2017-07-11_135810Τῇ ΚΖ΄(27ῃ) τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τοῦ ΄Οσίσυ Πατρὸς ἠμῶν ΣΑΜΨΩΝ τοῦ Ξενοδόχου.

’Εξῆγεν ὁ πρὶν ἐκ γνάθου Σαμψὼν πόμα, Ὅ νῦν δὲ Σαμψὼν μύρον ἐκ τάφου βρύει. Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Σαμψὼν θάνε βλύσε τε μύρα.

Σαμψών ὁ περιφανὴς οὗτος καὶ φιλόξενος ἀνήρ, ὁ εἰς πᾶσαν γῆν καὶ θάλασσαν περιβόητος, ἧτο ἀπὸ τὴν πρεσβυτέραν Ρώμην, ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς καὶ πλουσίους γεννηθείς, καὶ ἀνατραφεὶς μὲ αὐτάρκειαν πραγμάτων καὶ μὲ ἐνδύματα πλούσια. Ἐπειδὴ δὲ οἱ γονεῖς του ἦσαν ἀπὸ γένος βασιλικόν, καὶ εἶχον πολλὰ εἰσοδήματα, καὶ ἐξώδευαν ἐλεύθερα διὰ νὰ τὸν μάθουν γράμματα, ἔγινε τέλειος εἰς ὀλίγον καιρόν, οὐ μόνον εἰς τὰ ποιητικά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ φιλοσοφικά, καὶ τὴν ἰατρικὴν τέχνην ἐσπούδασε, καὶ ἄλλα ὅσα τοῦ ἐφάνησαν ἁρμόδια. Περισσότερον δὲ ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπιστήμας ἐπόθησε τὴν ἰατρικήν, ὡς φιλανθρωποτέραν καὶ ψυχωφελεστέραν, διότι ἦτο ἐκ φύσεως εὔσπλαγχνος, καὶ ἐσυμπόνει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ πένητας· διὰ τοῦτο ἔμαθε τὴν τέχνην αὑτήν, διὰ νὰ ἐπιμελῆται τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην, τοὺς ὁποίους ἔπαιρνεν εἰς τὸν οἶκον του, καὶ οὐ μόνον τοὺς ἰάτρευεν ὡς ἰατρός, ἀλλὰ καὶ ὡς δοῦλος τοὺς ὑπηρέτει καὶ ἐξώδευεν ἀπὸ τὰ ἰδικά του διὰ νὰ τοὺς τρέφῃ καὶ εἰς ἰατρικὰ καὶ βότανα.

Ὅθεν διὰ τὴν εὕσπλαγχνόν του γνώμην, τὸν ἠξίωσεν ὁ Θεὸς νὰ κάμνῃ ἀπὸ τότε θαυμάσια, καὶ ἐθεράπευε πᾶσαν ἀσθένειαν· καὶ πάθη ἀνίατα καὶ χαλεπά, ὅσα δὲν ἠδύναντο οἱ ἄλλοι ἰατροὶ νὰ θεραπεύσουν, αὐτὸς τὰ ἰάτρευεν, ὄχι μὲ τὴν δύναμιν τῶν βοτάνων καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ἐπιμέλειαν, ἀλλὰ μὲ τὴν θείαν βοήθειαν. ’Αλλ’ ὅμως, ἀπὸ ταπεινοφροσύνην δὲν ἐφανέρωνε τὴν ὑπόθεσιν, πῶς τοὺς ἰάτρευε μὲ τὴν θείαν χάριν, ἀλλὰ προσεποιεῖτο ὅτι ἔδιδον τὴν θεραπείαν τὰ βότανα.

Εἰς ὀλίγον καιρὸν οἱ γονεῖς αὐτοῦ ἐτελεύτησαν· ὅθεν ἔμεινε πανελεύθερος, καὶ μὴ ἔχων εἰς τὴν ἀρετὴν πλέον κανένα ἐμπόδιον, ἐπεμελεῖτο τὴν φιλοξενίαν ὑπὲρ τὸ πρότερον· καὶ πωλήσας ὅλα τὰ πράγμα.τα, ὅπου εἶχον κινητὰ καὶ ἀκίνητα, ἔδωκε τοῖς πτωχοῖς τὰ χρήματα, διὰ νὰ τὰ λάβῃ εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν νὰ τὰ χαίρεται πάντοτε. Καὶ τόσας ἐλεημοσύνας ἔδιδεν, ὥστε δὲν ἔμεινε σχεδὸν πτωχὸς εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν, νὰ μὴ λάβῃ-πλουσίαν ἐλεημοσύνην ἀπὸ τὰς χεῖρας του. Ὑπεδέχετο ξένους, ἐνέδυε γυμνούς, πεινῶντας ἔτρεφεν, ἀσθενοῦντας ἰάτρευε, καὶ πᾶσαν ἄλλην εὐεργεσίαν ἔκαμνεν ὁ τρισόλβιος εἰς τοὺς ἐνδεεῖς, ὑπηρετῶν αὐτοὺς͵ καὶ βοηθῶν εἰς ὅλας τὰς χρείας των πρὸς αὐτάρκειαν. Οὕτως οὖν διασκορπίσας τὸν. πλοῦτον διὰ τὸν Χριστὸν ὁ χρηστὸς καὶ εὔχρηστος δοῦλος, ἐγυμνώθη ἀπὸ ὅλα τὰ πρόσκαιρα, καὶ ἔμειἆνεν ὡς ἀετὸς ὑψιπέτης, άκτήμων· καὶ ἄοικος, μονοχίτων, ἀνάργυρος καὶ δὲν ἐκράτησε πλησίον του εἰ μὴ μόνον ἕνα δοῦλον, διὰ νὰ τὸν βοηθῇ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς και νά τους υπηρετώσιν ἀμφότεροι. Ἔπειτα διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἀνθρώπινον ἔπαινον, ἀφῆκε τήν πατριδα του καὶ μετέβη εἰς τὴν Κωνσταντινουπολιν, δια να επιμεληθῇ καὶ ἐκεῖ τοὺς ἀσθενοῦντας ὁ συμπαθέστατος. Ἔμεινεν οὑν εἴς τινα οἶκον πενιχρὸν καὶ πτωχὸν ὁ πλούσιος τὴν προαίρεσιν, καὶ συνήθροιζε τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ξένους καὶ πένητας, τοὺς ὁποίους ἀναργύρως ἰάτρευε. Καὶ οὐ μόνον ἐκείνους ὅπου εἶχον μικρὰς ἀσθενείας, ἤτοι πληγάς, οἰδήματα, πυρετοὺς καὶ ἄλλα πάθη, ὅπου ἰατρεύονται, ἀλλὰ καὶ ὅσα οἱ ἄλλοι ἰατροὶ δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ ἀναλάβουν, ἤτοι παραλύτους, δαιμονισμένους, τυφλούς, καὶ ἄλλα ἀνίατα πάθη ἰάτρευεν. Ὅθεν διεδόθη ἡ φήμη τοῦ Σαμψὼν εἰς ὅλην τὴν πόλιν καὶ ἔτρεχαν ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς εἰς αὑτόν, καὶ ἐθεραπεύοντο.
Ταῦτα μαθὼν ὁ ἁγιώτατος Μηνᾶς, ὅστις ἦτο τότε οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἐχειροτόνησε τὸν Σαμψὼν Ἱερέα, γνωρίσας τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ, ὅστις ἧτο ὅταν ἔλαβε τὴν Ἱερωσύνην χρόνων τριάκοντα. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐβασίλευεν ὁ μέγας ’Ιουστινιανός, ὁ ὁποῖος εἶχε χαλεπὴν ἀσθένειαν εἰς τὰ ὑπογάστρια, καὶ ἐπρίσθησαν τὰ αἰδοῖα καὶ ἡ κοιλία του ὑπερμέτρως, καὶ τόσον πόνον εἶχεν, ὥστε ἐπεθύμει τὸν θάνατον. Συνήχθησαν λοιπὸν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἰατροὶ τῆς Πόλεως, οἱ ὁποῖοι μόνον μὲ λόγους ὑπέσχοντο νὰ τὸν ἰατρεύσουν, διὰ νὰ τοὺς δίδῃ πολὺ χρυσίον καὶ ἀργύριον, μὲ τὸ ἔργον ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσαν καμμίαν ὠφέλειαν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπλήθυνεν ἡ ἀσθένεια, καὶ ἐκινδύνευεν ὁ ἄρρωστος νὰ ἀποθάνῃ. Βλέπων λοιπὸν οὗτος, ὅτι ἀνθρωπίνη τέχνη δὲν ἔφθανε νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ποθουμένην ὑγείαν, ὀδυνώμενος ὑπὸ τῶν πόνων, ἐβόησε μετὰ δακρύων πρὸς Κύριον, ζητῶν τὴν ἐξ ὕψους βοήθειαν. Καὶ ἐπειδὴ μετὰ πίστεως κατανύξεως ἤτησε, τοῦ ἐπήκουσεν ὁ εὔσπλαγχνος, καὶ τοῦ δεικνύει εἰς τὸ ὄνειρόν του πολλοὺς ἰατρούς, ἐνδεδυμένους μὲ ἱερατικὴν στολὴν ἅπαντας. Καὶ πλησιάσας πρὸς τὸν Βασιλέα εἷς νέος μὲ χρυσοῦφαντα καὶ λαμπρὰ ἱμάτια, τοῦ ἔδειξεν ἔνα ἀπ’ ἐκείνους τοὺς ἰατρούς, ταπεινὸν εἰς τὸ σχῆμα, καὶ εὔτακτον, εὐπρεπῆ καὶ κόσμιον λέγων εἰς αὑτόν. «Κύτταξε καλά, Βασιλεῦ, νὰ γνωρίσῃς ἐκεῖνον τὸν ἄνδρωπον, ὅτι αὐτὸς μόνον δύναται νὰ σὲ ἰατρεύσῃ, καὶ ὄχι ἕτερος». Τότε ἐξύπνησεν ὁ Βασιλεύς, καὶ πιστεύσας ὡς ἀληθινὸν τὸ ὄνειρον, ἐχάρη καὶ προστάσσει νὰ ἔλθουν ὅλοι οἱ ἰατροί, τοὺς ὁποίους παρετήρει ἐπιμελῶς, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε τὸν ποθούμενον. Ὅθεν ἔμεινε πάλιν ἀπορῶν καὶ περίλυπος, καὶ ὑπέσχετο μεγάλα χαρίσματα εἰς ἐκεῖνον. ὅστις ἤθελεν εὕρει τὸν ζητούμενον. Μετὰ βίας οὖν ἔμαθε τὴν ὑπόθεσιν ἕνας ἰατρός, ὅστις ἐγνώριζε τὸν μακάριον Σαμψών, οὐ μόνον ἀπὸ τὴν ἀρετήν, ἀλλὰ καὶ ἀπό τινα θαυμάσια ὅπου ἔκαμνεν. Ὅθεν ἀνέφερε τῷ Βασιλεῖ περὶ αὐτοῦ, ὅστις ἐχάρη ὡς τὸ ἤκουσε, καὶ στείλας δορυφόρους ἔφεραν μὲ πολλὴν τιμὴν τὸν ᾿Αγιον, τὸν ὁποῖον ἰδὼν ὁ Βασιλεὺς μὲ τόσην εὐκοσμίαν καὶ ταπεινότητα, ἔχοντα τὰ γένεια ἄλουστα καὶ ἀνεπιμέλητα, τὸν ἐγνώρισε ὅτι ἦτο αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅπου εἶδεν εἰς τὸ ὄνειρον. Ὅθεν ἀπὸ τὴν χαράν του ἐλησμόνησε τὴν ἀσθένειαν, καὶ ἐπήδησεν ἀπὸ τὸ στρῶμα, καὶ ἐναγκαλισθεὶς ὁ περίβλεπτος Βασιλεὺς τὸν εὐτελῆ καὶ ἀχρεῖον εἰς τὸ φαινόμενον, τὸν ἐφίλει εἰς τὸ στόμα καὶ εἰς ὅλην τὴν κεφαλὴν γλυκύτατα, λέγων: «’Εσὺ εἶσαι, Πάτερ, κατὰ ἀλήθειαν ὅπου μοῦ ἔταξες εἰς τὸ ὄνειρον νὰ μοῦ ἰατρεύσῃς τὴν ἀσθένειαν». Ταῦτα εἰπὼν τὸν ἐπῆρεν ἀπὸ τὴν χεῖρα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὰ ἐσώτερα Βασίλεια καὶ καθίσας αὐτὸν πλησίον του δὲν ἐχόρταινε νὰ τὸν τιμᾷ, ἀλλὰ κατεφίλει τὴν δεξιάν του, καὶ τὴν ἤγγιζεν εἰς ὅλον του τὸ πρόσωπον χάριν εὐλογίας καὶ ἁγιότητος, καὶ ἀπὸ τὴν πολλήν του εὐλάβειαν ἔκλαιεν ὁ εὐσεβέστατος· ὅτι ὁ πόνος τῆς ἀνάγκης τὸν ἐβίαζε νὰ καταφρονῇ τὴν μεγάλην ἀξίαν τῆς Βασιλείας καὶ νὰ εὐτελίζῃ τὸν ἑαυτόν του. Πλὴν ὅμως ἡ πολλὴ ταπείνωσις τοῦ Βασιλέως ἐλύπησεν ὑπερμέτρως τὸν Ὅσιον, ὅστις ἐβαρύνθη τὴν πολλὴν τιμήν, ὅπου τοῦ ἔδιδε, καὶ τοῦ λέγει. Μὴ μὲ κριματίζῃς, ὦ Βασιλεῦ, τὸν ταλαίπωρον, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος, καὶ ἔχω χρείαν τῆς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ χρηστότητος». Ταῦτα εἰπὼν ἔβαλε τὴν χεῖρα του ἐκεῖ ὅπου εἶχε τὸ πάθος ὁ ἄρρωστος, καὶ ἔγεινε τελείως ὑγιής. Ὁ δὲ ταπεινόφρων θεραπευτής, διὰ νὰ φύγῃ τὸν ἀνθρώπινον ἔπαινον, ἔβαλεν ὀλίγην ἀλοιφὴν εἰς τὸ πάθος, τάχα πῶς δὲν ἦτο αὐτὸς αἰτία τῆς θεραπείας, ἀλλὰ τὸ βότανον. Πλὴν ὅλοι ἐγνώρισαν ἀληθῶς τὴν ὑπόθεσιν, ἐπειδὴ οὐ μόνον αὐτὸ ἐτέλεσεν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα θαύματα ὁ θαυμάσιος ὑστερώτερα καὶ προτήτερα.

Ὅταν οὖν ἐγνώρισεν ὁ Βασιλεὺς ὅτι ἐλυτρώθη τελείως ἀπὸ τὸ πάθος ἐκεῖνο, ἔμεινε θαυμάζων καὶ ἀγαλλόμενος. Ὅθεν θέλων νὰ ἀνταμείψῃ τὴν μεγίστην ταύτην εὐεργεσίαν, ἔδιδεν εἰς τὸν Ὅσιον χρυσίον ἀμέτρητον καὶ ἄλλα πολύτιμα πράγματα, ὅσα ἀγαποῦν οἱ φιλόκοσμοι· ὁ δὲ μακάριος Σαμψών, ἔχων τὴν πτωχείαν μακαριωτέραν παντὸς χρυσίου καὶ πλούτου προσκαίρου, δὲν τὸ ἐδέχθη ποσῶς, ἀλλὰ ἐπιστρέφων αὐτὸ εἰς τὸν Βασιλέα, εἶπεν αὐτῷ. Ἐκεῖνα ὅπου ἐμίσησα διὰ τὸν Χριστόν, μοῦ χαρίζεις; Εἶχα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου πολλὰ χρήματα καὶ κτήματα, ἀλλὰ τὰ κατεφρόνησα, γνωρίζων ὅτι ἡ πτωχεία εἶναι ὠφελιμωτέρα. Πλήν, ἂν ὁρίζῃ ἡ Βασιλεία σου, πρόσταξε τεχνίτας νὰ κτίσουν Νοσοκομεῖον πλησίον εἰς τὸν οἶκον μου, διὰ νὰ εἰσάγω ἐκεῖ τοὺς ξένους καὶ ἀσθενεῖς καὶ νὰ τοὺς ἰατρεύω. Ὅτι τοῦτο θὰ καταστήσῃ τὸ ὄνομά σου αἰώνιον, καὶ θὰ προξενήσῃ εἰς τὴν ψυχήν σου πολλὴν ὠφέλειαν. Ταῦτα ἀκούσας ὁ Βασιλεὺς ἐχάρη καὶ προστάσσει νὰ τὸ κτίσουν οἱ οἰκοδόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔκτιζαν καὶ τὴν Ἁγίαν Σοφίαν ἐκείνας τὰς ἡμέρας, καὶ τὸ ἔκαμεν εὐρύχωρον πολὺ καὶ πλούσιον, καθὼς τὸ ἐπεθύμει ὁ Ἅγιος. Καὶ ὅταν τὸ ἐτελείωσαν φιλοκάλως καὶ μεγαλοπρεπῶς, τὸ ὠνόμασε Νοσοκομεῖον Σαμψὼν τοῦ Ξενοδόχου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφιέρωσε πολλὰ. κτήματα καὶ ἄλλας χορηγίας πλουσίας, διὰ. νὰ πληρώνωνται οἱ ἰατροί, ὅσοι θὰ ὑπηρέτουν ἐκεῖ κατὰ καιροὺς καὶ διὰ νὰ τρέφωνται οἱ ξένοι, οἱ πτωχοὶ καὶ οἱ ἄρρωστοι. Τοῦτο ἐκυβέρνα ὁ τρισμακάριος μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν, ὅλους τοὺς χρόνους ὅπου ἔζησεν, ὑπηρετῶν τοὺς ἀσθενεϊς, ὡς ’Αγγέλους Κυρίου εἰς ὅλα τὰ χρειαζόμενα. Καὶ ὅταν ἐγήρασεν, ὀλίγον ἀσθενήσας, ἀπέθανεν ἱλαρὸς καὶ πραότατος, ἠξεύρων ποῦ ἐπήγαινε καὶ ὁποῖα ἀγαθὰ τὸν ἀνέμενον. Ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ ἐναρέτου ἀνθρὠπου ἀγάλλεται, καὶ ἔχει ἀγαθὰς ἐλπίδας νὰ άπολαύσῃ τὴν ἀμοιβὴν τῶν καμάτων του. Ὁμοίως καὶ ὁ ἁμαρτωλός, ὅταν ἀπέρχεται ἡ ψυχή του ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον, σκυθρωπάζει καὶ θλίβεται ἄμετρα, τὰς ἀνομίας του ἐνθυμούμενος. ’Επειδὴ ἕκαστος εἶναι ἀνάγκη νὰ θερίσῃ ὡς ἔσπειρε, καὶ νὰ ἀπολαύσωμεν ὅλοι κατὰ τὸν κόπον μας. ’Απήλθεν οὖν ἡ μακαρία ἐκείνη ψυχὴ εἰς τὰς αἰωνίους μονάς, εὐφραινομένη καὶ χαίρουσα, τὸ δὲ ἱερὸν αὐτοῦ καὶ τίμιον Λείψανον ἐνεταφίασαν εἰς τὸν μέγιστον ναὸν τοῦ ἁγίου Μωκίου τοῦ Μάρτυρος, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ συγγενὴς τοῦ Ὁσίου, καθὼς ἔλεγον ἐκεῖνοι ὅπου τοὺς ἥξευραν.

᾿Αλλὰ πῶς νὰ ἀφήσω ἄγραφα τὰ τόσα θαυμάσια, ὅσα ἔκαμε καὶ μετὰ θάνατον ὁ ἀείμνηστος; Καὶ πάλιν τίς δύναται νὰ τὰ διηγηθῇ ἀνελλιπῆ ἅπαντα, ὅπου περισσεύουν τὸ ἄπειρον πέλαγος; Πλὴν ἄς εἴπωμεν ἐκεῖνο ὅπου ἔγινε τότε νεωστὶ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ αὐτοῦ Βασιλέως Ἰουστινιανοῦ, καὶ τὸ ἠξεύρει ὅλη ἠ Κωνσταντινούπολις. Πυρκαϊὰ ἣναψεν ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Σοφίαν, καὶ ἔκαυσεν τὰς οἰκίας τριγύρω ὅσας εὕρισκε. Καὶ ὅταν ἔφθασε τὸ πῦρ ἔως τὸν λαμπρὸν οἶκον ἐκεῖνον τοῦ θείου Σαμψών, ἢναψεν ὀλίγον εἰς τὴν στέγην, καὶ ὅσον παρήρχετο ἡ ὥρα τόσον ἐπλήθαινε, καὶ ἔμελλε νὰ κατακαύσῃ ὅλον τὸν οἶκον εἰς ὀλίγον διάστημα. Πολλοὶ φιλόχριστοι προσεπάθουν καὶ ἐκοπίαζον μὲ διάφορα μηχανήματα νὰ τὴν σβύσουν καὶ δὲν ἠδύναντο. ’Αλλ’ ὁ ᾿Οσιος, ὅστις ἐλυπεῖτο νὰ ἀφανισθῶσιν οἱ κόποι του, ἐπρόφθασεν ἐμφανέστατα, καὶ τὸν ἔβλεπον οἱ ἐναρετώτεροι, πῶς ἐπεριπάτει εἰς ὅλην τὴν στέγην, καὶ ἐπρόστασσε μὲ θυμὸν τὸ πῦρ (ὢ τοῦ θαύματος) καὶ ἔφευγεν εἰς τὰ ὀπίσω. Ἔπειτα ἔκαμε προσευχὴν ὁ Ὅσιος, καὶ εὐθὺς ἔγινεν ὁ οἶκος ἀβλαβής, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα μέρος τῆς στέγης, ὅπερ ἐκάη εἰς τὴν ἀρχήν.

᾿Αλλὰ ἂς εἴπωμεν καὶ ἕτερον. Ἄνθρωπός τις, καλούμενος Θεοδώρητος, κατέβαινεν ἀπὸ μίαν σκάλαν, καὶ ὀλισθήσας ἐκρημνίσθη καὶ έξήρθρωσε τὸν πόδα του· καὶ τόσον πόνον ἠσθάνετο, ὥστε ἔμεινεν ἄφωνος καὶ ἀσάλευτος, καὶ ἐκείτετο ὡς παραλυτικὸς εἰς τὸν κράββατον τρία ἡμερονύκτια ἀνάσκελα, ἄγευστος, ἄδειπνος καὶ ἄῦπνος, διότι οὕτε νὰ πίῃ νερόν, οὔτε νὰ ὁμιλήσῃ ἠδύνατο, ἀλλὰ ἧτο ὡς ἄψυχος καὶ ἀναίσθητος. Καὶ καθὼς εὑρίσκετο οὕτως, ἐνεθυμήθη τὸν Ὅσιον Σαμψων, ὅτι ἔκαμνε πολλὰ θαυμάσια. Ὅθεν ἐπεκαλέσθη τοῦτον μὲ τὸν νοῦν του (ἐπειδὴ μὲ τὸ στόμα δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ὁλότελα) ζητῶν τὴν θεραπείαν του. Καὶ εὐθὺς βλέπει τὸν Σαμψὼν εἰς τὰ προσπόδια τοῦ κραββάτου, καὶ ἐψηλάφει τὸν ἀστράγαλόν του, λέγων. ’Εγέρθητι, καὶ δὲν ἔχεις κακὸν τίποτε. Τότε ὁ μὲν ᾿Αγιος ἀνεχώρησεν, ὁ δὲ ἀσθενὴς ἰατρεύθη, καὶ ἐγερθεὶς ἐνόμιζε ὅτι ὀνειρεύεται, διότι τὸ ἀπροσδόκητον τοῦ θαύματος τὸν ἔκαμνε νὰ διστάζῃ διὰ τὴν θεραπείαν του. ᾿Αλλὰ ὅταν ἐψηλάφησε καὶ τοὺς δύο πόδας καὶ τοὺς ηὗρεν ὑγιεῖς, ἐθαύμασε καὶ τρέχων προθύμως εἰς τὸν τάφον τοῦ Ὁσίου, τὸν ηὐχαρίστει δοξάζων τὸν Κύριον.

᾿Αλλὰ ἀκούσατε καὶ ἄλλο παρόμοιον ὅπου συνέβη εἰς τὸν κύριον τοῦ ἄνωθεν Θεοδωρήτου, ἤτοι εἰς τὸν Δρουγγάριον Λέοντα, ὅστις ἔπαθε δεινὴν συμφορὰν μίαν φορὰν ὅταν ἦτο ἔφιππος καὶ ὁ ἵππος του ἐκτύπησεν εἰς ἕνα τοῖχον, καὶ ἐθραύσθη τὸ πόδι τοῦ Λέοντος. Καὶ μὴ δυνάμενοι οἱ ἰατροὶ νὰ τὸν θεραπεύσουν, ἀπεφάσισαν νὰ κόψουν τὸν πόδα του, διὰ νὰ μὴ κινδυνεύσῃ νὰ ἀποδάνῃ. Ἤτο δὲ ἡμέρα Τετάρτη, ὅταν ἔκαμαν τὴν ἀπόφασιν. Καὶ τὴν ἐρχομένην νύκτα βλέπει τρεῖς ἀνδρώπους ὁ Θεοδώρητος εἰς τὸν ὕπνον του, οἵτινες εἶπον αὐτῷ, ὡς προστάσσοντες· εἰπὲ τοῦ δεσπότου σου, νὰ μὴ ἀφήσουν τοὺς ἰατροὺς νὰ κόψουν τὸ πόδι του, ὅτι τὴν Παρασκευὴν ἔρχεται ὁ ξενοδόχος Σαμψὼν νὰ τὸν θεραπεύσῃ ἀνώδυνα. Ὅταν οὖν ἐξημέρωσεν, εἶπε τοῖς ἰατροῖς ὁ Θεοδώρητος τὸ ὅραμα· ὅθεν ὑπέμειναν, ἕως ὅτου ἰδοῦν τὸ ἀποβησόμενον. Καὶ τὴν Παρασκευὴν ἐξημερώθη ὁ Λέων ὑγιέστατος, καὶ πάντες ἐθαύμασαν. Οὐ μόνον δὲ ταύτην τὴν εὐεργεσίαν ἀπήλαυσεν ὁ Λέων ἀπὸ τὸν Σαμψών, ἀλλὰ καὶ ἄλλας δύο φορὰς ἰατρεύθη ἀπὸ δεινὰς ἀσθενείας θαυμασιώτατα. Ὅθεν διὰ νὰ μὴ φανῇ πρὸς τὸν εὐεργέτην ἀχάριστος, ἀνεκαίνισε τὸν οἶκον τοῦ ‘Αγίου, ὅστις ἦτο πλέον παλαιὸς καὶ ἐκινδύνευε νὰ κρημνισθῇ καὶ αὐτὸς τὸν ξαναέκτισεν.
᾿Αλλὰ πῶς νὰ σιωπήσω τὸ παράδοξον ὅπερ ἔκαμεν εἰς τὸν Γενέσιον ὁ θαυμάσιος; Οὗτος ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς Κληρικούς, καὶ τὸν εἰχον εἰς τὸ Πανδοχεῖον τοῦ Σαμψὼν νοσοκόμον· καὶ διότι δὲν ἐπεμελεῖτο τοὺς ἀσθενεῖς ὡς ἔπρεπεν, ἀλλὰ ἦτο ἀμελὴς καὶ ράθυμος, ἐφάνη πρῶτον μία νύκτα πρὸς αὐτὸν ὁ ᾽Αγιος, καὶ τὸν παρεκίνησε νὰ φροντίζῃ καλῶς τοὺς ἀρρώστους, νὰ μὴ ὑποφέρουν. Ἔπειτα ἐπειδὴ δὲν ἐδιωρθώθη, τοῦ ἐφάνη καὶ ὁλοφάνερα καὶ τὸν ἔδειρε τόσον, ὅπου ἔμεινε πληγωμένος καὶ μελανὸς εἰς ὅλην τὴν σάρκα, καὶ ἀπὸ τὸν φόβον του ἀλαλος· καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ὁμιλήσῃ τοῦ ἔδωσαν χάρτην καὶ μελανοδοχεῖον νὰ γράψῃ τί ἔπαθεν. Οὕτως ἐσημείωσεν εἰς βραχυλογίαν τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀκούσας ὁ ρηθεὶς Δρουγγάριος, ἔδραμεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον πρὸς τὸν Γενέσιον, καὶ βλέπων αὐτὸν ὅτι ἦτο βωβὸς καὶ ἄλαλος, παρεκάλεσε τὸν Ὅσιον, λέγων ταῦτα μετὰ ἀδιστάκτου πίστεως· Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἠξεύρεις εἰς πόσην εὐλάβειαν σὲ ἔχω, καὶ πόσα ἐξώδευσα εἰς τοῦτον τὸν οἶκον σου. Λοιπὸν σὲ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ δώσῃς τὴν λαλιὰν εἰς τὸν νοσοκόμον δι’ ἀγάπην μου, ἵνα μᾶς εἰπῇ φανερὰ τί ἔπαθε, διὰ νὰ δοξασθῇ ὁ Κύριος. Ταῦτα εὐξάμενος, ἐπέτυχε τῆς αἰτήσεως, καὶ ἐλάλησεν ὁ Γενέσιος, διηγούμενος εἰς ὅλους σαφῶς τὴν ὐπόθεσιν, οὐ μόνον διὰ τὸ ξενοδοχεῖον, καθὼς εἴπομεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν οἰκίαν τοῦ Ὁσίου, ὅπου ἐκατοίκει πρότερον, πρὶν νὰ κτισθῇ ἐκεῖνο, τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος τὸν ἐπρόσταξε νὰ κάμουν ’Εκκλησίαν, ὃ καὶ ἐτέλεσαν ἐπιμελέστατα, καὶ τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τὸ ὄνομά του. Εἰς ταύτην γίνονται καθ’ ἑκάστην ἐξαίσια θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα νὰ γράψωμεν δύο ἢ τρία εἰς πίστωσιν τῶν ἄλλων, διὰ νὰ μὴ μακρύνωμεν πολλὰ τὴν διήγησιν.
Ἄρχων τις ὀνόματι Εὐστράτιος, τὴν ἀξίαν Πρωτοσπαθάριος, φίλος ἀκριβὸς τοῦ ἄνωθεν Δρουγγαρίου, εἶχεν εἰς τὸν ἕνα ὀφθαλμὸν δεινὴν άσθένειαν, ἥτις ἐπροξένει ὀδύνην καὶ πόνον ἀνείκαστον. Τοῦτον ἐσυμβούλευσεν ὁ ἀνωθεν Λέων, λέγων: «Τὸ νοσοκομεῖον χρειάζεται ἔλαιον, καὶ ἂν δώσῃς ἀρκετὸν διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου, ἐγὼ νὰ εἷμαι ἐγγυητής του, νὰ σοῦ δώσῃ τὴν ὑγείαν». Ὁ δὲ Εὐστράτιος ἔταξε νὰ δώσῃ τὸ ἔλαιον, ἐὰν λάβῃ τὴν θεραπείαν πρότερον· καὶ οὕτως ἔμεινεν ὑγιὴς καὶ ἄνοσος. Ἔπειτα, ὅταν ἰατρεύθη, ἐφάνη πρὸς τὸν εὐεργέτην ἀχάριστος, καὶ ἐλησμόνησε νὰ δώσῃ ὁ ἀνίλεως τὸ ἔλαιον, διὰ τὸν ἔλεον ὅπου ἔλαβεν. Ὁ δὲ “Αγιος φαίνεται εἰς τὸν ὕπνον, καὶ τοῦ λέγει. ’Εμένα περιπαίζεις, Εὐστράτιε; Ταῦτα ἀκούσας ἐκεῖνος ὴγέρθη ἀπὸ τὸν ὕπνον ὃλος ἔντρομος, καὶ στέλλει εὐθὺς τὸ ἔλαιον πρὸς τὸν Λέοντα, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ δεηθῇ τοῦ ‘Αγίου νὰ τὸν συγχωρήσῃ, ἐπειδὴ ἔστειλε τὸ χρέος του.
Ἔτερος δέ τις Πρωτοσπαθάριος, Βάρδας ὀνόματι, εἶχεν εἰς τὴν πλευρὰν δεινὴν ἀσθένειαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἰατροὶ ὀνομάζουσιν ἄνδρακα καὶ τόσον ἥπλωσε τὸ κακόν, ὥστε ἐκυρίευσεν ὅλην τὴν πλευράν, ἕως τὸ στῆθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε πέντε ὀπὰς καὶ τοῦ ἐπροξένει τόσον πόνον, ὥστε ἐπεθύμει τὸν θάνατον, οἱ δὲ ἰατροὶ τὸν ἀπεφάσισαν, μὴ ἔχοντες πλέον ἐλπίδας ζωῆς δι’ αὐτόν. Τότε ἧλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ‘Αγίου, καὶ μετέβαινον ἀφ’ ἑσπέρας νὰ ἀγρυπνήσουν εἰς τὸν Ναὸν αὐτοῦ οἱ φιλόχριστοι, ὁ δὲ ἀσθενὴς ἔμεινεν εἰς τὴν οἰκίαν του ὀδυνώμενος. Καὶ τὸ πρωὶ τὸν εἶδεν ὁ ὁστιάριος Μιχαὴλ ἐνδεδυμένον μὲ λαμπρὰ ἱμάτια καὶ ἐστέκετο εἰς τὸν ναὸν τοῦ ‘Αγίου, χωρίς τινα άσθένειαν, καὶ θαυμάσας τὸν ἠρώτησε πῶς ἔγινεν εἰς αὐτὸν τοιοῦτον φρικτὸν καὶ ταχὺ θαυμάσιον. Ὁ δὲ ἀπεκρίνατο ἀγαλλόμενος· χθὲς βράδυ ἐκειτόμην εἰς τὴν οἰκίαν μου περίλυπος, διότι δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τοῦ Ὁσίου πανήγυριν· καὶ οὕτω βλέπω ἕνα γέροντα Καλόγηρον ἔξυπνος, καὶ μοῦ λέγει. Ἔγειραι νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸν τάφον τοῦ ᾽Οσίου Σαμψών. ᾿Εγὼ δὲ εἶπον. Δὲν δύναμαι νὰ σηκωθῶ, Κύριε. Καὶ αὐτὸς μοῦ τὸ εῖπεν ἄλλας δύο φορὰς νὰ σηκωθῶ, καὶ ἔγινεν ἄφαντος. ᾿Εγὼ δὲ εὐρέθην ὑγιής, καὶ δὲν ἠσθανόμην πλέον πόνον τινὰ εἰς τὴν σάρκα μου. Καὶ καλέσας τὴν γυναῖκα μου, τῆς εἶπα νὰ λύσῃ τὸν ἐπίδεσμον, ὅπου μὲ εἴχε δεμένον, καὶ εἰς αὐτὸν εὗρέθη κολλημένον ἕνα πόνεμα ὡσὰν ἀμανίτης, τὸ ὁποῖον ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν πληγήν μου, καὶ ἔμεινα ὑγιέστατος. Ὅθεν ἦλθα νὰ εὐχαριστήσω τὸν Ἅγιον διὰ τὴν τοιαύτην μεγάλην εὐεργεσίαν, ὅπου μοῦ ἔκαμεν ὁ ἀείμνηστος. Οὕτως ὁ Βάρδας διηγεῖτο μεγαλοφώνως εἰς ὅλους τὸ θαυματούργημα. Οἱ δὲ ἰατροὶ ὅπου τὸν ἀφῆκαν διὰ νεκρόν, τὸν ἐψηλαφοῦσαν εἰς τὴν πλευράν, καὶ πάντες ἐξίσταντο.
Ἄλλος τις, τὴν κλῆσιν Γεώργιος, δοῦλος ἐνὸς Μοναχοῦ, ’Εφραὶμ ονοματι, εἰχεν ὕδρωπα, καὶ προσμείνας εἰς τὸν τάφον τοῦ Ἁγίου ἡμέρας πολλὰς δὲν εἶδε τινὰ ὠφέλειαν. Ὁ δεν ἀπελπισθεὶς μετέβη εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μοναχοῦ ’Εφραίμ, ὁ ὁποῖος πάλιν τὸν ἔστειλε, λέγων· ὕπαγε, προσκύνησον τὴν εἰκόνα τοῦ ‘Αγίου, καὶ ἀλείψου ἀπὸ τὸ ἔλαιον τῆς κανδήλας, νὰ λάβῃς τὴν θεραπείαν σου. Τούτου γενομένου, ἔγινεν ὑγιὴς ὁ ἄρρωστος. Ὁμοίως καὶ μία γυνή, Εἰρήνη ὀνόματι, εἶχεν ὕδρωπικίαν. Καὶ μίαν νύκτα ἐφάνησαν εἰς αὐτὴν τρεῖς ἄνθρωποι, ὁ Ἅγιος Σαμψὼν καὶ οἱ θεῖοι ’Ανάργυροι, Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, ὅτι μὲ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους ἐφάνη πολλάκις εἰς τοὺς ἀρρώστους ὁ Ὅσιος, ὅστις εἶπε τῆς Εἰρήνης· τί ἔχεις, καὶ θλίβεσαι; Ἡ δὲ ἔδειξεν αὐτῷ τὴν ἀσθένειαν. Τότε προστάσσει τὸν ἕνα ὁ Ὅσιος νὰ σχίσῃ μὲ τὸ νυστέριον τὸ πάθος της, καὶ οὕτως ἀπὸ τὸν πόνον ὅπου ἠσθάνθη, ἐξύπνησε, καὶ βλέπει ὅτι ἦτο ἀλήθεια τὸ ὁρώμενον, καὶ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν πληγὴν ὕλη πολλή, καὶ οὕτως ἔμεινεν ὑγιής, δοξάζουσα τὸν Θεόν, καὶ εὐχαριστοῦσα τὸν Ἅγιον.

’Αρκοῦσιν αὐτὰ τὰ ὀλίγα νὰ μαρτυρήσουν τὴν παρρησίαν ὅπου ἔχει πρὸς τὸν Θεὸν ὁ Ὅσιος. Μάλιστα δὲ ἐξέρχεται ἅγιον μύρον κάθε χρόνον τὴν ἑορτήν του ἀπὸ τὸν τάφον του, ἔως τινὰς ἡμέρας καὶ τοῦτο εἶναι πλέον ποθεινότερον καὶ σεβασμιώτερον, παρὰ νὰ ἔτρεχεν ὅλον τὸν χρόνον, ὅτι πᾶν σπάνιον ἐπιθυμητὸν καὶ ἄριστον. Ἀλλ’ ὦ Πατέρων φιλόχριστε, χριστομίμητε, ἐλεῆμον καὶ εὕσπλαγχνε, δέομαί σου νὰ ὕεραπεύσῃς καὶ ἐμὲ τὸν ἄχρηστον ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μου, μὲ τὰ ὁποῖα παρώργισα τὸν Δεσπότην μου· καὶ νὰ μὲ ἀξιώσῃς διὰ πρεσβειῶν σου ἁγίων νὰ κάμω ἱκανὴν μετάνοιαν, ὅπως ἐπιτύχω τῆς αἰωνίου μακαριότητος ἐν Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Ὦ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *