Ἅγιος ΣτεφανοςὉ ἥλιος ὁ αἰσθητός, ποὺ ἀνατέλλει πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, ἔχει δίπλα του συνακόλουθους, τὰ ἀστέρια τῆς Ἄρκτου, τοῦ Ὠρίωνα, τῆς Πούλιας, ἀκόμα καὶ τοῦ Αὐγερινοῦ. Ὁ Ἥλιος ὅμως τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀκτινοβόλησε ἀνατέλλοντας μέσα ἀπὸ τοὺς παρθενικοὺς κόλπους, δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴ συνδρομὴ ἀπὸ τὸ φῶς τῶν ἀστεριῶν, ἀλλὰ ἔθεσε τον Πρωτομάρτυρα Στέφανονα λάμπει αὐτός, δίπλα στὶς ἀθάνατες ἀκτίνες Του. Ο ἥλιος, βαδίζοντας στὸ οὐράνιο μονοπάτι τοῦ ἀνάμεσα στὸ βοριὰ καὶ τὸ νότο, πότε μεγαλώνει καὶ πότε μικραίνει τὸ φεγγοβόλημα τῆς μέρας.

Ὁ Κύριος, ἐρχόμενος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς, αὔξησε τὴν Δικαιοσύνη καὶ διατήρησε ἀμόλυντο καὶ ἀμείωτό το φεγγοβόλημά της.

Ὁ ἥλιος διαδέχεται τὴ νύχτα, Αὐτὸς τὸν θάνατο ἀντιπαλεύει, ἐκεῖνος διώχνει τὸ σκοτάδι, Αὐτὸς ἀνατρέπει τὴν ἁμαρτία, ἐκεῖνος φέγγει γιὰ δώδεκα ὧρες, Αὐτὸς ἀστράφτει στοὺς αἰῶνες, ἐκεῖνος μὲ τ’ ἀστέρια βαδίζει, Αὐτὸς λάμπει μὲ τοὺς Ἀποστόλους, ἐκεῖνος τριγυρνάει ἀνάμεσά σε χρόνια καὶ ἐποχές, Αὐτὸς κηρύττεται μὲ τοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Εὐαγγελιστές, ἐκεῖνος μὲ τὴ διαδρομὴ τοῦ τὶς ὧρες ὑφαίνει, Αὐτὸς τὸν λόγο τῆς Ἐκκλησίας δυναμώνει. Ἐκεῖνον οἱ ζωγράφοι πάνω στὸ ἅρμα τὸν ζωγραφίζουν, Αὐτὸν οἱ σοφοὶ κατὰ Θεὸν στὴ φάτνη ἀναπαυόμενο ἀναγγέλλουν.

Μιὰ φάτνη ἡ ὁποία σὰν ἄλλος Οὐρανὸς ποὺ περιβάλλεται μὲ τὴ Χερουβικὴ δόξα, μόνο μὲ τὸν Θεϊκὸ θρόνο μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ, ποὺ περιέχει τὴ λογικὴ τροφή, μιὰ φάτνη ποὺ δέχτηκε Αὐτὸν ποὺ δημιούργησε τὴν κάθε ζωή, μιὰ φάτνη ποὺ βαστάει Αὐτὸν ποὺ βαστάει τὰ πάντα. Μιὰ φάτνη ποὺ κατὰ χάριν ἔγινε πλατύτερη ἀπὸ τὴν Πλάση ὅλη, γιὰ νὰ χωρέσει Αὐτὸν ποὺ ὁλόκληρη ἡ Κτίση δὲν χωράει. Μιὰ φάτνη ποὺ μᾶς ἀναγγέλθηκε ἀπὸ τὸν ἀγγελιοφόρο ἀστέρα. Μιὰ φάτνη ποὺ προτύπωσε τὸ θυσιαστήριο, καὶ ἕνα σπήλαιο ποὺ τὴν Ἐκκλησία ἀποτέλεσε.

Ἃς μιμηθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, τοὺς εὐσεβεῖς Μάγους, καὶ ἀντιλαμβανόμενοι τὴν ἐκκλησία ὡς Βηθλεέμ, ἃς ἀσπασθοῦμε τὸ ἱερὸ βῆμα ὡς Σπήλαιο, τὸ θυσιαστήριο ὡς Φάτνη, καὶ ἀντὶ τοῦ Βρέφους, τὸν διὰ τοῦ Βρέφους εὐλογημένο ἄρτο ἃς ἀγκαλιάσουμε.

Ἔχοντας ὑπόψιν ὅλα αὐτὰ ἃς δοξάσουμε σήμερα Αὐτὸν ποὺ καὶ ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ὡς Βασιλέα κηρύττει. Θαυμαστὰ πράγματα ἑνὸς θαυμαστοῦ Βασιλέα! Χθὲς γεννήθηκε, καὶ σήμερα ὁ Στέφανος σὲ Αὐτὸν προσφέρθηκε ὡς πραγματικὸ καὶ ἔμψυχο στεφάνι, ὡς στεφάνι ποὺ πλέχτηκε καὶ χαλκεύτηκε μόνο του.

Ὁ Στέφανος, ποὺ στεφανώνοντας τὸν Βασιλέα στεφανώθηκε.

Ὁ Στέφανος, τὸ πολυανθὸ τῆς πίστεως κλωνάρι, τὸ μοσχομυρωδάτο της ἀγάπης ρόδο, τὸ ἀμάραντο ἄνθος τῆς ἐλπίδος, τῆς χάριτος τὸ λουλουδιασμένο βλαστάρι, τῆς αἰωνίου ἀμπέλου τὸ κατάφορτο κλῆμα, ὁ μελιστάλαχτος καρπὸς τῆς ἀθανασίας.

Ὁ Στέφανος, τὸ παρακλάδι τοῦ Σταυρωθέντος ποὺ στὰ Οὐράνια φθάνει, ποὺ γεμάτος ἀπὸ κάθε καλὸ ἔργο καὶ λόγο ἀποτέλεσε ἀκατάλυτο πύργο τῆς ὁμολογίας καὶ ἀσάλευτο ὀχύρωμα τῆς ὑπομονῆς.

Ὁ Στέφανος, ὁ σταυροφόρος ἀήττητος στρατιώτης τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς εὐσέβειας, ὁ ἔμψυχος στρατηλάτης, ὁ θαρραλέος ρήτορας, κατὰ τῶν Χριστοκτόνων.

Ἀλλὰ τόση ὥρα λέγω, λέγω, καὶ ἀκόμη τίποτα δὲν ἔχω πεῖ γιὰ τὰ γεγονότα. Ἃς ἀφήσουμε λοιπὸν τὴ θεία Γραφὴ νὰ στεφανώσει τὸν Στέφανο.

Λέει λοιπὸν ἡ Γραφή, ὅτι ὁ Στέφανος πλήρης χάριτος καὶ δυνάμεως «ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῶ». Ἄρα πῶς λοιπὸν νὰ ἐπαινέσω ἐγὼ τὸν Στέφανο, ὅταν ἡ ἴδια ἡ θεία χάρη τοῦ ἔχει πλέξει στεφάνι, τὸ στεφάνι ποῦ στεφανώνει τὸν κάθε μάρτυρα; Τί λόγο νὰ προσθέσω ἐγώ στον λαμπρότερο μάρτυρα τοῦ κόσμου, μὲ ποιὲς λέξεις νὰ στολίσω αὐτὸν ποῦ ἔκανε πάμπολλα θαύματα;

Λέει λοιπὸν ἡ Γραφὴ ὅτι ὁ Στέφανος πλήρης χάριτος καὶ δυνάμεως «ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῶ».

Ἡ θεία Χάρη καὶ ἡ θεία Δύναμη ἔπλεκαν ταυτόχρονα τὸν στέφανο τοῦ Στέφανου, προετοιμάζοντας τὸν γιὰ τὸν καλὸν ἀγώνα. Ἡ μιὰ τὸν κραταίωνε στὴν πίστη, καὶ ἡ ἄλλη τὸν ἑτοίμαζε γιὰ τὸ μαρτύριο. Ἡ μία γιὰ τὴν διακονία, καὶ ἡ ἄλλη ὡς πρὸς τὸν λόγο. Ἡ μία πρὸς τὸ θάρρος, καὶ ἡ ἄλλη τὸν ἐκπαίδευε στὴν ὑπομονή. Ἡ μία πρὸς τὰ θαύματα, καὶ ἡ ἄλλη τὸν προετοίμαζε γιὰ τὰ κατορθώματα.

Ἡ Χάρη καὶ ἡ Δύναμη ποὺ εἶναι βλαστάρια ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα, ζευγάρι παντοτινό, κλωνάρι ἀπὸ τὸ ἴδιο φυτὸ τῆς πίστεως, παντοτινὰ ὁμόφωνες. Ἡ Χάρη καὶ ἡ Δύναμη, τὰ πανέμορφα μάτια τῆς ὀρθοδοξίας, οὐ δίδυμοι μαστοὶ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ συστρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄγρυπνοι φύλακες τοῦ Στέφανου.

Λέει λοιπὸν ἡ Γραφὴ ὅτι ὁ Στέφανος ἦταν «πλήρης χάριτος καὶ δυνάμεως».

Θυμιατήριο τῆς Χάριτος ἦταν ὁ Στέφανος, ποὺ εὐωδίαζε τὸ λιβάνι τῆς ἁγιοσύνης. Πηγὴ τῆς Χάριτος ποὺ ἀνέβλυζε τὰ παντοτινὰ νάματα τῆς ἀρετῆς. Νεῖλος τῆς Χάριτος ποὺ ξεχείλιζε ἀπὸ εὐσέβεια. Ἀθλητὴς τῆς Χάριτος ἀσυναγώνιστος ἀπὸ κάθε ἀντίπαλο.

Στρατιώτης τῆς Χάριτος, ποὺ ἀντιπάλευε κάθε πανουργία καὶ κάθε φοβέρα, καὶ στέκονταν ἀκλόνητος σὲ κάθε ἐπίθεση, δεχόμενος μὲ καρτερία τοὺς διωγμούς, θαυματοποιώντας, διώκοντας τὰ πάθη, γιατρεύοντας τὶς ἀρρώστιες, ἐκδιώκοντας τοὺς δαίμονες, ὑπηρετώντας τοὺς φτωχούς, ἀνακουφίζοντας τοὺς ἀσθενεῖς, ὑπερασπίζοντας τὶς χῆρες, προστατεύοντας τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς ἀδικουμένους, αὐξάνοντας τὸ κήρυγμα, ἀναγγέλλοντας τὴν πίστη· μιλώντας καὶ καυχούμενος γιὰ τὸν Σταυρό, τοὺς ἥλους, τὸν κάλαμο, δοξάζοντας τὰ δεσμά, διακηρύττοντας τὴ λόγχη, ποὺ γιὰ χάρη μᾶς ἔπληξε τὴν πλευρὰ τοῦ Κυρίου, προσκυνώντας τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου ποὺ θανάτωσε τὸν θάνατο.

Προβάλλοντας τὴ Φάτνη, καὶ ὑπερηφανευόμενος γιὰ τὰ Σπάργανα, ἐκθειάζοντας τὰ ραπίσματα, χωρὶς νὰ ντρέπεται γιὰ τὸ δικαστήριο τοῦ Πιλάτου, χωρὶς νὰ κρατάει κρυφὸ τὸν Τάφο τοῦ Κυρίου, περήφανος γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Ἐλέγχοντας τοὺς Ἰουδαίους, ἀνατρέποντας τοὺς Φαρισαίους, ντροπιάζοντας τοὺς Σαδδουκαίους, ἀποστομώνοντας τοὺς Γραμματεῖς.

Ἐρμηνεύοντας τὸν Νόμο, καὶ ἐρευνώντας τοὺς Προφῆτες, ἀνέλυε τὶς Γραφὲς κι ἐκεῖ ἀνακάλυπτε τὸν Χριστὸ νὰ λάμπει. Ἀντιμετωπίζοντας καὶ ἐπιτιμώντας τοὺς παράνομους σταυρωτές. Ἀντιμαχόμενος τοὺς ἀσεβεῖς, κατατροπώνοντας μὲ τὴν πίστη τοὺς ἀπίστους Ἰουδαίους, ποὺ ἀντιδροῦσαν στὸ κήρυγμά του.

«ἀνέστησαν δὲ τινὲς τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνω, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τὴ σοφία καὶ τῷ πνεύματι ὢ ἐλάλει».

Μεγάλη ἡ τρικυμία ἀλλὰ ὁ κυβερνήτης ἐπουράνιος, πυκνὴ ἡ θύελλα ἀλλὰ τὸ πλοῖο φέρει σταυρό, ἀλλεπάλληλες οἱ καταιγίδες ἀλλὰ ἡ καρίνα εἶναι στέρεα. Δὲν μποροῦν τὰ κύματα νὰ ἐξεγερθοῦν κατὰ τοῦ οὐρανοῦ, δὲν μπορεῖ τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ ἀντιπαλέψει τὸ ἐπουράνιο. Δὲν μπορεῖ νὰ διαλυθεῖ τὸ σκάφος ποὺ κυβερνᾶται ἀπὸ τὴ Ζωή.

«ἀνέστησαν δὲ τινὲς τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνω, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τὴ σοφία καὶ τῷ πνεύματι ὢ ἐλάλει».

Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο ἡ συζήτηση; Γι’ Αὐτὸν ποὺ κυοφορήθηκε μυστηριωδῶς, γι’ Αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε ὑπερφυσικά, γι’ Αὐτὸν ποὺ θήλασε πέρα ἀπὸ κάθε λογική. Πῶς χωρὶς ἕνωση ἡ Παρθένος ἔγινε μητέρα, πῶς καὶ μετὰ τὸν τοκετὸ ἔμεινε παρθένος, πῶς ἡ φύση ἔδωσε τὴν θέση της στὸ θαῦμα, γιατί σαρκούμενος μέσω τῆς Μαρίας δὲν ἐπέβαλε τὶς δικές Του ἀναλογίες, ἀλλὰ θέλησε ὁ Ἀχώρητος νὰ συρρικνωθεῖ ὡς βρέφος; Πῶς ἐνῶ ἦταν ἔμβρυο, δημιουργοῦσε ὅλα τα ἄλλα ἔμβρυα, πῶς ἐνῶ γεννιόταν παρεῖχε τὴ γέννηση σὲ ὅλους, πῶς θήλαζε καὶ ταυτόχρονα χορηγοῦσε σὲ ὅλα τα βρέφη τὶς πηγὲς τοῦ γάλακτος;

Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ Νόμου καὶ τῆς Χάριτος. Ὁ Νόμος καταδικάζει, ἡ Χάρη συγχωρεῖ, ὁ Νόμος κολάζει ἡ Χάρη σώζει, ὁ Νόμος ὑπηρετεῖ ἡ Χάρη ἐξουσιάζει, ὁ Νόμος τὴν ἁμαρτία φονεύει, ἡ Χάρη τὴν ἁμαρτία ἐξαφανίζει, ὁ Νόμος κρατάει τὸ ξίφος ἡ Χάρη τὸ ἔλεος μεταχειρίζεται, ὁ Νόμος ἔχει θέση δήμιου, ἡ Χάρη ἔχει ἐξουσία βασιλέως, ὁ Νόμος τὸν κατάδικο δένειμε τὸ σχοινὶ ἡ Χάρη ὡς φιλάνθρωπη ἀφαιρεῖ τοῦ θανάτου τὸ σύμβολο.

Καὶ ἐνῶ ἔλεγε τὰ θεία αὐτὰ λόγια περὶ τῆς Χάριτος ὁ Στέφανος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, αὐτοὶ οἱ θεομάχοι σηκώθηκαν τὸν ἅρπαξαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸ Συνέδριο.

Ὅπου ἡ ἁρπαγὴ ἐκεῖ καὶ ἡ Ἰουδαϊκὴ συνδρομή, ὅπου ἡ ταραχὴ ἐκεῖ καὶ τὸ μισόχριστο πλῆθος τους, ὅπου φόνος ἄδικος μελετᾶται, ἐκεῖ καὶ τὸ συνέδριο τῶν γραμματέων. Γιατί βεβηλώνεις τὴν καθέδρα τοῦ Μωϋσῆ παράνομε Ἰουδαῖε; Γιατί μολύνεις τὸν θρόνο ποῦ στόλισε ὁ Νόμος; Ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσῆ εἶπε: «Οὐ φονεύσεις, Οὐ ψευδομαρτυρήσεις». Ἢ λοιπὸν τήρησε τὸν Νόμο ἢ ἀπὸ τὸν τόπο αὐτὸν ἀπομακρύνσου.

Αὐτοὶ ὅμως ἔφεραν ψευδομάρτυρες ποὺ ἔλεγαν «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν σταματᾶ νὰ βλαστημᾶ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο καὶ τὸ Νόμο. Τὸν ἀκούσαμε νὰ λέει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος θὰ ἀφανίσει τὸν τόπο αὐτὸν καὶ θὰ ἀλλάξει τὰ ἔθιμα ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Μωυσῆς». Ἀκόμα ἔβαλαν καὶ ἄλλους νὰ λένε ψέματα ὅτι «ἀκούσαμε αὐτὸν νὰ λέει βλάσφημα πράγματα γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Θεό».

Τώρα τὸν Μωϋσῆ θαυμάζεις συκοφάντη, τώρα τὸν τιμᾶς ὡς νομοθέτη, ἐνῶ ὅταν ζοῦσε τὸν ἔφτυνες; Τώρα ὡς τηρητὴς τοῦ Νόμου ὀργίζεσαι καὶ ἀγανακτεῖς, καὶ ὑπερασπιζόμενος τὸν Θεό, θέλεις νὰ ἐκδικηθεῖς; Ἐσὺ δὲν λιθοβόλησες τὸν Μωυσῆ; Ἐσὺ δὲν προτίμησες ἀντὶ τοῦ Θεοῦ τὰ πέτρινα καὶ τὰ ξύλινα εἴδωλα; Καὶ τώρα γιὰ νὰ κάνεις φόνο, σὰν δικαιολογία χρησιμοποιεῖς τὴν εὐλάβεια; Γιὰ νὰ χύσεις αἷμα ἀθώου ὑποκρίνεσαι τὸν θεοσεβῆ;

Ὅπως τότε, ἔτσι καὶ τώρα μπερδεύεις τὴν ἀλήθεια. Καὶ τότε μὲ θρασύτητα βλαστημοῦσες καὶ τώρα μὲ ἀσέβεια τιμᾶς. Ἐσὺ ποὺ πάντα εἶσαι μέσα στὰ αἵματα, ἐσὺ ποὺ πάντα φτιάχνεις συμμορίες ψευδομαρτύρων.

«Παρουσίασαν λοιπὸν ψευδομάρτυρες ποὺ ἔλεγαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν σταματᾶ νὰ λέει λόγια ἐναντίον τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τόπου καὶ τοῦ Νόμου»

Ποιὰ λόγια; «Ἀκούσαμε αὐτὸν νὰ λέει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, θὰ καταστρέψει αὐτὸν τὸν τόπο» Καὶ τί λοιπόν; Ἂν σκοτώσεις τὸν Στέφανο, δὲν θὰ καταστραφεῖ ὁ τόπος; ἢ μᾶλλον δὲν θὰ καταστραφεῖ ἐπειδὴ καὶ τὸν Κύριο καὶ τὸν δοῦλο σκότωσες; Ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὸν ποιμένα θυσίασες καὶ τὸ πρόβατο, μαζὶ μὲ τὸν Βασιλέα κατάσφαξες καὶ τὸν στρατιώτη;

Δὲν μπορεῖ πόλις νὰ σταθεῖ ἂν ἔχει θανατωθεῖ ὁ Βασιλέας. Οὔτε μπορεῖ νὰ τιμᾶται ὁ Ναὸς ὅταν ἔχει γίνει ὁ φόνος τοῦ Δεσπότη.

Μήπως ὁ Στέφανος εἶπε, τὸ «θὰ μείνει ὁ οἶκος σᾶς ἔρημος»;

Μήπως ὁ Στέφανος εἶπε, τὸ «δὲν θὰ μείνει στὸν Ναὸ λίθος ἐπὶ λίθου»; Παράδοξο πράγμα καὶ παράλογο! Νὰ τὸ λέει ὁ Θεὸς καὶ νὰ δικάζεται ὁ ἄνθρωπος! Νὰ τὸ ἀποφασίζει ὁ Θεὸς καὶ νὰ κατηγορεῖται ὁ ἄνθρωπος! Ὁ Βασιλιὰς νὰ πραγματοποιεῖ καὶ ὁ στρατιώτης νὰ εὐθύνεται! Ἐσὺ εἶσαι αἴτιος αὐτῆς τῆς καταστροφῆς Ἰουδαῖε! Ἔμπηξες τὸν σταυρὸ καὶ ἀνακάτεψες τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ εἶπες «τὸ αἷμα Αὐτοῦ πάνω μας καὶ πάνω στὰ παιδιά μας». Δέξου λοιπὸν τώρα τὴν καταδίκη πού σου ὅρισε. Καὶ λέει ἡ Γραφὴ «ὁ Στέφανος γεμάτος ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιο, κοίταξε στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος στὰ δεξιά του Θεοῦ». Τότε πῶς ὁ Παῦλος λέει «κάθισε στὰ δεξιά του θρόνου τῆς μεγαλοσύνης τοῦ Θεοῦ στὰ ὑψηλά»; Ποιὰ ἦταν ἡ αἰτία γιὰ νὰ σηκωθεῖ; Ποιὸ σοβαρὸ γεγονὸς τὸν ἔκανε νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸν πατρικὸ θρόνο; Εἶδε τὸν ἀθλητὴ ποὺ ἀγωνίζεται καὶ σηκώθηκε γιὰ νὰ βραβεύσει τὴ νίκη του. Εἶδε αὐτὸν ποὺ πετάει στὸν ἀέρα καὶ ἄνοιξε τοὺς οὐράνιους λιμένες. «Μὴ φοβᾶσαι λοιπὸν Στέφανε κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἀδικήσει τὸν ἀγώνα σου. Σηκώθηκα ἀπὸ τὸν θρόνο γιατί στὰ δεξιά μου θέλω νὰ σὲ βάλω. 

Γιατί βλέπω τὴν τολμηρὴ πίστη σου σὲ μένα ποὺ σταυρώθηκα. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ εἶδες πάνω στὸ ξύλο μὲ σάρκα κρεμασμένο, γιὰ αὐτή σου τὴ πίστη σὲ βραβεύω. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀγωνοθέτης τοῦ μαρτυρίου ἀλλὰ καὶ ὁ ἀθλητής. Πάνω στὸν σταυρὸ πάλεψα σὰν σὲ παλαίστρα. Μὲ συνέλαβαν καὶ τὸν ἀντίπαλο διάβολο κατατρόπωσα. Μη φοβᾶσαι αὐτοὺς ποὺ σὲ πετροβολοῦν, χωρὶς νὰ θέλουν σου φτιάχνουν σκάλα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Μη φοβᾶσαι αὐτοὺς ποὺ σὲ πετροβολοῦν, σκαλιὰ γιὰ νὰ ἀνέβεις στὰ οὐράνια γίνονται οἱ πέτρες. Μη φοβᾶσαι τὶς πέτρες, μέσα σου κουβαλᾶς τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο Ἰησοῦ Χριστὸ»

Ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμή Του εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.  

Πηγή: alopsis.gr