αρχείο λήψης (3)Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ εἰκόνες ἀποτελοῦν ἕνα ἀδιάσπαστο στοιχεῖο τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου ἀμέσως μὲ τὴν ἔναρξή του, ἐκφράζεται ἐπίσης στὴν παράδοση, ἡ ὁποία βεβαιώνει ὅτι ἡ πρώτη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του στὴ γῆ. Στὴ Δύση, αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἐκαλεῖτο «τὸ Ἅγιο Μανδήλιο». Στὴν Ἀνατολὴ καλεῖται «Ἀχειροποίητος», ἡ εἰκόνα ποὺ δὲν ἔγινε ἀπὸ χέρι ἄνθρωπου. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν παράδοση, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔστειλε τὴν εἰκόνα Του στὸν Ἄβγαρο τὸν Ε' Ukhama, πρίγκηπα τῆς Ὀσροηνῆς, μιᾶς μικρῆς χώρας ἀνάμεσα στὸν Τίγρη καὶ τὸν Εὐφράτη, ποὺ βρισκόταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀνάμεσα στὴ Ρωμαϊκὴ καὶ τὴν Παρθικὴ αὐτοκρατορία. Πρωτεύουσά της ἦταν ἡ πόλη Ἐδεσσα, ἡ σημερινὴ Orfu ἤ Rogais. Πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τὸ χρονικό της πόλης αὐτῆς ἀναφέρει τὴν ὕπαρξη Χριστιανικοῦ ναοῦ ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο ἀρχαῖος τὸ ἔτος 201 ὅταν καταστράφηκε ἀπὸ πλημμύρα. Τὸ βασίλειο τῆς Ἔδεσσας ἦταν ἡ πρώτη πολιτεία στὸν κόσμο ποὺ ἔγινε Χριστιανικὴ πολιτεία (μεταξὺ 170 καὶ 214, ὑπὸ τὴν ἡγεμονία τοῦ Ἀβγάρου τοῦ Θ').

Ἡ ἱστορία τῆς πρώτης εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ἐπιβεβαιοῦται, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς λειτουργικῆς ἀκολουθίας πρὸς τιμὴ τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου (16 Αὐγούστου). Ἐδῶ, γιὰ παράδειγμα, ὑπάρχει ἕνα στιχηρὸ στὸν πλάγιο τέταρτο ἦχο ἀπὸ τὸν Ἑσπερινό:
«Ἀφοῦ ἀπεικόνισες τὴν πάναγνή σου μορφή, τὴν ἔστειλες στὸν πιστὸ Ἄβγαρο ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ Σὲ δεῖ, Ἐσένα ποὺ κατὰ τὴ θεότητά Σου εἶσαι ἀόρατος στὰ Χερουβείμ».

Ἕνα ἄλλο στιχηρὸ ἀπὸ τὸν Ὄρθρο στὸν τέταρτο ἦχο λέγει:

«Ἔστειλες ἐπιστολὴ γραμμένη ἀπὸ τὸ θεῖο Σου χέρι στὸν Ἄβγαρο, ποὺ εἶχε ζητήσει τὴ σωτηρία καὶ τὴν ὑγεία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ θείου Σου προσώπου».

Μιὰ πιὸ λεπτομερὴς διήγηση τῆς ἱστορίας ὑπάρχει στὸ Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου. Μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἀκολούθως:— Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἔδεσσας, Ἄβγαρος, ἦταν λεπρός. Ἄκουσε γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔστειλε πρὸς Αὐτὸν τὸν ἀρχειοφύλακά του, Ἀνανία, μὲ ἐπιστολὲς στὶς ὁποῖες παρακαλοῦσε τὸ Χριστὸ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα νὰ τὸν θεραπεύσει. Ὁ Ἀνανίας ἦταν ζωγράφος, γι’ αὐτὸ ὁ Ἄβγαρος τὸν ἐπιφόρτισε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο τοῦ Σωτήρος σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει. Ὁ Ἀνανίας βρῆκε τὸ Χριστὸ περιστοιχισμένο ἀπὸ ἕνα μεγάλο πλῆθος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πλησιάσει. Γι’ αὐτὸ ἀνέβηκε σ’ ἕνα βράχο ἀπὸ ὅπου μποροῦσε νὰ τὸν βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε νὰ φτιάξει ἕνα πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε «ἐξ αἰτίας τῆς ἀπερίγραπτης δόξας τοῦ προσώπου Του, τὸ ὁποῖο ἄλλαζε διὰ τῆς χάριτος». Βλέποντας ὅτι ὁ Ἀνανίας ἤθελε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο Του, ὁ Χριστὸς ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε τὸ πρόσωπό Του σ’ ἕνα κομμάτι λινὸ ὕφασμα, καὶ τὰ χαρακτηριστικά του ἔμειναν ἀποτυπωμένα σ’ αὐτὸ τὸ λινὸ ὕφασμα. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι ἐπίσης γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Μανδήλιον. ( Ἡ Ἑλληνικὴ λέξη μανδήλιον προέρχεται ἀπὸ τὴ σημιτικὴ λέξη mindil). Ὁ Χριστὸς τὸ ἔδωσε στὸν Ἀνανία, καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὸ πάρει, μὲ μία ἐπιστολή, στὸ πρόσωπο ποὺ τὸν εἶχε στείλει. Στὴν ἐπιστολή, ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, ἐπειδὴ εἶχε μιὰ ἀποστολὴ νὰ ἐκπληρώσει. Ὑπόσχετο στὸν Ἄβγαρο ὅτι, ὅταν θὰ ἐκπληρώνετο αὐτὴ ἡ ἀποστολή, θὰ ἔστελλε ἕνα ἀπὸ τοὺς μαθητές Του πρὸς αὐτόν.

Ὅταν ὁ Ἄβγαρος πῆρε τὸ πορτραῖτο, θεραπεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια του, ἀλλὰ ἔμειναν στὸ πρόσωπό του ἀρκετὰ σημάδια. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη, ὁ ἀπόστολος Ἅγιος Θαδδαῖος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα, πῆγε στὴν Ἔδεσσα καὶ θεράπευσε τὸ βασιληὰ πλήρως προσηλυτίζοντάς τον στὸ Χριστιανισμό. Πάνω στὸ θαυματουργὸ πορτραῖτο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἄβγαρος ἔγραψε αὐτὰ τὰ λόγια:
«Ὢ Χριστὲ Θεέ, αὐτὸς ποὺ ἐλπίζει σὲ Σένα δὲν θὰ πεθάνει.»

Ἀφαίρεσε ἕνα εἴδωλο ἀπὸ τὸ κοίλωμά του πάνω ἀπὸ μία πύλη τῆς πόλης καὶ τὸ ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἁγία εἰκόνα. Ὁ Ἄβγαρος ἔκανε πολλὰ γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς ὑπηκόους του. Ἀλλὰ ὁ δισέγγονός του ἐπέστρεψε στὴν εἰδωλολατρεία καὶ ἤθελε νὰ καταστρέψει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλης τὴν ἐντείχισε στὸ κοίλωμα ἀφοῦ προηγουμένως τοποθέτησε μία ἀναμμένη κανδήλα μπροστά της. Ἔτσι ἡ εἰκόνα διασώθηκε.

Πρὶν τὸν πέμπτο αἰώνα, οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς δὲν κάμνουν καμιὰ ἀναφορὰ στὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Μανδηλίου. Ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται ἀναφορὰ σ’ αὐτὸ εἶναι στὸν πέμπτο αἰώνα, σ’ ἕνα κείμενο γνωστὸ σὰν «Τὸ Δόγμα τοῦ Addai». Ὁ Addai ἦτο ἐπίσκοπος τῆς Ἔδεσσας (†541) πού, στὸ ἔργο του (ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔργο εἶναι αὐθεντικό), ἀναμφίβολα χρησιμοποίησε εἴτε κάποια τοπικὴ παράδοση εἴτε κείμενα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε.

Ὁ πιὸ παλαιὸς ἀδιαμφισβήτητος συγγραφέας ποὺ ἀναφέρει τὴν εἰκόνα ποὺ στάληκε στὸν Ἄβγαρο εἶναι ὁ Εὐάγριος (ἕκτος αἰώνας)· στὸ ἔργο του «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία»(1) ὀνομάζει τὸ πορτραῖτο «ἡ εἰκόνα ποὺ κατασκευάσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ» «Θεότευχτος εἰκών». Ἐν πάσει περιπτώσει, ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα ἐπανεμφανίσθηκε τὸ 544 ἡ 545, Ὅταν ὁ Πέρσης βασιληᾶς Χοσρόης πολιόρκησε τὴν Ἔδεσσα. Ὁ ἐπίσκοπος Εὐλάλιος δι’ ὁράματος ἀνακάλυψε τὸ μέρος τοῦ κοιλώματος ὅπου εἶχε κρυβεῖ ἡ εἰκόνα. Τὴν ἀπεκάλυψε καὶ εἶδε τὴν κανδήλα νὰ καίει ἀκόμη μπροστά της. Μὲ τὴ χάρη τῆς εἰκόνας, ἡ πόλη σώθηκε. Ἡ εἰκόνα ὄχι μόνο ἦταν ἀνέπαφη, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης ἐκτυπωθεῖ στὴν ἐσωτερικὴ πλευρὰ τῆς πλάκας ποὺ τὴν ἀπέκρυβε.

Σὲ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἐμφανίσθησαν δύο διαφορετικὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου μιὰ ὅπου τὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα παριστάνεται σ’ ἕνα κομμάτι λινοῦ ὑφάσματος, καὶ μία ἄλλη ὅπου τὸ Ἅγιο Πρόσωπο παριστάνεται σὰν νὰ ἦταν ἀποτυπωμένο πάνω σὲ κεραμίδι, κεράμιον. Ἡ ἀρχικὴ εἰκόνα, δηλ. τὸ λινὸ ὕφασμα πάνω στὸ ὁποῖο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἀποτυπώθηκε, διατηρήθηκε στὴν Ἔδεσσα γιὰ πολὺ καιρὸ σὰν ὁ πιὸ πολύτιμος θησαυρὸς τῆς πόλης. Τὸ 630 οἱ Ἄραβες κατέλαβαν τὴν Ἔδεσσα ἀλλὰ δὲν ἀπαγόρευσαν τὴν προσκύνηση τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τὸ ὁποῖο ἦτο πολὺ γνωστὸ στὴ Δύση καὶ πρὸς τιμὴ τοῦ ὁποίου, τὸν ὄγδοο αἰώνα, οἱ Χριστιανοὶ σὲ πολλὲς χῶρες καθιέρωσαν ἑορτή, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐδεσσας. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα, καὶ τὸ 787 οἱ Πατέρες τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν πολλὲς φορές. Ὁ Λέων, ἀναγνώστης στὸν καθεδρικό τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ ἦταν παρὼν στὴν Ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, διηγεῖται πὼς ὁ ἴδιος προσκύνησε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἐδεσσα. (2)

Τὸ 944 οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες Κωνσταντῖνος Πορφυρογένητος καὶ Ρωμανὸς ὁ Α' ἀγόρασαν τὴν ἁγία εἰκόνα ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα ἀντὶ 200 Σαρακηνῶν αἰχμαλώτων καὶ 12.000 ἀργυρῶν δηναρίων καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι τὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα οὐδέποτε θὰ ἐνοχλοῦσαν τὴν Ἔδεσσα καὶ τὶς γύρω περιοχές. Ἀκολούθησε λαϊκὴ ἐξέγερση. Ἐν τούτοις τὸ Ἅγιο Μανδήλιο μεταφέρθηκε μὲ πομπὴ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς Παρθένου τοῦ Φάρου. Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Πορφυρογένητος τὴν ἐξύμνησε σὲ κήρυγμά του σὰν τὴν προστάτιδα τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ λειτουργία τῆς ἑορτῆς ποὺ πανηγυρίζουμε στὶς 16 Αὐγούστου, δηλ. τῆς μεταφορᾶς τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου στὴν Κωνσταντινούπολη, πιθανὸ νὰ χρονολογεῖται, τουλάχιστο ἐν μέρει, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.

Γιὰ τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώθηκε στὸ κεραμίδι, ξέρουμε μόνο ὅτι βρέθηκε στὴν Ἱεράπολη (Mabbug) στὴ Συρία. Ὁ Αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς (963-969), ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Ρωμανου τοῦ Α', κατὰ τὴν ἐκστρατεία τῶν στρατευμάτων του στὴ Συρία (τὸ 965 ἡ τὸ 968) μετάφερε τὴν εἰκόνα αὐτὴ στὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ τὴ λεηλασία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, τὰ ἴχνη τῶν δύο εἰκόνων χάνονται. Εἰκάζεται ὅτι οἱ Σταυροφόροι μετάφεραν τὸ Ἅγιο Μανδήλιο στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, μερικοὶ λένε στὸ Παρίσι, ἄλλοι στὴ Ρώμη. Τίποτε τὸ συγκεκριμένο δὲν εἶναι γνωστό. (3)

...

Οὐσπένσκυ Λεωνίδας Μετάφραση: Χρίστος 'Ελευθερίου

Παραπομπὲς

1) IV, κεφ. 27, PG 86: 2745-2748.
2) Mansi 13:169,190 ef, 792;A.Grabar,Nerukotvorny Spas lanskogo Sobora (Seminarium Kondakovianum, Prague, 1930), σέλ. 24.
3) Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχει ἀκόμα μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ δὲν κατασκευάσθηκε ἀπὸ χέρι ἀνθρώπου, μία εἰκόνα ποὺ πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου ἐμφανίσθηκε, τὴν πόλη Καμουλιάνα στὴν Καππαδοκία. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 544 καὶ ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ὅμως φαίνεται ὅτι τὸν ὄγδοο αἰώνα αὐτὴ ἡ εἰκόνα ξεχάσθηκε. Πιστεύεται ὅτι καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους. Ἐν πάσει περιπτώσει δὲν ἀναφέρεται στὰ λειτουργικά μας κείμενα.

ΠΗΓΗ