

Τὸν ἐνάρετο καὶ ὑπέροχο χαρακτήρα τοῦ Εὐθυμίου τὸν ἐξετίμησε καὶ ὁ ἐπίσκοπος Εὐτρώϊος. Γὶ αὐτό σε ἡλικία 28 ἐτῶν τὸν χειροτόνησε διάκο καὶ σὲ λίγο ἱερέα. Τὸν διέκρινε κατάλληλο νὰ διευθύνει τὸ Μοναστήρι τῆς Μελετινῆς. Γὶ αὐτὸ τὸν ἔκαμε Ἡγούμενο τῆς Μονῆς. Οἱ πολλὲς ὅμως φροντίδες τοῦ Μοναστηρίου δὲν τὸν ἄφηναν ἥσυχο. Ὁ Εὐθύμιος ἤθελε ἡσυχία, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου στὰ πνευματικά. Ἤθελε νὰ ζεῖ «μόνος μόνω Θεω», μακριὰ ἀπὸ τὸν θόρυβο. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὸν ἄφηναν οἱ ἀδελφοὶ ν' ἀπομακρυνθεῖ, αὐτὸς βγῆκε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ὅπου εἶχε μείνει 29 ὁλόκληρα χρόνια. Πῆγε κατ” εὐθείαν νὰ προσκύνηση τοὺς Ἅγιους Τόπους καὶ νὰ ἔλθει ἐκεῖ σέ ἐπαφὴ μὲ ἀσκητὲς ζηλωτὲς καὶ ἐνάρετους. Μετὰ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποφάσισε ν” ἀναχωρήσει στὴν ἔρημο.

Στὴ Λαύρα Φαρᾶν – Στὴν ἡσυχία τῆς σπηλιᾶς

Κοντὰ στὴν Λαύρα Φαρᾶν, βρῆκε ἕνα κελὶ πάρα πολὺ ἥσυχο. Σ” αὐτὸ ἐγκαταστάθηκε καὶ ἔμεινε στὸ ἑξῆς πλέκοντας Βάϊα τῶν φοινίκων, ὥστε νὰ μὴ κουράζει κανένα μὲ τὰ φτωχὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεώς του.

Στὴ Φαρᾶν, ἔμεινε ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος μὲ τὸν συνασκητὴ τοῦ Θεοκτιστὸ ἐπὶ πέντε χρόνια. Τὸν πέμπτο χρόνο ἔφυγαν στὴν ἔρημο, ὅπως συνήθιζαν. Μόλις πέρασαν ἕνα βαθὺ ποτάμι, βρῆκαν μιὰ μεγάλη σπηλιά. Αὐτὴ διάλεξαν γιὰ κατοικία τους. Ἐδῶ ἔμειναν πολὺν καιρόν, ἡσυχάζοντες καὶ ἀσκούμενοι, χωρὶς καμία ἄνεση καὶ ἀνθρώπινη βοήθεια.

Ἐτρέφοντο μὲ ἄγρια χόρτα μόνον. Νόμιζαν, ὅτι ἐκεῖ κανένας δὲν θὰ τοὺς ἐνοχλοῦσε πιὰ καὶ θὰ ἀπολάμβαναν τοὺς καρποὺς τῆς ἐρήμου καὶ ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς θέλησε νὰ φανέρωση τὴν ἀρετὴ τῶν Ἅγιων αὐτῶν ἀνδρῶν, γιὰ νὰ ὠφεληθεῖ καὶ ὁ ἄλλος κόσμος. Μερικοὶ βοσκοὶ ἔφεραν τὰ πρόβατά τους πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, χωρὶς νὰ ξέρουν, ὅτι ἐκεῖ ζοῦσαν οἱ δύο ἀναχωρητές. Μόλις εἶδαν σὲ αὐτὸ τὸ ἐρημικὸ μέρος ἀνθρώπους, ὅπου μόνον ἄγρια θηρία ζοῦσαν, θαύμασαν. Οἱ βοσκοὶ ἔμειναν ἄφωνοι, μόλις ἐπισκέφτηκαν τὴν κατοικία – σπηλιὰ τῶν Ἁγίων. Κατόπιν αὐτὸ τὸ διέδωσαν παντοῦ.

Γρήγορα ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός των ξεπέρασε τὴν ἔρημο καὶ ἔφθασε στὴ Φαρᾶν. Οἱ Μοναχοὶ αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἀσκητικότατα καὶ ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τὸν ἐπεσκέπτοντο τακτικά. Ἄκουγαν τὶς συμβουλές του καὶ πολλοὶ παρέμειναν κοντά του. Ἔτσι παρουσιάσθηκε ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ καὶ ἄλλη Λαύρα, ὅπως ἦταν καὶ ἡ Λαύρα στὴ Φαρᾶν. Ὁ Εὐθύμιος στὰ νέα Μοναστήρια, ποὺ ἔγιναν, ἄφησε Ἡγούμενο τὸν Θεοκτιστὸ καὶ αὐτὸς «ἡσύχαζε». Πάντοτε ὅμως ἐξομολογοῦσε, ἔδινε θάρρος καὶ δίδασκέ τους πονεμένους, ποὺ κατέφευγαν κοντά του. Κυρίως ἐπέμεινε στὸν κανόνα τῆς τηρήσεως τῆς σιωπῆς. Στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν τράπεζα κανεὶς δὲν ἐπετρέπετο νὰ μιλήσει. Ὅλοι οἱ Πατέρες μὲ προθυμία φύλαγαν τὶς συμβουλές του καὶ προόδευαν στὴν ἀρετή.

Τρύγων ἡ φιλέρημος

Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου διέσχιζε βουνὰ καὶ λαγκάδια καὶ ἀπ” ὅλα τα μέρη ἔρχονταν πρὸς αὐτὸν διὰ νὰ ἀκούσουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἔρχονταν καὶ οἱ ἄρρωστοι, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν.

Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἀγαποῦσε τὴ γαλήνη καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἀναχώρησε κρυφὰ μὲ τὸν μαθητὴ τοῦ Δομετιανό. Κατευθύνθηκαν πρὸς τὴν Νεκρὰ θάλασσα καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς Ρουβᾶν. Ἀνέβηκαν στὸ βουνὸ Μαρδᾶν, ποὺ ἦταν πιὸ ψηλὸ ἀπ” ὅλα. Ἐκεῖ ὑπῆρχε νερὸ καὶ μερικὰ ἐρείπια. Μὲ αὐτὰ ἔκτισε ἕνα ναό. Ζοῦσαν δὲ μὲ ἄγρια χόρτα. Ἡ ἀσκητικότης τοῦ Ἁγίου, ἡ σοφία του καὶ ἡ θαυματουργική του δύναμη ξεπέρασαν καὶ τὰ σύνορά της νέας ἐγκαταστάσεώς του. Ἤκουσαν καὶ τὰ θαύματά του καὶ ἦλθαν ἐκεῖ ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ ἀρκετοὶ ἄνθρωποι. Αὐτοὶ ἔκτισαν Μοναστήρι. Βλέποντας ὅμως, ὅτι καὶ ἐκεῖ τὸν ἀκολουθοῦσαν πολλοὶ ἐπανέρχεται στὸν Θεοκτιστὸ καὶ στὴν ἀκολουθία του. Ἡ χαρὰ τῶν Μοναχῶν της Λαύρας δὲν περιγράφεται. Ὁ Ἅγιος ἐπεσκέφθη τοὺς Μοναχούς της Λαύρας, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐδέχθησαν μὲ χαρά. Τοὺς ὑποσχέθηκε, ὅτι θὰ κατεβαίνει νὰ τοὺς ἐπισκέπτεται καὶ νὰ τοὺς νουθετεῖ.

Νέα Λαύρα

Μέσα σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα συγκεντρώθηκαν ἀρκετοὶ εὐσεβεῖς καὶ δημιούργησαν ἔτσι ἕνα ἄλλο μοναστικὸ συγκρότημα, μία νέα Λαύρα, ὅπως καὶ στὴ Φαρᾶν. Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, βλέποντας τὴν πρόοδο αὐτή, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸν Ἅγιο. Τότε ὁ Ὅσιος ἦτο 52 ἐτῶν. Ὁ Πατριάρχης ἐγκαινίασε τὸν Ναό. Χειροτόνησε δὲ καὶ διακόνους. Ἔκανε τοῦτο, διότι οἱ ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν ἤσαν πολλές. Τὸ πλῆθος κάθε ἡ μέρα καὶ περισσότερο μεγάλωνε. Ἡ ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου σὰν μαγνήτης τραβοῦσε τὸν κόσμο.

Τὸ θεῖον Φῶς

Ὁ Ἅγιος ἦταν ἑβδομήκοντα ἐξ ἐτῶν. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Ρουβᾶν στὴ Λαύρα, διὰ νὰ λειτουργήσει. Ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Ὁ πιστὸς μαθητὴς τοῦ Δομετιανὸς ἦταν στὸ δεξὶ μέρος της Ἁγίας Τραπέζης. Κοντά του εὐρίσκοντο ὁ Σαρακηνὸς Τεβέρων, ὁ Γαβριήλιος καὶ μερικοὶ ἄλλοι. Τὴν στιγμὴ τῆς Δοξολογίας βλέπουν ἕνα θεῖο φῶς νὰ κατεβαίνει καὶ νὰ ἐπισκιάζει τὸν ὅσιο Εὐθύμιο καὶ τὸν Δομετιανό. Αὐτὸ ἔμεινε μέχρι τὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Βλέποντας τὸ θαῦμα οἱ ἀδελφοί, βγῆκαν κατόπιν ἀπὸ τὸν Ναὸ καὶ τὸ διηγοῦντο μεταξύ τους.

Τὸ προορατικὸ χάρισμα

Γιὰ νὰ οἰκοδομήσει τοὺς ἀδελφούς, τοὺς εἶπε κάποτε τί πραγματικὰ ἔβλεπε κατὰ τὶς Θεῖες Λειτουργίες καὶ σ ἄλλες στιγμὲς πνευματικῆς εὐφορίας.

— Πολλὲς φορές, τοὺς ἔλεγε, εἶδα Ἀγγέλους μὲ τοὺς ὁποίους συλλειτουργοῦσα καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσαν σὰν διάκονοι. Ἄλλες φορὲς ἔβλεπα μερικοὺς ἀπὸ ἐκείνους, ποῦ κοινωνοῦσαν νὰ εἶναι ὡραῖοι καὶ φωτεινοί. Ἄλλοι ἀντιθέτως ἤσαν μαῦροι καὶ ἄσχημοι, διότι κοινωνοῦσαν ἀναξίως.

Γι' αὐτὸ συμβούλευε πάντα τους Μοναχούς, ἄλλα καὶ ὅσους λαϊκοὺς ἔβλεπε, νὰ μὴ κοινωνοῦν ἀδιακρίτως τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Νὰ δοκιμάζουν πρῶτα τὸν ἐαυτόν τους καὶ ὕστερα νὰ προσέρχονται στὸ Ποτήριον τῆς Ζωῆς.

Ἀρετὴ ἀσκητοὺ καὶ Πατριάρχου ταπείνωσης

Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ὁ Ὅσιος Θεοκτιστὸς βρισκόταν σὲ βαθειὰ γεράματα καὶ ἐπρόκειτο ν” ἀποθάνει. Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος γέρων καὶ αὐτὸς ἐνενήκοντα ἐτῶν, κατέβηκε νὰ τὸν δὴ καὶ νὰ τὸν ὑπηρετήσει, διότι γνώρισε τὴν μέλλουσα ἀποδημία του. Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ἔφθασε στὴ Λαύρα, γιὰ νὰ ἐνταφιάσει τὸν Ὅσιο Θεοκτιστὸ καὶ νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο.

Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ὁ Πατριάρχης Ἀναστάσιος φιλοῦσε μὲ σεβασμὸ τὰ χέρια τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου λέγοντας.

— Σὲ παρακαλῶ Ἅγιε τοῦ Θεοῦ νὰ προσεύχεσαι, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ μὲ κρατήσει ἀντάξιο τῆς ἀποστολῆς μου μέχρι τέλους. Ἂν δὲ ἔχεις ἀνάγκες, ὁποιεσδήποτε, γιὰ τοὺς Μοναχούς, νὰ μοῦ γράφεις, ὥστε νὰ σὲ ἐξυπηρετῶ.

Καὶ ὁ Ὅσιος γεμάτος μετριοφροσύνη ἔλεγε:

— Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη τῶν προσευχῶν σου, Δέσποτα.

Μετὰ ἀπὸ τὸ πνευματικὸν αὐτὸ συμπόσιο, ἀναχώρησε ὁ Πατριάρχης γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Εὐθύμιος ἐγκατέστησε νέον ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ, τὸν Μάριν, ἐνάρετο ἄνδρα.

Τελευταῖες στιγμὲς τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου

Ἡ προορατικότης τοῦ Ἁγίου τὸν διέκρινε μέχρι τέλους. Ἡ συνήθεια τοῦ Ἁγίου ἦταν ὀκτῶ ἡμέρες μετὰ τὰ Θεοφάνεια νὰ ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο. Γὶ” αὐτὸ ὅλοι οἱ πατέρες τὸν ἐπεσκέφθησαν. Ἄλλοι μὲν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν ἄλλοι δὲ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Μαρτύριος πρόσεξαν ὅτι δὲν εἶχε τὰ πράγματα ἑτοιμασμένα. Καὶ τὸν ἐρώτησαν, ἂν θὰ ἀναχωροῦσε τὴν ἑπομένη. Ἐκεῖνος ἀπήντησε:

— Ὅλη τὴν ἑβδομάδα θὰ μείνω μαζί σας καὶ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Σαββάτου θὰ φύγω ἀπὸ κοντά σας. Ἐννοοῦσε τὴν τελευταία ἀναχώρησή του. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν κατάλαβαν. Τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἅγιου Ἀντωνίου, διέταξε νὰ κάμουν ὁλονύκτια ἀγρυπνία.

Οἱ ὑποθῆκες τοῦ Ἁγίου

Μετὰ τὴν πανήγυρι, συγκέντρωσε ὅλους τους ἱερωμένους κὶ ἀπηύθυνε τὶς τελευταῖες ὑποθῆκες καὶ συμβουλές του. Νά! τὰ τελευταῖα λόγια:

-Γνωρίζετε, ἀδελφοί, ὅτι αὔριο μὲ καλεῖ ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ στὴ μέλλουσα. Πορεύομαι τὸν τελευταῖον δρόμο τῶν πατέρων μου… Πάνω ἀπ” ὅλες τὶς ἀρετὲς νὰ ἔχετε τὴν ἀγάπη, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ἀρετὴ νὰ ἐπιτύχει κανείς. Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀνεβάζει στὸ ὕψος τῶν κατορθωμάτων κι ἡ ἀγάπη δὲν ἀφήνει νὰ ξεπέσει ἀπὸ τὸ ὕψος αὐτό… Νὰ φυλάττετε πάντοτε τὸν μοναχικὸ κανόνα, ποὺ σᾶς ἔδωσα, τὴν δοξολογία τῶν συνάξεων. Νὰ φροντίζετε καὶ τοὺς θλιβομένους, ὅσον μπορεῖτε. Ποτὲ μὴ κλείσετε τὴν πόρτα σας σ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ νὰ δίνει καὶ σὲ σᾶς ὁ Θεὸς ὅτι ἔχετε ἀνάγκη. Μετὰ τοὺς ρώτησε, ποιὸν ἤθελαν ἡγούμενο. Ὅλοι φώναξαν μὲ μιὰ φωνὴ κι ἐζήτησαν τὸν Δομετιανό, διότι ἦταν ἐνάρετος. Ψηφίστε ἄλλον, εἶπε ὁ ἅγιος, διότι ὁ Δομετιανὸς θὰ ἔλθει μαζί μου μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ ἡμέρες.

Ὅλοι τότε ἐζήτησαν τὸν ἀββᾶ Ἠλία. Ἔδωκε συμβουλὲς στὸν νέο ἡγούμενο καὶ τοῦ ὑπενθύμισε, ὅτι ἡ Λαύρα θὰ γινότανε κοινόβιο. Γιὰ τελευταία φορὰ πλέον μίλησε σὲ ὅλους μὲ τὰ ἑξῆς, γεμάτα στοργὴ κι ἀγάπη λόγια:

— Ἐὰν εὕρω κάποιαν παρρησία πρὸς τὸν Κύριο, θὰ τοῦ ζητήσω αὐτὴν τὴν χάριν, νὰ εἶμαι μὲ τὸ πνεῦμα μου στὴν συνοδεία σᾶς πάντοτε.

Ἡ κοίμησής του

Πράγματι! τὰ μεσάνυχτα τοῦ Σαββάτου ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω πλήρης ἥμερων, εἰς ἡλικία ἐνενήκοντα ἐξ ἐτῶν ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος τὸ ἔτος 473 μ.Χ., Κοντά του ἦταν ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Δομετιανός. Ἔτσι ἕνας ζηλωτής, ἕνας ἀσκητὴς καὶ πιστὸς ὀπαδὸς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων ἐκοιμήθη.

Ἡ εἴδησης διεδόθη σὰν ἀστραπή. Ὁ Πατριάρχης μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἔφθασε καὶ τὸν ἐνταφίασε, μὲ μεγαλοπρέπεια. Παρηγόρησε τὸν νέον ἡγούμενο Ἠλία, ὁ ὁποῖος θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα τὴν στέρηση τοῦ ἁγίου. Τοῦ ὑποσχέθει, ὅτι θὰ τοῦ εἶναι συμπαραστάτης καὶ βοηθὸς στὸ ἐπίπονο καὶ κουραστικὸ ἔργο τῆς ἡγουμενίας.

Ἐπαληθεύει ἡ πρόρρησης περὶ Δομετιανοὺ

Ὁ Δομετιανός, ποὺ εἶχε ὑπηρετήσει ἐπὶ πενήντα χρόνια δὲν ἔφευγε καθόλου ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ διδασκάλου του. Τὴν ἑβδόμη ἡμέρα φαίνεται σ' αὐτὸν τὴ νύκτα ὁ Ἅγιος, χαρούμενος στὴν ὄψη καὶ τοῦ λέγει:

— Ὁ Θεὸς μᾶς ἀξίωσε καὶ αὐτῆς τῆς χάριτος, νὰ εὐφραινόμεθα καὶ ἐδῶ αἰώνια ὅπως στὸν πρόσκαιρο κόσμο ἤμασταν ἀχώριστοι. Ἔλα, λοιπόν, νὰ ἀπολαύσεις τὴν ἑτοιμασμένη, γιὰ σένα δόξαν. Ὁ Δομετιανὸς ἀνήγγειλε αὐτὰ στοὺς ἀδελφοὺς κι ἔτσι μὲ χαρὰ ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν. Οἱ πατέρες τὸν κηδεῦσαν, ὅπως τοῦ ἄξιζε.

πηγή


Θαῦμα τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου
Ἕνα φίδι ἀκοίμητος φρουρὸς

...Μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ ἅγιο λείψανό του ἀποδείχθηκε ἐξαιρετικὰ θαυματουργό. Πολλοὶ ἀσθενεῖς το ἐπισκέπτονταν καθημερινὰ καὶ θεραπεύονταν. Οἱ περισσότεροι, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Ἅγιο, ἐπέστρεφαν στὴν Μονὴ καὶ ἄφηναν ἐκεῖ πλούσια καὶ πολύτιμα δῶρα.

Τὰ δῶρα αὐτὰ κίνησαν τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας στὸν μοναχὸ Θεοδοτό, ὁ ὁποῖος ἔκλεψε ἑξακόσια χρυσὰ νομίσματα. Προσποιήθηκε ὅτι ἔβγαινε δῆθεν γιὰ κάποια δουλειὰ καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀρκετὰ ἀπὸ τὴν Μονή. Πῆρε ἀπὸ ἕνα σακκούλι πενήντα χρυσὰ νομίσματα καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ἀφοῦ ἔσκαψε τὸ χῶμα, τὰ ἔθαψε. Ἔβαλε ἀπὸ ἐπάνω καὶ μιὰ μεγάλη πέτρα γιὰ σημάδι. Ὕστερα πῆγε στὴν Ἰόππη, ὅπου, μὲ τὰ πενῆντα νομίσματα ποὺ εἶχε κρατήσει, νοίκιασε δύο ἄλογα καὶ ἐπέστρεψε στὴν πέτρα γιὰ νὰ πάρη καὶ τὸν ὑπόλοιπο θησαυρό.

Πλησιάζοντας ὅμως, τί νὰ δή; Δίπλα στὴν πέτρα ἕνα τεραστίων διαστάσεων φίδι φρουροῦσε τὸν θησαυρὸ καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ πλησιάση. Δοκίμασε διάφορα τεχνάσματα γιὰ ν’ ἀπομακρύνη τὸ φίδι, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Τὸ ἑρπετὸ δὲν ἔλεγε νὰ κουνηθῆ.

Τελικά, καθὼς δοκίμαζε πάλι νὰ πλησιάση, μιὰ ἀόρατη δύναμι τὸν χτύπησε καὶ τὸν ἄφησε μισοπεθαμένο στὸν τόπο.

Τὸν βρῆκαν λίγο ἀργότερα κάποιοι διαβάτες, τὸν σήκωσαν καὶ τὸν πῆγαν στὸ νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ, τὸ βράδυ στὸν ὕπνο τοῦ εἶδε ἕνα γέροντα νὰ τοῦ λέη θυμωμένος νὰ δώση πίσω τα χρήματα ποὺ εἶχε κλέψει ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου.

Ὁ Θεόδοτος μετενόησε καὶ διεμήνυσε τὰ συμβάντα στὸν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς. Ἐκεῖνος πῆγε στὸ νοσοκομεῖο, παρέλαβε τὸν ἔνοχο μοναχὸ καὶ πῆγαν μαζὶ στὸν τόπο, ὅπου ὁ τελευταῖος εἶχε θάψει τὸν θησαυρό. Βρῆκαν ἐκεῖ το φίδι, ἀκοίμητο φρουρό. Μόλις τοὺς εἶδε, ἀναγνωρίζοντας προφανῶς ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ πραγματικοὶ κύριοί του θησαυροῦ, ἔφυγε καὶ τοὺς ἄφησε νὰ τὸν πάρουν.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἡ Ζωοφιλία τῶν Ἁγίων καὶ ἡ Ἁγιοφιλία τῶν ζώων.

πηγή


...Χρειάζεται πολὺ χαρτὶ καὶ μελάνι γιὰ νὰ γράψει κανένας καταλεπτῶς τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, τὰ λόγια του ποὺ σωθήκανε στὸ βίο του, τὰ θαύματά του καὶ τὴν κοίμησή του. Ἡ ἁγιότητά του ἀκούσθηκε σ᾿ ὅλη τη χριστιανοσύνη. Ὀνομάσθηκε «μέγας φωστὴρ καὶ ἥλιος τῆς ἐρήμου». Ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.X., ἡμέρα Σάββατο, σὲ ἡλικία 97 χρονῶν. «Ἢν δὲ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἀγγελικόν, ἡ ἕξις ἄπλαστος (ἀφελής, ἀπροσποίητη), τὸ ἦθος πραΰτατον, ἡ δὲ φαινομένη τοῦ σώματος αὐτοῦ ὄψις στρογγυλοειδὴς τε ὑπῆρχε καὶ φαιδρὰ καὶ λευκὴ καὶ εὐόμματος. Ἢν δὲ ὑποκόλοβος τὴν ἡλικίαν καὶ ὁλοπόλιος, ἔχων τὸν πώγωνα μέγαν, φθάνοντα ἕως τῆς κοιλίας, καὶ ἀσινὴ πάντα τὰ μέλη· οὔτε γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἢ οἱ ὀδόντες ἢ ἕτερον μέλος τὸ παράπαν ἐβλάβη ἀλλὰ στερρός τε καὶ πρόθυμος ὢν ἐτελειώθη».

Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκανε εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο, ποὺ τὸ διηγήθηκε στὸν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βίο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ἕνας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, γιὰ τὸν πάππο του ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ποὺ τὸν ἕγιανε ὁ ἅγιος. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ γέρο - Τερέβωνας, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμα παιδὶ παράλυσε τὸ μισὸ κορμί του, τὸ δεξιὸ μέρος, ἀπὸ τὸ κεφάλι ἕως τὰ πόδια. Ὁ πατέρας του Ἀσπέβετος, ποὺ ἤτανε κι᾿ αὐτὸς φύλαρχος, ἤτανε ἀπαρηγόρητος, γιατὶ οἱ γιατροὶ δὲν μπορέσανε νὰ δώσουνε ὠφέλεια στὸ παιδί του. Βρισκότανε στὴν Ἀραβία κ᾿ εἴχανε στήσει τὰ τσαντήρια τους. Ὅπου, μιὰ νύχτα, βλέπει τὸ ἄρρωστο παιδὶ στὸν ὕπνο τοῦ ἕναν καλόγερο μὲ μακριὰ γενειάδα καὶ τοῦ λέγει: «Τί ἀσθένεια ἔχεις;» Κ᾿ ἐκεῖνο ἔδειξε τὸ παράλυτο μέρος τοῦ κορμιοῦ του. Κι᾿ ὁ μοναχός του λέγει πάλι: «Ὅ,τι τάξεις στὸ Θεό, θὰ τὸ κάνεις, ἂν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;» Καὶ τὸ παιδὶ εἶπε: «Ναί». Τότε τοῦ λέγει ὁ γέροντας: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, ποὺ κάθουμαι στὴν ἔρημο, δέκα μίλια ἀνατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ, μέσα στὸ ξεροπόταμο ποὺ εἶναι νοτινὰ ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει στὴν Ἱεριχώ. Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς, ἔλα σὲ μένα κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ σὲ γιατρέψει».

Τὸ πρωί, εἶπε τὸ ὄνειρο τὸ παιδὶ στὸν πατέρα του, κ᾿ ἐκεῖνος ἀμέσως πρόσταξε νὰ σηκώσουνε τὶς τέντες καὶ νὰ τραβήξουνε κατὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ποὺ τὸ βρήκανε ρωτώντας. Οἱ μοναχοί, σὰν εἴδανε τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχὰ ὁ Θεόκτιστος κατέβηκε καὶ τοὺς ρώτησε τί ζητᾶνε. Κ᾿ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε «τὸν Εὐθύμιο, τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ». Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἡσύχαζε κ᾿ εἶχε δώσει παραγγελία νὰ μὴν τὸν ἀνησυχήσουνε ὡς τὸ Σάββατο, εἶπε στὸν Ἀσπέβετο νὰ περιμένουνε. Ἀλλὰ ὁ δυστυχὴς πατέρας τοῦ ἔδειξε τὸ παιδὶ ποὺ κειτότανε ξυλιασμένο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν λυπηθεῖ. Τότε ὁ Θεόκτιστος πῆγε καὶ εἶπε στὸν ἅγιο τὴν ἱστορία. Κ᾿ ἐκεῖνος κατέβηκε, καὶ σὰν εἶδε τὸ παιδί, ἔκανε προσευχὴ πολλὴν ὥρα, ὕστερα τὸ σταύρωσε, καὶ παρευθὺς ἔγινε καλὰ ὁ Τερέβωνας. Βλέποντας οἱ Ἀραπάδες αὐτὸ τὸ θαῦμα, γονατίσανε καὶ φιλούσανε τὰ πόδια τοῦ ἁγίου, καὶ τὸν παρακαλούσανε νὰ τοὺς βαφτίσει. Τότε ὁ ἅγιος παράγγειλε νὰ κάνουνε μία μικρὴ κολυμβήθρα σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ σώζουνταν ὡς τὸν καιρὸ ποὺ τὰ ἔγραφε ὁ Κύριλλος, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάφτισε. Τοὺς κράτησε στὸ μοναστήρι σαράντα μέρες γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὰ τῆς θρησκείας, κ᾿ ὕστερα φύγανε. Ἕνας μοναχὰ ἀπόμεινε στὸ μοναστήρι, ὁ θεῖος τοῦ Τερέβωνα, Τερέβωνας κι᾿ αὐτός, ἀδελφὸς τῆς μητέρας του, καὶ χειροτονήθηκε καλόγηρος, καὶ μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ ἔδωσε πολλὰ χρήματα γιὰ νὰ μεγαλώσουνε τὸ μοναστήρι. Στάθηκε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς στὴν εὐσέβεια, καὶ κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.

Μιὰ Κυριακὴ λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, καὶ κατὰ τὰ συνηθισμένα κάποιος εὐλαβέστατος μοναχὸς Δομετιανὸς στεκότανε στὰ δεξιά της ἁγίας Τραπέζης βαστώντας τὸ λειτουργικὸ ριπίδι, κι᾿ ὁ Μαρίνος ὁ Σαρακηνὸς στεκότανε κοντὰ στὸ θυσιαστήριο, ἀκουμπώντας τὰ χέρια του στὰ κάγκελα. Ἄξαφνα βλέπει φωτιὰ νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἁπλώνεται ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο σὰν νἄτανε σεντόνι πύρινο, καὶ σκέπασε τὸ μέγα Εὐθύμιο καὶ τὸ μακάριο Δομετιανό. Καὶ ἔμεινε ἔτσι σ᾿ ὅλο τὸ χερουβικό. «Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα οὐδεὶς εἶδεν εἰμὴ οἱ ὄντες τοῦ πυρὸς ἔνδον, καὶ Τερέβων, καὶ ὁ Χρυσίππου ἀδελφὸς Γαβρήλιος ὁ Καππαδόκης, εὐνοῦχος ὧν ἀπὸ γεννήσεως καὶ δι᾿ εἰκοσιπέντε ἐνιαυτῶν τότε εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσελθών. Φόβω τοίνυν συσχεθεὶς ὁ Τερέβων, ἔφυγεν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἀπὸ τότε οὐκέτι προέθετο ἐπιστηρίζεσθαι τῷ καγκέλῳ τοῦ ἱερατείου, καθ᾿ ἣν εἶχε συνήθειαν τολμηρῶς καὶ θρασέως τοῦτο ποιεῖν κατὰ τὴν ὥραν τῆς θείας προσκομιδῆς, ἀλλ᾿ ὀπίσω πλησίον τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἵστατο, μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας κατὰ τὴν τῆς συνάξεως ὥραν κατὰ τὴν κελεύουσαν ἐντολὴν εὐλαβεῖς ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ μὴ καταφρονητάς».

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου. Ὁ Μέγας Εὐθύμιος (ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996) πηγή