Μάρκος Εὐγενικός[Περιεχόμενα]

1.Σκοπὸς συγγραφῆς τοῦ ἔργου

Στοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μου ἁπανταχοῦ γῆς τὴν εὐλαβικὴ προσκύνηση καὶ τὸν ἐκ ψυχῆς ἄσπασμο
Ἐκεῖνος ὁ περίφημος καὶ περιώνυμος Μάρκος ὁ Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, παρουσιάζεται σήμερα ἀπὸ μένα, μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ΄Ἀντίπαπας, ἡ ἀδιάψευστος μονομάχος. Ὁ ὀρθόδοξος φιλαναγνώστης, πρέπει νὰ ἔχει τὴν ὑπομονὴ νὰ διαβάσει τὸν παρόντα λόγο καὶ τότε ν’ ἀποφασίσει ἂν ταιριάζει ἡ ὄχι σ’ αὐτὸν μία τέτοια προσωνυμία. Ἡ ὀνοματοθεσία δὲν εἶναι βέβαια ἰδιότητα τοῦ κάθε τυχόντα, ἀλλὰ μιλοῦν τὰ γεγονότα ὥστε κι οἱ πλέον ἀπαίδευτοι σ’ αὐτὰ νὰ βρίσκονται ἰκανότατοι καὶ νὰ τὰ κατανοοῦν.

Ἔτσι ὁ Θεάνθρωπος ὀνομάστηκε Ἰησοῦς ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ ἀγγέλου, ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψη, ἀλλὰ ὀνομάστηκε ὕστερα κι Ἐμμανουὴλ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, παρακινούμενοι σ’ αὐτὸ ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ τόσο ὀρθὰ καὶ κατάλληλα, ὥστε καὶ πρὶν πολλοὺς αἰῶνες ὁ προφήτης Ἡσαῒας προεῖπε μία τέτοια ὀνομασία.
Αὐτὸ ὑποστηρίζω κι ἐγὼ γιὰ τὸν δικό μας Ἀντίπαπα ἡ μονομάχο, γιατί τὰ γεγονότα τοῦ ἀποδίδουν δίκαια αὐτὸν τὸν τίτλο. Ποιὰ εἶναι αὐτά; Ἐλᾶτε καὶ θὰ σᾶς τὰ διηγηθῶ. Καὶ θὰ τὰ διηγηθῶ ὅλα, ὄχι ἀνάλογα μὲ τὸ πλῆθος τους, οὔτε ἀκριβῶς ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία τους. Γιατί σὲ μένα καὶ τὸ ἕνα εἶναι ἀδύνατο καὶ τὸ ἄλλο.
Ἔγω (ὅπως θ’ ἀκούσεις καὶ μέσα στὸ λόγο μου ὅπου το ὁμολογῶ), δὲν κινήθηκα πρὸς αὐτὸ ἀπὸ καμιὰ ἔπαρση καὶ αὐθάδεια, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια ἀπ’ ἕναν ὑπέρμετρο ζῆλο γιὰ νὰ παρουσιάσω τὴν ἁγιότητα τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ σ’ ὅλον τὸν κόσμο, γιὰ δύο λόγους: πρῶτα γιὰ τὴν ὠφέλεια τοῦ πιστοῦ ἁπλοῦ λαοῦ καὶ δεύτερο γιὰ τὴν καταισχύνη τῶν ἐχθρῶν του, τῶν μιαρότατων παπιστῶν [1]
Ἡ ὠφέλεια συνίσταται στὸ νὰ μάθει ὁ ἁπλὸς λαὸς ἐκεῖνα πού προηγουμένως δὲν ἤξερε γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο κι ἔτσι νὰ τὸν τιμᾶ ὅπως ὀφείλει καὶ νὰ τὸν δοξάζει σὰν ἀληθινὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν μιμεῖται ὁ καθένας, κι ὅταν ὑπάρξει αἰτία κι ἄναγκη γιὰ τὴν πίστη, νὰ τοῦ γίνεται ἕτοιμος προστάτης καὶ βοηθὸς στὶς ἄναγκές της παρούσας ζωῆς. Κι εἶναι μεγάλη κι ἄθεραπευτη ντροπὴ γιὰ τοὺς ἀχρείους παπιστές, νὰ κηρύσσεται ἅγιος, καὶ δοξασμένος ἀπὸ τὸ Θεό, ὁ ὑπέρτατος ἐχθρός τους, ὁ ἄσπονδος πολέμιός τους καὶ τί ἄλλο περισσότερο νὰ ποῦμε παρὰ ὁ Ἀντίπαπας,

Μάρκος ὁ Ἀντίπαπας Ἅγιος.

Καὶ ποιὰ ἄλλη ντροπὴ ὑπάρχει, μεγαλύτερη ἀπ’ αὕτη;
Ποιὰ ἄλλη σαΐτα πιὸ φαρμακερὴ ἀπ’ αὕτη;

Ὁ Ἀντίπαπας Ἅγιος.

Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι κάθε ὀρθόδοξος εἶναι Ἀντίπαπας κι ὅμως αὐτὸς δὲν εἶναι ἁπλὰ Ἀντίπαπας, ἀλλὰ ὁ κατεξοχὴν Ἀντίπαπας.

Μάρκος ὁ Ἀντίπαπας Ἅγιος.

Αὐτὸν τὸν μικρὸ κι εὐτελῆ κόπο μου, τὸν διάβασαν κι ἄλλοι κι ἐκτὸς ἀπ’ αὔτους, τὸν ἀνέγνωσε κι ὁ θεοφιλέστατος κι ἔλλογιμοτατος ἅγιος Καμπανίας, κύριος Θεόφιλος καὶ ὁ θεοφιλέστατος κι ἔλλογιμοτατος ἅγιος Σερβίων, κύριος Ἰγνάτιος καὶ μαζὶ μ’ αὔτους κι ὁ μακαρίτης οἰκονόμος τῆς Κοζάνης, ἄνδρες κι οἱ τρεῖς ἱκανοὶ νὰ ἐκφέρουν γνώμη γιὰ τὸ ἂν τὸ ἄναγνωσμα εἶναι ἡ δὲν εἶναι ἄξιο νὰ ’ρθει στὸ φῶς. Κι ἔπειδη συμφωνώντας κι οἱ τρεῖς τους κι ἔκαναν ὄχι μέτριους ἐπαίνους, ἀπ’ αὐτὴν τὴν παραίνεση αὐτῶν πῆρα κι ἐγὼ τὸ θάρρος νὰ τὸ διαλαλήσω πρὸς ὅλους τους ὁμογενεῖς μου, τυπώνοντάς το. Γι’ αὐτὸ κι ἀναζητώντας κάποιον ζηλωτὴ χορηγὸ καὶ πρόθυμο ν’ ἄναλαβεί τα τυπογραφικὰ ἔξοδα, ἐκεῖ πού ἔψαξα ἀρχικὰ δὲν εὐδόκησε ὁ Θεός. Βρέθηκε ὅμως ἀνέλπιστα σὲ μένα τέτοιος χορηγὸς ζηλωτὴς καὶ πρόθυμος μὲ μεγάλη χαρά, ὁ ὀσιότατος καὶ μουσικότατος ἀνάμεσα στοὺς ἱεροδιακόνους, κύριος Νικηφόρος Ἰωάννου ὁ Ραγεζής, ἀπὸ τὴ νῆσο Σίκινο. Αὐτὸς θέλησε αὐτοπροαίρετα ν’ ἄναλαβει αὐτὴ τὴν κοινωφελῆ δαπάνη. Παρ’ ὅλες τὶς σκοτοῦρες καὶ τὶς ταλαιπωρίες τοῦ ἐπαγγέλματός του πού εἶναι διπλό. Ἡ θαυμάσια μουσικὴ καὶ ἡ ἄριστη μεθοδικότατη παιδαγωγία του, τὶς ὅποιες αὐτὸς ἑξασκεῖ καλύτερα ἀπ’ ὅλους καὶ τὴν ὤφελεια αὐτῶν τῶν δύο ἐργασιῶν τοῦ τὶς δέχτηκε ἤδη πολλὰ χρόνια καὶ δέχεται ἀκόμα ἡ μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη, μ’ ὅλον τὸν ἔπαινο καὶ τὴν εὔχαριστηση.
Λοιπόν, ἂν κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ὀρθόδοξους λάβουν κάποια ὠφέλεια ἀπὸ τὴν ἄναγνωσή του βιβλίου, ἄς ἀποδώσουν:

Πρῶτα τὴν ὄφειλομενη δόξα στὸ Θεό, τὸν αἴτιο καὶ δότη κάθε καλοῦ.

Δεύτερον, ἄς εὐγνωμονοῦν καὶ τὸν χορηγὸ πού ἄφειδως κατέβαλε τὴ δαπάνη γιὰ τὴν κοινὴ ὠφέλεια.
Καὶ τρίτον, ἄς εὔχεται πρὸς τὸν Κύριο καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ταπεινούς, καὶ νὰ μᾶς κρίνει ἤπια, ἂν δὲν κατορθώσαμε νὰ γράψουμε ἄξια γιὰ μία τέτοια καὶ τόσο μεγάλη ὑπόθεση κι ἀκόμα γιὰ ὅσα λάθη ἀπ’ ἄγνοια κι ἄλλα ἄκουσια σφάλματα συναντήσει στὸν λόγο.
Ἐπειδὴ μέχρι σήμερα, κανεὶς ἄλλος δὲν ἔκανε σ’ αὐτὸν τὸν μεγάλο ἡρῶα το δίκαιο ὑπόμνημα, ἐγὼ ὁ ἄναξιος τόλμησα νὰ παρουσιάσω στὸ κοινό, αὐτὸν τὸ μικρὸ καὶ ταπεινό μου κόπο, γιὰ τὴν ὤφελειά των ἁπλῶν ἄνθρωπων κι ὄχι μόνο γιὰ τοὺς λόγιους καὶ τοὺς εἰδήμονες. Διάβασε λοιπὸν σὲ παρακαλῶ τὸ βιβλίο μὲ ὑπομονὴ ὡς τὸ τέλος καὶ 0ά βεβαιωθεῖς ὑπεραρκετὰ καὶ γιὰ τὰ δύο, συγχωρώντας ἐμᾶς μὲ καλὴ διάθεση, εἴτε γιὰ τὶς ἐλλείψεις, εἴτε γιὰ τὶς ἀπαραίτητες παρεμβολές. Ἐπειδὴ θέλησα μέσω αὔτού του ἱεροῦ βίου, νὰ δώσω περιληπτικὰ καὶ στοὺς ἁπλοὺς ἄνθρωπους μία ἰδέα των τότε γεγονότων, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλὰ χρήσιμη σ’ ὅλους ὅσους δὲν τὰ γνωρίζουν. Ἔνω στοὺς Ὀρθόδοξους πού κατοικοῦν στοὺς τόπους τῶν παπολατρῶν καὶ συζοῦν μὲ τοὺς Φρὰ-γκούς, εἶναι σχεδὸν κι ἀναγκαΐα, γιὰ νὰ μὴν ἔξαπατουνται ἀπὸ τοὺς ἀπατεῶνες πού κηρύττουν ὡς ἅγια σύνοδο τὸ ληστρικὸ καὶ τυραννικὸ κι ἄντιχριστο ἐκεῖνο συνέδριο τῆς Φλωρεντίας.

Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς γιὰ τὸν ὁποίο τόλμησα τα ὑπεράνω τῶν δυνάμεών μου καὶ γι’ αὐτὸ δεχτεῖτε πρόθυμα καὶ μετὰ χαρᾶς τὸν δικό μας Ἀντίπαπα καὶ μονομάχο καὶ διαβάζοντας αὐτὸν ἐπιμελῶς καὶ ὠφελούμενοι ἀπ’ αὐτὸν τὰ εὔλογα, νὰ εὔχεστε καὶ ὑπὲρ τῆς δικῆς μου ἄναξιοτητας.

Τῆς δικῆς σας ἀγάπης ἐν Χριστῷ ἀδελφός καὶ ταπεινὸς δοῦλος

10 Αὔγουστον 1785 Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ Πάριος

Λόγος Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Πάριου εἰς τὸν Ἅγιον Μάρκον τὸν Εὐγενικὸν

Τὰ ὑπερφυσικὰ καὶ παράδοξα ἀποτελέσματα τῆς θείας πίστης εἶναι βέβαια ἀπὸ μόνα τους ἀνώτερα ἀπὸ κάθε νοῦ καὶ διάνοια. Γι’ αὐτὸ καὶ μποροῦν ἀναντίρρητα νὰ δείχνουν καὶ στοὺς ἀσεβεῖς τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ μόνο δημιουργό τῆς πλάσης, ὅπως στὶς μέρες τῶν θείων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Μαρτύρων. Τότε ἐπέστρεφαν σὰ ποτάμι τὰ ἔθνη, ἑλκυόμενα ἀπὸ τὰ παράδοξα ἔργα τῆς πίστης μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ λόγου Του ἀπὸ τὰ ἐπακόλουθα θαυματουργικὰ σημάδια. Κι αὐτὰ τὰ ἴδια μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν στὴν ὀρθόδοξη πίστη κι ἐκείνους τοὺς χριστιανούς, πού κακῶς καὶ χωρὶς φρόνηση, μὲ τὶς αἱρετικές τους πλάνες, ξεμακραίνουν ἀπὸ τὴ μία κι ἀληθινὴ πίστη, τὴν ὁποία κοινῶς ὀνομάζουμε Ὀρθοδοξία ἡ καὶ εὐσέβεια.
Ἕνα ἀπὸ τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα τῆς θείας πίστης, γιὰ ν’ ἄφησω πρὸς τὸ παρὸν τ’ ἄλλα, ἀδελφοί μου Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, εἶναι ἡ ἁγιότητα τῶν ἀνθρώπινων λειψάνων ἡ γιὰ νὰ τὸ πῶ ἁπλά, ἡ ἁγιότητα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό, ὅταν δοθεῖ κι ὁμολογηθεῖ φανερά, πώς ὁ τάδε ἄνθρωπος ἁγίασε, πώς τὰ λείψανά του ἐκπέμπουν ἀνείπωτη κι ἄσυγκριτη εὐωδιά, πώς κάνει παράδοξα κι ἐξαίσια θαύματα, αὐτὸ λέω, εἶναι ἕνα θαῦμα καὶ πηγὴ μύριων ἄλλων θαυμάτων. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ καυχηθεῖ καμιὰ ἄλλη ἀπὸ κεῖνες τὶς ψεύτικες θρησκεΐες, αὐτὸ πού ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ μία κρίση τοῦ ἀδέκαστου οὐρανοῦ. Αὐτὸ λέω, δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ μία λαμπρὴ κι ἀναντίρρητη ἀπόδειξη, ἡ ὁποία ψηλότερα καὶ πιὸ μεγαλόφωνα ἀπὸ κάθε σάλπιγγα, φωνάζει καὶ κηρύττει σ’ ὅλα τα πλανεμένα γένη καὶ τὰ συστήματα τῶν αἱρετικῶν, πώς μία εἶναι ἡ καθαρὴ κι ἅγια πίστη, ἡ θεία κι εὐάρεστη στὸ Θεό, δηλαδὴ αὐτὴ τῆς ἄνατολικης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι κατὰ τὴν ἅγια Γραφή, ΄ὃ Θεὸς ἀπέχει ἀπὸ τοὺς ἅμαρτοολους, ἄρα πώς εἶναι δυνατὸν νὰ κάνει ἀντίθετα, δηλαδὴ νὰ ὑποδείξει γιὰ ἅγιους ἀνθρώπους αἱρετικοὺς βλάσφημους κι ἀσεβεῖς; Ποιὸς δὲν τὸ ξέρει πώς γιὰ νὰ ὑποδείξει τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἕναν ἄνθρωπο ἅγιο, ἄναγκαστικα πρέπει ν’ ἀναπαύεται σ’ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησία πού ἂλ’ἤκει καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα, ποιὸς ἀλήθεια δὲν τὸ ξέρει; Γιατί αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ μία καὶ μόνη Ἐκκλησία, ἐκείνη στὴν ὁποία ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ὑποσχέθηκε νὰ στείλει τὸ Πνεῦμα του καὶ νὰ μένει μ’ αὐτὴν αἰώνια.
Ἐσεῖς λοιπὸν αἱρετικοὶ καὶ κακοφρονες ἄνθρωποι, ὅσοι χωρὶς φρόνηση, εἴτε μιλᾶτε ἄδικα γιὰ τὸ ὕψος τῆς ὑπερούσιας κι ἀκατάληπτης Θεότητας, εἴτε γιὰ τὴν ἄρρητη οἰκονομία τοῦ Μονογενοῦς καὶ χρησιμοποιεῖτε βέβηλη καὶ μιαρὴ γλώσσα, ἐσεῖς οἱ πύλες καὶ τὰ στόματα τοῦ ΄Ἅδη, ὅπως σᾶς ὀνόμασε ὁ βλασφημούμενος ἀπὸ σᾶς Δεσπότης καὶ Κύριος, ἀκοῦστε ὅλοι καὶ μάθετε: Μία εἶναι, μία καὶ μόνη ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ νύμφη ἡ καλὴ κι ἐκλεκτή, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Νυμφίος της. Μία εἶναι λέω, ἐκείνη στὴν ὁποία ἄναπαυεταί το ΄Ἅγιο Πνεῦμα Του καὶ στὴν ὁποία ἔχει ἀποταμιεύσει τοὺς θησαυροὺς τῶν θείων Τοῦ χαρισμάτων. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Αὕτη ἡ δική μας ἁγία μητέρα, αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀπὸ πού εἶναι αὐτὸ φανερό; Ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τῶν τέκνων της, ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι κι οἱ καρποί. Ἐπειδὴ σάπιο δέντρο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει καλοὺς καρπούς. Δὲν τὸ πιστεύετε; Θὰ τοὺς ἀπα-ριθμήσω καὶ εἶναι πλῆθος περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ἄμμο.

Ἀλλὰ ἐγὼ χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι, ἀφήνοντας ἐκείνους νὰ πλανιόνται ἄθλια μέσα στὰ σκοτάδια τῶν αἵρεσεών τους, ὅσοι μὲ κακὴ θέληση κλείνουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους καὶ ΄βλέποντας δὲν βλέπουν τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας΄ κατὰ τὸ γραμμένο, σὲ σᾶς ἤδη ἀπευθύνω τὸ λόγο καὶ σᾶς ρωτῶ: Δὲν κηρύττουμε κάθε ἅγιό της Ἐκκλησίας μᾶς φέροντας τὸν ὡς ἀπόδειξη τῆς ἅγιάς μας πίστης ἐνάντια των πολλῶν καὶ διαφόρων αἱρέσεων πού κατὰ καιροὺς ἐμφανίζονται; [2] Τότε δὲν πρέπει περισσότερο ν’ ἄνακηρυττουμέ τους νέους ἅγιούς μας, ἐναντίον αὐτῶν τῶν αἱρέσεων πού εἶναι κοντά μας καὶ μᾶς πολεμοῦν ἄκαταπαυστα σήμερα; Τέτοιου εἴδους εἶναι μάλιστα οἱ ἀσεβέστατοι Ἀατίνοι, οἱ ὅποιοι τόσο μαίνονται καὶ λυσσοῦν ἐναντίον μας, ὥστε γιὰ νὰ μᾶς παρουσιάσουν σὰν ἐντελῶς χαμένους, αὔθαδιαζουν οἱ ἀναίσχυντοι καὶ κηρύττουν, πώς ἀπὸ τὸν καιρὸ πού χωρίστηκαν οἱ Ἀνατολικοὶ ἀπὸ μᾶς ἡ Ἐκκλησία τους δὲν ἔβγαλε πλέον κανένα ἅγιο. Αὐτὴ εἶναι τόσο φανερὴ συκοφαντία κι ἕνα τόσο μεγάλο ψέμα, ἀφοῦ κανεὶς δὲν μπορεῖ στ’ ἀλήθεια ν’ ἀπαριθμήσει τοὺς ἅγιους, ἥ τους ὅσιους ἥ τους ἱεράρχες ἀλλὰ καὶ τοὺς μάρτυρες, οἱ ὅποιοι μετὰ τὸ παπικὸ σχίσμα, ἀλλὰ καὶ τὸν καιρὸ τοῦ σχίσματος, ἔλαμψαν στὴν Ἐκκλησία μας. Γιὰ νὰ φράξουν λοιπὸν τ’ ἀπύλωτα στόματά τους καὶ νὰ μὴν ἐξαπατοῦν τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους μὲ τέτοιες συκοφαντίες, πρέπει ὅσο εἶναι δυνατὸν αὐτοὺς τοὺς ἅγιούς μας, τοὺς μετὰ τὸ σχίσμα, νὰ τοὺς προβάλλουμε καὶ νὰ τοὺς ἐπικροτοῦμε περισσότερο, γιὰ δόξα καὶ τιμὴ τῆς ἅγιάς μας Ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ καὶ πόσο περισσότερο πρόκειται νὰ κλείσουν ἐκεῖνα τὰ βλάσφημα στόματα καὶ πόσο περισσότερο πρόκειται νὰ ντροπιαστοὺν οἱ ὑπερβολικὰ τολμηροὶ καὶ ἄδικοι παπικοί, βλέποντας ὅτι αὐτοὶ οἱ δικοί μας ἅγιοι δὲν εἶναι ἀπὸ κείνους πού ἔφευγαν στὴν ἔρημο, μακριὰ ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ζήσουν ἔκεῖ μὲ τὴν ἀμέριμνη καὶ μὲ τὴν ἀτάραχη ζωὴ τῆς ἡσυχίας, μόνοι τους συνομιλώντας πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸ Θεὸ καὶ μέσω τῆς ἱερῆς ἥσυχιας νὰ κυβερνοῦν τὴν καρδιὰ τοὺς οἱ καλὲς ἀναβάσεις τῶν θείων ἐμφανίσεων κι ἔλλαμψεων, ὥσοτου νὰ φτάσουν καὶ στὴν τελείωση τῆς θέωσης; Ὅταν, λέω, αὐτοὶ οἱ νέοι μας ἅγιοι δὲν εἶναι θρέμματα τῆς ἐρήμου, ἀλλὰ μάλιστα εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, πού μὲ λόγους, διαλέξεις καὶ συγγράμματα καὶ μὲ διάφορους ἀγῶνες καὶ τρόπους ἄντισταθηκαν, πολέμησαν καὶ στηλίτευσαν παντοῦ στὴν οἰκουμένη τὶς δικές τους κακοδοξίες καὶ τὶς ἄθεοτατες αἱρέσεις; Πόσο λέω, περισσότερο πρόκειται νὰ ντροπιαστοὺν οἱ παπικοί, ὅταν τοὺς ἴδιους ἐκείνους, γιὰ νὰ τὸ πῶ μὲ μία λέξη, τοὺς δικούς τους ἐχθρούς, ὁ Θεὸς τοὺς δόξασε καὶ τοὺς τίμησε τόσο, ἴοστε τοὺς ἄνεδειξε ἅγιους στὸν κόσμο, φανερώνοντας μ’ αὐτό, πώς δέχτηκε σὰν ὀσμὴ εὐωδίας ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀγῶνες πού διεξῆγαν ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀσεβῶν Λατίνων.

Παρουσίαση τοῦ Ἁγίου Μάρκου
Ἕναν τέτοιο λοιπὸν παρουαιάζω ἐγὼ σήμερα Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀνάμεσά σε πολλοὺς ἄλλους ἤ, γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα, ἀνάμεσά σε πάμπολλους ἄλλους τέτοιους ἅγιους, παρουσιάζω σ’ ἄλες τῆς κοινότητες τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, τὸν Μάρκο τῆς Ἐφέσου. Ἐκεῖνον τὸν Μάρκο τὸν ὁποῖο ἄνετειλε ἡ Ἀνατολὴ ἀλλὰ φοβήθηκε ἡ Δύση. Ἐκεῖνον τὸν Μάρκο, τὸ καύχημα τῆς Ἀσίας καὶ μάστιγα τῆς Εὐρώπης’. Ἐκεῖνον τὸν Μάρκο, τὸν φωστήρα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ κεραυνὸ τῆς Δυτικῆς ὑπεροψίας. Ἐκεῖνον τὸν Μάρκο, τὸ στόμα τῶν θεολόγων, τὴ δόξα τῶν Ὀρθοδόξων, τὸν ὑπερθαύμαστο ἄθλητη, τὸν μόνο ἄηττητο κι ἀδαμάντινο ἄνθρωπο. Ἐκεῖνον τὸν Μάρκο, τὸ θαῦμα τῶν αἰώνων, τὸν ὅποιοπολλοι καὶ πάμπολλοι κηρύττουν καὶ ὄια-λαλοῦν, μὰ δὲν τὸν γνωρίζουν ὅλοι ὅπως πρέπει. Αὐτὸν ἐγὼ παρουσιάζω σήμερα, ἐνώπιον ὅλης της οἰκουμένης. Ἀλλὰ μᾶλλον ὄχι ἐγώ, ἐπειδὴ πιὰ ἐξουσία ἔχω, ἐγὼ ὁ τιποτένιος, γιὰ νὰ παρουσιάσω ἕνα τέτοιου εἴδους ἔργο; Ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ σᾶ νὰ λέμε ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόφαση Ἀκολουθώντας πάντοτε, ἔμαθε ἐκείνους μόνο νὰ κάνει ἅγιους, ὅσους εἶδε πώς δόξασε γιὰ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα ἡ φοβερὴ δεξιὰ τούΥψιστου.[ 3]

Ἡ ἁγιότητα τοῦ Μάρκου

Εἶπα πώς δὲν τὸν γνωρίζουν ὅλοι ὅπως πρέπει. Δὲν ἀμφιβάλλω πώς εἶναι πολλοὶ καὶ πάμπολλοι, γιὰ νὰ μὴν πῶ σχεδὸν ὅλοι, πού δὲν ξέρουν πώς αὐτὸς εἶναι βεβαιότατα ἕνας μεγάλος ἅγιος καὶ στ’ ἀλήθεια θεοφόρος Πατέρας κι ἀπλανὴς δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ἡ αἰτία εἶναι, ὅτι δὲν βρίσκεται ἡ ἱερὴ μνήμη τῆς μέρας του στὰ Μηνολόγια καὶ στὰ Ὡρολόγια. Πράγμα τὸ ὁποίο εἶναι ἀδύνατον, πρώτον γιατί εἶναι πολὺ πρόσφατος ἅγιος καὶ δεύτερον, γιατί αὐτὰ τὰ βιβλία τυπώνονται στὴ Βενετία, κάτω δηλαδὴ ἀπὸ τὸ βλέμμα τῶν ὁρκισμένων ἐχθρῶν αὐτοῦ του ἅγιου [4]
Λοιπὸν ἄς ξέρει κι ἄς εἶναι βέβαιος κάθε Ἀνατολικὸς χριστιανός, πώς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, αὐτὸν τὸν ἱερὸ Μάρκο, τὸν ἀναγνώριζε ὡς ἅγιο καὶ τιμοῦσε τὴ μνήμη του στὴν Κωνσταντινούπολη μ’ ἐτήσια γιορτή, πρὶν δηλαδὴ νὰ πέσει στὰ χέρια τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἅλωση. Κι αὐτὸ τὸ μαρτυροῦν κι ἄλλοι πολλοί. Τὸ μαρτυρεῖ μάλιστα κι ὁ ἱερὸς Νεκτάριος ὁ Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποίος λέει ὅτι τὸ ἀκοῦσε ἀπὸ κάποιον ἄνθρωπο, πού ὅταν ἦταν νέος καὶ εἶχε προφτάσει γιὰ νὰ δεῖ αὐτὴ τὴ λαμπρὴ γιορτή, πού τελοῦνταν στὸν Γαλατὰ τῆς Πόλης. Κι αὐτὸς πού ἔφτασε στὴ γιορτή, ὀνομαζόταν Ἀρσένιος Κύπριος. Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ συνέβη ἡ καταστροφικὴ ἅλωση σὲ κείνη τὴ Βασιλεύουσα, μερικὰ χρόνια ἀργότερα, ἔβαλε τέλος καὶ στὴ γιορτὴ αὐτὴ καθὼς καὶ σὲ πὰμπολλα ἄλλα καλά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐσέβεια. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατάντησε νὰ μὴν εἶναι καὶ ἀτοὺς πάντες γνωστὴ ἡ ἁγιότητά του, ἀφοῦ ἀφανίστηκαν ἀπὸ τὴν πανωλεθρία τῆς αἰχμαλωσίας καὶ ὁ βίος καὶ τὰ ἐγκώμια κι ἡ ἀκολουθία τῆς ἱερῆς του μνήμης, προτοῦ διαδοθοῦν σὲ περιοχὲς ἔξω ἀπὸ τὴν Πόλη.

Ἡ Συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1734

Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ ἄρει κάθε ἀμφιβολία καὶ νὰ δώσει στὸν καθένα καὶ σὲ ὅλους τὴν τελειότατη πληροφορία, εἶναι δίχως ἄλλο ἡ αὐθεντία τῆς Συνοδικῆς ἀπόφασης, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε το 1734 γι’ αὐτὸν τὸν Μάρκο, ὄχι τάχα γιὰ νὰ τὸν θεσπίσει τότε γιὰ πρώτη φορὰ ὡς ἅγιο, ἐπειδὴ φαίνεται νὰ ἔχει ἐκδοθεῖ πρὶν ἀπὸ λίγο, δηλαδὴ τώρα, στὸν δικό μας αἰώνα, ἀλλὰ γιατί δόθηκε ἀφορμή, τὴν ὁποία ὀφείλουμε νὰ τὴν φανερώσουμε στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὴ βρίσκουμε μέσα σ’ αὐτὸ τὸ συνοδικὸ θέσπισμα. Κι ἔχει ὡς ἑξῆς:
Στὸ νησὶ τῆς περιβόητης Κεφαλονιᾶς [Βενετοκρατούμενης τότε], κάποιος Συμεών, ἐπονομαζόμενος Βυζάντιος, λόγω τῆς εὐλάβειας πού εἶχε πρὸς αὐτὸν τὸν ἅγιο, θέλησε νὰ τοῦ κάνει γιορτὴ πεπεισμένος γιὰ τὴν ἁγιότητά του. Κάποιοι ὅμως ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ χριστιανούς, πού δὲν εἶχαν αὐτὴ τὴν πληροφορία γιὰ τὸν θεῖο Πατέρα, τόσο κληρικοὶ ὅσο καὶ λαῖκοί, ἀντιστάθηκαν ἰσχυρά, λέγοντας ὅτι τὸ ἐγχείρημά του δὲν ἦταν νόμιμο, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ Μάρκος, ἔλεγαν, εἴτε δὲν εἶναι ἐντελῶς ἅγιος, ἡ κι ἂν εἶναι, ὡστόσο δὲν εἶναι ἀναγνωρισμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Κι ὅσο γι’ αὐτό, αὐτοὶ μὴν ξέροντας, μιλοῦσαν ὀρθά. Ἐπειδὴ σωστὰ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, περιμένουν πάντοτε σ’ αὐτὰ τὰ θέματα τὴ θεία ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τους. Γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνοι, γνωρίζοντας καλά τα ἔθιμα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, δὲν παραδέχονταν ἐκείνη τὴ γιορτή, ὡς δῆθεν μὴ ἀναγνωρισμένη. Κι ἀφοῦ λοιπὸν δημιουργήθηκε ἐκεῖ μεγάλη φιλονικία γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἐφέσου, ὅταν τὰ πληροφορήθηκε αὐτὰ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ἔκρινε ἄτοπο νὰ μένει ἀγνοημένος ὁ μέγας φωστήρας καὶ δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξέδωσε λοιπὸν Συνοδικὴ ἐγκύκλιο πού ὁρίζει ὅτι καὶ ΄ἦταν κι εἶναι ἅγιος δοξασμένος ἀπὸ τὸ Θεό, ὁ ἱερὸς αὐτὸς Μάρκος, ὁ ἀξιαγάπητος ποιμένας τῆς Ἐφέσου κι ὅποιος θέλει, ἄς τὸν γιορτάζει ἄνεμποδιστα΄, λέγοντας πολλὰ καὶ μεγάλα ἐγκώμια γι’ αὖτον καὶ τέλος προσθέτοντας καὶ φρικτότατα ἐπιτίμια κι ἀναθέματα ἐναντίον αὐτῶν πού ἀντιστέκονταν καὶ πολεμοῦσαν τὴν ὄφειλομενη σ’ αὖτον δόξα καὶ τιμή.
Ἀφοῦ λοιπόν, ὁ καθένας μπορεῖ νὰ βεβαιωθεῖ γιὰ τὴν ἅγιοτητά του, μένει τώρα σὲ μένα νὰ παρουσιάσω, ὅσο μπορῶ, τὴν ἀρχὴ καί. τὴ μέση καὶ τὸ τέλος τῆς πανόσιας ζωῆς του. Δείχνω λοιπὸν σὲ μορφὴ διήγησης, ποιὸς ὑπῆρξε, τί ἔπραξε καὶ ποιὰ ἦταν ἡ κοίμησή του, γιὰ νὰ ἔχει ὁ καθένας τὴν πρέπουσα τιμὴ κι εὔλαβεια, σ’ ἕναν τέτοιο τρισμακάριστο καὶ θειότατο ἱεράρχη, πού στάθηκε, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, τὸ μόνο ἀπαραβίαστο θυσαυροφυλάκιο τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας.


2.Ἀρχὴ τῆς Διήγησης

Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἀναγνῶστες, νὰ χαρίσουν σὲ μένα ἀδελφικὴ συγγνώμη, ἂν σὲ πολλὰ σημεῖα αὐτῆς τῆς διήγησης, φανῶ ἐλλιπής. Ὅπως προηγουμένως εἶπα, ἡ κοινὴ δυστυχία τοῦ γένους μας, μᾶς στέρησε ἀπὸ τὶς ἀκριβεῖς πληροφορίες τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς συνέχειας τῶν ἀσκητικῶν καὶ τῶν ὅσιων κατορθωμάτων του, ἀλλὰ καὶ τὰ ὅσα ἀκολούθησαν. Όλα αὐτὰ ἀναμφίβολα θὰ περιεῖχε πληρέστατα ὁ βίος του πού τότε ἴσως θὰ εἶχε γραφεῖ. Ζητῶ συγγνώμη λοιπόν, ἀδελφοί, γιὰ τὴν ἔλλειψη, ἐπειδὴ τόσα μόνο πρόκειται νὰ ποῦμε, ὅσα σποραδικὰ ἐδῶ κι ἔκεῖ μπορέσαμε νὰ βροῦμε σ’ ἄλλους καὶ νὰ τὰ συνθέσουμε ἑνιαῖα. Τὰ περισσότερα, πρόκειται νὰ μοῦ χορηγήσει ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης Σίλβεστρος, ὁ ὀνομαζόμενος Συρόπουλος, ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς ψευδοένωσης πού εἶχε γίνει στὴν βόρεια Ἰταλία.
Ἀλλὰ οὔτε ὄμορφες φράσεις ἐπαγγέλλομαι ἐγὼ ἐδῶ, οὔτε ρητορικὴ χάρη. Γνωρίζει καλὰ ὁ γνώστης τῶν κρυπτῶν τῆς ψυχῆς, ὁ Θεός, κι ἀκόμα ἡ μακάρια ψυχὴ τοῦ θείου αὐτοῦ Πατέρα, ὅτι μόνο ὁ ἔνθερμος ζῆλος τῆς καρδιᾶς μου διέγειρε τὸ πνεῦμα μου στὸ νὰ συνθέσω αὐτὸ τὸ ἔργο. Παρουσιάζω συγχρόνως σ’ ὅλους τους χριστιανούς, πόσο εἶναι τὸ χρέος μᾶς σ’ αὐτὸν τὸν μέγιστο καὶ θειότατο εὐεργέτη μας, κι. ἐπιπλέον γιὰ νὰ διακηρύσσεται παντοῦ πρὸς δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅτι μόνο ἡ δική μας ἁγία Ἐκκλησία τρυγᾶ κι ἀπολαμβάνει εὐτυχέστατα τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἄναδεικνυει τὴν Ἐκκλησὶ ἃ μᾶς λαμπρὴ κι ἔνδοξη, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ καὶ Ὀρθόδοξη. Ἀλλὰ ταυτόχρονα ἡ ἀλήθεια ἀποδεικνύει καὶ καταλήγει σ’ αἰώνια ντροπὴ τῆς Παπικῆς, πού εἶναι ἀντίθετη κι ἐχθρική της Ἀνατολικῆς καὶ δὲν σταματᾶ νὰ συκοφαντεῖ ἄκαταπαυστα, τὴν ἀθωότητα κι ἅγιοτητά της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Καταγωγὴ καὶ παιδεία Μάρκου καὶ Ἰωάννη Εὐγενικοῦ

Λοιπὸ γιὰ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ ὅπου ἀρχίζει κανεὶς συνήθως, ἡ πατρίδα αὐτοῦ του θείου ἄνδρα, ἦταν ἡ πάλαι ποτὲ καὶ τώρα βασίλισσα τῶν πόλεων, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ κάποτε ὡς μητέρα Σάρα, ἀγαθὴ καὶ πολυαγαπημένη πού τώρα μεταστράφηκε σὲ Ἀγαρ, σὲ βάρβαρη, μισητὴ κι ἐπαχθῆ μητριά. Ποιοὶ ἦταν ὅμως οἱ γονεῖς του καὶ μὲ τί καταγίνονταν, αὐτὸ δὲν εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὴν ἱστορία, γιὰ τὴν προαναφερόμενη αἰτία, εἶναι ὡστόσο ὅμολογουμενο, ὅτι καὶ χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι ἦταν ὡς πρὸς τὴ θρησκεία κι ἀκόμα λαμπροὶ στὸ βίο τους, πράγμα πού συμπεραίνεται, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἐπωνυμία πού εἶχαν ΄Εὐγενικοὶ (γιατί εὐγενικοὶ ἐπονομάζονταν κατεξοχὴν οἱ γενάρχες καὶ πρόγονοι τοῦ Μάρκου), ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μποροῦμε νὰ τὸ σκεφτοῦμε κι ἀπὸ τὴν εὔγενεστατη ἀγωγὴ κι ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν τους. Ἐπειδή, ἂν ἡ παιδεία σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ, κι ὅπως μᾶς τὸ δείχνει ἡ καθημερινὴ πρακτική, χρειάζεται μεγάλες δαπάνες, κι ἡ κατάσταση τῶν φτωχῶν δὲν ἐπιτρέπει νὰ προχωροῦν σὲ μεγάλα καὶ μακροχρόνια μαθήματα, εἶναι φανερὸ πώς οἱ γονεῖς του δὲν ἦταν ἄνθρωποι ἄσημοι κι εὐτελεῖς, ἀλλὰ περὶ φανεῖς καὶ λαμπροὶ κατὰ τὸ βίο τους. Ἔτσι τόσο ὁ ἱερὸς Μάρκος, ὅσο κι ἕνας ἄλλος ἀδελφός του μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης, δὲν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, μέτριας παιδείας. Ηταν θαυμαστοὶ ἀνάμεσα στοὺς πρώτους της τότε ἐποχῆς, αὐτοὶ δὲν κατεῖχαν παρακατιανὴ θέση σὲ κάθε εἶδος μάθησης.

Ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἡ βασιλεία τῶν Ρωμαίων [5] ἔπνεε τὰ λοίσθια, ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα βρίσκονταν σ’ ἀπόλυτη ἄναστατωση. Ὁ φόβος τῶν προφανῶν κινδύνων τοὺς περικύκλωνε ὅλους ἀπὸ παντοῦ. Παρόλα αὐτὰ ὅμως, τὸ φιλομαθέστατο γένος μας, δὲν ἔπασχε τότε οὔτε ἀπὸ τόση ἀδιαφορία πρὸς τὴ μάθηση, οὔτε στεροῦνταν τόσο ἀπ’ ἄντρες ἔπιστημονες, ὅπως σήμερα. Γιατί τότε ἄκμαζαν οἱ Χρυσολωράδες, οἱ Γεμιστοί, οἱ Σχολάριοι, οἱ Βρυέννιοι, οἱ Θεοδωροι Γαζῆδες. οἱ Ἄγαλλιανοι κι ἄλλοι πολλοί. Τότε λοιπὸν κι αὐτοὶ οἱ Εὐγενικοί, δυάδα ἐννοῶ ὁ Μάρκος κι ὁ Ἰωάννης, ἐξισώνονταν μ’ ἄλλους κι εἶχαν τὰ πρωτεῖα ἀνάμεσα στοὺς πρώτους κι ὑπερεῖχαν ἀπ’ ἄλλους πάνω του μέτριου κι ἄναγνωριζονταν κι ἄνακηρυσσονταν ἀνώτεροι φιλόσοφοι κι ἔπιστημονες. Καὶ γιὰ τὸ ὅτι λέω.τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴ σοφία τοῦ θείου Μάρκου, τὸ μαρτυροῦν κι οἱ δικοί του λόγοι κι οἱ ἀγῶνες ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ συγγραφεῖς τὸν θαυμάζουν ὑπὲρ τοῦ δέοντος. Ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐγενικὸς δέ, ὅμολογεῖται τόσο μορφωμένος ὥστε ἔλαβε καὶ τὴν ἐπωνυμία ὁ φιλόσοφος, καλούμενος κι ἀναγνωριζόμενος ἔτσι κατεξοχήν, ὅπως μαρτυροῦν καὶ πολλὲς εὐχές του πρὸς τὸ Θεό, πού φέρουν τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ ΄ Ἰωάννη τοῦ φιλόσοφου κι Εὐγενικοῦ΄. Κι ἀκόμα περισσότερο φανερώνει τὴ σοφία του, ἡ εὐστοχότατη κι ἐπιδέξια ἄντιρρησή του στὸν ψευδώνυμο δρὸ τοῦ Φλωρεντινοῦ συνεδρίου, πού βρίσκεται στὸν Τόμο τῆς Καταλλαγῆς. [6]

Ἀσκητικὴ παιδεία Μάρκου καὶ Ἰωάννου

Συνεπάγεται λοιπὸν ὀτο οἱ τόσο λαμπροὶ καὶ περιφανεῖς στὴ σοφία, προέρχονται ἀπὸ λαμπροὺς καὶ περιφανεῖς γεννήτορες, πού εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἔπιδιδονταί σε δαπάνες τόσο πολλὲς κι ἀναγκαῖες, ὅσες ἀπαιτοῦσε κι ὁ μεγάλος ὄγκος αὐτοῦ του μέγιστου ἐμπορίου, δηλαδὴ τῆς μάθησης. Ἀλλὰ σὲ τί συμβάλλει νὰ ξέρουμε, ὅτι ἐκεῖνοι δὲν ἦταν ἄνθρωποι χαμηλῆς τάξης καὶ φτωχοί, ἀλλὰ εὔγενεῖς καὶ πλούσιοι; Καὶ βέβαια συμβάλλει τὰ μέγιστα, στὸν ἔπαινο λέω ἐγώ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ εἶναι κάποιος ἔξασκημενος στὴ σκληρὴ καὶ ταπεινὴ φτωχὴ ζωή, μὲ κάποιον πού γεννήθηκε μέσα στὶς πλουσιοπάροχες ἀπολαύσεις κι ἔπειτα νὰ τὶς ἀποστρέφεται μὲ τὴ θέλησή του καὶ νὰ προτι μὰ τὶς κακοπάθειες τῆς ἐπίπονης ἀσκητικῆς ζωῆς, γιὰ χάρη τῆς αἰώνιας. Ἔνω λοιπὸν αὐτοὶ οἱ καλοὶ ἄνθρωποι προῆλθαν ἀπὸ τέτοιους γονεῖς, ὥστοσο, αὐτοὶ οἱ μακάριοι, ἀπαρνήθηκαν τὰ πάντα, καὶ τὸ γένος τους καὶ τὸν πλοῦτο καὶ τὶς τρυφὲς καὶ τὶς ἥδονες καὶ τὶς τιμὲς καὶ δόξες ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες, στὶς ὅποιες τοὺς χαλοῦσε κι ἡ λαμπρότητα τοῦ γένους τους κι ἡ ἄξιοσυνή της μεγάλης τους προκοπῆς καὶ σοφίας. Καὶ τίποτα ἀπ’ αὖτα δὲν μπόρεσε νὰ χαμηλώσει τὸν ὑψηλὸ λογισμὸ τῆς ψυχῆς τους. Ἄλλα κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο ὅλα αὖτά ΄τα θεώρησαν σκουπίδια, γιὰ νὰ κερδίσουν μόνο το Χριστό΄. Γι’ αὐτὸ κι ἀπαρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια καὶ προτίμησαν μὲ μεγάλη προθυμία, νὰ σταυρώσουν τὴ σάρκα καὶ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, μὲ τοὺς ἀγῶνες τοῦ ἅγιου κι ἀγγελικοῦ σχήματος, τὸ ὅποιοπραγματί το κατόρθωσαν θαυμάσια.

Χαρακτήρας τοῦ Ἁγίου Μάρκου

Ἀλλὰ σ’ ὅτι ἀφορᾶ τὸ φιλόσοφο Ἰωάνννη Εὐγενικό, τὸν ὅποιοτον βρίσκουμε νὰ ἔπιγραφεται καὶ ὡς διάκονος καὶ Νομοφύλακας τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, ἄς λάβει τέλος ὁ λόγος ὡς ἐδῶ. Ἃς συνεχίσουμε ὅμως τὰ σχετικὰ μ’ αὐτὸν τὸν ἱερὸ Μάρκο, ὅπως εἴπαμε ἐξαρχῆς στὸ λόγο μας.
Ἀλλά, ἂχ φθονερὴ τύχη καὶ χρόνε πού ἀφανίζεις ὅλα τα καλά, δὲν μᾶς βοηθᾶ ἀδελφοί μου, νὰ ποῦμε μ’ ἀκρίβεια, πού ἔστησε τὴν παλαίστρα τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων, μετὰ τὴν ἀποταγὴ τῆς κοσμικῆς ματαιότητας, αὐτὸς ὁ οὔρανοφρονας ἄνθρωπος. Ἀγνοοῦμε τὰ ἡρωικὰ ἄσκητικα κατορθώματα. Δὲν γνωρίζουμε λεπτομέρειες, γιὰ τὸ πώς καὶ πόσο ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ἀπονέκρωση τῶν παθῶν, πόση πειθαρχία ἔδειξε στὶς νηστεῖες, πόση καρτερία στὶς ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες, στὴν κατάνυξη, στὰ δάκρυα, στὶς ἱερὲς ἀναβάσεις τῆς ψυχῆς του κι ὅσα ἄλλα τέτοια ξέρει νὰ γεννᾶ στὶς ψυχὲς τῶν δικῶν τῆς ἐραστῶν, ἡ καλὴ καὶ θεία μητέρα, ἡ κατ’ Θεὸν ἡσυχία, τὰ ὅποια αὖτα ὅλα ἔχουν ἕνα σκοπό, τὴν μακάρια θεωρία, τὴν θέα τοῦ Θεοῦ καὶ θέωση, ὅπως μᾶς τὸ ἐξηγοῦν ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τοὺς ἐκεῖνοι πού τὰ δοκίμασαν στὴν πράξη. Ἀλλὰ παρόλο πού ἱστορικὰ κι ἐπὶ μέρους μένουν ἄγνωστα σὲ μᾶς τ’ ἀσκητικά του κατορθώματα, ἔχουμε ὡστόσο, τοὺς πάρα πολὺ ἄξιοπιστους ἄνδρες τοῦ καιροῦ του, πού βασικὰ ὁμολογοῦν τὸ ἕξης: ΄ὅτι ὅσα μποροῦν ν’ ἀποτελοῦν καὶ νὰ χαρακτηρίζουν μία ἅγια ζωή, ὅλα τα κατόρθωσε πρὶν λάβει τὴν ἀρχιερωσύνη, μὲ θαυμαστὴ τελειότητα.

Μαρτυρίες συγχρόνων γιὰ τὸν Μάρκο

Ἃς εἶναι πρῶτος στὴ μαρτυρία κάποιος Ἱερομνήμων ( Θεόδωρος Ἀγαλλιανός), ἄνθρωπος θεοσεβής, ζηλωτὴς τῆς εὐσέβειας, δάσκαλος μὲ μεγάλη φήμη στὸ Βυζάντιο καὶ στὶς ἐκτός της Πόλης περιοχὲς καὶ σύγχρονος αὐτοῦ του ἅγιου ἄντρα. Αὐτὸς κάνει ἕνα διάλογο μ’ ἕνα ξένο μοναχὸ ἀπὸ τὰ Εὔχαῖτα, σχετικὰ μὲ τὴν ἤδη γενόμενη ψευδοσύνοδο στὴ Φλωρεντία, γιὰ τὴν ὅποια ὁ μοναχὸς ρωτοῦσε νὰ μάθει τὰ συμβάντα. Ὁ λόγος ἦρθε τότε στ’ ὄνομα τοῦ Ἐφέσου κι ὁ μοναχὸς ρωτᾶ τὸν Ἵερομνημονα, μ’ αὐτὰ τὰ λόγια: ΄’Ἀκούω γι’ αὐτὸν τὸν ἄνδρα, τὸν Ἐφέσου ἐννοῶ, μεγάλη κι ἐπαινετὴ φήμη΄. Κι ὁ Ἱερομνήμονας ἀπαντᾶ μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις: ΄Εἶναι θαυμάσιος ἄνθρωπος (δηλαδὴ ὁ Μάρκος Ἐφέσου), στολισμένος μ’ ὅλα τα πνευματικὰ χαρίσματα καὶ γεμάτος μὲ κάθε θεία σοφία, κι ἄσκησε ὄσιακο βίο πρὶν τὴν ἀρχιερωσύνη΄.
Ἄκουτε χριστιανοὶ τί μαρτύρησε αὐτὸς ὁ καλὸς δάσκαλος γι’ αὐτόν; ΄Ἦταν λέει θαυμάσιος, γιατί; Γιατί ἦταν στολισμένος μὲ τὰ διάφορα χαρίσματα τοῦ ἅγιου Πνεύματος. Ἀλλὰ πώς ἀξιώθηκε αὐτὰ τὰ χαρίσματα; Μὲ τ’ ὅτι ἀγωνίστηκε κι ἔξασκηθηκε στὴν ἡσυχία κι ἀπέκτησε ὄσιακη ζωή. Γι’ αὐτὸ κι ἡ φήμη τοῦ ἦταν μεγάλη κι ἐξαπλωνόταν παντοῦ, ὅπως ἔλεγε ἐκεῖνος ὁ ξένος μοναχός. Ἀλλὰ καὶ πιὸ κάτω σ’ ἄλλο σημεῖο, ὁ ἴδιος αὐτὸς Ἱερομνήμονας, ἀφοῦ εἶπε ὅτι ὅλοι πρόδωσαν τὴν εὐσέβεια ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἐφέσου, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ πώς τὸν εἶπε ἅγιο ὅπως συνηθίζουμε νὰ προσφωνοῦμε κάθε ἀρχιερέα, προσθέτει ἔπειτα κι αὐτό, ὅτι ἦταν στολισμένος καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου καὶ τὴ σοφία τῶν λόγων

Ἃς εἶναι δεύτερος μετὰ τὸν Ἱερομνήμονα νὰ συμμαρτηρεῖ ὁ Γεώργιος Σχολάριος, σύγχρονος κι αὐτὸς τοῦ ἅγιου, ὁ ὅποιος μετὰ τὴν αἰχμαλωσία ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ὡς μοναχὸς εἶχε μετονομαστεῖ σὲ Γεννάδιος, πρὶν ἀκόμα πέσει ἡ βασιλεύουσα Πόλη. Αὐτός, στὸ σημείωμα πού κάνει γιὰ τὴν ἱερὰ Σύνοδο πού ἔγινε κατὰ τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βέκκου, πού ἄσκησε κακῶς τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα στὶς μέρες τοῦ βασιλιὰ Μιχαὴλ τοῦ Παλαιολόγου τοῦ λατινόφρονα, ἀφοῦ ἀπαριθμεῖ πολλοὺς ἅγιους καὶ θείους δασκάλους, πού ἀποδέχτηκαν καὶ συμφώνησαν μὲ κείνη τὴ Σύνοδο, στὸ τέλος ἀναφέρει καὶ γιὰ τοῦτον ἐδῶ τὸν θεῖο πατέρα. Ὁ ἱερότατος Μάρκος Ἐφέσου προστίθεται σὲ κείνους τοὺς μακάριους, χωρὶς νὰ ὑπολείπεται σὲ τίποτα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἄριστους, δηλαδὴ στὴν ἀρετὴ καὶ στὴ σοφία καὶ στὴ δύναμη τῶν λόγων. Νὰ τί ἀναφέρει κι αὐτὸς ὁ μέγας δάσκαλος: ΄ὅτι δὲν ἦταν, λέει, κατώτερος, ἀπὸ κείνους πού ὑπῆρξαν ἄριστοι στὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία΄.

Ἀλλὰ κι ἐκεῖνα πού γράφει ὁ ἱερὸς Νεκτάριος Ἱεροσολύμων, εἶναι, τάχα ἀπορριπτέα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι σύγχρονός του ἁγίου; Ὄχι βέβαια, γιατί ὑπῆρξε κι αὐτὸς σοφότατος καὶ φιλαληθέστατος Πατριάρχης καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ γράφει ψέματα γιὰ μία ὑπόθεση πού μποροῦσε νὰ ἐλεγχθεῖ ψευδόταν. Λέει λοιπὸν κι αὐτὸς ρητά τα ἑξῆς: ΄Ἐμεῖς τρέφουμε θαυμασμὸ γιὰ τὸν Μάρκο, πού διέπρεψε μὲ τὴ λαμπρότητα τοῦ βίου του κι ἁγιάστηκε μὲ τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς καὶ κοσμήθηκε μὲ μύριες ὅσες ἀρετὲς καὶ δὲν ὑπολειπόταν σὲ τίποτα ἀπ’ αὐτοὺς πού ἀνακηρύχτηκαν ἅγιοι΄.
Συμπεραίνεται. λοιπὸν κι ἀποδεικνύεται πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία, ἀπ’ αὖτες τὶς ἀξιόπιστες μαρτυρίες κι ἀπὸ τοὺς πραγματικούς, ἡ γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα ἀπὸ τοὺς φανεροὺς κινδύνους πού ἀντιμετώπισε ἀργότερα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ὅτι ὕπερεβή τα μέτρα καὶ τὰ ὅρια τῆς κοινῆς ζωῆς τῶν ἄνθρωπων καὶ μὲ τὴ μοναχικὴ ἄσκηση, εἶχε γίνει τέλειος μιμητὴς τῶν παλιῶν ὁσίων καὶ ἅγιων ἄνδρων. Γι’ αὖτο κι ἄναγνωριζοταν κι ἀναγορευόταν θαυμάσιος καὶ ἄριστος καὶ ἰσάξιος σ’ ὅλα μὲ κείνους τοὺς προγενέστερους [7 ]

Ἀπὸ κεῖ λοιπόν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἐκείνη ἄσκηση, ἀφοῦ διδάχτηκε ἄριστά τους ἀθλητικοὺς κανόνες, ἔγινε ἄριστος ἀθλητὴς καὶ στοὺς κατοπινοὺς ἄγωνες γιὰ τὴν πίστη. Ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἄσκηση σφυρηλατήθηκε ἡ μάχαιρατου Πνεύματος γιὰ τὰ αἱρετικὰ ζιζάνια. Ἀπὸ ἱερὴ ἄσκηση κατασκευάστηκε ἡ οὔρανια σάλπιγγα, πού ἤχουσε τρανὰ καὶ κήρυττε τὶς θεῖες φωνὲς τοῦ Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἄσκηση ἔξηλθέ το ἀληθινὸ σκεῦος ἐκλογῆς, γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ κι αὐτός, κατὰ τὸ μέγα Παῦλο, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐνώπιον βασιλιάδων κι ἐθνῶν. ΄Ὅπως ἐξάλλου, πρόκειται νὰ τὰ δείξει ὅλα αὖτα ὁ λόγος τὴν κατάλληλη στιγμή, ἀψευδῶς καὶ τελειότατα.

Ὁ Ἐπίσκοπος Μάρκος

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφτασε στὰ ἀνώτατα ὅρια τῆς πνευματικῆς τελειότητας μ’ ἐκείνους τοὺς ὄσιακους ἄγωνες, δέχεται καὶ τὸ χρίσμα τῆς ἵερωσυνης καὶ χειροτονεῖται πρεσβύτερος. Ἀλλὰ πώς καὶ πότε κι ἀπὸ ποιόν, οὔτε αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε μ’ ἀκρίβεια. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ἦταν περιφανὴς γιὰ τὴν λαμπρότητα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας του, ὄχι μόνο σ’ αὐτοὺς πού ἦταν κοντά του καὶ τὸν ἔβλεπαν, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σ’ αὐτοὺς πού ἦταν μακριά. Κι ὅταν ἀκόμα ἦταν ἱερομόναχος, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας παραβλέποντας ὅλους τους ἔγκριτους Μητροπολίτες καὶ τοὺς ΄ὕπερτιμούς των ὕπερτιμων΄, διάλεξε αὐτὸν ὡς τοποτηρητή του στὴν σχεδιαζόμενη ὡς οἰκουμενικὴ σύνοδο τῆς Φερράρας. Τόση καὶ τέτοια ὑπόληψη καὶ φήμη, ἀκόμα καὶ πρὶν τὴν ἀρχιερωσύνη. ἀπολάμβανε ἀπ’ ὅλους ὁ Μάρκος. Κι ἐπειδὴ ὅπως ἔδειξαν ἀργότερα τὰ πράγματα, μόνος αὐτὸς ἔπροκειτο ν’ ἄναλαβει τὸν καθολικὸ ἀγώνα ὑπὲρ τῆς πίστης καὶ νὰ γίνει στόμα τῶν Θεολόγων καὶ νὰ φανεῖ ἄκλονητος ὀτύλος τῆς Ἐκκλησίας, προλαβαίνει σωστὰ ἡ θεία Πρόνοια, πού ἀπὸ μακριὰ προεξοφλεῖ τὶς ἀρχὲς τῶν μεγάλων πραγμάτων καί. τὸν ἀνεβάζει ἐπιπλέον καὶ στὸ ὑπέρτατο βαθμὸ τῆς ἀρχιερωσύνης. Κατὰ θεία πρόνοια ὁ τότε ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου Ἴωασαφ πού ἕτοιμαζοταν γιὰ τὴ σύνοδο, μετατίθεται στὶς οὐράνιες μονὲς΄ κι ἀντὶ ἐκείνου προετοιμάζεται αὐτός, τὸ μεγάλο φῶς τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας, ὁ Μάρκος χειροτονεῖται ἡ ὑψηλὴ λυχνὶα τῆς μητρόπολης τῆς Ἐφέσου. ’Ή, γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα χειροτονεῖται ὡς πυρσὸς ὅλης της οἰκουμένης κι ὡς ἄλλος στύλος φωτός, πού προπορεύεται τοῦ Ὀρθόδοξου λαοῦ. Τρία πράγματα θεωροῦνται ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἐπίτευξη κάθε εἴδους καλοῦ: ἡ σοφία, ἡ δύναμη κι ἡ ἀγαθὴ βούληση. Γὶ΄ αὐτὸ λοιπὸν κι ἡ θεία πρόνοια, πού γνωρίζει τὰ πάντα πρὶν ἀπὸ τὴ γένεσή τους, βλέποντας τὴ μεγάλη σοφία τοῦ Μάρκου καὶ τὸν διακαῆ ζῆλο γιὰ τὰ δόγματα τῶν Πατέρων, συνένωσε μ’ αὐτὰ τὰ χαρίσματά του καὶ τὺ θάρρος καὶ τὴ δύναμη τοῦ λόγου πού ἀπορρέει ἀπὸ τὴν θέση τοῦ κατέχοντα τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο, γιὰ νὰ εἶναι καὶ νὰ φανεῖ ὕστερα καὶ θεολόγος ἀπαράγραπτος κι ἀήττητος πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀλλὰ ποιὰ αἰσθήματα μὲ κατακλύζουν ξαφνικά, φιλαναγνῶστες ἀδελφοί μου; Βλέπω τὸ λόγο πού ἐπιχειρῶ ν’ ἀρχίσω. σὰν ἄπειρο κι ἀχανὲς πέλαγος καὶ στ’ ἀλήθεια δειλιάζω καὶ ζαλίζομαι στὴν ἰδέα νὰ πάθω τὰ ἴδια μὲ κείνους πού αὔθαδιαζουν καὶ πλέουν στὸ μεγάλο ἀνοιχτὸ πέλαγος μὲ βαρκούλα πού ἔχει μόνο δύο κουπιά. Σ’ αὐτοὺς μοιάζω κι ἐγὼ καθὼς τολμῶ νὰ διηγηθῶ τοὺς μεγάλους ἀγῶνες καὶ τὰ κατορθώματα αὔτού του ἅγιου. Γι’ αὐτὸ καὶ φοβᾶμαι πολύ, μήπως δὲν μπορέσω ν’ ἀποτυπιάσω στὸ νοῦ σας, ἐκείνη τὴν ὑπόληψη τὴν ὅποια ὀφείλει νὰ χεῖ ὅλος ὁ κόσμος σ’ ἕναν τόσο σπουδαῖο ἅγιο ἥρωα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ κατὰ τὸ θεολόγο καὶ φίλο του Θεοῦ, ἔγινε ὅ,τι ἦταν δυνατὸν κι ἀπὸ τοὺς μορφωμένους καὶ τοὺς ἐπιστήμονες, ἀλλὰ δὲν ἔκοοθηκαν στὸ κοινὸ καλύτερα καὶ πληρέστερα, γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ τολμῶ λοιπὸν νὰ προσφέρω τὰ δικά μου ψελλίσματα, ἔχοντας πίστη στὶς ἅγιες εὐχὲς τοῦ θείου καὶ μεγάλου Πατέρα, γιὰ τοῦ ὁποίου τὸ ζῆλο ἐπιχείρησα τὰ πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου.
Εἶναι λοιπὸν τώρα καιρὸς νὰ ποῦμε ποιὰ ἦταν αὐτὴ ἡ σύνοδος. γιὰ τὴν ὁποία χειροτόνησε ὁ Θεὸς τὸν ἱερὸ Μάρκο καὶ μητροπολίτη καὶ τοποτηρητὴ καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἁπλά, ἔξαρχο ὅλης της ἀνατολικῆς συνόδου, παρόλο πού στὸ τέλος ἐκείνη ἡ σύνοδος δὲν κατέληξε ὑπὲρ τοῦ Θεοῦ. Καιρὸς εἶναι νὰ δοῦμε στὴ συνέχεια καὶ τί κατόρθωσε ὁ ἅγιος σ’ αὐτὴ τὴν σύνοδο καὶ μετὰ τὸ τέλος αὐτῆς τῆς συνόδου. Καὶ μοῦ φαίνεται καλὸ γιὰ τὴν πληροφόρηση τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, νὰ κατευθύνουμε λίγο το λόγο πρὸς τὰ κεῖ, γιὰ νὰ γίνει σαφέστερος καὶ πληρέστερος. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσουν οἱ μορφωμένοι κι οἱ λόγιοι γι’ αὐτὴ τὴν συγκατάβαση, ἐπειδὴ ὁ λόγος ἀφορᾶ στὴν κοινὴ ὠφέλεια.


3. Περὶ πρωτείου καὶ φιλιόκβε

Σύντομη Ἱστορία τοῦ Παπισμοῦ

Αὐτὸ τὸ ἔθνος τῶν Λατίνων τὸ ὁποῖο ἡ κοινὴ συνήθεια ὀνομάζει Φράγκους [Γάλλοι], ἀπὸ τὴ Φραγκιά, τὴν ὀνομαζόμενη τώρα Φράντζα [France-Γαλλία] [8] , δὲν ἦταν χωρισμένο ἔτσι ἀπὸ μᾶς ἐξαρχῆς, οὔτε ὑπῆρχαν δύο ἄντιμαχομενες Ἐκκλησίες, ἡ Ἀνατολικὴ κι ἡ Δυτική, ὅπως εἶναι σήμερα. Ἀλλὰ ὑπῆρχε κι. ὀνομαζόταν μία Ἐκκλησία κι ἡ Ἀνατολικὴ κι ἡ Δυτική, σὰν μία ἔκλεκτη νύφη, σὰν σῶμα καλό, ἔχοντας οὐράνιο νυμφίο κι ἀθάνατη κεφαλὴ τὸν Θεάνθρωπο Ἴησου, τὸν Κύριό μας καὶ Θεό μας. Κι ἡ Ρώμη τότε δὲν ἦταν γιὰ μᾶς τὸ στόμα τοῦ Ἅδη, ἀλλὰ θύρα τοῦ οὔρανου. Κι οἱ φράτορες, ἦταν στ’ ἀλήθεια φράτορες, δηλαδὴ ἀδελφοὶ κι ὄχι ὅπως σήμερα, ἄδελφοκτονοι σὰν τὸν Καίν, σκεύη τοῦ Σατανᾶ, ὑπηρέτες τοῦ Ἅδη καὶ σκοτεινοὶ ἄγγελοι τοῦ ἀντίχριστου. Αὐτὴ ἡ εἰρηνικὴ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν κι ἡ ἀδερφικὴ σύμπνοια, κράτησε ὡς τὸ 800 μ.Χ., ἴσιος καὶ περισσότερο.

 

Τὸ διοικητικὸ σχίσμα

Τὴν ἐποχὴ τῆς βασιλείας τῶν αὔτοκρατορων Μιχαὴλ Γ’ (842-867) καὶ Θεοδώρας (842-856), οἱ πάπες τῆς Ρώμης κινούμενοι χωρὶς φρόνηση, ἄφορισάν τους δικούς μας ἀνατολικοὺς κι ἔκαναν καθαιρέσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριάρχων [9]. Οἱ δικοί μας ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, κινούμενοι δίκαια, δὲν ἔδωσαν σημασία στοὺς κεραυνοὺς πού ἔπεσαν ἀπὸ τὸν οὒραλ’ὃ τῆς Ρωμαῖκῆς καθέδρας. Ἐκεῖνοι, ὀνειρεύονταν τὴ μοναρχία καὶ καλοῦσαν τοὺς δικούς μας Πατριάρχες στὸ δικό τους ὑπέρτατο δικαστήριο καί, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε κι ἔτσι, ἤθελαν μὲ κάθε τρόπο νὰ καθυποτάξουν τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία στὴν ἐξουσία τους. Οἱ Ἀνατολικοὶ ὅμως γαλουχημένοι νὰ διοικοῦνται σύμφωνα μὲ τ’ ἀρχαία ἤθη καὶ τοὺς Ἀποστολι.κοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνες, ἄρνηθηκαν μὲ μιᾶς μία τέτοιου εἴδους ὑπέρτατη ἀρχὴ κι ἐξουσία τοῦ πάπα πάνω στὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν ὑπάκουσαν στὶς παπικὲς διαταγές. Ἀπὸ κεῖ ἔγινε ἡ πρώτη ἀρχὴ τοῦ σχίσματος τῶν δύο φίλτατων κι ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Εἶπα ἡ ἀρχὴ τοῦ σχίσματος κι ὄχι τὸ τελειωτικὸ σχίσμα. Ἐπειδή, ὅσο γινόταν λόγος γιὰ τὰ ἔθιμα καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς διατάξεις, ὅπως ἦταν αὐτὰ πού συνέβηκαν τότε, οὔτε τὸ δόγμα τῆς πίστης διασαλευόταν, οὔτε ἀκολουθοῦσε καθόλου σκάνδαλο κι ὁριστικὸς χωρισμός. Ἀφοῦ αὖτα μποροῦσαν νὰ διορθωθοῦν μ’ εὐκολία ὡς μικρότερες κι ἐπιμέρους διαφωνίες.

Φιλιόκβε

Ἀλλὰ γιὰ δυστυχία μας, ὁ πονηρὸς κι ἀρχέκακος δαίμονας, φθόνησε τὸ καλό της εἰρήνης καὶ τῆς ὁμόνοιας. Ἔτσι, ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πού ἡ ἐκκλησία τῆς Ρώμης μισοῦσε τὴν Ἀνατολικὴ γιατί δὲν δεχόταν νὰ σηκώσει τὸ ζυγὸ τῆς τυραννίας της, νὰ πού γεννιέται ἀπὸ κείνη τὴν ἴδια, μία φοβερὴ βλασφημία μέσα στὸ ἄγω Σύμβολο τῆς Πίστης. Ποιὰ εἶναι αὐτή; ΄Ὅτι δηλαδὴ τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ΄ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ΄. Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περιγράφει μὲ λόγια, τὸ πόσο τάραξε τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία αὐτὴ ἡ βλασφημία, ὅταν ἔγινε γνωστή. Μία βλασφημία πού ἦταν ἀρκετὴ ἀπὸ μόνη της, νὰ διασπάσει καὶ ν’ ἀπομακρύνει τὶς δύο ἐκκλησίες, ὅσο ἀπέχουν ἡ ἄνατολη μὲ τὴ δύση. Καὶ τώρα πλέον, δὲν γινόταν λόγος γιὰ τὶς χειροτονίες καὶ τὶς προτιμήσεις τῶν θρόνων, ἀλλὰ γι’ αὖτά τα καίρια ζητήματα τῆς ὀρθόδοξης Πίστης. Οἱ δικοί μας Πατέρες τὴν ἀποκήρυξαν καὶ τὴ στηλίτευσαν ἀμέσως τὴν προσθήκη στὸ Σύμβολο, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τῶν παλιῶν Ὀεοψόρων ἄνδρων. Τὴν καταδίκασαν ἐπειδὴ καθαίρει κι ἀνατρέπει ὅλη τὴν θεολογία, τὴν ὅποια αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μόνος ἱκανὸς ἑρμηνευτὴς καὶ δάσκαλος τοῦ μυστηρίου τῆς ὑπερθέου καὶ Ἁγίας Τριάδας μᾶς παρέδωσε στὸ ἅγιό Του Εὐαγγέλιο, λέγοντας ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα ΄ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται.

Ἡ ὄγδοη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Γιὰ νὰ μὴν ἀπαριθμήσω πολλὲς λεπτομέρειες λίγα χρόνια μετὰ ἀφοῦ ἄρχισε νὰ διαδίδεται αὐτὴ ἡ αἵρεση, λόγω κάποιων ἐκκλησιαστικῶν ταραχῶν, ὁ Βασίλειος ὁ Μακεδὼν συγκάλεσε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (879) [10], στὴν ὁποία ἦταν καὶ τοποτηρητὲς τοῦ Πάπα Ἰωάννη Ἡ’ (872-882). Τότε πρόσταζε ὁ ἴδιος ὁ αὔτοκρατορας νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ βεβαιωθεῖ ὁ ὅρος, δηλαδὴ τὸ ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστης. Μάλιστα τὰ πρακτικὰ ἐκείνης τῆς Συνόδου στὴν ἕκτη συνέλευση, λένε κατὰ λέξη τὰ ἑξῆς:
Οἱ ἁγιότατοι τοποτηρητὲς τῆς πρεσβύτερης Ρώμης, εἶπαν, ὅπως διέταξε ὁ μέγας ἐκ Θεοῦ βασιλιάς μας, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο, νὰ μὴν ἀνακαινιστεῖ ἄλλος ὅρος, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἀρχαῖος κι ἐπικρατῶν σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη φανερά, νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Καὶ διαβάστηκε ὥστε ὅλοι ν’ ἀκούσουν τὸ ἅγιο Σύμβολο, δηλαδὴ τὸ ΄Πιστεύω σὲ ἕνα Θεὸ ...΄ καὶ τὰ λοιπὰ μέχρι τέλους, χωρὶς καμιὰ προσθήκη ἡ ἀφαίρεση, ἡ τὴν παραμικρὴ μεταβολή, ἀλλὰ ἀπαράλλακτο, ὅπως τὸ διαβάζουμε κι ἐμεῖς σήμερα. ΄Ἔπειτα συνεχίζει νὰ λέει ρητὰ καὶ τὰ ἑξῆς: Μετὰ τὴν ἀνάγνωση, οἱ παρόντες συγκεντρωμένοι φώναξαν: ΄΄Ὅλοι αὐτὸ φρονοῦμε, αὐτὸ πιστεύουμε, μ’ αὐτὴ τὴν ὁμολογία βαπτιστήκαμε κι ἄξιωθηκαμε τὸν ἱερατικὸ βαθμό. Κι αὐτοὺς πού φρονοῦν διαφορετικὰ ἀπ’ αὖτα, τοὺς θεωροῦμε ἐχθρούς του Θεοῦ καὶ τῆς ἀλήθειας. Κι ἂν κάποιος, σ’ αὖτό το ἱερὸ Σύμβολο, τολμήσει νὰ γράψει κάτι ἄλλο ἡ νὰ προσθέσει ἡ ν’ ἄφαιρεσει ἡ καὶ νὰ δημιουργήσει ἄλλον ὄρο ἀποθρασυνόμενος, νὰ εἶναι κατακριτέος κι ἀπόβλητος ἀπὸ κάθε χριστιανικὴ ὁμολογία. Γιατί τὸ ν’ ἀφαιρεθεῖ ἡ νὰ προστεθεῖ κάτι, κάνει ἀνενεργὸ τὴν μέχρι σήμερα ὁμολογία τῆς Ἅγιας καὶ ὅμοουσιας Τριάδας καὶ καταφέρεται ἐνάντια στὴν Ἄποστολικη παράδοση καὶ διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἂν λοιπὸν κάποιος τολμήσει νὰ φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο παραφροσύνης, ὅπως λέχθηκε παραπάνω, καὶ παρουσιάσει ἄλλο σύμβολο κι ὀνομάσει ἄλλο ὄρο ἡ κάνει προσθήκη ἡ ἄφαιρεση σ’ αὖτο πού παραδόθηκε σὲ μᾶς ἀπὸ τὴν Ἅγια κι Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, τὴν πρώτη μεγάλη σύνοδο, νὰ εἶναι ἄφορισμενος΄.
Εἴπαμε παραπάνω, πώς στὴ Δυτικὴ ἐκκλησία γεννήθηκε αὐτὴ ἡ βλασφημία καὶ στὴν παροῦσα σύνοδο οἱ τοποτηρητὲς τοῦ Πάπα ἀποφασίζουν πρῶτοι, νὰ μείνει ἀμετακίνητο κι ἀπαρασάλευτό το ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστης καὶ μαζὶ μ’ ὅλους τους Πατέρες ἐκείνης τῆς Συνόδου, πού ἦταν τριακόσιοι ὀγδόντα πέντε, ἀναθεμάτισαν ὅποιον ἔπροκειτο νὰ προσθέσει ἡ ν’ ἄφαιρεσει ἡ νὰ κάνει κάποια ἄλλη ἀλλαγὴ σ’ αὖτό το κοινὸ Σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Φράγκικη αἵρεση

Τώρα λοιπόν, ἕπεται νὰ γεννηθεῖ σὲ κάποιον ἡ ἀπορία καὶ νὰ πεῖ πώς ἦταν δυνατὸν κατὰ τὴν στιγμὴ πού ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἔκανε αὐτὴ τὴν προσθήκη, πώς ἦταν λέω δυνατόν, οἱ δικοί της τοποτηρητές, ν’ ἀναθεματίζουν τὴ δική τους Ἐκκλησία μέσα σὲ κείνη τὴ Σύνοδο; Κι ἀλήθεια ἔχει νόημα αὕτη ἡ ἀπορία. Ὅμως, ἄς ξέρει αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς πού ἀπορεΐ, ὅτι ὅπως γράφουν οἱ παλιοὶ ἱστορικοί, αὐτὴ ἡ ἐπάρατη προσθήκη, πρωτοέγινε στὴ Φράντζα, ἀμέσως μετὰ τὴν ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (787).[11] Καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια, συνέβη νὰ ἐπιστρέφει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τὸ γένος τῶν Βουλγάρων (τὸ 864), στὶς μέρες τοῦ αὔτοκρατορα Μιχαὴλ καὶ τοῦ ἁγιότατου Πατριάρχη Φωτίου. Βαπτίστηκαν οἱ Βούλγαροι καὶ βαπτίστηκε πρῶτα ὁ δικός τους βασιλιὰ πού ὀνομαζόταν Βόγορης (852-889) μὲ τὸ ὄνομα τοῦ αὔτοκρατορα Μιχαήλ, ὁ ὅποιος ἔγινε κι ἄναδοχός του. Ὁ τότε Πάπας Νικόλαος Α’ (858-867) ὅταν ἔμαθε τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Βουλγάροτν, θέλησε νὰ οἰκειοποιηθεῖ τὴ Βουλγαρία. Γι’ αὐτὸ ἔστειλε ἔπισκοπους ἀπὸ τὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διδάξουν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοὺς ὑποτάξουν στὸν Πάπα. Ἐκεῖνοι λοιπὸν οἱ ψευδοεπίσκοποι, ἔτυχε νὰ εἶναι σκεύη τοῦ Σατανᾶ. Ὑποστήριζαν τὴν αἵρεση πού γεννήθηκε στὴ Φράντζα. Γὶ αὐτὸ καὶ πρώτη φορὰ οἱ πρόδρομοι τοῦ ἀντίχριστου κήρυξαν ἔκεῖ στὴ Βουλγαρία αὕτη τὴν ἀσέβεια. Ἡ ἀσέβεια δὲν διδασκόταν μέσα στὴ Ρώμη κι οἱ Πάπες τῆς Ρώμης τὴν πολεμοῦσαν ἔντονα. Ὅπως διαβάζουμε στὴν ἱστορία κι ὅπως μαρτυρεῖ κι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ προαναφερόμενου Πάπα Ἰωάννη, γράφει πρὸς τὸν Φώτιο καὶ τὸν πληροφορεῖ, ΄πῶς ὄχι μόνο δὲν ὁμολογεῖ καὶ δὲν δέχεται, αὐτὴ τὴν βλασφημία, ἀλλὰ μάλιστα συγκαταλέγει μαζὶ μὲ τὸν προδότη Ἰούδα ἐκείνους πού τόλμησαν νὰ τὴν ὁμολογήσουν γιὰ πρώτη φορά΄. Λοιπὸν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῆς ἁγίας Συνόδου, ἡ ὅποια δίκαια ὀνομάζεται ὄγδοη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, αὐτὴ ἡ βλασφημία δὲν ἦταν ριζωμένη μέσα στὴ Ρώμη. Καὶ γι’ αὐτὸ ὡς εὐσεβεῖς πού ἦταν οἱ τοποτηρητὲς τοῦ Πάπα, ἄναθεματιζαν ἐκείνους πού τολμοῦσαν νὰ διασαλέψουν τὸ ἅγιο Σύμβολο.
Ἃς μὴ σκεφτεῖ ὅμως ὁ φιλαναγνώστης ὅτι πρώτη αὐτὴ ἡ Σύνοδος ἐκφώνησε αὐτὲς τὶς φοβερὲς κατάρες. Ὄχι βέβαια. Ἡ ἁγία τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πού ἔγινε στὴν Ἐφεσο ἔκανε τὴν ἀρχή. Αὐτὴ πρώτη ἀποφάσισε, ὅτι τὸ Σύμβολο πού μᾶς παρέδωσαν οἱ θεῖοι Πατέρες τῆς πρώτης Συνόδου εἶναι τέλειο κι ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἕξης, λέει, νὰ μὴν τολμήσει κανεὶς νὰ προσθέσει ἡ ν’ ἄφαιρεσεί το παραμικρό. Κι ὅποιος τολμήσει, νὰ εἶναι ὑπὸ ἄναθεμα. Τὰ Ῥδια ἀποφάσισε κι ἡ τέταρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ μ’ ἀκόμα περισσότερη σφοδρότητα. ΄Ὅμοια καὶ ἡ πέμπτη κι ἡ ἕκτη κι ἡ ἕβδομη Οἰκουμενική. Πάντα ἡ ἕπομενη, ἐπιβεβαίωνε τὴν πρώτη κι ἔπαιρνε πάντοτε ἐκεῖνες τὶς φοβερὲς ἀποφάσεις τὶς ὅποιες δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἄθετησει κανείς, παρὰ μόνο ὅποιος ἀποφασίσει νὰ εἶναι ἄσεβης. Ἀκολουθώντας λοιπὸν τὰ παράδειγμα ἐκείνων τῶν ἅγιων Οἰκουμενικῶν Συνόδων κι ἡ ὄγδοη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πού εἴπαμε, μὲ τὴν ἴδια ἐκείνη ἐξουσία τοῦ Πανάγιου Πνεύματος πού ἀποφάσιζαν κι ἐκεῖνες, ἀποφάσισε κι αὐτὴ μὲ μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότητα καὶ σφοδρὺτητα, ἐκεῖνα πού εἴπαμε ἤδη πολλὲς φορές.

΄Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι περιττά, οὔτε ἄσχετα μὲ τὴν ὑπόθεσή μας, ὅπως θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, ἀλλὰ εἶναι κι ἄναγκαια κι ἀπαραίτητα. Πρώτον, γιατί δὲν εἶναι γνωστὰ σ’ ὅλους κι εἶναι ἀναγκαῖο νὰ καταλάβει ὁ καθένας, γιὰ ποιὸ λόγο ἔγινε ἐκείνη ἡ σύνοδος στὴ Φερράρα, στὴν ὅποια ὁ θεῖος Μάρκος στάθηκε ὁ μόνος ὕπερμαχός της ἀλήθειας. Δεύτερον, γιατί δὲν ἦταν μικρὴ οὔτε εὐκαταφρόνητη ὑπόθεση ἐκείνη γιὰ τὴν ὅποια ἀγωνιζόταν, ἀλλὰ ὅπως βλέπει ὁ καθένας, ἦταν τέτοιου εἴδους καὶ τόσο σπουδαία, πού ἐξαρχῆς τάραξε καὶ σύγχυσε πολὺ τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἀφοῦ κι ἡ παραμικρὴ τόλμη προσθήκης στὸ ἅγιο Σύμβολο, κρινόταν κι ἀποφασιζόταν ἀπὸ κοινοῦ ἀπ’ ὅλες τὶς Συνόδους κι ἀπ’ ὅλους τους ἐπιμέρους Πατέρες καὶ Θεολόγους, ὡς ἀνατροπὴ τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.

Αἵρεση ὁ Παπισμὸς

Λοιπόν, γιὰ νὰ ἔπανελθουμε στὸ προκείμενο, ὅσο αὐτὸ τὸ κακὸ λεγόταν ἔξω ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς Ρώμης, δηλαδὴ σποραδικὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ, σκανδάλιζε μὲν τοὺς Ἀνατολικοὺς καὶ τοὺς τάραζε πολὺ μία τέτοια φοβερὴ βλασφημία, ὡστόσο οἱ Ἐκκλησίες ἦταν ἀκόμα ἑνωμένες, ἀφοῦ ἡ κεφαλὴ τῆς Ρώμης ἦταν ὑγιὴς καὶ καθαρή. Κι ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, γιὰ πολλὰ χρόνια ἔδειχνε μεγάλη φιλανθρωπία κι ἄδελφικη συμπάθεια πρὸς τὴ Δυτική. Ἀλλά, ὅπως φαίνεται, ἔπροκειτο κάποτε ἐκεῖνος ὁ θρόνος νὰ παύσει νὰ εἶναι Ἄποστολικος κι Εὐαγγελικός, ἀλλὰ νὰ γίνει στὸ τέλος καὶ σατανικὸς καὶ ἄξιος ἔσχατης ἀποστροφῆς, ἔξαιτιάς της ἑωσφορικῆς ἔπαρσης τοῦ θρονιασμένου πάνω σ’ αὐτόν, ὁ ὅποιος, μιμούμενος ἐκεῖνον τὸν πρῶτο ἀποστάτη, τὸν ἑωσφόρο εἶπε μὲ νοῦ καὶ λόγο, ΄θὰ θέσω τὸ θρόνο μου πάνω ἀπὸ τοὺς ἄστερες΄, δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς βασιλεῖς, (καὶ τὸ πλέον τολμηρό),πάνω ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕψιστο, μόνος ἐγὼ κεφαλή, μονοκράτορας τοῦ κόσμου, μόνος κλειδοῦχος, μόνος πατέρας καὶ κριτὴς ὅλης της οἴκου-μένης, ἀναμάρτητος κι ἄλανθαστος΄ [12]. Ἔπροκειτο αὐτὸς ὁ νέος ἑωσφόρος, νὰ παραδοθεῖ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ΄σ’ ἀδόκιμο νοῦ΄ καὶ νὰ πάθει κι αὐτὸς ἐλεεινὴ καὶ βαρύγδουπη πτώση, κηρύττοντας καὶ διδάσκοντας αὐτὰ πού δὲν ἔπρεπε. Δηλαδὴ τί ἐννοῶ; ΄Ὅτι οἱ Πάπες υἱοθέτησαν αὕτη τὴ μιαρότατη κι ὄχι τὴν ἅγια πίστη. ΄Ἄρχισαν δηλαδὴ καὶ μέσα στὴν καθέδρα τῆς Ρώμης νὰ λένε εὔθαρσως στὶς Ἐκκλησίες τὴν ὀλέθρια αὐτὴ προσθήκη στὸ Σύμβολο. Καὶ τὴν υἱοθέτησαν τόσο πολύ, ὥστε καὶ τὴν οἴκειοποιηθηκαν καὶ τὴν ἔκαναν δική τους. Ἐπειδὴ οἱ ἄλλοι βλασφημοῦσαν μόνο κρυφὰ καὶ διὰ στόματος. Ἔνω ὁ ἀντίχριστος Πάπας, τὴν κατέστησε στέρεο δόγμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Γιατί πρῶτος ἐκεῖνος ὁ παντολμος, περιφρονώντας τὸ Εὐαγγέλιο κι ἀθετώντας τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ μὴν ὑπολογίζοντας τίποτα ὁ μιαρότατος κι ἀπ’ ὅλες τὶς ἅγιες Συνόδους ἀναθεματισμένος, λόγω τῆς προσθήκης πού τόλμησε νὰ βάλει χέρι στὸ ἅγιο Σύμβολο καὶ vex προσθέσει ἔγγραφως, ὁ υἱὸς τῆς ἀπώλειας, ὅτι ΄τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ΄. ΄Ώ, ἄθεοτατη γνώμη καὶ τόλμη καὶ χέρι, ἔσχατη ἀφροσύνη καὶ παντελὴς ἔλλειψη νοῦ! ΄Ὤ, νέε ΄Ἄρειε καὶ κακὲ Σαβέλλιε καὶ προδότη Ἰούδα! Τί ἔπρεπε νὰ κάνουν λοιπὸν οἱ Ἀνατολικοί,ἄφου ἔδειξαν ἀτοὺς Δυτικοὺς πάνω ἀπ’ ἑκατὸ χρόνια, τόση φιλανθρωπία κι ἀδελφικὴ ἀγάπη, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὸν καιρὸ καὶ μὲ διάφορες φροντίδες θὰ σβήσουν ἐκείνη τὴ φωτιὰ τῆς Δύσης; Τί ἔπρεπε νὰ κάνουν λέω, ὅταν ἐκείνη ἡ λαμπρὴ φλόγα, ὄχι μόνο δὲν ἔσβηνε, ἀλλὰ μὲ θράσος κι ἀπὸ κοινοῦ οἱ ἴδιοι οἱ Πάπες τὴν ἄναψαν στὴ συνέχεια, γιά. νὰ πυρπολήσουν ἀπὸ κεῖ ὅλη τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν σκοτεινὴ φλογάτου Ἅδη;

Παπικὸ σχίσμα τοῦ 1009, ἐπιβεβαίωση καὶ καταδίκη του σχίσματος τοῦ 1054

Νὰ τί ἔκαναν .Ἐκεῖνο ὁποῖο φοβόταν ὁ προαναφερόμενος Πάπας Ἰωάννης, πολλὰ χρόνια νωρίτερα καὶ στὴν ἐπιστολὴ πού ἔγραψε πρὸς τὸν Φώτιο τὸν παρακαλοῦσε θερμὰ νὰ μὴν τὸν ἀποκόψει ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτὴ τὴ βλασφημία. Αὐτὸ λέω πού φοβόταν ἐκεῖνος καὶ γιὰ τὸ ὅποιοικετευε, τὸ ἔκανε ὁ ἁγιότατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Σέργιος Β’ (999-1019), κατὰ τὴ βασιλεία τῶν Βασιλείου Β’ Βουλγαρο-κτόνου (976-1025) καὶ Κωνσταντίνου Ἡ’ (976-1028) τῶν Πορφυρογέννητων. Ἐξάλειψε τὸ (1009) συνοδικῶς τὸ ὄνομα τοῦ ἀντίχριστου πάπα Σέργιου Δ’ (1009-1012) ἀπὸ τὰ δίπτυχά της μεγάλης Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μὴν μνημονεύεται στὸ ἑξῆς μαζὶ μὲ τοὺςὈρθόδοξους Πατριάρχες. Αὐτὸ ἦταν δίχως ἄλλο ἕνα σημάδι, ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, μὴν ἐλπίζοντας πλέον στὴ διόρθωση τῆς Δυτικῆς, τὴν ἀπέκοψε σὰν σάπιο μέλος, μὲ τὴν ἀποβολὴ τῆς δικῆς της κεφαλῆς, δηλαδὴ τοῦ Πάπα.
Ἀπὸ τότε λοιπὸν ἡ μία Ἐκκλησία ἔγινε δύο, χωρισμένες μεταξύ τους. Κι, ἐμεῖς μείναμε, ὅπως καὶ μένουμε μὲ τὴ θεία χάρη ὡς σήμερα στὰ ὅρια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων μας. ἐνῶ ἐκεῖνοι ἀντίθετα ἔμειναν στὴν πλάνη τῆς δικῆς τους αἵρεσης καὶ πρόκειται νὰ μείνουν στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα.

Κανένα ἀπὸ τὰ δύο μέρη ὅμως, δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ δοκιμάζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ πότε; ΄Ὅταν τὸ ἕνα μέρος εἶχε κάποια ἀνάγκη το ἄλλο κι ὄχι γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ [13]
Μάλιστα οἱ δικοί μας, ἔβλεπαν τὴ σατανικὴ ἐπιμονὴ ἐκείνων πού ἔλεγαν, ὅτι: ΄αὐτὸ πού ἀποφασίζει ὁ Πάπας ἀπὸ τὴν καθέδρα τοῦ Πέτρου εἶναι ἀναμάρτητο-ἀλάθητο, (ἔτσι ἄκουγαν ὅτι) εἶναι ἀδύνατον νὰ βγεῖ αὐτὴ ἡ προσθήκη ἀπὸ τὸ ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστης ἐπειδὴ ἡ αὐθεντία τοῦ Πάπα τὴν εἰσήγαγε καὶ τὴ θέσπισε νὰ πιστεύεται σὰν θεῖο καὶ ἅγιο δόγμα΄. Βλέποντας λοιπὸν λέω οἱ δικοί μας αὐτὴ τὴ σατανικὴ ἐμμονή, ὄχι μόνο ἀπέβαλαν ἀπὸ τὰ δίπτυχά τό ὄνομα τοῦ Πάπα, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἀλλὰ καὶ μὲ διάφορες Συνόδους καὶ σὲ διάφορες ἐποχὲς [14], ἀναθεμάτισαν κι αὐτοὺς καὶ τὴν προσθήκη τους, καθὼς ὁμολογουμένως εἰσάγεται, μέσω αὐτῆς τῆς ἐμμονῆς στὴν αἱρετικὴ ἄποψη, ἡ ἀνατροπὴ τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.


4.Τὰ Προκαταρκτικὰ γιὰ τὴν Συνάντηση τῆς Φερράρα-Φλωρεντίας

Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁδηγήθηκαν οἱ Ρωμαῖοι- Βυζαντινοὶ στὴν Φερράρα-Φλωρεντία

Ἀπὸ αὐτὴ λοιπὸν τὴ βασικὴ αἰτία, οἱ δύο Ἐκκλησίες ἀποσχίστηκαν μεταξύ τους κι ἔτρεφαν μίσος καὶ ἄκρα ἀντιπάθεια ἡ μία γιὰ τὴν ἄλλη, ὡς τὶς μέρες τοῦ αὔτοκρατορα Ἰωάννη τοῦ Παλαιολόγου (1425-1448). Αὐτὸς θέλησε νὰ πετύχει τάχα τὴν ἕνωσή τους, μὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀλίμονο ὅμως ! Πῶς νὰ θρηνήσω τὴν τόση ἀφροσύνη καὶ μωρία σ’ ἕνα τέτοιο ἔγχειρημα; Ἔπειτα ἀπὸ τόσες καὶ τόσες ἀνώφελες δοκιμασίες καὶ τόσο ξεκάθαρες κι ἥλιου φαεινότερες ἀποδείξεις τῆς ἑωσφορικῆς ἐπιμονῆς καὶ γνώμης τῶν Λατίνων, πώς δὲν εἶχαν πληροφορηθεῖ οἱ Ἀνατολικοί, ὅτι αὖτό το ἔγχειρημα, δηλαδὴ ἡ διόρθωση τῶν Λατίνων, εἶναι ἀκατόρθωτο; Τάχα δὲν τὸ ἤξεραν; Δὲν ἦταν βέβαιοι γι’ αὖτο, περισσότερο ἀπὸ καθετὶ ἄλλο; Ναί, βέβαια καὶ τὸ ἤξεραν καὶ τὸ ἔλεγαν ὅλοι, ὅπως διηγοῦνται οἱ ἱστορικοί.
Ἀλλὰ συνέβαινε σ’ αὐτούς, ἐκεῖνο πού διαβάζουμε στὴ θεία Γραφὴ γιὰ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων. Γιὰ κείνους ὁ Θεὸς ἀποφάσισε, ἂν δὲν μετανοήσουν, ὅπως κήρυτταν οἱ θεῖοι Προφῆτες, νὰ στείλει τὰ στρατεύματα τῶν Ἀσσυριῶν καὶ τῶν Βαβυλωνίων κι ἄλλους νὰ κατασφάξουν κι ἄλλους νὰ τοὺς πάρουν αἰχμάλωτους στὴ Βαβυλώνα, σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις. Αὐτὸ ἀποφάσισε ὁ Θεός, διὰ στόματος τῶν ἁγίων Προφητῶν. Ἐκεῖνοι ὅμως τί ἔκαναν; ’
Ἀντὶ νὰ φοβηθοῦν καὶ νὰ πιστέψουν στὰ λόγια τῶν Προφητῶν καὶ νὰ μετανοήσουν, ἀφοῦ μάθαιναν καὶ βεβαιώνονταν ἀπὸ τοὺς Προφῆτες πώς νὰ ἔφτασαν ἤδη κι ἀκούγονται τὰ χλιμιντρίσματα τῶν ἀλόγων τοὺς (τόσο καθαρά τους τὰ ἔλεγαν οἱ Προφῆτες), ἀντὶ λοιπὸν νὰ τρομάζουν ἀπ’ αὐτὲς τὶς φοβερὲς ἀπειλὲς καὶ νὰ προσπέσουν στὸ Θεὸ τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἴκτιρμων μὲ τὴν πρέπουσα μετάνοια καὶ συντριβή, αὐτοὶ οἱ ἀπειθεῖς κι ἀσύνετοι, ἔπρατταν ὅλο το ἀντίθετο. Σὰ νὰ ἐνεργοῦσαν πεισματικὰ ἀντίθετά του Θεοῦ, παίρνοντας τὴν ἀπόφαση νὰ ξεφύγουν, χωρὶς μετάνοια, τῆς θείας ὀργῆς, ἔστειλαν πρέσβεις στὴν Αἴγυπτο καὶ ζητοῦσαν βοήθεια ἀπὸ κεΐ, ἐνάντια δηλαδὴ στὴ θεία ἀπόφαση. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ στοὺς δικούς μας κι αὐτὸ μελετοῦσαν κι αὐτοὶ νὰ πράξουν, πραγματικὰ ἄφρονες κι ἀσύνετοι, Ἀλλὰ παρακαλῶ φιλαναγνῶστες, νὰ μὲ ὕπομεινετε νὰ τὰ διηγηθῶ ἀπὸ τὴν ἀρχή, μ’ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερη συντομία.

Αὐτὸ τὸ ἔθνος τῶν Ἀγαρηνῶν πού μᾶς καταδυναστεύει σήμερα [15]. ἦταν μικρὸ στὴν ἀρχή, σὰν ἐκεῖνο τὸ μικρὸ σύννεφο βροχῆς τοῦ προφήτη Ἤλια. Καὶ κινήθηκε, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀραβίας καί. δυστυχῶς, μόνο ὁ Κύριος ξέρει, μὲ πιὸ τρόπο, ἔξαπλωθηκε σ’ ἐλάχιστα χρόνια στὴν οἰκουμένη, ἀφοῦ κατακυρίευσε σχεδὸν ὅλη τὴν Ἀσία, σπέρνοντας παντοῦ ὄλεθρο κι ἀψανισμοὺς καὶ πέρασε μ’ ἄνεση καὶ κατακτητικὴ διάθεση στὴ δική μας Εὐρώπη. Κι ὑποτάσσοντας τοὺς τόπους καὶ τὰ κάστρα τῶν Ρωμαίων, ἔστησε τὸ θρόνο του στὴν Ἄδριανουπολη (1366). Ἀπὸ κεῖ ἔποφθαλμιουσε καὶ τὴν ἴδια τὴν καθέδρα τῆς Κωνσταντινούπολης. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὴν ἐνοχλεῖ ἀκατάπαυστα καὶ νὰ τὴν πολιορκεῖ. Ἀλλὰ γιατί νὰ μακρηγορῶ; Πλησίασαν τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας του, ὡς τὰ προάστια τῆς πόλης τοῦ Βυζαντίου. Κι εἶναι φανερό, ὅτι δὲν ἀργοῦσε vex στρέψει μία μέρα τὰ νικητήρια ἅρματά του καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἀξιοθρήνητη Βασιλίδα τῶν πόλεων καὶ νὰ τὴν περισφύξει μὲ τὸ ἀκαταφρόνητο δυνατὸ ξίφος του.

Σαστισμένος λοιπὸν ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη ὁ βασιλιάς, περικυκλωμένος στενὰ ἀπὸ παντοῦ ἀπ’ ἀσεβεΐς, μὴν ἐλπίζοντας σὲ καμιὰ βοήθεια, παντελῶς ἔρημος ἀπὸ στρατεύματα, ἀκόμα πιὸ ἔρημος ἀπὸ χρήματα, μὲ τὰ ὅποια συγκεντρώνονται τὰ στρατεύματα, ἀποφάσισε χωρὶς φρόνηση, νὰ μιμηθεῖ τὸν προπάππο τοῦ τὸν Μιχαὴλ Παλαιολόγο (1259-1282). Ὁ προπάππος του γιὰ νὰ φυλαχτεῖ ἀπὸ δύο μεγάλους ἐχθρούς του, χρησιμοποίησε βία κατὰ τῆς Ἐκκλησίας κι ἔχυσε πολὺ χριστιανικὸ αἷμα. Προσπάθησε νὰ διαφυλᾶξει τὴν κακὴ ἕνωση [16] πού ἔκανε μὲ τοὺς Λατίνους, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ κρατήσει μακριὰ ὁ Πάπας ἐκείνους πού ἔποφθαλμιουσαν τὴ βασιλεία του. Ὁ μὲν ἕνας ἀπὸ τὴ Γαλλία κι ὁ ἄλλος ἀπὸ τὴ Σικελία. Ἐκεῖνον λοιπὸν τὸν ἐπονομαζόμενο λατινόφρονα Μιχαήλ, θέλησε νὰ μιμηθεῖ κι αὐτὸς ὁ ἀσύνετος κι ἔγκαταλειποντάς το Θεὸ ὅπως παλαιὸ οἱ Ἑβραῖοι, πρόστρεξε γιὰ βοήθεια στὸν Πάπα ἔγκαταλειποντας τὴν Ἐκκλησία.

Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Πάπας συγκάλεσε Σύνοδο στὴ Φερράρα-Φλωρεντία

Ἦταν τότε ὁ Εὐγένιος Πάπας Θ΄(1431-1447) τελευταῖος μετὰ ἀπὸ τοὺς τρεῖς πάπες πού συγχρόνως, γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ σὲ διάφορα μέρη, παρουσιάζονταν κι οἱ τρεῖς ὡς νόμιμοι κι ἐν ἔνεργεια πάπες, χωρὶς νὰ παραχωρεῖ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὸ παπικὸ ἀξίωμα καὶ τὸν δῆθεν θρόνο τοῦ Πέτρου. Νὰ λοιπὸν σαφὴς κι ἀναμφισβήτητη αἰτία πού ἔσπρωξε ἐκεῖνο τὸν ἄσυνετο βασιλιὰ σὲ κεῖνο τὸ βάραθρο. Ἔστειλε λοιπὸν μὲ δικούς του πρέσβεις σὲ κεῖνον τὸν Πάπα, ὅτι ἂν θελήσει νὰ συγκροτήσει στὴν Ἰταλία Δυτικὴ σύνοδο, ὑπόσχεται νὰ πάει κι αὐτὸς ἐκεῖ προσωπικά, μὲ τὴν Ἀνατολικὴ σύνοδο, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ Πάπας, ὄχι μόνο ἔδωσε προσοχή, ἀλλὰ μάλιστα νόμισε πώς ὁ οὐρανὸς τοῦ ἔστειλε ἐκείνη τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ δυναμώσει ἀπὸ τὴν ἀδυναμία πού βρισκόταν κι ἐκεῖνος, ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὸν ἴδιο το βασιλιὰ Ἰωάννη. Ποιὰ ἦταν ἡ ἀδυναμία τοῦ Πάπα; Εἶχε συσταθεῖ μεγάλη σύνοδος ἀπὸ ἕπτακοσιους Λατίνους ἐπισκόπους, μὲ τὴ συνδρομὴ ὅλων των βασιλιάδων τῆς Εὐρώπης, σὲ μία πόλη τῆς Γερμανίας, τὴ Βασιλεία (1431-1449), γιὰ νὰ περιορίσουν καὶ νὰ διορθώσουν τὰ παράλογά της Ἰταλίας καὶ κυρίως τὰ σκάνδαλα πού τάραξαν τὴν ἐκκλησία τῆς Δύσης ἀπὸ τοὺς προαναφερόμενους τρεῖς Πάπες. Αὐτὴ ἡ σύνοδος, εἶχε εἰδοποιήσει τὸν πάπα Εὐγένιο νὰ μὴν κάνει χὸ θέλημα χού, ἀλλὰ νὰ πάει κι αὖχος ἐκεῖ προσωπικὰ σχὴ Βασιλεία. ”Αν ὅμως δὲν πάει ὁ ἴδιος χοὺ ζήτησαν νὰ σχείλει ἔγγραφως χὴ γνώμη χού, δηλαδὴ νὰ ὁμολογεῖ πώς ἡ σύνοδος εἶναι νόμιμη καὶ κανονικὴ καὶ πώς εἶναι ἔχοιμος νὰ δεχτεῖ ὅτι ἀποφάσιζε, ὑποχασχόμενος σ’ αὔτην σὰν νὰ ἦταν οἰκουμενικὴ (ὅπως νόμιζαν ἐκεῖνοι σχὴν πόλη τῆς Βασιλείας). Αὔχα ἔγραφαν οἱ συνοδικοί, φοβερίζονχας χὸν ἐπιπλέον, ὄχι ἂν δὲν κάνει ἕνα ἀπὸ χὰ δύο, θὰ δοκιμάσει χὴ δίκαιη ὀργὴ χὴς συνόδου, μὲ χὴν ὅριστική του καθαίρεση
.
Ὁ Εὐγένιος, μὴ θέλοντας νὰ ὑποταχθεῖ στὴ σύνοδο τῆς Βασιλείας, ἡ ὁποία διατύπωνε κι ἀποφάσιζε τὰ ἀντίθετα μὲ τὰ μεγαλεῖα πού φανταζόχαν ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἔαυτόν του, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἐπειδὴ φοβόταν τὴν ὀργὴ μίας τόσο μεγάλης καὶ φοβερῆς συνόδου μὲ τὴν ὁποία συμπαρατάσσονταν ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς Εὐρώπης κι οἱ περισσόχεροι καὶ πιὸ ἔκλεκτοι ἀπὸ τοὺς καρδινάλιους, βρέθηκε κι αὖτος, ὅπως κι ὁ δικός μας βασιλιάς, στριμωγμένος. Γι’ αὖτο, ἔπειδη σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη κατασχάση ἦταν, ὅταν ἦρθε σ’ αὖτον ἡ πρεσβεία ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, γέμισε ἐλπίδες. ΄Ἔστειλε λοιπόν, ὅπως φαίνεται, σχὴν σύνοδο χὴς Βασιλείας τὸ γράμμα πού χοὺ ζητοῦσε, ὑποσχόμενος νὰ δεχχεῖ ὅ,χῖ θὰ ἀποφάσιζε ἐκείνη. Καὶ σχὸ δικό μας Βασιλιὰ καὶ χὸν Πατριάρχη, ἔστειλε ἀπαντητικὲς ἐπιστολὲς καὶ πρέσβεις, ἀπαντώντας, ὅτι ἀποδέχεται μετὰ χαρᾶς νὰ κάνει μ’ αὐτοὺς σύνοδο, σχὴν ὁποία ἔπροκειτο νὰ ἐξεταστεῖ ἡ διαφορὰ περὶ πίστης καὶ νὰ γίνει σὲ κείνη τὴ σύνοδο, ὅ,τι ἤθελε νὰ δώσει ὁ θεός. Ἔτσι, φαινόταν ὅτι μιλοῦσαν θεάρεστα, αὖχος πού μὲ πονηρὴ διπλωματία κινοῦνταν καὶ χιορὶς τὸ Θεό. Ζήτησε ἀκόμα ἡ σύνοδος νὰ γίνει στὴν Ἰταλία ἐκεῖ κοντά του, ὑποσχόμενος νὰ στείλει πολλὰ πλοῖα γιὰ τὴ φύλαξη τῆς Πόλης ὥσπου νὰ ἐπιστρέφουν πίσω οἱ συνοδικοί. Υποσχέθηκε ἄλλα πλοῖα γιὰ νὰ φέρουν στὸν καθορισμένο τόπο, αὐτοὺς πού ἔπροκειτο νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ νὰ ἔρθουν στὴν μέλλουσα νὰ γίνει σύνοδο.

Ἡ διπλωματικὴ δολιότητα τοῦ Πάπα καὶ ἡ Φραγκικὴ Σύνοδος τῆς Βασιλείας

Κι΄ἐπειδὴ ἦταν γνωστὸ πὼς εἶναι πάμφτωχοι οἱ Ρωμαῖοι (Βυζαντινοὶ) ὑποσχόταν ἀκόμα ν’ ἀναλάβει ὁ ἴδιος (πόση ἀλήθεια πλουσιοπάροχη ὑποκριτικὴ γενναιότητα!) κι ὅλα τους τὰ ἔξοδα, ὥσπου νὰ ἐπιστρέφουν στὴν Κωνσταντινούπολη, εἴτε πραγματοποιηθεῖ ἡ ἕνωση, εἴτε ὄχι. Κι ὅλο αὐτὸ φρόντισε νὰ τὸ κάνει ὁ πονηρότατος Εὐγένιος, γιὰ νὰ συγκροτήσει, αὐτὸς πλήρη σύνοδο καὶ στ’ ἀλήθεια νὰ ’χει καὶ τὴν σύνθεση οἰκουμενικῆς, ἔχοντας ἔτσι μὲ τὸ μέρος του καὶ τοὺς Ἀνατολικοὺς καί. μάλιστα τὸν Αὔτοκρατορα καὶ τὸν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης. Αὐτὸ πράγματι, σὲ μία ἐποχή, πού ὄεν μποροῦσαν νὰ καυχηθοῦν οἱ προηγούμενοι αἰῶνες, ὅτι ἔγινε, οὔτε τοπικὴ οὔτε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Κι ὅλο αὐτὸ τὸ σχέδιασε λέω, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ὑπερσκελίσει τὴν προαναφερόμενη σύνοδο τῆς Βασιλείας, πράγμα πού τὸ κατάφερε. Βλέποντας δηλαδὴ τὸν ἑαυτὸ τοτι προστατευόμενο ὅπως ἐπιθυμοῦσε, μὲ τὴ δική του σύνοδο, ἀποκήρυξε ἀργότερα ἐκείνη τῆς Βασιλείας ὡς ἀποστατικὴ καὶ παράνομη. Ἀλλὰ κι ὅταν ἦρθε ὁ χρόνος ἐκεῖνοι στὴν Βασιλεία ὀργισμένοι ἀπὸ τὴν ἀπείθειά του, τὸν καθαίρεσε καὶ προβίβασε ἄλλον ἀντὶ γι’ αὐτὸν στὸ παπικὸ ἀξίωμα, τὸν ὀνομαζόμενο Φίληκα Ἐ’(1439-1451). ΄Ὅλα αὐτά, ἄς ποῦμε μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, χρησιμεύουν στὸν φιλαναγνώστη, γιατί ἐκείνη ἡ ψευτοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ὑπῆρξε παράνομη γιὰ τ’ ἄσεβή της δόγματα, εἶχε ἐπιπλέον κι αὐτὸ τὸ μειονέκτημα, ὅτι ὁ Πάπας τῆς εἶχε καθαιρεθεῖ ἀπὸ μία τόσο μεγάλη δική του σύνοδο. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ τόσο διαβόητη καὶ πολυθρύλητη σύνοδος, ἡ κακῶς καὶ παράλογα ὀνομαζόμενη ἀπὸ τοὺς Λατίνους ΄ὄγδοη οἰκουμενικὴ΄[17], γιὰ τὴν ὁποία διηγηθήκαμε ὅλα τα παραπάνω, ἔξηγιοντας καὶ περιγράφοντας ἀπὸ τὴν ἄρχη ὅλα τα αἴτια καὶ τὰ μέσα γιὰ νὰ γίνει, ἐνῶ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνει.

Προετοιμασία γιὰ τὴ Σύνοδο τῆς Ἰταλίας

Ἀποφασίζει λοιπὸν ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης, νὰ πάει σ’ αὐτήν, ἐλπίζοντας μόνο στὸν Πάπα κι ὄχι στὸ Θεὸ καὶ γράφει στοὺς ἀρχιερεῖς τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἔλθουν στὴ Βασιλεύουσα. Φανερώνει τὴν ἀπόφασή του καὶ στοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καὶ ζητᾶ κι ἀπ’ αὐτοὺς νὰ διορίσουν τοὺς τοποτηρητὲς τοὺς γι’ αὕτη τὴν σύνοδο. Συγκεντρώθηκαν λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὴ βασιλικὴ διαταγὴ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ διορίστηκαν κι οἱ τοποτηρητὲς τῶν ἄλλων. Κι ὁ ἱερὸς Μάρκος πού ἦταν ἀκόμα ἱερομόναχος, ἐκλέγεται πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Ἀλεξάνδρειας, δεύτερη ἀπὸ τὸν Ἱεροσολύμων κι μετὰ ἀφοῦ ἔγινε ἀρχιερέας Ἐφέσου, διορίζεται κι ἀπὸ τὸν Ἀντιόχειας. Κι ἦταν τόσο ὄνομαστος καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ τὴ σοφία του, ὅπως εἴπαμε καὶ πρίν, ὥστε ἂν κι ἦταν μακριά, σ’ αὐτὸν ἀπέβλεψαν κι οἱ τρεῖς Πατριάρχες, διορίζοντας τὸν χωριστὰ ὁ καθένας ἀπὸ τὸ θρόνο του.

Ἱστορικὰ χαρακτηριστικά των Οἰκουμενικῶν Συνόδων

Δὲν θὰ φανεῖ ἴσως ἄσχετη μὲ τὴν ὑπόθεσή μας νὰ κάνουμε ἐδῶ μιὰ μικρὴ παρέμβαση, ἕνα συλλογισμὸ πάνω στὸ ἐγχείρημα τοῦ βασιλιά. Ν’ ἀναφέρουμε ὑστέρα κι ἐκεῖνα τὰ ἴδια λόγια ποὺ εἶπε στὴν ἄρχη αὐτῆς τῆς ἀπόφασης γιὰ τὴν μέλλουσα σύνοδο ὁ Πατριάρχης, νάτ’ ἀναφέρουμε καὶ μία καὶ δύο καὶ πολλὲς φορές. Κι ὁ συλλογισμὸς εἶναι ὁ ἕξης:
Ά) Στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους πού γίνονταν κατὰ καιροὺς ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, οἱ μὲν Ὀρθόδοξοι ἦταν οἱ περισσότεροι ἡ πιὸ ἁπλά το σύνολο, ἐνῶ οἱ αἱρετικοὶ ἦταν λίγοι κι ἡ Σύνοδος γινόταν στὶς περιοχὲς τῶν Ὀρθοδόξων.
Β) Ὅταν γινόταν Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἦταν λίγος ὁ καιρός, δέκα, εἴκοσι ἥ το πολὺ τριάντα χρόνια ἀπὸ τότε πού ἄνεκυπτε κάποια αἵρεση στὴν Ἐκκλησία.
Γ) Οἱ βασιλεῖς ἦταν μὲ τὸ μέρος τῶν Ὀρθοδόξων καὶ δὲν ἄφηναν τοὺς αἱρετικοὺς ν’ αὔθαδιαζουν ἔναντιόν των ἀποφάσεων τῶν ἱερῶν Συνόδων, ἀλλὰ ἐπιβεβαίωναν κι ἐπισφράγιζαν τὶς ἀποφάσεις καὶ τοὺς Ὅρους τῶν Συνόδων καὶ τιμωροῦσαν καὶ μάλιστα μὲ βασιλικὴ ἐξουσία, τοὺς ἐνάντιους στὴν ὀρθὴ πίστη.
Δ) Αὐτοὶ πού μαζεύονταν στὶς Συνόδους τότε, τρέφονταν εἴτε ἀπὸ τὸ βασιλικὸ ταμεῖο, εἴτε ξόδευαν ἀπὸ τὰ δικά τους. Δὲν τοὺς ἔκαναν οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί τα ἔξοδα. Γι’ αὐτὸ κι ἔξαιτιάς του πλήθους τῶν Ὀρθοδόξων, τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τότε πού ἐμφανιζόταν ἡ αἵρεση καὶ λόγω τῆς βασιλικῆς δύναμης καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου στὶς συζητήσεις, κρίνοντας κι ἄναλυοντάς τα σχετικὰ θέματα μὲ ἰὴν ὑπόθεση, ἔβγαζαν καὶ συμπέρασμα ὅπως ἔπρεπε, ἄνακηρυσσαν τὴν ἀποστολικὴ εὐσέβεια καὶ κατέκριναν κι ἀναθεμάτιζαν τὴν αἵρεση πού εἶχε προκόψει. Κι ἔτσι ἡ Ἐκκλησία διορθωνόταν κι εἰρήνευε.

Ἱστορικὲς προυποθέσεις Συνόδου-Φερράρας

Ἃς στοχαστοῦμε τώρα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν παροῦσα σύνοδο. Σ’ αὐτὴ τὴ Σύνοδο συνέβαιναν ὅλα τ’ ἀντίθετα:
Ά) Θὰ ξεκινήσω ἀπὸ τὸ χρόνο. Τὸ σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν ἦταν τόσο πολύχρονο, ὥστε εἶχαν περάσει σχεδὸν 500 χρόνια, ἴσως καὶ περισσότερο, ἀπὸ τότε πού ἀποσχίστηκαν οἱ δύο Ἐκκλησίες.
Β) Οἱ Λατίνοι, πού ἦταν οἱ κρινόμενοι, ἀφοῦ μὲ τὴν καινοτομία τοὺς ἔκαναν τὸ τόσο φοβερὸ σχίσμα, ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τόσα ἀναρίθμητα ἔθνη, ὥστε ἂν ἤθελαν, μποροῦσαν νὰ συγκεντρωθοῦν καὶ χίλιοι ἐπίσκοποι. Ἔνω οἱ δικοί μας ἀρχιερεῖς, μόλις ἔφταναν τοὺς εἴκοσι καὶ μαζὶ μὲ τοὺς κληρικούς, τοὺς ἱερομόναχους καὶ τοὺς ἡγούμενους, ἴσως ἔφταναν καὶ τοὺς πενήντα.
Γ) Ἡ Σύνοδος ἔγινε στὸ δικό τους χῶρο, στὴν καρδιὰ τῆς Ἰταλίας, δηλαδὴ στὴν ἕδρα τοῦ παπισμοῦ, ὅπου κι οἱ πέτρες ἀκόμα ἦταν ἐχθροί.
Δ) Ὁ δικός μας Βασιλιὰς δὲν εἶχε τὴν παραμικρὴ ἐξουσία, παρὰ μόνο πάνω στοὺς δικούς του.
Ε) Ἡ ζωὴ ὄχι μόνο των ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατριάρχη καὶ τοῦ ἴδιου του Βασιλιά, κρεμόταν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Πάπα, τὸν ὅποιον πῆγαι νᾶν (ὅπως νόμιζαν) νὰ διορθώσουν.

Ἡ ἀρχικὴ τοποθέτηση τοῦ Πατριάρχη Ἰωσὴφ

Ἀκοῦστε τώρα τί ἔλεγε ὁ Πατριάρχης Ἰωσὴφ στὴ ἀρχὴ ποὺ σχεδιαζόταν αὐτὴ ἡ σύνοδος
Λένε ὅτι θὰ γίνει σύνοδος στὴν Ἰταλία κι ὅταν πᾶνε ἐκεῖ οἱ δικοί μας κι ὅσο παραμένουν στὴ σύνοδο ἐκεῖ, θὰ ἔχουν καλυμμένα τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ καὶ τῆς τροφῆς τους ἀπὸ κείνους. ”Αν λοιπὸν πᾶνε ἐκεῖ ἔτσι κι ἀποδεχτοῦν καὶ τὴν ἡμερήσια τροφὴ ἀπὸ κείνους, θὰ γίνουν δοῦλοι καὶ μισθωτοὶ οἱ δικοί μας κι ἐκεῖνοι ἔξουσιαστες. Κι ὅπως κάθε δοῦλος ὀφείλει νὰ ὑπακούει τὸ θέλημα τοῦ ἔξουσιαστή του καὶ κάθε μισθωτὸς νὰ κάνει τὴν ἐργασία αὔτου πού τὸν μισθώνει, ἔτσι κι αὖτος πού μισθώνει κάποιον, τοῦ παρέχει τὸ μισθό, γιὰ νὰ κάνει ὁ μισθωμένος δ,τι τὸν διατάξει αὖτος πού τὸν μισθώνει. Διαφορετικὰ δὲν θὰ τοῦ παρεῖχε αὐτὸν τὸ μισθό. Ἂν λοιπὸν ἐκεῖνοι δὲν τοὺς παρέχουν τὴν τροφή, τί θὰ κάνουν οἱ δικοί μας; Κι ἂν δὲν θελήσουν νὰ στείλουν πίσω τους δικούς μας μὲ τὰ δικά τους ἔξοδα καὶ ναῦλα, ἄραγε τί θὰ μπορέσουν αὖτοι νὰ κάνουν; Σὲ τί λοιπὸν συμφέρει αὐτοὺς τοὺς λίγους τους φτωχοὺς νὰ ξενιτευθοῦν νὰ πᾶνε στοὺς πολλούς, τοὺς πλούσιους, στοὺς περήφανους, στὸν τόπο τους καὶ κεῖ νὰ ὑποδουλωθοῦν σ’ αὐτούς; Τάχα γιὰ νὰ συζητοῦν καὶ νὰ τοὺς διδάσκουν γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν εὔσεβεια; Δὲν εἶναι καλὸ αὐτό, δὲν εἶναι καλό, ὅπως νομίζω ἔγω. Γιατί δὲν μᾶς συμφέρει καθόλου΄.
Ἔνω λοιπὸν ὁ Πατριάρχης μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους, διατύπωνε τέτοια σοφὴ κι ἀξιοθαύμαστη ἀποφη γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔπειτα, παραδόξως, ἄλλαξε γνώμη κι ἔγινε τόσο πρόθυμος νὰ δεχτεῖ τὴ γνώμη τοῦ βασιλιὰ (ὅπως θὰ δοῦμε μετά), κι ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι σιωπώντας τὸν ἀκολούθησαν. Δὲν εἶναι φανερὸ λοιπόν, πώς ὁ Θεὸς τοὺς ἔγκατελειψε καὶ στ’ ἀλήθεια, κατὰ τὸ γραμμένο ἀτὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν, τοὺς κυρίεψε πνεῦμα πλάνης, ὥστε νὰ φτάσουν σὲ τόση μωρία, πού ξεκίνησαν ἀλήθεια ἔπιτηδες, νὰ πᾶνε νὰ προδώσουν τὴν πίστη τους; Ναί, βέβαια, ἔτσι εἶναι, κι αὐτὸ εἶναι καὶ δικός μου στοχασμός.

Ἄποψη Ἱερομνήμονα γιὰ Φερράρα-Φλωρεντία

Καυτό το ἐξηγεῖ καὶ τὸ βεβαιώνει ἀκόμα περισσότερο κι ὄπροαναφερομενος δάσκαλος, ὁ Ἱερομνήμων, στὸν δικό του διάλογο, λέγοντας αὐτολεξεί:
Ὁ ἄρχηγός του ἔθνους μᾶς (δηλαδὴ ὁ βασιλιὰς Ἰωάννης), κι οἱ προστάτες τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἐκκλησίας, δὲν εἶδαν τὴν προσωπική τους ἀδυναμία, οὔτε ἀντιλαμβάνονταν σὲ πόση ἔσχατη δυστυχία κατάντησαν, οὔτε ὅτι στεροῦνταν δλῶν γενικά των τόπων, τῶν πόλεων, τῶν λαῶν καὶ τῶν νησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης. Κι ἀκόμα ὅτι εἶχαν ἐλλειτρη ἀπὸ χρήματα, κτήματα, στρατεύματα σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα, ἔλλειψη δύναμης, πλούτου, αἴγλης, γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ τῶν ἴδιων των σωμάτων τους. Κι δλὰ αὐτὰ λόγω ἴσως τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀπὸ τὶς ὅποιες ἦταν δυνατὸν σὲ μᾶς, ν’ ἀντιλη-φθοῦμε τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γιὰ ὅλα αὐτὰ ν’ ἄφεθουμε στὸ Θεό, νὰ ζητᾶμε πρῶτα τὴν συγχώρεση τῶν πταισμάτων μὲ τοὺς ἅρμοδιους τρόπους, ἔπειτα τὴν διόρθωση τῶν οἰκείων πολιτικῶν πραγμάτων κι ὕστερα τὴν λύση τῶν ξένων. Αὐτοὶ ὅμως, φουσκωμένοι ἀπ’ ἄλαζονεια καὶ συλλογιζόμενοι ὅτι μποροῦσαν νὰ κάνουν πράγματα πού ὕπερεβαιναν τὶς δυνάμεις τους καὶ κομπάζοντας γιὰ τὸ ὅτι μποροῦσαν νὰ ἐπιτύχουν περισσότερα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τους ἁγίους ἥ τους ἀγγέλους ἡ τὴν ἴδια τὴν θεία δύναμη, σκέφτηκαν ν’ ἀποπλεύσουν γιὰ τὴν Ἰταλία, πιστεύοντας πώς θὰ διορθώσουν τὴν πίστη ἐκείνων, μεταφερόμενοι ἔκεῖ. Ποιοί; Αὐτοὶ πού δὲν εἶχαν τὴ δύναμη νὰ κατασκευάσουν οὔτε δίσελμο πλοῖο. Φέρνοντας ποιοὺς θεολόγους; Ἀλλὰ σπλαχνίσου μὲ Κύριε καὶ μὴ μ’ ὁδηγήσεις νὰ διηγηθῶ μὲ λὲ-πτομέρια. Ποιὲς ἄρετές τους; Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἐφέσου, πού ἦταν στολισμένος καὶ μ’ ἅγιο βίο καὶ μὲ σοφία λόγου καὶ μερικῶν ἄλλων πολὺ ὀλιγάριθμων, ὅλοι οἱ ἄλλοι πού ἄσκουσαν δῆθεν σεμνὸ βίο, ὅμως ἄφρονες, ἦταν ἄκαταλληλοι γι’ αὐτὰ καὶ δὲν εἶχαν καμιὰ πείρα.

Ἀλλαγὴ γνώμης τοῦ Πατριάρχη

Μᾶς περιέγραφε ἴκανοποητικα μὲ αὐτὰ ὁ συνετὸς δάσκαλος, τὴν ἔσχατη ἀφροσύνη ἐκείνου τοῦ ἐγχειρήματος. Γιατί ἐνῶ ἔλεγε πρὶν ἐκεῖνα τὰ καλὰ λόγια ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ, μόλις ὁ βασιλιὰς κι οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πάπα συνομίλησαν μ’ αὐτόν, κατ’ ἰδίαν καὶ μυστικὰ καὶ ἰσχυρίστηκαν ὅτι θὰ λάβει ὅλα ἐκεῖνα πού μποροῦν νὰ εὐχαριστήσουν μία φιλόδοξη ψυχή, ξαφνικὰ μεταβαλλόμενος κι ὁ ἴδιος, ἄρχισε νὰ ἔτοιμαξεται. Κι ὅσους δὲν ἤθελαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, τοὺς παρακινοῦσε ἔντονα καὶ τοὺς ἄναγκαζε μὲ κάθε τρόπο κι ἔλεγε ἐκ τῶν ὑστέρων τ’ ἀντίθετα μὲ τὰ προηγούμενα λόγια του, σὲ κείνους πού σκέφτονταν σωστὰ καὶ θεωροῦσαν τὴ συνέλευση καὶ τὴ συζήτηση μὲ τοὺς Λατίνους δεινὴ κι ἀσύμφορη.
Ἔγω, τοὺς ἔλεγε, ἔχω πολὺ ἐμπιστοσύνη καὶ πληροφόρηση κι ἀπ’ ἐπιστολὲς κι ἀπὸ λόγια ἐκείνων πού ἔρχονται ἀπὸ κεΐ, ὅτι ἂν ἐμεῖς πᾶμε ἐκεῖ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ μᾶς ὑποδεχτοῦν ὅλους μὲ μεγάλες τιμὲς κι ἄγαπη καὶ θὰ μᾶς ὑπηρετήσουν στὸ ἔπακρο. Καὶ θὰ ἔχουμε κάθε ἄδεια κι ἔλευ-
θεριὰ λόγου, μὲ τὴν ὅποια ἂν θέλουμε, θὰ ἀποδείξουμε τὴν πίστη μας μὲ τὴν καθαρότατη καὶ λαμπρότατη χάρη τοῦ Χρίστου. Κι ὅσον ἀφορᾶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ διαφωνία στὸ δόγμα, οἱ δικοί μας θὰ γίνουν δάσκαλοι, ἐκείνων κι αὐτοὶ θ’ ἀποδεχτοῦν τὴ δική μας γνώμη κι ἔτσι θὰ ἑνωθοῦμε καὶ θὰ ἐπιστρέφουμε νικητὲς καὶ τροπαιοῦχοι
Ἃς ἄντιπαραβαλλει τώρα ὁ καθένας αὐτὰ τὰ δεύτερα λόγια τοῦ Πατριάρχη, μὲ κεῖνα πού ἔλεγε πρωτύτερα, γιὰ νὰ δεῖ φανερὰ ὅπως εἶπα, τὸν ἔσχατο παραλογισμὸ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, στὸν ὅποιοτους γκρέμισαν οἱ ἀνθρώπινοι σκοποί. Ὅλη αὐτὴ ἡ διήγηση κι οἱ συλλογισμοὶ πού κάναμε ἐδῶ θὰ δείξει ἔπειτα τὴν ὑπερθαύμαστη ἀρετὴ τοῦ θείου Μάρκου καὶ τὴν εὐστάθειά του στὴν ἀλήθεια.


5. Ὁ πρῶτος ἀσπασμὸς

Στὴν Ἰταλία

Ὁ βασιλιάς, λοιπόν, λόγω τῶν μάταιων ἐλπίδων πού ἔτρεφε στὴν ἀσυλλόγιστη ψυχή του, φρόντιζε νὰ φτάσει σὰν διψασμένο ἐλάφι στὴ θολὴ πηγὴ τῆς Ἰταλίας. Ἀναχώρησε λοιπὸν μὲ τὴν Ἀνατολικὴ σύνοδο, παίρνοντας μαζὶ καὶ τὸν ἱερὸ Μάρκο, πού ἀκολούθησε χωρὶς τὴν θέλησή του, ὅπως θὰ τὸ ἀκούσουμε ὕστερα ἀπὸ τὸν ἴδιο. Γιὰ νὰ παραλείψω τὰ ἐνδιάμεσά του ταξιδιοῦ, ἔφτασε στὴ Βενετία [8. 2.1438], Ἀπὸ κεῖ πέρασε στὴ Φερράρα, [4.3. ] πόλη τῆς Ἰταλίας, στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Πάπας καὶ στὴν ὅποια ἔπροκειτο νὰ συγκροτηθεῖ κι ἡ Σύνοδος. Ὁ βασιλιὰς ὅταν ἔμαθε πώς ἔφτασε κι ὁ Πατριάρχης τοῦ στέλνει ἀμέσως τὴν ἑξῆς εἴδηση μέσα στὸ πλοῖο πού βρισκόταν:
Μάθε (τοῦ λέει), παναγιώτατε δέσποτα, ὅτι ὁ Πάπας ζητᾶ ἀπαραιτήτως νὰ τοῦ φιλήσεις τὰ πόδια καὶ σὺ κι ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι καὶ κοίτα νὰ δεῖς τί θὰ κάνεις. Ἔγω ἔχω τρεῖς μέρες πού ἀγωνίζομαι ὑπέρ σου, γιὰ νὰ μὴ γίνει αὐτὸ καὶ νὰ πού πληροφορῶ τὴ μεγάλη σου ἄγκυσυνη, γιὰ νὰ δεῖς πώς θὰ τὸ χειριστεῖς΄.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀγάπη κι ἡ πρώτη τιμή; Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐξυπηρέτηση ἀπ’ ὅσα φαντάστηκε ὅτι θὰ λάβει ἀπὸ τὸν Πάπα ὁ ματαιόφρονας Πατριάρχης; ’Ώ, μάταιοι συλλογισμοὶ καὶ φαντασίες τῶν ἀνθρώπων! Τόση ἐμπιστοσύνη καὶ τόση πληροφόρηση εἶχε γιὰ τὸν Πάπα, ὥστε ἀκόμα κι ὅταν ἦταν στὴ Βενετία, δὲν παρέλειψε νὰ πεῖ σὲ κάποιον αὐλικό τοῦ Πάπα, ὅτι:
Ἔγω ἀποφάσισα, πὼς ἂν ὁ Πάπας εἶναι μεγαλύτερός μου στὰ χρόνια, θὰ τὸν ἔχω σὰν πατέρα μου. Κι ἂν εἶναι ἴσος στὰ χρόνια, θὰ τὸν ἔχω σὰν ἀδελφό μου. Κι ἂν εἶναι νεότερος, θὰ τὸν ἔχω σὰν γιό μου. Καὶ θὰ τὸν συμβουλεύω αὐτὰ πού πρέπει κι αὐτὸ θὰ τὸν ὠφελήσει πολύ, ἐπειδὴ ξέρω πώς δὲν ἔχει κοντά του καλοὺς συμβούλους΄.

Τέτοια ὄνειρα ἔβλεπε μέρα μεσημέρι ὁ ματαιόδοξος γέρος κι ἔλπιζε κι ἄλλα πολλὰ καὶ μεγάλα. Ἀλλὰ ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν ἀσπασμὸ τῶν ποδιῶν, εξεπλάγη ὁ ἄθλιος. Οἱ λογισμοὶ τοῦ ταράχτηκαν καὶ χάθηκαν. Ἔμεινε σὰν λύκος μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτό, ὅπως λέει ἡ παροιμία. ΄Ὅσον ἄφορα ὅμως τὴ δική του τιμή, ἀντιστάθηκε μ’ ὅλες του τὶς δυνάμεις. Ἔμεινε στὸ πλοῖο ἕνα ὁλόκληρο μερόνυχτο. Πηγαινοέρχονταν οἱ φροντίζοντες αὔλικοι τὴν παπικὴ μεγαλειότητα, ἀγωνιζόμενοι καὶ κάνοντας τὰ πάντα γιὰ νὰ μὴν ζημιωθεῖ ὁ ΄ἰσόθεος Πάπας΄ τους ἐκείνη τὴν ὥρα, πού ἐπρόκειτο νὰ μείνει στὰ χρονικά της Δυτικῆς Ἐκκλησίας ὡς μιὰ περίφημη ἐποχή, ὅταν ὁ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, μαζὶ μ’ ὅλη τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, θὰ ἔπεφτε νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ φιλήσει τὰ πόδια τοῦ Πάπα. Ἀλλά, ὅπως εἶπα, ὅσο γι’ αὐτό, ἔδειξε ἀνδρεία κι ἀντίσταση. Ἔτσι στὸ τέλος, γιὰ νὰ μὴν γυρίσει πίσω στὴν Πόλη, ὅπως ἦταν ἕτοιμος νὰ κάνει, ἀποφάσισαν νὰ μὴ γίνει ἡ προσκύνηση τοῦ Πάπα οὔτε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, οὔτε ἀπὸ κανέναν ἀπὸ τοὺς δικούς του ἐκκλησιαστικούς. Πράγμα τὸ ὁποῖο ἔθλιψε καὶ λύπησε τὰ σπλάχνα τοῦ ποντίφικα κι ὅσων αὐλικῶν ἦταν γύρω ἀπ’ αὐτόν, κι ἡ θλίψη τοὺς φαίνεται ἀπὸ τὶς ἀγωνιώδεις προσπάθειες πού ἔκαναν γιὰ νὰ πετύχουν ἕναν τέτοιο ἑωσφορικὸ καὶ τυραννικὸ ἀσπασμὸ τῶν ποδιῶν τοῦ ΙΊάπα.

Προσυνοδικοὶ διάλογοι καὶ τὸ Σιτηρέσιο

Ἀλλὰ ἄς πλησιάσουμε καὶ στὶς πράξεις τῆς Συνόδου ,ὕστερα ἀπὸ τὶς τόσες μεγάλες παρεκβάσεις μου ΄Ὥσπου νὰ συγκεντρωθοῦν οἱ Λατίνοι ἐπίσκοποι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιστολὴ πού εἶχε στείλει ὁ Πάπας σ’ ὅλα τα γένη τῆς Δύσης, φάνηκε καλὸ καὶ στὰ δύο μέρη καὶ τὸ Παπικὸ καὶ τὸ Ἀνατολικό, πρὶν ξεκινήσει τὶς ἐργασίες της ἡ γενικὴ σύνοδος, νὰ διοριστοῦν ἄνθρωποι κι ἀπὸ τὰ δύο μέρη. Ἡ ὁμάδα αὐτῶν τῶν διορισμένων νὰ συνέρχονται σ’ ἕνα ναὸ κι ἐκεῖ νὰ ἐξετάζουν ἀπὸ κοινοῦ κάποια μικρὰ κι ἐπιμέρους ζητήματα, τὰ ὅποια ὑπῆρχαν ἀνάμεσα στὶς δύο Ἐκκλησίες ὡς μικροδιαφορές. Αὐτὸ συμψωνήθηκε νὰ γίνεται τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα, γιὰ νὰ μὴν κάθονται ἀργόσχολοι. Κι ἐπιπλέον, γιὰ νὰ μὴν τρῶνε οἱ Ἀνατολικοὶ ὡς ἀργόσχολοι τά φλουριὰ τοῦ Πάπα. Γιατί συμψωνήθηκε κάθε μήνα ὁ βασιλιὰς νὰ λαμβάνει τριάντα φλουριά, ὁ ἀδελφός του εἴκοσι, ὁ Πατριάρχης εἴκοσι πέντε κι οἱ συνοδοὶ τοῦ βασιλιὰ καὶ τοῦ Πατριάρχη ἄνα τέσσερα, ἐνῶ οἱ ὑπηρέτες κι οἱ ὑπάλληλοι ἄνα τρία κι αὐτὸ ὀνομάστηκε σιτηρέσιο. Διορίστηκαν λοιπὸν δέκα ἀπὸ τὸν Πάπα καὶ δέκα ἀπὸ τοὺς δικούς μας. Ορίστηκε καὶ ὡς θέμα συζήτησης τὸ ΄πουργατόριο΄, δηλαδὴ τὸ καθαρτήριο πῦρ. Καὶ τί σημαίνει αὐτό, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ τὸ φανερώσουμε σ’ αὐτοὺς πού δὲν τὸ γνωρίζουν.

Πουργατόριο – Καθαρτήριον-πῦρ

Οἱ Λατίνοι πιστεύουν ὅτι οἱ ψυχὲς ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, πηγαίνουν σὲ τρεῖς τόπους.
Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παράδεισος, δηλαδὴ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὁ δεύτερος εἶναι ἡ αἰώνια κόλαση τοῦ Ἅδη, καὶ ὁ τρίτος, πού προσθέτουν καὶ φαντάζονται οἱ παπικοί, εἶναι τὸ καθαρτήριο πῦρ, τὸ ὁποίοὴ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ Ἀνατολικὴ οὔτε τὸ ἀποδέχεται, οὔτε τὸ πιστεύει καθόλου. Δογματίζουν λοιπὸν αὖτοι ὡς ἕξης: Ὅτι μετὰ θάνατον οἱ καθαρὲς κι ἐλεύθερες ἀπὸ κάθε κηλίδα ψυχές, δηλαδὴ τῶν δίκαιων καὶ τῶν ἁγίων, πηγαίνουν στὴν ἀπόλαυση τοῦ Παραδείσου καὶ κληρονομοῦν τοὺς προορισμένους γι’ αὔτους στεφάνους. Κι οἱ ψυχὲς πού πέθαναν μὲ θανάσιμη ἁμαρτία ἡ μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὅπως οἱ εἴδολωλατρες, πηγαίνουν ἄμεσως στὴν αἰώνια κόλαση. Κι ὅσες ψυχὲς μετὰ τὸ βάπτισμα ὕπεπεσάν σε διάφορες ἁμαρτίες κι ἔξομολογηθηκαν σωσστά, ἀλλὰ δὲν ἔζησαν γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν κανόνα πού τοὺς ἔδωσε ὁ πνευματικός τους καὶ νὰ κάνουν ἄξιους καρποὺς μετάνοιας, ΄γιὰ τὴν ἐξιλέωση τῶν ἁμαρτιῶν τους΄, ὅπως λένε οἱ παπικοί, στέλνονται ἀπὸ τὸ Θεὸ σ’ ἕνα πῦρ, διαφορετικὸ ἀπὸ κεῖνο τὸ αἰώνιο πῦρ τῆς κόλασης καὶ μέσιο αὐτοῦ του πυρὸς καθαρίζονται, ἄλλες ψυχὲς γρηγορότερα, ἄλλες ἄργοτερα καὶ μὲ περισσότερο χρόνο, ἄναλογα μὲ τὶς ἅμαρτιες πού ἔχουν κι ἄναλογα μὲ τὶς ἔλεημοσυνες καὶ τὶς λειτουργίες πού γίνονται γι’ αὐτὲς τὶς ψυχές.
Αὐτὸ λοιπὸν τὸ πουργατόριο, πού ὅπως εἶπα ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δὲν τὸ ἀποδέχεται καὶ μάλιστα τὸ θεωρεῖ ὡς μύθο ἡ καλύτερα ὡς ἄφορμη γιὰ νὰ φτάξει ἕνα πλούσιο μεταλλεῖο, ἀπὸ τὸ ὅποιοσυγκροτειται καὶ συνίσταται ἡ ΄Τράπεζά των χρημάτων τοῦ Πάπα [18]. Καὶ γύρω ἀπ’ αὐτὸ τὸ πουργατόριο. ὁρίστηκε ὡς ὑπόθεση καὶ ὕλη ἐκείνων τῶν ἐπιμέρους συζητήσεων.

Ἀρχὴ διαλόγου 9.4 μέχρι 9.10.1438

Αὖτο ὑπῆρξε καί το .πρῶτο θέμα συζητήσεων πού ἀγωνίστηκε ὁ ἱερὸς Μάρκος. Κι αὐτὸ τὸ Ῥδιο, ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἀφορμή, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ μικροψυχία, γιὰ νὰ μὴν πῶ εὐθέως ὁ φθόνος, κάποιων ἄλλων πού ἔπρεπε νὰ εἶναι βοηθοὶ τοῦ Μάρκου. Ὁ πρῶτος βέβαια πού διορίστηκε σ’ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση ἐκ μέρους τῶν Ἀνατολικῶν ἦταν ὁ Μάρκος. Δεύτερος μετὰ ἀπ’ αὖτον ἦταν κάποιος Βησσαρίων μητροπολίτης τῆς Νίκαιας, νεώτερος στὴν ἥλικια, πολὺ νειότερος στὸ φρόνημα φιλόδοξος καὶ πεισματάρης στοὺς λόγους του.
Σὲ μερικὲς συζητήσεις πού ἔγιναν μὲ προφορικὸ διάλογο, ὁ Μάρκος ἀπαντοῦσε, ὁ Μάρκος ἄνασκευαζε, ὁ Μάρκος ἔλυνε τὶς ἀπορίες. Κατὰ κάποιο τρόπο βοηθοῦσε καὶ ὁ Νίκαιας, ἂν καὶ λιγοστά. Οἱ Λατίνοι ὅμως θέλησαν νὰ ἐξηγήσουν καὶ νὰ παρουσιάσουν τὴ γνώμη τους κι ἔγγραφως. Ὁ λόγος ἀναψέρθηκε στὸ βασιλιά. Κι αὐτὸς διατάζει νὰ γράψουν κι οἱ ὀρθόδοξοι τὴν ἀντίρρησή τους. Καὶ λέγοντας αὐτά, ἀπέβλεπε στὸν Ἐφέσου (κι αὐτὸ τὸ γράφει ρητὰ ὁ Συρόπουλος). Αὐτὸ ἔγινε ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς διχόνοιας καὶ τοῦ σκανδάλου τοῦ Νίκαιας πρὸς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸ Μάρκο. Ὄχι μόνο γιατί ὁ βασιλιὰς ἔστρεφε τὰ μάτια του πρὸς τὸν Ἐφέσου προτιμώντας τὸν ἀπ’ ὅλους τους ἄλλους, ὅπως ἔπρεπε, ἄλλα, καὶ γιὰ ἄλλη ἀκόμα αἰτία, πού θὰ τὴ μάθετε ἀμέσως.


6. Φθόνος κατὰ Μάρκου

Αὐτὸς ὁ Νικαίας στὴν ἀρχὴ ποὺ πρόβαλαν αὐτὸ τὸ ζήτημα οἱ Λατίνοι κι εἶπαν νὰ γίνονται γι’ αὐτὸ οἱ συζητήσεις, ὁμολόγησε ἐνώπιόν του βασιλιὰ ὅτι: Δὲν ἔχω τί νὰ πῶ γι’ αὐτό. Γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ δόγμα, ἴσως μπορῶ νὰ μιλήσω. Ἀλλὰ γι’ αὐτὸ δὲν γνωρίζω τί νὰ πῶ. Αὐτὸς λοιπόν, πού πρῶτα δὲν ἤξερε τί νὰ πεῖ σὲ μία τέτοια ὑπόθεση, ὕστερα καὶ χωρὶς νὰ τοῦ δοθεῖ ἐντολή, βρέθηκε πρόθυμος νὰ γράψει. Ἀλλὰ γιατί κι ἀπὸ πού εἶναι γνωστὴ αὐτὴ ἡ αἰτία; Ἦταν σὲ κείνη τὴ Σύνοδο κι ἕνας πνευματικός, μᾶλλον ὅμως σατανικὸς ἄνθρωπος, μὲ τὸ ὄνομα Γρηγόριος, πονηρὸς καὶ κακότροπος ὑπὲρ τὸ δέον, ὅπως περιγράφεται. ἱκανοποιητικὰ γιὰ τὰ κακά του ἤθη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Συρόπουλο. Αὐτὸς ἀπὸ μηδαμινὲς καὶ φαῦλες αἰτίες, ἔτρεφε μεγάλη ἔχθρα πρὸς τὸν Ἐφέσου. Αὐτὸς λοιπόν, ἀπὸ τὸν τάχα δίκαιο φθόνο του, παρακινεῖ τὸν Νίκαιας νὰ γράψει μὲ κάθε τρόπο κι ἔκεῖνος ὁ φιλότιμος πείθεται καὶ γράφει. Τὸ παίρνει αὐτὸ ὁ μηχανογράφος Γρηγόριος κι ἀμέσως τρέχει στὸ βασιλιά, τοῦ τὸ δείχνει καὶ τὸ ἐπαινεῖ, τὸ ἐξυψώνει καὶ παρακινεῖ ἔντονά το βασιλιὰ νὰ στείλει αὐτὸ στοὺς Λατίνους, ὡς δῆθεν σεβάσμιο καὶ ρητορικότερο στὴν ἔκφραση. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ δόλιος δὲν πέτυχε νὰ συμπαρασύρει πρὸς τὸ μέρος τοῦ τὴν γνώμη τοῦ βασιλιὰ ὅπως ἤθελε.
Ὅταν ὁ βασιλιὰς εἶδε καὶ τὰ δύο γραπτά, ἐπαίνεσε μὲν κι αὐτὸ τοῦ Νίκαιας, ἀλλὰ περισσότερο καί. μόνο ἀπὸ τὸ προοίμιο, ἐξύψωσε τοῦ Ἐφέσου, γιὰ τὰ ἰσχυρά του ἐπιχειρήματα, τὶς ἔντεχνες φράσεις του καὶ τὶς πολλὲς περιγραφὲς καὶ μαρτυρίες του. Έτσι ἔστειλε τὸ γραπτό του Μάρκου ἀπάντηση στοὺς Λατίνους. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὁ Νίκαιας κεντήθηκε στὴν καρδιά του μὲ τὸν πόνο τῆς ζήλιας κατὰ τοῦ ἁγίου κι ὁ φθόνος τοῦ πνευματικοῦ Γρηγόριου ἀναζωπύρωνε καὶ φούντωνε τὸ πάθος σὰν μεγάλη φλόγα μέσα του. Γι’ αὐτὸ λέγοντας καὶ πράττοντας πάντα κατὰ τοῦ δίκαιου καὶ ἄριστου ἄντρα Μάρκου κι ἐπαινώντας ὑπερβολικὰ κι ἔξυψωνοντας ἔσκεμμενα τὸν Νίκαιας ὁ μιμητὴς τοῦ πρωτεργάτη διαβόλου, ὁ Γρηγόριος, τὸν ἔφερε σὲ τόση ἐμπαθῆ διχόνοια κατὰ τοῦ Μάρκου.

Τόσο πολὺ λοιπὸν δὲν ἤθελε στὴ συνέχεια ὁ Νίκαιας νὰ συμφωνεῖ μὲ τὸν Ἐφέσου, ὥστε ἔδειξε κι ἔμπρακτά το μίσος του καὶ τὴν ἀποστροφή του πρὸς τὸν ἅγιο. Γιατί σὲ μία ἀπὸ κεῖνες τὶς συζητήσεις (ὅταν ὁ βασιλιὰς δὲν ἄφηνε τὸν Ἐφέσου νὰ ἐξηγήσει στοὺς Λατίνους καὶ τὴ γνώμη τῆς δικῆς μας Ἐκκλησίας πού ἐκεῖνοι ζητοῦσαν ἐπίμονα), ὁ Νίκαιας, ἄψηψωντάς το βασιλικὸ διάταγμα, εἶπε: ΄Ἔγω ἔχω ἐξουσία νὰ πῶ τὴ γνώμη μου ὅπως θέλω΄. Καὶ λέγοντας ὅπως ἤθελε τὴ γνώμη πού εἶχε γιὰ τὴν μέλλουσα κατάσταση τῶν τευχῶν, ἀφοῦ περίμενε λίγο, ἔφυγε κοντὰ ἀπὸ τὸν Ἐφέσου καὶ πῆγε καὶ κάθισε σ’ ἄλλο σημεῖο, ὅπου κάθονταν ἄρχοντες συγκλητικοί, γιὰ τὴν τήρηση τῆς τάξης στὶς διαλέξεις, δείχνοντας ἔτσι ἔμπρακτα τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἀπέχθεια πού εἶχε στὴν ψυχὴ τοῦ κατὰ τῆς ἅγιας ἐκείνης ψυχῆς. Κι ἂν καὶ πρωτύτερα ἡ βοήθειά του ἦταν λίγη, τότε ὅμως ἀφοῦ λιποτάκτησε, ἄφησε αὐτὸν τὸν μέγα ἀθλητὴ ν’ ἀγωνίζεται, ἐντελῶς μόνος ποὺ στὸ στάδιο.

Ἀλλὰ τί ἔκανε αὐτὸς ὁ μέγας ἀγωνιστής; Μήπως συγχύστηκε μὲ τὴν προδοσία τοῦ συναγωνιστῆ του; Μήπως φοβήθηκε τὴν ἕφοδο τῶν ἐχθρῶν; Μήπως δείλιασε βλέποντας μόνο τὸν ἕαυτό του ν’ ἄντιπαρατασσεταί σε πολλούς; Ὄχι, ὄχι. Μὴν τὸ σκεφτεῖτε αὐτὸ ἀδελφοί. Τότε εἶναι πού ἔδειξε τὴ σταθερότητα τῆς ψυχῆς του. Τότε συγκέντρωσε τὶς δυνάμεις του καὶ ἕνας αὐτὸς κατατρόπωνε καὶ νικοῦσε τοὺς πολλούς. Καὶ κυρίως νίκησε καὶ κατέβαλλε ἐκεῖνον τὸν ὅποιοτου πρόταξαν οἱ ἐχθροὶ στὴ μονομαχία ὡς ἀκρόπολη ἡ καλύτερα ὡς ἄλλον Γολιάθ. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε ποιὸν ἐννοῶ, θὰ ἐξηγήσω τὰ λόγια μου, ὅσο τὸ δυνατὸν σαφέστερα καὶ προσέξτε γιατί στ’ ἀλήθεια εἶναι ἄξιο προσοχῆς.

Ὁ πρῶτος Λατίνος ἀντίπαλος τοῦ Μάρκου

Ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ ἦταν διορισμένοι ἐκ μέρους τῶν Λατίνων γιὰ τὶς συζητήσεις, ἦταν κι ἕνας καρδινάλιος πού ὀνομαζόταν Γουλιανὸς ( Καισαρίνη καρδινάλιος, Giuliano Cesarini). Αὐτὸς εἶχε τόση δύναμη στὰ λόγια κι ἡ φύση τὸν στόλισε μὲ τόσο καλὴ μνήμη, ὥστε ὅπως λένε οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἦταν δαιμόνιος στὸ νοῦ, δηλαδὴ ἔκπληκτικος καὶ παράδοξος. Γιατί ὅταν ἄκουγε ἕναν ὁλόκληρο λόγο, στὸ τέλος ἀπαντώντας, ἔλεγε ὅλα τα κεφάλαια τοῦ λόγου, εἴτε ἦταν δέκα, εἴτε δεκαπέντε, εἴτε εἴκοσι. Τὸ πρῶτο κεφάλαιο εἶχε τὸ ἑξῆς νόημα, τὸ δεύτερό το ἑξῆς, τὸ τρίτο το ἕξης καὶ τὰ λοιπά, ὡς τὸ τέλος. Ἔπειτα ἄρχιζε ἀπὸ τὸ πρῶτο, λέγοντας: στὸ πρῶτο σου κεφάλαιο πού εἶπες τὸ ἑξῆς, σοὺ ἀπαντῶ αὐτό. Στὸ δεύτερο πού εἶπες τὸ ἕξης, σοῦ ἀπαντῶ αὐτό. Κι ἔτσι ἔκανε ὡς τὸ τέλος γιὰ κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά. Δὲν εἶπα λοιπὸν τὴν ἀλήθεια πώς ἦταν δαιμόνιος στὴ νοημοσύνη; Τί νομίζετε λοιπὸν ἀκροατὲς καὶ τί περιμένετε ν’ ἀκούσετε; Πῶς αὐτὸς ὁ καρδινάλιος εἶναι ὁ Γολιὰθ τῶν Λατίνων, μὲ τὸν ὅποιομονομαχησε ὁ Μάρκος; Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτός. Αὐτὸς ὁ τόσο ἀσύγκριτος νοῦς, δὲν ἔκρινε τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἱκανὸ γι’ αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνες μὲ τὸν ἱερὸ Μάρκο. Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσετε ποὸς δὲν λέω ἀλήθεια, ἀκοῦστε το ἀπὸ τὸ ἴδιο του τὸ στόμα, πού δὲν ντρέπεται νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια: ΄Μέχρι, τώρα (λέει ὁ Τουλιανός), εἶπα γιὰ ὅσα ἀσφαλῶς ἔκανα λόγο. Τοὺς ἑπόμενους λόγους Ὀὰ τοὺς ἄναλαβει ὁ δάσκαλος τοῦ ἱεροῦ παλατιοῦ. Καὶ θὰ μιλήσει καὶ θὰ τοὺς ἀποδώσει ἱκανοποιητικὰ καὶ σωστά, συνενώνοντας μ’ αὐτὰ τὴ σύνεση καὶ τὴ σοφία του. Καὶ θ’ ἀγωνιστεῖ ἱκανὰ σ’ αὐτὸν τὸν ἀγώνα. Γιατί, ἔγω δὲν εἶμαι τόσο ἱκανὸς ὅσο αὐτός΄, καὶ σταμάτησε.

Ὁ δεύτερος Λατίνος ἀντίπαλος τοῦ Μάρκου

Ἃς στοχαστεῖ τώρα ὁ καθένας, πόσο σοφὸς ἦταν ἐκεῖνος ὁ δάσκαλος, ὀνομαζόταν Ἴωαννης καὶ ἦταν Ἰσπανὸς στὸ γένος[19], ὥστε ἡ τόση δεινότητα τοῦ Ἴουλιανου συγκρινόμενη μέτη σοφία του, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολόγησε, ἦταν μικρὴ κι ἀδύναμη. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ φοβερὸς γίγαντας πού ὁρίστηκε νὰ μονομαχήσει μὲ τὸν ἱερὸ Μάρκο.
Μήπως φοβηθήκατε τάχα χριστιανοὶ γιὰ τὸν δικό μας ἀγωνιστῆ;
Μήπως τρομάξατε μὲ τὴν ὑπερβολικὴ δύναμη τοῦ ἀνταγωνιστῆ; ς στοχαστεῖ τώρα ὁ καθένας, πόσο σοφὸς ἦταν ἐκεῖνος ὁ δάσκαλος,
Μήπως τάχα δείλιασε νὰ μονομαχήσει, μὲ τὸν Ἰσπανὸ Γολιάθ;
Ὄχι, ἔχετε θάρρος ἀδελφοί. Ἡ νίκη εἶναι, μὲ τὸ μέρος μας.
Ὁ Ἰσπανὸς ἀλήθεια ἦταν πολὺ πλούσιος στὴ σοφία, δεινότατος στὴ συζήτηση, ποικίλος καὶ πανοῦργος στὸ νοῦ κι εὔστροφος στὸ χειρισμὸ τοῦ λόγου, ὅπως τὸν περιγράφει, ὁ ἄναφερομενος πολλὲς φορὲς μέγας ἐκκλησιάρχης, ὁ ἀληθέστατος ἱστορικὸς ἐκείνων τῶν γεγονότων. Ἦταν λέω τέτοιος, ἀλλὰ ἡ σοφία τοῦ ἦταν αὐτή, ἡ κοσμική, ἡ δουλική, ἡ ἀνόητη καὶ χωμάτινη, ὅπως τὴν ὀνομάζουν οἱ θεῖοι δάσκαλοι. Δὲν ἦταν δηλαδὴ ἐκείνη ἡ θεία καὶ πνευματική, τὴν ὅποια μόνος ἀπ’ ὅλους εἶχε ὁ Μάρκος. Γι’ αὐτὸ ἀναγκαστικὰ ἡ σοφία τοῦ κόσμου, ἔπρεπε νὰ φανεῖ ὡς μωρία κι ἀφροσύνη. Καθὼς ἐμφανιζόταν διὰ μέσω τοῦ Μάρκου, ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νά, τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ φιλαληθέστατου ἱστορικοῦ:

Ὁ Ἰσπανὸς Ἰωάννης, διαλεγόταν μὲ τὸν Ἐφέσου ἄγωνιζομενος μ’ ἐπιμονὴ κι ἀπὸ τὴν προκειμένη ὕλη τῶν συζητήσεων (ποῦ ἦταν τὸ Πουργατόριο), μετέβαινε σ’ ἄλλα, (μὴν ἔχοντας τί ν’ ἀπαντήσει, φανερὰ ντροπιασμένος) καὶ πρόβαλλε προβλήματα πού δὲν ἀνῆκαν στὸν προκείμενο διάλογο ..., κι ἐμεῖς θαυμάζαμε πώς ὁ Ἐφέσου ἔδινε ἀμέσως τὶς λύσεις μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὶς Γραφὲς μὴ γνωρίζοντας ἀπὸ πρὶν ὅσα εἶχε τὴ πρόθεση νὰ προβάλλει ὁ Ἰωάννης΄.

Συμπεράσματα τῶν προσυνοδιακῶν διαλόγων στὴν Φερράρα

Ὢ νίκη, ὢ τρόπαια, ὢ δόξα τοῦ γένους τῶν Ρωμαίων! Οἱ διορισμένοι σ’ αὐτὲς τὶς διαλέξεις ἦταν ὅπως εἴπαμε δέκα. Ἀπὸ αὐτοὺς ὁ βασιλιὰς ἀποφάσισε μόνο οἱ δύο νὰ διαλέγονται, δηλαδὴ ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ Νίκαιας. Κι ἂν ὑπάρξει καμιὰ ἀπορία, τότε νὰ συμβουλεύονται καὶ νὰ συζητοῦν καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ὀχτώ, γιὰ νὰ βρίσκουν τὴν κατάλληλη ἀπάντηση μὲ κοινὴ σκέψη. Ὁ Νίκαιας Βησσαρίων ὅπως εἴδαμε, ὑποκινημένος ἀπὸ φθόνο ἀπεῖχε, λιποτάκτησε καὶ δὲν πρόσφερε στὸ συναγωνιστὴ τοῦ τὴν παραμικρὴ βοήθεια. Καὶ μάλιστα εἰρωνευόταν καθισμένος παράμερα μαζὶ μὲ τὸ σατανικὸ Γρηγόριο καὶ περιγελοῦσε κρυφὰ τὸν ἄθλητή της ἀλήθειας πού ἀγωνιζόταν μέσα στὸ στάδιο. Κι οἱ ὑπόλοιποι, ὅπως εἶπε ὁ ἱστορικός, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν κι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὡς ἄρκετα πεπαιδευμένος καὶ λόγιος, ὄχι μόνο δὲν βοήθησαν, ἀλλὰ καὶ θαύμαζαν λέει.
Γιατί θαύμαζαν; Γιατί παρόλο πού ἐκεῖνος ὁ τόσο περιβόητος ἀντίπαλος ὁ Ἰωάννης χρησιμοποιοῦσε τὶς διαλέξεις του μὲ πολυμήχανο τρόπο γιὰ νὰ βάλει δυσκολίες, παρόλο πού δὲν στεκόταν στὴ ὑπόθεση τῶν διαλόγων, ὅπως ταιριάζει ἀτοὺς ἀληθινοὺς καὶ τιμημένους φιλοσόφους καὶ θεολόγους, παρόλο πού πρόβαλλε ξαφνικὰ πολλὰ καὶ διάφορα ζητήματα καὶ προβλήματα, γιὰ τὰ ὅποια δὲν ἦταν πληροφορημένος ὁ Μάρκος, πώς αὐτὸ κι αὐτὸ δηλαδὴ ἔχει νὰ τοῦ προβάλλει. γιὰ νὰ προετοιμαστεῖ, ὅπως κάνουν ἄλλοι σ’ ἄλλες ὑποθέσεις, ὡστόσο καὶ παρόλα αὐτοί, ὁ πάνσοφος καὶ θαυμάσιος Μάρκος λέει, ἔδινε σ’ δλὰ ἀμέσους τὶς λύσεις, σὰν νὰ ἦταν προετοιμασμένος ἀπὸ μέρες.

Ἀλλὰ ἀπὸ πού καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἔδινε τὶς ἀπαντήσεις τοῦ ὁ Μάρκος; Μ’ ἀναφορές, ἀπὸ τὶς Γραφές. ΄Ὄχι δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Πλάτωνα, ὄχι ἀπὸ τὴν ἔξω σοφία, τὴν καταπατημένη καὶ μωρή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν αὐθεντία τῶν ἁγίων Γραφῶν. Ἀπὸ τὶς ἅγιες Γραφὲς λέω, πού εἶναι ὁ θησαυρὸς τῆς ἀλήθειας, τὸ ἀνεξάντλητο ταμεῖο τῆς ἀληθινῆς σοφίας, ἡ ἀκαταμάχητη πανοπλία τοῦ Πνεύματος. Ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ κεῖ λέω, ὁ πράγματι σοφὸς καὶ μέγας Μάρκος, ἀποστόμωσε καὶ ντρόπιασε τὸν φλύαρο καὶ σοφιστὴ μᾶλλον, παρὰ σοφό. Ἀπὸ κεῖ, ἀφοῦ πῆρε λίθους ὁ νέος Δαβίδ, τὶς ἐκσφενδόνισε καὶ κατετρόπωσε ἐκεῖνο τὸν δυτικὸ ἀλαζόνα Γολιάθ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος μετὲ-βαῖνε ἀπὸ τὰ προκείμενα θέματα τῆς συζήτησης σ’ ἄλλα καὶ πρόβαλλε ζητήματα πού δὲν εἶχαν καθόλου σχέση μὲ τὸ προκείμενο θέμα, ὅ,τι λογῆς κι ἂν ἦταν καὶ ρωτοῦσε, παράδειγμα, πώς πετοῦν οἱ ἄγγελοι κι ἀπὸ ποιὰ ὕλη μπορεῖ ν’ ἀνάψει ἔκεῖνό το πῦρ τῆς κόλασης πού πρόκειται νὰ δεχτεῖ τοὺς ἁμαρτωλούς. Γὶ΄ αὐτὰ τ’ ἄνοητα κι ἄσεβη ἐρωτήματα κάποιος πού λεγόταν Ἴαγαρις κι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς προκαθήμενους συγκλητικούς, εἶπε μὲ πολλὴ ἀγανάκτηση:

Θὰ τὸ γνωρίσει αὐτὸ ὁ ἔρωτων, ὅταν θὰ βρεθεῖ ἔκεῖ, θὰ καταλάβει ἀπὸ ποιὰ ὕλη ἀνάβει ἔκεῖνό το πῦρ, ὅταν πέσει σ’ αὐτὸ ἐκεῖνος πού κάνει τέτοιες ἐρωτήσεις΄. Αὐτὴ τὴν ἀπάντηση ἔδωσε ἄγανακτισμενος ὁ καλὸς Ἴαγαρις.

Ὅταν λοιπὸν ἐκεῖνος ὁ φλύαρος Ἰωάννης πρότεινε τέτοιες φλυαρίες, πού ἦταν ἐντελῶς ἐκτὸς θέματος καὶ γεμάτες ἀνοησία, δὲν εἶναι φανερό, ὅτι τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὡς νικημένος καὶ κατατροπωμένος ἀπὸ τὴ θεῖκὴ ἀλήθει.ἃ τῶν λόγων τοῦ Μάρκου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μὴ φανεῖ πώς νικήθηκε κι ἔπεσε στὴ γῆ ὁ μέγας γίγαντας τῶν παπιστῶν; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ λάμπει περισσότερο κι ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Ἀλλὰ τί; Αὐτὰ ἦταν σὰν νὰ λέμε ἄκροβολισμοι. Ὁ μεγάλος πόλεμος δὲν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμα. Ἡ κύρια σύνοδος δὲν εἶχε ἀκόμα ἀνοίξει. Τελικὰ ὅμως, μετὰ ἀπ’ ὀχτὼ μῆνες σχεδὸν πού ταλαιπωροῦνταν φοβερὰ στὴ Φερράρα, ἦρθε κι ὁ καιρὸς τῆς τελικῆς Συνόδου.

Ἔναρξη τῆς κύριας Συνόδου στὴν Φερράρα

Ἔφτασε ἡ ὁρισμένη ἡμέρα, γιὰ νὰ γίνει ἡ πρώτη συνέλευση [8.10.1438]. Ἀλλὰ δὲν ἔγινε σὲ ναό. ὅπως συνηθιζόταν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἀλλὰ στὸ παλάτι τοῦ Πάπα, γιατί, λέει, ἦταν ἀταίριαστο κι ἀνάρμοστο γιὰ τὴν ὑπεροχὴ τοῦ Πάπα, νὰ φαίνεται στὰ πλήθη ὅτι πηγαίνει, στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὅποια δὲν ἦταν ἀπόσταση μακρινὴ ἀπὸ μίας βολῆς λίθου. Ἔκεῖ λοιπὸν πού ἔγινε ἡ συνοδικὴ συνέλευση, ὁ Μάρκος ἀποδέχτηκε τὸν ἀγώνα τῶν διαλέξεων καὶ στὴν πρώτη διάλεξη προαναγγέλλει, πώς ὁ λόγος του θὰ εἶναι στὸ ἑξῆς σχετικὸς μὲ τὴ προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε (Filioque) στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ζητᾶ λοιπόν: Νὰ ἀναγνωστοῦν οἱ ΄Ὀροὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως ἔκανε καθεμιὰ ἀπὸ κεῖνες, καθὼς ξεκινοῦσαν γιὰ νὰ δείξουμε (λέει), ὅτι κι ἐμεῖς εἴμαστε σύμφωνοι μὲ τοὺς Πατέρες ἐκείνων τῶν Συνόδων κι ὅτι ἡ παροῦσα Σύνοδος εἶναι συνέχεια ἐκείνων΄.
Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἄρεσε καθόλου στοὺς Λατίνους. Μάλιστα προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ κάνουν ἀπολογία καὶ ν’ ἀποδείξουν ὅτι ὀρθὰ κι εὔσεβως ἔκαναν τὴν προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης.

Ὄχι (ἔλεγε ὁ Μάρκος), ἐμεῖς εἴμαστε οἱ καταγγέλοντες. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ποῦμε πρῶτα ὅσα ἁρμόζει νὰ πεῖ ὁ καταγγέλων καὶ τότε μένει σὲ σᾶς νὰ φέρετε στὸ μέσον της Συνόδου τὶς ἀπολογίες σας΄.
Κι ἔγινε μεγάλη λογομαχία ἀνάμεσα στὸ θεῖο Μάρκο, πού προσπαθοῦσε νὰ πεῖ κατὰ τῆς προσθήκης κι ἀπαιτοῦσε τὴν ἀνάγνωση τῶν Ὅρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοὺς Λατίνους πού ὅρμουσαν μ’ ὅλες τους τὶς δυνάμεις καὶ ἄρνουνταν καὶ δὲν παραδέχονταν τὴν ἀνάγνωση τῶν Ὅρων μὲ κανένα τρόπο καὶ ἀπολογοῦνταν γιὰ τὴν ἄρνησή τους. Τόσο βαρὺ καὶ κακὸ φαινόταν στοὺς Λατίνους τὸ γεγονὸς τῆς ἀνάγνωσης τῶν Συνοδικῶν Ὅρων. Ὅταν ἔληξε ἡ συνεδρίαση ἐκείνης τῆς μέρας, [13.10.1438] οἱ καρδινάλιοι καὶ πολλοὶ Λατίνοι ἔπισκοποι, ἔτρεξαν ἀμέσως στὸ βασιλιὰ καὶ τὸν Πατριάρχη καὶ μὲ τὴν παρουσία καὶ τῶν ἀνατολικῶν ἀρχιερέων στὸ κελὶ τοῦ Πατριάρχη, ἔβαλαν ὅλα τους τὰ δυνατά, γιὰ νὰ ἐμποδίσουν αὐτὴ τὴν ἀνάγνωση.
Καὶ τί πρόκειται νὰ κερδίσετε (ἔλεγαν), ἂν ἄνακηρυξετε ἐναντίον μᾶς τὸ ἀνάθεμα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;΄

Κι αὖτό το ἔλεγαν, ἐπειδὴ ὅταν κηρύχτηκε ἡ συνοδικὴ συνέλευση, ἔτρεξαν ἔκεῖ πλήθη ἄνθρωπων κι ὅλα τα μέρη τοῦ παλατιοῦ καὶ πάνω καὶ κάτω καὶ παντοῦ, ἦταν γεμάτα κόσμο. Γι’ αὖτο κι ἔλεγαν πώς ἐκείνη ἡ ἀνάγνωση, ἦταν ὄχι μόνο περιττὴ κι ἀνώφελη, ἀλλὰ καὶ πρόξενος σκανδάλων.
Ἀλλά, ἂν θέλετε τέλος πάντων (εἶπαν), διαβάστε τοὺς ὅρους μεταξὺ σας στὴ δική σας συνέλευση΄.
Οἱ δικοί μας λοιπόν, βλέποντας ὅτι ἡ ἐπιδίωξη τοῦ θεοσοφοῦ Μάρκου ἦταν νὰ πλήξει τὴν λατινικὴ ἔπαρση καὶ αὔθαδεια, ἄντισταθηκαν κι αὐτοὶ συμφωνώντας μαζί του. Καὶ τοὺς ἄναγκασαν ν’ ἀποδεχτοῦν τὴν ἀνάγνωση στὴν κοινὴ συνέλευση στὸ παλάτι τοῦ Πάπα, ὥστε ἀποφάσισαν, ὅτι ἂν δὲν διαβαστοῦν πρῶτα οἱ Ὄροι, εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει ἄλλη συνέλευση. Οἱ παπικοὶ λοιπόν, βλέποντας τὴν τόση ἀντίσταση κι σταθερότητα, στὸ τέλος δέχτηκαν μὲ τὸ ζόρι νὰ γίνει ἡ ἀνάγνωση τῶν Ὅρων σὲ κοινὴ σύνοδο.

Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων

Ἀλλὰ ἐπειδὴ κρίθηκε τόσο ἄναγκαια ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἡ ἀνάγνωση ἐκείνων τῶν Ὅρων στὴν Φερράρα κι ἐδῶ τώρα τοὺς ἄναφεραμε πολλὲς φορές, μοῦ φαίνεται πώς ἐπιβάλλεται νὰ ποῦμε μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, τί εἶναι αὐτοὶ οἱ Ὄροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιὰ νὰ καταλάβουν κι οἱ πιὸ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, πόσο μεγάλο κακὸ τόλμησαν οἱ Λατίνοι.
Πρέπει λοιπὸν νὰ ξέρει ὁ καθένας, ὅτι στὶς ἀπαρχὲς τῆς Χριστιανοσύνης, δὲν ἦταν ἀκόμα ἔγγραφη ἡ πίστη στὸν κόσμο. Κι ἀπαρχὲς τῆς Χριστιανοσύνης ἐννοῶ τριακόσια χρόνια μετὰ Χριστὸ κι ἔπειτα. Ἐπειδὴ δτᾶν κάποιος πίστευε, διδασκόταν κι ὁμολογοῦσε τὴν πίστη μόνο προφορικά, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καὶ τὴν παρέλαβαν οἱ μεταγενέστεροι, κι ἔτσι βαπτιζόταν.
Ἡ πρώτη ἁγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (325) πού συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν μεγάλο Κωνσταντῖνο ἐναντίον τῆς ἄθεοτατης αἵρεσης τοῦ Ἄρειου, ἐκείνη πρώτη συνέταξε γραπτὰ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν καὶ τὴν παρέδωσε σ’ δλὸ τὸν κόσμο. rHcav ἐκεῖνοι οἱ 318 ἀρχιερεΐς, ὅλοι Ὀεοφόροι Πατέρες, ὅλοι ἅγιοι, ὅλοι πλήρεις θείας σοφίας καὶ χάρης, ὅλοι χάρισμα-τοῦχοι καὶ θαυματουργοί. Ἐκεῖνοι οἱ τόσοι πολλοὶ στὸν ἀριθμό, οἱ τόσο μεγάλοι σ’ ἅγιοτητα καὶ θεία σοφία, κατέγραψαν τὴν πίστη, καταβάλλοντας κάθε ἐπιμέλεια καὶ πνευματικὴ φροντίδα. Δηλαδὴ περιέκλεισαν μέσα σὲ λίγες γραμμὲς θεοσόφως, δλὰ ἔκεῖνά τα δόγματα τῆς χριστιανικῆς πίστης, τὰ ὅποια πρέπει ἄναγκαστικα νὰ ὁμολογήσει ἐκεῖνος πού ἔρχεται νὰ γίνει χριστιανὸς κι ἔτσι βαπτίζεται.

Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο πού ὀνομάζουμε ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστεως, δηλαδὴ τὸ ΄Πιστεύω σὲ ἕνα Θεὸ ...΄ καὶ τὰ λοιπὰ ὡς τo τέλος. Λίγα χρόνια μετά, προέκυψε ἄλλη φοβερὴ αἵρεση, τοῦ πνευματομάχου Μακεδόνιου. Αὐτὸς βλαστήμησε τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποκαλώντας τὸ ὑπόδουλο καὶ κτίσμα τοῦ Υἵου, ὅπως ὁ Ἄρειος ἔλεγε τὸν Υἱὸ κτίσμα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Αὐτὴ ἡ αἵρεση ἔγινε αἰτία νὰ συνελθεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν μέγα Θεοδόσιο, ἡ δεύτερη ἁγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (381), μὲ λιγότερους στὸ ἀριθμὸ ἀπὸ τὴν πρώτη, ἐπειδὴ ἦταν 150, ὄχι ὅμως καὶ κατώτεροι κατὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἁγιότητα καὶ τὰ ὑπόλοιπα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρω ἄλλους, ἀρκεῖ νὰ πῶ πώς σὲ κείνη τὴ Σύνοδο, ἦταν κι ὁ πολὺς καὶ μύγας στὴ θεολογία Γρηγόριος.
Αὐτοὶ οἱ θεῖοι Πατέρες, ἐπειδὴ συνῆλθαν γι’ αὐτὸ καὶ μόνο, γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴ φύση καὶ τὸ εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού βλασφημοῦνταν κι ὑβριζόταν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, γι’ αὐτὸ καὶ φωτισμένοι ἀπ’ αὐτὸ τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα, ἐξακρίβωσαν κι ἑρμήνευσαν μ’ ὅλη τὴν τελειότητα σύμφωνα μὲ τὶς θεῖες Γραφές, ὅλη τὴ θεολογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Σύμβολο τῆς πρώτης συνόδου ἔλεγε ΄Πιστεύω καὶ σὲ ἕνα Πνεῦμα ΄Ἅγιο΄, καὶ τόσο μόνο κι ὄχι περισσότερο, ἀφοῦ δὲν εἶχε προκύι|ἰει ἀκόμα τότε ἡ πικρὴ αἵρεση τῶν πνευματομάχων, ἔπειδη λέω μόνο αὐτὸ ἔλεγε τὸ Σύμβολο τῆς πρώτης, γΓ αὐτὸ κι ἡ δεύτερη κινούμενη μὲ θεοσοφία, πρόσθεσε κι αὐτά, δηλαδὴ ΄τὸ κύριο, τὸ ζωοποιό, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἵω συμπροσκυ-νούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν΄. Οἱ θεολόγοι τῆς ἅγιάς μας Ἐκκλησίας λένε, ὅτι ὅλα αὐτὰ περιέχονται μέσα στὸ Σύμβολο τῆς πρώτης Συνόδου, ἀλλὰ συνοπτικά, δηλαδὴ μὲ πολλὴ βραχυλογία κι ἀμυδρά.

Γι’ αὐτὸ ἡ δεύτερη Σύνοδος λένε ὅτι δὲν ἔκανε τίποτα ἄλλο, παρὰ ἀνέπτυξε, δηλαδὴ ἐξήγησε καὶ φανέρωσε τὸ δόγμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσα σὲ κεῖνο τὸ Σύμβολο τῆς πρώτης. Αφού λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἁγία Σύνοδος τὸ διασαφήνισε καὶ τ’ ἀναπλήρωσε καὶ τὸ κατέστησε τέτοιο ὅπως τὸ λέμε σήμερα, ὅλοι οἱ ἀνήκοντες στὴν Ἐκκλησία στὸ ἕξης δὲν εἶχαν ἄδεια νὰ προσθέσει κανεὶς ἡ νὰ γράφει μέσα σ’ αὐτό, οὔτε ἕνα γιώτα.
Γιατί τάχα: Ἐπειδὴ ἡ ἁγία τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (431), ἡ ὅποια μετὰ ἀπ’ αὐτὰ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο κατὰ τοῦ χριστομάχου Νεστόριου, αὐτὴ λέω, κινούμενη μὲ τὸ θεῖο Πνεῦμα, ἐμπόδισε τὸν καθένα μὲ στερεὴ ἀπόφαση, ἀπὸ τὸ νὰ τολμήσει νὰ προσθέσει ἡ ν’ ἀφαιρέσει ἀπ’ αὐτὸ ὡς κι ἕνα γιώτα, προσθέτοντας καὶ κατάρες κι ἄλλες φρικτὲς ποινές. Ἀλλὰ κι ἡ τέταρτη (451) ἁγία καὶ μεγάλη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀκολούθησε τὴν ἀπόφασή της καὶ ὅμοια κι ἡ πέμπτη κι ἡ ἕκτη (680) κι ἡ ἕβδομη (787) καὶ τελευταία κι ἡ ὄγδοη (879). ὅπως εἴπαμε. Ἀκολούθησαν ὅλες ἡ μία τὴν ἄλλη, βεβαιώνοντας καὶ στερεώνοντας μὲ φοβερὰ ἀναθέματα τὴ θεόπνευστη ἀπόφαση τῆς τρίτης.


7.«Ὅρος» ἤ «Τόμος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων»

Ἀλλὰ ἐπριδὴ ἦταν ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ νὰ διδάξει στὸν κόσμο τὰ ἔναντια της αἵρεσης ἐκείνης, γιὰ τὴν ὁποία γινόταν κι ἡ Σύνοδος, τί ἔκαναν οἱ θεῖοι Πατέρες; Βρῆκαν τρόπο, μὲ τὸν ὅποιοκαι τὴν τότε ἀνάγκη ὑπηρετοῦσαν καὶ τὸ ἅγιο Σύμβολο διαφύλατταν ἀπαρασάλευτο. Ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ τρόπος; Σὲ ξεχωριστὸ χαρτί, κατέγραφαν λεπτομερῶς τὴν ὑπόθεση τῆς Συνόδου ἐξηγώντας παράλληλα μὲ λεπτομέρια τὴν αἴτια γιὰ τὴν ὅποια συνάχτηκαν σὲ Σύνοδο καὶ πρὶν ἀποφασίσουν ὁτιδήποτε ἄλλο, ἔγραφαν ὁλόκληρό το ἅγιο Σύμβολο. Ἔπειτα καθόριζαν τί ἔπρεπε νὰ φρονοῦν ἐναντίον τῆς τότε αἵρεσεως (ἔξαιτιάς της ὁποίας μαζεύτηκαν) κι ἀκόμα νὰ μένει ἀμετάβλητο κι ἀπαρασάλευτό το ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστης, προσθέτοντας κατάρες κι ἀναθέματα, ἐναντίον ἐκείνων πού ἔπροκειτο νὰ τολμήσουν νὰ προσθέσουν ἡ ν’ ἀφαιρέσουν κάτι ἀπ’ αὐτό. Ὅλη αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τὴν ὑπέγραφαν ὅλοι οἱ θεῖοι Πατέρες καθεμιᾶς τῶν Συνόδων. Κι αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὅποιοονομαζεται Ὅρος. Ἑπομένως μέσα σ’ αὐτοὺς τοὺς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδιυν περιέχονται τὰ φρικτὰ ἀναθέματα ἐναντίον ἐκείνων πού θὰ τολμήσουν νὰ βάλουν τὸ μικρό τους χέρι μέσα στὸ ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστης.

Ἀνάγνωση τῶν «Ὁρῶν»

Καὶ παρόλο πού βγήκαμε κάμποσο ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπόθεσή μας, ὅμως τώρα βεβαιότατα ἀντιλαμβάνεστε καλά, γιὰ ποιὰ αἴτια κι ὁ ἱερὸς Μάρκος ζητοῦσε ἀναγκαστικὰ τὴν ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν ὅρων, κι οἱ Λατίνοι τὴν ἀπέφευγαν μ’ ὅλες τους τὶς δυνάμεις. Γιατί πώς ἦταν δυνατὸν ν’ ἀκοῦνε μ’ εὐχαρίστηση τὰ συνοδικὰ ἀναθέματα, τὰ ὅποια ἀμέσως καὶ χωρὶς πολλὲς ἐξηγήσεις ἔπεφταν πάνω σ’ αὐτοὺς πού τόλμησαν παράτολμα καὶ διασάλεφαν τὸ ἁγιότατο Σύμβολο μὲ τὴν μιαρή τους προσθήκη;
Στὸ τέλος ὅμως δέχτηκαν, ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω, βλέποντας τὴν πολλὴ ἐπιμονὴ τῶν δικῶν μας, ὅμως ἂν καὶ δὲν ἤθελαν νὰ γίνει μπροστὰ στ’ αὐτιὰ ὅλου του πλήθους ἡ ἀνάγνωσή τους. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξουν πόσο ἦταν σ’ αὐτοὺς λυπηρὸ καὶ πικρὸ αὐτὸ τὸ ἔργο, τί ἐπινόησαν; Πρῶτα, βρῆκαν τρόπο νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖ ὅλο ἐκεῖνο τὸ πλῆθος πού συγκεντρωνόταν καὶ πρωτύτερα. Δεύτερον, τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο πού στὶς ἄλλες συνελεύσεις βρισκόταν στὴ μέση ἀνοιχτό, τότε βρῆκαν τρόπο νὰ εἶναι κλειστό. Τρίτον, οἱ λαμπάδες ἤσαν σβησμένες κι ὄχι ἀναμμένες ὅπως πρίν. Τέταρτον, τ’ ἀγάλματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου δὲν στέκονταν ὄρθια στὸ ἀλτάριο ὅπως πάντα, ἀλλὰ γυρισμένα σὲ ὕπτια θέση, δηλαδὴ ἀνάσκελα. Στ’ ἀλήθεια (λέω ἐγώ), ἔτσι ἔκαναν, ὅπως ἔπρεπε νὰ κάνουν.

Ἐπειδὴ τὸ νὰ εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό, μπορεῖ νὰ σημαίνει Ῥσως πώς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἕτοιμος μὲ τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀνοιχτή, γιὰ κείνους πού δὲν ἀθετοῦν τὰ θεία τοῦ λόγια. Ἀλλὰ γιὰ κείνους πού διαστρέφουν τὰ λόγια Του, γι’ αὐτὸ τοὺς ἀναθεματίζουν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὲς ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας, ΄ἂν σᾶς κηρύξει κάποιος διαφορετικὸ εὐαγγέλιο ἀπὸ κεῖνο πού σᾶς κηρύξαμε, αὐτὸς ἄς εἶναι ἀνάθεμα΄, γι’ αὐτοὺς λοιπὸν πού διαστρέφουν τὴν πίστη τὴν ἔχει κλειστὴ τὴν ἀγκαλιά Του. Κι αὐτό, δίχως ἄλλο σήμαινε ἐκείνη τὴ μέρατο κλείσιμο τοῦ εὐαγγελίου, παρόλο πού μπορεῖ καὶ νὰ μὴν τὸ ἔκαναν ἐκεῖνοι μὲ τέτοιο σκοπό. Ἀλλὰ λέω ὅτι σήμαινε αὐτό, πώς δηλαδή, ἀφοῦ οἱ Λατίνοι μέσα στὴν λεγόμενη κατ’ αὐτοὺς οἰκουμενικὴ σύνοδο καὶ στὸ καθολικὸ κριτήριο συναίνεσαν νὰ δεχτοῦν στὰ κεφάλια τους, τοὺς ἀναθεματισμοὺς ὅλων των Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὲς ἀκόμα τὸ ἀνάθεμα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, σήμαινε λέω, πώς εἶναι ἀδύνατο στὸ ἕξης νὰ ἔχουν αὐτοὶ εἴσοδο στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν τὴν ὁποία διακηρύσσει κι ἔπαγγελλεταί το ἱερὸ εὐαγγέλιο, γιὰ τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.

Εἶναι εὔκολο ἀπ’ αὐτὸ νὰ καταλάβουμε καὶ τὴ σημασία τῶν σβησμένων λαμπάδων, δηλαδὴ ὅτι ὄντας ἀφορισμένοι κι ἀναθεματισμένοι ἀπ’ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο, ἀκολουθεῖ το νὰ εἶναι καὶ σκοτεινοὶ καὶ στερημένοι ἀπὸ θεία ἕλλαμφη. Γιατί τὸ φῶς τῶν λαμπάδων στὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ θεῖος Γερμανὸς ὁ ὁμολογητής, ὑποδηλώνει τὸ φῶς τῆς θείας χάρης.
Ἀλλὰ καὶ τὸ πέσιμο τῶν ἀνδριάντων, δηλαδὴ τῶν εἰκόνων τοῦ Πέτρου καὶ Παύλου, τί ἄλλο ἔπροκειτο νὰ σημαίνει, παρὰ πώς ὁ μισητὸς Πάπας κλώτσησε κι ἀνέτρεψε τὴν ἀποστολική τους θεολογία καὶ ντρόπιασε τὸ ἀποστολικό τους ἐπάγγελμα παίρνοντας αὐτὸς ἐξουσία στὸν ἑαυτό του, ὡς διάδοχος τάχα ἐκείνων, τὴν ὁποία οὔτε καν σκέφτηκαν ἐκεῖνοι οἱ τρισμακάριοι Ἀπόστολοι νὰ τοῦ τὴν δώσουν. Ἀλλὰ ἄς ἃς δοῦμε τί κατόρθωσε ὁ ἱερὸς Μάρκος μὲ τὴν ἀνάγνωση τῶν Συνοδικῶν Ὅρων.
Ὅταν βέβαια ἀρκετὴ κι ἀπὸ μόνη της ἡ ἀνάγνωση τῶν ΄Ὁρῶν γιὰ νὰ ἐπιφέρει κατὰ τῶν Λατίνων τὴν τέλεια καταδίκη. Ἀλλὰ δὲν στάθηκε μόνο σ’ αὐτὸ ἐκεῖνος ὁ πνευματικὸς ρήτορας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ παρουσίαζε κι ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ ὅσα ἦταν ἀναγκαία, δηλαδὴ προανάγγειλε κάθε Ὄρο μὲ τὰ κατάλληλα προλεγόμενα. Καὶ στὸ τέλος τοῦ καθενὸς ΄Ὀροῦ ἔκανε ἀναγκαιότατες καὶ ὤφελιμο-τατες ἑρμηνεῖες καὶ στοχασμοὺς δίκαιους κι ἔπακολουθους, ἐξηγώντας καὶ διασαφηνίζοντας τὴν ἀνάγκη πού εἶχε καθεμιὰ ἀπὸ κεῖνες τὶς Συνόδους νὰ κάνει προσθήκη στὸ ἅγιο Σύμβολο. Κι ὡστόσο, ὄχι μόνο δὲν τόλμησε στὸ Σύμβολο νὰ προσθέσει καμιὰ Σύνοδος κάτι, ἀλλὰ μάλιστα τὸ περιτείχισαν καὶ τὸ περίφραξαν ὅλες ὁμόφωνα, μὲ τρομερὲς κατάρες κι ἀναθέματα.

Συμπεράσματα μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν «΄Ὁρῶν»

Καὶ τί, κατόρθωσε λέγοντας αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια; Θέλω νὰ τὸ ἀκούσετε αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὸν φιλαληθέστατο ἱστορικό, τοῦ ὁποίου τὰ λόγια εἶναι τὰ ἕξης:
Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἔγκριτους Λατίνους παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ἡ ἀπὸ τοὺς ἐνάρετους μοναχοὺς γιατί ἦταν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς (ἦταν τότε, ἀλλὰ ὄχι καὶ σήμερα), πού ἀκολουθοῦν ὄντως τὸ μοναχικὸ πολίτευμα, ὅταν ἀκόυσαν τοὺς ΄Ὅρους κι αὐτὰ πού ἔλεγε ὁ Ἐφέσου, ἔλεγαν ὅτι ἐμεῖς οὔτε εἴδαμε, οὔτε ἀκούσαμε ποτὲ αὐτά, οὔτε μᾶς δίδαξαν γι’ αὐτὰ οἱ δάσκαλοί μας, καὶ τώρα βλέπουμε ὅτι οἱ γραικοὶ (Γραικοὺς μᾶς ὀνομάζουν ἐξαρχῆς οἱ Λατίνοι ἐμᾶς τοὺς Ἀνατολικούς), τὰ λένε πιὸ ὀρθὰ ἀπὸ μᾶς κι ὅλοι θαύμαζαν τὸν Ἐφέσου. Αὐτὰ λέει ὁ Συρόπουλος.

Ἄλλα τί νὰ ἔλεγαν τάχα ἐκεῖνα τὰ πλήθη θαυμάζοντας τὸν Ἐφέσου; Τὰ ἔγραψε ὁ ἀγαπητός του ἀδελφός, ὁ προαναφερόμενος Ἰωάννης ὁ Νομοφύλακας, στὸ δέκατο κεφάλαιο τῶν θαυμαστῶν του ἀντιρρητικῶν στὸν ψευδώνυμο ὄρο τῆς ἀσύστατης ἕνωσης, δηλαδή:
Αἰώνια ἡ μνήμη σου ἅγιε Ἐφέσου. Καὶ πάλι, καλὸς εἶσαι ἐσύ, ὢ μακάριε ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ. Καὶ πάλι, Πνεῦμα Ἅγιο ὅμιλεῖ διὰ τοῦ στόματός του΄. Αὐτὰ κι ἄλλα παρόμοια ἔλεγαν ἔπευφημουντες, στ’ ἀλήθεια κατάπληκτοι κι ἀπορῶ-ντᾶς γιὰ τὴν ἐναργῆ καὶ καθαρὴ ἀλήθεια τῶν λόγων του.
Κι ἀλήθεια, ἂν δὲν ἔστεκαν ἐμπόδιο, ἡ ἑωσφορικὴ ὕψη-λοφροσύνη καὶ τὸ σατανικὸ παπικὸ πεῖσμα, τίποτα δὲν θὰ ἔλειπε γιὰ νὰ γίνει ἐκείνη τὴ μέρα θεοφιλῶς κι ἀποστολικῶς ἡ τόσο πολυπόθητη ἕνωση. Γιατί ὁ θεοσοφὸς δάσκαλος ἀπέδειξε τρανότατα μέσω τῶν Συνοδικῶν ΄Ὁρῶν, καὶ μ’ ὁρατὰ κι ἁπτά, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, ἐπιχειρήματα ὅτι κάθε λογὴς προσθήκη στὸ ἅγιο Σύμβολο, ἄς εἶναι κι ἀληθινή, ἔμποδιζεται ἀπὸ τὴν αὐθεντία τῶν ἱερῶν Συνόδων καὶ ὁποῖος κάνει κάτι τέτοιο, εἶναι αὐτοκατάκριτος καὶ πολὺ περισσότερο δτᾶν ἡ προσθήκη εἶναι ψευδὴς καὶ βλάσφημη.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι, θαύμαζαν τὸν Ἐφέσου καὶ τὸν θαύμαζαν δίκαια, γιατί σχεδὸν πεντακόσια χρόνια μετά, στὴν καρδιὰ τῆς Ἰταλίας, στὸ κέντρο τοῦ λατινισμοῦ, ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ ἰσόθεου Πάπα, αὐτὸς ὁ θεοσοφὸς ρήτορας στηλίτευσε τὸν παπισμὸ καὶ κήρυξε καὶ φώναξε κατὰ τῶν Λατίνων τοὺς ἀναθεματισμοὺς ὅλων των Οἰκουμενικῶν Συνόδων κι ἀπέδειξε σαφέστατα κι ἀναντίρρητα, ὅτι ἴσχυριζομενοι πώς εἶναι σοφοί, μωράθηκαν

.
Ἡ ἀντίδραση τῶν παπικῶν μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν «Ὅρων»

Ἐμεῖς οὔτε τὰ εἴδαμε οὔτε τ’ ἀκούσαμε ποτὲ αὐτά, οὔτε μᾶς δίδαξαν γι’ αὐτὰ οἱ δάσκαλοί μας... (λέει) κι ὅλοι θαύμαζαν τὸν Ἐφέσου΄, λέγοντας δηλαδὴ ἐκεῖνα πού εἴπαμε παραπάνω.
Αὐτὸ τὸ πρόβλεψαν πολὺ καλὰ οἱ προστάτες τοῦ ψεύδους καὶ γι’ αὐτὸ ἀγωνίστηκαν μ’ ὅλες τους τὶς δυνάμεις γιὰ νὰ τὸ ἐμποδίσουν. Ἀλλὰ τὸ αἴσθανθηκαν ἀκόμα περισσότερο, δτᾶν ἔμαθαν καὶ ἄκουγαν πώς τὰ πλήθη σκανδαλίζονται βλέποντας φανερὰ πώς εἶναι πλανεμένα. Γι’ αὐτὸ καὶ φρόντισαν τὸ γρηγορότερο τάχα ν’ ἀπολογηθοῦν σὲ κεῖνα τ’ ἀναντίρρητα δίκαια. Ἀλλὰ οἱ ἀπολογίες τους δὲν χρησιμέυσαν σὲ τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπιβαρύνουν καὶ νὰ φορτώσουν τὴν ἀκοὴ τοῦ πλήθους μὲ τὶς φλυαρίες καὶ τὶς ἀπεραντολογίες τους, μιλώντας τρεῖς μέρες στὴ σειρά, τόσο ὥστε
(ὅπως γράφουν τὰ ἴδια τὰ πρακτικὰ ἐκείνης τῆς ψευτοσυνόδου), οἱ ἔκεῖ διορισμένοι γραμματεῖς πού ἔγραφαν τοὺς λόγους τῶν διαλεγόμενων, βλέποντας πώς τὰ λεγάμενα δὲν χρησίμευαν καθόλου στὴν ὑπόθεση, δὲν ἔκριναν ἀναγκαῖο οὔτε νὰ τὰ γράφουν.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτὲς τὶς μακροσκελεῖς φλυαρίες, ἀνέλαβε τὸν ἀγώνα τῆς διάλεξης ὁ προαναφερόμενος Γουλιανὸς (καρδινάλιος Καισαρίνη), πού ὅπως τὸν περιγράψαμε, ἦταν καὶ μνημονικότατος καὶ διαλεκτικότατος ἀλλὰ μάταια σηκώθηκε ἐναντίον τῆς ἀλήθειας, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ντροπιαστεῖ δεύτερη φορὰ κι αὐτὸς κι οἱ ὅμοφρονες μ’ αὐτόν. Ἔπαθε κι αὐτός, ἔκεῖνο πού ἔπαθε πρὶν κι ὁ σοφιστὴς Ἰωάννης ὁ Ἰσπανὸς (ὁ Τουρκοεμάδα), δηλαδὴ μὴν ἔχοντας τί ν’ ἀπαντήσει στὶς θεόπνευστες ἐρωτήσεις τοῦ Μάρκου, ἔβγαινε ἀπὸ τὸ προκείμενο κι ἀπαντοῦσε ἐκτὸς θέματος. Ἀλλὰ ὁ θεῖος Μάρκος τὸν πίεζε ἔντονα ν’ ἀπαντᾶ στὸ προκείμενο κι οἱ ἀπαντήσεις του νὰ εἶναι σύντομες. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ξέφευγε σοφιστικὰ κι ἀπαντοῦσε ἄλλα ἀντὶ ἄλλων κι ἐπιμήκυνε ὑπερβολικὰ τὶς ἀπαντήσεις του, γιὰ νὰ μὴν φαίνεται πώς δὲν ξέρει τί ν’ ἀπαντήσει.

Καὶ τί ἐπακολούθησε μετὰ ἀπ’ αὐτά; Πάλι οἱ ἐκεῖ παρόντες ἀκροατές, διακρίνοντας ὡς λογικοὶ τὴν ἀλήθεια καὶ περισσότερο οἱ ἐρημίτες κι ἔγκλειστοι μοναχοί, πού τότε ἀφήνοντας τὴν ἥσυχιά τους ἔτρεχαν ἐκεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν διαλέξεων περὶ πίστεως, αὐτοί, λέω, ὅλοι ἔλεγαν φανερὰ καὶ μὲ θάρρος, ὅτι ὅμολογουμενως οἱ Γραικοὶ κρατοῦσαν τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ τηροῦσαν τὰ ὑγιῆ δόγματα. Γι’ αὐτό, ἐπειδὴ αὐτὸ διαφημιζόταν φανερά, οἱ αὔλικοί του Πάπα, ἀγανακτώντας ὑπερβολικὰ ἐπειδὴ κάποιοι Λατίνοι μοναχοὶ διακρίνουν καὶ καταλαβαίνουν τὴν ἀλήθεια, τὴν ὁποία αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ ἐπισκιάσουν μ’ ὅλες τὶς μακρολογίες καὶ τὶς φλυαρίες τους, φώναξαν τοὺς μοναχοὺς κι ἄλλους τοὺς ἔδιωξαν, ἄλλους τοὺς ἔκλεισαν τὸ στόμα καὶ μ’ ἀπειλὲς καὶ προσταγὲς τοὺς ἔκαναν νὰ σιωποῦν, λέγοντάς τους πώς εἶναι ἀπαίδευτοι κι ἀγράμματοί της θεολογίας καὶ γι’ αὐτὸ στὸ ἕξης νὰ σιωποῦν καὶ νὰ μὴ μιλοῦν καὶ ταράζουν τὸ λαὸ [20.]

Νὰ λοιπὸν πού ἀκούσατε τί κατόρθωσε στὶς παροῦσες διαλέξεις ὁ θεοσοφὸς ρήτορας τῆς Ἐκκλησίας μας. Δηλαδὴ φανερὰ καὶ ὅμολογουμενώς τους ἀπέδειξε, πώς εἶναι κάτω ἀπὸ τ’ ἀναθέματα τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ πρόκειται νὰ μείνουν ἔτσι στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα.


8. Διάσπαση καὶ λιποταξία ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μερίδας Ἀνατολικῶν

Ἀλλὰ ἀλοίμονο αἰσθάνομαι στὴν ψυχή μου ἀδυναμία καὶ θλίψη γιὰ τὴ συνέχεια τῆς διήγησης. Ὡς ἐκείνη τὴ στιγμή, ἦταν μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ Μάρκο κι ὅλοι σχεδὸν οἱ ὑπόλοιποι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ παρόλο πού αὐτὸς ἦταν ὁ ἔξοχος ἀγωνιστής. τῶν ἄλλων ἡ βοήθεια ἦταν εἴτε ἀποῦσα εἴτε μηδαμινή, τουλάχιστον δὲν ἦταν ἐχθροί, δὲν πολεμοῦνταν κι ἀπὸ τοὺς δικούς του ὁ Μάρκος. Ἀλλὰ στὴ συνέχεια, ἀλίμονο, οἱ ἄλλοι ὄχι μόνο δὲν βοηθοῦσαν, ἀλλὰ ἄρχισαν νὰ εἶναι καὶ ν’ ἀναγνωρίζονται σὰν ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι αὐτοῦ του Μάρκου ἀλλὰ πολὺ περισσότερο καὶ πολέμιοι τῆς ἀλήθειας.
Γιατί σὲ μᾶς, πού ὀφείλαμε νὰ εἴμαστε σύμμαχοι, τοῦ, ἀντὶ γιὰ τέτοιους, ἀλίμονο, ἔβρισκε ἐχθρούς΄. Αὐτὰ εἶναι λόγια τοῦ σοφότατου Σχολάριου.
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ μαρκος ευγενικόςὉ Νίκαιας Βησσαρίων, ἀφοῦ εἶπε ἕνα λόγο πού εἶχε συνθέσει ὁ προαναφερόμενος Σχολάριος, ὅπως τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἱστορικός, σταμάτησε καί. βουβάθηκε στὴ συνέχεια κι ἄρχισε ὁ ἀποστάτης καὶ ματαιόδοξος, νὰ ὀνειρεύεται τὴν καρδιναλικὴ πορφύρα, μὲ τὴν ὁποία, ὅπως λένε μερικοί, ὑπόσχονταν νὰ τοῦ ἱκανοποιήσουν τὴ φιλοδοξία του.

Ὁ προαναφερόμενος Γρηγόριος, ὁ μᾶλλον σατανικὸς παρὰ πνευματικὸς Γρηγόριος καὶ κάποιος δάσκαλος Ἀμηρούτζης, λιώνοντας ἀπὸ φθόνο γιὰ τὸν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, σὲ μία συνέλευση πού κατατρόπωνε τὸ σοφιστὴ κι ἀπεραντολόγο Ἰουλιανό μὲ τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τῶν λόγων του, καὶ θριάμβευε μὲ τὴν ἀλήθεια στὸ μέσο τῆς συνόδου καὶ δεχόταν ἐκεῖνα τὰ χειροκροτήματα ἀπὸ τοὺς ἔγκριτους Λατίνους καὶ μοναχούς, σὰν νὰ λέμε ἀπὸ τοὺς ἐνάντιους, κι ἀναγνωριζόταν καὶ κηρυσσόταν ὡς πνευματοφόρος, τότε λέω, ἐκεῖνοι οἱ τρισκακοδαίμονες, ὁ φευδοπνευματικὸς κι ὁ Ἀμηρούτζης, κάθισαν κι οἱ δύο σ’ ἕνα μέρος, δηλαδὴ πίσω.) καὶ μακριά, ἀπέναντι, ἀπὸ τὸν ἅγιο κι ἐκεῖ καθισμένοι εἰρωνεύονταν ἔμπαιζοντας καὶ περιγελώντας κρυφά τα λεγόμενά του.
Ἔτσι συνηγοροῦσαν καὶ συναγωνίζονταν ἀντίθετα οἱ δικοί μας στὸν προασπιστὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀγωνιζόταν στὸ στάδιο ὑπὲρ τῆς εὔσεβειας.
Αὐτολεξεὶ τὰ λέει αὐτὰ ὁ φιλαληθέστατος Συρόπουλος, ὁ ὅποιος ἦταν κι αὖτος ἐκεῖ παρὼν καὶ ἄκουγε τὸν ἀγωνιστὴ καὶ προασπιστῆ τῆς Ἐκκλησίας κι ἔβλεπε τὶς εἴρωνιες καὶ τὶς ἄσεμνες χειρονομίες ἐκείνων τῶν προδοτῶν. Γι’ αὐτό κι ἀγανακτώντας ὁ δύστυχος καὶ λυπημένος σφοδρὰ βλέποντας τὴν τόση ἀθλιότητα, μὲ δάκρυα κι ἀναστεναγμούς, μᾶς ἄφησε γραμμένο αὐτὸ τὸ ἔπιφωνημά του: ΄Ἔτσι συνηγοροῦσαν καὶ συναγωνίζονταν ἀντίθετα οἱ δικοί μας στὸν προασπιστὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀγωνιζόταν στὸ στάδιο ὑπὲρ τῆς εὐσέβειας΄. Τὸ ἔγραφα καὶ δεύτερη φορά, γιατί παρόλο πού εἶναι λυπηρὸ γιὰ τὴν ἐπιβουλή καὶ τὴν ἀγνωμοσύνη ἐκείνων, ταυτόχρονα εἶναι καὶ χαροποιό, γιατί φανερώνει πόσο ἄξιος εἶναι ὁ ἔπαινος γιὰ τὸν Μάρκο, ἐκείνου πού προβάλλουμε ἐμεῖς γιὰ νὰ ἐπαινεῖται. Κι ὁ φθόνος τῶν ἐχθρῶν του δὲν κατάφερε τίποτα ἄλλο, παρὰ ν’ ἀναδείξει ἀκόμα πιὸ λαμπρὸ καὶ πιὸ ἔνδοξο αὖτον πού φθονοῦσαν. Γι’ αὖτο καὶ δίκαια ἔκεῖνοι οἱ ἀποστάτες ὀνομάζονται φθονεροὶ κι ἐπίβουλοι καὶ προδότες τῆς δικῆς τους Ἐκκλησίας, πονηρὰ δημιουργήματα καὶ σκεύη τῆς ἀπώλειας, ἐνῶ αὖτος ὀνομάζεται ἄριστος ἀθλητὴς καὶ γενναῖος ἀγωνιστὴς κι ἀκατάβλητος κι ἀνίκητος πρόμαχος τῶν Πατέρων του, καλὸς μαθητὴς καλῶν δασκάλων καὶ καύχημα καὶ δόξα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.

’Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, παρακινούμενοι ἀπὸ τὸ διαβολικὸ φθόνο ἔτσι φέρονταν πρὸς τὸν ἅγιο καὶ περισσότερο κατὰ τῆς εὐσεβοῦς πίστης, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐκεῖνος ἀγωνιζόταν ἔνθερμα. Στὴ συνέχεια ὅμως, κι ἄλλοι πολλοί, μὴ μπορώντας ν’ ἀντέξουν τὴ φωτιὰ τῶν πειρασμῶν, δηλαδὴ τὶς ἐκεῖ κακοπάθειες καὶ ταλαιπωρίες κι ἄλλοι ὑπηρετώντας τὶς ἐπιθυμίες τοῦ βασιλιά, ἄρχισαν σιγὰ σιγὰ νὰ προδίδουν τὴν πατρικὴ εὐσέβεια καὶ νὰ παρεκλίνουν θέλοντας καὶ μὴ πρὸς στὸν παπισμό. ΄Ἔτσι ὁ προστάτης τῶν ὀρθῶν δογμάτων, βρέθηκε στὸ τέλος μόνος, ἔγκαταλελειμμενος σχεδὸν ἀπ’ ὅλους. Γί! αὐτὸ ἀναγκαστικὰ εὕρισκε ἐχθρούς, ὄχι μόνο αὐτοὺς πού εἶχε ἀπὸ τὴν ἀρχή, δηλαδὴ τοὺς παπιστές, ἀλλὰ χειρότερα ἀκόμα, τοὺς δικούς του, τοὺς ὅμοπιστους, τοὺς ὁμογενεῖς καὶ τοὺς ὁμόδοξους.
Γιατί σὲ μᾶς, πού ὀφείλαμε νὰ εἴμαστε σύμμαχοί του, ἀντὶ γιὰ τέτοιους, ἀλίμονο, ἔβρισκε ἔχθρους (Σχολάριος).

Παρασκήνια καὶ οἰκονομικὴ τρομοκρατία

Εἶναι ὅμως καλὸ καὶ ἴσως ὁ καιρὸς τὸ ἐπιτρέπει, ἐπειδὴ ἀναφέραμε ἐκεῖνες τὶς κακοπάθειες, νὰ ποῦμε λίγο καὶ γι’ αὐτές, ὅσο συμβάλλει, στὴν παροῦσα ὑπόθεση, γιοὶ νὰ φανεῖ ἡ ποιότητα τῆς δῆθεν ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ψευδοκαλοκαγαθία ς τῶν παπιστῶν πρὸς τοὺς δικούς μας κι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὅποιοεγινε τέλος πάντων ἡ κάκιστη καὶ ψυχοφθόρα ἐκείνη ἕνωση. Ἀπὸ αὐτὰ μάλιστα θὰ λάμψει τὸ γενναιότατο κι ἀήττητο φρόνημα τοῦ δικοῦ μας ἡρῶα, γιατί ἐκεῖνα τὰ μέσα καὶ οἱ τρόποι πού ὅλους τους ἄλλους τοὺς ὁδήγησαν στὴν προδοσία κι ἀπώλεια, σ’ αὐτὸν τὸν Μάρκο ὑπῆρξαν ἄσκηση μεγάλης ὑπομονῆς καὶ καρτερίας καὶ αἰτία ἀθάνατης καὶ μακάριας δόξας.
Ὅταν οἱ δικοί, μᾶς ἔφτασαν στὴ Βενετία, ἀφοῦ τοὺς ὑποδέχτηκαν ὁ δούκας κι οἱ ἔγκριτοί της Βενετίας καὶ τοὺς ἀνάπαυσαν μὲ μεγάλη τιμὴ καὶ φιλανθρωπία, τοὺς ἔδωσαν ὕστερα καὶ συμβουλὴ νὰ μὴν πᾶνε ἀμέσως στὸν Πάπα, ἀλλὰ νὰ σταθοῦν καὶ νὰ σκεφτοῦν μὲ ἴιπομονη, πού τοὺς συμφέρει καλύτερα νὰ πᾶνε, στὸν Πάπα ἡ στὴν σύνοδο στὴ Βασιλεία γιὰ τὴν ὅποια μιλήσαμε πρίν. Καὶ τὸ ἔλεγαν αὐτό, ἐπειδὴ ἤξεραν, ὅτι ὅταν ἦταν ἀκόμα στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔστειλαν μύνημα καὶ στὴ σύνοδο ἐκείνη μήπως καὶ τοὺς δέχονται νὰ πᾶνε κι αὐτοὶ ἐκεῖ καὶ νὰ διαλεχθοῦν μὲ κείνους γιὰ τὴν πίστη. Αὐτὴ τὴν πρόταση μετὰ χαρᾶς τὴν δέχτηκαν οἱ συνοδικοί της Βασιλείας κι ἀντάλλαξαν μεταξύ τους συμφωνητικὰ γράμματα κι ἔστειλαν πλοῖα καὶ ὑποσχέθηκαν νὰ καλύψουν τὰ ἔξοδα κι ὅλα τ’ ἀπαραίτητα γιὰ νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὴν Πόλη, τὰ ὅποια τ’ ἀθέτησαν ὅλα ὕστερα, γιὰ νὰ πᾶνε στὸν Πάπα ἀφοῦ τοὺς μετέπεισαν οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν Πάπα.
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν οἱ ἄρχοντες τῆς Βενετίας τοὺς ἔλεγαν νὰ στοχαστοῦν μὲ ὑπομονὴ μήπως τοὺς συμφέρει καλύτερα νὰ πᾶνε στὴ σύνοδο στὴ Βασιλεία. ΄Ὅταν τὰ ἔμαθαν αὐτὰ οἱ περὶ τὸν Πάπα, γιὰ νὰ μὴν τύχει καὶ πᾶνε στὴ Σύνοδο στὴ Βασιλεία πού ἦταν ἔναντια καὶ πολέμια τοῦ Πάπα, βάλθηκαν νὰ προτρέπουν καὶ νὰ παρακινοῦν ἔντονα τὸν Βασιλιὰ καὶ τὸν Πατριάρχη, γιὰ νὰ ξεκινήσουν μία ὥρα νωρίτερα. Γι’ αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ γνώμη τους καὶ πρὶν ζητήσουν τὰ ἔξοδα, μοίραζαν τὰ φλουριὰ πλουσιοπάροχα.

Βασιλιά, (εἶπε ὁ διορισμένος στὴν ἐπιστασία τῆς διανομῆς), ἔχω προσταγὴ ἀπὸ τὴ μακαριότητά του, νὰ δώσω λίγων ἡμερῶν ἔξοδα, ὅσα ὁρίζει ἡ βασιλεία σου νὰ δώσω.΄
Ὁ Βασιλιὰς ἀπάντησε: ΄Ἐπειδὴ εἶναι γιὰ λίγες μέρες, δῶσε πεντακόσια΄.
Κι ὁ παπιστὴς ἀπάντησε ὅτι :
Ἂν καὶ ὅρισες πεντακόσια, ἐγὼ δίνω ἑξακόσια. Ρώτησε τὸν Πατριάρχη κι εἶπε τριακόσια΄. Κι αὐτὸς εἶπε πάλι:

Ὅρισες τριακόσια, ἐγὼ δίνω τετρακόσια΄.

Ώ, μεγάλη προθυμία κι ἀφθονία! Λίγες μέρες μετὰ ἔρχεται ἄλλος ἀπὸ τὸν Πάπα, καὶ φροντίζει νὰ τοὺς παρακινήσει νὰ ξεκινήσουν τὸ γρηγορότερο καὶ ξανὰ δίνονται πολλὰ φλουριὰ χωρὶς νὰ ζητηθοῦν, στὸν βασιλιὰ 1600 κι΄ ἄλλα τόσα στὸν Πατριάρχη. Κι΄ ἐπιπλέον στὸν Πατριάρχη ξεχωριστά, ἀργυρὲς πιατέλες καὶ λεκάνη ἀργυρὴ γιὰ τὸ νίψιμο τοῦ προσώπου του. Ἔτσι ὑποδουλωμένοι μὲ τέτοιους τρόπους καὶ τέτοια μέσα, πῆγαν μὲ τὸ μέρος τοῦ Πάπα. Ἐκεῖνοι λοιπόν, πού στὴ Βενετία μοίραζαν τὸ χρυσὸ μὲ τόση γενναιότητα, στὴ Φερράρα δὲν εἶχαν πλέον τὴν ἴδια προθυμία.

’Ἀντίθετα, ὅταν οἱ δικοί μας ἀντιστάθηκαν στὴν πρωτοκαθεδρία τοῦ Πάπα, γιατί, παρὰ τὴν ἀρχαία συνήθεια, ζητοῦσε νὰ καθίσει πάνω ἀπὸ τὸ βασιλιά, ἀμέσως σταμάτησαν τὸ σιτηρέσιο, παρόλο πού εἶχαν συμφωνήσει ἔγγραφιος νὰ δίνεται κάθε μήνα, ὅπως εἴπαμε. Κι ὅσο οἱ δικοί μας δὲν συμφωνοῦσαν νὰ ὁρίσουν τὶς καθέδρες ὅπως ἤθελαν ἐκεῖνοι, οὔτε τὸ σιτηρέσιο δόθηκε. Ἀλλὰ δόθηκε μόνο ὅταν ἔστησαν τὸν ἑωσφορικό του θρόνο ὅπως ἤθελαν. Αὐτὸ τὸν τρόπο μεταχειρίστηκαν καὶ στὴ συνέχεια καὶ πότε περνοῦσαν δύο μῆνες, πότε τρεῖς, πότε πέντε καὶ δὲν γινόταν καμιὰ ὑπόμνηση γιὰ τὸ σιτηρέσιο. Ἀλλὰ τί λέω ὑπόμνηση: Ζητοῦνταν καὶ ζητοῦνταν ἐπίμονα καὶ μὲ πολλὲς δεήσεις ἀλλὰ μάταια γινόταν κάθε δέηση. Ἔπρεπε πρῶτα νὰ συγκατανεύσουν σ’ ὅτι ἤθελαν ἐκεῖνοι καὶ τότε νὰ δοθεῖ, ἀλλὰ καὶ τότε ἐλλιπὲς καὶ ὄχι ὁλόκληρο. Γι’ αὐτὸ κι ἀναγκάζονταν οἱ δύστυχοι, ἄλλοι νὰ πουλοῦν ἂν εἶχαν τίποτα ἄξιο λόγου, κι ἄλλοι νὰ βάλουν ἐνέχυρο κι αὐτὰ τὰ ἴδια τ’ ἀρχιερατικά τους ἐνδύματα, γιὰ ν’ ἀποκτήσουν μερικὰ ἔσοδα νὰ ζήσουν καὶ νὰ μὴν πεθάνουν ἀπὸ λιμό. Καὶ δὲν ἀναφέρω τὶς χαμαιποιχίες τῶν περισσότερων πού δὲν εἶχαν οὔτε κρεβάτι οὔτε στρῶμα γιὰ ν’ ἀναπαυτοῦν λίγο, οὔτε τὴν ἐποχὴ τοῦ παγετοῦ. Κι ὄχι γιὰ δέκα μέρες, ἡ τρεῖς ἕβδομαδες, ἥ το πολὺ γιὰ ἕνα ἑξάμηνο. Ἀλλὰ σχεδὸν τρία χρόνια ὕπεφεραν οἱ ταλαίπωροι αὐτὲς τὶς μεγάλες καὶ μακροχρόνιες κακοπάθειες κι ἐκεῖνα τ’ ἀθεράπευτα κακά. Ἀθεράπευτα βέβαια, γιατί δὲν μποροῦσε κανεὶς οὔτε νὰ φύγει καὶ νὰ γλιτώσει, γιατί δόθηκε βασιλικὸ πρόσταγμα στοὺς θυρωροὺς τῆς πόλης, νὰ μὴν ἀφήνουν Γραικὸ πού δὲν ἔχει βούλα, δηλαδὴ διαβατήριο ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Κάποιοι κληρικοὶ πιεζόμενοι ἀπὸ τὴν ἀνάγκη βρῆκαν τρόπο κι ἔφυγαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Καὶ ὁ Πατριάρχης ἔγραψε ἀμέσως στὸν ἔπιτροπό του, νὰ θέσει σ’ ἀργία κι ἂν περιφρονήσουν τὴν ἀργία καὶ λειτουργοῦν, νὰ προστάξει τοὺς ὑπηρέτες νὰ τοὺς βγάλουν στὴ λεγάμενη λεωφόρο του Μιλίου, κι ἐκεῖ νὰ τοὺς δείρουν καταγῆς. Νὰ μὲ ποιοὺς τρόπους προχωροῦσε ἐκείνη ἡ ψευδὸ-σύνοδος στὸ σκοπό της, δηλαδὴ στὴν ἕνωση, τοὺς ὁποίους τρόπους τοὺς αὔξησαν ἀκόμα περισσότερο, ὥσπου ἔφτασαν αὐτοὺς τοὺς ἄθλιους στὸ σημεῖο τῆς ἔσχατης ἀνάγκης.

Πρὸς ἀλλαγὴ τόπου καὶ τοῦ θέματος

Ὅταν ἔμαθε ὁ βασιλιὰς τὴν φυγὴ στὰ κρυφὰ ἔκεινών των κληρικῶν κι ἐπειδὴ φοβήθηκε νὰ μὴν ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμά τους καὶ πολλοὶ ἄλλοι καὶ συγχρόνως θέλοντας νὰ περισφίξει ἀκόμα περισσότερο αὐτοὺς πού ἐναντιώνονταν στοὺς σκοποὺς τῆς ψευτοένωσης, συσκέπτεται μὲ τὸν Πάπα κι ἀποφασίζουν νὰ μεταφέρουν τὴ Σύνοδο στὸ ἐσωτερικό της Ἰταλίας κι ἐκεῖ νὰ συζητήσουν ὄχι πλέον σχετικὰ μὲ τὴν προσθήκη, ἂν ἔγινε καλῶς ἡ κακῶς στὸ ἅγιο Σύμβολο, ἀλλὰ γιὰ τὸ δόγμα, καθὼς πολλὲς μέρες πρωτύτερά του τὸ ζήτησαν αὐτὸ μὲ μεγάλη βιασύνη οἱ παπιστές, δηλαδὴ ἂν στ’ ἀλήθεια τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἡ ὄχι, πράγμα πού σημαίνει μὲ λίγα λόγια, ὅτι ἀποφάσισε ἔκεῖ νὰ κάνει τὴν ἕνωση.
Στὰ ἀλήθεια αὐτὸ φάνηκε φοβερὸ στοὺς περισσότερους, δηλαδὴ τὸ νὰ ἐγκαταλείπουν καὶ τὶς συζητήσεις γιὰ τὴν προσθήκη, πού ἦταν τὸ ἰσχυρότερο ὅπλο πηγαίνοντας σ’ ἄλλη πόλη καὶ νὰ σπαταλοῦν μάταια τὶς μέρες τοὺς ἔκεῖ, μὴν ξέροντας, πώς ἔκεῖ σκεφτόταν ὁ ἀσύνετος νὰ κάνει καὶ τὴν κάκιστη ἕνωση. Τελικὰ ἡ ἀπόφαση τοῦ βασιλιὰ ὕπερισχυσε τότε καὶ πέρασαν στὴ Φλωρεντία, ἀπὸ τὴν ὁποία κι ὀνομάστηκε Φλωρεντινὴ σύνοδος ἔκεῖνό το ἀποστατικὸ κι ἀντίχριστο συνέδριο. Καὶ τότε μόνο λοιπόν, ὅταν συμφώνησαν καὶ στὰ δύο, τοὺς δόθηκε καὶ τὸ σιτηρέσιο, ὄχι ὅμως ὅσο τοὺς ἔλειπε, δηλαδὴ πέντε μηνῶν, ἀλλὰ τεσσάρων. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες λοιπόν, ἄρχισαν καὶ τὶς συζητήσεις, ἔφοσον οἱ Λατίνοι τὸ ζήτησαν μὲ σφοδρὸ πόθο.

Λόγοι ἀλλαγῆς θέματος διαλόγου

Ἀλλὰ ἔδω, ἴσιος κάποιοι ἄπειροι σὲ τέτοιου εἴδους ζητήματα, θὰ ἀπορήσουν, ὀχετικᾶ μὲ τὴν αἰτία γιὰ τὴν ὅποια οἱ Λατίνοι τὸ ζητοῦσαν ἔπι-μόνα, ἔνω οἱ δικοί μας δὲν ἦταν πρόθυμοι νὰ προσέλθουν σ’ αὐτὲς τὶς συζητήσεις. Κι ἡ ἀπάντηση εἶναι ἡ ἕξης: Στὴν προσθήκη γίνονταν οἱ Λατίνοι κατακριτέοι, ὅπως κι ἔγιναν ἀπὸ τοὺς ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού ὁρίζουν κυριολεκτικὰ μὲ φρικτότατα ἀναθέματα, νὰ μὴν ἀφαιρέσει οὔτε νὰ προσθέσει κανεὶς οὔτε ἕνα γιώτα στὸ ἅγιο Σύμβολο. Γι’ αὐτὸ καὶ παρόλο πού φλυάρησαν πολύ, ὅπως εἴπαμε, θέλοντας νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἐπάρατη προσθήκη τους, καταλάβαιναν κι ἔξω ἀπὸ τὴν σύνοδο στὸ κόσμο λεγόταν φανερὰ κι ἄκου γάταν μὲ θάρρος, πώς ἡ νίκη τῆς ἀλήθειας εἶναι στὰ χέρια τῶν Γραικῶν. Γι’ αὐτὸ ἁγιονίστηκαν μ’ ὅλους τους τρόπους νὰ περάσουν στὶς συζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸ δόγμα, γιατί αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι ἕνα πλατὺ θέμα, καὶ γιὰ τὴ μία πλευρὰ καὶ γιὰ τὴν ἄλλη, δηλαδὴ τόσο γιὰ τοὺς Ἀνατολικούς, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς Δυτικούς. Εἶναι ἕνα θέμα στὸ ὅποιομπορουσαν νὰ παραβιάσουν καὶ νὰ παρερμηνεύσουν καὶ ρητά της θείας Γραφῆς. Μποροῦσαν νὰ φέρουν καὶ μαρτυρίες ἀπὸ θείους Πατέρες παλαιούς, ἄλλα μὲν ἀμφίβολα στὴν σημασία τους κι ἄλλα νόθα καὶ παραποιημένα. Καὶ τὸ μεγαλύτερο καὶ ἰσχυρότερο βοήθημά τους, ἦταν πού ἔλεγαν πώς ἔχουν λατινικὰ ρητὰ παλαιῶν δυτικῶν λατινικῶν ἁγίων, πού λένε τάχα φανερά, πώς τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.[21]

Ὅταν λοιπὸν οἱ Παπικοὶ ἔπροκειτο νὰ παρουσιάσουν αὐτὰ τὰ ρητὰ (ὅπως κι ἔγινε ὕστερα στὴν πράξη), καὶ ὁπωσδήποτε ἔπροκειτο νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἑρμηνευτικὴ ἐκδοχὴ ἀκόμη καὶ τὴν θεία Γραφή, ἦταν ἐπακόλουθο καὶ νὰ διακηρύξουν πώς ἀπέδειξαν τὴ δική τους γνώμη λαμπρότερα κι ἀπὸ τὸν ἥλιο. Γὶ αὐτὸ στὴ συνέχεια ἦταν ἀνάγκη, εἴτε νὰ πειστοῦν οἱ δικοί μας στὰ δικά τους λόγια καὶ νὰ δεχθοῦν ὡς ὀρθοδοξία τὴν κακοδοξία τους, εἴτε ἂν δὲν συγκατένευαν ν’ ἀποδεχτοῦν τὴν παπικὴ πλάνη τους, ἔπρεπε ἀναγκαστικὰ νὰ τοὺς κηρύξουν ὡς αἱρετικοὺς καὶ κακοφρονες καὶ ὁ Πάπας νὰ δώσει ἄδει,ἃ νὰ τοὺς πιάσουν κι ἴσως καὶ νὰ τοὺς φονεύσουν ὡς ἐχθρούς της πίστης κι ἀπειθεῖς καὶ περιφρονητὲς τῆς παπικῆς του μεγαλειότητας. Όλα αὐτὰ οἱ δύστυχοι Ἀνατολικοί τα σκέφτονταν καὶ πρὶν ξεκινήσουν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ πολὺ περισσότερό τα σκύφτηκαν καὶ τὰ κατάλαβαν ἀφοῦ τὰ δοκίμασαν ἔμπρακτα κι εἶδαν πόσο πεισματικοὶ καὶ φιλόνικοι εἶναι οἱ Δυτικοί. Οἱ ὅποιοι, παρόλο ὅμολογουμενως φανερὰ ντροπιάστηκαν καὶ δὲν κατάφεραν ν’ ἀπολογηθοῦν μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν Συνοδικῶν Ὅρων καὶ τοὺς θεοσοφοὺς λόγους τοῦ ἁγιότατου Ἐφέσου, ὅπως οἱ ἴδιοι, οἱ ὁμογενεῖς Ἴταλιωτές τους τὸ ὁμολόγησαν μὲ θάρρος, παρόλο λέω πού μὲ τέτοιο τρόπο ἀποστομώθηκαν καὶ ντροπιάστηκαν, ὡστόσο αὐτοὶ δὲν ντρέπονταν νὰ καυχιοῦνται ἐντελῶς τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ πώς ἀπολογήθηκαν πληρέστατα καὶ πώς ὅλα ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ Ἐφέσου τ’ ἀντέκρουσαν μ’ ἀναντίρρητα ἐπιχειρήματα κι ἀπέδειξαν σαφῶς, ὅτι καλὰ κι εὔλογα ἔκαναν τὴν προσθήκη στὸ Σύμβολο [22]
Νὰ λοιπὸν ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία οἱ δικοί μας ἀπέφευγαν ἐκεῖνες τὶς συζητήσεις, ὄχι δηλαδὴ ἀπ’ ἔλλειψη ἀλήθειας, (γιατί ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψει τὸ φῶς ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψει ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ), ἀλλὰ ἐπειδὴ στὴν πράξη κατὰ λαβαν, πώς ὄχι μόνο εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀλλάξει γνώμη ἐκεῖνο τὸ ἔθνος καὶ νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ φανεῖ πώς τόσους αἰῶνες ἦταν πλανεμένοι, ἀλλὰ μάλιστα προέβλεπαν, ὅτι ἀμέσως μόλις ριχτοῦν σὲ κεῖνες τὶς συζητήσεις 0ά συμβεῖ τὸ ἀντίθετο, ὅπως κι ἔγινε.
Ναὶ τὰ σκύφτηκαν καλὰ αὐτὰ ὅλα καὶ πρὶν καὶ μετά, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν ν’ ἀντιλέγουν στὸ βασιλιά. Γι’ αὐτὸ καὶ μετέβηκαν στὴ Φλωρεντία, ὅπως εἴπαμε κι ἀποδέχτηκαν αὐτὸν τὸν ἀγώνα τῶν διαλέξεων.
Ἀλλὰ γιατί εἶπα ἀποδέχτηκαν; Κι αὐτὸν τὸν ἀγώνα στὴν Φλωρεντία μόνος ὁ ἱερὸς καὶ μέγας Μάρκος τὸν διεξῆγε. Ὁ καλὸς καὶ λαμπρὸς καὶ μόνος ἄξιος ἀγωνιστὴς ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας, ὁ ὅποιος καὶ γιὰ τὴν λαμπρότητα τῆς εὐαγγελικῆς του ζωῆς καὶ γιὰ τὴν ἐπισημότητα τῆς διπλῆς του ἰδιότητας, τῆς ἀρχιερωσύνης ἔννοω, καὶ τῆς τοποτηρησίας ὅλων των θρόνων τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τῶν λόγων του, αὐτὸς ὁ ἄνδρας ἦταν κι ἀναγνωριζόταν ὡς ἀρχηγὸς κι ἐπικεφαλῆς καὶ κορυφαῖος της συνέλευσης τῶν Ἀνατολικῶν.

Στὴ Φλωρεντία Ἔναρξη Συνόδου 26-2-1439

Εἶναι ἀδύνατο ἀδύνατον νὰ περιγράψουμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε ἐδῶ, σ’ ὅτι φορᾶ τὴ παροῦσα ὑπόθεση, τὰ τότε γεγονότα στὴν Φλωρεντία ἀναλυτικά. Γι’ αὐτό, μὲ μεγάλη συντομία θὰ δείξω τὸ θαῦμα τοῦ μέγα ἡρῶα. Ἔγιναν ἑπτὰ γενικὲς συνελεύσεις στὸ παλάτι τοῦ Πάπα [τὸν Μάρτιο τοῦ 1439], Σ’ ὅλες μόνος αὐτὸς φαινόταν ν’ ἀγωνίζεται, μόνο αὐτὸς ἀπαντοῦσε, αὐτὸς ἔλεγχε τὰ σοφίσματα καὶ τὶς παρερμηνεῖες κι αὐτὸς μόνο φαινόταν στόμα τῶν θεολόγιον καὶ ὕπερμαχός της πατροπαράδοτης πίστης. Καὶ γιὰ νὰ στολίσου μὲ τὰ μαργαριτάρια τοῦ σοφότατου Σχολάριου τὴν ἱερή του κεφαλὴ λέει:
Ὑπεράσπιζε τὸ πατρικὸ δόγμα, μόνος ἀνάμεσα στοὺς Λατίνους. Γιατί σὲ μᾶς, πού ὀφείλαμε νὰ εἴμαστε σύμμαχοί του, ἀντὶ γιὰ τέτοιους, ἀλίμονο, ἔβρισκε ἐχθρούς.
Στ’ ἀλήθεια εἶναι ἀνυπόστατος ἐκεῖνος ὁ μύθος πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι ΄Ἕλληνες, ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν πλάση, εἶναι κάποιος ’Ἄτλας πού βαστᾶ ὅλο τὸν κόσμο. Ἀλλὰ ἂν ἐκεῖνο ἦταν ὄντως μύθος, ὁ Μάρκος τῆς Ἐφέσου σίγουρα στάθηκε πραγματικὸς κι ἀληθινὸς Ἄτλας, ἐπειδὴ αὐτὸς μόνος βάσταξε πάνω του ὅλο το σύστημα τῶν Ἀνατολικῶν ἡ γιὰ νὰ τὸ πῶ ὀρθότερα τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ σχεδὸν ὅλοι οἱ ἄλλοι παρεξέκλιναν κι ἐξαχρειώθηκαν, ἄλλοι ἀπὸ φθόνο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο, ἄλλοι ἀπὸ κολακεῖες καὶ μάταιες ὑποσχέσεις, κι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τὴν πίεση τῆς μακροχρόνιας ταλαιπωρίας καὶ τοῦ ἀναπόφευκτου λιμοῦ, κανένα ὅμως ἀπὸ τὰ προηγούμενα δὲν μπόρεσε νὰ ἔχει τὴν παραμικρὴ ἐπιρροὴ σὲ κείνη τὴν ἀδαμάντινη ψυχὴ τοῦ Μάρκου.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ φανεῖ πώς ἐγὼ ἐπιχειρῶ νὰ ἐγκωμιάσω αὐτὸ τὸ μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, πράγμα ἀδύνατο στὴ στεγνὴ ἀπὸ κάθε δροσιὰ ρητορικῆς εὐγλωττίας γραφίδα μου, ἀκολουθῶ μόνο μὲ τὴ λιτή μου γλώσσα τὴν ἁπλὴ διήγηση τοῦ λόγου, λέγοντας ὅτι στὸ τέλος, μ’ ἕναν ὁλόκληρο λόγο τὸν ὅποιοσυνεθεσε μὲ τὴ σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ τὸν ὅποιοεκφωνησε στὴν τελευταία, δηλαδὴ στὴν ἕβδομη συνέλευση [17.3.1439], μ’ αὐτὸν τὸ λόγο ἀπέδειξε λαμπρότατα ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς κι ἀπὸ τὶς ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους κι ἀπὸ τοὺς ἐπιμέρους ἅγιους καὶ τοὺς ἔγκριτους δασκάλους, ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἔχει καὶ διαφυλάττει ἐκείνη τὴν ἴδια πίστη, τὴν ὁποία παρέδωσαν στὸ κόσμο οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, δηλαδὴ τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἀληθινὴ κι ὀρθόδοξη.

Ἀπαγόρευση νὰ ὁμιλεῖ ὁ Μάρκος Ἐφέσου

Καὶ μόλις εἶπε αὐτὸ τὸ λόγο ἀτὸ μέσον ὁ Μάρκος Ἐφεσου στ μέσον της Συνόδου, σιώπησε στὸ ἕξης, ἐπειδὴ κατάλαβε καὶ πληροφορήθηκε, ὅτι οἱ παπιστὲς ὅμοια σχεδὸν μὲ τὸ διάβολο, προτιμοῦν νὰ μείνουν στὴν κακοφροσύνη τους, μόνο γιὰ νὰ μὴ φανεῖ πώς ἔσφαλλαν. Παλιὸ χαρακτηριστικὸ στ’ ἀλήθεια αὔτού του ἔθνους, τῶν Λατίνων ἐννοῶ, ἡ ἔπαρση, ἡ ὑπεροψία, ἡ ἀλαζονεία κι ἀξιόπιστος μάρτυρας αὔτου εἶναι ὁ μέγας δάσκαλος τῆς οἰκουμένης, ὁ φωτισμένος ἓξ οὐρανοῦ Βασίλειος, πού ἄκμασε τὸν τέταρτο αἰώνα, λέγοντας γι’ αὐτούς, ὅτι :
«Οὔτε ξέρουν τὴν ἀλήθεια, οὔτε καταδέχονται νὰ τὴν μάθουν»
Ὅταν σιώπησε λοιπὸν ὁ θεῖος Μάρκος, ἀναγκαστικὰ σταμάτησαν κι οἱ διαλέξεις. Γιατί οἱ ἀγωνιζόμενοι δὲν εἶχαν στὸ ἕξης τὸν ἀνταγωνιζόμενο. Καὶ μάλιστα δὲν πῆγε πιὰ οὔτε στὶς δύο κοινὲς συνελεύσεις πού ἔγιναν ἀκόμα [21.3 καὶ 24.3.1439]. Ἀλλὰ αὖτο λένε ὅτι τὸ ἔκανε καὶ δὲν πῆγε, μὲ βασιλικὴ διαταγή.
Τί ἔγινε ἔπειτα; Ἄραγε σιώπησε τελείως κι ἔκεῖνό το θεολογικότατο στόμα ἔκλεισε; Μιμήθηκε τάχα κι αὖτος, κατὰ κάποιον τρόπο ἐκείνους τοὺς λιποτάκτες καὶ προδότες τῆς πατροπαράδοτης πίστης; Ὄχι, μακάρι νὰ μὴν κάνει κανεὶς τέτοιες ἄτοπες σκέψεις γιὰ τὸν δικό μας τρεῖς φορὲς ἄριστο. Μάλιστα μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι ἀπ’ αὖτό το σημεῖο καὶ μετὰ ἀρχίζουν τὰ ὑπερθαύμαστα καὶ ὑπερφυσικά του ἀγωνίσματα καὶ παλέματα.
Γιατί ναί, πρὸς τοὺς Λατίνους σιώπησε. Ἀλλὰ ἄνοιξε καὶ πλάτυνε ἐκεῖνο τὸ θεῖο στόμα πρὸς τοὺς λατινόφρονες. Σταμάτησε: τὶς διαλέξεις μὲ τοὺς Δυτικούς, ἀλλὰ τὶς ἄνοιξε ὕστερα μὲ τοὺς Ἀνατολικούς. Τώρα τὸν πόλεμο τῶν ἑτερογενῶν παπιστῶν διαδέχτηκε ἐκεῖνος τῶν ὁμογενῶν οὐνιτῶν. Καὶ γιὰ τὸ πώς ἔγινε, προσέξτε γιὰ ν’ ἀκούσετε ὄντως θαυμαστὰ κι ἐξαίσια πράγματα.


9. Νοθεία τῶν Πατερικῶν κειμένων

Ὅπως πρέβλεπαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δικούς μας ὅτι θὰ γίνουν τὰ πράγματα, ἔτσι καὶ ἔγιναν
Δηλαδή, ὅταν σταμάτησαν οἱ συζητήσεις μὲ τὸν Μάρκο, οἱ Λατίνοι παρουσίασαν τελικὰ ἐκεῖνα τὰ ρητὰ πού διαφήμιζαν πώς ἔχουν, τὰ ὅποια λένε ὅτι ΄τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ΄. Αὐτοὶ ἔλεγαν, πώς τὰ ρητὰ ἐκεῖνα εἶναι παλαιῶν δυτικῶν ἅγιων, πού εἶναι δηλαδὴ ἀποδεκτοὶ καὶ στὶς δύο Ἐκκλησίες καὶ στὴ Δυτικὴ καὶ στὴν Ἀνατολική. Γι’ αὐτὸ καὶ παρουσιάζονταν μὲ πολὺ θάρρος κι ἔλεγαν, νά, φανερά το λένε οἱ Δυτικοὶ ἅγιοι, ὅτι τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Τί ἀπαντᾶτε λοιπόν; Δῶστε ἀπάντηση σ’ αὐτά. Κι ἀποχοαρισαν στὰ ἰδιαίτερα, περιμένο-ντᾶς τὴν ἀπάντηση.
Ὁ βασιλιὰς ἄρχικα εἶπε, πώς πρέπει οἱ δικοί μας νὰ κάνουν τὴ ζητούμενη ἀπολογία καὶ αὐτὸ τὸ βάρος ἀνατέθηκε πάλι σ’ αὐτὸν τὸν μέγα δάσκαλο. Ἐκεῖνος ἀπάντησε στὸ βασιλιὰ μ’ αὐτὰ τὰ λόγια:
Βλέπω, λέει, ὅτι αὐτὲς οἱ διαλέξεις δὲν θὰ τελειώσουν ποτέ, οὔτε θὰ ἀποκομίσουμε ἐμεῖς ἀπ’ αὐτὲς κάτι καλό. Γι’ αὐτό, προτιμῶ νὰ μὴν μιλῶ ἄσκοπα καὶ νὰ διαμάχομαι μάταια. Ἐπειδὴ καὶ γι’ αὐτὸ ἔλαβα χάρη πού μου παραχωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἁγία σου βασιλεία, γιὰ νὰ πῶ ὅσα εἶπα στὴν τελευταία ὁμιλία καὶ νὰ σταματήσω. Ἂν ὅμως ἐσὺ προστάζεις ἔτσι, ἄς μιλήσει κάποιος ἄλλος κι ἄς δώσει ἀπολογία.

Ἔτσι μίλησε αὐτὸς ὁ μέγας, ἀλλὰ ποιὸς ἄλλος βρισκόταν ἱκανὸς καὶ ποιὸς εἶχε τόση δύναμη γιὰ νὰ πάρει ἄξια τὴ θέση του; Ἀλλὰ τί εἶπα ἄξια; Οὔτε στὸ παραμικρὸ δὲν βρέθηκε ἄλλος ν’ ἀπαντήσει ὕστερα ἀπ’ αὐτόν. Μάλιστα κι ὁ βασιλιὰς πού ἀπέβλεπε ὁλωσδιόλου στὴν ἕνωση καὶ ὄχι σὲ διάσταση καὶ χωρισμό, ἐπειδὴ σκέψτηκε πώς ἂν ἄναγκασει τὸν Μάρκο νὰ κάνει τὴν ἀπολογία, θὰ γράψει ὅπως ἤξερε νὰ γράφει, δηλαδὴ ἔπροκειτο ν’ ἀπαντήσει πώς τὰ ρητὰ ἐκείνων τῶν Δυτικῶν ἅγιων ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δὲν τὰ δέχεται, γιατί:
Πρώτον, διατηρεῖ ἄμφιβολιες μήπως εἶναι νόθα, δηλαδὴ ψευδεπίγραφα ἡ παραφθαρμένα.
Δεύτερον, γιατί ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἀληθινά, πάλι δὲν τὰ δέχεται, ἐπειδή, πρῶτα, προτιμᾶ τὸ δεσποτικὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔκεῖνο τὸ ἴδιο λέει, ΄ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα ΄ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται΄ καὶ δεύτερον, ἄκολουθεῖ τὴν αὐθεντία τῶν ἑπτὰ ἅγιων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπου ὅλες διαβάζουν τὸ ἅγιο Σύμβολο χωρὶς τὴν προσθήκη.
Τρίτον, ἄκολουθεῖ τὴ συμφωνία ὅλων των ἔγκριτων δασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, τόσο τῶν Ἀνατολικῶν ὅσο καὶ τῶν Δυτικῶν, βγάζοντας τοὺς τρεῖς ἐκείνους ἡ τέσσερις Δυτικούς, στοὺς ὁποίους λένε ὅτι ἄνηκουν αὐτὰ τὰ ρητά. Γιατί εἶναι μεγάλη ἄφροσυνη ν’ ἄφησει κανεὶς τὸ ἄπειρο πλῆθος τῶν Θεολόγων, τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ προπάντων τὸ στόμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, ὁ ὅποιος δίδαξε στοὺς ἄνθρωπους τὴν πίστη καὶ ν’ ἀκολουθήσει δύο ἡ τρεῖς ἅγιους. Αὐτοὶ οἱ ἅγιοι δὲν γνωρίζουμε ἀπὸ ποιὲς αἰτίες, πού μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν τότε, ἔφθασαν νὰ γρὰτ[ἰουν ἡ νὰ μιλήσουν ἔτσι (δηλαδὴ ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση πού εἶναι δικά τους τὰ ρητά), κι αὐτὴ ἀκόμα ἡ ἄνθρωπινη ἀδυναμία εἶναι ἄρκετη αἰτία, ἀπὸ τὴν ὅποια ἦταν δυνατὸ νὰ λαθέψουν κι ἐκεῖνοι ὡς ἄνθρωποι κι ὄχι ἀπὸ τὴν κακογνωμία τους.

Στοχαζόμενος, λέω, ὁ βασιλιὰς πώς ἔτσι περίπου ἔπροκειτο ν’ ἀπαντήσει ὁ μέγας θεολόγος, ὅπως καὶ τὸ εἶπε καὶ βεβαιότατα ἦταν ἔναντιόν της γνώμης του, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔδωσε ἄδεια στὸ ἕξης νὰ ἔρθουν σὲ διαλέξεις μαζὶ μὲ τὸν Μάρκο τὸν Ἐφέσου. Κι ἄρχισε νὰ σκέφτεται ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ ἴσως κάποιος τρόπος καὶ κάποιο μέσο γιὰ νὰ ἕνωθουν, χωρὶς νὰ γίνει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἄδυνατα, δηλαδή, οὔτε οἱ Λατίνοι νὰ βγάλουν τὴ προσθήκη, οὔτε οἱ Ἀνατολικοὶ νὰ τὴ δεχτοῦν.

Πορεία πρὸς τὴν Οὐνίαν Ἕνωση

Ἔτσι ἀπὸ αὐτὸ ἄρχισαν τὰ μυστικὰ συμβούλια [’Ἀπρίλιο καὶ Μάιο τοῦ 1439]. Κάθε μέρα δὲν παρέλειπε νὰ συσκέπτεται, πότε μὲ τὸν Ρωσίας Ἰσίδωρο, τὸν μετέπειτα ἄναρριχηθεντα στὸ ἀξίωμα τοῦ καρδινάλιου, πότε μὲ τὸν Νίκαιας Βησσαρίωνα καὶ πότε μὲ τὸν πνευματικὸ Γρηγόριο, τὸν ὅποιον κι ἄνεδειξε μέγα πρωτοσύγκελλο, γιὰ νὰ ἔχει στὸ ἕξης καὶ μεγαλύτερη ἰσχὺ ὁ λόγος του. Αὐτοὶ τὸν πλησίαζαν, αὐτοὶ ἦταν οἱ καθημερινοί του συμβουλάτορες, ἡ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, οἱ ἐκ δεξιῶν του δορυφόροι καὶ περιτρεχόμενοι. Μ’ αὐτοὺς λοιπὸν συσκεπτόταν γιὰ νὰ βρεῖ τοὺς ἕνωτικους τρόπους καὶ τὰ μέσα κι αὐτοὺς ἄγαπουσε, κι αὐτοὺς τιμοῦσε καὶ τοὺς ἔκρινε ἄξιους κάθε εὔμενειας κι ἀποδοχῆς. Κι ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους Ρωμιοὺς πού ἦταν ἐκεῖ καὶ ἔλεγαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ ἄλλο μέσο γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε, παρὰ νὰ βγεῖ ἡ προσθήκη ἀπὸ τὸ σύμβολο, αὐτοὶ χλευάζονταν καὶ περιψρονοῦνταν. Ἀκόμη μὲ μεγάλο θυμὸ ὑβρίζονταν βαριά, ἐπειδὴ εἶναι δῆθεν ἀπειθεῖς καὶ μὴ σὺ-νεργαζόμενοι στοὺς ἕνωτικους τρόπους, καὶ δὲν ἄγαπουσάν το καλὸ πού ἔπροκειτο τάχα νὰ γίνει στὴν πατρίδα ἀπὸ τὸν Πάπα μετὰ τὴν ἕνωση [23]. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν συνάχθηκαν ὅλοι μία μέρα ἀτὰ βασιλικὰ δωμάτια μὲ βασιλικὴ διαταγή, δημηγόρησε ὁ αὔτοκρατορας λέγοντας, ὅτι ΄στὸ ἕξης πρέπει νὰ ξέρει ὁ καθένας, πώς ἂν ἐναντιωθεῖ στοὺς τρόπους πού ζητοῦν νὰ βροῦν καὶ γίνει ἐμπόδιο στὴ ἕνωση, πρόκειται νὰ λάβει τὸν ἀναγκαῖο περιορισμὸ καὶ τὴν ποινὴ γιὰ τὴν αὔθα-δειά του, γιὰ νὰ γνωρίζει, λέει, τὰ μέτρα καὶ ν’ ἀκολουθεῖ τὴν γνώμη τῶν πολλῶν΄.

Μάχη Μάρκου μὲ λατινόφρονες

Ἄλλα ποιὸς νὰ μὴ θαυμάσει Α καὶ νὰ μὴν ἐκπλαγεῖ μὲ τὸ θάρρος καί. τὴ γενναιότητα τοῦ θείου Μάρκου; Ἀμέσως ἐκείνη τὴν ὥρα, μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴ φοβερὴ καὶ αὐστηρὴ δημηγορία τοῦ Βασιλιά, μόνο αὐτὸς ὁ Μάρκος βρέθηκε ἐνάντιος στὶς δικές του ἀποφάσεις. Κι ὁ βασιλιὰς ρώτησε τοὺς παρόντες λέγοντας, ὅτι ἂν οἱ Λατίνοι δέχονται τὸ ρητό του ἁγίου Μάξι-μου, ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς Μαρίνο, τάχα δὲν εἶναι, καλὸ νὰ ἑνωθοῦμε γι’ αὐτὸ μ’ αὐτούς; Κι ἀμέσως τὰ δοχεῖα τοῦ Σατανᾶ, ὁ Ρωσίας, ὁ Νίκαιας καὶ ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος Γρηγόριος εἶπαν ΄ναί, βασιλιά, εἶναι τὸ καλύτερο΄. Κι ἀγωνίζονταν νὰ τὸ παρουσιάσουν ὡς καλὸ καὶ νὰ πείσουν τοὺς πάντες νὰ τὸ δεχτοῦν.
Ὄχι΄, ἀπάντησε μόνος ὁ Μάρκος. ΄Ὄχι αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, γιατί οἱ Λατίνοι πιστεύουν τὸ ἀντίθετο ἀπ’ αὐτὸ πού λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος. Καὶ πώς πρόκειται νὰ ἑνωθοῦμε μ’ αὐτούς, ἂν ἴσως λένε μόνο μὲ τὰ λόγια ὅτι δέχονται τὸ ρητό του ἅγιου Μάξιμου κι ἔπειτα αὐτοὶ νὰ πιστεύουν τὸ ἀντίθετο κι ἀκόμα περισσότερο νὰ κηρύττουν στὶς Ἐκκλησίες τοὺς τὸ δικό τους φρόνημα; Ὄχι (λέει), αὐτὸ δὲν γίνεται. Ἀλλὰ πρέπει πρῶτα αὐτοὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν δική μας γνώμη καθαρὰ καὶ ἄδολα κι ἔτσι νὰ ἑνωθοῦν μέ μας΄.
Εἶδες ἔνσταση ἀγαπητέ; Εἶδες ἄφοβια καὶ σταθερότητα γνώμης; Εἶδες φρόνημα ὄντως ἐκκλησιαστικὸ καὶ πατερικό; Ἐκεῖνοι, λέει, νὰ ὁμολογήσουν τὴ δική μας γνώμη. Καὶ πῶς; ΄καθαρὰ καὶ ἄδολα΄. Ὄχι δηλαδὴ μ’ ἀσάφεια, ὄχι μὲ σοφίσματα, ὄχι μὲ τεχνάσματα καὶ πονηριά, ἀλλὰ ΄καθαρὰ καὶ ἄδολα΄. Κι ἔτσι τί νὰ γίνει; Νὰ ἔνιυθουν ἐκεῖνοι μέ μας, ὄχι ἐμεῖς μὲ κείνους, ἀλλὰ κεῖνοι μέ μας, γιατί ἐμεῖς σταθήκαμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ καλὰ καὶ σωστὰ ἐξαρχῆς στὸ ἀληθινὸ θεμέλιό της πίστης. Ἔμεῖς δὲν ἀποκλίναμε ἀπὸ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια. Γι’ αὐτὸ ἐκεῖνοι οἱ ἀποκλίνοντες, οἱ ἀποσχισθέντες παπικοί, οἱ πλανηθέντες μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἐκεῖνοι νὰ ἔπιστρεψουν, ἐκεῖνοι νὰ ἑνωθοῦν μέ μας. ”Ω, μεγάλη καὶ θεία ἀμυχή! Ω. ὑψηλὴ κι οὔρανοφρονη διάνοια!

Ἐπίθεση λατινοφρόνων κατὰ Μάρκου

Ὡστόσο, παρόλο πού αὐτὸς ὁ θεῖος δάσκαλος μίλησε τόσο ἀκριβέστατα κι ἁγιότατα, ὕπε ρίσχυσαν οἱ περὶ τὸν βασιλιά, λέγοντας, ὅτι ἂν δεχτοῦν τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Μάξιμου, ἐπειδὴ γνώριζαν πώς ἦταν ἐλλιπής, ἑνωνόμαστε μέσω αἰπὴς μ’ αὐτοὺς κι ἐπειδὴ ὑπῆρχε ἀμφιβολία μήπως δὲν τὴν δεχτοῦν, ἄρχισαν νὰ σκέφτονται κι ἄλλους τρόπους καὶ μέσα γιὰ τὴν ἕνωση. Ἀλλὰ ὁ θεῖος δάσκαλος, ξέροντας πώς δὲν ὑπάρχει (ἄλλο μέσο ἀκίνδυνο γιὰ τὴν ἕνωση παρὰ νὰ βγάλουν ἐκεῖνοι τὴν προσθήκη ἀπὸ τὸ Σύμβολο, διαφωνοῦσε φανερὰ καὶ χωρὶς φόβο μὲ τοὺς τρόπους πού ἐφεύρισκαν ἐκεῖνοι καὶ γιὰ νὰ πιὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ ἱστορικοῦ, προέβαι,νὲ σὲ ἀντιπαράθεση. Γι’ αὐτό, αὐτοὶ πού διαφωνοῦσαν μαζί του ἔδειχναν τὸ πάθος τους, ἀκόμα κι ἀπὸ τὴ θέση πού κάθονταν. Γιατί κάθονταν ἀπέναντί του καὶ καταφέρονταν ἐναντίον τοῦ μὲ μεγάλη ὁρμὴ καὶ ἄμετρο πάθος.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὁ δύστυχος ὁ Ἀντώνιος Ἡράκλειας, βλέποντας τὴν ἐμπάθεια καὶ τὸ φιλόνικο πνεῦμα αὐτῶν πού ἀντέλεγαν, τοὺς εἶπε:
Στ’ ἀλήθεια παθιασμένα μιλᾶτε ὅλοι ἐσεῖς΄. Τόσα πρόφτασε νὰ πεῖ. Κι ἀμέσως ὁ Νίκαιας καὶ ὁ Ρωσίας ἀπάντησαν μὲ θυμό:
Κοίτα πώς μᾶς βρίζεις; Τί κακὸ λέμε καὶ μᾶς βρίζεις;΄
Καὶ ὁ Ρωσίας ἐπιχείρησε νὰ καταφερθεῖ ἐνοχλητικὰ ἐναντίον τοῦ Ἥρακλειας. Κι ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ διέταξε τὸν Ρωσίας νὰ σωπάσει, καταφέρεται ὁ ἴδιος μὲ θυμὸ ἐναντίον τοῦ Ἥρακλειας. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρει) αὐτολεξεὶ τὴ λεκτικὴ ἐπίθεση τοῦ βασιλιά, λέω μὲ συντομία, ὅτι ἔκανε στὴν πράξη, αὐτὰ πού εἶχε πεῖ προηγουμένως στὴ δημηγορία του κι ἔπιτιμησε, ὄνομαζοντας τὸν ἀνίδεο, ἀπαίδευτο, χῶ-ρίατη κι ἀναίσχυντο κι ἔσωστρεφη καὶ βάναυσο κι ἀναιδῆ κι ἄλλα πολλά, τὰ ὅποια ἔλεγε μ’ ἄμετρο θυμὸ κι ὀργὴ δύο καὶ τρεῖς φορές, ξοδεύοντας μιάμιση ὥρα καὶ δείχνοντας μ’ αὐτό, καὶ μ’ ἐκεῖνες τὶς πολλὲς φοβέρες, μὲ πόσο πάθος ἐπιδίωκε τὴν ἕνωση κι ἄς γινόταν ὅπως κι ἂν γινόταν καὶ πόσο δυσαρεστοῦνταν κι ὀργιζόταν ἐναντίον ἐκείνων πού τὴν ἔμποδιζαν.
Ἀλλὰ ἐδῶ γεννιέται μία ἀπορία. Τί μεγάλο κακὸ εἶπε ἐκεῖνος ὁ καλὸς ἀρχιερέας καὶ ἀκοῦσε ἀπὸ τὸ βασιλιὰ ὅσα ἄκουσε; Ὁ λόγος τοῦ Ἥρακλειας ἦταν σύντομος. Στὶς διαλὲ ξεῖς δὲν ἦταν ἱκανός. Τί μεγάλο ἐμπόδιο λοιπὸν ἔφερε πρὸς τὴν ἕνωση καὶ ξέσπασε μὲ τόση ὀργὴ ἐναντίον τοῦ ὁ βασιλιάς; Τὴν ἕνωση πού ζητοῦσε αὐτὸς κανεὶς ἄλλος δὲν τὴν ἐμπόδιζε τόσο φανερὰ καὶ σταθερὰ καὶ μὲ κάθε τρόπο, πάρα μόνο ὁ Ἐφέσου. Πχ7χ λοιπόν, ἀφήνοντας αὐτὸν φανερὰ καὶ ὅμολογουμενως νὰ ἐναντιώνεται στὸ σκοπό του, ξέσπασε ὅλη τὴν ὀργὴ τοῦ κατὰ τοῦ φτωχοῦ Ἡρακλείας; Βέβαια ἦταν ἄλλη ἡ αἰτία ἔνω ἀντίθετα ἄνεχοταν τὸν Μάρκο, ἐπειδὴ δὲν τὸν ὑπολόγιζε ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀρχιερεΐς, ἀλλὰ τοῦ ἐΐχε μία ξεχωριστὴ ἐκτίμηση δηλαδὴ τὸν σεβόταν καὶ τὸν τιμοῦσε καὶ ὡς σοφότατο καὶ ὡς ἁγιότατο ὅπως κι ἔμπρακτά το ἔδειξε μετὰ τὸ τέλος τῆς συνόδου. Καὶ ὅτι ὁ Μάρκος σχεδὸν μόνος του ἐμπόδιζε τὴν ἕνωση, τὸ μαθαίνουμε ἀπὸ τ’ ἀκόλουθα ἐκείνης τῆς ἱστορίας.

Βία κατὰ Μάρκου

Κάθονταν λέει ὑποφέροντας καὶ λιώνοντας ἀπὸ τὴν πείνα ἐπειδὴ πάλι ὁ οὐρανὸς τοῦ Πάπα, ὀργισμένος γιὰ τὴν σκληροκαρδία τῶν Γραικῶν πού δὲν ὑποτάσσονται, ἔκλεισε γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ δὲν ἔβρεχε τὸ σιτηρέσιο. Κι ὅλοι ὕπεφεραν, ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους οἱ ΄γενίτσαροι΄ τοῦ βασιλιά, ὡς ἐνδεέστεροι καὶ πένητες, τόσο πού ἄλλος ἔβαλε ἔνεχυρό τα φτωχικά του ροῦχα, ἄλλος πούλησε τ’ ἅρματά του. κι ἄλλος ἀναγκάστηκε νὰ κάνει κάτι ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ἀπὸ τὴν πείνα. Ἄλλα τελικά, ἐπειδὴ τὸ κακὸ δὲν ἦταν μικρό, πιεσμένοι ἀπὸ τὴν ἔσχατη ἄναγκη, προστρέχουν στὺν μέγα πρωτοσύγκελλο πού τὸν ἔβλεπαν ὅτι. εἶχε μεγάλο θάρρος μὲ τὸ βασιλιά, νὰ μεσολαβήσει πρὸς τὴ βασιλεία του, γιὰ νὰ τοὺς ἐλεήσει μὲ τ’ ἀπαραίτητα ἔξοδα. Κι αὐτός, ἂν καὶ παρακάλεσε δύο καὶ τρεῖς φορές, δὲν κατόρθωσε τίποτα. Γι’αὐτό, ἐπειδὴ ἔρχονταν πάλι, σ’ αὐτὸν καὶ μὴ μπορώντας ν’ ἄντεξει τὴν ἐνόχληση, τοὺς εἶπε:
Πηγαίνετε στὸν Ἐφέσου καὶ στὸν μέγα σακελάριο, καὶ κάντε μ’ αὐτοὺς ὅπως νομίζετε, γιατί ἐκεῖνοι ἔμποδιζουν τὴν ἕνωση κι ἀπ’ αὐτοὺς ὑποφέρετε κι ἐσεῖς καὶ ὅλοι ἐμεῖς. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ καταφέρουμε νὰ ἐπιστρέφουμε στὴν πατρίδα μας΄.

Παρέμβαση Παπικῶν

Ἀλλὰ ἄς ἔπανελθουμε στὸ προκείμενο. Πέρασαν πολλὲς μέρες κι οὔτε ἀπολογία δινόταν σὲ κεῖνα τὰ λατινικὰ ρητά, οὔτε μποροῦσε νὰ βρεθεῖ τρόπος καὶ μέσο γιὰ τὴν ἕνωση. ΄Ὅσα κι ἂν συσκὲ-φτηκαν μεταξύ τους οἱ Ἀνατολικοί, μ’ ὅσα κι ἂν συζήτησαν καὶ συσκέφτηκαν μὲ τοὺς Λατίνους, ὅπως τὸ ζήτησε ὁ βασιλιὰς καὶ συνέρχονταν γιὰ πολλὲς μέρες, δέκα ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ δέκα ἀπὸ τὸ ἄλλο, γιατί ἴσως, λέει, ἀπὸ τὶς πολλὲς συσκέψεις, ἔπροκειτο νὰ βρεθεῖ ἐκεῖνο τὸ ἱκανοποιητικὸ μέσον γιὰ τὴν ἐπιθυμητὴ ἕνωση. Παρόλα αὐτὰ λέω, δὲν μπόρεσε νὰ βρεθεῖ ἄλλο μέσο, ἐκτὸς ἀπὸ κεῖνο πού ἔλεγε ὁ μέγας δάσκαλος, δηλαδὴ ν’ ἀποβληθεῖ ἡ προσθήκη ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστης. Ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὸ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν Λατίνων ἦταν τὸ πλέον ἀδύνατο (γιατί, ἔλεγαν ἀποφασιστικά, ἔγκατα-λεῦψτε αὐτὸ τὸ ζήτημα, γιατί ἀφοῦ προστέθηκε ἅπαξ, εἶναι ἀδύνατο νὰ βγεῖ). Ἔτσι οἱ Ἀνατολικοὶ ἄρχισαν νὰ ζητοῦν ἐπίμονα μὲ δάκρυα καὶ θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν βασιλιά, νὰ ἐπιστρέφουν στὴ πατρίδα. ΄Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Πάπας ταράχτηκε. Κι ἔστειλε ἀμέσως καρδινάλιους κι ἐπισκόπους στὸν βασιλιὰ κι ὅπως ἦταν ὅλοι ἐκεῖ συγκεντρωμένοι μὲ διαταγὴ τοῦ βασιλιά, δημηγόρησαν πάνω ἀπὸ δύο ὧρες, κατηγορώντας μὲ πίκρα καὶ αὐστηρότητα τοὺς δικούς μας γιὰ τὴν ἀμέλεια, τοὺς, λέγοντας κι ἀπαριθμώντας τὰ ὅσα ἀπὸ τὴν ἄρχη ὡς τότε ἔκανε ὁ Πάπας γι’ αὐτούς, δηλαδὴ πώς τοὺς ἔφερε ἐκεῖ μὲ δικά του πλοῖα κι ἔξοδα πού δὲν ἦταν εὐκαταφρόνητα γιὰ τόσο λαό, πώς τοὺς δέχτηκε καὶ τοὺς ἀνάπαυσε μὲ κάθε ἀγάπη καὶ τιμή, πώς τοὺς ἔτρεφε καθημερινὰ μὲ δικά του σιτηρέσια, ἤδη πάνω ἀπὸ δύο χρόνια, πώς δὲν ἔλειψε ποτὲ ἐκεῖνος ἀπ’ ὅσα ἦταν ἀναγκαία καὶ χρήσιμα στὸ θεῖο ἔργο τῆς ἕνωσης. Καὶ στὸ τέλος εἶπαν κι Ἀποφάσισαν, πώς εἶναι ἀνάγκη, εἴτε νὰ δεχτοῦν τὶς μαρτυρίες τῶν ἁγίων πού τοὺς παρουσίαζαν κι ἔτσι νὰ ἑνωθοῦν, εἴτε ἂν ἀμφιβάλλουν γι’ αὐτές, εἶπαν, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσουν ὥσοτου λυθοῦν οἱ ἀπορίες τους καὶ προσχιορήσουν στὴ λατινικὴ ἀλήθεια κι ἔτσι καὶ πάλι νὰ ἑνωθοῦν. Αὐτὰ εἶπαν, θέλοντας νὰ τοὺς δώσουν μ’ αὐτὰ νὰ καταλάβουν, ὅτι χωρὶς νὰ γίνει ἕνωση, μάταια φαντάζονταν καὶ ζητοῦσαν τὴν ἐπάνοδό τους στὴν πατρίδα.

Πιέσεις αὐτοκράτορα καὶ Πατριάρχου

Ὁ βασιλιὰς ἤθελε βέβαια καὶ διψοῦσε γὶ αὐτὸ καὶ μαζί, μ’ αὐτὸν κι ὁ Πατριάρχης, ὁ ὅποιος ἔδειχνε πάντα πώς δῆθεν δὲν τοῦ ἀρέσουν οἱ κινήσεις τοῦ βασιλιὰ καὶ ὅμως πάντα ἀκολουθοῦσε σὰν ἀργυρώνητος δοῦλος. Αὐτὸ τὸ ἤθελαν βέβαια κι ἄλλοι τρεῖς τέσσερις ἡ καὶ περισσότεροι, οἱ ὅποιοι ἀπὸ μόνοι τους κι ἀπὸ καιρὸ ἔσπευδαν νὰ προσχωρήσουν στὸ λατινισμὸ κι ἀκόμα περισσότερο αὐτοὶ ἔσπρωχναν καὶ τὸν ἴδιο τὸν βασιλιά. Ἀλλὰ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ μεταστρέψουν κι ὅλους τους ἄλλους, καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἀδαμάντινη ψυχὴ τοῦ Μάρκου, ἀπὸ τὸν ὅποιομαλιστα δυνάμωναν κι ὅλοι οἱ ἄλλοι κι ἀντιστέκονταν στὶς προσβολές.
Ἔτσι ἄρχισαν νὰ γίνονται συχνότερα τὰ μυστικὰ συμβούλια μεταξύ του βασιλιὰ καὶ τοῦ Πατριάρχη καὶ αὐτῶν πού μελετοῦσαν αὐτὰ μαζί τους. Κι ὁ Πατριάρχης ἄρχισε νὰ μιλᾶ γιὰ συγκατάβαση καὶ νὰ ὑποκινεῖ τὴν ἕνωση καὶ τὴν εἰρήνη τῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμη γιὰ τὸ γένος. Καὶ τοὺς παρακινοῦσε πατρικὰ νὰ μεταχειριστοῦν στὴν ἀνάγκη κάποια οἰκονομία καὶ νὰ κάνουν κάποια παραχώρηση, ὥστε νὰ βροῦν μεγάλη βοήθεια γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τῆς πατρίδας μέσα ἀπὸ τὴν ἕνωση μὲ τοὺς παπικούς. Καὶ αὐτοὶ πού ἦταν παρόντες καὶ ἄκουγαν τὴν προσπάθεια πρὸς τὸν λατινισμὸ καὶ ὅτι παρασύρονταν σιγὰ σιγὰ τὰ πράγματα πρὸς τὴν ἕνωση, ἀπαντοῦσαν μὲ θάρρος σ’ αὐτόν, ὅτι ΄δὲν χωρᾶ συγκατάβαση στὰ ζητήματα τῆς πίστης΄. Κι αὐτὸς πάλι ἀπαντοῦσε, ὅτι ΄μπορεῖ νὰ γίνει κι αὐτό, ἂν ἀποβλέψουμε στὸ μέγα κέρδος πού πρόκειται ν’ ἀποκτήσουμε μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴ συγκατάβαση΄.

Πρὸς τὴν ὁμολογίαν Ἕνωσης-Οὐνίας

Ἐνῶ ἔλεγαν καὶ μελετοῦσαν αὐτά, οἱ Λατίνοι στέλνουν στὸ βασιλιὰ ἔκθεση πίστης, πού ἀνακήρυττε λαμπρὰ καὶ τρανὰ τὴ δική τους αἱρετικὴ παπικὴ γνώμη, λέγοντας ἀποφασιστικά, ὅτι ἂν δεχτεῖτε κι ὁμολογήσετε ὅσα περιέχονται σ’ αὐτή, ἄμεσως θά ἑνωθοῦμε. Ὁ βασιλιὰς ἔτυχε νὰ εἶναι ἄρρωστος κι ἀφοῦ πέρασαν μερικὲς μέρες, μαθεύτηκαν τὰ ὅσα αὐτὴ ἡ παπικὴ ἔκθεση περιεῖχε κι ὅλοι πιὰ ἐκπλήσσονταν καὶ ταράζονταν κάπως, ἄκουγοντας πώς ὁ βασιλιὰς πρόκειται νὰ τοὺς καλέσει γιὰ νὰ λάβει τὴ γνώμη τοὺς ἐγγράφως. Συγκεντρώθηκαν λοιπὸν στὰ βασιλικὰ δωμάτια μὲ βασιλικὸ πρόσταγμα, μαζὶ μέ τόν Πατριάρχη. Αὐτὸς τοὺς εἶπε ἔκεῖνο πού ἦταν ἀλήθεια κι ὅτι δὲν τοὺς κὰ-λεσε ἀμέσως, ἔξαιτιάς της ἀρρώστιας του. Ἔπειτα μὲ πρόσταγμα ἀναγνώστηκε ἐκεῖνο τὸ λατινικὸ γράμμα κι ἄμεσως ὅλοι, πλὴν ἀπὸ κείνους τοὺς τέσσερις, κι ἐννοῶ τὸν Ρωσίας, τὸν Νίκαιας, τὸν Μυτιλήνης καὶ τὸν μεγάλο πρωτοσύγκελλο, ὅλοι οἱ ἄλλοι λέω, φώναξαν μὲ πολὺ θόρυβο καὶ ταραχὴ λέγοντας:
Πῶς μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τέτοια ἔκθεση, ἡ ὁποία περιέχει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετο ἀπ’ αὐτὸ πού πιστεύει ἡ δική μας Ἐκκλησία;΄ Τότε ἐκεῖνοι οἱ τέσσερις ἀπάντησαν:
Ἂν ἀλλάξουμε κάποια ἀπ’ αὐτὰ πού περιέχει αὐτή, μποροῦμε νὰ τὴν δεχτοῦμε;΄.
Καὶ ποιὰ ἄλλαγη, ἀπάντησαν οἱ δικοί μας, μπορεῖ νὰ τὴ διορθώσει; Εἶναι ἄδιορθωτη ἐξαρχῆς΄.
Ἀλλὰ ὁ Ρωσίας καὶ ὁ Νίκαιας ἄρχισαν ἄμεσως νὰ τὴν ὑπερασπίζονται καὶ ν’ ἀποδεικνύουν πώς μποροῦμε νὰ τὴ δεχτοῦμε κι εἶπαν:
«΄Ἔκ του .διά του»
Ἐπειδή, τὸ διὰ τοῦ Υἵου, εἶναι ἰσοδύναμο μὲ τὸ ἐκ τοῦ Υἵου. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι λένε, ὅτι τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατέρα διὰ τοῦ Υἵου, οἱ δυτικοὶ λένε ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἵου. Κι οἱ μὲν λένε διὰ τοῦ Υἵου, οἱ δὲ ἐκ τοῦ Υἵου, συμφωνοῦν ὡστόσο σὲ μία καὶ τὴν αὐτὴ ἔννοια, ἐκεῖνοι μὲ τὴν πρόθεση Διὰ’ καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν πρόθεση Ἐκ’ .

Ὁ Ἀντίπαπας (Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός). Ἀθανασίου Παρίου [Ἐνότητες 12-20]

πηγή

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *