19 Ἰανουαρίου

Ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ. Χ. Πέρασε τὰ περισσότερα χρόνια της ζωῆς του στὴν ἔρημο μὲ ἐγκράτεια καὶ προσευχή. Τὰ ἀσκητικά του παλαίσματα εἶναι ὄντως θαυμαστὰ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ εἶναι καρπὸς ἐμπειρίας. Δηλαδή, τὰ ὅσα διδάσκει εἶναι ἀληθινὴ θεολογία, εἶναι ρήματα ζωοποιὰ καὶ σωτηριώδη, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ καρδιὰ ποὺ εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γι’ αὐτὸ γλυκαίνουν τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ καὶ δημιουργοῦν ἔμπνευση καὶ διάθεση γιὰ προσευχή.

Ὅσο ἐπεδίωκε τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἡσυχία, τόσο ἡ φήμη τὸν κατεδίωκε καὶ γι’ αὐτὸ ἔτρεχαν στὴν ἔρημο πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴν σοφὴ διδασκαλία του καὶ νὰ τραφοῦν πνευματικά. Αὐτὸς τότε, ὅταν καταλάβαινε ὅτι συγκεντρωνόταν ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ πλῆθος ἀνθρώπων, ἔφευγε μέσα ἀπὸ ὑπόγεια σήραγγα, ποὺ ἕνα μέρος τῆς ἔσκαψε ὁ ἴδιος μὲ τὰ χέρια του, σὲ μιὰ σπηλιά, ὅπου συνέχιζε νὰ προσεύχεται στὴν ἀγαπημένη τοῦ ἡσυχία. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι ἀπὸ περιφρόνηση καὶ ἀδιαφορία γι’ αὐτούς, ἀφοῦ τοὺς ἀγαποῦσε ἀληθινά, ἀλλὰ αἰσθανόταν ὅτι τοὺς ὠφελοῦσε περισσότερο μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ παρὰ μὲ τὸν λόγο του. Ἡ προσευχὴ τοῦ εἶχε μεγάλη δύναμη καὶ δὶ’ αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐτέλεσε πολλὰ θαύματα, ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ὅπως θεραπεῖες ἀσθενῶν καὶ δαιμονιζομένων, καθὼς καὶ ἀναστάσεις νεκρῶν, ἀναφέρει λεπτομερῶς ὁ ἱστορικὸς Παλλάδιος. 

Στὰ Συναξάρια ἀναφέρονται κάποια περιστατικά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντυπωσιακὰ καὶ ταυτόχρονα διδακτικά. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι καὶ τὸ παρακάτω:

- Κάποτε ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε συνάντησε δύο νέους διαφορετικοῦ φύλου νὰ περιπτύσσονται καὶ νὰ ἀσπάζονται περιπαθῶς ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ ὅσιος ἀντὶ νὰ τοὺς κατακρίνη, ἐλεεινολόγησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ λέγοντας: «Ἐσὺ ἄθλιε ἔχεις τόση ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ὅσην ἔχουν αὐτὰ τὰ παιδιὰ μεταξύ τους;». Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ταπεινώθηκε, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάκριση ἀπέφυγε.


Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος γεννήθηκε τὸ 301 μ.Χ. σὲ κάποιο χωριὸ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395 μ.Χ.). Σὲ ἡλικία 30 χρόνων ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημό της Νιτρίας καὶ στὴ Συρία, ὅπου παρέμεινε γιὰ ἑξήντα ὁλόκληρα χρόνια καὶ ἀπέκτησε μεγάλη φήμη γιὰ τὸν ἀσκητικό του βίο καὶ τὶς ἄλλες θαυμαστὲς ἀρετές του. Ἐπειδή, παρὰ τὸ νεαρό της ἡλικίας του, προέκοπτε στὶς ἀρετὲς ὀνομάσθηκε «παιδαριογέρων».

Στὴν ἔρημο γνώρισε τὸν Μέγα Ἀντώνιο τοῦ ὁποίου ἔγινε μαθητής. Σὲ ἡλικία 40 ἐτῶν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ λόγω τῆς ἐνάρετης ζωῆς τοῦ ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ λάβει τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας τῶν ἀσθενῶν καὶ τῆς προφητείας. Λέγεται ὅτι συνεχῶς ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεὸ «καὶ μᾶλλον τῷ πλείονι χρόνω προσδιατριβεῖν Θεῶ ἡ τοῖς ὑπ’ οὐρανὸν πράγμασιν».

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ὑπῆρξε γέννημα θρέμμα τῆς ἐρήμου. Γιὰ νὰ εἶναι, λοιπόν, ἀπερίσπαστος καὶ νὰ βρίσκεται σὲ συνεχῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἔσκαψε ὁ ἴδιος καὶ ἄνοιξε μιὰ ὑπόγεια στοά, ποὺ ἄρχιζε ἀπὸ τὸ κελί του καὶ εἶχε μῆκος ἑκατὸ περίπου μέτρα. Στὴν ἄκρη τῆς στοᾶς διεύρυνε τὸν χῶρο καὶ διαμόρφωσε ἕνα σπήλαιο. Ἔτσι εἶχε τὴν δυνατότητα ὅταν προσέρχονταν σὲ αὐτὸν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸν ἐνοχλοῦσαν, νὰ κατεβαίνει στὴ στοά, χωρὶς νὰ τὸν παίρνουν εἴδηση καὶ μέσω αὐτῆς νὰ πηγαίνει στὸ σπήλαιο καὶ νὰ κρύβεται, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὸν βρεῖ κανένας.

Κάποτε πῆγε καὶ συνάντησε τὸν Ἅγιο Μακάριο ἕνας αἱρετικός, ποὺ εἶχε μέσα του δαιμόνιο καὶ ἰσχυριζόταν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει ἀνάσταση νεκρῶν. Ὁ Ἅγιος τότε, προκειμένου νὰ τὸν πείσει, ἀνέστησε ἕνα νεκρό. Ἔλεγε δὲ ὅτι ὑπάρχουν δύο τάγματα δαιμόνων. Ἀπὸ αὐτά, τὸ ἕνα πολεμᾶ τοὺς ἀνθρώπους, παρασύροντάς τους σὲ πάθη τερατώδη καὶ ἀκατονόμαστα, ἐνῶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται καὶ «ἀρχικό», δημιουργεῖ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων διάφορες κακοδοξίες καὶ πλάνες. Αὐτούς, μάλιστα, τοὺς δαίμονες τοῦ δεύτερου τάγματος, τοὺς ξεχωρίζει ὁ Σατανᾶς καὶ τοὺς ἀποστέλλει στοὺς μάγους καὶ στοὺς αἱρεσιάρχες.


Ὁ Ὅσιος εἴτε δύο μαθητὲς ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ἕνας, ποὺ ὀνομάζετο Ἰωάννης, ἔμενε μαζί του, γιὰ νὰ περιποιεῖται τοὺς ἀσθενεῖς, ποὺ ἔφεραν στὸν Ὅσιο καθημερινὰ γιὰ νὰ τους 

θεραπεύσει, ὁ δὲ ἄλλος σὲ κελὶ ποὺ εὐρίσκετο πιὸ μακριά. Βλέποντας δὲ ὁ Ὅσιος τὸν ὑποτακτικό του, τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει χρήματα ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του προεῖπε, ὅτι θὰ 

τιμωρηθεῖ. Καὶ πράγματι, πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρησης τοῦ Ὁσίου, καθότι ὁ ἀδελφὸς ἐκεῖνος, ἐπειδὴ δὲν διορθώθηκε ἔγινε λεπρός.

Ὁ Ὅσιος Παλλάδιος διηγεῖται γιὰ τὸν Ἅγιο Μακάριο, ὅτι τότε κάποιος κολασμένος ζήτησε σὲ σατανικὸ ἔρωτα κάποια σώφρονα κοπέλα καὶ ἐπειδὴ ἐκείνη δὲν δέχθηκε, τὴν ἔκαμε μὲ 

διαβολικὰ μάγια νὰ φαίνεται στοὺς ἀνθρώπους σὰν φοράδα. Οἱ γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ αὐτοῦ ἦλθαν στὸν Ἅγιο Μακάριο καὶ τοῦ εἶπαν.

— Αὐτὴ ἡ φοράδα ποῦ φέραμε ἐδῶ καὶ Βλέπεις ἦταν κόρη μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ μάγια κάποιου ἀνθρώπου, μεταμορφώθηκε σ' αὐτὴ τὴ μορφή. Σὲ παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ παρακαλέσεις 

τὸν Κύριο καὶ νὰ τὴν μετατρέψεις στὴν προηγούμενη μορφή.

Ὁ δὲ Ὅσιος ἀπάντησε:

— Ὅσο γιὰ μένα, ἐγὼ τὴν βλέπω γυναίκα καὶ ὅτι φοράδα, ὅπως μου λέτε. Αὐτὴ δὲ ἡ μορφὴ ποὺ βλέπετε δὲν εἶναι στὸ σῶμα της, ἀλλὰ μόνον στοὺς ὀφθαλμούς σας ἀπὸ τὴ συνεργεία 

τοῦ δαίμονα.

Ἀφοῦ τοὺς εἶπε αὐτά, πῆρε τὴν κόρη τους στὸ κελί του καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε, τὴν ἔχρισε μὲ ἅγιο ἔλαιον, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐφαίνετο πάλι σ' ὅσους τὴν ἔβλεπαν σαν 

γυναίκα, ἐπειδὴ μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου ἐξηφανίσθη ἡ μαγεία. Μετὰ ἀφοῦ ἔγινε καλὰ ἡ κοπέλα ὁ Ἅγιος της ἔδωσε τὴν ἕξης συμβουλή:

— Παιδί μου, μὴ λείπεις ἀπὸ τὴν Κοινωνία τῶν Μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ νὰ κοινωνεῖς συνετῶς, διότι αὐτὴ ἡ διαβολικὴ ἐνέργειά σου συνέβη, ἐπειδὴ δὲν μετέλαβες γιὰ πέντε 

συνεχεῖς ἑβδομάδες καὶ ὡς ἐκ τούτου βρῆκε εὐκαιρία ὁ διάβολος καὶ σὲ πείραξε.

Ἦταν δὲ στὴν νηστεία καὶ ἐγκράτεια τόσον ὑπομονετικὸς ὁ Ὅσιος, ὥστε, ἐπὶ 20 χρόνια οὔτε ψωμὶ οὔτε νερὸ οὔτε ὕπνο χόρτασε ποτέ. Ἀλλὰ ἔτρωγε μὲ τὴν ζυγαριὰ κατὰ κάποιο τρόπο 

τὸ ψωμί, ὁρισμένα γραμμάρια κάθε μέρα, νερὸ δὲ τρία ποτήρια. Κοιμόταν λίγο ἀκουμπώντας στὸν τοῖχο καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ μὴ βλαβῆ ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγρυπνία καὶ 

τὴν ὑπερβολικὴ κακοπάθεια. Ὅταν δὲ ἐρχόντουσαν οἱ ἀδελφοὶ γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν, καθόταν μαζί τους στὴν τράπεζα καὶ ἔτρωγε καὶ ἔπινε μαζί τους γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ὑπόκριση, ὄταν 

δὲ ἀνεχώρουν ἔκαμε τόσες ἡμέρες νὰ πιεῖ νερὸ ὅσα ποτήρια ἤπιε μὲ τοὺς ξένους νερό, ἢ κρασί, διὰ νὰ παιδεύει τὸ σῶμα του, καθὼς καὶ μόνο νὰ ἔβλεπε τὸ σῶμα τοῦ ἔβλεπε 

καθαρὰ τὴν μεγάλη ἐγκράτεια ποὺ μεταχειριζόταν.

Ἐπιστρέφοντας κάποτε ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ πηγαίνοντας στὸ κελί του, βρῆκε τοὺς κλέφτες, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ὅτι κι ἂν εἶχε. Ὅταν δὲ ἔφθασε ἐκεῖνοι τὰ φόρτωναν στὸ 

γαϊδουράκι, ὁ δὲ Ὅσιος βλέποντας αὐτὸ προσποιήθηκε ὅτι δὲν ἦταν δικά του τὰ πράγματα. Ὥστε ὅτι μόνο δὲν τοὺς κακολόγησε, ἀλλὰ καὶ τοὺς βοήθησε νὰ τὰ φορτώσουν λέγοντας: 

«Γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι». «Ὁ Κύριος τα ἔδωσε ὁ Κύριος τα ἀφαιρεῖ». Αὐτὰ δὲ ἀφοῦ εἶπε ὑπέμεινε ἀτάραχα τὴν στέρηση τῶν πραγμάτων. 

Καὶ ὅτι μόνον ὅταν τοῦ ἐπῆραν ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα ποὺ εἴτε μακροθύμησε, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σιώπησε.

Κάποιος ἄνθρωπος ἐνάρετος, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, εἴτε υἱὸ παράλυτο καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ δὲν κουνιόταν καθόλου, ἀλλὰ στεκόταν σὰν λίθος ἀκίνητος. Τὸν παίρνει λοιπόν 

ὁ πατέρας του, τὸν πηγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου καὶ ἀφοῦ τὸν ἄφησε ἐκεῖ ἥσυχο, ἀναχώρησε. Ὁ δὲ ὅσιος βγαίνοντας ἔξω καὶ βλέποντας αὐτόν, τὸν ρώτησε ποιὸς τὸν ἔφερε. 

Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε, ὅτι ὁ πατέρας του, τὸν ἄφησε ἐκεῖ καὶ ἔφυγε. Τότε τοῦ λέγει ὁ Ὅσιος:

— Σήκω καὶ πήγαινε νὰ τὸν φθάσεις. Καὶ ἀμέσως, ὢ τοῦ θαύματος, σηκώθηκε ὁ πρώην ἀνάπηρος, προσκύνησε τὸν γιατρό του καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι τοῦ ἀγαλλόμενος. Λέγεται 

μάλιστα γιὰ τὸν οὐράνιο τοῦτο ἄνδρα, ὅτι τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς τοῦ τὸν περνοῦσε μᾶλλον στὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ ἕνωσε παρὰ μὲ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.

ΠΗΓΗ


Εἶναι πρὸς πνευματική μας ὠφέλεια νὰ ἀναφέρουμε καὶ ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη μὲ τὸν Ὅσιο Μακάριο: κάποτε ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε στὴν ἔρημο βρῆκε ἕνα κρανίο. Ἦταν κάποιου ποὺ εἶχε διατελέσει ἱερέας τῶν εἰδώλων. Μόλις ὁ Μακάριος πλησίασε καὶ τὸν ρώτησε, ἄκουσε νὰ τοῦ λέει ὅτι μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ἔνιωθαν κάποια μικρὴ ἀνακούφιση στὸν πόνο τους, οἱ βρισκόμενοι στὴν κόλαση, ὅταν τύχαινε ὁ Ὅσιος καὶ προσευχόταν ὑπὲρ αὐτῶν.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος σὲ προχωρημένη ἡλικία ἐξορίσθηκε σὲ νησίδα τοῦ Νείλου ἀπὸ τὸν Ἀρειανὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Λούκιο καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν τὸ ἔτος 391 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος, ὁ Ἀλεξανδρεύς, χρημάτισε ἱερέας τῶν λεγόμενων κελιῶν. Ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἐγκράτειας καὶ ὑπομονῆς καὶ ἔτσι προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Τὶς ἀρετὲς τοῦ τὶς θαύμασε καὶ αὐτὸς ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ εἶπε: «Ἰδού, ἐπαναπαύθηκε ἐπὶ σὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ στὸ ἑξῆς θὰ εἶσαι κληρονόμος τῶν ἀγώνων μου».

Κάθε φορᾶ ποὺ ὁ Ὅσιος ἀντιλαμβανόταν ὅτι κάποιος ἐπιτελοῦσε ἕνα σπουδαῖο ἀσκητικὸ ἀγώνισμα, ὑποκινούμενος ἀπὸ ἕναν Ἅγιο ζῆλο, τὸν μιμεῖτο καὶ ἔκανε καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιο ἀγώνισμα. Ἔτσι, ὅταν ἄκουσε ὅτι οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοί, καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἔτρωγαν ἄβραστο φαγητό, πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια δὲν ἔφαγε κανένα μαγειρευμένο φαγητό. Τρεφόταν μόνο μὲ λάχανα ὠμὰ καὶ ὄσπρια. Ἐπίσης καὶ τὸν ὕπνο τοῦ ἀγωνίσθηκε νὰ περιορίσει στὸ ἐλάχιστο. Καί, γιὰ νὰ τὸ κατορθώσει αὐτό, δὲν μπῆκε κάτω ἀπὸ στέγη ἐπὶ εἴκοσι ὁλόκληρα ἡμερόνυχτα, φλεγόμενος ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ξεπαγιάζοντας ἀπὸ τὸ ψύχος τῆς νύχτας.

Μιὰ φορὰ ὁ Ὅσιος ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὸ δαίμονα τῆς πορνείας καί, προκειμένου νὰ ἐξουδετερώσει τὸν δαίμονα αὐτό, κατέφυγε σὲ ἕνα ἐντελῶς ἔρημο καὶ ἑλώδη τόπο, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ ἕξι μῆνες. Ἐκεῖ ὑπῆρχαν κουνούπια πολὺ μεγάλα, σὰν σφῆκες, τὰ ὁποῖα μὲ τὰ τσιμπήματά τους τὸν καταπλήγωναν σὲ ὅλο του τὸ σῶμα. Ὅταν, λοιπόν, ὕστερα ἀπὸ τοὺς ἕξι μῆνες γύρισε στὸ κελί του, ἀναγνωριζόταν μόνο ἀπὸ τὴν φωνή του, ἀφοῦ τὸ σῶμα τοῦ ἐξωτερικὰ εἶχε παραμορφωθεῖ καὶ ἔμοιαζαν μὲ τὸ σῶμα ἀνθρώπων ποὺ πάσχουν ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τῆς ἐλεφαντίασης.

Κάποια φορᾶ ὁ Ὅσιος καθόταν στὴν αὐλὴ καὶ ἔλεγε λόγους ὠφέλιμους σὲ παρευρισκόμενους ἐκεῖ Χριστιανούς. Τότε μία ὕαινα, ἀφοῦ πῆρε μαζί της τὸ νεογνό της, τὸ ὁποῖο ἦταν τυφλό, πλησίασε τὸν Ἅγιο καὶ τὸ ἔριξε στὰ πόδια του. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐπτυσε στὰ μάτια τοῦ μικροῦ ζώου, τοῦ χάρισε τὸ φῶς. Ἔτσι, θεραπευμένο πλέον, τὸ πῆρε ἡ ὕαινα καὶ ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ-πρωὶ ὅμως, αὐτὴ γύρισε πάλι στὸν Ἅγιο, φέρνοντάς του ἀπὸ εὐγνωμοσύνη μιὰ μεγάλη προβιὰ γιὰ στρῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως εἶπε στὴν ὕαινα: «πράγματα προερχόμενα ἀπὸ ἀδικία ἐγὼ δὲν τὰ δέχομαι». Ἐκείνη τότε, ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν αὐλή.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ ἀσκήθηκε ὁ Ὅσιος Μακάριος καὶ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 395 μ.Χ.

ΠΗΓΗ


«῾Ο λόγος ὁ καλὸς»῾Η θεραπευτικὴ δύναμίς του Κάποτε ὁ ᾿Αββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος μαζὶ μὲ τὸν ὑποτακτικό του ἀνέβαιναν ἀπὸ τὴν Σκήτη τῆς Αἰγύπτουστὸ ῎Ορος τῆς Νιτρίας. Σὰν πλησίαζαν στὸν προορισμό τους, εἶπε στὸν μαθητή του νὰ προπορευθῆ.῾Ο ὑποτακτικός, καθὼς προχωροῦσε, συνάντησε ἕναν εἰδωλολάτρη...῏Ηταν ἱερέας καὶ περπατοῦσε βιαστικά,κρατώντας ἕνα ξύλο.— Αἴ, σατανᾶ, ποῦ τρέχεις;...τοῦ φώναξε ἀπερίσκεπτα ὁ καλόγερος. Τότε ἐκεῖνος ἐθύμωσε τόσο πολύ, ὥστε στράφηκε ἐναντίον τοῦ Μοναχοῦκαὶ τὸν ἐκτύπησε ἀδυσώπητα...Τελικά, τὸν ἄφησε μισοπεθαμένο...Κατόπιν, πῆρε τὸ ξύλοκαὶ ἔσπευσε νὰ ἀπομακρυνθῆ...Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸν εἶδε ὁ ᾿Αββᾶς Μακάριος...᾿Αμέσως, ἄρχισε νὰ τὸν εὔχεται μὲ βαθειὰ καλωσύνη:— ῾Ο Θεὸς νὰ σὲ εὐλογῆ, προκομμένε ἄνθρωπε!...Νὰ εἶσαι καλὰ ἄνθρωπε τοῦ μόχθου!...Εἴθε νὰ σωθῆς!... Νὰ σωθῆς!...῾Ο εἰδωλολάτρης ἐσάστισε...Πλησίασε τὸν ῞Οσιο καὶ τὸν ἐρώτησε:— Τί καλὸ εἶδες σὲ μένα, ᾿Αββᾶ, καὶ μοῦ εὔχεσαι νὰ σωθῶ;...— Σὲ βλέπω νὰ μοχθῆς καὶ νὰ τρέχης...,τοῦ ἀπάντησε ὁ ῞Οσιος. ...Καὶ δὲν γνωρίζεις, εὐλογημένε,ὅτι στὰ χαμένα κοπιάζεις...— Μαλάκωσε καὶ γλύκανε ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὸν χαιρετισμό σου...,εἶπε ἤρεμος πιὰ ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων...Κατάλαβα ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ...Κάποιος ἄλλος ὅμως, ἄθλιοςκαλόγερος, μὲ ἔβρισε ὅταν πρὶν ἀπὸ λίγο μὲ συνάντησε...Κι ἐγὼ ὅμως τὸν ἐσυγύρισα καλά...Τὸν ἄφησα μισοπεθαμένο ἀπὸ τὰ κτυπήματα...Καὶ ἀμέσως, πέφτει στὰ πόδια τοῦ ᾿Αββᾶ Μακαρίου, τὰἀγκαλιάζει καὶ τοῦ λέει:— ῍Αν δὲν μὲ κάνης Μοναχό, δὲν θὰ σὲ ἀφήσω νὰ φύγης!...῾Ο ῞Οσιος τὸν ἀνεσήκωσε καὶ πῆγαν μαζὶἐκεῖ ποὺ ἦταν κατάκοιτος ὁ μαθητής του...Τὸν ἐσήκωσαν καὶ τὸν μετέφερανστὴν ᾿Εκκλησία τοῦ ῎Ορους τῆς Νιτρίας...῞Οταν οἱ Μοναχοὶ εἶδαν τὸν εἰδωλολάτρη ἱερέαμαζὶ μὲ τὸν ᾿Αββᾶ, κατεπλάγησαν!...Τελικά, ἀφοῦ τὸν ἐβάπτισαν, τὸν ἔκαναν Μοναχὸκαὶ ἐξ αἰτίας του πολλοὶ εἰδωλολάτρες ἔγιναν Χριστιανοί.Καὶ ἔλεγε λοιπὸν ὁ ᾿Αββᾶς Μακάριος: ὁ λόγος ὁ κακὸςκαὶ τὸν καλὸ τὸν κάνει κακό... ᾿Ενῶ ὁ λόγος ὁ καλὸς καὶ τὸν κακὸ τὸν μεταβάλλει σὲ καλό....

ΠΗΓΗ


Τὸ ὅραμα τοῦ ἁγίου Μακάριου γιὰ τὴν Κόλαση & ὁ ξυλοδαρμός του γιὰ τὸ νόθο παιδὶ μιᾶς κοπέλας

Ὁ ἅγιος Μακάριος, βαδίζοντας στὴν ἔρημο, ξέθαψε κατὰ λάθος μὲ τὸ ραβδὶ τοῦ ἕνα κρανίο. Ἔσκυψε λοιπόν, τὸ ἔθαψε μὲ σεβασμὸ καὶ προσευχήθηκε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο ἀνῆκε. Τότε τοῦ ἐμφανίστηκε ἡ ψυχὴ καὶ τὸν πληροφόρησε ὅτι, ὅταν ζοῦσε, ἦταν λάτρης τῶν δαιμόνων (ἱερέας τῆς Ἴσιδος) καὶ τώρα βρισκόταν στὴν κόλαση. «Καὶ πῶς εἶναι ἐκεῖ;» ρώτησε ὁ ἅγιος. «Τὰ πάντα βρίσκονται μέσα στὴ φωτιὰ» ἀπάντησε ἡ ψυχή. «Κι ἐμεῖς εἴμαστε δεμένοι πλάτη μὲ πλάτη. Ὅμως, ὅταν ἐσὺ προσεύχεσαι γιὰ μᾶς, βλέπουμε λίγο ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅση ὥρα διαρκεῖ ἡ προσευχή».

Ξέρουμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους χριστιανοὺς διδασκάλους ὅτι ἡ φωτιά, ποὺ ἀνέφερε ἡ ψυχή, εἶναι τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο λούζονται τὰ πάντα στὸν ἄλλο κόσμο. Ἡ αἴσθηση ποὺ βιώνουν ἀπὸ Αὐτὸ τὸ Φῶς ἐκεῖνοι ποὺ τὸ βλέπουν μέσα ἀπὸ τὴν παραμόρφωση τοῦ ἐγωισμοῦ εἶναι αὐτὸ ποὺ περιγράφεται ὡς «πῦρ τῆς κολάσεως».

Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἦταν τόσο καλός, ὥστε, ὅταν μιὰ νέα γυναίκα ποὺ εἶχε μείνει ἔγκυος ἀπὸ κάποιον κρυφὸ ἐραστή, τὸν συκοφάντησε ὅτι τὸ παιδὶ ἦταν δικό του, ἐκεῖνος τὸ δέχτηκε, ὑπέμεινε κάθε εἴδους προσβολὲς ἀπὸ τὸν πληθυσμὸ ἐκείνου τοῦ τόπου καὶ ἄρχισε νὰ δουλεύει διπλάσια, γιὰ νὰ συντηρήσει καὶ τὴ γυναίκα μὲ τὸ παιδί της. Καί, ὅταν ἀργότερα ἀποκαλύφθηκε ἡ συκοφαντία, ἔφυγε κρυφὰ καὶ δὲ ζήτησε ποτὲ τὸ δίκιο του.


Ἡ συνάντηση τοῦ ἁγίου μὲ τοὺς δύο Γυμνοὺς Ἀσκητὲς τῆς«Ἐσώτερης Ἐρήμου»

Μακαρίου του Αἰγυπτίου τοῦ Ἀλεξανδρέως τὰ εὑρισκόμενα πάντα. Αποφθέγματα, 238-240. Στὸ Migne, Patrologia Graeca,  τ. 34, 237-240:

«Ἦλθε ποτὲ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἀπὸ Σκήτεως εἰς τὸ ὅρος τῆς Νιτρίας, εἰς τὴν προσφορὰν τοῦ ἀββᾶ Παμβῶ. Καὶ λέγουσιν αὐτῶ οἱ γέροντες: Εἰπὲ ρῆμα τοῖς ἀδελφοῖς, πάτερ. Ὁ δὲ εἶπεν: Ἐγὼ οὔπω γέγονα μοναχός, ἀλλ’ εἶδον μοναχούς. Καθημένω γὰρ μοὶ ποτὲ ἐν τῷ κελλίω εἰς Σκήτιν, ὤχλησαν μοὶ οἱ λογισμοὶ λέγοντες: ἀπελθε εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἴδε τί βλέπεις ἐκεῖ. Ἔμεινα δὲ πολεμῶν τῷ λογισμῶ πέντε ἔτη, λέγων μήπως ἀπὸ δαιμόνων ἐστίν. Καὶ ὡς ἐπέμεινεν ὁ λογισμός, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἔρημον. Καὶ εὗρον ἐκεῖ λίμνην ὑδάτων καὶ νῆσον ἐν μέσω αὐτῆς. Καὶ ἦλθον τὰ κτήνη τῆς ἐρήμου πιεῖν ἐξ αὐτῆς. Καὶ εἶδον ἐν μέσω αὐτῶν δύο ἀνθρώπους γυμνούς. Καὶ ἐδειλίασε τὸ σῶμα μου. Ἐνόμισα γὰρ ὅτι πνεύματα εἰσίν. Αὐτοὶ δὲ μὲ ὡς εἶδον δειλιώντα, ἐλάλησαν πρὸς μέ: Μὴ φοβοῦ, καὶ ἠμεῖς ἄνθρωποι ἐσμέν.

»Καὶ εἶπον αὐτοῖς: πόθεν ἐστέ, καὶ πῶς ἤλθετε εἰς τὴν ἔρημον ταύτην; Καὶ εἶπον: Ἀπὸ κοινοβίου ἐσμέν. Καὶ γέγονεν ἠμὶν συμφωνία καὶ ἐξήλθομεν ὧδε. Ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη, καὶ ὁ μὲν εἷς Αὐγύπτιος, ὁ δὲ ἕτερος Λυβικὸς ὑπάρχει. Καὶ ἐπηρώτησαν μὲ καὶ αὐτοὶ λέγοντες: Πῶς ὁ κόσμος; Καὶ εἰ ἔρχεται τὸ ὕδωρ κατὰ καιρὸν αὐτοῦ, καὶ εἰ ἔχει ὁ κόσμος τὴν εὐθηνίαν αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτοῖς: ναί. Καγῶ αὐτοὺς ἠρώτησα: πῶς δύναμαι γενέσθαι μοναχός; Καὶ λέγουσι μοί: Ἐὰν μὴ ἀποτάξηται τὶς πάσι τοῖς τοῦ κόσμου, οὐ δύναται γενέσθαι μοναχός. Καὶ εἶπον αὐτοῖς: Ἐγὼ ἀσθενὴς εἰμὶ καὶ οὐ δύναμαι ὡς ὑμεῖς. Καὶ εἶπον μοὶ καὶ αὐτοί: Καὶ ἐὰν οὐ δύνασαι ὡς ἠμεῖς, κάθου εἰς τὸ κελλίον σου, καὶ κλαῦσον τὰς ἁμαρτίας σου. Καὶ ἠρώτησα αὐτούς: Ὅταν γίνηται χειμών, οὐ ριγᾶτε; Καὶ ὅταν γίνηται καῦμα, οὐ καίεται τὰ σώματα ὑμῶν; Οἱ δὲ εἶπον: Ὁ Θεὸς ἐποίησεν ἠμὶν τὴν οἰκονομίαν ταύτην, καὶ οὔτε τῷ χειμώνι ριγῶμεν, οὔτε τῷ θέρει τὸ καῦμα ἠμᾶς ἀδικεῖ.

Διὰ τοῦτο εἶπον ὑμὶν ὅτι οὔπω γέγονα μοναχός, ἀλλ’ εἶδον μοναχούς. Συγχωρήσατε μοί, ἀδελφοί».

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση:

Κάποτε ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἦρθε ἀπὸ τὴ Σκήτη στὸ ὅρος τῆς Νιτρίας, στὸν ἀββᾶ Παμβῶ. Καὶ οἱ γέροντες τοῦ λένε: «Πὲς ἕνα λόγο στοὺς ἀδελφούς, πάτερ». Καὶ ἐκεῖνος εἶπε: «Ἐγὼ δὲν ἔχω γίνει ἀκόμη μοναχός, ἀλλὰ εἶδα μοναχούς. Διότι, κάποτε, ἐνῶ καθόμουν στὸ κελλί μου, μὲ ἐνόχλησαν οἱ λογισμοὶ λέγοντας: “Πήγαινε στὴν ἔρημο, νὰ διαπιστώσεις τί θὰ δεῖς ἐκεί”. Ἔμεινα ἀντιστεκόμενος στὸ λογισμὸ πέντε χρόνια, διστάζοντας μήπως προέρχεται ἀπὸ δαίμονες. Καθὼς ὅμως ἐπέμεινε ὁ λογισμός, πῆγα στὴν ἔρημο. Καὶ ἐκεῖ βρῆκα μιὰ λίμνη καὶ ἕνα νησὶ στὴ μέση της. Καὶ ἦρθαν τὰ ζῶα τῆς ἐρήμου νὰ πιοῦν νερό, καὶ εἶδα ἀνάμεσά τους δύο ἀνθρώπους γυμνούς. Καὶ δείλιασε τὸ σῶμα μου, γιατί νόμισα ὅτι εἶναι πνεύματα. Ἐκεῖνοι ὅμως, ὅταν μὲ εἶδαν νὰ δειλιάζω, μοῦ εἶπαν: “Μὴ φοβᾶσαι, κι ἐμεῖς ἄνθρωποι εἴμαστε”.

»Καὶ τοὺς εἶπα: “Ἀπὸ ποῦ εἶστε καὶ πῶς ἤρθατε σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημο;” Καὶ εἶπαν: “Εἴμαστε ἀπὸ ἕνα κοινόβιο. Καὶ κατόπιν κοινῆς συμφωνίας ἤρθαμε ἐδῶ. [Ζοῦμε ἐδῶ] σαράντα χρόνια καὶ εἴμαστε ὁ ἕνας Αὐγύπτιος καὶ ὁ ἄλλος Λίβυος”. Καὶ μὲ ρώτησαν καὶ αὐτοί: “Σὲ τί κατάσταση βρίσκεται ὁ κόσμος; Βρέχει στὴν ὥρα του καὶ ἔχει ὁ κόσμος τὴν ἀφθονία του;” Καὶ τοὺς εἶπα: “Ναί”. Κι ἐγὼ τοὺς ρώτησα: “Πῶς μπορῶ νὰ γίνω μοναχός;” Καὶ μοῦ λένε: “Ἐὰν δὲν ἀπαρνηθεῖ κάποιος ὅλα τα τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γίνει μοναχός”. Καὶ τοὺς εἶπα: “Ἐγὼ εἶμαι ἀδύναμος καὶ δὲ μπορῶ σὰν ἐσάς”. Καὶ μοῦ εἶπαν καὶ αὐτοί: “Καὶ ἐὰν δὲ μπορεῖς σὰν ἐμᾶς, νὰ κάθεσαι στὸ κελλί σου καὶ νὰ θρηνεῖς τὶς ἁμαρτίες σού”. Καὶ τοὺς ρώτησα: “Ὅταν γίνεται χειμώνας, δὲν κρυώνετε; Καὶ ὅταν γίνεται καύσωνας, δὲν καίγονται τὰ σώματά σας;”. Ἐκεῖνοι εἶπαν: “Ὁ Θεὸς μᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ χάρη, καὶ οὔτε τὸ χειμώνα κρυώνουμε, οὔτε τὸ καλοκαίρι μᾶς βασανίζει ὁ καύσωνας”.

»Γι’ αὐτὸ σας εἶπα δὲν ἔχω γίνει ἀκόμη μοναχός, ἀλλὰ εἶδα μοναχούς. Συγχωρέστε μέ, ἀδελφοί».


Ποιοί ἄνθρωποι θά σωθοῦν στούς ἐσχάτους χρόνους καί γιατί ὄχι ἄλλοι;

 
ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
 
 

...Πάλιν ἐρώτησεν τόν Ἄγγελον Κυρίου ὁ Ὅσιος Μακάριος λέγων· 

"Εἰπέ μοι καί τοῦτο τάχα ἕως τώρα ἐπλήθυναν οἱ Ἅγιοι εἰς ὅλον τόν κόσμον; καί ἕως τέλος θά εἶναι ἄρα γε τοιοῦτοι;"

Καί ὁ Ἄγγελος εἶπεν:

"Ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος Τίμιε Πάτερ, δέν θέλει ἐκλείψη δίκαιος καί προφήτης Κυρίῳ τῷ Θεῷ, ὡσαύτως, οὐδέ τῷ Σατανᾷ ὑπηρέτης". Πλήν εἰς τούς ὑστερινούς καιρούς, ὅσοι ἐν ἀληθείᾳ δουλεύουσι τῷ Χριστῷ καί κρύβονται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἐάν σημεῖα καί τέρατα δέν κάμνουν ὡσάν τώρα, ἀλλά πρακτικῇ ὁδῷ περιπατοῦν μετά ταπεινώσεως, μεγαλύτεροι ἀπό τούς τελοῦντας σημεῖα θέλουν εὑρεθῇ ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ· διότι τότε δέν θέλουν ἰδῇ τινά νά κάμνῃ σημεῖα καί θαύματα, ἵνα ἐκ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως ἀναζωπυρούμενοι οἱ ἄνθρωποι, μέ δυνατήν προθυμίαν, εἰσέλθουν εἰς τόν ἀγῶνα, διότι θέλουν εἶναι ἐκεῖνοι ὅπου νά ποιμαίνουν καί νά ἐξουσιάζουν εἰς ὅλον τόν κόσμον, ἀδόκιμοι παντελῶς, νά μή γιγνώσκουν οὔτε μίαν ἐπιστήμην τῆς ἀρετῆς· διότι θέλουν ξεπέσῃ ὅλοι εἰς τήν γαστριμαργίαν, φιλαργυρίαν καί κενοδοξίαν, καί νά εἶναι περισσότερον σκάνδαλον τοῖς ἀνθρώποις καί οὐχί ὐπογραμμός, διά τοῦτο περισσότερον ἀμεληθήσεται ἡ ἀρετή διότι τότε θέλει βασιλεύσῃ ἡ φιλαργυρία· καί οὐαί εἰς ἐκείνους ὄπου χαίρουσιν, ὅτι ἔχουσι χρήματα πολλά· ὄνειδος γάρ ἔσονται οὗτοι Κυρίῳ τῷ Θεῷ καί δέν θέλουν ἰδῇ πρόσωπον Θεοῦ ζῶντος· ὅτι ὁ Μοναχός ἤ λαϊκός ὅπου δίδει εἰς τόκον τό ἀργύριον αὐτοῦ βυθῷ ταρτάρῳ καταποντισθήσεται, ὅτι δέν προτιμᾷ νά κάμῃ αὐτά καρποφόρα Κυρίῳ τῷ Θεῷ διά τῆς ἐλεημοσύνης τῶν πενήτων".

ΠΗΓΑΙ: ΕΔΩ, ΕΔΩ


ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΝΕΚΡΩΝ ΠΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΣΕ Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ.

imagΞes

Μιὰ ἡμέρα δολοφόνησαν ἕναν ἄνθρωπο καὶ μὴ γνωρίζοντας τὸν φονιά, εἶχαν ὑποψίες γιὰ κάποιον ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν εἶχε διαπράξει τὸν φόνο, θέλησαν νὰ τὸν παραδώσουν στὴ δικαιοσύνη. Ὁ ὕποπτος, κρύφτηκε...στὸ κελλὶ τοῦ Ὅσιου Μακάριού του Αἰγυπτίου γιὰ νὰ γλυτώσει.

 

Κατεύθασαν ὅμως ἐκεῖ οἱ ὑπηρέτες τοῦ αὐθέντη καὶ τὸν συνέλαβαν, παρὰ τὰ δάκρυα καὶ τοὺς ὅρκους τοῦ ὑποτιθέμενου φονέα. Ὁ Ὅσιος τὸν σπλαχνίστηκε καὶ πῆγε στὸ μνῆμα τοῦ φονευμένου μαζὶ μὲ ὅλους τους παρεστῶτες καὶ εἶπε : «τώρα θὰ μᾶς φανερώσει ὁ Κύριος ἂν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος φταίει καὶ εἶναι ὁ φονιάς».

Γονάτισε καὶ φώναξε στὸν νεκρὸ μὲ πίστη :

«Σὲ ὁρκίζω στὸ ὄνομα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ νὰ μᾶς πεῖς τὴν ἀλήθεια, ἂν σὲ φόνευσε αὐτὸς ποὺ κατηγόρησαν».

Ὁ δὲ νεκρὸς –ὢ τοῦ θαύματος– σὰν νὰ κοιμόταν, ξύπνησε καὶ ἀπάντησε:

- «Ὄχι Πάτερ Τίμιε. Δὲν φταίει αὐτός σε τίποτα, ἀλλὰ ἄλλος μὲ φόνευσε».

Τότε οἱ παρευρισκόμενοι ἔφριξαν καὶ παρεκάλεσαν τὸν ἅγιο νὰ ρωτήσει καὶ πάλι τὸν πεθαμένο ποιὸς τὸν φόνευσε.

Τότε ὁ Ἅγιος τους ἀποκρίθηκε : «Φτάνει ποὺ σᾶς βεβαίωσα ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ συλλάβατε δὲν φταίει καὶ δὲν πρέπει νὰ παιδευθεῖ ὡς ἀνεύθυνος ποὺ εἶναι. Ἐγὼ δὲν εἶμαι δικαστής, γιὰ νὰ τιμωρήσω αὐτὸν ποὺ ἔφταιξε.

Μιὰ ἡμέρα πάλι, ἐπισκέφτηκε τὸν ὅσιο ἕνας αἱρετικός, ὁ ὁποῖος σύγχυζε πολλοὺς ἐρημίτες μὲ τὶς κακοδοξίες καὶ τὶς πανουργίες του, καὶ νομίζοντας ὅτι θὰ κάνει τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸν Μακάριο, ἄρχισε τὴ συζήτηση κατὰ τὴν ὁποία κατέκρινε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἐπαινοῦσε τὴν αἵρεσή του. Ἡ συζήτηση βαστοῦσε ἀρκετὴ ὥρα καὶ ὁ Ἅγιος Μακάριος, βλέποντας ὅτι ὁ αἱρετικὸς δὲν ἀλλάζει γνώμη καὶ ὅτι μπορεῖ οἱ κακοδοξία του νὰ γίνει αἰτία πνευματικῆς βλάβης στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν τοῦ λέγει : «Θὰ πᾶμε στὰ μνήματα τῶν προκεκοιμημένων ἀδελφῶν μας, καὶ ὅποιος ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀναστήσει κάποιον, ἐκείνου τὴν πίστη ὡς ἀληθῆ θὰ φυλάξουμε.

Τὰ λόγια τοῦ ἄρεσαν σὲ ὅλους, κατευθύνθηκαν στὰ μνήματα καὶ ὁ Ὅσιος Μακάριος γονάτισε, ὕψωσε τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ εὐλάβεια προσευχήθηκε : «Παντοδύναμε Κύριε, ἀνάστησε τὸν νεκρὸ ποὺ θὰ φωνάξω, ὡς σημεῖο ὅτι πιστεύω τὴν ἀληθινὴ πίστη, γιὰ νὰ κατανικηθοῦν οἱ αἱρετικοί». Κατόπιν κάλεσε ἕναν νεκρό, ἀναστήθηκε καὶ ἀποκρίθηκε μέσα ἀπὸ τὸ μνῆμα του. Καὶ οἱ παρευρισκόμενοι ποὺ ἄνοιξαν τὸ μνῆμα, τὸν ἔβγαλαν ζωντανὸ καὶ θαύμασαν.

Βλέποντας τὸ μέγιστο θαῦμα ὁ αἱρετικὸς τρόμαξε καὶ θέλοντας νὰ φύγει τὸν διαπόμπευσαν καὶ τὸν ἔδιωξαν καταντροπιασμένο.

Μίαν ἄλλη φορᾶ, βαδίζοντας ὁ Ἅγιος Μακάριος μαζὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Σισώη καὶ μὲ ἄλλους πέντε μοναχούς, πρόσεξε μιὰ γυναίκα ποὺ μάζευε στάχυα καὶ ἔκλαιγε γοερά. Τὴν λυπήθηκε καὶ ρώτησε τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ χωραφιοῦ γιατί συμβαίνει αὐτό. Τότε ἔμαθε ὅτι ὁ ἄνδρας της ποὺ εἶχε κοιμηθεῖ, ὅταν ζοῦσε εἶχε πάρει γιὰ νὰ φυλάξει μιὰ πολύτιμη παρακαταθήκη ἀπὸ κάποιον, τὴν ὁποία καὶ ἔκρυψε σὲ τόπο ποὺ γνώριζε μόνο αὐτός. Ξαφνικὰ κοιμήθηκε καὶ ἡ γυναίκα του δὲν γνώριζε τίποτα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε δώσει τὴν πολύτιμη παρακαταθήκη τὴν ζήτησε πίσω καὶ ὅταν ἔμαθε τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ζήτησε ἀπὸ τὸ δικαστήριο νὰ πάρει τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ὡς ἀντάλλαγμα.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος, συμπόνεσε τὴν χήρα καὶ ἀφοῦ πῆγε στὸ μνῆμα τοῦ ἄνδρα της, ρώτησε τὸν νεκρὸ ποὺ εἶχε κρύψει τὴν πολύτιμη παρακαταθήκη. Ὁ πεθαμένος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἔσκαψε κάτω ἀπὸ τὸ στρῶμα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὴν παράχωσε ἐκεῖ. Ὁ Ἅγιος το εἶπε στὴν χήρα, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἔσκαψε τὴν βρῆκε, τὴν παρέδωσε καὶ ἔτι σταμάτησαν νὰ τὴν ἐνοχλοῦν.

ΠΗΓΗ: ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, ΕΚΛΟΓΙΟΝ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΟΙ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΙ ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ ΣΥΜΕΩΝΟΣ, ΕΝΕΤΙΗΣΙΝ 1799, σ. 324 κ.ε.

http://tribonio.blogspot.gr
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/


 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ

Μακαρίου Ὁσίου του Αἰγυπτίου καὶ Μακαρίου Ὁσίου του Ἀλεξανδρέως.

Τῷ αὐτῶ μηνὶ ΙΘ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἠμῶν καὶ συνωνύμων Μακαρίων, τοῦ τὲ ἀναχωρητοῦ καὶ Αἰγυπτίου, καὶ τοῦ πολιτικοῦ καὶ Ἀλεξανδρέως.

Θανοῦσα θείων ἡ δυὰς Μακαρίων,

Ζωῆς μετέσχε τῆς μακαριωτάτης.

Γῆν μακάρων λάχον ἐννεακαιδεκάτη Μακάριοι.

+ Ἀπὸ τοὺς δύω τούτους Ὁσίους Μακαρίους, ὁ μὲν ἕνας, ἦτον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἤτοι ἀπὸ τὸ Μισήρι, ὅθεν καὶ Αἰγύπτιος ἐπονομάζεται. O δὲ ἄλλος, ἦτον ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὅθεν καὶ Ἀλεξανδρεὺς ἐπικαλεῖται. Καὶ ὁ μὲν Αἰγύπτιος Μακάριος, ὅστις ἔζη κατὰ τοὺς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐν ἔτει τὸγ΄ [373], Μέγας ἐπωνομάζετο. Καθὸ ἦτον πρῶτος καὶ μεγαλίτερος κατὰ τὴν ἡλικίαν καὶ τοὺς χρόνους. Αὐτὸς λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ ἠγάπησε τὴν ἀρετὴν ἐκ νεαρᾶς του ἡλικίας, διὰ τοῦτο καὶ ἐφάνη ἄμεμπτος καὶ ἀκατηγόρητος εἰς τὴν ζωήν, ἕως εἰς τοὺς τριάκοντα χρόνους τῆς ἡλικίας του. Μετὰ δὲ τοὺς τριάκοντα χρόνους, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν ἔρημον. Τόσην δὲ ὑπομονὴν ἔδειξεν εἰς τοὺς κόπους τῆς ἀσκήσεως ὁ ἀοίδιμος, ὥστε ὁπού, εἰς ὀλίγους χρόνους, ἠξιώθη νὰ λάβη τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως, καὶ τὴν κατὰ δαιμόνων ἐξουσίαν καὶ δύναμιν, καὶ τὸ νὰ προλέγη τὰ μέλλοντα, καὶ τὸ νὰ ποιῆ θαύματα. Μὲ πολλὴν δὲ παρακάλεσιν τοῦ Ἀρχιερέως ἔλαβε καὶ τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα. Ἐπειδὴ δὲν ὑπέφερε νὰ κρύπτεται ὁ λύχνος ὑποκάτω εἰς τὸν μόδιον. Οὗτος προεῖπεν εἰς ἕνα μαθητήν του, ὁπού ἔκλεπτε τὰ εἰς τοὺς πένητας διδόμενα ἀργύρια, ὅτι θέλει λάβη παρὰ Κυρίου ὀργὴν καὶ παιδείαν, ἀνίσως δὲν παύση καὶ δὲν διορθωθῆ. Ἐξέβη δὲ εἰς ἔργον ἡ πρόρρησίς του. Διατὶ ὁ ἀδελφὸς ἐκεῖνος, ἐπειδὴ δὲν ἐδιωρθώθη, ἐλεπρίασεν. Ἐκ τῶν χαρισμάτων δὲ τούτων τοῦ Ἁγίου πολλοὶ παρακινούμενοι, ἔτρεχον εἰς αὐτόν, καὶ ἐνώχλουν τὴν ἡσυχίαν του. O δὲ Ὅσιος ἐκατασκεύασεν ἕνα λάκκον ὑποκάτω εἰς τὴν γῆν μὲ γυρίσματα, ὡσὰν κοχλίαν εἰς τὸ εἶδος, μακρὰν ἀπὸ τὸ κελλίον τοῦ ἕως μισὸν στάδιον. Καὶ εἰς τὸ ἄκρον τοῦ λάκκου, ἔσκαψε μὲ τὰ χέριά του ἕνα σπήλαιον. Καὶ ὅταν ἤρχοντο πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸν ἐνώχλουν, τότε ἐπερνοῦσε κρυφίως ἀπὸ τὸν λάκκον καὶ ἐκρύπτετο μέσα εἰς τὸ σπήλαιον, ὅθεν τινὰς δὲν τὸν εὕρισκε. Περιττὸν δὲ εἶναι νὰ εἰποῦμεν διὰ τὸ ὀλίγον φαγητὸν καὶ πιοτόν, ὁπού ἔτρωγε καὶ ἐπινεν ὁ ἀοίδιμος, διατὶ καὶ αὐτὴ μόνη ἡ θεωρία τοῦ σώματός του, ἐμαρτύρει τὴν ἄκραν ἐγκράτειαν, ὁπού ἐμεταχειρίζετο.

Ἦλθε μίαν φορᾶν ἕνας αἱρετικὸς εἰς τὸν Ἅγιον, ὁ ὁποῖος ἐφιλονείκει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάστασις νεκρῶν. Ὅθεν ὁ Μέγας Μακάριος ἀνέστησεν ἕνα νεκρόν1, διὰ νὰ πείση καὶ νὰ πληροφορήση αὐτόν. Ἔλεγε δὲ ὁ Ὅσιος, ὅτι εἶναι δύω τάγματα τῶν δαιμόνων. Καὶ τὸ μὲν ἕνα τάγμα, πολεμεῖ τοὺς ἀνθρώπους εἰς διάφορα πάθη, θυμοῦ, καὶ ἐπιθυμίας. Τὸ δὲ ἄλλο τάγμα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ἀρχικόν, πολεμεῖ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ρίπτει εἰς διαφόρους αἱρέσεις καὶ βλασφημίας καὶ πλάνας. Τοῦτο δὲ τὸ ἀρχικὸν τάγμα τῶν δαιμόνων, ἀποστέλλει ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν Σατανᾶς, εἰς τοὺς μάγους, καὶ εἰς τοὺς αἱρεσιάρχας. Οὗτος ὁ Ὅσιος ἔκαμε τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁπού ἔτρωγε τριῶν μοδίων ψωμία, κατὰ ἐνέργειαν τοῦ Διαβόλου, καὶ ὁπού ἐπινεν ἕνα μέτρον κρασί: τοῦτον, λέγω, τὸν ἔκαμε νὰ τρώγη τρεῖς λίτρας μόνον ψωμί, ἤτοι διακόσια ὀγδοηνταοκτῶ δράμια2. Μίαν φορᾶν εἶδεν ὁ Ἅγιος οὗτος τὸν Διάβολον, ὁπού εἶχε τὰς μηχανᾶς καὶ ἐργαλεῖα τοῦ μέσα εἰς μίαν λήκυθον, ἤτοι εἰς ἕνα ἀγγεῖον τοῦ ἐλαίου. Ὅθεν καὶ ἐρωτήσας αὐτόν, ἔμαθε καὶ ἐδιώρθωσε τὸν μοναχὸν Θεόπεμπτον, τὸν ἀπατώμενον ἀπὸ τὰς μηχανᾶς τοῦ Διαβόλου. Οὗτος περιπατῶν εἰς τὴν ἔρημον, εὐρῆκεν ἕνα κρανίον, τὸ ὁποῖον ἦτον ἑνὸς ἱερέως τῶν εἰδώλων. Ἐρωτήσας δὲ αὐτό, ἤκουσε νὰ τοῦ εἰπῆ ὅτι, ὅταν προσφέρη εἰς τὸν Θεὸν τὰς προσευχᾶς του, τότε ἐλαφρόνονται ὀλίγον ἀπὸ τὴν βάσανον, οἱ ἐν τῇ κολάσει εὐρισκόμενοι3. Οὗτος ἀνέστησε καὶ ἄλλον νεκρόν, διὰ νὰ εἰπῆ ποῦ ἔκρυψε τὴν παρακαταθήκην ἐκείνων ὁπού τὴν ἐζήτουν, καὶ πάλιν ἐπρόσταξεν αὐτὸν καὶ ἐκοιμήθη. Προεῖπε δέ, καὶ ὅτι ἔχει νὰ ἐρημωθῆ ἡ Σκήτη. Διηγεῖται ὁ Ὅσιος Παλλάδιος διὰ τὸν Αἰγύπτιον τοῦτον Μακάριον, ὅτι ἕνας ἀκόλαστος, ζητώντας νὰ ἑλκύση εἰς σατανικὸν ἔρωτα μίαν σώφρονα γυναίκα, καὶ μὴ δυνηθεῖς, ἔκαμεν αὐτὴν μὲ διαβολικᾶς μαγείας νὰ φαίνεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὡσὰν φοράδα. Ὅθεν ὁ Ὅσιος οὗτος ἐπικαλούμενος τὸν Θεόν, ἀπεκατέστησεν αὐτὴν νὰ φαίνεται πάλιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους γυνή, καθὼς ἦτον ἐκ φύσεως4.

Λέγεται δὲ περὶ τοῦ οὐρανίου τούτου ἀνδρός, ὅτι τὸν περισσότερον χρόνον τῆς ζωῆς του, ἐσχόλαζε μᾶλλον εἰς τὴν μετὰ Θεοῦ νοερᾶν ἕνωσιν, πάρεξ εἰς ὅλα τα ὑπὸ τὸν οὐρανὸν πράγματα τοῦ κόσμου. Μὲ τοιαῦτα λοιπὸν θεάρεστα ἔργα καὶ θαύματα ὑπερφυσικὰ διαλάμψας ὁ φερωνύμως Μακάριος ὁ Μέγας, καὶ χρόνων ἐννενήντα γενόμενος, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Ἐκλόγιον.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Οὗτος ὁ νεκρὸς ἦτον Ἕλλην. Ἀναστηθεῖς δέ, ἐπιστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐβαπτίσθη. Εἴτα ἐγένετο καὶ Μοναχός, Μίλης ὀνομασθεῖς. Περὶ τούτου ἀναφέρει ὁ εἰς τὸ Σάββατον τῆς Τυρινῆς ἀσματικὸς Κανών, ὅ τα ὀνόματα τῶν Ὁσίων Πατέρων δηλῶν κατὰ ἀλφάβητον, Μίλην νεκρέγερτον αὐτὸν ὀνομάζων.
  2. H γὰρ λίτρα περιέχει οὐγγίας δώδεκα. H δὲ οὐγγία περιέχει δράμια ὀκτώ.
  3. Βάσανος καὶ κόλασις ἐννοεῖται ἐδῶ, ὄχι ἡ καθολική. Αὕτη γὰρ ἀκόμη δὲν ἐδόθη εἰς τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ ἡ μερική, ἥτις εἶναι λύπη καὶ θλίψις καὶ σκότος. Τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ ἐν τῇ φυλακὴ τοῦ Ἅδου εὑρισκόμενοι ἁμαρτωλοί, ἕως τῆς δευτέρας τοῦ Χριστοῦ παρουσίας.
  4. Προσθέττει δὲ καὶ τοῦτο ὁ Παλλάδιος, ὅτι ἀφ’ οὐ ὁ Ἅγιος ἰάτρευσε τὴν ἀνωτέρω γυναίκα, ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τοιαύτην συμβουλὴν λέγων· «Γύναι, μὴ λίπης ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν Μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ νὰ μεταλαμβάνης συχνά. Διότι αὕτη ἡ διαβολικὴ ἐνέργεια σοὶ ἠκολούθησεν, ἐπειδὴ δὲν ἐμετάλαβες πέντε ἑβδομάδας. Καὶ ἀπὸ τοῦτο εὐρῆκε χῶραν ὁ Διάβολος καὶ σὲ ἐπείραξε». Μέγας δὲ τὴ ἀληθεία λόγος γράφεται περὶ τοῦ Μεγάλου τούτου Μακαρίου παρὰ τῷ Εὐεργετινῶ, σέλ. 592, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ἔγινε Θεὸς ἐπίγειος, καθὼς ἐστι γεγραμμένον. Ὥσπερ γὰρ ἐστιν ὁ Θεός, σκέπων τὸν κόσμον, οὕτω καὶ ὁ Ἀββᾶς Μακάριος σκέπων ἣν τὰ ἐλαττώματα ἃ ἔβλεπεν, ὡς μὴ βλέπων, καὶ ἃ ἤκουεν, ὡς μὴ ἀκούων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *