Τὸ θαυμάσιο τοῦτο κείμενο δὲ ξέρουμε ποιὸ χρόνο γράφηκε. Ἐκφωνήθηκε ὅμως στὴ μνήμη (9 Μαρτίου) τῶν 40 Μαρτύρων, ποὺ τὸ 320 θανατώθηκαν κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Λικινίου. Τοὺς ἱεροὺς αὐτοὺς ἀθλητές, ἐπειδὴ γενναία ὁμολόγησαν πίστη στὸν Χριστό, τοὺς σύναξαν καὶ τοὺς ἔστησαν στὴν παγωμένη λίμνη στὸ κέντρο τῆς Σεβάστειας. Ὁ Μέγας Βασίλειος, χάρη στὶς ἄριστες ἰατρικὲς τοῦ γνώσεις, περιγράφει μὲ τρόπο ἐκπληκτικὸ τὶς διεργασίες ποὺ συντελοῦνται στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ ἀπὸ τὸ ψύχος καὶ τὸ πάγωμα καὶ πῶς ἐπέρχεται ὁ θάνατος. Πέραν ὅμως τούτου ἔχουμε στὰ μάτια μᾶς ἕνα πολὺ ἀρρενωπὸ κείμενο, ἔξοχα δομημένο, ποὺ δίνει ἀνάγλυφη τὴ θεολογία τοῦ μαρτυρίου, τὴ σημασία ποὺ αὐτὸ ἔχει γιὰ τὸν ἴδιο το μάρτυρα, γιὰ τοὺς λοιποὺς πιστοὺς καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία γενικά.

 

Πώς θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει κορεσμὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν μαρτύρων σ’ ὅποιον τοὺς ἀγαπᾶ; Γιατί ἡ τιμὴ στοὺς γενναίους ἀπὸ τοὺς συνδούλους τοὺς ἀποδεικνύει τὴν καλὴ διάθεση πρὸς τὸν κοινὸ Κύριο. Μιὰ κι εἶναι φανερὸ πὼς ὅποιος παραδέχεται τοὺς γενναίους ἄνδρες, δὲν θὰ παραλείψει νὰ τοὺς μιμηθεῖ σὲ παρόμοιες περιστάσεις.

Νὰ μακαρίσεις εἰλικρινὰ αὐτὸν ποὺ μαρτύρησε, γιὰ νὰ γίνεις μάρτυρας κατὰ τὴν προαίρεση, μὲ ἀποτέλεσμα, χωρὶς διωγμό, χωρὶς φωτιά, χωρὶς μαστίγωμα, ν’ ἀξιωθεῖς τὶς ἴδιες μ’ ἐκείνους ἀνταμοιβές. Ἐμεῖς, τώρα, δὲν πρόκειται νὰ θαυμάσουμε οὔτε ἕναν, οὔτε δυὸ μονάχα, οὔτε στοὺς δέκα φθάνει ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ποὺ μακαρίζονται. Ἀλλὰ σαράντα ἄνδρες, ποὺ σὰν νὰ εἶχαν μιὰ ψυχὴ σὲ ξεχωριστὰ σώματα, μὲ μιὰ σύμπνοια κι ὁμόνοια πίστης, μίαν ἐμφάνισαν καὶ τὴν καρτερία στὰ δεινὰ καὶ τὴν ἀντίσταση χάρη τῆς ἀλήθειας. Ὅλοι ὅμοιοι ὁ καθένας στὸν ἄλλο, ἴδιοι στὴ διάθεση κι ἴδιοι στὴν ἄθληση. Γι’ αὐτὸ καὶ καταξιώθηκαν ἰσότιμά τα στεφάνια τῆς δόξας. Ποιὸς λοιπὸν λόγος θ’ ἀπόδινε τὴν ἀξία τους; Οὔτε σαράντα γλῶσσες δὲν θ’ ἀρκοῦσαν ν’ ἀνυμνήσουν τὴν ἀρετὴ τόσο μεγάλων ἀνδρῶν. Ἐνῶ, ἀκόμα κι ἂν ἕνας ἦταν ὁ θαυμαζόμενος, θ’ ἀρκοῦσε βέβαια νὰ συντρίψει τὴ δύναμη τῶν λόγων μας, πιὸ πολὺ δὲ πλῆθος τόσο, στρατιωτικὴ φάλαγγα, παράταξη δυσκολοκαταγώνιστη, τὸ ἴδιο καὶ σὲ πολέμους ἀνίκητη καὶ σ’ ἐπαίνους ἀπρόσιτη.

 

 

Εμπρός λοιπόν, ἃς τοὺς φέρουμε στὴ μέση, θυμίζοντας τὴν ἱστορία τους. Κι ἔτσι θὰ ὠφεληθοῦν ὅλοι οἱ παρόντες, ἀτενίζοντας, σὰν σὲ ζωγραφιά, τὰ λαμπρὰ κατορθώματα αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν. Ἔτσι προβάλλουν καὶ τὰ πολεμικὰ ἀνδραγαθήματα πολλὲς φορὲς οἱ ρήτορες κι οἱ ζωγράφοι. Οἱ πρῶτοι, μὲ τὸν στολισμένο ἀπ’ αὐτὰ λόγο τους. Οἱ ἄλλοι, ἀποδίνοντάς τα μὲ τὶς ζωγραφιές τους. Μὲ ἀποτέλεσμα, νὰ κεντρίζουν πρὸς τὴν ἀνδρεία πολλοὺς κι οἱ μὲν κι οἱ δέ. Γιατί τὸ ἴδιο θέμα ἡ προφορικὴ ἱστορία παριστάνει στὴν ἀκοὴ κι ἡ ζωγραφικὴ σιωπώντας ἐμφανίζει μὲ τὴν ἀπεικόνιση. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐμεῖς ἃς ἀνακαλέσουμε στὴ μνήμη σᾶς τὴν ἀρετὴ αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν. Καὶ σὰν νὰ θέτουμε μπροστὰ στὰ μάτια σᾶς τὰ κατορθώματά τους, ἃς κινήσουμε σὲ μίμησή τους ὅσους εἶναι γενναιότεροι κι ἔχουν ψυχικὴ διάθεση πλησιέστερη στὴν ψυχικὴ διάθεση ἐκείνων. Γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο ἐγκώμιο τῶν μαρτύρων, τὸ νὰ ὠθεῖ καὶ νὰ προτρέπει κανεὶς πρὸς τὴν ἀρετὴ τὸ ἐκκλησίασμα.

 

Ἄλλωστε, οἱ λόγοι ποὺ ἔχουν θέμα τοὺς τοὺς ἁγίους, δὲν καταδέχονται νὰ ὑπηρετοῦν στοὺς κανόνες τῶν κοσμικῶν ἐγκωμίων. Γιατί οἱ ρήτορες ποὺ ἐπαινοῦν, ἀντλοῦν τὰ ὑμνητικά τους λόγια ἀπὸ κοσμικὲς αἰτίες. Ἀλλὰ γιὰ ὅσους ὁ κόσμος ἔχει σταυρωθεῖ, αὐτοὶ πῶς εἶναι μπορετὸ ν’ ἀντλήσουν ἀπὸ τὸν κόσμο κάτι ποῦ θὰ τοὺς δόξαζε; Δὲν ἦταν μιὰ ἡ πατρίδα στοὺς ἁγίους. Ὁ ἕνας καταγόταν ἀπὸ ἐδῶ, ὁ ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖ. Τί λοιπόν; Θὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶχαν πόλεις ἢ ὅτι ἦταν πολίτες τῆς οἰκουμένης; Ὅταν γίνεται κάποιος ἔρανος, ὅ,τι συνεισφέρει ὁ καθένας, καταντᾶ κοινὸ κτῆμα ὅλων ὅσοι πρόσφεραν στὸν ἔρανο. Ἔτσι καὶ μὲ τοὺς μακαρίους αὐτούς. Ἡ πατρίδα τοῦ καθενὸς εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους κι ὅλοι μοιράζονται ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο τὶς ἰδιαίτερες πατρίδες τους, ἀπ’ ὅπου κι ἂν κατάγονται. Ἀλλὰ γιατί νὰ κοιτάζουμε νὰ βροῦμε τὶς γενέτειρες ποῦ εἶναι στὸ χῶμα, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθοῦμε ποιὰ εἶναι ἡ τωρινή τους πόλη;

 

Πόλη λοιπὸν τῶν μαρτύρων εἶναι ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ, «ποὺ τεχνίτης καὶ δημιουργός της εἶναι ὁ Θεὸς» (Ἑβρ. 11, 10), ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἡ ἐλεύθερη, ἡ μητέρα τοῦ Παύλου καὶ τῶν ὁμοίων του. Κι ὡς πρὸς τὸ γένος, ἀπὸ ἀνθρώπινη μὲν πλευρά, τὸ ἕνα διαφέρει ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐνῶ ἀπὸ πνευματικὴ πλευρὰ εἶναι ἕνα γιὰ ὅλους. Γιατί κοινὸ πατέρα ἔχουν τὸ Θεὸ κι εἶναι ὅλοι ἀδελφοί, ὄχι ἐπειδὴ γεννήθηκαν ἀπὸ ἕναν ἄνδρα καὶ μιὰ γυναίκα, ἀλλὰ γιατί συνδέθηκαν ἁρμονικὰ ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο μέσα στὴν ὁμόνοια ποὺ χαρίζει ἡ ἀγάπη, ἀφοῦ τοὺς ἀνέδειξε τέκνα Θεοῦ τὸ Πνεῦμα. Σύνολο ἕτοιμο, μεγάλη συνδρομὴ ὅσων ἀνέκαθεν δοξάζουν τὸν Κύριο, χωρὶς νὰ ἔχουν συναθροισθεῖ ἕνας-ἕνας, ἀλλὰ ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ μετατέθηκαν. Καὶ πῶς μετατέθηκαν; Αὐτοί, μὲ τὸ ἐντυπωσιακὸ σωματικό τους ἀνάστημα καὶ μὲ τὰ χρυσά τους νιάτα καὶ μὲ τὴ δύναμή τους ἀφοῦ διακρίθηκαν ἀνάμεσά σε ὅλους τους συνομηλίκους τους, κατατάχθηκαν στὸ στρατό. Καὶ χάρη στὴν πολεμική τους ἐμπειρία καὶ τὴν ἀνδρεία τῆς ψυχῆς τους, τοὺς τιμοῦσαν ἤδη πρώτους-πρώτους οἱ βασιλιάδες κι εἶχαν βγάλει ὄνομα γιὰ τὴν ἀρετὴ τοὺς ἀνάμεσά σε ὅλους τους ἀνθρώπους.

 

 

Κι ὅταν ἐκδόθηκε καὶ κυκλοφόρησε ἐκεῖνο τὸ ἄθεο κι ἀσεβὲς διάταγμα, νὰ μὴν ὁμολογεῖ κανεὶς τὸ Χριστό, ἀλλιῶς θὰ ἔπεφτε σὲ κίνδυνο. καθὼς ἐπισειόταν κάθε λογὴς τιμωρία καὶ πολὺς καὶ θηριώδης ὁ θυμὸς ἀπὸ τοὺς κριτὲς τῆς ἀδικίας εἶχε κινηθεῖ κατὰ τῶν πιστῶν χριστιανῶν. καθὼς μηχανορραφίες καὶ σκευωρίες πλέκονταν ἐναντίον τοὺς κι ὁ νοῦς κατέβαζε διάφορα εἴδη βασάνων. ὅταν οἱ βασανιστὲς δὲν ἀποφεύγονταν, ἡ φωτιὰ ἦταν ἕτοιμη, τὸ ξίφος εἶχε συρθεῖ πάνω στὸ ἀκόνι κι ὁ σταυρὸς εἶχε μπηχθεῖ στὸ χῶμα. ὅταν ἀκόμα οἱ λάκκοι εἶχαν ἀνοιχθεῖ, ὁ τροχὸς ἦταν στημένος καὶ τὰ μαστίγια ἦταν ἐκεῖ. ὅταν ἄλλοι τρέπονταν σὲ φυγή, ἄλλοι λύγιζαν κι ἄλλοι κλονίζονταν ὅταν μερικοί, πρὶν πάθουν τίποτα, τὰ ἔχαναν μπροστά σε μόνη τὴν ἀπειλή, ἄλλων δέ, φθάνοντας σιμὰ στὰ δεινά, σάλεψε ὁ νοῦς. ὅταν ἄλλοι, ἀφοῦ κατέβηκαν στοὺς ἀγῶνες, κατόπιν δὲν μπόρεσαν ν’ ἀντέξουν στὴν ἐπίπονη προσπάθεια ὡς τὸ τέλος καὶ τὰ παράτησαν ὅλα κάπου στὴ μέση της ἄθλησης καί, ὅπως αὐτοὺς ποὺ τοὺς λαχαίνει φοβερὴ τρικυμία στὸ πέλαγος, βούλιαξαν μαζὶ μὲ τὸ φορτίο τῆς ὑπομονῆς ποὺ εἶχαν ὡς ἐκείνη τὴ στιγμή. τότε λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἀνίκητοι καὶ γενναῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ πρόβαλαν στὴ μέση, ἐνῶ ὁ ἄρχοντας ἔδειχνε τὸ βασιλικὸ διάταγμα κι ἀπαιτοῦσε ὑπακοή.

 

Μ’ ἐλεύθερη φωνή, μὲ θάρρος πολὺ κι ἀνδρεία, δὲν ζάρωσαν ἀπὸ τὸ φόβο μπροστά σε ὅ,τι ἔβλεπαν, οὔτε τρόμαξαν ἀπὸ τὶς ἀπειλές, ἀλλὰ φώναξαν γιὰ νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι πὼς ἦταν χριστιανοί. Ὢ μακάριες γλῶσσες ἀπ’ ὅπου ἀναβρυσε ἐκείνη ἡ ἱερὴ ὁμολογία, ποὺ ὁ ἀέρας σὰν τὴ δέχθηκε ἅγιασε, οἱ δὲ ἄγγελοι ἀκούοντας τὴ τὴν ἐπικρότησαν, ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονες τραυματίσθηκε ἀπ’ αὐτή, ὁ δὲ Κύριος στοὺς οὐρανοὺς τὴν ἔγραψε γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ!

 

 

Είπαν λοιπὸν ὁ καθένας, προχωρώντας στὴ μέση: Εἶμαι χριστιανός. Καὶ συνέβη ὅ,τι κάνουν οἱ ἀθλητὲς στὰ στάδια, ὅπου πηγαίνουν νὰ λάβουν μέρος στὰ ἀγωνίσματα λέγοντας συνάμα τὰ ὀνόματά τους καὶ στὸν τόπο τοῦ ἀγωνίσματος καταλήγοντας. Ἔτσι κι αὐτοὶ τότε. Ἀφοῦ πέταξαν σὰν ἄχρηστά τα ὀνόματα ποὺ εἶχαν ἀφ’ ὅτου γεννήθηκαν, ἔλεγαν σὰν ὄνομά του ὁ καθένας τὴ λέξη ποὺ παράγεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ κοινοῦ Σωτήρα (Χριστὸς – χριστιανός). Κι αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλοι, ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ἔτσι, ὅλοι παρουσιάσθηκαν μ’ ἕνα ὄνομα. Γιατί πλέον δὲν ἦταν ὁ ἄλφα ἢ ὁ βήτα, ἀλλὰ ὅλοι φώναζαν σὰν ὄνομά τους τὴ λέξη χριστιανός. Τί ἔκανε λοιπὸν τότε ὁ ἄρχοντας; Ἦταν ἄνθρωπος φοβερὸς καὶ πολυτρόπος, τόσο γιὰ νὰ τοὺς παρασύρει μὲ καλοπιάσματα, ὅσο καὶ γιὰ νὰ τοὺς μεταπείσει μὲ ἀπειλές. Ἀρχικὰ μὲν τοὺς ἔπαιρνε μὲ τὸ καλό, ἀποσκοπώντας νὰ τοὺς παραλύσει τὴ δύναμη τῆς εὐσέβειας. Μὴν προδώσετε τὰ νιάτα σας, τοὺς ἔλεγε, μήτε μὲ πρόωρο θάνατο ν’ ἀφήσετε αὐτὴ τὴ γλυκεὰ ζωή. Γιατί δὲν εἶναι σωστὸ οἱ συνηθισμένοι σὲ πολεμικὲς ἀριστεῖες νὰ πεθαίνουν μὲ τὸ θάνατο τῶν κακοποιῶν. Ἀκόμα, τοὺς ὑποσχόταν καὶ χρήματα. Κι ἄλλα τοὺς προσφερνε, ὅπως βασιλικὲς τιμὲς κι ἀπονομὲς ἀξιωμάτων καὶ μὲ χίλιες δυὸ ἐπινοήσεις προσπαθοῦσε νὰ τοὺς ἐξουδετερώσει. Καὶ καθὼς δὲν νικήθηκαν σ’ αὐτὴ τὴν ἀπόπειρα, χρησιμοποίησε τὸ ἄλλο εἶδος τῆς παραπλάνησης. Τοὺς ἀπειλοῦσε μὲ πλήγματα καὶ θανάτους καὶ βασανιστήρια ἀθεράπευτα. Κι αὐτὰ μὲν ἔκανε ἐκεῖνος. Τῶν δὲ μαρτύρων ποιὰ στάθηκε ἡ συμπεριφορά; Τί, λέει, μᾶς δελεάζεις, ἐχθρέ του Θεοῦ, νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὸ ζῶντα καὶ νὰ εἴμαστε δοῦλοι σὲ καταστροφικοὺς δαίμονες, προσφέροντάς μας τὰ ἀγαθά σου; Δίνεις πολλά, γιατί πολλὰ πασχίζεις νὰ μᾶς ἀφαιρέσεις; Μισῶ τὴ δωρεὰ ποὺ προξενεῖ ζημιά. Δὲν δέχομαι τὴν τιμὴ ποὺ γεννᾶ ἀτίμωση. Προσφέρεις χρήματα ποὺ ἀπομένουν ἐδῶ στὴ γῆ, δόξα ποὺ σὰν ἄνθος μαραίνεται. Μὲ κάνεις γνώριμο στὸ βασιλιά, ἀλλὰ μὲ ἀποξενώνεις ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ βασιλιά. Γιατί, μὲ φειδώ, λιγοστὰ ἀπὸ τὰ ἀγαθά του κόσμου προσφέρεις; Ἐμεῖς ὅλο τὸν κόσμο ἔχουμε καταφρονήσει. Ἀπέναντι σ’ αὐτὰ ποὺ ποθοῦμε κι ἐλπίζουμε, δὲν ἔχουν ἀξία τὰ ὁρατὰ πράγματα. Βλέπεις αὐτὸν τὸν οὐρανὸ πόσο ὡραῖος εἶναι στὴν ὄψη καὶ τί ἀπέραντος; Καὶ τὴ γῆ, πόσο μεγάλη καὶ τί θαυμαστὰ εἶναι ὅσα ὑπάρχουν σ’ αὐτή; Τίποτ’ ἂπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι ἴσο μὲ τὴ μακαριότητα τῶν δικαίων. Γιατί αὐτὰ φεύγουν καὶ χάνονται, ἐνῶ τὰ δικά μας μένουν. Μιὰ χάρη ποθῶ, τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης. Μιὰ δόξα λογαριάζω μὲ δέος, αὐτὴν ποὺ ὑπάρχει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐπιζητῶ τιμή, ἀλλὰ τὴν ἄνω καὶ φοβᾶμαι τὴν τιμωρία ποὺ εἶναι στὴ γέεννα. Ἐκείνη ἡ φωτιὰ εἶναι γιὰ μένα φοβερή, ἐνῶ αὐτὴ ποὺ σεῖς μὲ ἀπειλεῖτε, εἶναι ὁμόδουλη. Γνωρίζει νὰ σέβεται αὐτοὺς ποὺ καταφρονοῦν τὰ εἴδωλα. Σὰν βέλη νηπίων λογαριάζω τὰ πλήγματά σας. Γιατί τὸ σῶμα πλήττεις πού, ἂν μὲν ἀντέξει περισσότερο, λαμπρότερα στεφανώνεται. Ἂν δὲ πιὸ γρήγορα ὑποκύψει, φεύγει ἀπαλλαγμένο ἀπὸ δικαστὲς τόσο βαναύσους πού, ἐνῶ σᾶς ἀνατέθηκε νὰ ὑπηρετεῖτε τὰ σώματα, ἐπιδιώκετε νὰ ἐξουσιάζετε καὶ τὶς ψυχές. Σᾶς πειράζει λοιπὸν πολύ το ὅτι δὲν σᾶς τιμᾶμε περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὸ θαρρεῖτε ἄκρα προσβολὴ γιὰ τὸ πρόσωπό σας. Κι ἔτσι μᾶς ἀπειλεῖτε μ’ αὐτὲς τὶς φοβερὲς τιμωρίες, καταλογίζοντάς μας σὰν ἐνοχὴ τὴν εὐσέβεια. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχετε νὰ κάνετε μὲ δειλούς, οὔτε μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀγαποῦν τὴ ζωή τους, οὔτε μὲ ἀνθρώπους ποὺ εὔκολα τρομάζουν καὶ τὰ χάνουν. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό. Λοιπόν, ἐμεῖς εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ στὸν τροχὸ νὰ μᾶς βάλετε καὶ νὰ μᾶς στρεβλώσετε τὰ μέλη καὶ νὰ μᾶς κάνετε παρανάλωμα τῆς φωτιᾶς καὶ γενικὰ κάθε εἴδους βασανιστήρια ν’ ἀντιμετωπίσουμε.

 

Κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε ἐκεῖνος ὁ ἀλαζόνας καὶ βάρβαρος, δὲν βάσταξε τὸ θάρρος τῶν λόγων τους. Ἄναψε στὸ ἔπακρο ἀπὸ θυμό. Καὶ συλλογιζόταν ποιὸ σατανικὸ τρόπο νὰ βρεῖ, ὥστε νὰ τοὺς κάνει τὸ θάνατο κι ἀργὸ καὶ πικρὸ μαζί. Βρῆκε λοιπὸν κάτι πρωτότυπο καὶ κοιτάχτε τί φοβερό. Ἔλαβε ὑπ’ ὄψη τὴ φύση τῆς χώρας, ὅτι ἦταν παγερή. Καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ χρόνου, ὅτι ἦταν χειμώνας. Παραφύλαξε τὴ νύχτα, ὅπου πρὸ παντός το κακὸ γίνεται πιὸ ἀβάσταχτο, ἀφοῦ ἄλλωστε ἔπνεε τότε βοριάς. Πρόσταξε λοιπὸν νὰ τοὺς γυμνώσουν ὅλους στὸ ὕπαιθρο, καταμεσὶς τῆς πόλης καὶ νὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ πεθάνουν παγώνοντας. Καὶ γνωρίζετε βέβαια ὅλοι ὅσοι ἔχετε πείρα τοῦ χειμώνα, πόσο ἀνυπόφορο εἶναι αὐτὸ τὸ εἶδος βασάνου. Κι οὔτε εἶναι μπορετὸ νὰ τὸ παραστήσει κανεὶς σὲ ἄλλους, ἐξὸν ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ὑπ’ ὄψη σχετικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἴδια τοὺς τὴν πείρα. Τὸ σῶμα λοιπὸν ποὺ βρέθηκε μέσα στὸ μεγάλο ψύχος, πρῶτα ὁλάκερο γίνεται πελιδνό, καθὼς πήζει τὸ αἷμα. Ἔπειτα κλονίζεται κι ἀναταράζεται, τὰ δόντια χτυποῦν δυνατά, οἱ ἴνες σπάζουν καὶ χάνεται ὁ ἔλεγχος ὅλων των κινήσεων. Κι ἕνας κοφτερὸς πόνος, ποὺ δὲν περιγράφεται καὶ ποὺ φθάνει ὡς τὸ μεδούλι τῶν ὀστῶν, κάνει ὅσους παγώνουν νὰ αἰσθάνονται ἀπεριόριστη δυσφορία. Ὕστερά το σῶμα ἀκρωτηριάζεται, σὰν νὰ καίει καὶ ν’ ἀποκόπτει τὰ ἄκρα ἡ φωτιά. Γιατί ἡ ζέστη διώχνεται ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ σώματος καὶ φεύγει ὅλη μαζὶ στὸ βάθος κι ἔτσι ἀφήνει νεκρά τα μέρη ἀπ’ ὅπου ἀπομακρύνθηκε, τὰ δὲ ἄλλα, ὅπου συμμαζεύεται, τὰ κάνει νὰ πονοῦν κι ὁ θάνατος, μὲ τὸ πάγωμα, ἐπέρχεται λίγο-λίγο. Τότε λοιπὸν στὸ ὕπαιθρο νὰ περάσουν τὴ νύχτα καταδικάσθηκαν, ὅταν ἡ μὲν λίμνη ποὺ γύρω της εἶναι ἡ πόλη χτισμένη κι ὅπου οἱ ἅγιοι ἔκαναν αὐτὰ τὰ κατορθώματα, ἔμοιαζε μὲ γήπεδο ἱπποδρομιῶν, ἔχοντας μεταμορφωθεῖ ἀπὸ τὸν πάγο. Τὸ ψύχος τὴν εἶχε κάνει σὰν στερεὸ ἔδαφος κι οἱ περίοικοι μποροῦσαν ἔτσι νὰ περπατοῦν στὴν ἐπιφάνειά της, χωρὶς φόβο νὰ βουλιάξουν. Τὰ δὲ ποτάμια ποὺ ἔρρεαν ἀέναα, ἀφοῦ δέθηκαν ἀπὸ τὸ πάγωμα, σταμάτησαν τὸ ροῦ τους. Κι ἡ ρευστὴ φύση τοῦ νεροῦ ἄλλαξε κι ἔγινε σκληρὴ σὰν πέτρα. Τοῦ δὲ βοριὰ οἱ ψυχρότατες πνοὲς κάθε ἔμψυχό το ὠθοῦσαν στὸ θάνατο.

 

 

Τότε λοιπόν, σὰν ἄκουσαν τὸ πρόσταγμα (καὶ βλέπε ἐδῶ των ἀνδρῶν αὐτῶν τὸ ἀνίκητο φρόνημα), μετὰ χαρᾶς πέταξαν κατὰ γῆς ὁ καθένας καὶ τὸν τελευταῖο χιτώνα. Κι ὅρμησαν πρὸς τὸ θάνατο ποὺ αἰτία τοῦ ἦταν τὸ ψύχος, προτρέποντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, σὰν ν’ ἅρπαζαν λάφυρα. Δὲν ἀποβάλλουμε, ἔλεγαν, ἱμάτιο, ἀλλὰ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο ξεντυνόμαστε, «ποὺ φθείρεται κατὰ τὶς ἐπιθυμίες τῆς ἀπάτης» (Ἔφ. 4, 22). Σ’ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, ποὺ μαζὶ μ’ αὐτὸ τὸ ἱμάτιο ἀποβάλλουμε καὶ τὴν ἁμαρτία. Ἀφοῦ ἐξ αἰτίας τοῦ φιδιοῦ ντυθήκαμε (πρβλ. Γέν. 3, 21), ἃς γδυθοῦμε χάρη στὸν Χριστό. Ἃς μὴν κρατήσουμε πάνω μας ἱμάτια γιὰ τὸν παράδεισο ποὺ χάσαμε. Τί ν’ ἀνταποδώσουμε στὸν Κύριο; Γδύθηκε κι ὁ Κύριός μας. Εἶναι τόσο σπουδαῖο γιὰ τὸ δοῦλο νὰ πάθει ὅ,τι κι ὁ Κύριος; Ἄλλωστε καὶ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ τὸν γδύσαμε. Γιατί ἐκεῖνο τὸ τόλμημα στρατιῶτες τὸ ἔπραξαν. Ἐκεῖνοι τὸν ἔγδυσαν καὶ «διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια» (Ματθ. 27, 35). Λοιπόν, κατηγορία γραμμένη ἐναντίον μᾶς ἃς τὴ σβήσουμε οἱ ἴδιοι. Δριμὺς ὁ χειμώνας, ἀλλὰ γλυκὸς ὁ παράδεισος. Γεμάτο πόνο τὸ πάγωμα, ἀλλὰ εὐχάριστη ἡ ἀνάπαυση. Λίγο ἃς περιμένουμε καὶ θὰ βρεθοῦμε στὴ θαλπωρὴ τῆς ἀγκάλης τοῦ πατριάρχη Ἀβραάμ. Μὲ μιὰ καὶ μόνη νύχτα, ἃς κερδίσουμε ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα. Ἃς καεῖ τὸ πόδι, γιὰ νὰ κροτεῖ χορευτικὰ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ἀδιάκοπα. Ἃς πέσει τὸ χέρι, γιὰ νὰ ἔχει θάρρος νὰ ὑψώνεται δεητικὰ πρὸς τὸν Κύριο. Πόσοι ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μας στὸ στρατὸ ἔπεσαν στὴ μάχη γιὰ ν’ ἀποδείξουν τὴν ἀφοσίωσή τους σὲ βασιλιὰ φθαρτό; Κι ἐμεῖς, χάρη τῆς πίστης στὸν ἀληθινὸ βασιλιά, θὰ λογαριάσουμε αὐτὴ τὴ ζωή; Πόσοι ὑποβλήθηκαν στὸ θάνατο τῶν κακοποιῶν, ἀφοῦ καταδικάσθηκαν γιὰ τὰ ἐγκλήματά τους; Κι ἐμεῖς, γιὰ χάρη τῆς δικαιοσύνης, δὲν θὰ ὑποφέρουμε τὸ θάνατο; Ἃς μὴν πλαγιοδρομήσουμε, συνάδελφοι, ἃς γυρίσουμε τὶς πλάτες στὸ διάβολο. Σάρκες εἶναι ἃς μὴ τὶς λυπηθοῦμε. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνουμε μιὰ μέρα, ἃς πεθάνουμε γιὰ νὰ ζήσουμε. «Ἃς γίνει ἡ θυσία μᾶς ἐνώπιόν σου» (Δᾶν. 3, 40), Κύριε. Κι ἃς μᾶς δεχθεῖς σὰν «θυσία ζῶσα» (Ρωμ. 12, 1), εὐάρεστη σὲ σένα, καθὼς μᾶς κατακαίει αὐτὸ τὸ ψύχος. Ὡραία ἡ προσφορά. Νέο το ὁλοκαύτωμα, ποὺ πραγματοποιεῖται ὄχι μὲ φωτιά, ἀλλὰ μὲ τὸ ψύχος. Αὐτὰ τὰ στηριχτικὰ λόγια ἀνταλλάσσοντας μεταξύ τους κι ὁ ἕνας τὸν ἄλλο προτρέποντας, ἔμοιαζαν μὲ προχωρημένο τμῆμα σὲ ὥρα πολέμου κι ἔτσι ἔκαναν νὰ περνᾶ ἡ νύχτα τους, ὑπομένοντας μὲ γενναία καρδιὰ τὰ παρόντα, δοκιμάζοντας χαρὰ γιὰ τὰ ἐλπιζόμενα καὶ καταγελώντας τὸν ἐχθρό.

 

Κι ἕνα ἦταν ὅλων το τάμα: Σαράντα μπήκαμε στὸ στάδιο κι οἱ σαράντα ἃς στεφανωθοῦμε. Κύριε. Ἃς μὴ χαλάσει τὸν ἀριθμὸ οὔτε ἕνας. Εἶναι ἀριθμὸς τιμημένος. Τὸν τίμησες μὲ τὴ νηστεία τῶν σαράντα ἡμερῶν. Μέσ’ ἂπ’ αὐτόν, ὁ νόμος σου εἰσῆλθε στὸν κόσμο. Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀφοῦ μὲ τὴ νηστεία σαράντα ἡμερῶν ἐκζήτησε τὸν Κύριο, τέλος πέτυχε νὰ τὸν δεῖ. Καὶ τὸ μὲν τάμα ἐκείνων αὐτὸ ἦταν. Ἕνας ὅμως ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τοὺς λύγισε μπροστὰ στὴ δοκιμασία, λιποτάχτησε κι ἔφυγε, ἀφήνοντας ἀπαρηγόρητο πένθος στοὺς ἁγίους. Μὰ ὁ Κύριος δὲν ἄφησε ἀπραγματοποίητη τὴν παράκλησή τους. Γιατί ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ ἐπιτήρηση τῶν μαρτύρων, βρισκόταν πλησίον τους καὶ θερμαινόταν σ’ ἕνα χῶρο καταυλισμοῦ, ἀναμένοντας τί θὰ συμβεῖ, ἕτοιμος νὰ ὑποδεχθεῖ ὅσους στρατιῶτες θὰ κατέφευγαν τυχὸν ἐκεῖ. Ἀφοῦ κι αὐτὸ εἶχε προνοηθεῖ, νὰ ὑπάρχει ἐκεῖ κοντὰ λουτρό, ποὺ νὰ ὑπόσχεται γρήγορη τὴ βοήθεια σὲ ὅσους θ’ ἄλλαζαν γνώμη. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἐπινόησαν μὲ κακὸ σκοπὸ οἱ ἐχθροί, νὰ βροῦν δηλαδὴ τέτοιο τόπο γιὰ τὸ μαρτύριο, ὥστε ἡ ἕτοιμη παρηγορία νὰ παραλύει τὴ σταθερότητα τῶν ἀγωνιστῶν, αὐτὸ ἀκριβῶς ἀνάδειξε λαμπρότερη τὴν ὑπομονὴ τῶν μαρτύρων. Γιατί καρτερικὸς δὲν εἶναι ὅποιος στερεῖται τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ὑπομένει τὶς δοκιμασίες ἐνῶ γύρω του εἶναι ἄφθονες οἱ ἀπολαύσεις.

 

 

Καθώς λοιπὸν ἐκεῖνοι ἀγωνίζονταν κι αὐτὸς περίμενε νὰ δεῖ τί θ’ ἀπογίνει, βλέπει ἕνα παράξενο θέαμα. Κάποιες δυνάμεις νὰ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ οὐράνια καὶ σὰν βασιλικὲς δωρεὲς μεγάλες νὰ μοιράζουν στοὺς στρατιῶτες. Αὐτὲς οἱ δυνάμεις σὲ ὅλους τους ἄλλους μοίραζαν τὶς δωρεές, ἀλλὰ ἕναν μονάχα ἄφησαν ἀβράβευτο, ἀφοῦ τὸν ἔκριναν ἀνάξιο γιὰ τὶς οὐράνιες τιμές. Αὐτός, εὐθὺς λυγίζοντας μπροστὰ στὴ δοκιμασία, λιποτάχτησε στοὺς ἐχθρούς. Ἀξιοθρήνητο θέαμα γιὰ τοὺς δικαίους: Ὁ στρατιώτης νὰ τὸ βάλει στὰ πόδια. Ὁ ἀριστέας νὰ καταλήξει αἰχμάλωτος. Τὸ πρόβατο τοῦ Χριστοῦ νὰ πέσει στὰ δόντια τοῦ θηρίου. Ἀλλὰ τὸ πιὸ ἀξιοθρήνητο εἶναι ὅτι καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἔχασε, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐδῶ κάτω δὲν ἀπόλαυε, γιατί ἡ σάρκα του, μόλις ἦλθε σ’ ἐπαφὴ μὲ τὴ θερμότητα, διαλύθηκε. Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ἀγαποῦσε τὴ ζωὴ τοῦ ἔπεσε, ἀμαρτάνοντας μάταια. Ὁ δήμιος ὅμως, σὰν εἶδε νὰ ξεστρατίζει καὶ νὰ τρέχει στὸ λουτρό, τὸν ἀντικατέστησε, παίρνοντας ὁ ἴδιος τὴ θέση ἐκείνου. Κι ἀφοῦ ἔρριξε πέρα τὰ ροῦχα του, βρέθηκε ἀνάμεσα στοὺς γυμνούς, φωνάζοντας τὴν ἴδια μὲ τοὺς ἁγίους φράση: Εἶμαι χριστιανός. Κι ἔχοντας, μὲ τὴν ξαφνική του ἀλλαγή, ἐκπλήξει ὅσους ἦταν παρόντες, ἀναπλήρωσε τὸν ἀριθμὸ καὶ προσθέτοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ παρηγόρησε τὴ λύπη τους γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἄνανδρα ἔπεσε. Κι ἔτσι θυμήθηκε τοὺς πολεμιστές, πού, ὅταν πέσει κανεὶς στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς παράταξης, εὐθὺς τὸν ἀναπληρώνουν, ὥστε τὸ τεῖχος τῶν ἀσπίδων ἐμπρὸς νὰ μὴ διακοπεῖ μὲ τὴν ἀπουσία τοῦ σκοτωμένου. Κάτι παρόμοιο λοιπὸν κι αὐτὸς ἔπραξε. Εἶδε τὰ οὐράνια θαύματα, φωτίσθηκε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἔτρεξε στὸν Κύριο, ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μάρτυρες. Ἔτσι, ξανασυνέβη ὅ,τι καὶ μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἔφυγε ὁ Ἰούδας καὶ τὴ θέση τοῦ πῆρε ὁ Ματθίας (πρβλ. Πράξ. 1, 26). Μιμητὴς ἔγινε τοῦ Παύλου, χθὲς κατατρέχοντας, σήμερα κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο (Πράξ. 9, 20). Ἄνωθεν ἔλαβε κι αὐτὸς τὴν κλήση, «ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους, οὔτε μέσω ἀνθρώπου» (Γαλ. 1, 1). Πίστεψε στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βαπτίσθηκε σ’ αὐτόν, ὄχι ἀπὸ ἄλλον, ἀλλὰ μὲ τὴ δική του πίστη. Ὄχι στὸ νερό, ἀλλὰ στὸ δικό του αἷμα.

 

 

Κι ἔτσι, ἐνῶ ξημέρωνε, ἀκόμα ἀναπνέοντας, παραδόθηκαν στὴ φωτιά. Κι ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπὸ τὴ φωτιά, ἀπορρίχθηκε στὸ ποτάμι, ὥστε μὲς ἀπ’ ὅλη τὴν κτίση νὰ περάσει τὸ κατόρθωμα τῶν μακαρίων ἐκείνων. Πάνω στὴ γῆ ἀγωνίσθηκαν. Ἀπέναντι στὸν ἀέρα ἔδειξαν τὴ μεγάλη τους καρτερία. Στὴ φωτιὰ παραδόθηκαν. Τὸ νερὸ τοὺς ὑποδέχθηκε. Δική τους σὰν νὰ εἶναι ἡ φράση: «Περάσαμε μὲς ἀπὸ φωτιὰ καὶ νερὸ καὶ μᾶς ἔβγαλες σὲ ἀνάπαυση» (Ψάλ. 65, 12). Αὐτοὶ εἶναι ποὺ στὴν περιοχὴ μᾶς ἐγκαταστάθηκαν καὶ σὰν πύργοι στερεοί μας παρέχουν ἀσφάλεια ἀπέναντι στὶς ἑφόδους τῶν ἐχθρῶν. Καὶ δὲν ἔχουν περιορισθεῖ σ’ ἕνα τόπο, ἀλλὰ ἤδη φιλοξενήθηκαν σὲ πολλὰ μέρη καὶ πολλὲς πατρίδες καταστόλισαν. Καὶ τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι δὲν προσέρχονται, σὲ ὅσους τοὺς δέχονται, ἕνας-ἕνας χωρισμένοι, ἀλλὰ ὅλοι μαζί, σὰν ἀδιαίρετο σύνολο, εἶναι. Ὢ τί θαῦμα! Οὔτε ὑπολείπονται στὸν ἀριθμό, οὔτε τὸν ἀνέχονται νὰ γίνει μεγαλύτερος. Ἂν σ’ ἑκατὸ τοὺς διαιρέσεις, δὲν ξεπερνοῦν τὸ δικό τους ἀριθμό. Ἂν σ’ ἕνα τους συνοψίσεις, σαράντα πάλι παραμένουν, σύμφωνα μὲ τὴ φύση τῆς φωτιᾶς. Γιατί κι ἐκείνη καὶ σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἀνάβει μεταβαίνει κι ὁλόκληρη ὑπάρχει σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει. Ἔτσι κι οἱ σαράντα. Κι ὅλοι εἶναι μαζὶ κι ὅλοι εἶναι στὸν καθένα. Ἡ ἄφθονη εὐεργεσία, ἡ ἀνεξάντλητη χάρη. Ἕτοιμη βοήθεια γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἐκκλησία μαρτύρων, στρατὸς τροπαιοφόρων, λατρευτικὸ σύνολο δοξολογίας. Πόσο θὰ κόπιαζες γιὰ νὰ βρεῖς μόλις ἕναν ποῦ γιὰ σένα νὰ ἐκλιπαρεῖ τὸν Κύριο; Σαράντα εἶναι ποὺ ἀναπέμπουν προσευχὴ μὲ μιὰ φωνή. Ὅπου δυὸ ἢ τρεῖς εἶναι συναγμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ βρίσκεται ἀνάμεσά τους. Κι ὅπου εἶναι σαράντα, ποιὸς ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ; Ὅποιος θλίβεται, στοὺς σαράντα καταφεύγει. Ὅποιος χαίρει, σ’ αὐτοὺς τρέχει. Ὁ πρῶτος, γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δυσάρεστα. Ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὰ καλύτερα. Ἐδῶ προβάλλει γυναίκα εὐσεβὴς νὰ προσεύχεται γιὰ τὰ τέκνα της, νὰ ζητᾶ τὸ γυρισμὸ τοῦ ξενητεμένου ἄνδρα της, τὴ σωτηρία τοῦ ἀρρώστου. Μαζὶ μὲ τοὺς μάρτυρες ἃς γίνονται τὰ αἰτήματά σας. Οἱ νεαροὶ ἃς μιμοῦνται τοὺς συνομηλίκους τους.

 

Οἱ πατέρες ἃς εὔχονται τέτοιων γιῶν νὰ εἶναι πατέρες. Οἱ μητέρες ἃς διδαχθοῦν ἀπὸ τὴν ἱστορία μιᾶς καλῆς μητέρας. Ἡ μητέρα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μακαρίους ἐκείνους εἶδε τοὺς ἄλλους νὰ ἔχουν ἤδη πεθάνει ἀπὸ τὸ ψύχος, τὸ γιό της δὲ ν’ ἀναπνέει ἀκόμα ἐξ αἰτίας τῆς σωματικῆς του δύναμης καὶ τῆς καρτερίας του στὰ δεινά. Οἱ δήμιοι, στὸ μεταξύ, τὸν εἶχαν παρατήσει, γιατί ἦταν πιθανὸ ν’ ἀλλάξει γνώμη. Ἡ ἴδια τότε, μὲ τὰ ἴδια τῆς τὰ χέρια, τὸν σήκωσε καὶ τὸν ἔβαλε πάνω στὴν ἅμαξα, ὅπου οἱ ὑπόλοιποι σὰν ἕνας σωρὸς φέρνονταν πρὸς τὴ φωτιά, ἀληθινὴ μητέρα μάρτυρα. Δὲν ἔχυσε οὔτε ἕνα δάκρυ ἀπὸ δειλία, οὔτε ξεστόμισε κάτι τὸ τιποτένιο κι ἀνάξιό της ὥρας. Ἀλλὰ εἶπε: Πήγαινε παιδί μου, στὸν καλὸ δρόμο, μαζὶ μὲ τοὺς συνομηλίκους σου, μαζὶ μὲ τοὺς συναδέλφους σου. Μὴ μείνεις ἔξω ἀπὸ τὴν ὁμάδα τους. Μὴν ἐμφανισθεῖς στὸν Κύριο ἒπειτ’ ἂπ’ αὐτούς. Ἀληθινά, καλῆς ρίζας καλὸ βλαστάρι. Ἔδειξε ἡ γενναία μητέρα πὼς τὸν εἶχε ἐκθρέψει μὲ τὶς ἀλήθειες τῆς πίστης μᾶλλον παρὰ μὲ τὸ γάλα της. Κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔτσι ἀνατράφηκε, ἔτσι προπέμφθηκε ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ μητέρα του. Ὁ δὲ διάβολος ἔφυγε καταντροπιασμένος.

 

Γιατί, ἀφοῦ κίνησε ἐναντίον τοὺς ὅλα τα στοιχεῖα τῆς φύσης, ὅλα τα εἶδε νικημένα ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, τὴ μανιασμένη νύχτα, τὴν παγερὴ χώρα, τὴν ἐποχὴ τῆς χρονιᾶς, τὴ γύμνωση τῶν σωμάτων. Ὢ ἁγία ὁμάδα! Ὢ ἱερὴ στρατιωτικὴ μονάδα! Ὢ ἀδιάσπαστε συνασπισμέ! Ὢ κοινοὶ φύλακες τοῦ ἀνθρώπινου γένους! Καλόβολοι συμμέτοχοι τῶν φροντίδων μας, συνεργοὶ στὶς δεήσεις μας, μεσολαβητὲς ἰσχυρότατοι, ἀστέρες τῆς οἰκουμένης, ἄνθη τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν. Δὲν σᾶς ἔκρυψε στὰ σπλάχνα της ἡ γῆ, ἀλλὰ ὁ οὐρανὸς σᾶς ὑποδέχθηκε. Ἄνοιξαν γιὰ σᾶς οἱ πύλες τοῦ παραδείσου. Ἄξιο θέαμα γιὰ τὴ στρατιὰ τῶν ἀγγέλων, γιὰ τοὺς πατριάρχες, γιὰ τοὺς προφῆτες, γιὰ τοὺς δικαίους, ἄνδρες ποὺ ὄντας πάνω στὸ ἄνθος τῆς νιότης, δὲν λογάριασαν καθόλου τὴ ζωή, γιατί ἀγάπησαν τὸν Κύριο πάνω ἀπὸ γονεῖς, πάνω ἀπὸ τέκνα. Ἐνῶ βρίσκονταν ἀκριβῶς στὴν ἡλικία ποὺ ἔχει μπροστά της τὴ ζωή, παρέβλεψαν τὴν πρόσκαιρη ζωή, γιὰ νὰ δοξάσουν τὸ Θεὸ στὰ ἴδια τοὺς τὰ μέλη. Ἔγιναν θέαμα στὸν κόσμο. Καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Κι ἔτσι, ὅσους εἶχαν πέσει τοὺς σήκωσαν, ὅσους ἀμφέβαλλαν τοὺς στερέωσαν καὶ στοὺς πιστοὺς αὔξησαν τὸν ἱερὸ πόθο. Ἀφοῦ ἕνα γιὰ χάρη τῆς πίστης ἔστησαν τρόπαιο, μ’ ἕνα ἐπίσης στεφάνι τῆς δικαιοσύνης καταστολίσθηκαν, ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ τὸν Κύριό μας, ποὺ τοῦ ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

* Ἡ ἀπόδοση τοῦ λόγου ἔγινε ἀπὸ τὸν κ. Βασ. Μουστάκη καὶ εἶναι ἔκδοση τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1980).

 

πηγὴ ἠλεκτρ. κειμένου: impantokratoros.gr

 

 

 

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *