Μάρκος Εὐγενικός[Περιεχόμενα]

12.Ἀνασκόπηση τοῦ θέματος

Λαὸς πολὺς στ’ ἀλήθεια, τὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Σύνοδος τῆς Ἀνατολῆς συγκροτημένη ὅλη σχεδὸν ἀπὸ λογάδες, περήφανη, μὲ τὸν Οἰκουμενικό της Πατριάρχη, λάμποντας μ’ αὔτοκρατορικο διάδημα, κίνησε ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ πρὸς τὴ δύση, γιὰ ν’ ἀλλάξει μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες τὴν πίστη της, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ κείνους πού ἤδη πεντακόσια χρόνια τους εἶχε ἀποβάλλει καὶ πολλὲς φορὲς τοὺς ἄναθεμα-τιζε ὡς αἱρετικοὺς κι ἐτήσια μάλιστα, τὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας. ’Ώ, μωρία, ω, ἀνοησία! Ὄντως ἔξισταται, ἔξισταται ὁ οὐρανὸς ἐναντίον τους. Ποιὰ γλώσσα λοιπὸν μπορεῖ νὰ ἐγκωμιάσει ἄξια αὐτὸν τὸν ἀληθινὸ ἱεράρχη πού μόνος, ἀνάμεσά σε τόσα πλήθη, περικυκλωμένος, μπόρεσε νὰ διαφυλάξει ἀμετακίνητο ἀπὸ τὶς ἄνομες βουλὲς τοὺς τὸ λογισμό του; Αὐτὸν βέβαια μακαρίζει τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ γλώσσα τοῦ Δαβὶδ λέγοντας: «Μακάριος ὁ ἄνηρ, πού δὲν βάδισε μὲ τὴ γνώμη τῶν ἀσεβῶν, οὔτε πῆρε τὴν ὁδὸ τῶν ἁμαρτωλῶν κι οὔτε κάθισε στὴν καθέδρα τῆς ἀρρώστιας»

Τελικὴ προσπάθεια τῶν Λατινοφρόνων

Ἀλλὰ παρόλο ποὺ τὸ ἱερὶ καὶ θεῖο ἐκεῖνο στόμα σώπασε κι ἔκλεισε ἡ πηγὴ τῆς ἀλήθειας, εἶναι ὡστόσο ἀναγκαῖο ν’ ἀκολουθήσουμε μὲ συντομία τὴν ἱστορία ἐκείνης τῆς ψυχοφθόρου ἕνωσης πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπειδὴ αὐτὴ πρόκειται νὰ μᾶς δείξει τὸ σκοπὸ καὶ τὸ ἔπισφραγισμά των ἀγώνων τοῦ τέλειου καὶ λαμπρότατου νικητὴ καὶ τροπαιούχου του Μάρκου.
Ὅταν σώπασε λοιπὸν ὁ ἅγιος, οἱ γύρω ἀπὸ τὸν Νίκαιας, σ’ ἄλλη συνέλευση πού ἔγινε μὲ Πατριαρχικὸ πρόσταγμα, διάβασαν τὰ ὑπὸ τοῦ Βέκκου διεφθαρμένα ρητά των ἅγιων. Ἐκεῖνα δηλαδὴ πού ἔλεγαν, ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Κι ἀμέσως ὁ Πατριάρχης δέχτηκε τὰ ρητά των ἁγίων, ὡς γνήσια τάχα καὶ δέχτηκε τὸ ἐκ τοῦ Υἵου [Φιλιόκβε] μαζὶ μὲ δέκα ἀρχιερεῖς. Οἱ περισσότεροι δὲν τὸ δέχτηκαν, μόνο ὅμως γιὰ κείνη τὴ μέρα, γιατί ἀργότερα κι αὐτοὶ μὲ διάφορους τρόπους, γκρεμίστηκαν στὸ βάραθρο τοῦ λατινισμοῦ, ἄλλοι μὲ φοβέρες, ἄλλοι μὲ κολακεῖες κι ἐλπίδες κι ἄλλοι μὲ πλούσια τραπεζώματα, πού ἦταν τὸ πιὸ αἰσχρό, ν’ ἀνταλλάξουν δηλαδὴ τὰ λαμπρὰ πρωτοτόκια τῆς πίστης τους, μὲ λίγη κοπριὰ τῆς κοιλιᾶς, σὰν τὸν βέβηλο Ἤσαυ,
Ἴντριγκες καὶ ρουσφέτια
Δὲν θὰ μιλήσω γιὰ ἴντριγκες καὶ τρόπους πού μεταχειρίστηκαν διάφοροι, ὥστε νὰ μεταπείθουν καὶ νὰ ὑπογράφουν, ἀλλὰ θὰ πῶ μόνο γιὰ τὸν Πατριάρχη.
Ὁ μηχανευόμενος κακὰ καὶ διεφθαρμένος γέρος, ὁ Πατριάρχης, προσκάλεσε τὸν Τυρνόβου, τὸν Ἄμασειας καὶ τὸν Μολδαβίας καὶ τοὺς κατηγοροῦσε λέγοντας:
Πολὺ ὡραία τα κάνατε, δὲν εἶστε δικοί μου; Ἔγω δὲν φρόντισα νὰ προκόψετε καὶ σᾶς προβίβασα; Δὲν ἔχετε ἀπὸ μένα ὅ,τι θέλετε; Δὲν ἀνήκετε στὸ κελί μου καὶ στὴ φαμίλια μου; Πῶς δὲν ἀκολουθήσατε τὴ γνώμη μου, ἀλλὰ ἄφησατε νὰ μὲ νικήσουν οἱ ἀντίπαλοί μου;΄.
Αὐτὰ κι ἄλλα παρόμοιά τους εἶπε καὶ τοὺς δίδαξε καὶ τοὺς πῆρε μὲ τὸ μέρος του. Κι ὕστερα ἀπ’ αὐτούς, λέει., Θέλησε ὁ ἄθλιος νὰ δοκιμάσει ἂν μπορέσει νὰ μετακινήσει κι αὐτὸν τὸν ἀσάλευτο στύλο τῆς πίστης τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικό. Μεγάλο το μέγεθος τῆς μωρίας σου, ταλαίπωρε, ἀκόμα καὶ πού ἄφησες νὰ σοὺ μπεῖ στὸ μυαλὸ ἡ ἰδέα γιὰ ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα! Τὸν προσκάλεσε λοιπὸν κι αὐτὸν κι ἄρχισε νὰ τὸν παρακινεῖ, νὰ τὸν παρακαλεῖ καὶ νὰ τοῦ δίνει εὐχές.
Νὰ ἔχεις τὶς εὐχὲς τῶν ἁγίων, τοῦ ἔλεγε. Νὰ ἔχεις τὶς εὐχὲς τοῦ πατέρα σου. Σ’ αὐτὲς σ’ ἔξορκιζω. Μὴν στέκεσαι ἐνάντια σ’ αὐτὸ τὸ θεῖο ἔργο τῆς ἕνωσης. Συγκατένευσε καὶ σὺ λίγο γιὰ τὴν κοινὴ ὠφέλεια τοῦ γένους μας, γιὰ νὰ γίνει κάθε καλὸ
Τέτοια εἶπε καὶ κίνησε ΄κάθε πέτρα΄, κατὰ τὴν παροιμία καὶ μηχανεύτηκε τὸ καθετί, αὐτὸς ὁ κακότροπος καί, πολυμήχανος Πατριάρχης γιὰ νὰ μεταπείθει κι ἐκεῖνον τὸν ἄδαμαντα (αὐτὴ εἶναι λέξη τοῦ ἴδιου του ἱστορικοῦ). Τὴν ἀπάντηση τοῦ ἅγιου δὲν μᾶς τὴν ἄφησε γραμμένη ὁ ἱστορικός.
’Ἀναφέρει ὅμως ὁ ἱστορικὸς ὅτι ὁ Πατριάρχης δὲν βρῆκε καλάμι πού παρασύρεται ἀπὸ τὸν ἄνεμο, οὔτε φύση χαλαρὴ κι εὔκολη στὴν ὑπακοή. Ἀλλὰ βρῆκε ψυχὴ καλὰ θεμελιωμένη πάνω στὴν πνευματικὴ πέτρα, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ γι’ αὐτὸ κι ἀπέτυχε στὸ σκοπό του, ὁ ἀνόητος καὶ μάταιος λατινόφρονας Ἰωσήφ.

Συμφωνία ἕνωσης-Οὐνίας

Γιὰ νὰ συντομεύσω τὸν λόγο, αὐτὰ γίνονταν γιὰ δύο μέρες καὶ τὴν τρίτη συγκεντρώθηκαν στὰ βασιλικὰ δωμάτια μὲ πρόσταγμα. Κι ἀφοῦ προτάθηκε πάλι ἡ ἀπόφαση, τοὺς ρώτησαν ὅλους, ἱερωμένους, ἄρχοντες, ὡς καὶ τοὺς ὑπεύθυνούς των ἵματιων καὶ τοὺς γιατροὺς κι ὅλοι ἀποδέχτηκαν ὡς καλὴ τὴν ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους. Κατόπιν, σύμφωνα μέτη συνήθεια, σηκώθηκαν ὄρθιοι γιὰ νὰ πεῖ κι ὁ βασιλιὰς τὴ γνώμη του. Καὶ γιὰ νὰ μὴν γράψω κατὰ λέξη ὅλη του τὴν ὁμιλία εἶπε ἐν ὄλιγοις, πώς τὴν παροῦσα σύνοδο δὲν τὴν θεωρεῖ κατώτερη ἀπὸ τὴν πρώτη ἅγια κι Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, οὔτε ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες πού ἀκολούθησαν τὴν πρώτη καὶ γι’ αὐτὸ ὁ καθένας ὀφείλει ν’ ἀκολουθεῖ τὴν ἀπόφασή της. Κι ἔτσι κι ἐγὼ λέει, πού εἶμαι χρισμένος βασιλιὰς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὀφείλω ν’ ἀκολουθῶ τὴ δική της ἀπόφαση καὶ τῶν περισσοτέρων μέσα σ’ αὐτὴ κι ἐπιπλέον νὰ ὑπερασπίζομαι αὖτα πού ἀποφάσισε ἡ πλειοψηφία. Γι’ αὐτὸ λέω κι ὁμολογῶ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἰσχὺ τῆς ἱερῆς βασιλείας μουςότι ἀκολουθῶ τὴν ἀπόφαση αὐτῆς τῆς ἱερῆς συνόδου καὶ τῶν περισσότερων μέσα σ’ αὐτὴ ἀπαρέγκλιτα, ὥστε μὲ κάθε τρόπο νὰ τὴν ὑπερασπίζομαι ἀπ’ ὅλους. Αὐτὴ εἶναι ἐν συντομία ἡ γνώμη τοῦ βασιλιά.
Ἦταν νὰ τοὺς κλαῖνε κι΄ οἱ σκύλοι
Κι΄ ἀξίζει νομίζω ἐδῶ νὰ προσθέσω κι ἐγώ. ἐκεῖνο τὸ ἀξιοσημείωτο γεγονὸς τὸ ὁποῖο διηγεῖται ἀμέσως μετὰ ὁ φιλαληθέστατος ἱστορικός.
Ἕνα ἀπὸ τὰ κυνηγετικὰ σκυλιά, λέει, συνήθιζε ν’ ἀκολουθεῖ τὸ βασιλιά, ὅσες φορὲς πήγαινε στὰ διαμερίσματα τοῦ Πατριαρχείου. Ὁ βασιλιὰς καθόταν πάνω στὸ θρόνο του καὶ τὸ σκυλὶ ἀνέβαινε καὶ κοιμόταν στὸ χρυσὸ προσκέφαλο πού ἦταν μπροστὰ ἀπὸ τὸ θρόνο καὶ χρησίμευε γιὰ ὑποπόδιο. Σ’ ὅλες τὶς συνελεύσεις πού γίνονταν στὸ διαμέρισμα τοῦ πατριάρχη, εἴτε μιλοῦσε ὁ βασιλιὰς εἴτε σιωποῦσε, αὐτὸ πάντα καθόταν ἥσυχο καὶ σιωπηλὸ πάνω στὸ ὑποπόδιο. Μόνο ἐκείνη τὴ φορά, ὅταν ὁ βασιλιὰς ἄρχισε νὰ λέει τὴ γνώμη του, ἀμέσως ἄρχισε καὶ τὸ σκυλὶ νὰ γαβγίζει καὶ νὰ κλαψουρίζει. Πολλοὶ ἐπιχείρησαν ἀμέσως νὰ τὸ ἐμποδίσουν καὶ νὰ τὸ σταματήσουν καὶ κυρίως οἱ βασιλικοὶ ἀκόλουθοι πού ἔστεκαν δίπλα, ἀλλὰ μάταια. Δοκίμασαν μὲ φωνὲς καὶ ραβδίσματα, ἀλλὰ τίποτα. Τὸ σκυλὶ δὲν σταματοῦσε. Ἔλεγε ἄκαταπαυστά το σκυλίσιο του τραγούδι καὶ κλαψούριζε θρηνητικὰ κι ἔξυψαινε σκυλίσια τραγωδία καί. συνόδευε γοερὰ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ τὰ βασιλικὰ λόγια. Καὶ κατὰ κάποιο τρόπο, φαινόταν πώς κρατοῦσε τὸ ἴσο στὴ φωνὴ τοῦ ὁμιλητὴ καὶ τοῦ ἔδινε τὸ ρυθμὸ μὲ σκυλίσια μελωδία. Καὶ ὅπως οἱ μουσικοὶ λαμπρύνουν τὶς καλλιφωνίες τῶν δασκάλων μὲ τὶς λεπτὲς φωνὲς τῶν παιδιῶν καὶ τὶς καθιστοῦν μελωδικότερες, ἔτσι καὶ τὸ σκυλὶ ἐκεῖνο, τραγουδοῦσε καὶ γάβγιζε διαπεραστικὰ καὶ διεκτραγωδοῦσε σκυλίσια κι ἔψελνε στὸν ὀμιλούντα. Ἤ καλύτερα, κλαψούριζε, θρηνοῦσε καὶ κραύγαζε καὶ δὲν σταμάτησε, παρὰ μόνο ὅταν σιώπησε κι αὐτὸς πού ἔλεγε τὴ γνώμη του.
Αὐτὸ τὸ παράδοξο κι ἀσυνήθιστο κι ἐξαίσιο γεγονός, ἀμέσως ἑρμηνεύτηκε ἀπὸ τοὺς γνωστικούς, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἑρμηνευτεῖ, δηλαδὴ πώς ὁ Θεὸς ὑποκίνησε ἐκεῖνο τὸ ζῶο, ὅπως κάποτε τὸν γαίδαρο τοῦ Βαλαάμ, ἀτὸ νὰ θρηνεῖ καὶ νὰ κλαίει τὴν προδοσία πού ἔκανε ὁ βασιλιὰς τοῦ Ὀρθόδοξου δόγματος, γιὰ νὰ ἐλέγξει μὲ τὸ ἄλογο ὃν τοὺς λογικούς, πού σηκώθηκαν καὶ παραφρόνησαν. Κι ἀφοῦ τελείωσε ἡ ὁμιλία τοῦ βασιλιὰ κι ὅλοι σχεδὸν εἶπαν τὴ γνώμη τους, πώς δέχονται δηλαδὴ τὴν ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους, ἀμέσως ὁ βασιλιὰς πρόσταζε τοὺς βασιλικοὺς ὑπηρέτες, νὰ προσέχουν στὸ ἕξης: ΄ὅποιον ἀκούσουν νὰ μιλᾶ ἔναντιόν της ἕνωσης καὶ νὰ ὑποκινεῖ ταραχές, ὅπως ἀκούω, (εἶπε), πώς κάνουν κάποιοι καὶ διαφωνοῦν, ἀμέσως νὰ τοῦ τὸ ἀναφέρουν΄ γιὰ νὰ ἔπιβαλλει σ’ αὐτοὺς τὴν πρέπουσα τιμωρία.

Ἐπίθεση Παπικῶν στὰ ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας

Νόμισε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς πώς μ αὐτοκατόρθωσε τὰ πάντα. Γι’ αὐτὸ κι ἔτρεξε στὸν Πάπα περιχαρής, δίνοντας αὐτὴ τὴν καλὴ εἴδηση, πόας ἡ Ἀνατολικὴ Σύνοδος δέχτηκε τὴ γνώμη τῶν Λατίνων καὶ δὲν λείπει τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ γραφτεῖ ὅρος, κατὰ τὴ συνήθεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ νὰ τὸν ὑπογράφουν καὶ τὰ δύο μέρη κι οἱ Ἀνατολικοὶ κι οἱ Δυτικοὶ κι ἔπειτα, μία μέρα νὰ γιορτάσουν τὴν κοινὴ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ μία κοινὴ λειτουργία σ’ ἕνα ναό, ντυμένοι ὅλοι μὲ τὰ ἱερά τους ἄμφια. Κι ἀμέσως μετὰ νὰ φύγουν. Αὐτὰ σκύφτηκε καὶ ζήτησε ὁ βασιλιάς, ἀλλὰ δὲν φάνηκαν αὐτὰ ἱκανοποιητικὰ στὸν Πάπα, χωρὶς νὰ τελειώσουν καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα πού ἑτοίμασαν νὰ τοὺς παρουσιάσουν. Ἐπειδή, χάρηκαν μὲν μὲ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ τοὺς ἀπάντησαν, πώς ὁ ὅρος δὲν πρόκειται νὰ γραφτεῖ, ἂν δὲν διορθώσουν, ἡ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, ἂν δὲν διαστρεβλώσουν καὶ τὰ ἄλλα ἔθιμα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὅποια ἐκεῖνοι ὀνόμαζαν νεωτερισμοὺς καὶ παρεισφρήσεις. Ζητοῦσαν δηλαδή, νὰ δεχτοῦν οἱ δικοί μας τὰ ἄζυμα στὴ λειτουργία, τὸ δόγμα γιὰ τὸ καθαρτήριο, τὴν μοναρχία τοῦ Πάπα καὶ τέλος ν’ ἀποβάλλουν ἀπὸ τὴ λειτουργία τὶς ἐπικλήσεις, δηλαδὴ τὶς δεήσεις τοῦ ἱερέα γιὰ τὴν μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ὡς περιττὲς καὶ νὰ πιστεύουν ὅπως ἐκεῖνοι, ὅτι δηλαδὴ τὰ μυστήρια τελειώνουν μὲ τὴν ἐκφορὰ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου.

Αὐτὰ τάραξαν ὑπερβολικά τους Λατινόφρονες καὶ περισσότερο τὸν Βασιλιὰ καὶ τὸν Πατριάρχη, γιατί φοβοῦνταν πώς εἰδικὰ γιὰ τὴ θεία λειτουργία, θὰ γίνει μεγάλη ταραχὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἂν ἀκουστεῖ πώς ἄλλαξαν τὴ λειτουργία τοῦ Χρυσόστομου καὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου, οἱ ὅποιες εἶναι ὁλοφάνερα συνθεμένες μὲ τὶς ἱερὲς ἐπικλήσεις τῆς μεταβολῆς.
Μεταχειρίστηκαν πολλοὺς τρόπους, πρόβαλαν μεγάλη ἀντίσταση, μέχρι πού ὁ βασιλιὰς ἄγανακτισμενος, προσκα-λεῖ τὸν μέγα δάσκαλο, τὸν Μάρκο καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ γράφει γιὰ τὸ ζήτημα τῆς θείας μεταβολῆς τῶν τίμιων Δώρων. Κι αὐτὸς πείστηκε νὰ γράψει κι ἀπέδειξε, ὅτι ἔτσι παρέδωσαν οἱ ἅγιοι δάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας νὰ τελοῦνται τὰ θεία δῶρα στὴν Λειτουργία, ὅπως τὰ ἁγιάζουν οἱ ἱερεῖς τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ἔγραψε ὄντιος καὶ τ’ ἀπέδειξε αὐτὰ ὁ θεοσοφὸς δάσκαλος, ἀλλὰ πότε ἔμαθε νὰ πείθεται αὐτὸ τὸ πεισματάρικο γένος; Ἔκαναν τόσες συχνὲς κι ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις κι ἐνστάσεις πρὸς τὸ βασιλιά, ἰοστε αὐτὸς ἀπὸ τὴν πολλὴ θλίψη, φώναξε μία μέρα:
Βλέπω ἀνθρώπους πού δὲν πείθονται καὶ φιλονικοῦν διαρκῶς γιὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὴ θέλησή τους. Ἀγωνίζονται τόσο γί,ἃ ν’ ἀναιρέσουν ἰὸ καθετί, ὥστε θὰ μποροῦσε νὰ προλάβει καὶ νὰ πεῖ κάποιος ὅτι, ἂν ἴσως ἕνας ἀπὸ μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός μας, αὐτοὶ θὰ φιλονικοῦν καὶ μία καὶ δύο μέρες καὶ μὲ κάθε τρόπο θὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ ἀναιρέσουν καὶ νὰ ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός μας΄.
Νὰ τί εἶπε γιὰ τοὺς ἀγαπημένους τοῦ Λατίνους ὁ ἄπελπι-σμένος βασιλιὰς κι ἄθελά του, ἐπιβεβαίωσε τὸν λόγο τοῦ μεγάλου Βασιλείου, πού ἔγραψε ὅτι:
«Οὔτε γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, οὔτε δέχονται νὰ τὴν μάθουν»
Ὁριστικὴ ὑποχώρηση λατινοφρόνων στὴν Οὐνία
Τελικά, ἀφοῦ ἄντισταθηκε ἀρκετὰ κά· πολλὲς φορές, σκεφτόμενος ὁ ἄθλιος αὔτοκρατορας πώς δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος οὔτε νὰ ζήσουν, γιατί ὁ οὐρανὸς τοῦ Πάπα ἔκλεισε διὰ μιᾶς, οὔτε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν Ἰταλία, γιατί βρίσκονταν σὲ περιορισμό, τὰ ἔδωσε ὅλα ὅσα τοῦ ζήτησαν κι ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ γραφτεῖ ὁ ὅρος καὶ νὰ ὑπογράφει καὶ νὰ λάβει τέλος ἡ ἐπιθυμητὴ ἕνωση. Ὅλα τα προηγούμενα λοιπόν, οἱ συνελεύσεις, οἱ συζητήσεις, οἱ ἀντιπαραθέσεις, οἱ γνωμοδοτήσεις κι οἱ συγκαταθέσεις, ἀπέβλεπαν σ’ αὐτὸ τὸ σκοπό, σὰν νὰ λέει κανείς, πώς ὅλα ἐκεῖνα, ἦταν ὁ δρόμος πού ἔφερε σ’ αὐτὸ τὸ βάραθρο, τὸ ἄνοιγμα, τὴν πύλη τοῦ ΄Ἅδη.


13.Οἱ συκοφαντίες τοῦ Οὐνίτη γιὰ τὸν Μάρκο

Τί τάχα νὰ κάνει τώρα καὶ πώς νὰ διασφαλίσει τὸν ἑαυτό του κι ὅλη την’Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ὁ μόνος καὶ μέγας προστάτης της καὶ πρόμαχος; Αὐτὸ πάντως πού γράφει ὁ κοινὸς ψευδοχρονογράφος γι’ αὐτόν, εἶναι μύθος καὶ φλυαρία. Δηλαδὴ πώς ὁ ἅγιος ἔκοψε τὴ γενειάδα του κι ἀφοῦ ἄλλαξε καὶ τὸ ὑπόλοιπο σχῆμα του, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴ σύνοδο. Φλυαρία λοιπὸν εἶναι αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ὁ Μάρκος ἔκλεψε τὴ νίκη μὲ τὴ φυγή. Καὶ παρόλο πού αὐτὸ δὲν δηλώνεται ρητά, στὰ τῆς πίστειος ὡστόσο εἶναι ἐπαινετό, γιατί φανερώνει πρώτον, μετριοφροσύνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ δεύτερον, γιατί ἔτσι αἴρεται κι ἡ ἀφορμὴ τοῦ φόνου ἀπὸ τοὺς διῶκτες, ὅπως τὸ ἔκαναν κι ἄλλοι δύο ἐπίσκοποι, ὁ Γιουρτζίας καὶ ὁ Σταυρουπόλεως. Ὁ πρῶτος, ὅταν ἄρχισαν νὰ λένε τὴ γνώμη τους, ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τὰ ροῦχα του, ἔκανε γιὰ λίγες μέρες τὸν τρελὸ καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔξαπατησέ τους θυρωροὺς καὶ ξέφυγε. Ὁ δεύτερος, δηλαδὴ ὁ Σταυρουπόλεως, τὴν ὥρα πού συγκεντρώθηκαν γιὰ νὰ ὑπογράψουν τὸν ὄρο, μπόρεσε κρυφὰ νὰ βρεῖ τρόπο (γιατί ἡ ἀνάγκη μᾶς κάνει ἐφευρετικοὺς) κι ἔτσι γλίτωσε κι. ἔφυγε. Ἀλλὰ γιατί ἀναφέρω μόνο αὐτούς; Ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐκεῖνες τὶς μεγάλες του νίκες κατὰ τῶν Ἄρειανων τὶς κατόρθωσε, ὡς ἐπὶ τὸ πλεΐστον, μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες φυγές του. Καὶ σ’ ὅλα αὐτὰ ἔχουμε ὡς κανόνα τὸ παράδειγμα τοῦ Δεσπότη μας, ὁ ὅποιος φεύγει στὴν Αἴγυπτο γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὴ βρεφοκτονία τοῦ Ἡρώδη.

Νὰ μὴν ἄναγκαστω νὰ ὑπογράψω τὸν ὄρο . Γιατί αὐτὸ δὲν πρόκειται τότε νὰ τὸ κάνω, ὅτι καὶ νὰ γίνει
Ὡστόσο λέω, ὁ λαμπρὸς ἀγωνιστὴς τῆς ἀλήθειας δὲν τὸ ἔκανε αὐτό. Χρησιμοποίησε ἄλλον τρόπο, πιὸ ἐπαινετὸ κι ἀσφαλῆ. Ἃς τὸν ἀκούσουμε αὐτολεξεί, ἀπὸ τὸν φιλαλήθη ἱστορικό μας.
Ὁ Συρόπουλος λοιπὸν λέει, ὅτι ὁ Ἐφέσου καθόταν σιωπηλὸς καὶ ὑπόφερε μ’ αὐτὰ πού γίνονταν (πρόσεξε τὸ ὑπόφερε, γιατί δείχνει, τὴν μεγάλη θλίψη καὶ λύπη ἀπὸ τὴν ὁποία ὑπέφερε ἐκείνη ἡ θεία ψυχή, γιὰ τὴν προδοσία τοῦ Ἀνατολικοῦ Ὀρθόδοξου φρονήματος). Κι ὅταν ἔμαθε ὅτι πρόκειται νὰ γραφτεῖ κι ὁ ὅρος, ξέροντας πώς θὰ τὸν φώναζαν καὶ θὰ τὸν ἀνάγκαζαν νὰ ὑπογράψει, πρόλαβε καὶ παρακάλεσε τὸν ἄρχοντα Δημήτριο (δηλαδὴ τὸν ἀδελφό τοῦ βασιλιά), καὶ βάζοντας αὐτὸν νὰ μεσολαβήσει στὸ βασιλιά, ἀνέφερε μέσω ἐκείνου τά ἑξής:
Ἡ ἁγία σου βασιλεία ξέρει καλά, πώς ἐγὼ δὲν ἤθελα οὔτε νὰ γίνω ἀρχιερέας, οὔτε νὰ ἔρθω στὴ σύνοδο, γιατί ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ διάγω ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἥσυχο καὶ μοναχικὸ βίο. Ἀλλὰ ἡ ἁγία σου βασιλεία διέταξε καὶ μ’ ἀνάγκασε καὶ γιὰ τὰ δύο. Χωρὶς νὰ θέλω λοιπόν, ἀναγκάστηκα νὰ δείξω τὴν ὀφειλόμενη ὑπακοὴ στὴν ἁγία σου βασιλεία. Κι ἀποδέχτηκα καὶ τὸν κόπο καὶ τὸν ἀγώνα τῶν συνδιαλέξεων, ἀκόμα καὶ πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου καὶ δὲν παράβλεψα, οὔτε ἀμέλησα τίποτα ἀπ’ ὅσα μποροῦσα νὰ κάνω. Ἀλλὰ τώρα, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση πηγαίνει ἀνάποδα ἀπ’ ὅτι φαινόταν στὶς συζητήσεις καὶ ὄχι ὅπου κατευθυνόταν μὲ τὸν διάλογο πού ἔκανα, γι’ αὐτὸ τώρα κι ἐγὼ γιὰ ἀνταμοιβὴ τῶν πολλῶν μου ἀγώνων καὶ κόπων, ζητῶ ἀπὸ τὴν ἁγία βασιλεία σου τὰ ἕξης: Πρώτον νὰ μὴν ἀναγκαστῶ νὰ ὑπογράψω τὸν ὅρο. Γιατί αὐτὸ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὸ κάνω, ὅτι καὶ νὰ γίνει (δηλαδὴ ἀκόμα κι ἂν κινδυνέψει ἡ ζωή μου). Καὶ τὸ ἄλλο πού σοῦ ζητῶ, εἶναι νὰ ἐπιστρέψω στὴν πατρίδα προστατευμένος. Αὐτὰ ζητῶ καὶ παρακαλῶ νὰ εὐεργετηθῶ ἀπὸ τὴν ἁγία βασιλεία σου΄.
Καὶ τελικὰ ὁ ἅγιος τά πέτυχε καὶ τὰ δύο, μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ ἄρχοντα Δημήτριου. Γιατί ὁ βασιλιὰς δέχτηκε καὶ τὸν πληροφόρησε ὅτι δὲν θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ ὑπογράψει καὶ θὰ ἐπεστρέφεε στὴν πατρίδα μ’ ἐπιμέλεια καὶ φροντίδα τοῦ βασιλιά. Ἔτσι ὑποσχέθηκε κι ἔτσι ἔκανε ὁ βασιλιὰς γιὰ τὸν ἅγιο.
Ὡστόσο αὐτὸ γεννᾶ μεγάλη ἀπορία καὶ παρόλο πού εἶναι, ἀληθινὸ κι ἀναμφίβολο γεγονός, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει ὁ νοῦς εὔκολα καὶ χωρὶς ἀμφιβολία.
Γιὰ ποιὸ λόγο ὁ βασιλιάς, μὲ τοὺς μάταιους σκοπούς του καὶ τὶς ψεύτικες καὶ κούφιες ἐλπίδες του, κίνησε μ’ ὅλη τὴν Ἀνατολικὴ Σύνοδο καὶ πῆγε στὴν Ἰταλία; Γιὰ τὴν ἕνωση πού ἐπρόκειτο νὰ γίνει, ἕνωση πού θὰ γινόταν μέσον ὥστε νὰ βρεῖ τὴν ἀναγκαία στρατιωτικὴ βοήθεια ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Πάπα. Γι΄ αὐτὸν τὸν μυριοπόθητο κι ὀνειροφάνταστο σκοπὸ ἔγιναν ὅλα, ὄχι μόνο ὅσα διηγηθήκαμε ὡς τώρα, ἀλλὰ καὶ ὅσα παραλείψαμε χάριν συντομίας. Ἀλλὰ γιατί λέω γιὰ τὰ περασμένα; Τὰ παρόντα καὶ τὰ πρόσφατα εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρω, γιὰ νὰ δείξω ὅτι ἡ ἀπορία μου εἶναι εὔλογη καὶ δίκαιη.

Ὑπογραφὲς τῶν ἀρχιερέων

Γράφτηκε ὁ ὅρος καὶ συγκεντρώθηκαν στὰ βασιλικὰ δωμάτια μὲ πρόσταγμα γιὰ νὰ τὸν ὑπογράψουν, πρῶτα οἱ Ἀνατολικοί, παρόντων καὶ κάποιων Λατίνων ἐπισκόπων, πού εἶχαν σταλεῖ ἐκεῖ ἐπίτηδες. Ποιοὶ καὶ πόσοι λοιπὸν συνῆλθαν; ΄Ὅλοι πλὴν τοῦ Ἐφέσου. Καὶ δὲν τοῦ ζητήθηκε καθόλου νὰ ἔρθει. Ποιοὶ καὶ πόσοι τὸν ὑπέγραψαν; Ὅλοι, ἀπὸ τὸν πρῶτο ὡς τὸν τελευταῖο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν εὐσεβέστατο ἄρχοντα Δημήτριο, ἐπειδὴ εἶχε ἀναχωρήσει πρὶν ἀπὸ δύο μέρες γιὰ τὴ Βενετία, ἔχοντας στὴ συνοδεία του καὶ τοὺς δύο σοφότατους δασκάλους, τὸν Γεμιστὸ καὶ τὸν Σχολάριο, τὸν μετέπειτα ὀνομαζόμενο Γεννάδιο. Ὁ Ἠρακλείας, τοποτηρητῆς τοῦ Ἀλεξανδρείας, πού στὶς προηγούμενες διαλέξεις ἔδειξε ἀρκετὰ τὸν ζῆλο του καὶ φάνηκε σύμφωνος καὶ βοηθὸς τοῦ ἁγίου καὶ στὶς γνωμοδοσίες μαζὶ μ’ αὐτὸν δὲν δέχτηκε τὸ ΄ἐκ τοῦ Υἱοῦ΄, τελικὰ ὑπέγραψε τὸν ὅρο. Ὁ Ἀγχιάλου, ὅταν ἑτοιμαζόνταν νὰ πᾶνε ἀπὸ τὴ Φερράρα στὴ Φλωρεντία. ἔτυχε ν’ ἀκούσει τὸν Πατριάρχη, πού εἶπε νὰ πάρουν μαζί τους λίγα πράγματα καὶ κυρίως τὰ ἱερά τους ἄμφια, ἐπειδή, λέει, ἐκεῖ ἔπροκειτο νὰ γίνει κι ἡ ἕνωση. Τότε αὐτὸς ὁ Ἀγχιάλου ἔδειξε τόσο ζῆλο, ὥστε μὲ δυνατὲς φωνὲς ἔλεγε: ΄Τί εἶναι αὐτὸ πού ἀκούμε; Ἐμεῖς καταλάβαμε καὶ πληροφορηθήκαμε ὅτι οἱ Λατίνοι δὲν πείθονται μὲ κανένα τρόπο ν’ ἀλλάξουν τὸ παραμικρὸ ἀπὸ τὶς καινοτομίες τους. Πῶς λοιπὸν πρόκειται νὰ γίνει ἡ ἕνωση; Σίγουρα δὲν συμβαίνει, τίποτα ἄλλο, παρὰ οἱ δικοί μας ἀποφάσισαν νὰ δεχτοῦν αὐτὰ πού λένε οἱ Λατίνοι. Γι΄ αὐτὸ λοιπὸν μᾶς ἔφεραν ἐδῶ; Γιὰ νὰ προδώσουμε τὴν εὐσέβεια, μᾶς γι’ αὐτὰ τὰ σκεύη τῆς ἀπωλείας; Ἐγώ θὰ ἀπομακρυνθῶ καὶ θὰ τ’ ἀποφύγω αὐτά γιὰ νὰ μὴν ἀπολέσω τὴν ψυχή μου πού ἄκουει ὅτι θὰ γίνει ἕνωση΄.
Κι αὐτὸς λοιπὸν ὁ καλὸς ἀρχιερέας, πού ἔδειξε τόσο ζῆλο καὶ κίνησε μεγάλη ἀναταραχὴ καὶ στοὺς ἄλλους καὶ στὶς γνωμοδοσίες, πράττοντας σωστὰ δὲν δέχτηκε τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, κι αὐτὸς ὅμως στὸ τέλος ὑπέγραψε.
Ὁ Μονεμβασίας, σὲ μία ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνελεύσεις, ἐπειδὴ ἀντιλήφθηκε τὸν σκοπὸ τοῦ βασιλιὰ πού ἔκλινε πρὸς τὸν λατινισμό, ἔδειξε τόσο ζῆλο, ὥστε τόλμησε νὰ πεῖ στὸν ἴδιο τὸν βασιλιά:

Ἅγιέ μου Δέσποτα, πρόσεχε, γιὰ νὰ μὴν πράξεις καὶ σὺ τώρα, ὅπως ἔπραξε κι ὁ βασιλιὰς Μιχαὴλ ὁ Παλαιολόγος ὁ λατινόφρονας΄. Αὐτός λέω, πού τόσο τολμηρὸς ὑπῆρξε προηγουμένως καὶ στὶς γνωμοδοσίες δὲν δέχτηκε τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ κι αὐτός τελικὰ ὑπέγραψε τὸν ὄρο.
Ὁ Τραπεζούντας, πού κι αὐτός ἔδειξε πρωτύτερα ζῆλο καὶ στὶς γνωμοδοσίες δὲν δέχτηκε τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὑπέγραψε κι αὐτός στὸ τέλος. Καὶ παρόλο πού δὲν εἶναι φανερὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὅποιον ὑπέγραψαν αὐτοί, οἱ ὅποιοι δὲν εἶχαν συναινέσει πρωτύτερα, ὥστοσο εἶναι φανερὸ πώς δὲν μπόρεσαν μέχρι τέλους καί, θέλοντας καὶ μή, ἔγιναν προδότες καὶ δυστυχεῖς, αὐτοὶ πού ὑπῆρξαν στέρεοι καὶ ζηλωτές.
Λοιπόν, ὅταν κι αὐτοὶ πού πρωτύτερα ἔδειξαν ζῆλο καὶ στὶς γνωμοδοσίες δὲν δέχτηκαν τὸ λατινικὸ δόγμα ὑπέγραψαν, πώς λοιπὸν ὁ βασιλιὰς κάνει αὐτή τὴ χάρη στὸν Ἐφέσου, πού ἦταν ὁ ἔξαρχος ὅλων κι ἦταν φανερὰ ἐνάντια στοὺς σκοπούς του καὶ στὶς ἐπιδιώξεις του;

Ὑπογραφὲς ἀρχόντων λαικῶν

Ἡ ἀπορία μας αὐξάνει ἀκόμα περισσότερο. Αὐτὸς ὁ ἴδιος βασιλιὰς ὅπως εἴπαμε, ἔδιωξε ἀπὸ τὶς γνωμοδοσίες τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν κι ὁ ἱστορικὸς Συρόπουλος. Αὐτοί, ἐφόσον εἶχαν ἀποβληθεῖ, σώπασαν στὸ ἑξῆς καὶ τὸ θεώρησαν μεγάλη χάρη καὶ δοκίμαζαν μεγάλη χαρά, γιατί νόμιζαν πώς διαφύλαξαν τὴ συνείδησή τους καθαρὴ ἀπὸ τὸ φαρμάκι τοῦ παπισμοῦ χωρὶς κόπο. Ἀλλὰ δὲν κράτησε γιὰ πολὺ ἡ χαρὰ τῶν δύστυχων. Γιατί ὁ βασιλιὰς πρόσταξε νὰ ὑπογράφουν κι αὐτοί. Ἐξανέστησαν καὶ ταράχτηκαν οἱ κακόμοιροι μὲ τὸ παράδοξο τῆς προσταγῆς. Καὶ τί δὲν εἶπαν καὶ τί δὲν πρόβαλαν ὡς δικαιολογία, καὶ πόσο δὲν παρακάλεσαν γιὰ νὰ γλιτώσουν. Ἀλλὰ ὁ βασιλικὸς ὑπηρέτης ἀπαντοῦσε πώς ὄχι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογράψουν τὴν ἐπόμενη. Στὸ τέλος ζήτησαν νὰ γίνει χάρη σ’ αὐτοὺς καὶ νὰ πᾶνε μόνο στὴ λειτουργία τῆς ἕνωσης καὶ νὰ μὴν ὑπογράψουν, θεωρώντας τὴν ὑπογραφὴ μεγαλύτερο κακό. Ὁ βασιλιὰς ὅμως ἀπάντησε πώς ὄχι, αὐτὸς ζητᾶ καὶ τὰ δύο, καὶ νὰ ὑπογράφουν καὶ νὰ παρευρεθοῦν ὁπωσδήποτε. Γιατί λοιπὸν δέχτηκαν ὅλοι;

Θρῆνος καὶ ὁμολογία τοῦ ὑπογράφοντος Συρόπουλου

Θὰ χρησιμοποιήσω τὰ ἴδια λόγια τοῦ καλοῦ μας ἱστορικοῦ:
Ὅταν εἶδα, λέει, τὴν πίεση καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ πράγματος κι ὅτι ἐγκαταλείφθηκα μόνος καὶ ὅτι ἀπὸ τὴ δική μου ἔνσταση δὲν θὰ ὑπῆρχε καμιὰ βοήθεια γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἄντιθετα θὰ ἐπακολουθήσει σὲ μένα βλάβη σωματικῆς, εἶπα κι ἐγώ, ἐπειδὴ ὁρίζει ὁ ἀφέντης μας ὁ βασιλιὰς ὅσα ὁρίζει, κι ἐπειδὴ ὅλοι θεωροῦν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Πόλης καὶ τῆς ὁμόνοιας τῶν χριστιανῶν, γιὰ νὰ μὴ φανῶ ὅτι δὲν ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου καὶ δὲν ἐπιτρέπω τὴν ἀνασύσταση καὶ τὴν αὔξησή της, ἀλλὰ ἐναντιώνομαι στὸ καλὸ καὶ τὴ βελτίωσή της καὶ στὴν ὠφέλεια τῶν χριστιανῶν καὶ σ’ ὅλα τ’ ἄλλα πού ἀπαριθμοῦσαν ὑπέρ τῆς Πόλης, ἐξ ἀνάγκης ἀκολούθησα τοὺς πολλούς, γιὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ βασιλικὸ θέλημα καὶ τὴ διαταγή, διαμαρτυρόμενος καὶ τώρα, ὅτι οὔτε μὲ τὴ γνώμη μου, οὔτε μὲ τὴ θέλησή μου θεωρῶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὡς ὑγιῆ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιατί ὁ Θεὸς μόνο ξέρει τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς μου κι ὅτι οὔτε τὸ δέχομαι αὐτό, οὔτε ὑπογράφω ἑκούσια. Κι΄ ἐπαφίεμαι στὴν εὐσπλαχνία του. Τὸ κάνω λοιπὸν αὐτὸ πρὸς τὸ παρὸν καὶ πάλι εἶναι δυνατὸν σὲ μένα νὰ κάνω αὐτὸ πού θέλω ἀργότερα στὸν ἑαυτό μου. Κι ἔτσι ὑπογράψαμε λέει, κι ἐμεῖς οἱ δειλοί, ἀλίμονο, παρὰ τὴ θέλησή μας, ὅπως γνωρίζεις Ἰησοῦ Χριστὲ Βασιλεύ΄.

Ὑπογραφὲς Ἡγουμένων

Τόση πίεση λοιπὸν δέχθηκαν ἀπὸ τὸ βασιλιὰ ἐκεῖνοι ποὺ ὅπως εἰπώθηκε ὁ ἴδιος τούς εἶχε πρὶν ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ γνωμοδοτοῦν. Ἀλλὰ εἶναι, κι ἄλλο ἀκόμα σπουδαιότερο. Πρόσταζε νὰ ὑπογράψουν ἀκόμα κι οἱ ἡγούμενοι τῶν μοναστηριῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους ὅταν ρωτήθηκε ὁ Πατριάρχης πρέπει κι αὐτοὶ νὰ λένε τὴ γνώμη τους στὶς συνελεύσεις, ἀπάντησε ἀρνητικά, γιατί ἰσχυρίστηκε πώς εἶναι ἀχειροτόνητοι καὶ δὲν πρέπει νὰ ὀνομάζονται οὔτε ἡγούμενοι. Ἀκόμα κι αὐτοὺς λέω, πού ὡς τότε ἦταν ἀπόβλητοι ἀπὸ τὶς γνωμοδοσίες ὡς δῆθεν ἀχειροτόνητοι, τότε τοὺς πρόσταζε κι αὐτοὺς νὰ ὑπογράψουν καί. ὑπέγραψαν.

Ἥττα τοῦ Πάπα νίκη τοῦ Μάρκου

Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ἐπέφερε μεγάλη πίεση σ’ὅλους γενικὰ κι ἔκανε τὰ πάντα κι ἐνεργοῦσε ἔτσι, ὥστε νὰ εὐχαριστήσει τὴν καρδιὰ τοῦ Πάπα καὶ νὰ τοῦ δείξει μὲ κάθε τρόπο, πώς μπόρεσε νὰ πείσει ὅλους τούς Ἀνατολικούς, νὰ ὑποκλιθοῦν στὴ δική του λατρεία καὶ πώς ὅλοι ἐξίσου μαζὶ μ’ αὐτόν, δέχονται ὁλόψυχά τό δόγμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους. Κι ἀποβλέποντας σ’ αὐτό, ἀνάγκασε ὡς καὶ τοὺς ἀχειροτόνητους νὰ ὑπογράψουν. Πῶς λοιπὸν δέχτηκε ν’ ἀφήσει ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴ στάση αὐτὸν τὸν ἱερὸ Μάρκο, πού δὲν ἦταν ἕνας ἀφανής, οὔτε ἄσημος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ πλέον ἐπίσημος καὶ γνωστὸς στὸν Πάπα ὅσο κανένας ἄλλος;
Καὶ γιὰ νὰ δείξω τὴ σημαντικότητα τοῦ προσώπου του, λέω, ὅτι ὁ Πάπας τὸν εἶχε σὲ τόση ὑπόληψη, ὥστε θεωροῦσε πώς εἶχε τόση ἰσχύ, ὅση δὲν εἶχαν ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἀνατολικοί. Καὶ λίγο εἶπα. Ὅση ἰσχὺ δὲν εἶχε ὅλη μαζὶ ἡ Ἀνατολικὴ καὶ Δυτικὴ σύνοδος μαζὶ μὲ τὸν μέγα Πάπα ἐπικεφαλῆς. Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς πώς αὐτὸ εἶναι δική μου ὑπερβολή, θὰ σᾶς φέρω τὸν ἴδιο τὸν Πάπα νὰ τὸ δείξει.

Δὲν καταφέραμε τίποτα΄ «acimus nihil»

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ μαρκος ευγενικόςἈφοῦ ὑπέγραψαν, λέει ὅλοι οἱ ἀνατολικοὶ στὰ βασιλικὰ δωμάτια, πῆγαν τὸν ὄρο καὶ στὸν Πάπα, γιὰ νὰ ὑπογράψει κι αὐτὸς κι ἡ δική του σύνοδος. Καὶ ὁ βασιλιὰς ἔστειλε καὶ πολλοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες πρὸς τιμὴ τοῦ Πάπα, μεταξύ των ὁποίων ἦταν παρὼν κι ὁ ἴδιος ὁ Συρόπουλος. Ὅταν ὁ Πάπας, λέει, πῆρε τὸν ὄρο στὰ χέρια του κι εἶδε καὶ τὶς δικές μας ὑπογραφὲς σ’αὐτόν, ὑπέγραψε κι, αὐτός. Ἔπειτα ρώτησε ἂν ὑπέγραψε ὁ Ἐφέσου. Κι ὅταν ἀκοῦσε ὅτι δὲν ὑπέγραψε, εἶπε:
Λοιπόν, ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΑΜΕ ΤΙΠΟΤΑ
Ἄκους τί ἀποφάσισε; Λοιπὸν λέει, δὲν κάναμε τίποτα, δὲν κατορθώσαμε τίποτα. Ἐπιθυμεῖ ὁ Πάπας νὰ ’χει τὸ ἀναμάρτητο στὶς ἀποφάσεις του; ναὶ αὐτὸ τὸ θυμίαμα οἱ λατρευτές του ἡ ὀρθότερα οἱ δικοί του, τὰ παράσιτά του, τοῦ τὸ δίνουν πλουσιοπάροχα. Αὐταρχικὰ καὶ δογματίζοντας τ’ ἁρπάζουν ἀπὸ τὸ Θεὸ κι ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ τοῦ τὸ δίνουν καὶ ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι καὶ πρῶτος καὶ ἀλάθητος. Μὰ ἂν σ’ αὐτὸ τοῦ φράζει τὸ στόμα ὁ Δαβίδ, λέγοντας: ΄κάθε ἄνθρωπος εἶναι ψεύτης΄, ὡστόσο, σὰν ἄλλος Καῖάφας, δὲν ἔσφαλλε ὅταν εἶπε τὴν φράση ΄Δὲν καταφέραμε τίποτα΄. Εἶπε μία ἀλήθεια πού ἀξίζει νὰ γραφτεῖ ὄχι μὲ μελάνη, ἄλλα, μὲ χρυσὰ γράμματα. Ἐπειδὴ ἦταν Πάπας καθισμένος στὴν καθέδρα τοῦ Πέτρου κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ μάλιστα, θεωροῦνταν ὡς ἡ κεφαλὴ ἐκείνης τῆς ψευδοοικουμενικῆς συνόδου κι εἶπε μία τέτοια φράση μπροστὰ στ’ αὐτιὰ ὅλης ἐκείνης τῆς συνόδου κι ὅλου τοῦ παρευρισκόμενου λατινικοῦ πλήθους. Λοιπὸν ἀποφάνθηκε ἔτσι ὥστε κύρυξε κι ὁμολόγησε λαμπρὰ τὸν Μάρκο τῆς Ἐφέσου, ὡς ὑπέρτερο, ὡς τὸν πιὸ κατάλληλο γιὰ ἄξιωμα καὶ πιὸ ἄξιοπιστο, ὄχι μόνο ἀπ’ ὅλους τους ἀνατολικούς, ἀλλὰ κι ἀπ’ αὐτὸν ἀκόμα τὸν μέγα Πάπα τῆς Ρώμης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφαση θέλουν νὰ εἶναι χρησμὸς τοῦ οὐρανοῦ.

Δὲν καταφέραμε τίποτα λοιπόν.

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ μαρκος ευγενικόςΜία μαρτυρία στ’ ἀλήθεια, μετὰ τὴν ὁποία δὲν χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο, γιὰ νὰ δείξουμε τὴν μεγάλη ὑπόληψη πού τοῦ εἶχαν οἱ ἴδιοι οἱ ἐχθροί του καὶ μάλιστα ἐχθροὶ θανάσιμοι. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ παπικοῦ στόματος, δὲν παρουσιάζουν καμιὰ δυσκολία, ὥστε νὰ δεχτεῖ ὁ καθένας τὴν ἁπλούστατη κι ἄβιαστη ἕρμηνεια πού τοὺς ἔδωσα.


14. Θεολογικὰ πορίσματα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Πάριου

΄Ὅλα αὐτὰ δὲν διέφευγαν τῆς προσοχῆς τοῦ βασιλιά. Ἤξερε βέβαια πόσο ἔπροκειτο νὰ ψυχραθεῖ ὁ Πάπας, μὴν ὑπολογίζοντας καθόλου τὶς ὑπογραφὲς ὅλων των ἄλλων (δὲν καταφέραμε τίποτα). Ἀλλὰ οὔτε ἀκόμα καὶ τὴ δική του τὴν ἀποστολικὴ (δὲν καταφέραμε τίποτα), ὅταν ὁ Μάρκος δὲν ἐπισφράγιζε καὶ δὲν ἐπικύρωνε μὲ τὴν ὑπογραφὴ του τὰ γεγονότα. (Δὲν καταφέραμε τίποτα) Γιατί λοιπὸν αὐτὴ ἡ ξένη καὶ παράδοξη ἐξαίρεση μόνο σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο; Γιατί μόνο αὐτὸν ἄφησε ἀπαραβίαστο καὶ μόνο αὐτὸς δὲν ὑποκλίθηκε στὶς βασιλικὲς καὶ παπικὲς ἐντολὲς καὶ μόνο αὐτὸς ἔστησε πάνω στὴν παπικὴ τιάρα τὸ φλάμπουρο τῆς νίκης, πατώντας ΄πάνω σε φίδια καὶ σκορπιοὺς καὶ σ’ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ;΄
Τὸ βλέπει λοιπὸν ξεκάθαρα ὁ καθένας, ὅτι αὐτὸ γεννᾶ μεγάλη ἀπορία. Ἕπεται λοιπὸν τώρα, ν’ ἀποδώσουμε καὶ τὰ αἴτια, τὰ ὅποια ἐγὼ σκέφτομαι πώς εἶναι τ’ ἀκόλουθα:
Πρώτον, ὅτι ὁ βασιλιὰς ζύγισε τὸ πράγμα καὶ δὲν τὸ βρῆκε χρήσιμο γιὰ τὸν σκοπό του. Ἤθελε νὰ πετύχει τὴν ἕνωση καὶ νὰ τὴν διαφυλάξει καὶ στὴ συνέχεια σταθερή, γιὰ νὰ ἐλκύσει ἔτσι τὴν εὐμένεια τοῦ Πάπα καὶ νὰ ’χει ἀπ’ αὐτὸν ὅσα φανταζόταν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἤξερε, ὅτι ἂν ἤθελε νὰ ἐξαναγκάσει τὸ Μάρκο, δὲν θὰ τὰ κατάφερνε, γιατί καὶ τοῦ τὸ διαμήνυσε, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὸν ἄρχοντα Δημήτριο τὸν ἀδελφό του κι αὐτὸς ἀπὸ μόνος του ἦταν περισσότερο ἀπὸ βέβαιος. Ἤξερε πολὺ καλὰ ποιὸς ἦταν ὁ Μάρκος Ἐφέσου κι ὅτι δὲν ἦταν καλαμιὰ πού παρασύρεται ἀπὸ τὸν ἄνεμο. Νὰ χρησιμοποιήσει βία; Θὰ μισοῦνταν καὶ θὰ δυσφημιζόταν ἀπ’ ὅλους καὶ περισσότερο ἀπὸ τοὺς Κωνσταντινουπολίτες, ὅτι ἐπέδειξε τυραννικὴ συμπεριφορά. Κι ἔτσι τὸ θεμέλιο τῆς ἕνωσής του, ὡς τυραννικό, ἐπρόκειτο νὰ εἶναι σαθρὸ καὶ προσωρινὸ καὶ τόσο περισσότερο, ὅσο ἐπρόκειτο νὰ διακηρυχτεῖ παντοῦ, ὅτι ὁ βασιλιὰς κακοποίησε τὸν σοφότατο κι ἁγιότατο ἄνθρωπο, τὸν ἔξαρχο τῆς Ἀνατολικῆς Συνόδου, τὸν τοποτηρητὴ τῶν Ἀνατολικῶν θρόνων, γιατί ὁ Μάρκος δὲν θέλησε νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν προδοσία τῆς Ὀρθόδοξης πίστης.

Δεύτερον, ἴσως σκέφτηκε ἀκόμα κι αὐτό, μήπως δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ συνταχθοῦν μαζὶ μ’ αὐτὸν κι ἄλλοι πολλοὶ καὶ δημιουργηθεῖ μεγάλη ταραχὴ καὶ σύγχυση (ὅπως συμβαίνει πολλὲς φορὲς) κι ἔτσι ματαιώνονταν ὅλοι οἱ κόποι του.
Τρίτον, ἀληθινὰ τὸν σεβόταν καὶ τὸν εὐλαβείτω ὡς ἅγιο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ κι ἐνῶ σὲ πολλοὺς ἄλλους ἀρκετὲς φορὲς μίλησε προσβλητικὰ καὶ τοὺς ἐξευτέλισε πολὺ καὶ τοὺς φοβέρισε ἔντονα ὅπως ἔκανε μὲ τὸν Ἡρακλείας γιὰ ἕνα τίποτα, σ’ αὐτὸν ποτὲ δὲν εἶπε οὔτε μία λέξη ἀτιμωτικὴ ἡ περιφρονητική, παρόλο πού ἦταν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος καὶ τοῦ γινόταν ἐμπόδιο ἄφοβα καὶ μὲ καθαρὰ λόγια.
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ τώρα πού ζύγιζε τὴν κατάσταση, παρόλο πού ὁ Μάρκος ἦταν ὁ φανερὸς ἀνατροπέας καὶ κατὰλυσε τὴν πολύμοχθη ἕνωση, ὥστοσο ἀναγκαζόταν νὰ ἔχει ὑπομονή, γιατί ἦταν βέβαιος πώς τὸ φρόνημα τοῦ Μάρκου δὲν ἦταν ἀνθρώπινο, ἀλλὰ πράγματι θεῖο καὶ πνευματικό. Γι’ αὐτὸ καὶ δέχτηκε νὰ τοῦ κάνει ἐκείνη τὴν ἐξαίρετη χάρη, ὄχι τόσο γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ προσώπου πού μεσολάβησε δηλαδὴ τοῦ ἀδελφοῦ του Δημητρίου, ὅσο γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ ὑπόληψη πού εἶχε σ’ αὐτόν. Κι ὅτι αὐτὸ πού λέω εἶναι ἀλήθεια, φαίνεται ἀπὸ τὰ ἕξης: ΄Ὅτι ἔφτανε μόνο νὰ μὴν τὸν πιέσει, ὅπως πίεσε ὅλους τους ἄλλους. Κι αὐτὸ δὲν θὰ θεωροῦνταν μικρὴ χάρη ἀπέναντι σ’ αὐτόν, τὴν ὅποια ἐπίμονα καὶ μὲ δάκρυα ζήτησαν ἄλλοι, ἄλλα δὲν τὴν ἀξιώθηκαν. Ἔφτανε λέω, καὶ μόνο αὐτὸ πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ ὁ βασιλιάς, ἔκανε γι’ αὐτὸν κι ἄλλο περισσότερο, τὸ ὅποιο φανερώνει τὴν καρδιὰ αὐτού τοῦ βασιλιά, δηλαδὴ τί λογὴς διάθεση καὶ ὑπόληψη ἔτρεφε γιὰ κεῖνον τὸν σπουδαῖο ἄνθρωπο. Κράτησε λοιπὸν αὐτὸν ἐκεῖ καὶ τὸν ἀνάπαυσε κι ἀκόμα περισσότερο, τὸν διέσωσε στὸ δρόμο πρὸς τὴ Βενετία. Ἔπειτα, τὸν ἐπιβίβασε στὸ προσωπικό του πλοῖο, γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἥσυχιά του, καὶ τὸν ὁδήγησε πίσω στὴν πατρίδα. Ἀλήθεια, ἐξαίρετη τιμή! Ἀγάπη παράδοξη! Τιμὴ μεγάλη, γιατί αὐτὰ πού ἔγιναν γι’ αὐτὸν τὸν Μάρκο, καθὼς γίνονταν ἀπ’ ἕναν βασιλιά, ταίριαζαν σ’ ἕνα ἐκλεκτὸ καὶ πολὺ ἀγαπητό του πρόσωπο. Παράδοξη λοιπὸν ἐκτίμηση, ἐπειδὴ γίνονταν σὲ ποιόν; Στὸν ἔχθρό των δικῶν τοῦ πράξεων, στὸν πολέμιο τῶν δικῶν τοῦ ἀποφάσεων, στὸν καταλύτη τῆς τόσο πολύμοχθης καὶ διὰ βίου περισπούδαστης καὶ πολυπόθητης ἕνωσης, ὅπως ἀληθέστατα προφήτεψε ὁ μέγας Ποντίφικας λέγοντας: «δὲν καταφέραμε τίποτα»

Λοιπόν, ἂν καὶ ὁ βασιλιὰς ἄσκησε τόση πίεση σ’ ὅλους τους ἄλλους, ἴοστε δὲν μπόρεσε οὔτε ἕνας νὰ ξεφύγει, στὸν Μάρκο δὲν τόλμησε νὰ ἐπιβάλλει οὔτε στὸ παραμικρὸ τὴ βασιλική του ἐξουσία. Κι ὄχι μόνο δὲν μεταχειρίστηκε καθόλου βία πρὸς αὐτὸν στὸ τέλος, ἀλλὰ καὶ τὸν περιποιοῦνταν καί. τὸν ξεκούραζε μ’ ὅλη τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὔλαβεια, μέσα στὸ δικό του πλοῖο, ὥσπου τὸν ἔπανεφερε στὴν πατρίδα μ’ ὅλη τὴν ἀσφάλεια, σὰν ἕνα θεῖο κειμήλιο, σὰν μία ἱερὴ παρακαταθήκη.
Λέω λοιπόν, πώς ἐμεῖς ἐδῶ, πρέπει νὰ βγάλουμε σὰν ἕνα εἶδος πορίσματος, τὸ ἄβιαστο καὶ φανερὰ ἐπακόλουθο συμπέρασμα, πώς ὁ Μάρκος δὲν ἦταν ἄνθρωπος μέτριας ἀρετῆς, ἀλλὰ ὑπόδειγμα τέλειας ἁγιότητας. Σὰν νὰ λέμε, ἕνας ἄλλος Βασίλειός της τότε ἐποχῆς, ἡ Ἀθανάσιος, ἡ Κύριλλος, ἡ κάποιος ἄλλος ἀπὸ κείνους τοὺς θεοφόρους ἄντρες. Γιατί ἂν δὲν ἦταν ἔτσι κι ἂν ὁ βασιλιὰς δὲν τὸν ἀναγνώριζε σὰν ἕναν τέτοιο μεγάλο Πατέρα στὶς μέρες του, βεβαιότατα, ὄχι μόνο δὲν ἔπροκειτο νὰ τοῦ προσφέρει τόση ἀποδοχὴ κι ἠρεμία καὶ τέτοια τιμή, ἀλλὰ οὔτε ἔπροκειτο νὰ τὸν ἔξαιρε-σεῖ καὶ νὰ τὸν ἀφήσει χιορὶς πίεση μόνο ἐκεῖνον. Ἔδωσε λοιπὸν ὁ Βασιλιὰς τιμὴ σ’ ἕναν πού ἦταν ἀντίθετος σὲ τόσο σημαντικὸ πράγμα γιὰ τὸ ὅποιοπαλευε αὐτὸς πάρα πολὺ νὰ τὸ πετύχει, ἐπειδὴ σκεφτόταν πώς ἡ ἕνωση ἦταν ἡ ρίζα, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ θεμέλιό της εὐδαιμονίας τόσο τῆς δικῆς του, ὅσο καὶ ὅλων των Χριστιανῶν.
Τέταρτο αἴτιο, θεωρῶ τὴν ἄνωθεν πρόνοια, ἡ ὁποία προοικονομώντας τὰ μετέπειτα κατορθώματα μέσω αὐτοῦ, τῆς ἀνόρθωσης καὶ τῆς συγκρότησης τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως θὰ γίνει φανερὸ τὴν κατάλληλη στιγμὴ στὴν ροὴ τῆς διήγησης, αὐτὴ λέω, ἡ θεία πρόνοια, ἔνευσε στὴν καρδιὰ τοῦ βασιλιά, ὅπως κάποτε καὶ στὸν Ναβουχοδονόσορα, γιὰ νὰ μὴν ρίξει τὸν προφήτη Δανιὴλ στὴν κάμινο. Ἔνευσε λέω στὴν καρδιά του, γιὰ νὰ τὸν ἀφήσει ἀπαραβίαστο, ὥστε νὰ εἶναι ἔπειτα ἀξιόπιστος κι εὔκολα ἀποδεκτὸς μεσολαβητής, ὡς ἀνεπίληπτος κι ἄκατηγορητος καὶ νὰ τὸν διαφυλάξει ἄβλαβη ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν ἐχθρῶν, γιὰ νὰ γίνει νέος Βεσελεὴλ καὶ νέος Ζοροβάβελ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀπειλὴ τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης

Καὶ ναί. ἀλήθεια, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σκεφτῶ αὐτὸ τὸ πράγμα πώς ἔγινε χωρὶς τὴ θεία Πρόνοια, δηλαδὴ ἡ προστασία πού εἶχε αὐτὸς ἀπὸ τὸν βασιλιά. Γιατί τί νομίζετε ἄδελφοι; Σὲ πόσο κίνδυνο βρέθηκε ἄραγε, αὐτὸς ὁ νέος ἀλλὰ τέλειος ὁμολογητής; Βρίσκουμε σὲ κείνη τὴν ἱστορία, ὅτι ὅταν οἱ Ἀνατολικοὶ ἦταν ἀκόμα στὴ Φερράρα, ἔλεγαν στὸ βασιλιά: Νὰ πού προστάζει ἡ ἅγια βασιλεία σου ν’ ἀρχίσουμε τὶς συζητήσεις γιὰ τὸ δόγμα. Ἂν λοιπὸν οἱ Λατίνοι κηρύξουν, ὅτι ἀπέδειξαν λαμπρὰ καὶ ἱκανοποιητικὰ πώς εἶναι ὀρθὴ καὶ καλὴ ἡ διδασκαλία τους κι ὕστερα ἀπ’ αὐτό, θελήσουν νὰ βγάλουν πόρισμα καὶ ζητήσουν νὰ καταθέσουμε τὴ γνώμη μας καὶ νὰ συμφωνήσουμε μαζί τους κι ἐμεῖς δὲν δεχτοῦμε τὴ δική τους ἀπόφαση, τότε, ἂν ὁ Πάπας θελήσει νὰ μᾶς ἀποκηρύξει ὡς αἱρετικοὺς καὶ δώσει ἄδεια στοὺς δικούς του νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν καὶ νὰ μᾶς κακοποιήσουν, ἐπειδὴ δὲν ὑπακούσαμε σ’ αὐτὸν καὶ στὴ δική του σύνοδο, ποιὸς ἀπὸ μᾶς πρόκειται νὰ καταφέρει νὰ ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, παρὰ νὰ περάσουμε κοντὰ ἀπὸ πλοῖα καί, μέσα ἀπὸ τόπους καὶ γένη λατινικά;΄
Βλέπετε ἀκροατές; Ὅλη μαζὶ ἡ Ἀνατολικὴ Σύνοδος κι ὅλο ἐκεῖνο τὸ δικό μας γένος πού ἀφρονέστατα πῆγαν ἐκεῖ, ὅλοι λέω, βρίσκονταν σ’ ἔσχατο κίνδυνο. Καί. ὅτι σκέφτονταν σωστὰ κι αὐτὰ δὲν ἦταν μάταιοι φόβοι καὶ σφαλερὲς ὑποψίες, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἐπρόκειτο οἱ Λατίνοι, ὄχι μόνο νὰ τοὺς σκλαβώσουν, ὡς ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Πάπα, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς φονεύσουν, μᾶς τὸ βεβαιώνει σαφέστατα ὁ κίνδυνος τοῦ προαναφερόμενου Σταυρουπόλεως. Νὰ τί λέει γι’ αὐτό ὁ φιλαληθέστατος ἱστορικός: Πρὶν ἀπὸ μᾶς πῆγε σ’αὐτὴ [δηλαδὴ στὴ Βενετία], ὁ φυγὰς Σταυρουπόλεως καὶ προφυλάχτηκε ἀπὸ τὸν Δεσπότη [τὸν Δημήτριο Παλαιολόγο], Γιατί ἄκουσαν κάποιοι ἀπὸ τοὺς Λατίνους ὅτι δὲν δέχεται τὴν ἕνωση καὶ ἤθελαν ν’ ἀσχοληθοῦν μαζί του, δηλαδὴ μελετοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν. Καὶ δὲν τὸν φόνευσαν, ὄχι ἀπὸ φιλανθρωπία, ἀλλὰ γιατί τὸν προφύλαξε ὁ ὀρθοδοξότατος Δεσπότης΄. Τώρα λοιπὸν σκεφτεῖτε καὶ συμπεράνετε ἀληθέστατα. ΄Ἂν ὅλο ἐκεῖνο τὸ πλῆθος ἐπρόκειτο νὰ εἶναι πρὸς ἀφανισμό κι ἂν ὁ Σταυρουπόλεως, τοῦ ὁποίου τὴ φωνὴ δὲν ἀκοῦσε κανένας στὴ Σύνοδο, γλίτωσε τὴ σφαγὴ παραλίγο, δὲν μένει πιὰ καμιὰ ἀμφιβολία, γιὰ τὸν φανερὸ σ’ ὅλους καὶ μόνο ἀντίπαλο καὶ πολέμιο τῆς ψευδώνυμης ἕνωσης. Καὶ τί χρειάζονται τὰ περισσότερα λόγια; Δὲν τὸ προεῖπε κι ὁ Καμεράριος τοῦ Πάπα ὅπως εἴπαμε παραπάνω;
Νὰ εἶστε βέβαιοι ἀδελφοί, πώς αὐτὸ μάλιστα θεωρεῖται κι ἀρετὴ καὶ χρέος τῆς ἄγρυπνης ποιμαντικῆς προστασίας τοῦ μακαριότατου Ποντίφικα, δηλαδὴ τὸ νὰ καθαρίζει μὲ τὴ μάχαιρα καὶ τὴ θηλιὰ καὶ κυρίως μὲ τὸ πῦρ καὶ τὴ δύναμη τοῦ δηλητηρίου, τὸ σίτο τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ ζιζάνια τῶν αἱρετικῶν. Κι αὐτοὺς πού ὑπηρετοῦν αὐτὸ τὸ ἅγιο ἔργο, τοὺς εὐλογεῖ κατὰ τὸν Μωυσή καὶ κάνει δεήσεις γι’ αὐτούς΄. Ὤστε δὲν μπορεῖ πλέον νὰ μείνει καμιὰ ἀμφιβολία, πώς ὁ πρόμαχος τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἱερότατος Μάρκος, στάθηκε κι εἶναι μὲ τὴ θέλησή του, μάρτυρας τέλειος, ἀφοῦ διέτρεχε πικρότατο κίνδυνο θανάτου, πολεμώντας μόνος καὶ ὑπερασπιζόμενος μέχρι τέλους τὴν πατρικὴ εὐσέβεια κι ἐλέγχοντας καὶ στηλιτεύοντας λαμπρὰ καὶ μὲ θάρρος, τὰ σοφίσματα τῆς πλάνης ἐν μέσω Λατίνων καί, μὴν ὑποχωρόντας σὲ τίποτα, ὅπως τὸ μαρτυρεῖ κι ὁ ἀγέρωχος Πάπας, πού εἶπε: «Δὲν καταφέραμε τίποτα». Ἀλλὰ δὲν ἀκολούθησε ἔμπρακτα ἐκ μέρους τῶν παπικῶν ἐκείνων ἡ δολοφονία. Κι αὐτὸ βέβαια, δὲν ἔχει ἄλλη αἰτία, παρὰ τὴ θεία Πρόνοια, ὅπως προείπαμε κι εἶναι ὁλοφάνερο κι ἀπὸ τ’ ἀκόλουθα:

Κοινωνία Οὐνίας

Ἀφοῦ μὲ ἄσχημο τρόπο ὁλοκλήρωσαν τὴν ἄθλια ἕνωση κακὴν κακῶς, φορώντας ὅλοι τα ἱερά τους ἄμφια, ἔγινε λατινικὴ λειτουργία μέσα σ’ ἕνα ναὸ καὶ διαβάστηκε ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ὁ ψευδώνυμος ὅρος τοὺς [6.7. ], ἐνυπόγραφος πιὰ κι ἀπὸ τὰ δύο μέρη, στὴν ἑλληνικὴ καὶ στὴν λατινική. Κι ἀντάλλαξαν μεταξύ τους, ἀλίμονο! καὶ κοινωνικὸ ἀσπασμό, δηλαδὴ ἀδελφικό, οἱ Λατίνοι κι οἱ Λατινόφρονες.

Προσπάθεια καταδίκης του Μάρκου

Ὕστερα ἀπ’ αὐτό, ὁ Πάπας φρόντισε ἄμεσως νὰ κρίνει καὶ νὰ κατηγορήσει τὸν ὀρθοδοξότατο κι ἁγιότατο, αὐτὸς ὁ ρυπαρὸς καὶ μιαρότατος κι ἀναθεματισμένος καὶ κατακριτέος ἀπ’ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Γι’ αὐτὸ κι ἔστειλε μήνυμα στὸ βασιλιά, λέγοντας ὅτι:
Ἐπειδὴ ὁ Ἐφέσου δὲν πείστηκε μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς συνόδου, οὔτε ὑπέγραψε τὸν ὄρο, εἶναι ἀνάγκη νὰ κριθεῖ συνοδικά. Κι ἂν δὲν ὑπακούσει στὴ σύνοδο, στὴ συνέχεια νὰ καταδικαστεῖ ὅπως πρέπει. Λοιπόν, λέει, στεῖλε τὸν ἐδῶ σε μᾶς νὰ τὸν κρίνουμε
Ὁ βασιλιὰς ἀνταπάντησε (ὑποκινούμενος ἀπὸ τὸ Θεὸ βέβαια), ὅτι:
΄Ὁ Ἐφέσου εἶναι δικός μας ἀρχιερέας. Κι ἐπειδὴ εἶναι δικός μας, τὰ σχετικὰ μ’ αὐτὸν ἀνήκουν στὴν κρίση τῆς δικῆς μας συνόδου καὶ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ὁ Πάπας νὰ ζητᾶ νὰ κρίνει τὸν Ἐφέσου στὴν ἴδια σύνοδο, ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ φροντίσουμε γι’ αὐτόν. Ἀλλὰ τελικά, ἐπειδὴ ὁ Πάπας ἐπέμενε καὶ τὸν ζητοῦσε ὁπωσδήποτε, νομίζοντας ἴσως ὁ μάταιος, πώς ὁ Μάρκος ἐπρόκειτο νὰ φοβηθεῖ τὸ ὕψος τῆς ἀξίας του καὶ νὰ ὑποκλιθεῖ ἀμέσως στὴν αὐθεντία τῶν λόγων του, γι’ αὐτὸ κι ὁ βασιλιάς, μὴ μπορώντας ὡς τὸ τέλος ν’ ἀντιστέκεται στὶς ἐπίμονες αἰτήσεις του, ἡ γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα, στὶς προσταγές του, προσκαλεῖ τὸν ἅγιο καὶ τοῦ λέει τὰ ἕξης:
΄Ὁ Πάπας μήνυσε καὶ μία καὶ δύο καὶ τρεῖς φορὲς γιὰ σένα, γιὰ νὰ σὲ στείλω σ’ αὐτὸν κι εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶς. Ἔγω ἔχω προδιαθέσει ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ γίνει τίποτα σκληρὸ ἡ βίαιο ἐναντίον σου (ἄκους τὴν λέξη βίαιο;). Πήγαινε λοιπὸν καὶ ἀκοῦσε ὅσα σοῦ πεῖ κι ἀπάντησε ἄφοβα στὰ λόγια του ὅσα σοῦ φανοῦν κατάλληλα΄.
Τί σκέφτεστε τώρα χριστιανοί; ΄Ὅτι τάχα δείλιασε ὁ Μάρκος, συλλογιζόμενος πώς πρόκειται νὰ σταθεῖ μόνος του μπροστὰ σ’ ἕναν Πάπα τόσο ὑψηλὸ καὶ τόσο μεγάλο, πού κι ἐκεῖνος τὸ θέλει κι οἱ κόλακές του κηρύττουν, πώς εἶναι ὁ μόνος βασιλιὰς καὶ πατέρας τῶν πριγκίπων καὶ τῶν βασιλιάδων κι ὁ μόνος ἄρχοντας καὶ κριτὴς ὅλης της οἰκουμένης; Τάχα φοβήθηκε τὸ ὕψος τοῦ θρόνου του, τὸ ὁποίο εἶναι τόσο, ὥστε τὰ κεφάλια τῶν καρδινάλιων πού εἶναι γύρω του, φτάνουν ἴσα-ἴσα στὴ σόλα τῶν δικῶν του ποδιῶν, ὅπως τὸ παρατήρησε ἀκριβέστατα ὁ φιλαληθέστατος ἱστορικός; Θεώρησε τάχα τὸν ἑαυτὸ του ὑπεύθυνο κι ἔνοιωσε συστολή; ’Ἡ μήπως τοῦ ἔλειψαν οἱ λόγοι κι ἡ σοφία, σὲ κεῖνο τὸ παπικὸ κριτήριο; Ὄχι, ἀδελφοί, μὴν τὸ σκεφτεΐτε αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο. Τὸ ἄντιθετο μάλιστα ἔγινε.

Μάρκος ὁ Ὁμολογητὴς

Μπῆκε ἔκεῖ ὁ γενναῖος, μεταφέροντας ὁ ἴδιος τό φρόνημα τῶν Πατέρων του καὶ τὴ σοφία τοῦ Παύλου. Καὶ λέω τοῦ Παύλου, γιατί στ’ ἀλήθεια βρίσκω μεγάλη ὁμοιότητα μὲ κεῖνον, σ’ αὐτὸν τὸν εὔστροφο καὶ συνετότατο ἅγιο.
Καθόταν ἐκεῖ σοβαρὸς καὶ σπουδαῖος, στὸν ὑψηλό κι ἐπαρμένο του θρόνο ὁ γυναικοπρόσωπος δῆθεν διάδοχος τοῦ Πέτρου, μᾶλλον μὲ τρόπο κατὰ τὸν ὁποίο ὁνομαζεται διάδοχος στὸ φῶς τὸ σκοτάδι κι ἡ ἀρρώστεια διάδοχος τῆς ὑγείας κι ἡ παράνοια διάδοχος τῆς λογικῆς, κατὰ τὸν μεγάλο θεολόγο Γρηγόριο. Καὶ γύρω ἀπ’ αὐτὸν βρίσκονταν οἱ δικοί του καρδινάλιοι κι οἱ πιὸ ἔγκριτοι ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους του. Κι ὁ Πάπας σκεφτόταν νὰ τὸν ἀφήσει ὄρθιο, ὡς δῆθεν ὑπεύθυνο, σύμφωνα μὲ τὴν τάξη τῶν κρινόμενων. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ μέγας νοῦς, ἔχοντας πίστη στὴν ἐλευθερία τῆς συνείδησής του καὶ μὴ θεωρώντας αὐτὸν ὡς δικό του κριτῆ σ’ ὅλα ἡ ὡς ἐπίσκοπο, ἀλλὰ βλέποντάς τον ὅπως ἦταν, δηλαδὴ ὡς ἐχθρό τῆς ἀλήθειας καὶ πολέμιο τοῦ Θεοῦ, βλέποντας αὐτό, εἶπε:
Ἐγώ ὑποφέρω ἀπὸ τὰ νεφρά μου καὶ τὰ πόδια καὶ δὲν μπορῶ νὰ στέκομαι΄.
Κι ἀμέσως κάθισε. Ὁ Πάπας λοιπόν, γιὰ νὰ τὰ ποῦμε μὲ συντομία, ὥστε νὰ μὴν ἐκτείνουμε περιττά το λόγο, τὸν κάλεσε νὰ ἐπιλέξει τό γρηγορότερο, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἤ νὰ ὑπακούσει στὴν ἀπόφαση τῆς συνόδου καὶ νὰ δεχτεῖ καὶ τὴν γενόμενη ἕνωση ἤ, ἂν δὲν τὸ κάνει αὐτό, νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ καθαιρεθεῖ καὶ ν’ ἀποκηρυχθεῖ ὡς αἱρετικός, ὅπως ἔπαθαν κι ὅσοι ἔδειξαν ἀπείθεια στὶς παλιὲς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Δὲν γνωρίζουμε τί ἀπάντησε ὁ ἅγιος στὸ πρῶτο. Ἀλλὰ αἰσθανόμαστε ὅτι θὰ ἔδωσε ἱκανοποιητικὲς ἀπαντήσεις στὰ λόγια τοῦ Πάπα. Καὶ βέβαια ποιὸς ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ περίφημος ἐκεῖνος Ἐφέσου ἀπάντησε καὶ τότε γιὰ ποιὲς αἰτίες, οὔτε στὴν βδελυρὴ ἀπέναντι στὸ Θεὸ ληστρικὴ σύνοδό του δὲν πείθεται, οὔτε τὴν κακῶς καὶ παράλογα γενόμενη ψευδοένωσή του δέχεται; Καὶ γιὰ τὴν καταδίκη μὲ τὴν ὅποια τὸν φοβέρισε, εὐχαριστοῦμε τὰ μέγιστα τὸν ἱστορικό, πού μᾶς ἄφησε γραμμένη ἐκείνη τὴ σοφότατη κι ἀληθινὰ πληρέστατη ἀπὸ τὸ ΄Ἅγιο Πνεῦμα ἀπάντηση, τὴν ὁποία πρέπει ν’ ἀναφέρουμε αὐτολεξεί, γιατί προξενεῖ μεγάλη χαρὰ στοὺς εὐσεβεῖς ἀναγνῶστες ἡ θαυμάσια παρρησία καὶ σύνεση τῆς ἀξιοθαύμαστης ἐκείνης ψυχῆς:
Οἱ Σύνοδοι (λέει), καταδίκαζαν αὐτοὺς πού δὲν ὑπάκουαν στὴν Ἐκκλησία, κι ἔπαιρναν θέση ἐνάντια σ’ αὐτήν, ὑπὲρ κάποιας [αἱρετικῆς] διδασκαλίας, κηρύττοντάς την κι ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ αὐτῆς [τῆς αἵρεσης]. Γι’ αὐτὸ κι αὐτοὺς τοὺς ὀνόμαζαν αἱρετικοὺς καὶ καταδίκαζαν πρῶτα τὴν αἵρεση κι ἔπειτα αὐτοὺς πού τὴν ὑποστήριζαν. Ἔγω ὅμως δὲν κηρύσσω δικό μου δόγμα. Οὔτε καινοτόμησα σὲ κάτι, οὔτε παίρνω θέση ὑπὲρ κάποιου ξένου καὶ νόθου δόγματος. Ἀλλὰ τηρῶ στὸ ἀκέραιο τό δόγμα πού παρέλαβε καὶ κατέχει συνεχῶς ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὸν ἴδιο τό Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸ ὁποίο κατείχε κι ἡ ἁγία Ρωμαῖκὴ Ἐκκλησία πρὶν ἀπὸ τὸ σχίσμα, μαζὶ μὲ τὴ δική μας ἁγία Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία. Τὴν ὁποία εὐσεβῆ δόξα καὶ πρωτύτερα διαρκῶς ἐπαινούσατε καὶ στὴν παροῦσα σύνοδο πολλὲς φορὲς τὴν ἐπαινέσατε καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴ μεμφθεῖ ἤ νὰ τὴν κατηγορήσει γιὰ κάτι. Ἂν λοιπὸν αὐτή διεκδικῶ κι ἀπ’ αὕτη δὲν θέλω νὰ παρεκκλίνω, πώς θὰ μποροῦσα νὰ κριθῶ μὲ δίκη, μὲ τὴν ὅποια καταδικάζονται οἱ αἱρετικοί; Πῶς κάποιος πού σκέφτεται ὑγιῶς καὶ μ’ εὐσέβεια, θὰ μποροῦσε νὰ κάνει κάτι τέτοιο ἐναντίον μου; Θὰ ἔπρεπε βέβαια πρῶτα νὰ καταδικάσει τὸ δόγμα τὸ ὁποίο πιστεύω. Ἂν ὅμως αὐτὸ θεωρεῖται, εὐσεβές καὶ Ὀρθόδοξο, πῶς ἐγὼ εἶμαι ἄξιος καταδίκης;΄


15. Ἐγκώμιο γιὰ τὴν ὁμολογία τοῦ Ἐφέσσου

ΕΓΚΩΜΙΑ

Στὰ ἀλήθεια δὲν μπορῶ μὴ φωνάξω ὢ Μάρκε! στόμα κι ὄργανο τοῦ Πνεύματος! Εὖγε καὶ πάλι εὖγε, γιὰ τὴν λαμπρὴ κι ἀξιοθαύμαστη ἀπάντησή σου! Ποιὸς τὴν ἀκοῦσε καὶ δὲν χειροκρότησε ἀπὸ χαρά; Ποιανοὺ ἡ καρδιὰ δὲν σκιρτᾶ ἀπ’ τὸ θαῦμα μ’ εὐχαρίστηση; Τί σκέφτεστε ἀγαπητοὶ ἀδελφοί; Εἶναι τάχα αὐτὴ μία ἀπάντηση, γιὰ νὰ τὴν προσπεράση κανεὶς χωρὶς θαυμασμὸ κι ἀπορία;
Στὶς προηγούμενες διαλέξεις, ἦταν πρὸς ἐξέταση καὶ συζήτηση τὸ δόγμα τῶν Λατίνων. Γι’ αὐτὸ κι ὅπως εἶπε ὁ βασιλιάς, ἦταν ὁ καθένας ἐλεύθερος νὰ λέει καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴ γνώμη του. Ἀλλὰ ἄφου ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ δέχτηκαν τὴ λατινικὴ γνώμη ὡς καλὴ κι ὀρθή, ἔγινε συνοδικὸς ὅρος γι’ αὐτὸ καὶ ὑπογράφηκε ἀπ’ ὅλους. Κι ἀφοῦ ἔγινε καθολικὴ σύναξη καὶ λειτουργία, ὁ ὅρος διαβάστηκε καὶ στὶς δύο γλῶσσες καὶ κηρύχτηκε ὥστε νὰ τ’ ἀκούσουν ὅλοι ὡς ἁγία τὴν ψεύτικη γνώμη τῶν Λατίνων. Καὶ μ’ ὅλους τούς ἐπισκόπους ντυμένους μὲ τὰ ἱερὰ ἄμφια, ἔγινε ἡ πολυπόθητη ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ ὠδὲς καὶ ὕμνους καὶ ψαλμούς. ΄Ὅταν λοιπὸν ἔγιναν ὅλα αὐτά, κι ἡ ὀνομαζόμενη ὡς οἰκουμενικὴ σύνοδος ἔλαβε ὅλη τὴν ἰσχὺ καὶ τὴν ἐξουσία, ποιὸς εἶχε στὸ ἕξης στόμα νὰ μουρμουρίσει τὴν παραμικρὴ λέξη, εἴτε ὅτι δὲν ἀποφάσισε σωστά, εἴτε ὅτι αὐτὸς φρονοῦσε ὀρθότερα καί. καλύτερα; ΄Ὅλοι ἐκεῖνοι πού πρωτύτερα ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ φανερὰ καὶ κρυφὰ στέναζαν καὶ μέμφονταν καὶ δὲν δέχονταν αὐτὰ πού μελετοῦνταν γιὰ τὴν ψευδοένωση, ὅλοι λέω, ὅσοι. βρίσκονταν ἐκεῖ μετὰ ἀπ’ αὐτά, σώπασαν καὶ κανεὶς δὲν τόλμησε στὸ ἑξής νὰ πεῖ τὸ παραμικρὸ κατὰ τῆς ἕνωσης.

Μόνο αὐτὸς ὁ θαυμάσιος καὶ πρὶν καὶ μετά, στερεά θεμελιωμένος στὴν ἀκέραιη γνώμη τῶν Πατέρων του, πρῶτα στὴν ἀνατροπή τοῦ ψευδώνυμου καὶ κάκιστου ὄρου, ἐξέθεσε σὰν ὑψηλὴ στήλη τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν ὁμολογία τῆς πίστης πού παρέλαβε ἀπὸ τοὺς προγόνους του. Κι ἔπειτα, ὅπως ἀκούσατε, μὲ λαμπρὴ φωνὴ καὶ ὑψηλὸ φρόνημα, κηρύττει τὴν ἀλήθεια κι. ὁμολογεῖ μὲ θάρρος, πώς μόνο το δικό του δόγμα ἦταν ἀκέραιο κι ὀρθὸ κι ἀληθινό, τ’ ὁποίο λέει, παρέλαβε καὶ κατέχει ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν ἴδιο τό Σωτήρα μας Χριστὸ καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι σ’ ὅλα ἄμεμπτος κι ἀκατηγόρητος, ἀπ’ ὅσους ἔχουν μυαλό. Κι αὐτὰ λέω, τὰ κηρύσσει μὲ λαμπρότητα, πού τάχα; Καὶ μπροστά σε ποιόν; Μέσα στὸ ἀνακτορικὸ παλάτι τοῦ Πάπα, ἑνώπιον ἐκείνου τοῦ δῆθεν ἰσόθεου Πάπα. Μόνος, ἀπομονωμένος, ὁλομόναχος αὐτός, ἀναμέσὰ στοὺς περήφανους καρδινάλιους καὶ στοὺς ἄλλους πρεσβευτὲς καὶ ὑποστηρικτές τοῦ Πάπα.
Ἔτσι ντροπιάζοντας ἀντί νὰ ντροπιαστεῖ, κατακρίνοντας ἀντί νὰ κατακριθεῖ καὶ νικώντας ἀντί νὰ νικηθεῖ, δείχνοντας μάλιστα ὡς ἀνόητο καὶ δυσσεβὴ τὸν ἀλαζόνα Πάπα, βγῆκε νικητής, θριαμβευτὴς καὶ στολισμένος μὲ τὸ λαμπρότατο στεφάνι, τῆς ὁμολογίας. Τώρα, ἂν ἡ θεία Πρόνοια δὲν διαφύλαττε τὴν πανόσια ζωὴ τοῦ Μάρκου, γιὰ τὴν μετέπειτα συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας, πῶς ἦταν δυνατὸν μία τέτοια καὶ τόσο μεγάλη παρρησία κι ἀντίσταση, νὰ μὴ γίνει αἰτία νὰ βάψει τὴν ἀρχιερατική του στολὴ μὲ τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα; Βέβαια κανεὶς δὲν πρόκειται, ν’ ἀμφιβάλλει γι’ αὐτό. Γιατί ἂν ἕναν ἁπλὸ ἐπίσκοπο, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ ὅπως εἴπαμε, δὲν ἀκούστηκε ποτὲ μέσα στὴ Σύνοδο, δόμησαν νὰ τὸν σκοτώσουν, μόνο γιατί ἄκουσαν ὅτι. δὲν δέχεται τὴν ἕνωση, πῶς ἐπρόκειτο νὰ ὑπομείνουν τὸν μόνο φανερὸ δικό τους ἐχθρό, ἂν ἐπρόκειτο νὰ καθαιρεθεῖ καὶ ν’ ἀποκηρυχτεῖ ὡς αἱρετικὸς καὶ πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας; Ποιὸς δὲν ξέρει τ’ ἀποτελέσματα τοῦ δῆθεν τυφλοῦ ψευδοιεροῦ ζήλου τους; Ποιὸς δὲν ξέρει ὅτι ὅποιος παπικὸς τὸν σκότωνε, θὰ θεωροῦσε πώς προσφέρει λατρεία στὸ Θεό;


16. Ρητορικὰ ἐγκώμια

Πόσα καὶ ποιὰ λοιπὸν ἐγκώμια, συνθεμένα καὶ δουλεμένα μ’ ὅλη τὴ ρητορικὴ εὐγλωττία θὰ ἦταν ἀρκετά, γιὰ νὰ στεφανώσουν ἐκείνη τὴν ἁγία κεφαλὴ τοῦ Μάρκου, τὴν ὁποία αὐτὸς πρόλαβε καὶ στόλισε μὲ τ’ ἀμάραντο στεφάνι τῆς ὁμολογίας; Μὲ ποιοὺς ἀπὸ τοὺς παλιοὺς ἥρωες τῆς εὐσέβειας, ἂν παραβληθεῖ αὐτὸς βρίσκεται κατώτερος κι ὄχι ἴσος καὶ ἂν δὲν φανεῖ τόλμηρο καὶ μεγαλύτερος καὶ λαμπρότερος ἀπὸ πολλούς; [28]
Ἄς μὲ συγχωρήσει ἀμέσως παρακαλῶ ὁ Ἀαρών, ἐκεῖνος ὁ πρῶτος καὶ μέγας ἱερέας τοῦ παλαιοῦ Νόμου. Αὐτὸς λοιπὸν ὄχι μόνο ὑποχωρεῖ στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑβραῖκοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ φτιάχνει αὐτὸς ὁ ἴδιος τό γλυπτὸ ἄγαλμα καὶ δείχνοντας στὸ πλῆθος τὸ καλούπι, ἔβγαλε διακήρυξη λέγοντας: ΄Αὐτοὶ εἶναι οἱ θεοί σου Ἰσραήλ΄. Καὶ περισσότερο ἀκόμα, γιατί διέταξε νὰ τελέσουν καὶ γιορτὴ στὸν νέο ἐκεῖνο εἴδωλο. Ἀλλὰ ὄχι, ποτὲ αὐτὸς ὁ μέγας ἱερέας τῆς χάριτος ὁ Μάρκος, μὴ γένοιτο νὰ φανταστοῦμε πώς μπορεῖ νὰ πάθαινε ποτὲ κάτι τέτοιο. Ἀλλ’ ἀντιστάθηκε μ’ ὅλες τὶς δυνάμεις του στὶς πιέσεις ὅλων. Οὔτε συνέταξε, οὔτε ὑπέγραψε τὸν ὄρο, τὸν στ’ ἀλήθεια γλυπτὸ καὶ δημιούργημα τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας. Δὲν κήρυξε, ἀλλὰ ἀποκήρυξε μάλιστα, ὡς ψευδῆ κι ἀλλότρια κι αἱρετικὴ διδασκαλία τὴν λατινικὴ γνώμη. Κι ἐκείνη τὴν μιαρὴ γιορτὴ τῆς ἕνωσης, ὄχι μόνο δὲν τὴν τέλεσε ἐκεῖνος, ἀλλὰ θρηνοῦσε μᾶλλον κι ἔκλαιγε, γιὰ τὴν ντροπὴ καὶ τὴν καθαίρεση τῆς θεοπαράδοτης πίστης, κατ’ ἰδίαν καὶ μακριά, κλεισμένος στὸ κελί του.

Ὁ Φινεές, ὁ ἔγγονός του Ἀαρών, φλέγομενος ἀπὸ ζῆλο ὑπὲρ τοῦ θείου Νόμου, ἐξόντωσε τὴν ἴδια στιγμὴ τὸν σειρομάστη καὶ τὴ Μαδιανίτιδα, μὲ τὴν ὁποία πού ἐπόρνευε, κι ἡ πράξη αὐτὴ θεωρήθηκε δίκαια. Καὶ γιὰ ἀνταμοιβὴ τοῦ ζήλου του, ἔλαβε ὡς αἰώνιο προνόμιο τὸ ἱερατικὸ χάρισμα. Καὶ ὁ δικός μας Μάρκος, ὄχι ἕναν ἡ δύο, ἀλλὰ πολλοὺς Ἰσραηλίτες, δηλαδὴ ἀνατολικοὺς καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἔγκριτους ποιμένες, πού ἄλλαξαν γνώμη, καὶ κατὰ τὴ Γραφὴ συμπεριφέρθηκαν ἄφρονα πρὸς τὸ Θεὸ καὶ καταγοητευμένοι ἀπὸ τὴν πορνικὴ ὄψη τῆς νοητῆς Χασβὶ μοίχευσαν μ’ αὐτὴ καὶ προσέβαλαν τὸ κάλλος τῆς θείας πίστης, ὄχι ἕναν, λέω, ἡ δύο, ἀλλὰ πολλοὺς τέτοιους κι ὅλους ἐκείνους τοὺς Λατινὸφρονες, ἐξόντωσε καὶ κατέσφαξε καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ τὴ νοητὴ Μαδιανίτιδα κι ἐννοῶ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία. Καὶ μὲ ποιὸν σειρομάστη, μὲ τὴν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος, ΄τὸ ὁποίο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ΄ κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο. Ἑπομένως, ἂν ὁ Φινεὲς τιμήθηκε τόσο, πόσο περισσότερο δοξάστηκε αὐτός, πού καὶ περισσότερο ἀπὸ τὸν Φινεὲς ἀνδραγάθησε, ὄχι μόνο γιατί τιμώρησε πολλούς, ἀλλὰ καὶ γιατί εἶναι ὁμολογουμένως μεγαλύτερη, δηλαδὴ πιὸ σιχαμερὴ καὶ πιὸ ἀποτρόπαιη πορνεία, ἡ καινοτομία κι ἡ ἀσέβεια κι αἵρεση στὴ θεία πίστη.
Καὶ ὁ Γεδεῶν ὑπῆρξε θαυμάσιος. Γιατί παραδόξως, κατατρόπωσε τὰ πλήθη τῶν ἀλλοφύλων, πού σκέπαζαν σὰν ἄκριδες τὶς κοιλάδες κι ἦταν συσσωρευμένοι ὅπως ἡ ἄμμος τῆς θάλασσας. Ἀλλά τουλάχιστον εἶχε μαζί του τριακόσιους ἐκλεκτοὺς ἄντρες, πού μὲ τριακόσιες σάλπιγγες στὴ δεξιὰ πλευρὰ κι ἄλλες τριακόσιες λαμπάδες στὴν ἀριστερή, ὄρμησαν νύχτα φωνάζοντας: ΄Ρομφαία τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Γεδεῶν΄. Καὶ σαλπίζοντας ταυτόχρονα καὶ δυνατὰ μὲ τί,ς σάλπιγγες, αἰφνιδίασαν, πανικόβαλαν καὶ τελικὰ ἔτρεψαν σὲ φυγὴ ὅλο ἐκεῖνο τὸ βάρβαρο στρατόπεδο. Πόσο ὅμως πιὸ θαυμαστός, θὰ πρέπει δίκαια νὰ θεωρεῖται αὐτὸς ὁ θεῖος ἀρχιστράτηγος ὁ Ἐφέσου. Μόνος του, μὲ μόνη τὴ δική του σάλπιγγα, τὴ σάλπιγγα ἐννοῶ τῆς ὑψηλῆς του Θεολογίας, τὴν ὁποία ὡς δεξιὰ τὴν εἶχε στὰ δεξιά του καὶ μὲ μόνη τὴ δική του λαμπάδα, τὸ φῶς τῆς κοσμικῆς σοφίας του ἐννοῶ, τὴν ὁποία εἶχε στ’ ἀριστερά ὡς ἀριστερὴ κι ὄχι πέφτοντας ξαφνικὰ μέσα στὴ νύχτα, ἀλλὰ φανερὰ κι ἀπὸ κοντὰ κι ἀντιπαρατασσόμενος πολλὲς φορὲς σὲ πολλὰ καὶ διάφορα πεδία μάχης, πότε σὲ κεῖνον τοῦ καθαρτηρίου, πότε σὲ κεῖνον τῆς προσθήκης καὶ τελευταῖο ἐκεῖνο τῆς ἀπεραντοσύνης τοῦ λατινικοῦ δόγματος, μὲ πολλὲς κι ἀλλεπάλληλες συμπλοκές, ἀπὸ τὴ μία σαλπίζοντας τὰ ὑψηλὰ δόγματα κι ἀπὸ τὴν ἄλλη διατρανώνοντας καὶ διασαφηνίζοντας τὰ θεία νοήματα μὲ τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης του, ἔπληξε καίρια, κατατρόπωσε καὶ κατέβαλε ὁλοκληρωτικά τους ἐχθρούς της πίστης, πού ὁμολογοῦσαν κι ἔλεγαν φανερά:
Δὲν καταφέραμε τίποτα!»
Ὁ Ἰεφθάε πάλι, νίκησε τοὺς Ἀμμωνίτες καὶ ξεπλήρωσε τὸ τάξιμο πού ἔκανε στὸ Θεό, πώς ἂν γυρίσει νικητής, θὰ τοῦ προσφέρει θὐσία ὅποιον συναντήσει πρώτον νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι του. Καὶ βρῆκε πρώτη τὴ μοναχοκόρη του νὰ βγαίνει νὰ τὸν προϋπαντήσει, καὶ πιστὸς στὴν ὑπόσχεσή του πρὸς τὸ Θεό, σταθερὰ πρόσφερε ἐκείνη ὁλοκαύτωμα πνευματικὸ στὸν Κύριό του. Κι ὁ θεῖος Μάρκος, θυσίασε ὄχι θυγατέρα, ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ψυχὴ μὲ τὴ θέλησή του, ἀληθινά ζωντανὴ θυσία, Οὐσία ἁγία κι εὐάρεστη. Κι ὄχι γιατί νίκησε, ἀλλὰ γιὰ νὰ νικήσει καὶ νὰ κατακτήσει ὀχυρώματα καὶ ὑψώματα πού σηκώνονταν κατὰ τῆς ἀληθινῆς ὀρθοδόξου γνώσης τοῦ Θεοῦ, ἀντιπαρατασσόμενος σ’ ἀρχὲς κι ἐξουσίες. Κι ἐγὼ βέβαια, βρίσκω καὶ σ’ ἄλλο τὸν Μάρκο λαμπρότερο καὶ τιμιότερο ἀπὸ τὸν Ἰεφθάε. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ νίκησε, πρόσφερε τὴν θυγατέρα του. Αὐτός, ἀφοῦ ἐπέστρεψε νικητής, ἀναζωογόνησε (ὅπως πρόκειται νὰ τὸ δείξει ἡ συνέχεια τοῦ λόγου), τὴ Νύμφη καὶ μητέρα του τὴν Ἐκκλησία, πού νεκρώθηκε ψυχικὰ στὴν Ἰταλία ἀπὸ τὸ φαρμάκι τοῦ λατινισμοῦ καὶ τὴν ἀποκατέστησε ἀπὸ τὴν ἀρχή, κατὰ τὸν θεῖο Παῦλο, στὸν νυμφίο της Χριστὸ ἔνδοξη, ἁγία καὶ ἄμωμη, μὴν ἔχοντας οὔτε σπίλωμα, οὔτε ρυτίδα, ἡ κάποιο ἀπὸ τὰ μιάσματα καὶ βδελύγματα τοῦ αἱρετικοῦ παπισμοῦ.
Καὶ τοῦ Δαβὶδ τὸ λαμπρὸ κατόρθωμα ποιὸ ἦταν; Μονομάχησε μὲ τὸν ἀλλόφυλο Γολιὰθ πού φαινόταν ἀπίστευτος στὸ μέγεθος. Ἀπὸ τὸ κεφάλι ὡς τὰ πόδια ἦταν καλυμμένος μὲ σίδηρο καὶ χαλκό. Τ’ ἅρματά του, ἀκόμα κι ὅταν φαίνονταν ἀπὸ μακριά, προξενοῦσαν τρόμο κι ἡ φωνὴ του πάγωνε τὸ αἷμα στὶς φλέβες, γιατί ἀποφάσιζε νὰ κριθεῖ ἡ συνολικὴ νίκη μὲ μία μονομαχία, στὴν ὁποία αὐτὸς παρουσίαζε ἕτοιμο τὸν ἑαυτό του. Καὶ λέγοντας ὁ ἀπερίτμητος πολλὰ βλάσφημα λόγια, χλεύαζε τὴν παράταξη τοῦ Ἰσραήλ. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ Δαβίδ, ἔρχεται σὲ κείνη τὴ φοβερὴ μονομαχία, νέος στὴν ἡλικία, μὲ γυμνό τό σῶμα ἀπ’ ἅρματα πολέμου, μόνο μ’ ἕνα ραβδὶ στὸ χέρι καὶ μὲ πέντε πέτρες λεῖες (δηλαδὴ ἴσες καὶ ὁμαλὲς) ἀπὸ τὸ κοντινὸ ποτάμι, τὶς ὅποιες ἔβαλε στὸν ποιμενικό του σάκο. Βάζει μία ἀπὸ τὶς πέντε πέτρες στὴ σφεντόνα καὶ τὴν ἐκσφενδονίζει ἐναντίον τοῦ βάρβαρου μ’ ὅλη του τὴ δύναμη. Κι ἡ πέτρα φεύγει καὶ τρύπα τὴν περικεφαλαία, δηλαδὴ τὸ σίδηρο πού σκέπαζε τὸ κεφάλι καὶ ταυτόχρονα ἀκόμα κι αὐτὸ τὸ περήφανο κεφάλι τοῦ γίγαντα. Καὶ πέφτει ὁ ἀπερίτμητος κάτω στὴ γῆ σὰν δρῦς. Ἀλήθεια, ἀξιοθαύμαστη ἀνδραγαθία. Ποιὸς δὲν τὸ ὁμολογεῖ; Μὰ τί μ’ αὐτό; Στὰ ἀλήθεια, τὸ κατόρθωμα αὐτοῦ τοῦ νέου Δαβίδ, δὲν εἶναι σὲ τίποτα κατώτερο, γιὰ νὰ μὴ φανῶ τολμηρὸς ὁνομάζοντάς το κι ἀνώτερο. Γιατί, προσέξτε παρακαλῶ, ὁ Δαβὶδ μονομαχεῖ μὲ τὸ δικό του γίγαντα ἕνας πρὸς ἕναν καὶ μία μόνο φορὰ καὶ νικᾶ. Ἔδω ὅμως μὲ τρεῖς, μὲ περισσότερους, μ’ ὅλους, μὲ ψευδοσύνοδο πού θέλει νὰ λέγεται οἰκουμενικὴ κι ὄχι μία φορά, ἀλλὰ πάμπολλες, μόνος του ὁ Μάρκος καὶ πάντοτε νικᾶ. ’Ἡ τάχα δὲν εἶναι νίκη καὶ μάλιστα λαμπρότερη ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη νίκη, ἡ ἀντίσταση κι ἡ καρτερία μέχρι τέλους, στοὺς ἀγῶνες τῆς Ὀρθόδοξης πίστης; ΄Ὅπου, γιὰ νὰ πῶ καὶ πάλι τὰ λόγια τοῦ σοφότατου Σχολάριου,
ὑπεράσπιζε τὸ πατρικὸ δόγμα μόνος ἀνάμεσα στοὺς Λατίνους, γιατί σὲ μᾶς, πού ὀφείλαμε νὰ εἴμαστε σύμμαχοί του, ἀντὶ γιὰ τέτοιους, ἀλίμονο, ἔβρισκε ἐχθρούς, κι ἀντιστεκόταν μόνος του σὲ κείνη τὴν ἀνάξια λόγου [παπικὴ] διδασκαλία στὴν ὁποία οἱ ἄλλοι ὑποχώρισαν καὶ ἀποδέχθηκαν μὲ κάθε τρόπο΄.
Ἀλλὰ καὶ ὡς ἀληθινὸ μονομάχο θέλω νὰ δοῦμε τὸν Μάρκο, μὲ τὸν δικό του Γολιάθ, τὸν φοβερὸ καὶ ὑπέρτατο γιὰ τοὺς δυτικοὺς Πάπα. Ὁ Δαβὶδ τουλάχιστον, εἶχε μαζί του ἕνα ραβδί, μία σφεντόνα καὶ πέντε λεῖες πέτρες ἀπὸ τὸν παρακείμενο ποταμὸ μέσα στὸν ποιμενικό του σάκο καὶ χρησιμοποιώντας αὐτὰ καὶ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς θείας δύναμης, νίκησε. Ὁ Μάρκος δὲν εἶχε τίποτα ἀπ’ αὐτά, γιατί δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοῦ φανοῦν χρήσιμα στὸ δικό του πόλεμο. Αὐτός, εἶχε γιὰ ραβδὶ τὸ δικό του σταυρὸ τῆς κατὰ Χριστὸν ἄσκησης, τὸν ὁποίο εἶχε σηκώσει ἀπὸ μικρὴ ἡλικία καὶ σ’ αὐτὸν πάντοτε στήριζε τὶς ἐλπίδες τῆς σωτηρίας του. Γιὰ σφεντόνα εἶχε τὴν ἱερή του γλώσσα, ἰκανότατο ὄργανο τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. Ἀλλὰ καὶ λίθους εἶχε αὐτὸς ὁ νέος Δαβίδ, ἀπὸ τὸν κρυφὸ ποταμὸ τῆς Αὐτοσοφίας, πού ἦταν πρὸ πολλού ἀποταμιευμένοι, στὴν ποιμενική του ψυχή. Ἀπὸ πού ἦταν αὐτοί; Ἀπὸ τὴν Παλαιά Διαθήκη, ἀπὸ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τῶν θεοσοφῶν Ἀποστόλων, ἀπὸ τὶς ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους κι ἀπὸ τὶς ἱερὲς Θεολογίες τῶν ἁγίων κι ἐγκρίτων Δασκάλιον. Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ νοητοὶ πέντε λίθοι τοῦ νέου Δαβίδ, οἱ στ’ ἀλήθεια λεῖοι καὶ ὁμαλοί. Γιατί δὲν ὑπῆρχε σ’ αὐτοὺς τίποτα στρεβλὸ ἡ παραμορφωμένο κατὰ τὴ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Καὶ παρόλο πού ἦταν πέντε, ὡστόσο μία ἦταν ἡ δύναμη, ἕνας ὁ νοῦς, ἕνα τό πνεῦμα πού μιλᾶ γιὰ ὅλα κι ἀρκεῖ πολλὲς φορὲς κι ὁ ἕνας ἀντὶ γιὰ ὅλους. Κι ἔτσι πέφτει καὶ μ’ ἕνα ἀπ’ αὐτά ὁ νοητὸς Γολιάθ. Αὐτά ἦταν τὰ ὅπλα τοῦ δικοῦ μας μονομάχου. Καὶ τὰ ὅπλα τῆς δικῆς μας στρατιᾶς, κατὰ τὸν Ἀπόστολο, δὲν εἶναι θεαματικά, ἀλλὰ ἱκανὰ γιὰ νὰ γκρεμίζουν ὀχυρώματα. Ὁ δικός του Γολιάθ, ὁ πάπας, δὲν ἦταν βέβαια τετράπηχυς ἡ πεντὰ-πῆχυς σὲ ὕψος, ὅπως ἦταν ἐκεῖνος τοῦ Δαβίδ. Ἀλλὰ ἡ διπλὴ ἐξουσία του (θρησκευτικὴ καὶ πολιτικὴ) τὸν ὕψωνε στὴ φαντασία του ὡς τοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ πού ἐπιθύμησε νὰ τοποθετήσει κάποτε τὸ θρόνο του ὁ δικός του συναποστάτης, ὁ ἑωσφόρος.[29]
Καὶ δὲν εἶχε περικεφαλαία χάλκινη, ἀλλὰ τιάρα μὲ τρεῖς κορῶνες, πού προκαλοῦσε θάμπος καὶ κατάπληξη. Δὲν ἦταν θωρακισμένος μ’ διπλά, ἀλλὰ εἶχε στρατεύματα περιφρούρησης γύρω του καὶ σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἰταλία. Δὲν ἔσειε κοντάρι, οὔτε ξεγύμνωνε σπαθί. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτά, μπροστὰ στὴν ἀθεότατη βλασφημία τῆς αἵρεσης τοῦ παπισμοῦ; Ποιὸ κοντάρι μπορεῖ νὰ καρφώσει βαθύτερα καὶ πιὸ δυνατὰ ἀπὸ τὴν αἵρεση μέσα στὴν καρδιά; Ποιὸ σπαθὶ μπορεῖ νὰ βρεθεῖ πιὸ κοφτερό, ἀπὸ τὴν ἄρνηση τῆς εὐσεβοῦς πίστης; Κι ἂν αὐτὰ τὰ θέλεις καὶ αἰσθητά, ποιὰ ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅλα τα θανάσιμα καὶ ἰδιαίτερα τό πῦρ καὶ τὸ δηλητήριο, μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν μὲ ἕνα παπικὸ νεῦμα, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς ἐξάλειψης τῶν πολέμιων τῆς παπικῆς κοσμικῆς του ὑπεροχῆς; Ἀλλὰ παρόλο πού ὁ Πάπας ἦταν γίγας γιὰ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία στὴν Δύση καὶ φοβερὸς σ’ ὅλα, παρόλο πού ὁ θάνατος ἔρεε ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ κράτους του, ὁ Μάρκος παρουσιάστηκε μπροστά του θαρραλέα κι ἐκσφενδόνισε ἀπὸ τὸ θεοκίνητο στόμα του, τὸν λεῖο λίθο τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καὶ ὁ λίθος, χωρὶς νὰ φοβηθεῖ καθόλου τὴν τιάρα, διαπέρασε ὡς μέσα στὸ μυελὸ τῆς παπικῆς κεφαλῆς καὶ πέφτει σὰν νεκρός, ἀκίνητος, ἄφωνος καὶ χωρὶς ἐνέργεια ὁ ἀπερίτμητος στ’ αὐτιὰ καὶ τὴν καρδιά, ἐκεῖνος πού σὰν ἄλλος Γολιάθ, μὲ τὴν ἑωσφορική του ἔπαρση, χλεύαζε ὄχι κάποια στρατιωτικὴ παράταξη, ἀλλὰ τόσες πολλὲς καὶ μεγάλες παρατάξεις τοῦ Θεοῦ κι ἐννοῶ τὶς ἅγιες κι Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἀθετώντας καὶ διαστρέβλόντας τὰ θεοδίδακτα δόγματα καὶ νομοθετήματά τους.
Καὶ γιατί τάχα θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι αὐτὸ τὸ μέγα κατόρθωμα τοῦ ἥρωά μας, εἶναι ἐλλιπέστερο ἀπὸ κεῖνο τοῦ Δαβὶδ κι ὄχι μάλιστα λαμπρότερο, ἄφου ἐκεῖ ὁ κίνδυνος, τότε τόσο ὁ κοινός, ὅσο κι ὁ προσωπικός, ἦταν σωματικὸς κι ἐνῶ ἐδῶ ἦταν ψυχικός; Ἐκεῖ προσωρινὸς κι ἔδω αἰώνιος, ὅπως ἦταν καὶ ὅλων των ἄλλων ἁγίων ἀγωνιστῶν; Ναί, βεβαιότατα ἔτσι εἶναι. Καὶ γι’ αὐτὸ κι ὁ Παῦλος, ὁ μέγας Ἀπόστολος, ἔλεγε: ΄Δὲν διεξάγουμε πάλη μὲ σάρκα καὶ αἷμα, ἀλλὰ μὲ τὶς ἀρχές, τὶς ἐξουσίες, τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκοτεινοῦ τούτου κόσμου, μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα στοὺς οὐρανούς΄. Θέλοντας νὰ δείξει μ’ αὐτὰ ὁ δάσκαλος τῆς οἰκουμένης, ὅτι ἡ νίκη καὶ ὁ πόλεμος τῶν ἁγίων, ξεπερνᾶ κατὰ πολύ τό μέτρο. Τέτοιον πόλεμο λοιπὸν διεξῆγε αὐτὸς ὁ μακάριος καὶ σύντριψε λαμπρὰ τὸν Πάπα, τὸν κοσμοκράτορα τοῦ σκότους αὐτοῦ τοῦ αἰώνα, κι ἐννοῶ αὐτῆς τῆς νοητῆς καὶ αἰσθητὴς δύσης.
Ἀλλὰ θὰ ’ρθω καὶ σὲ κείνους τοὺς μεγάλους καὶ φημισμένους σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη ἥρωες. Σ’ αὐτοὺς ἐννοῶ τοὺς λαμπροὺς ἀγωνιστές ὑπὲρ τῆς εὐσέβειας. Ἄπειρο εἶναι βέβαια τό πλῆθος, τόσο τῶν μαρτύρων, ὅσο καὶ τῶν ὁμολογητῶν καὶ σχεδὸν ὑπερβαίνουν κι αὐτὰ τὰ ἄστρα στὸν ἀριθμό, οἱ γενναῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ μου. Ἀλλὰ ἐγὼ πρὸς τὸ παρόν, δὲν θὰ προβάλλω, οὔτε τὰ στρατεύματα τῶν ἅγιων μαρτύρων, οὔτε τὰ πλήθη τῶν ὁμολογητῶν, πού κατὰ καιροὺς βασανίστηκαν σκληρὰ ἀπὸ τοὺς ἄθεους αἱρετικοὺς καὶ πὲθαναν λαμβάνοντας τὸ στεφάνι τοῦ ἀγώνα καὶ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Μάρκος, ὅπως λαμπρὰ ἀποδείχτηκε παραπάνω, στάθηκε ὑπεράξιος μιμητὴς καὶ σήμερα χορεύει στοὺς οὐρανοὺς στεφανωμένος, δόξα καὶ καύχημα καὶ ἄξιο συμπλήρωμα τῶν θείων ὁμολογητῶν. Ἀλλὰ θέλω νὰ παρουσιάσω, ἐκείνους πού ἔλαιιψαν στὰ οἰκουμενικὰ κριτήρια, ἐκεῖ δηλαδὴ πού ἡ πίστη κρινόταν καὶ δοκιμαζόταν οἰκουμενικὰ καὶ γι’ αὐτὸ ἰδιαίτερα ἀνακηρύσσονται ὑπέρμαχοι τῆς Ὀρθόδοξης πίστης. Καὶ γιὰ νὰ μὴ μιλῶ γιὰ Ταράσιους, Εὐτύχιους καὶ Κύριλλους, πού δὲν εἶναι ἴσως γνωστοὶ στὸ πολὺ κόσμο, μοῦ ἀρκεῖ ἕνας, ὁ ὅποιος δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ διαφεύγει τῆς προσοχῆς κανενὸς χριστιανοῦ. Αὐτὸς εἶναι τὸ μέγα θαῦμα τοῦ κόσμου, ὁ περιώνυμος καὶ περιλάλητος Ἀθανάσιος. Γιατί ὅλη σχεδὸν ἡ ζωή του, ὑπῆρξε ἕνας συνεχὴς ἀγώνας, μ’ ἐξορίες, μὲ φυγές, μὲ διωγμοὺς ὑπὲρ τῆς πίστης. Ὁ ἱερὸς Μάρκος αὐτὰ ὅλα, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπιλογή του καὶ τὴν γνώμη του, εἶχε τὸν διακαῆ ζῆλο καὶ τὴν ἀξιοθαύμαστη ἐκείνη σταθερότητα στὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια, τὰ δέχτηκε, ὅπως ἀποδείχτηκε ἀπὸ τὰ προηγούμενα καὶ δὲν μένει καμιὰ ἀμφιβολία. Σὲ τί λοιπὸν ἐγώ, πρόκειται νὰ θεωρήσω ὅτι ὑπάρχει κάποια ὑπεροχὴ τοῦ Μάρκου ἀπέναντι στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο; Ἴσως κάποιος πρόκειται νὰ κατηγορήσει τὸ λόγο μου γιὰ αὐθάδεια, πού τολμᾶ νὰ κάνει μία τέτοια σύγκριση. Ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκεῖνος ὁ μέγας φωστήρας τῆς οἰκουμένης, ὄχι μόνο δὲν πρόκειται νὰ ὀργιστεῖ, ἀλλὰ θὰ χαρεῖ μάλιστα, σὰν καλὸς πατέρας πού δοξάζεται ἀπὸ τὸν γιό του.
Τί θέλω νὰ πῶ δηλαδή; Ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἀπόκτησε φήμη, γιατί ὅταν ἦταν ἀκόμα διάκονος τοῦ Πατριάρχη τῆς Ἀλεξάνδρειας, Ἀλέξανδρου, σὲ κείνη τὴν πρώτη ἁγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συγκλήθηκε ἐνάντια στὴ λύσσα τοῦ ἀθεώτατου Ἄρειου, στάθηκε μέγας ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας κι ἔκανε ἐκεῖ διάλεξη μὲ τὸν ἀσεβέστατο Ἄρειο καὶ τὸν καταντρόπιασε μὲ τὰ δόγματα τῆς εὐσέβειας κι ὄχι μόνο ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς δικούς του ὁμόφρονες. Τώρα, ἂν ὁ μέγας Ἀθανάσιος πρὶν ἀκόμα ἀνέβει στὸ θρόνο κάνει ἐκείνους τοὺς φοβεροὺς ἀγῶνες καὶ τοὺς κατοπινοὺς πολέμους κατὰ τῶν αἱρετικῶν, ἄν, λέω, ἀπὸ τότε ἤδη ὀνομάστηκε ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καὶ πρόμαχος τῆς Ἔκκλησιας καὶ παντοῦ διαδίδεται, ὅπως εἶπα, ἐκεῖνο τὸ κατόρθωμα τοῦ ἁγίου, πόσο περισσότερο εἶναι δίκαιο, νὰ διαδίδεται παντοῦ ἡ φήμη τοῦ θείου Μάρκου, πού τόσο ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια; Σὲ κείνη τὴν ἁγία πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὸ σύνολο τῶν Πατέρων ἦταν ὄχι μόνο ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ κι ἁγιότατοι καὶ θαυματουργοί. Κι οἱ αἱρετικοί, ἦταν γενικὰ λίγοι, δέκα, ἴσως καὶ λίγο περισσότεροι. Ἐνώ σ’ αὐτὴ τὴ μιαρὴ σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, τὸ μεγαλύτερο μέρος ἦταν κακὸφρονες, πονηροὶ καὶ σατανικοὶ καὶ λίγοι ἦταν οἱ Ὄρθοδοξοι καὶ στὸ τέλος ὅλοι ἀπέκλιναν κι ἐξαχρειώθηκαν. Ἑπομένως, ἐκεῖ πού ὁ μέγας Ἀθανάσιος ὑπερασπιζόταν τὴν εὐσέβεια μαζὶ μ’ ὅλους, ὁ Μάρκος ἀγωνιζόταν μόνος του καὶ πολεμοῦσε μόνος ἐναντίον ὅλων. Ἐκεῖνος ἦταν ἀνάμεσά σε φίλους καὶ πατέρες κι ἀδελφούς, ἐνώ αὐτός, ἀνάμεσα σ’ ἐχθρούς, πολέμιους κι ἐπίβουλους. Ποιὸς λοιπὸν δὲν βλέπει, ὅτι διαφέρει σχεδὸν σ’ ὅλες τὶς περιστάσεις αὐτὸ τὸ κατόρθωμα καὶ ξεπερνᾶ κατὰ πολύ το μέτρο, ἐφόσον δὲν εἶναι τὸ ἵδιο, νὰ σηκώσουν ἕνα βάρος οἱ πολλοὶ καὶ τὸ ἴδιο νὰ τὸ σηκώσει. ἕνας καὶ μόνος του;
Γιατί ὑπεράσπιζε, λέει, τὸ πατρικὸ δόγμα, μόνος ἀνάμεσα στοὺς Λατίνους
Ἀλλά, ἐπειδὴ τόλμησε νὰ συγκριθεῖ ὁ λόγος τοῦ ἐπαινετοῦ σ’ ὅλα Μάρκου μὲ τὸν μέγα δάσκαλο τῆς οἰκουμένης καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ τὸ κατόρθωσε, ἤδη μοῦ ἦρθε στὴ μνήμη καὶ τὸ μέγα ἐγκώμιο, τὸ ὁποίο πλέκει ἐξαίρετα ὁ μέγας στὴ θεολογία Γρηγόριος, πρὸς δόξα ἐκείνου τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου. Κι ἐπειδὴ δὲν εἶναι γνωστό, θὰ τὸ διηγηθῶ μὲ συντομία, γιατί ὁ δικός μας Μάρκος, δὲν φαίνεται ἐλλιπὴς οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ μέγιστο κατόρθωμα.
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος βρισκόταν ἐξόριστος στὴν Ἰταλία ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τῶν ἀρειανῶν. Κι ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἔγινε ἐκεῖ Σύνοδος Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων καὶ δυτικῶν κι ἀνατολικῶν. Σὲ κείνη τὴ Σύνοδο, ὁπού, ὅπως εἶπα, ἦταν ὅλοι Ὀρθόδοξοι καὶ ὁμόφρονες, ἐπακολούθησε μεγάλη σύγχυση κι ἀπ’ αὐτὴ προέκυψε καὶ σχίσμα μεταξύ των δυτικῶν καὶ τῶν ἀνατολικῶν. Ἡ αἰτία ἦταν, ὅτι οἱ δυτικοὶ ἔλεγαν κάποιες λέξεις πού δὲν τὶς δέχονταν οἱ ἀνατολικοί. Καὶ τὸ ἴδιο οἱ ἀνατολικοὶ ἔλεγαν κάποιες ἄλλες λέξεις, τὶς ὅποιες ἡ γλώσσα τῶν δυτικῶν, ἡ λατι νική, δὲν τὶς ἔχει, ἀφοῦ εἶναι περιορισμένη καὶ φτωχὴ στὰ νοήματα. Γι’ αὐτὸ οἱ δυτικοί, ἐπειδὴ δὲν καταλάβαιναν τὸ νόημα τῶν λέξεων, δὲν τὶς δέχονταν. Ἐπομένω κι οἱ ἀνατολικοί, φαίνονταν στοὺς δυτικοὺς αἱρετικοί, δηλαδὴ Ἀρειανοί κι οἱ δυτικοὶ ἀντίστοιχα φαίνονταν αἱρετικοὶ στοὺς ἈνατολικοΎς, δηλαδὴ Σαβελλιανοί. Καὶ γι’ αὐτό, ὅπως εἶπα, ἔγινε καὶ μεγάλη ταραχὴ καὶ λίγο ἔλειψε ν’ ἀποσχιστοῦν οἱ Ἐκκλησίες, παρόλο πού στ’ ἀλήθεια καὶ τὸ ἕνα μέρος καὶ τὸ ἄλλο, ὀρθὰ καὶ σωστὰ φρονοῦσαν ὡς πρὸς τὰ λεγόμενα. Τότε λοιπὸν κι ὁ μέγας Ἀθανάσιος, πού ἦταν παρὼν ἐκεῖ, ἔδωσε προσοχὴ καὶ στὸ ἕνα μέρος καὶ στὸ ἄλλο. Ἐξέτασε δηλαδὴ μὲ ἠρεμία κι ἐπιμέλεια τὰ φρονήματα καὶ τῶν δύο πλευρῶν κι ἐπειδὴ κατάλαβε πώς ὀρθὰ φρονοῦν καὶ τὰ δύο μέρη, τοὺς ἄφησε νὰ λένε τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα πού ἔχει ἡ κάθε γλώσσα, βεβαιώνοντας καὶ τὸ ἕνα μέρος καὶ τὸ ἄλλο, πώς ὀρθὰ καὶ σωστὰ φρονοῦν. Κι ἔτσι σταμάτησαν τὰ σκάνδαλα κι ἔγινε εἰρήνη στὶς Ἐκκλησίες καὶ διατηρήθηκε ἡ ἑνότητα ὅπως καὶ πρίν.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα ἔργο τοῦ μεγάλου Ἀθανάσιου, τὸ ὁποίο πάνω ἀπὸ τ’ ἄλλα θαυμάζει κι ἐπαινεῖ ὁ μέγας Γρηγόριος καὶ γιὰ νὰ πῶ τὰ ἴδια του τὰ λόγια: ΄Αὐτό, λέει, εἶναι πιὸ ὠφέλιμο ἀπὸ τοὺς μεγάλους κόπους καὶ τοὺς λόγους καὶ αὐτὸ εἶναι, προτιμότερο ἀπὸ πολλὲς ἀγρυπνίες καὶ χαμαικοιτίες...΄.
Λοιπόν, ἂν αὐτὸ τὸ κατόρθωμα τὸ ἐπαινεῖ τόσο πολὺ ὁ Θεολόγος, πώς δὲν εἶναι κι ὁ Μάρκος, ἕνας ἄλλος Ἀθανάσιος, ποῦ, ἂν καὶ δὲν κατόρθωσε περισσότερα, ὡστόσο ἐνέργησε κι αὐτὸς ὁπωσδήποτε τὸ ἴδιο θαυμάσια;
Θέλετε ν’ ἄκουσετε κι αὐτό; Ὀφείλω νὰ τὸ προσθέσω, γιατί τὸ ἀπαιτεῖ κι ἡ συνέχεια τῆς ἱερῆς διήγησης γιὰ τὸ πρόσωπό του, τὴν ὁποία τὴν διέκοψε πρὸ πολλοῦ το θαῦμα τῶν ἡρωικῶν του ἀγώνων κι ἐμεῖς πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ φτάσουμε καὶ στὸ πανίερο τέλος τῆς ἁγίας του ζωῆς.


17. Σχίσμα κλήρου καὶ λαοῦ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ [1.2.1440]

Γιὰ νὰ συντομεύσω λοιπὸν τὰ ἐνδιάμεσα τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐπιστροφῆς, ἔφτασαν καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Κι ἐπειδὴ ἡ φήμη εἶχε προλάβει νὰ φτάσει καὶ νὰ διακηρύξει τοὺς ἀγῶνες τοῦ ἁγίου καὶ τὴν τέλεια ἀντίσταση καὶ παραμονή του στὴν πατρογονικὴ εὐσέβεια, δὲν ἔτρεξε τόσος λαὸς νὰ προϋπαντήσει τό βασιλιὰ (μάλιστα οἱ περισσότεροι, ἐπειδὴ τὸν μισοῦσαν τὸν ἀπέφευγαν), ὅσος συνέρευσε στὴν ὑποδοχὴ αὐτοῦ του ἱεροῦ ἥρωα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ λαμπροῦ καὶ ἄριστου. Ἄλλοι τὸν ὀνόμαζαν ἀκλόνητο στύλο τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλοι ἀσύλητο ταμεῖο τῆς Ὀρθόδοξης πίστης. Κι ἄλλοι τὸν ἀποκαλοῦσαν Ἀθανάσιο, ἄλλοι Κύριλλο, ἄλλοι νέο Ἰωάννη Θεολόγο, τοῦ ὁποίου εἶχε κληρωθεῖ καὶ τὸν ἱερότατο θρόνο, δηλαδὴ τὴν Ἔφεσο. Καὶ γιὰ τὸ πώς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο φέρονταν πρὸς τοὺς ἄλλους, πού κακῶς ὁλοκλήρωσαν ἐκείνη τὴν κακὴ ἕνωση, δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ παραστήσει ἱκανοποιητικὰ τὴν σύγχυση, τὴν ἀνακατωσούρα καὶ τὴν ἀθλιότητα ἐκείνης τῆς πόλης. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸ μόνο, ὅτι ἔγινε μεγάλο σχίσμα καὶ χάσμα. μεταξύ τοῦ Ὀρθόδοξου λαοῦ καὶ τῶν Λατινισθέντων. Οἱ ἀρχιερεῖς ἀπέφευγαν τοὺς ἀρχιερεῖς, οἱ ἱερεῖς τοὺς ἱερεῖς, οἱ μοναχοί, τοὺς μοναχοὺς καὶ ὅλοι ὅλους μ’ ἄκρατο μίσος καὶ τοὺς ἀποστρέφονταν ὡς μιάσματα καὶ βδελύγματα. Καὶ δὲν ἀκούγοταν τίποτα ἄλλο, παρὰ: «Οἱ προδότες τῆς πίστης, οἱ ἐπίβουλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πολέμιοι τῆς Ὀρθοδοξίας». Τόσο ἦταν τὸ μίσος καὶ ἡ ἀποστροφὴ πρὸς τὴν αἵρεση ἐκείνου τοῦ ὀρθόδοξου λαοῦ, ὥστε καὶ μόνο ἐπειδὴ ἕνας ἱερέας πῆγε νὰ δεῖ τὴν ἐνθρόνηση τοῦ νέου Πατριάρχη, πού ἦταν ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες, οἱ ἐνορίτες του δὲν πάτησαν στὴν ἐκκλησία οὔτε τὸ βράδυ, οὔτε τὸ πρωί, πού ἔτυχε νὰ εἶναι καὶ Δεσποτικὴ γιορτή, δηλαδὴ τῆς Ἀναλήψεως. Τόσο μεγάλο ἔγινε λοιπὸν τὸ σχίσμα κι ἡ διαίρεση μεταξύ των οὐνιτῶν καὶ τῶν εὐσεβῶν. Μόνος λοιπὸν ὁ μέγας Μάρκος, ἀνάμεσά σέ κείνους τοὺς ζοφεροὺς πλανῆτες, τοὺς σκοτεινοὺς ταξιδευτὲς πού σκοτείνιασαν μέσα στὴν αἰσθητὴ καὶ νοητὴ Δύση, μόνος φαινόταν κι ἄστραφτε σᾶν ἄλλος ἥλιος, μὲ τὶς ἀκτίνες ὁ ἥλιος τῆς στερεῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ ἀγώνα, ὁ Εὐγενικός.

Θάνατος τοῦ Ἰωσὴφ

Ἐπειδὴ ἄνεφερα ἐδῶ τὴν ἐνθρόνηση τοῦ νέου Πατριάρχη, ἀναγκαστικά θὰ βρεθεῖ σὲ ἀπορία ὁ φιλαναγνώστης σχετικὰ μὲ τὸ τί ἔγινε ὁ Πατριάρχης Ἰωσὴφ ποὺ ἦταν στὴν Σύνοδο.
Γι’ αὐτό, πρὸς πληροφόρηση, σημειώνω ἐδῶ το φοβερό του τέλος. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶπε προφορικὰ τὴ γνώμη του, νὰ δεχτοῦν τὸ ΄ἐκ τοῦ Υἱοῦ΄ καὶ νὰ ἑνωθοῦν μὲ τοὺς Λατίνους, φεύγοντας ἀπὸ κεΐ, γευμάτισε. Καὶ μπαίνοντας στὸν οἴκισκο πού κοιμόταν γιὰ ν’ ἀναπαυθεῖ, πῆρε χαρτὶ καὶ μολύβι κι ἔγραφε. Κι ἐκεῖ ἔπαθε τρόμο καὶ κλονισμὸ κι ἀμέσως ξεψύχησε.
Κι ὅταν ἀκούστηκε αὐτό, ὅλοι ταράχτηκαν. Καὶ τρέχοντας, τὸν βρῆκαν νεκρὸ καὶ παίρνοντας τὸ χαρτὶ γιὰ νὰ δοῦν τί ἔγραψε, βρῆκαν γραμμένη τὴ γνώμη του, τῆς ὁποίας τὰ λόγια, παρόλο πού εἶναι λίγα, τὰ παραβλέπω ὡς περιττά. Κι γι’ αὐτὰ πού ἔγραψα νὰ μὴν ἀμφιβάλλει κανείς, γιατί εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ἐκείνης τῆς συνόδου, τὰ ὁποία τά ἔγραψε καὶ λατινόφρονας καὶ τυπώνονται στὴ Ρώμη κι εἶναι ἀληθέστατα, ἀφοῦ εἶναι γραμμένα κι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς.
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ὁ βασιλιάς, διέταξε κι ἐξέλεξαν ἄλλον ὅταν γύρισαν. Δηλαδὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἑνωτικούς κι αὐτὸς ἦταν ὁ Κυζίκου Μητροφάνης (Β’, (4. 5.1440 -1.8.1443). Ὁ ὁποίος, ὅταν ἔγινε Πατριάρχης, φρόντισε τόσο πολὺ νὰ διαφυλάξει τὴν κάκιστη ἕνωση, ὥστε ἐνοχλοῦσε ἐπίμονα καὶ τὸν βασιλιά, ν’ ἀσκήσει βία σὲ κείνους πού τὴν ἀπέφευγαν.

Διωγμὸς καὶ φυγὴ

Γι΄ αὐτὸ ὁ θεῖος Μάρκος, ἀπὸ τὴ μία γιὰ νὰ δώσει τόπο στὴν ὀργὴ πρὸς τὸ παρὸν κι ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ καὶ τὸ ἀγαπητό του ποίμνιο, ἐπειδή δέν εἶχε προλάβει στὴν ἀρχὴ ὅταν χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ἐφέσου ἀφοῦ εἶχε φύγει ἀμέσως γιὰ τὴν Ἰταλία. Τώρα λοιπὸν ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Πόλη γιὰ τὴν Προῦσα κι ἀπὸ κεῖ πέρασε γρήγορα στὴν ἀγαπημένη του ἐπαρχία. Καὶ γιὰ τὸ πώς τὸν δέχτηκαν ἐκεῖ οἱ χριστιανοὶ καὶ ποιὰ κατορθώματα ἔκανε ὅσο ἔμεινε ἐκεῖ, τὸ εἶπα καὶ πρίν, πώς ἡ κοινή μας δυστυχία μᾶς ἀποστέρησε ἀπὸ πολλὰ καλά.
Γι’ αὐτὸ κι ἐγώ, μὴν ἔχοντας τί νὰ γράψω ἐκτός ἀπὸ κεῖνα πού ὁ καθένας μπορεῖ νὰ σκεφτεῖ ἀπὸ μόνος του. Δηλαδὴ μὲ πόση χαρὰ κι εὐφροσύνη δέχτηκαν ἐκεῖνοι ἕναν τέτοιο ποιμένα καί, τί λογὴς διδαχὲς τοὺς ἔκανε ἐκεῖνος ὁ ποιμένας τους καὶ πώς τοὺς νουθετοῦσε γιά νὰ κρατοῦν στερεὴ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ κυριεύονταν ἀπὸ τότε ἀκόμα ἀπὸ τοὺς ἄθεους Ἀγαρηνούς. Μὴν ἔχοντας λέω νὰ γράψω κάτι ἄλλο ἐκτὸς ἀπ’ αὐτά, ἔρχομαι τώρα σὲ κεῖνο τὸ μέγα ἔργο πού ὑποσχέθηκα νὰ διηγηθῶ. [30]

ΤΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΚΑΙ Η ΟΜΟΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ ἅγιος ἦταν στὴν ΄Ἐφεσο καὶ δίδασκε τὸ λαὸ του σύμφωνα μὲ τὸ χρέος ἑνὸς τέτοιου ποιμένα, προσκαλεῖται στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ διορθώσει τὴν κακῶς ἔχουσα Ἐκκλησία. Γιατί ὁ λατινόφρονας βασιλιὰς Ἰωάννης, πέρασε στὸν ἄλλο κόσμο γιὰ νὰ λογοδοτήσει ὁ ἄθλιος, γιὰ τὴν ἀθέτηση καὶ τὴν προδοσία τοῦ πατρικοῦ δόγματος καὶ κάθισε στὸ θρόνο ὁ ἀδερφὸς τοῦ Κωνσταντῖνος,΄[31] ὁ ὁποίος καὶ κατὰ τὸ ὄνομα καὶ κατὰ τὴν βασιλεία, ὀνομάστηκε ἔσχατος. Καὶ θεωρώντας ὁ Μάρκος πώς ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, εἶναι ἡ κεφαλὴ κι ἡ καρδιὰ ὅλης τῆς Ὀρθόδοξης οἰκουμένης κι ὅταν ἐκείνη βαίνει καλῶς, ἀναγκαστικὰ εἶναι καλὰ καὶ τὰ ἔξω ἀπ’ αὐτὴ καὶ πάλι, ἂν αὐτὴ βαίνει κακῶς καὶ τὰ ἔξω κακῶς ἔχουν, ἔτρεξε τάχιστα στὴν Πόλη. Καὶ γιὰ τὸ ὅτι γι' αὐτὸ καὶ μόνο ἔκανε στὴν Ἰταλία ἐκείνους τοῦς αἰώνιους ἀγῶνες κι ἀντιστάθηκε μέχρι αἵματος στὴν κακῶς γενόμενη ἕνωση. Γι΄ αὐτὸν καὶ μόνο τό σκοπὸ λέω, γιὰ νὰ διαφυλάξει ἐκείνη τὴν εὐσέβεια πού παρέλαβε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία του. Γιὶ΄ αὐτὸ κι ἔπρεπε κι ὁ ἴδιος νὰ τὴν ἀνασυστήσει καὶ νὰ τὴν ἀνακαινίσει κατὰ κάποιο τρόπο, ἀφοῦ φθάρηκε κι ἀπωλέστηκε ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἑνωτικούς.

Σύνοδος Ὀρθόδοξη κατὰ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας [32]

Γι΄αὐτὸ ἀρπάζοντας τὴν εὐκαιρία, δηλαδὴ τοῦ νέου βασιλιὰ γιὰ τὴν διόρθωση τῆς Ἐκκλησίας, ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη πρὶν μεταστρέφουν τὸν Κωνσταντῖνο οἱ πολέμιοι τῆς εὐσέβειας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πώς οἱ πολίτες δέχτηκαν τὸν δάσκαλο τῆς πίστης καὶ τὸν γενναῖο πρόμαχο τῆς Ἐκκλησίας, μ’ ἄκρατη χαρά, τόσο ὅλος ὁ ἱερὸς κλῆρος, ὅσο κι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ σύγκλητο καὶ ἰδιαίτερα ὁ φιλοχριστὸς λαός. Μόνο οἱ ἐχθροί τῆς πίστης στενοχωρήθηκαν καὶ ταράχτηκαν μὲ τὸν ἐρχομό του, ὅπως κάποτε κι οἱ θεομίσητοι ἀρειανοι ὅταν γύριζε στὸ θρόνο του ὁ μέγας Ἀθανάσιος.
Καὶ Πατριάρχης τότε, ἦταν ἐκεῖνος ὁ παγκάκιστος Γρηγόριος, πού πολλὲς φορὲς ἀναφέρθηκε ὡς πρωτοσύγκελλος. Ὁ μέγας Μάρκος λοιπόν, ἀμέσως σκέφτηκε ὡς ἀναγκαία μία γενικὴ Σύνοδο, γιὰ ν’ ἀνατρέφει καὶ νὰ καταδικάσει συνοδικά τα κακὰ κι ὀλέθρια πού ἔγιναν στὴν Φλωρεντία. Ἡ ὅποια καὶ συγκροτήθηκε μὲ βασιλικὴ διαταγὴ στὸν ναὸ τῆς ἁγίας Σοφίας, μετὰ ἀπ’ ἕνα χρόνο καὶ ἕξι μῆνες ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ βασιλιὰ Ἰωάννη καὶ μὲ παρόντες καὶ τοὺς τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, δηλαδὴ τὸν Ἀλεξάνδρειας, τὸν Ἀντιόχειας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων καὶ πολλῶν μητροπολιτῶν καὶ δασκάλων κι ἄλλων πολλῶν. Αὐτὴ πρῶτα, καθαιρεῖ ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς βασιλεύουσας τὸν ἀσεβή καὶ μιαρότατο Γρηγόριο, ὁ ὁποίος καὶ μὴν ἀντέχοντας τὴν ντροπή, ἐπειδὴ ἔμεινε πιστὸς στὴν ἕνωση, γύρισε στὴ Ρώμη, τὴν πηγὴ τῆς ἀποστασίας.
Κι ἀντὶ αὐτοῦ, χειροτονεῖται ὁ Ἀθανάσιος [33], ἄνδρας κόσμιος κι εὐσεβέστατος, κατὰ τοῦ ὁποίου τὴν πατριαρχικὴ θητεία, ὅπως θέλουν κάποιοι, ἔγινε κι ἡ ἅλωση τῆς Πόλης. Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτό, καταδικάζει κι ἀνατρέπει ὅσα ἔγιναν στὴν Ἰταλία, κάνοντας σὲ διάφορα σημεῖα λαμπρὰ κι ἐξαίρετα ἐγκώμια τοῦ θείου Μάρκου καὶ ὑποδεικνύοντας, ὅτι αὐτὸς δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ τοὺς παλιοὺς καὶ περιβόητους Πατέρες καὶ δασκάλους, στὴ σοφία καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν δογμάτων.

Ἐπιστροφὴ τῶν μετανοούντων

Σὲ αὐτὴ λοιπὸν τὴν περίσταση, αὐτὸς ὁ μέγας προστάτης τῆς Ἐκκλησίας, ἔδειξε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν συνηθισμένο του ζῆλο, ἐπιστράτευσε ὅλη του τὴν ἐπιμέλεια, μεταχειρίστηκε κάθε ἀγώνα, γιὰ νὰ συμφιλιώσει τ’ ἀντιμαχόμενα μέρη, πού ὡς τότε ἦταν κακὰ καὶ ἄθλια μεταξύ τους, ἀπὸ τότε δηλαδὴ πού γύρισαν ἀπὸ τὴ σύνοδο τῆς Ἰταλίας. Γι’ αὐτὸ καὶ σ’ ὅσους ἔκλαιγαν γιά τὴν ὑπογραφὴ τοῦ λατινισμοῦ, ἔδωσε θάρρος μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς θείας συμπόνιας γιὰ τὴν μετάνοιά τους. Γιὰ ὅσους δὲν εἶχαν ἀντιληφθεῖ καὶ στοχάζονταν αὐτὸ πού εἶχε γίνει ὡς ἀδιάφορο ἤ κι ὡς καλό, τοὺς ὁδήγησε σὲ μετάνοια δίνοντάς τους νὰ καταλάβουν τί μεγάλο κακὸ διέπραξαν. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, δίδασκε ἀκόμα κι αὐτοὺς πού ἦταν στὴν Πόλη καὶ δὲν εἶχαν πάει στὴ σύνοδο τῆς Ἰταλίας, νὰ μὴν φέρονται μὲ σκληρότητα κι ἀποστροφὴ πρὸς τοὺς μετανοοῦντες ἀδελφοὺς οἱ ὁποίοι καταφεύγουν στὸ ἔλεος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ πρατοντὰς ἔτσι, ἐπανέφερε τοῦς πλανημένους, ἀνόρθωσε αὐτοὺς πού εἶχαν πέσει, ἕνωσε τ’ ἀντιμαχόμενα μέρη κι ἠρέμησαν οἱ ταραχὲς μεταξύ τῶν ὁμοφύλων, γνώρισαν οἱ ὁμογενεῖς τοῦς ὁμογενεῖς τους κι ἐπανήλθε ἡ εἰρήνη. Κι ἐκτὸς ἀπὸ δύο ἡ τρεῖς, πού προτίμησαν ἑκούσια τὴν ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τους, ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, διέγραψαν μὲ τὴν μετάνοιά τους τὰ κακῶς γενόμενα ἀπ’ αὐτοὺς στὴν Ἰταλία. Ἔτσι ἔγιναν ὅλοι ἕνα ποίμνιο καὶ ἕνα σῶμα, ὑπὸ ἕναν ποιμένα καὶ μία κεφαλή, ὄχι τοῦ βρωμεροῦ κι ἀποστάτη κι ἀξιοκατάκριτου γυναικοπρόσωπου Πάπα, ἀλλὰ τῆς ἀθάνατης κεφαλῆς ὅλων, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἐγκώμιο τοῦ Γενναδίου Σχολάριου

Καὶ γιὰ τὸ ὅτι αὐτὸ ὑπήρξε δικό του ἔργο κι ἐπιμέλεια, καὶ μέγιστο κατόρθωμα, εἶναι ἀξιόπιστος μάρτυρας καὶ πάλι ὁ σοφότατος Γεννάδιος ὁ Σχολάριος, τοῦ ὅποιου τὸν ἔπαινο πρὸς τὸν μέγα αὐτὸν ἅγιο, πρόκειται τώρα νὰ τὸν παραθέσω ὁλόκληρο, ὅπως τὸν βρίσκω στὸ σημείωμα πού ἔκανε γιὰ τὴν ἁγία Σύνοδο κατὰ τοῦ Βέκκου τοῦ λατινόφρονα, ἡ ὁποία ἔγινε πρὶν ἀπ’ ἀρκετὰ χρόνια καὶ γιὰ τὴν ὁποία εἴπαμε καὶ πρωτύτερα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπαρίθμησε πολλοὺς δασκάλους καὶ ἅγιους θεολόγους σὲ κεῖνο τὸ σημείωμα ὁ Σχολάριος, στὸ τέλος, γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο, λέει κατὰ λέξη τὰ ἕξης:
Ὅπως ἀκριβῶς κι ὁ ἱερότατος Μάρκος Ἐφέσου, πού ἔχαιρε νὰ μιλᾶ ἐνάντια στοὺς κακοὺς συκοφάντες τῶν γραφῶν, ἀκολουθώντας κατὰ πόδας τὸν χορὸ ἐκείνων τῶν καλῶν δασκάλων κι εὑρισκόμενος ἀναπόσπαστα στὴ χρυσὴ ἐκείνη σειρά. Ὑπεράσπιζε τὰ πατρικὰ δόγματα μόνος ἀνάμεσα στοὺς Λατίνους, γιατί σὲ μᾶς, πού ὀφείλαμε νὰ εἴμαστε σύμμαχοί του, ἀντὶ γιὰ τέτοιους, ἀλλίμονο, ἔβρισκε ἐχθρούς. Κι ἀντιστεκόταν μόνος του σὲ κείνη τὴν ἀνάξια λόγου Λατινικὴ διδασκαλία, ἔνω οἱ ἄλλοι ἐνέδωσαν μὲ κάθε τρόπο. Καὶ μόνος πάλι, ὅταν ἐπέστρεψαν, ἐπανέφερε τούς ἀποστάτες ἐκτὸς ἀπὸ λίγους κι ὅλοι μετανόησαν εἰλικρινά καὶ ὑπέστεψαν, ἐπειδὴ κακῶς ἀποσχίστηκαν. Καὶ μόνος του ἔπεισε ἔμπρακτά τοῦς ἄλλους νὰ πιστεύουν στὸ πατρικὸ δόγμα, μὲ τὴν μεγάλη του καρτερία κι ἐλέγχοντας τὴν ἀποστασία τῶν ἄλλων. Καὶ διορθώνοντας ὅσα ἀκόμη χειρότερα ἀκολούθησαν μετὰ τὴν πονηρὴ ἀποστασία. Γι’ αὐτὸ κι αὐτός, προστίθεται σὲ κείνους τοὺς μακάριους, χωρὶς νὰ ὑπολείπεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἄριστους, στὴν ἀρετὴ καὶ στὴ σοφία καὶ στὴ δύναμη τοῦ λόγου. Ἀλλά καὶ στὸν πόλεμο ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας μὲ ζωντανοὺς ἀγῶνες, ἐφ’ ὄρου ζωῆς μὲ ὑπερβάλοντα ζῆλο καὶ μ’ ἀμετάβλητη γνώμη, νὰ ἐναντιώνεται σὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους, ὅταν χρειαζόταν νὰ λέει καὶ προβάλλει τὴν ἀλήθεια. Σχεδὸν τὰ ἴδια λέει κι ἐκεῖ πού γράφει κατὰ τῶν ὀπαδῶν τῆς αἵρεσης τοῦ Ἀκίνδυνου: ΄Μ’ αὐτοὺς (δηλαδὴ μὲ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας), συμφώνησε καὶ ὁ μακάριος Μάρκος, ὁ ποιμένας τῆς Ἐφέσου, ἔξαρχος τῶν δικῶν μας στὴ συνέλευσης τῆς Φλωρεντίας καὶ μόνος ἀγωνίστηκε ὑπὲρ τοῦ δόγματος τῶν Πατέρων καὶ μόνος παρέμεινε σταθερὸς στὴν καλὴ διδασκαλία κι ἔγινε αἴτιος τῆς ἐπαινετῆς μεταστροφῆς αὐτῶν πού εἶχαν ὑποκύψει.


18. Συνοδικὴ θέση τῶν Ὀρθοδόξων

Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν γνώμη μου, νὰ ἀποδώσουμε σὲ ἕνα ἥρωα μεγαλύτερα ἱεροπρέπεια ὑψηλότερα ἐγκώμια ἀπ’ αὐτά. Ὅλα ἐκεῖνα πού διηγηθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τώρα, γιὰ νὰ παραστήσουμε τὴν τόσο μεγάλη τιμὴ καὶ ὑπόληψη τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιος αὐτὸς ὁ μέγας δάσκαλος, ὅλα περιέχονται πληρέστατα καὶ μ’ ὅλη τὴν ἔμφαση τῆς ὑπεροχῆς, μέσα σ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμές. Καὶ παρόλο πού νομίζω πώς κανεὶς δὲν πρόκειται ν’ ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ἀληθέστατη μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ σοφότατου ἄντρα, τοῦ Σχολαρίου, ὡστόσο, ἡ Συνοδικὴ ψῆφος πρέπει νὰ προτιμᾶται πάνω ἀπ’ ὅλα. Καὶ ποιὰ ἐννοῶ Συνοδικὴ ψῆφο; Ὅταν ζοῦσε ἀκόμα ὁ βασιλιὰς Ἰωάννης, πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς πού εἶχαν ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ἀρχιερεῖς κι ἡγούμενοι καὶ πνευματικοί, δὲν δέχονταν αὐτὰ πού εἶχαν γίνει στὴν Φλωρεντία κι ἐπικρατούσε μεγάλη ταραχὴ καὶ σύγχυση. Ὁ βασιλιὰς τότε, πρόσταζε νὰ συνέλθουν ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ τοῦ στείλουν γραπτὰ τὴν αἰτία γιὰ τὴν ὁποία δὲν θέλουν νὰ τηροῦν τὴν ἕνωση πού ἔγινε ἐκεῖ. Οἱ ἀρχιερεῖς λοιπὸν κι οἱ ὑπόλοιποι, δηλαδὴ ἡγούμενοι καὶ πνευματικοί, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν καὶ συνδιασκέφτηκαν, ἔγραψαν κατὰ συνείδηση ἐκτενῆ ἀπάντηση, πού ἀνέλυε τὰ αἴτια. Κοντὰ στὰ ἄλλα τοὺς θαυμαστὰ καὶ σοφὰ ἐπιχειρήματα, πρόσθεσαν κι αὐτά, λέγοντας:
Ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ ἐμεῖς μόνοι, οὔτε ἄφοβα, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἀπόντες ἀπ’ αὐτὴ τὴ συζήτηση, δηλαδὴ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἱερομόναχοι τῆς ἐπαρχίας καὶ μάλιστα ὁ Ἐφέσου, ὁ ὅποιος ἦταν καὶ πρόμαχος τοῦ ἀληθινοῦ δόγματος στὴν Ἰταλία καὶ στόμα ὅλων ἐμᾶς κι ἀγωνιζόταν ὑπὲρ αὐτῶν.

Νὰ πού συμφωνεῖ κι ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου μέ τή μαρτυρία τοῦ σοφότατου Σχολαρίου. Μάλιστα, ἐγὼ λέω, ὅτι κι ἂν ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης δὲν ἔλεγε τίποτα γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο, ἂν δηλαδὴ ὁ Σχολάριος δὲν μᾶς ἔκανε ἐκεῖνον τὸν ὑπερφυὴ ἔπαινο, λέγοντας πολλὲς φορές, ὅτι μόνος καὶ πάλι μόνος ἔπραξε αὐτὸ κι ἐκεῖνο, δηλαδὴ τὰ ὑπεράνθρωπα ἐκεῖνα ἀνδραγαθήματα τῆς παράδοξης καρτερίας του, ἂν οὔτε ἱερομνήμονας, οὔτε νομοφύλακας, οὔτε κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς τότε παρόντες, δὲν ἐπρόκειτο νὰ σημειώσει κάτι γι’ αὐτόν, βεβαιότατα, λέω, ἡ μαρτυρία μίας ἁγιότατης Συνόδου πού συνῆλθε ΄ἐν Χριστῷ΄, εἶναι μία ἀπαράγραπτη ἀπόδειξη καὶ μία ἀναντίρρητη ἐπιβεβαίωση, τῶν ὅσων ἐπαινετῶν λόγων ἔγραψαν οἱ ἄλλοι γιὰ τὸν λαμπρὸ αὐτὸ ἥρωα.
Λοιπόν, ἀφοῦ ἐκείνη ἡ Σύνοδος τῶν ἀρχιερέων παραδέχτηκε πώς, χωρὶς τὸν Ἐφέσου, δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτα, ἐφόσον αὐτὸς ἦταν ὁ πρόμαχος τοῦ ἀληθινοῦ δόγματος καὶ τὸ στόμα ὅλης τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι κι ἔγινε. Ἦρθε, ὅπως διηγηθήκαμε παραπάνω στὴν Πόλη κι ἔπραξε ὅλα ἐκεῖνα πού ἀκούσαμε μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Σχολαρίου. Σὲ τί λοιπὸν χρειάζεται νὰ ξέρουμε τὶς νηστεῖες του καὶ τὶς κακοπάθειες, τὶς χαμαικοιτίες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τὰ ὑπόλοιπα παρόμοια κατορθώματα; Τὰ ὅποια καὶ τὰ εἶχε ἀναμφίβολα μ’ ὅλη τὴν τελειότητα καὶ γι’ αὐτὸ μπόρεσε καὶ μόνος νὰ φυλαχτεῖ ἀπὸ κεῖνον τὸν μέγα κίνδυνο τῆς πτώσης ἀπὸ τὴν πίστη. Τὰ εἶχε ἀναμφίβολα ὅλα, λέω, ἀλλά, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ΄ὅλη τους ἡ ὠφέλεια συνίσταται. στὰ κατορθώματα΄. Νὰ τὸ ἔργο, τοῦ ὁποίου ἡ ὠφέλεια ἐξαπλώνεται βεβαιότατα σ’ ὅλη τὴν καθολικὴ Ἑκκλησία, ἔργο, πού σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ θείου Γρηγόριου γιὰ τὸν μέγα Ἀθανάσιο, αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς τὸν δεῖξει ἰσάξιο καὶ μ’ ἐκεῖνο τὸν μέγιστο Ἀθανάσιο καὶ μ’ ὅλους ἐκείνους τοὺς Πατέρες πού ἀγωνίστηκαν μέχρι αἵματος, γιὰ τὴν συγκρότηση καὶ τὴν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐγκύκλιες ἐπιστολὲς καὶ παραινέσεις τοῦ Ἁγίου Μάρκου

Καὶ ἐδῶ τώρα μοῦ ἔρχεται νὰ πῶ γιὰ ἕνα πράγμα βέβαιο, ὅτι ἐκεῖνο πού καθ' αὐτὸ καὶ κυρίως ὁ προφήτης Ἡσαῒας προεΐπε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ κατὰ καιροὺς ὑπονοοῦσε καὶ ἁγίους, τοὺς ὁποίους φύλαξε ἡ θεία πρόνοια καὶ γιὰ τὴν σωτηρία ὕστερα πολλῶν ἄλλων, αὐτὸ λέω λοιπόν, βεβαιότατα βρίσκω ὅτι ἔγινε καὶ σ’ αὐτὸν τὸν μέγα ἅγιο. Ἀναμφίβολα, σύμφωνα μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γλιτώσει τὸ θάνατο μέσα στὴν Ἰταλία. Κι ἀναμφίβολα, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ βρέθηκε στὸν ἔσχατο κίνδυνο. Γιατί, ἀφοῦ ἔκλιναν ὅλοι μὲ κάθε τρόπο στὸν Λατινισμό, μὲ τὶς ὑπογραφές τους καὶ μὲ τὴν κάκιστη ἕνωση, τί ἔπροκειτο νὰ κάνουν ὅλη ἡ Ἀνατολὴ κι οἱ ἁπανταχοῦ Χριστιανοί; Βεβαιότατα ἔπρεπε νὰ ὑπερι-σχύσει ἡ ἀπόφαση ἐκείνης τῆς ψευτοσυνόδου, καὶ στὴ συνέχεια ἔπρεπε ὅλοι νὰ δέχονται, τὴν ἀντίθετη στὴν ἀληθινὴ πίστη ἀπόφασή της. Κι ἔπειτα ἐπρόκειτο ὁ Χριστὸς ν’ ἀπολύσει τὴ μεγάλη του κληρονομιά, πού θὰ τὴν ἅρπαξε ληστρικὰ ὁ ἀντίχριστος Πάπας. Ἀλλὰ ἄς δοξάζουμε τὴν ἄφατη πρόνοια. Νὰ πού παραδόξως, ὁ θεῖος Μάρκος διαφυλάχτηκε ἀβλαβής. Νά, πού σὲ κείνη τὴν παγκόσμια μεταβολὴ καὶ μεταστροφὴ στὸ χειρότερο, αὐτὸς ὁ ἐπίγειος Μιχαήλ, σηκώθηκε καὶ φώναξε:
Στῶμεν καλῶς, ἀδελφοί.
Στῶμεν καλῶς στὴν ὁμολογία τοῦ Μονογενῆ. Στῶμεν καλῶς στὴ διδασκαλία τῶν προγόνων μας.
Στῶμεν καλῶς στὰ ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας μας.
Νὰ μὴν ἀκούσουμε φωνὴ ἀλλότρια,
Νὰ μὴν ὑποταχθοῦμε στὸν ἀποστάτη κι ἀντίχριστο, Στῶμεν καλῶς΄.

Ἀλλά, ὄχι μόνο μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπανέφερε τούς πλανημένους, ἀνόρθωσε αὐτούς πού εἶχαν πέσει καὶ στήριξε αὐτούς πού στάθηκαν σωστὰ καὶ γενικὰ ἕνωσε κι ἀνασύστησε τὴν Ἐκκλησία, ὡς νέος Βεσελεὴλ καὶ νέος Ζοροβάβελ, ἀλλά μιμούμενος τὸν ζῆλο τοῦ Ἀθανασίου καὶ τοῦ Κυρίλλου κι ἄλλων τέτοιων ἀειμνήστων δασκάλων, αὐτός ὁ μακάριος, ἔγραφε καὶ στοὺς ἁπανταχοῦ βρισκόμενους Χριστιανούς, σὲ στεριὰ καὶ σὲ νησιά, νὰ φυλάγονται ἀπὸ τὸν Παπισμό, στηλιτεύοντας καὶ ὑποδεικνύοντας τὸν ὡς τὸν ὁλοκληρωτικὸ χωρισμὸ ἀπὸ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ πρὸς τὸ τέλος τῶν ἐγκυκλίων παραινέσεών του, λέει:
΄Ἀποφεύγετε λοιπὸν αὐτούς ἀδελφοί καὶ τὴν πρὸς αὐτοὺς κοινωνία. Μείνετε σταθεροὶ καὶ κρατᾶτε τὶς παραδόσεις πού παραλάβατε, γραπτὲς καὶ ἄγραφες, γιὰ νὰ μὴν ἐκπέσετε ἀπὸ τὸ στήριγμά σας, συντασσόμενοι μὲ τὴν πλάνη τῶν ἀνόμων

Θαυματουργὴ Σωτηρία τοῦ Ἁγίου Μάρκου

Ποιὸς τώρα δὲν θὰ ὁμολογήσει μαζὶ μὲ μένα, ἐκεῖνο πού εἶπα παραπάνω, ὅτι, ὅπως εἶπε ὁ προφήτης Ἡσαῒας, ΄ἂν ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, δὲν μᾶς εἶχε ἀφήσει σπέρμα σωτηρίας΄ αὐτόν τὸν μέγα ἄνθρωπο, ΄θὰ εἴχαμε γίνει σὰν τὰ Σόδομα καὶ θὰ εἴχαμε ἐξομοιωθεῖ μὲ τὰ Γόμορρα΄. Τώρα βεβαιότατα ὁ καθένας πληροφορεῖται ἀπὸ τὰ ἔργα, ὅτι ἡ σωτηρία αὐτοῦ τοῦ ἄνδρα, ὑπῆρξε ἀναμφίβολα ἔργο τῆς ἀνώτατης πρόνοιας. Κι ὅτι αὐτὴ ἡ θεία πρόνοια τὸν γλίτωσε ΄ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν θηρευτῶν καὶ τὰ ταραχοποιὸ λόγια΄.
Ταραχοποιὸς λόγος εἶναι μάλιστα ἡ λατινικὴ προσθήκη καὶ βλασφημία, πού ἔφερε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ταραχὴ κι ἀθεράπευτο σκάνδαλο. Καὶ γι’ αὐτὸν μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ ταραχοποιὸς λόγος κι ἡ δῆθεν συνοδικὴ ἕνωση καὶ καθαίρεση ἀπὸ τὴν ὁποία στάθηκε ἀνώτερος. Ὄχι βέβαια πώς ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσει τὴν παράλογη ἀπόφαση τῆς παράνομης συνόδου. Ἀλλὰ οἱ ἐχθροί τῆς εὐσέβειας ἴσως ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἀνακηρύξουν καθαιρεμένο καὶ καταδικασμένο δῆθεν ἀπὸ οἰκουμενικὴ σύνοδο. Καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, βλάπτουν πολὺ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ ἀποστολικοῦ του λόγου, ὅπως ἀκριβῶς ἔβλαψαν τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου, ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Ὑμέναιος, οἱ ἄγγελοι τοῦ Σατανᾶ. Γι’ αὐτὸ καὶ ΄ὁ Κύριος πού κάνει θαύματα ἔνδοξα κι ἐξαίσια καὶ θαυμαστά, πού λέει στὴν ἄβυσσο νὰ ἐρημώσει καὶ στὰ ποτάμια νὰ ξεραθοῦν, αὐτὸς ὁ ἴδιος διαφύλαξε καὶ τὸν δοῦλο του ἀπὸ βέλος ἐκτοξευμένο ἐνάντια στὸ καθαρὸ φῶς τῆς ἡμέρας κι ἀπὸ κάθε ἀκάθαρτο πράγμα πού προχωρεῖ στὰ σκοτεινά΄, τὸ ὁποίο στ'ἀλήθεια εἶναι ἀπὸ κάθε πλευρὰ παράδοξο.
Γιατί παρόλο πού ἦταν ἐνάντιος καὶ φανερὸς πολέμιος σ’ αὐτὰ πού γίνονταν τότε στὴν Ἰταλία, δὲν κατακρίθηκε οὔτε ἀπὸ τὸν ἀγέρωχο κι ἀλαζόνα Πάπα, οὔτε ἀπὸ τὸ βασιλιά, οὔτε ἀπὸ τὴ ψευδοσύνοδο καὶ παρόλο πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπὸ παντοῦ ἀπὸ τόσα κακὰ θηρία πού μὲ τὴν ἄκρατη μανία τους ἐπιβουλεύονταν κάθε στιγμὴ καὶ τὴν ζωὴ καὶ τὴν τιμή του. ιὶ΄ αὐτὸ κι ἔμεινε καὶ προφυλαγμένος ὅσον ἀφορᾶ τὴ ζωή του κι ἀνεπηρέαστος ὅσον ἀφορᾶ τὸ θρόνο του στὴν ἱεραρχία, γιὰ νὰ ἐνεργεῖ κατόπιν μ’ αὐθεντία ἀρχιερατικὴ καὶ μὲ διδασκαλὶα καὶ μὲ σεβαστῆ ὑπόληψη, ἐκεῖνο πού μὲ ζῆλο ἐνέργησε καὶ πέτυχε ὕστερα στὴν Πόλη.

Ὁ διάδοχος τοῦ Μάρκου

Δὲν σταμάτησε ὅμως ἐδῶ Χριστιανοί, ὁ ζῆλος τοῦ θεόφρονα αὐτοῦ ἄνδρα. Ἀλλά, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸν καιρὸ πού πήγαινε στήν Ἰερουσαλὴμ τὴ δεύτερη φορά, προβλέποντας ὅτι τὸν περίμεναν δεσμὰ καὶ φυλακὲς κι ὅτι τέλος πάντων ἐπρόκειτο νὰ σταλεῖ στὴ Ρώμη κι ἐκεῖ νὰ λάβει καὶ τὸ ποθούμενο τέλος του, προβλέποντας αὐτά, λέω τὴν κοίμησή του δηλαδή, ἔστειλε ἀπὸ τὴν Μίλητο στὴν Ἔφεσο καὶ φώναξε ἀπὸ κεῖ τοὺς πρεσβύτερους τῆς Ἐκκλησίας κι ἀφοῦ ἦρθαν, τοὺς παράγγειλε νὰ προσέχουν καλὰ καὶ τοὺς ἑαυτούς τους κι ὅλο το ποίμνιο καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῆς ἀποστολικῆς παραίνεσης πού τοὺς ἔκανε, γιὰ νὰ σταθοῦν ὅσο μποροῦν μ’ ἐπιμέλεια στὴ φύλαξη τῶν πιστῶν. Κι ὅπως ὁ θεῖος Ἀπόστολος, παρέδωσε τὴν ἐποπτεία καὶ τὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας στοὺς πρεσβύτερούς τῆς Ἐφέσου, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο κι αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Μάρκος, μ’ ἀπαράλλακτο ζῆλο μ’ ἐκεῖνα τ’ ἀποστολικὰ σπλάχνα, φροντίζοντας, ὄχι μόνο γιὰ τὸ δικό του ποίμνιο, ἀλλὰ γιὰ ὅλη γενικὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶδε τὸν ἑαυτὸ του πώς ἐξασθένησε καὶ ἤδη ἔφτασε στὶς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς του κι ἐπρόκειτο νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸν κόσμο, στὸν ἀληθινὸ κι ἀμόλυντο ἐκεῖνο βίο, γύρισε μὲ μεγάλη του λύπη τοὺς λογισμοὺς του ἔδω κι ἐκεῖ. Σκέφτηκε πῶς νὰ βρεῖ ἄτομο ἱκανὸ γιὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει. Ἄτομο ἰκανὸ ν’ ἀναλάβει τὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς πίστης καὶ νὰ πολεμᾶ, ὅσο μπορεῖ πιὸ γενναία ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκεῖνος, ἐναντὶον τῆς ἤδη συντελεσμένης ψυχοφθόρας καὶ θεομίσητης ἕνωσης (οὐνίας). Γιατί ἦταν ἀκόμα ἐπίκαιρη καὶ πρόσφατη κι εἶχε καὶ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς κάποτε δικούς μας τώρα ὅμως βοηθοὺς τῆς αἵρεσης πού ἀκολουθοῦσαν τὴν ἕνωση. Ἔτσι δὲν ἦταν εὔκολο ἀμέσως νὰ καταργηθεῖ καὶ νὰ σβήσει διά μιᾶς τὸ κακό. Γιατί, ἐκεῖνοι πού ὀνομάστηκαν ὅπως τοὺς ταίριαζε, ΄λατινόφρονες΄, μιμούμενοι τὴν ἀλεποῦ τοῦ Αἰσώπειου μύθου, φρόντιζαν μὲ κάθε τρόπο νὰ προσελκύσουν ὅσο πιὸ πολλοὺς μποροῦσαν στὴ δική τους ἀπώλεια.


19. Ἐπιστολὴ πρὸς Γεννάδιο Σχολάριο

Γὶ αὐτὸ κι αὐτὸς ὁ μακάριος κι ἀποστολικὸς δάσκαλος, βλέποντας τὴν μεγάλη ἔξαρση τοῦ λατινισμοῦ καὶ τοῦ παπισμοῦ καὶ τὴ ζάλη τοῦ καιροῦ του, πώς ἦταν μεγάλη κι ἐπικίνδυνη, γράφει μὲ φλογερὴ καρδιὰ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Γεώργιο τὸν Σχολάριο. Γιατί σὲ κείνους τοὺς ἄθλιους καιρούς, στοὺς ὁποίους ὑπῆρχε κι ἑκκλησιαστικός χειμώνας καὶ πολιτικός, ἀφοῦ ἡ πόλη ἔπνεε τὰ λοίσθια τῆς ἐλευθερίας της καὶ βρισκόταν στὰ ὅρια τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ παντελοῦς ἀποκλεισμοῦ, μόνο αὐτὸν μπόρεσε νὰ βρεῖ ἄξιο, γιὰ νὰ τοῦ ἐμπιστευτεῖ αὐτὴ τὴν μεγάλη καὶ θαυμαστὴ παρακαταθήκη, δηλαδὴ τὴν ὑπεράσπιση καὶ φροντίδα τῆς ἀληθινῆς καὶ Ὀρθόδοξης πίστης.
Σὲ κείνη τὴν ἐπιστολή, τοῦ λέει λοιπόν, πώς τὸν ξέρει ἀπὸ νέο ἀκόμα. Τοῦ φανερώνει πώς δὲν τοῦ διαφεύγει, οὔτε ἡ δύναμη τοῦ λόγου του κι ἡ μεγάλη του σύνεση, οὔτε ἡ ἀρετὴ κι ἡ εὐσέβειά του, γιὰ τὰ ὅποια αὐτὰ προτερήματα, τοῦ λέει πώς τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν σκέφτεται σὰν γιό του. Τοῦ λέει ἔπειτα, πώς γι’ αὐτὰ τὰ χαρίσματα, ὀφείλει νὰ δώσει χείρα βοήθειας στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού κλονίζεται ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ λατινισμοῦ.
Κι ὅτι ἂν δὲν τὸ ἔκανε ὡς τώρα, ἐπειδὴ τάχα ἀναπαύτηκε λόγω τῆς φιλίας μαζί του, τώρα λέει πού ἐγὼ ἐγκαταλείπω τὴν παροῦσα ζωή, δὲν ἀμφιβάλλω, πώς τὸ δίχως ἄλλο. Θά ἄναλαβεις τὸν ἀγώνα τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καὶ θὰ βοηθήσεις τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού κινδυνεύει νὰ καταστραφεῖ ἐντελῶς. Ἀλλὰ αὐτό, λέει, πού ἴσως πρόκειται νὰ κάνεις μὲ τὴ δική σου θέληση, γιὰ τὸ χρέος πού ἔχεις στὴν Ἐκκλησία σου, αὐτὸ τὸ ἴδιο κι ἐγώ σοῦ ἀναθέτω καὶ τὸ ἀφήνω στὴ δική σου φροντίδα, δηλαδὴ νὰ πάρεις πάνω σου τὸν ἄγωνα ὑπὲρ τῆς πίστης καὶ νὰ σταθεῖς ἀντὶ γιὰ μένα, πρόμαχος τῆς Ἐκκλησίας κι ἑρμηνευτῆς τῆς ὑγιοῦς διδασκαλίας καὶ ὑπέρμαχός τῶν ὀρθῶν δογμάτων καὶ τῆς ἀλήθειας. Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ εἶπε κι ὅτι θὰ δώσει γι’ αὐτὰ λόγο τὴ μέρα τῆς κρίσεως καὶ στὸ Θεὸ καὶ σ’ αὐτόν, πού τοῦ ἐμπιστεύεται αὐτὸ τὸ χρέος. Καὶ πρὸς τὸ τέλος, τὸν παρακαλεῖ νὰ τοῦ στείλει ἀπάντηση, ἂν συγκατατίθεται στὸ ζήτημά του. Γιὰ νὰ μὴν τελειώσω τὴν ἐπίγεια ζωή, λέει, μὲ λύπη, καὶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἔγκατελειψα τὴ διόρθωση τῆς Ἐκκλησίας:

Γιὰ ὅλα αὐτά, λέει, ἀπάντησέ μου, γιὰ νὰ λάβω ἀκριβῆ πληροφόρηση φεύγοντας ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ νὰ μὴν ἀποβιώσω δυσάρεστα, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἐγκατέλειψα τὴ διόρθωση τῆς Ἐκκλησίας΄.
”Ω! καρδιά, ὢ ψυχὴ στ’ ἀλήθεια θεία κι ἀποστολική! Ὢ μέριμνα, κατὰ Παῦλο, ὅλων των Ἐκκλησιῶν! Στ’ ἀλήθεια, ποτὲ ἄνθρωπος δὲν δείχνει τόση φροντίδα καὶ σπουδὴ κι ἐπιμέλεια γιὰ τὸ πώς θὰ ἀφήσει τὰ γνήσια τέκνα του κι ὅλη του τὴν οἰκία σὲ καλὴ κι εἰρηνικὴ κατάσταση, ὅση αὐτὸς ὁ τρισμακάριστος κι ἀοίδιμος ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ πῶς καὶ πότε θὰ λάβει τὴ μυριοπόθητη εἰρήνη καὶ διόρθωση:
Καὶ νὰ μὴν ἀποβιώσω δυσάρεστα, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἔγκατελειψα τὴ διόρθωση τῆς Ἐκκλησίας΄.
Καὶ πότε τὰ λέει αὐτὰ καὶ λυπᾶται; ΄Ὕστερα ἀπὸ τοὺς τόσους καὶ τόσους φημισμένους ἀγῶνες, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀξιοθαύμαστη ἐκείνη σταθερότητα καὶ καρτερία, ὕστερα ἀπὸ τὴ μακρὰ ἐκείνη ἄθληση καὶ τὴν μέχρι τέλους γενναιότατη ὁμολογία, ὕστερα ἀπ’ ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ μαρτύρησαν, ὄχι μόνο Συρόπουλοι καὶ Σχολάριοι, Ἱερομνήμονες καὶ Σύνοδοι, ἄνδρες Ὀρθόδοξοι καὶ φίλοι, ἀλλὰ κι οἱ ἴδιοι οἱ ἐχθροί του ἀκόμα. Κι ἀφοῦ τελικὰ συμφιλίωσε καὶ τ’ ἀντιμαχόμενα μέρη τῶν ἀνατολικῶν καὶ κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο, ἔθεσε σὰν κορωνίδα καὶ ὑπέρτιμο στέφανο τῶν κατορθωμάτων του ἀκόμα καὶ τὴν ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας [34] κι ἔστειλε ἐκείνη τὴν ἀποστολικὴ κι ἐγκύκλιο διδασκαλία καὶ παραίνεση στοὺς ἁπανταχοῦ Χριστιανούς. Ὕστερα λέω, ἀπ’ ὅλα αὐτά, πού κι ἕνα μόνο ἀπ’ αὐτὰ στοὺς ἄλλους ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τοὺς ὑψώσει, αὐτὸς ὁ ἀληθινὰ μέγας Πατέρας καὶ Δάσκαλος κι ἀθλητὴς καὶ Ὁμολογητὴς καὶ μὲ τὴ θέλησή του τέλειος μάρτυρας, σὰν νὰ μὴν εἶχε κατορθώσει τίποτα, ἔτσι φρόντιζε καὶ θλιβόταν γιὰ τὴν ἁπανταχοῦ ἅγια Ἐκκλησία, μὴν τύχει καὶ καταποντιστεῖ ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ Λατινισμοῦ.
Γι’ αὐτό, ἂν ὁ Μωυσῆς βρῆκε ὡς ἄξιο διάδοχό του, γιὰ ν’ ἄφησει τὴν ἐποπτεία τοῦ ἑβραῖκοῦ λαοῦ, τὸν Ἰησοῦ τὸ γιὸ τοῦ Ναυῆ κι ἂν ὁ Ἤλιας ἔχρισε προφήτη στὸν δικό του τόπο τὸν Ἐλισσαῖο γιὸ τοῦ Σαφάτ. ἔτσι κι ἡ ἁγία ἐκείνη ψυχὴ κινούμενη ἀπὸ τὸ θεῖο Πνεῦμα, πάντως δὲν ἔσφαλλε πού χειροτόνησε στὴ δική του θέση ὡς θεολόγο καὶ δάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν θαυμάσιο Σχολάριο [35] Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀργότερα ἔγραφε τόσα καί ὑπερασπίστηκε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη τόσο ἄριστα καὶ σοφότατα, ὥστε βεβαιότατα, ἂν τὰ ἔβλεπε ὁ θεῖος Πατέρας, θὰ ἔμενε ἀρκετὰ ἱκανοποιημένος, ἀλλὰ αὐτὰ ἔγιναν μετά.

Ἀπάντηση Σχολάριου

Τότε τοῦ ἀπάντησε ὁ Σχολαριος μὲ βαθύτατη μετριοφροσύνη κι εὐλάβεια. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν γράφουμε αὐτολεξεὶ ὅλη τὴν ἐπιστολή, ἀρκεῖ νὰ γράψουμε μόνο τὴν ὑπόσχεση, ἡ ὁποία ἐπί λέξει ἔχει ὡς ἕξης:
Ὅμως ἂν καὶ βέβαια, λέει, κατὰ τὶς ἀνεξερεύνητες βουλὲς τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀποδημήσεις ἀπ’ ἐδῶ πρὸς τὸν τόπο τῆς ἀνάπαυσης πού ἑτοίμασες γιὰ τὸν ἑαυτό σου, κι ἐξαιτίας ἴσως τῆς δικῆς μας ἀναξιότητας, ἐκεῖ ὅπου εἶσαι ὁ ἴδιος ἄξιος βρίσκεσαι, σὲ πληροφορῶ, λέγοντάς σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἅγιων ἀγγέλων πού παρίστανται ἀόρατα γύρω μας κι ἐνώπιον αὐτῶν πού παρευρίσκονται. ἐδῶ, πολλῶν κι ἀξιόλογων ἄνδρων, ὅτι ἐγὼ θὰ εἶμαι αὐτὸς σ’ αὐτὰ ἀντὶ γιὰ σένα κι ἀντὶ γιὰ τὸ δικό σου στόμα, ὅσα ὁ ἴδιος φρόντισες καὶ παρέδωσες, φροντίζοντας κι ὁ ἴδιος καὶ ὑπερασπίζοντας καὶ συμβουλεύοντας ὅλους (δηλαδὴ διδάσκοντας), καὶ χωρὶς καθόλου νὰ τ’ ἄφησω αὐτὰ (δηλαδὴ νὰ τὰ παραβῶ), ἀλλὰ ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ αὐτῶν ὡς τὸν ἔσχατο κίνδυνο καὶ μέχρι, θανάτου. Κι ἂν πάλι τυχαίνει νὰ εἶναι μικρὴ ἡ δική μου πείρα καὶ δύναμη σχετικὰ μ΄ αὐτά, ὡστόσο, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ μεγάλη σου ἁγιοσύνη θὰ ἀναπληρώσει τὰ δικά μου μειονεκτήματα καὶ θὰ εἶναι, παρὼν σὲ μᾶς ἐδῶ μὲ τὴ δική σου τελειότητα τοῦ νοῦ ὅσον ἀφορᾶ αὐτὰ καὶ θὰ ὑψώσουμε πρὸς τὸ Θεό, τὶς δικές σου γεμάτες παρρησία εὐχές΄.
Βλέπετε πόση ἦταν ἡ φροντίδα κι ἡ μέριμνα αὐτοῦ τοῦ ἄνδρα, ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πίστης; Ποιὰ διαφορὰ λοιπὸν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει, μεταξὺ αὐτοῦ κι ἐκείνων τῶν ἀρχαίων δασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, λόγου χάρη τοῦ Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου, τοῦ Ἀθανασίου, τοῦ Κυρίλλου καὶ τῶν ὅμοιών τους, πού τόσο ὑμνοῦνται στὸν κόσμο, γιὰ τὸν ζῆλο πού εἶχαν ὑπὲρ τῆς θείας πίστης, ὅπως τὸν βλέπουμε στὶς ἐπιστολές τους καὶ στοὺς λόγους τους; Βεβαιότατα ἐγὼ λέω, πώς δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κάποιος καμιὰ διαφορά, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χρόνο, ἀφοῦ ἐκεῖνοι εἶναι παλαιοὶ κι αὐτὸς νέος καὶ πρόσφατος. Κι ἂν θελήσουμε νὰ βροῦμε καὶ κάτι περισσότερο σ’ αὐτόν, χωρὶς ν’ ἀμαυρωθεῖ στὸ παραμικρό το φέγγος ἐκείνων τῶν μεγάλων παλαιῶν φωστήρων, βρίσκουμε τὸ ἑξῆς, τ’ ὁποίιο ὁμολογεῖται ἀπ’ ὅλους. Δηλαδή, ὅτι ἐκεῖνοι ἦταν καὶ ταυτόχρονα καὶ ὅλοι μαζὶ πλῆθος, ἐνῶ αὐτός, μόνος σὰν μονοφυὴς φοίνικας, μόνος δάσκαλος, μόνος ἀγωνιστής, μόνος ἀθλητής, μόνος νικητής, μόνος μεσολαβητὴς καὶ συμφιλιωτικὸς καὶ μόνος ὡς φιλόστοργος Πατέρας καὶ φροντιστὴς τῆς Ἐκκλησίας.

Δὲν εἴδατε μὲ πόσο σεβασμὸ κι εὐλάβεια τὸν τιμᾶ αὐτὸν καὶ ὁ σοφὸς Σχολάριος, ὥστε καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπόσχεσης, ἔλπιζε νὰ τὰ κατορθώσει αὐτά, μὲ τὶς γεμάτες παρρησία προσευχὲς ἐκείνου πρὸς τὸ Θεό; Καὶ ναί, βέβαια, τέτοιος ἦταν καὶ ὡς τέτοιον τὸν σέβονταν, ὄχι μόνο ὁ Σχολάριος, ἄλλα ὅλοι, ὡς κι ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, ὅπως πολλὲς φορὲς εἴπαμε κι ἀποδείξαμε καὶ παρόλο πού αὐτὸς καὶ πρὶν καὶ μετὰ ὑπῆρξε ὁ μόνος ἀνατροπέας καὶ καταλύτης τῶν βουλευμάτων του καὶ τῶν κινημάτων του. Ἑπομένως, λέει ἀλήθεια καὶ δὲν ψεύδεται, οὔτε ὁ Νομοφύλακας Ἰωάννης, ὁ ἀδερφός του, ὁ ὅποιος στὴ σοφότατη ἀντίρρηση πού κάνει κατὰ τοῦ ψευδώνυμου ὄρου τῆς ἀσύστατης καὶ θεοκατάλυτης ἕνωσης, τὸν ὀνομάζει συχνὰ θεόσοφο κήρυκα καὶ κοινὸ ὁδηγὸ καὶ φωστήρα καὶ πρόμαχο. Καθώς, ἀκόμα καὶ στὴ Φλωρεντία, κάποιος διάκονος Φίλιππος, ἀπάντησε στὸν στ’ ἀλήθεια δαιμονισμένο μέγα πρωτοσύγκελλο, πού ἐπιτιθέμενος βρίζοντας ὀνόμαζε δαιμονισμένο τὸν ἅγιο, τὰ ἕξης: ΄Ὁ Ἐφέσου εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος καὶ ἄριστος δάσκαλος κι ἄνωτατος θεολόγος. Καὶ ὅσα λέει, δὲν τὰ καταλαβαίνετε ἐσεῖς, οὔτε εἶστε ἱκανοὶ καν νὰ εἴσαστε μαθητές του. Καὶ λέτε ὅτι αὐτὸς ἔχει κυριευτεῖ ἀπὸ δαίμονα, ὅπως ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τοῦ Σωτήρα, τοῦ ὁποίου μιμητὴς εἶναι κι αὐτός΄. Αὐτὰ εἶπε γιὰ τὸν μεγάλο ἅγιο ὁ καλὸς Φίλιππος καὶ τέτοια ὑπόληψη ἔτρεφαν γι’ αὐτὸν ὅλοι καὶ πρὶν καὶ μετὰ καὶ μάλιστα ὅταν ἀναγνωρίστηκε ὡς κοινὸς εὐεργέτης ἀπὸ τὰ ὑπερφυσικά του κατορθώματα.


20.Κοίμηση τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ

Ἀλλὰ ἔφτασε τέλος καὶ γι΄αὐτὸν ν’ ἀφήσει αὐτὴ ΄τὴν κοιλάδα τῶν δακρύων΄ καὶ ν’ ἀνεβεῖ στὴν οὐράνια κληρουχία, γιὰ νὰ λάβει ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Χριστό, τὶς ἐπάξιες ἀμοιβὲς τῶν μυρίων του ἀγώνων. Ἔτσι καὶ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσης, ἀσθένησε λίγο καὶ κείτονταν στὴν πατρική του κατοικία, στὸ Γαλατά. Καὶ πλησιάζοντας στὸ τέλος, δίδασκε τοὺς παρόντες Χριστιανοὺς τὰ πρέποντα κι ἰδιαίτερα τούς δίδασκε ν’ ἀποφεύγουν μ’ ὅλες τὶς δυνάμεις τους τὴν ψυχοφθόρα ἕνωση, πού εἶναι ἀνατροπὴ ὅλης της Ὀρθόδοξης πίστης. Κι ἀφοῦ παράγγειλε αὐτὰ καὶ παραινοῦσε καὶ δίδασκε τοὺς πάντες, νὰ ἐμμένουν στὴν καλὴ ὁμολογία τῶν Πατέρων τους καὶ νὰ μὴν ἔξαπατουνται ἀπὸ τὰ χρηστὰ καὶ γλυκὰ λόγια τῶν ἀπατεώνων παπιστῶν, παρέδωσε ἐν εἰρήνη τὸ πνεῦμα του στὸν Ἀρχιποίμενα Ἰησοῦ, αὐτὸς ὁ καλὸς ποιμὴν καὶ γνήσιος μαθητὴς αὐτοῦ τοῦ Ἀρχιποίμενα, ὁ μιμητὴς τοῦ θείου Παύλου, τὸ στόμα τῶν θεολόγων, τὸ μέγα ἀμόνι τῆς πίστης, ὁ ἀπερίγραπτος πύργος τῆς γενναιότητας, ὁ ἀσφαλέστατος ὁδηγὸς τῶν πλανεμένων.

Πόσα καὶ ποιὰ εὔφημα ὀνόματα νὰ πῶ, γιὰ νὰ πλέξω τὸ ἄξιο ἐγκώμιο αὐτοῦ, ἀφοῦ ὅσα κι ἂν παραθέσω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίσω τὴν ἀξία του οὔτε στὸ ἐλάχιστο;
Τελείωσε λοιπὸν τὴ ζωὴ του ὁ μέγας Μάρκος, ὁ εὐγενέστατος ἀπόγονος τῶν Εὐγενικῶν καὶ λαμπρὸς πρόεδρος τῶν Ἐφεσίων καὶ κοινὸς Δάσκαλος ὅλης τῆς οἰκουμένης. Καὶ τελείωσε τὴ ζωὴ του θαυμάσια, ὅπως τὸ μαρτυρεῖ κι ἡ ἐπικήδεια μονωδία τοῦ σοφότατου Σχολαρίου, τὴν ὁποία ἐκφώνησε στὴν ἱερή του ταφή, θρηνώντας κι ὀδυρόμενος γιὰ τὴν ἀπώλειά του πού τὸ γένος δέχθηκε ἀπὸ τὴν κοίμηση ἑνὸς τέτοιου μεγάλου προστάτη καί, πρόμαχου. Καί στὴν ἱερή του ταφὴ συνέρευσε ὅλη ἡ πόλη, οἱ ἀρχιερεῖς ποὺ παρευρίσκονταν τότε ἐκεῖ, ὅλοι οἱ ἱερεῖς, τὰ πλήθη τῶν μοναχῶν, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νέοι καὶ παρθένες, πρεσβύτεροι καὶ νεότεροι. Ὅλοι συνέρευσαν ἀπὸ παντοῦ, ὄχι τόσο γιὰ νὰ τιμήσουν αὐτὸν πού τίμησε τοὺς πάντες, ὅσο γιὰ ν’ ἀξιωθοῦν τὴν εὐλογία καὶ τὴ χάρη πού ἐξέπεμπε ἐκεῖνο τὸ πανίερο καὶ θεῖο σῶμα, ἄλλοι μὲ τὸν ἀσπασμό του κι ἄλλοι μόνο μὲ τὴ θέα του, μὴ μπορώντας νὰ πλησιάσουν ἀπὸ τὸ μέγεθος τοῦ πλήθους. Καὶ τὸ ἱερότατο σῶμα του, μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν πανκοινὴ ἐκφορὰ ἀπ’ ὅλους τούς ὁμίλους πού προπορευόταν καὶ τὸ συνόδευε μὲ τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, παραδόθηκε στὴ γῆ, σύμφωνα μὲ τὸν κοινὸ νόμο τῶν σωμάτων, κι ἡ μακάρια ψυχή του, ἐγκαταλείποντας τό χῶμα, μεταφέρθηκε στὸν Δεσπότη πού ποθοῦσε καὶ γιὰ τὸν ὁποίο τέλεσε ἐκείνους τοὺς μακροχρόνιους καὶ συνεχεῖς ἀγῶνες καὶ τὰ παλέματα. Καὶ προσμετρήθηκε μὲ τοὺς ὅσιους αὐτὸς ὁ ὅσιος, μὲ τοὺς ἱεράρχες ὁ ἱεράρχης, μὲ τοὺς θεολόγους ὁ θεολόγος, μὲ τοὺς ἀθλητὲς ὁ ἀθλητής, μὲ τοὺς ὁμολογητὲς ὁ ὁμολογητὴς καὶ μὲ τοὺς μάρτυρες ὁ ἀναίμακτος μὲ τὴ θέλησή του μάρτυρας. Κι ὅτι στ’ ἀλήθεια ὑπῆρξε τέλειο τό μαρτύριο σ’ αὐτὸν μὲ τὴ δική του ἐπιθυμία, τὸ ἀποδείξαμε ἱκανοποιητικὰ κι εἶναι εὔκολο νὰ τὸ καταλάβει ὁ καθένας.

Ἀνακεφαλαίωση τῶν γεγονότων καὶ ἡ ἀποτίμηση τῶν ἔργων τοῦ Μάρκου

Ὁ βασιλιὰς Ἰωάννης ἀπελπισμένος, χωρὶς καμία βοήθεια καὶ δύναμη, ἐλπίζει νὰ βρεῖ βοήθεια ἀπὸ τοὺς Λατίνους, ἂν δεχτεῖ νὰ ἑνωθεῖ μ’ αὐτοὺς κατὰ τὴν πίστη. Καὶ γι’ αὐτὸ καὶ μόνο το λόγο, συγκαλεῖ τὴν Ἀνατολικὴ Σύνοδο. Πολλὰ πλοῖα στέλνονται ἀπὸ τὸν Πάπα μὲ βαρύτατα δικά του ἔξοδα, μόνο καὶ μόνο γιὰ τὴν ἕνωση. Ἀδειάζει τὰ θησαυροφυλάκιά του καὶ δανείζεται ὅσα τοῦ λείπουν, γιὰ νὰ τρέφει ὅλους τους Ἀνατολικούς, ἀπὸ τὸ βασιλιὰ ὡς καὶ τὸν παραμικρὸ δουλευτή, μὲ πολλὲς χιλιάδες φλουριά, σχεδὸν τρία χρόνια. Καὶ γιὰ ποιὸ σκοπό; Μόνο γιὰ τὴν ἕνωση. Συγκροτεῖται ἡ σύνοδος στὴ Φερράρα καὶ τὴ Φλωρεντία καὶ γίνονται πολλὲς συνελεύσεις κι ἔντονες συζητήσεις, ὄχι γιὰ τίποτα ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὴν ἕνωση. Τείνει κι ὁ βασιλιὰς κι ὁ Πατριάρχης καὶ ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς, μὲ κάθε τρόπο, νὰ δεχτοῦν τὸ λατινικὸ δόγμα καὶ νὰ κάνουν τὴν ἕνωση. Κι αὐτὸς ὁ Μάρκος βρίσκεται ὁ μόνος ἐνάντιος. Ἐνάντιος σὲ πόσους; Γιό. νὰ τὸ ποῦμε ἁπλά, σ’ ὅλους, σὲ Βασιλιάδες, Πατριάρχες, σ’ ἀρχιερεΐς, ἔγκριτους καὶ λόγιους, στὸν ἴδιο τὸν Πάπα. Γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρω τοὺς καρδινάλιους, τοὺς Λατίνους ἐπισκόπους κι ὅλο τό λατινικὸ γένος, πού ὅλοι ἐπιθυμοῦσαν αὐτὸν τὸ σκοπό. Φοβεριζόταν ἀλλὰ δὲν δίσταζε, κολακευόταν ἀλλὰ δὲν πειθόταν, παρακαλοῦνταν ἀλλὰ δὲν καμπτόταν. Τὴν ἐλευθερία τοῦ γένους, τὸ καλό τῆς πατρίδας, ὅλη τὴν εὐδαιμονία πού τοῦ πρόβαλαν γιὰ νὰ τὸν ἐλκύσουν, τὰ θεωροῦσε ὀνειροπολήματα καὶ φλυαρίες μπροστὰ στὴν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς καὶ τὴν εὐδαιμονία τοῦ οὐρανοῦ, τὸν ὁποῖο μόνο ἀναγνώριζε ἐκεῖνος ὡς ἀληθινὴ πατρίδα, ὅπως λέει ὁ Παῦλος. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ἐξορία, τὴν καταδίκη, τὸ βάραθρο, τὴν ἐπαπειλουμένη κρεμάλα, ὅλα τ’ ἀψηφοῦσε ἐντελῶς. Καὶ τὸν λιμό, ὁ ὅποιος, ὡς ἐπί το πλείστόν, ἀνάγκασε τοὺς ἄλλους νὰ δεχτοῦν τὸν παπισμό, αὐτὸς τὸν εἶχε ὡς τρυφὴ ἀπὸ τὴ νεότητά του. Τὴ φυλακή, τὰ δεσμά, τὸ ξίφος, τὸ πῦρ, τὰ θεωροῦσε ὑπέρτατη εὐεργεσία. Πῶς λοιπὸν αὐτός, πού ἦταν ὁ μόνος ἀήττητος ἀπ’ ὅλα αὐτὰ καὶ μόνος ἐνάντιος στὶς γνῶμες ὅλων, ὁ μόνος καταλύτης τῆς περισπούδαστης ἕνωσης,
«Δὲν καταφέραμε τίποτα» «Facimus nihil»
Δὲν εἶναι καὶ ὁλοκληρωμένος μάρτυρας μὲ τὴ θέλησή του καὶ μάλιστα ὅταν στάθηκε μπροστὰ στὸν περήφανο καὶ ἑωσφορικὸ ποντίφικα; Ναί, λέω στ’ ἀλήθεια ἐγὼ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ θείου Χρυσόστομου σὲ πολλὰ σημεῖα, αὐτὴ τὴ γνώμη ἔχω γιὰ τὸ δικό μας λαμπρὸ καί, πανένδοξο ἥρωα.
Ἀλλὰ ὅμως, ὅπως γράφει ὁ σοφότατος Γεώργιος ὁ Κορέσσιος στὸ ἐγχειρίδιό του, τὸ ἐπονομαζόμενο κατὰ τῆς Φλωρεντινῆς συνόδου, κεφάλαιο ιβ’, ιέ’, δὲν τοῦ ἔλειψαν οὔτε τὰ σημάδια τοῦ μαρτυρίου. Γιατί ἀναφέρει ἔτσι:
Κατὰ τὸν Μεθώνης, χτύπησαν ἀμείλικτα τὸν Ἐφέσου ἐκεῖνοι οἱ σφοδροὶ διῶκτες, γιὰ νὰ ὑπογράψει ὅπως φαίνεται στὰ τυπωμένα κείμενα μετὰ τὴν Φλωρεντινὴ Σύνοδο.
Νὰ λοιπὸν πού κι ἔμπρακτα κοσμήθηκε καὶ μὲ τὰ μαρτυρικὰ σημάδια. Χτύπησαν λέει τὸν Ἐφέσου. Κι ὄχι ἁπλὰ τὸν χτύπησαν ὅπως ἔτυχε, λίγο κι ἐλαφρά, ἀλλὰ σφόδρα, δηλαδὴ ἀμείλικτα καὶ μὲ θυμὸ καὶ μεγάλη ἀγριότητα. Γι αὐτὸ καὶ τοὺς ὀνομάζει ΄σφοδροὶ διῶκτες΄, δηλαδὴ ἀπάνθρωπους καὶ σκληρούς. Ἑπομένως, αὐτὸς ὁ Μάρκος πού ὑπεμείνετω σφοδρὸ δαρμὸ γενναία, γιά νὰ μὴν ἀθετήσει τὸ πατρικὸ δόγμα, ἦταν ἀναμφίβολα ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο κι ἄλλα περισσότερα, ὡς καὶ τὸν ἴδιο τό θάνατο, τὸν ὁποίο βέβαια, ἂν δὲν τὸν ἔπραξαν ἐκεῖνοι οἱ Λατινόφρονες, αὐτὸ ὑπῆρξε ἔργο ὄχι τῆς δικῆς τους φιλανθρωπίας, ὅπως πολλὲς φορὲς τὸ εἴπαμε, ἀλλὰ τῆς θείας Πρόνοιας, γιὰ τὴν μετέπειτα ἀνασύσταση καὶ διόρθωση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν ὁποία ὁ μέγας Θεός, πού ὅπως λέγεται ἀνατρέπει τὶς βουλὲς τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἄφησε οὔτε νὰ τὸν καθαιρέσουν ἐκεῖνοι οἱ μιαρότατοι, γιὰ νὰ μὴν ἀτιμαστεῖ κατὰ κάποιον τρόπο ἡ ὑπόληψή του καὶ γιὰ νὰ μὴν πάρει τὴ θέση του κανένας Ἰούδας, ἀλλὰ νὰ βρίσκεται στὴν ἀξία τοῦ δοξασμένος καὶ τιμημένος, νὰ ὑπάρχει σ’ ὅλους ὠφέλεια ἀπὸ τὰ θεόσοφα λόγια του.
«Δόξα στὸν ἅγιο Θεό, πού σοφὰ διεξάγει τὰ πάντα, γιὰ τὴ δική μας σωτηρία»

Ἐπίλογος, παραινέσεις

Αὐτὴ εἶναι ἀδελφοί, ἡ ζωὴ κι οἱ ἀγῶνες καὶ τὸ τέλος τοῦ θεοσοφοῦ κήρυκα καὶ γενναίου, πού μαστίγωσε τὸν παπισμό. Τοῦ ἱεροῦ καὶ δοξασμένου ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους, Μάρκου τοῦ στ’ ἀλήθεια Εὐγενικοῦ καὶ λαμπροῦ ποιμένα τῆς Ἐφέσου καὶ κοινοῦ εὐεργέτη καὶ φωστήρα ὅλου τοῦ Ὀρθόδοξου πληρώματος. Αὐτὸν πρέπει κι ἐμεῖς νὰ μιμούμαστε καὶ νὰ ὑπακοῦμε στὶς ἅγιες συμβουλές του καὶ παραινέσεις καὶ ν’ ἀποφεύγουμε, ὅσο μποροῦμε, ὡς πραγματικὸ κι ἀληθινὸ θάνατο, τὴν ὀλέθρια κοινωνία τῶν βδελυρῶν καὶ θεομίσητων Φράγκων, στὰ ζητήματα τῆς πίστης. Κι ἂν οἱ ἀνάγκες τῆς ζωῆς, μᾶς ἀναγκάζουν νὰ συναναστρεφόμαστε μ’ αὐτούς, αὐτὸ δὲν βλάπτει. Ἐπειδὴ συναναστρεφόμαστε καθημερινὰ καὶ μὲ ἄλλους αἱρετικοὺς κι ἀσεβεῖς ἀδιακρίτως, γιατί σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο χωράφι, τοῦ κόσμου, ἔτσι, ἔχουν τὰ πράγματα. Τὰ ζιζάνια πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἀναμεμειγμένα μὲ τὸ σιτάρι. Καὶ θὰ ἔρθει ἡ μέρα, πού οἱ θεριστὲς θὰ τὰ ξεδιαλέξουν. Καὶ τὸ σιτάρι θὰ κατατεθεῖ στὴν αἱωνία ἀποθήκη καὶ τὰ ζιζάνια θὰ παραδοθουν στὸ ἄσβεστο πῦρ. Ἃς προσέχουμε καλὰ λοιπόν, γιὰ νὰ μένουμε σὰν τὸ καλὸ σιτάρι καὶ νὰ μὴν ὑποκύψουμε στὰ νοήματα καὶ τὴ δύναμη πού ἔχουν τὰ αἱρετικὰ ζιζάνια τοῦ παπισμοῦ κι ὕστερα, πράγμα πού μακάρι νὰ μὴ γίνει, βρεθοῦμε ἀντὶ γιὰ σίτος, ζιζάνια.
Ἃς κρατοῦμε λοιπὸν στερεὴ τὴν πατρική μας εὐσέβεια. Ἃς μένουμε στὰ ἔθιμα καὶ τὰ ὅρια τῆς ἁγίας μας Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία γεννηθήκαμε κι ἀναγεννηθήκαμε κι ἀνατραφήκαμε, μὲ τὸν θεῖκό της λόγο καὶ μὲ τ’ ἄχραντα μυστήριά της. Ἄς ἀποφεύγουμε τοὺς παπιστὲς ὡς μιάσματα καί, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἁπλά, ὡς στ’ ἀλήθεια αἱρετικούς, γιὰ ν’ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς, ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς πίστης μας, νὰ ἔχουμε μερίδιο, μ’ αὐτὸν τὸν θεῖο δάσκαλο καὶ Πατέρα μας καὶ μέσω αὐτοῦ καὶ μαζὶ μ’ αὐτόν, μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Γιατί πλούτισε πολὺ κι ἔχει παρρησία πρὸς τὸ Θεὸ καὶ μπορεῖ καὶ θέλει νὰ μεσολαβεῖ γιὰ μᾶς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπέμεινε μύριους πόνους, ἄπειρους ἰδρῶτες κι ἀγωνίστηκε μέχρι αἵματος, αὐτὸς ὁ φημισμένος κι ἀείμνηστος ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ὁ Ἀντίπαπας..


21. Θαῦμα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ

Ἀλλά, ξέρω τί ζητᾶ ἐδῶ ὡς κάτι ἀπολειπόμενο ἀναγκαῖο, ὁ φιλαναγνώστης Χριστιανός. Ζητᾶ καὶ διήγηση θαυμάτων καὶ σωστὰ μιλᾶ καὶ τὸ αἴτημά του εἶναι δίκαιο κι εὔλογο. Ὅμως, ἐκεῖνο πού εἶπα ἐξ ἀρχῆς, γιὰ ὅσα ἄλλα καλά μᾶς λείπουν ἀπὸ τὴν παροῦσα διήγηση, ἐξαιτίας τῆς δεινῆς ἄλωσης, τὸ ἴδιο λέω καὶ γιὰ τὰ θαύματα, ὅτι ἂν εἴχαμε τὸν βίο του ἐξαρχής, σίγουρα θὰ τὰ βλέπαμε κι αὐτά. Ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω καθόλου, πώς ὁ μέγας Θεός, δοξάζει αὐτούς πού τὸν δοξάζουν, δόξασε καὶ τὸν πιστό του δοῦλο Μάρκο καὶ μ’ αὐτὸ τὸ χάρισμα, τ’ ὁποίο τό ἀξιώθηκαν κι ἄλλοι πολλοὶ μὲ πολὺ λιγότερη ἐργασία. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχουμε πληροφορίες ἀπὸ τότε λόγω τῶν γεγονότων τῆς ἅλωσης τῆς Πόλης. Ἔχουμε ὅμως πρώτον τὴν ὑπεράνθρωπη ζωή του, πού μᾶς παραδίδεται ὡς μαρτυρία, ὄχι μόνο ἀπ’ ἕναν ἡ δύο, ἀλλὰ ἀπ’ ἕνα καθόλου εὐκαταφρόνητο πλῆθος γραπτῶν μαρτυριῶν. Καὶ δεύτερον ἔχουμε τὴν αὐθεντία τοῦ συνοδικοῦ θεσπίσματος, πού ἀποφασίζει μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ τὸν ἀναγνωρίζουμε ὡς μέγα ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας κι ἔχουμε χρέος νὰ τελοῦμε γι’ αὐτόν, κάθε ἔτος τὴν σεβάσμια γιορτή.

Ἀλλά, γιὰ νὰ μὴν ἄφησουμε ἐντελῶς στερημένους κι ἀμέτοχους ἀπ’ αὐτὴ τὴν οὐράνια πνευματικὴ νοστιμάδα, τὶς ψυχὲς πού ἀγαποῦν τὰ θαύματα, θὰ περιγράφω ἐδῶ, ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτοῦ τοῦ ἅγιου, τὸ ὁποίο, πράγματι παραδόξως, τέλεσε στὸ Μεσολόγγι, ὄχι πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Κι αὐτό τό θαῦμα εἶναι ἔτσι, ὅπως ἐγὼ ὁ ἴδιος τό ἄκουσα, ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ μεγάλη εὐλάβεια καὶ τὸν πόθο πού ἔχω σ’ αὐτὸν τὸν θεῖο ἱεράρχη, τὸν ἐνάντοό τῶν ἀσεβῶν παπιστῶν. Ἐνώ λοιπὸν βρισκόμουν στὸ Μεσολόγγι, ἐπιτελώντας, ἀνάξια, τὸ ἔργο τοῦ ἱεροκήρυκα, θέλησα νὰ κηρύξω στὴν Ἐκκλησία, στοὺς παρευρισκόμενους χριστιανοὺς γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο, τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῆς ἱερῆς του μνήμης στὶς 19 Ἰανουάριου, ὅπως ὁρίζει ἡ συνοδικὴ ἀπόφαση νὰ τελεῖται ἡ σεβάσμια γιορτή του. Εἶπα λοιπὸν μὲ συντομία, ποιὸς ὑπῆρξε ὁ Μάρκος τῆς Ἐφέσου, πόσο ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ πώς ἔχουμε ὅλοι μας χρέος μεγάλο νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ τὸν τιμοῦμε ὡς εὐεργετή μας, γιατί μόνος διαφύλαξε τὴν πίστη, τὴν ὁποία ὅλοι οἱ ἄλλοι τὴν πρόδωσαν. Κι ὅτι τὴν ἑπομένη πού εἶναι ἡ μνήμη του, ὅποιος θέλει, νὰ τὸν γιορτάζει ἀνεμπόδιστα, ὅπως πρόσταζε ἡ ἅγια Σύνοδος. Ἑπομένως λέω, δὲν σᾶς ἀναγκάζω ν’ ἀργήσετε αὔριο, ἀφοῦ ἔτυχαν καὶ πολλὲς συνεχόμενες ἀργίες. Σᾶς παρακινῶ ὅμως, νὰ ἔλθετε νὰ λειτουργηθεῖτε γιὰ τὴ δόξα τοῦ ἁγίου καὶ νὰ τὸν ἔχετε μεσίτη στὸ Θεὸ καὶ βοηθὸ στὶς ἀνάγκες σας. Κι ἂν κάποιος θέλει νὰ τὸν γιορτάσει, ἄς τὸ κάνει. Ἔχει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἄδεια. Καὶ στὴν συνέχεια ἄς ἐξακολουθήσει εἰρηνικὰ ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὶς δουλιές του. Ἡ Ἐκκλησία μάλιστα μᾶς προτρέπει σ’ αὐτό, γιὰ ν’ ἀποβαίνει ἡ δόξα του, σὲ ντροπὴ τῶν δικῶν του καὶ τῶν δικῶν μᾶς ἐχθρῶν, σὲ ντροπὴ τῶν παπικῶν.
Αὐτὰ εἶπα. Κι ὅταν ἔγινε ἡ ἀπόλυση τοῦ ἕσπερινου, βγήκαμε καὶ καθίσαμε ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ γιὰ λίγο, ὅπως συνηθίζεται ἐκεῖ. Ἦταν ἐκεῖ κάποιος γέροντας, ἔντιμος στὸ γένος, Δημητράκης στὸ ὄνομα, Ζουρμπαῖος στὸ ἐπώνυμο. Ὁ ὁποίος, ἀπὸ τὰ βαθιὰ γηρατειά, μόλις πού ἄκουγε τὰ λεγάμενα. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ γέρος, μόλις καθίσαμε, μὲ ρώτησε μὲ χαμηλὴ φωνὴ καὶ τρεμάμενη προφορά, λέγοντας τὰ ἑξῆς:
Δάσκαλε, γιὰ ποιὸν ἔλεγες αὐτὰ πού ’λεγες; Γιὰ τὸν Μάρκο τῆς Ἐφέσου;
Ναί΄, τοῦ ἀπάντησα. ΄Γιατί ρωτᾶς;
Ρωτῶ, εἶπε, ΄γιατί ἔχω νὰ σοῦ πῶ ἐγῶ γι’ αὐτὸν τὸν Μάρκο. Ἐγώ, εἶχα μία ἀδερφή, νά, τὴν ξέρουν κι αὐτοὶ ἐδῶ, εἶπε, δείχνοντας τοὺς παρευρισκόμενους. Αὐτὴ ἕναν καιρὸ ἀρρώστησε βαριά. Εἴχαμε ὅλους τούς γιατροὺς τοῦ τόπου μας πού τὴν κοίταζαν καὶ μὴν μπορώντας νὰ τὴν γιατρέψουν στὸ τέλος ἀπελπισμένοι ἀποφάσισαν πώς τὸ δίχως ἄλλο θὰ πεθάνει. Κι ἀλήθεια, τρεῖς μέρες ἔμενε κι ἄλαλη κι ἀναίσθητη κι ἐντελῶς ἀκίνητη. Γι΄ αὐτὸ κι μεῖς, μὴ βλέποντας καμιὰ ἐλπίδα, ἀρχίσαμε νὰ φτιάχνουμε τὰ χρειαζούμενα γιὰ τὴν κηδεία της καὶ τὴν κλαίγαμε σὰ πεθαμένη. Στὸ μεταξύ, ἐκεῖ πού μεῖς περιμέναμε νὰ πεθάνει, ξαφνικὰ ἀκούσαμε νὰ βγάζει ἕνα μεγάλο ἀναστεναγμὸ καὶ μαζὶ καὶ φωνή. Κι ἀνασηκώθηκε λέγοντας: Ὤχ, δὲν μ’ ἀλλάζετε πού πνίγηκα στὸ νερό; Τότε ἐμεῖς, ἀμέσως τρέξαμε κοντά της καὶ μ’ ἀνέλπιστη χαρὰ πού τὴν ἀκούσαμε νὰ μιλᾶ, τὴν ρωτήσαμε τί ἔχει καὶ γιατί εἶναι τόσο βρεγμένη. Κι αὐτή μᾶς ἀπάντησε, ὅτι λίγο πρίν, ἦρθε ἕνας σὰ δεσπότης καὶ τὴν πῆρε καὶ τὴν πῆγε σὲ μία βρύση. Κι τὴν ἔβαλε μέσα στὴ γούρνα καὶ τὴν ἔπλυνε. Κι ἀφοῦ τὴν ἔπλυνε, τῆς εἶπε: Σύρε τώρα. Δὲν ἔχεις πλέον τίποτα. Κι τώρα μᾶς εἶπε, εἶμαι βρεγμένη καὶ αἰσθάνομαι πώς εἶμαι καλύτερα. Κι ἐμεῖς τῆς εἴπαμε, Δὲν τὸν ρωτοῦσες ποιὸς ἦταν; Τὸν ρώτησα, μᾶς ἀπάντησε, ποιὸς εἶσαι ἡ ἁγιοσύνη σου; Καὶ μοῦ ἀπάντησε, ἐγώ εἶμαι ὁ Μάρκος τῆς Ἐφέσου, ὁ Εὐγενικός. Τότε κι ἐμεῖς πιάσαμε νὰ τὴν ἀλλάξουμε κι εἴδαμε ὅτι ἦταν στ’ ἀλήθεια βρεγμένα, ὄχι μόνο τα ροῦχα πού φοροῦσε, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὰ στρώματα πού κείτονταν. Κι ἀπὸ τότε ἔγινε καλὰ κι ἔζησε ἄλλα δεκαπέντε χρόνια κι ὑστέρα πέθανε. Αὐτὸ ξέρω νὰ πῶ γῶ γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο, πού τὸ εἶδα ὁ ἴδιος στὴν ἀδερφή μου΄.

Κι ἐγὼ χάρηκα ὑπερβολικά, γιατί ἀνέλπιστα κι ἀνεπιτήδευτα ὁ καλὸς ἐκεῖνος γέροντας ἐπιβεβαίωσε τὰ λόγια μου. Καὶ γιὰ περισσότερη βεβαιότητα, ἐγὼ ρώτησα πάλι αὐτὸν λέγοντας:
Κι εἴχατε πρωτύτερα κὺρ Δημητράκη, καμιὰ εἴδηση γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο;΄.
Ὄχι΄, μοῦ ἀπάντησε, ΄οὔτε τὸν εἴχαμε ἀκούσει ποτέ μας. Μόνο ἀπὸ κείνη τὴν αἰτία τὸν μάθαμε΄. Τότε ἐγὼ στράφηκα πάλι στοὺς παρόντες Χριστιανοὺς κι εἶπα:
Βλέπετε ἄδελφοι, πώς ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία δὲν σφάλλει στὴν ἀπόφασή της; Νὰ πού ξαφνικὰ μόνοι σας ἀκούσατε πώς τὸν δόξασε ὁ Θεὸς κι εἶναι θεῖος Ἱεράρχης κι ἔχει θάρρος στὸ Θεὸ νὰ μεσολαβεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας΄. Αὐτὰ εἶπα τὸ βράδυ καὶ τὸ πρωὶ πῆγα σ’ ἄλλη ἐκκλησία, δηλαδὴ στὴν ἁγία Παρασκευή, γιὰ νὰ λειτουργηθῶ. Κι ἐκεῖ βλέπω κι εἰκόνα αὐτοῦ του ἅγιου, τὴν ὁποία ἔφεραν ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκείνης τῆς γυναίκας, μὲ τὴν ἐπιγραφή: ὁ ἅγιος Μάρκος, ὁ εὐγενικὸς ἀρχιερεύς, δηλαδὴ ἔτσι ὅπως φάνηκε στὴν ἁπλοῖκὴ ἀπαιδευσιὰ τοῦ ζωγράφου.
Νὰ λοιπὸν Χριστιανοί, καὶ θαῦμα αὐτοῦ του ἁγίου. Θαῦμα ἀληθινό, ὄντως θαῦμα. Ὄχι τόσο, γιατί τάχα παραδόξως ἅρπαξε ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ Ἅδη τὴν ἀπ’ ὅλους ξεγραμμένη γυναίκα, ἀλλὰ γιατί εἶναι ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀνεπιτήδευτο κι ὄχι κατασκευασμένο ἡ πλαστό, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, δὲν ἤξεραν, οὔτε εἶχαν ἀκούσει ποτὲ ἄλλοτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ Πατέρα. Ἀλλὰ ὁ ποιητὴς τῶν παραδόξων, ὁ Θεός, θέλοντας νὰ φανερώσει καὶ νὰ δοξάσει τὸν πιστό του δοῦλο, γιὰ νὰ μιμούμαστε κι ἐμεῖς τὸ ζῆλο του καὶ τὴν καρτερία τῆς ψυχῆς του στὴν ὁμολογία τῆς ἀλήθειας, γι’ αὐτό, ἐνέργησε ἀπὸ κάθε ἄποψη παράδοξα, μὲ τὴν μέσω αὐτοὶ ἐποπτεία κι ἐπίβλεψη τῆς ἀνέλπιστης θεραπείας ἐκείνης τῆς γυναίκας.
’Ώ, θεῖο στολίδι τῶν Πατέρων, τέμενος τῶν θείων χαρίτων, στόμα τῶν ἱερῶν θεολόγων, πρόμαχε τῆς Ὀρθόδοξης πίστης, ὑπέρμαχε τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Χρίστου, θερμότατε ζηλωτῆ τῆς πατροπαράδοτης ὁμολογίας τοῦ ἁγίου Συμβόλου, ἀνατροπέα τῆς παπικῆς ἀλαζονείας, κι ἀνορθωτὴ τοῦ ἀνατολικοῦ φρονήματος, δόξα, καύχημα καὶ στύλε καὶ στήριγμα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, δεῖξε εὐσπλαχνία στὴ δική μου ἀναξιότητα καὶ δέξου ἀπὸ μένα αὐτὸν τὸν ταπεινὸ κι εὐτελῆ λόγο.
Ἀντάμειψε τὴν προαίρεση τῆς ἁμαρτωλῆς μου ψυχῆς μὲ τὶς πνευματικὲς κι οὐράνιες εὐλογίες σου.
Γιατί γνωρίζεις καλά το ζῆλο καὶ τὸν πόθο καὶ τὴν εὐλάβεια πού ἔχω στὴ δική σου ἁγιότητα, γιὰ τοὺς μεγίστους καὶ μύριους καὶ ὑπερβολικοὺς ἀγῶνες σου, ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Κι ἀντάμειψε μὲ τὶς πλούσιες δωρεές σου καὶ τὰ χαρίσματα, ὄχι μόνο ἐμένα τὸν ταπεινό, ἀλλὰ καὶ κάθε εὐλαβῆ σου Χριστιανό. Κι ἀξίωσέ μας, νὰ εὐαρεστήσουμε σ’ ὅλα μὲ τὴν μετάνοια, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καί. τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ TON ΑΠΟ ΜΑΡΚΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ

Γεννήθηκε περίπου τὸ 1391. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Μανουήλ. Οἱ γονεῖς του λεγόταν Γεώργιος καὶ Μαρία. Ὁ πατέρας του ἦταν διευθυντὴς τῆς Πατριαρχικῆς ἀλληλογραφίας καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Πατριαρχείου. Ἡ μητέρα τοῦ ἦταν κόρη γιατροῦ ὀνόματι Λουκᾶ. Μέχρι 13 ἐτῶν μαθήτευσε στὸν πατέρα του πού εἶχε φροντιστήριο (σχολεῖο ἰδιωτικό). Στὰ 13 ἔμεινε ὀρφανός. Σπούδασε σὲ δύο ὀνομαστούς δασκάλους τῆς ἐποχῆς του τὸν Μητροπολίτη Σηλυβρίας Ἰγνάτιο καὶ τὸν Γεώργιο Γεμιστὸ ἡ Πλήθωνα. Ἦταν συμμαθητὴς μὲ τὸν Βησσαρίωνα μετέπειτα Νίκαιας τὸν τελικὰ ἀρνητὴ τῆς πίστης καὶ παπικὸ Καρδινάλιο. Ἔγινε μετὰ τὴν πάροδο χρόνου ὁ Μανουὴλ προῖστάμενος τοῦ Πατριαρχικοῦ σχολείου.
Ὅταν ἔγινε 26 ἐτῶν, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του καὶ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο. Ἔγινε μοναχὸς σὲ μιὰ μονὴ τῶν Πριγκιποννήσων στὴν νῆσο τὴν Ἀντιγόνη μὲ τὸ ὄνομα Μάρκος. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια το 1420 ἐξαιτίας τῶν ὀθωμανικῶν ἐπιδρομῶν, ὁ ἱεροδιάκονος Μάρκος ἐγκαταλείπει τὴν μονὴ τῆς νήσου Ἀντιγόνη καὶ ἐγκαθίσταται στὴν μονὴ ἁγίου Γεωργίου Μαγγάνων μέσα στὴν Πόλη μέχρι τὴν κοίμησή του. Ἔλειψε ἀπὸ τὴν Μονὴ τῆς Μαγγάνων του ὅταν πῆγε στὴν Ἰταλία χωρὶς τὴν θέλησή του καὶ ὅταν ἐπέστρεψε λόγο τῶν δύσκολων συνθηκῶν ἐξ αἰτίας τοῦ Λατινόφρονα Πατριάρχου|. Ἡ μόρφωσή του καὶ ἡ πνευματική του ἄσκηση τὸν ἔφεραν παρὰ τὴν θέλησή του νὰ γίνει σύμβουλος ὁδηγὸς σὲ δύο Αὐτοκράτορες, τὸν Μανουὴλ Β’ καὶ τὸν Ἰωάννη Η’ Παλαιολόγο. Τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς λύσει θεολογικὲς ἀπορίες καὶ νὰ γράψει ἀκολουθίες καὶ ὕμνους. Ὡς μοναχὸς στὴν μονὴ τῶν Μαγγάνων πιθανὸν νὰ εἶχε πνευματικὲς σχέσεις μὲ τὸν μοναχὸ Ἰωσὴφ τὸν Βρυέννιο τὸν Στουδίτη, ὁ ὅποιος μάλιστα ὑπῆρξε διάδοχος τὼν ἡσυχαστῶν τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΜΟΝΟ ΘΕΟ ΜΑΣ
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
ΑΜΗΝ


22. Παραπομπὲς
Οἱ ἀξιοθαύμαστοι ἀγώνες, ἡ ἡρωικὴ πάλη καὶ τὰ ὑπερφυσικὰ κατορθώματα τοῦ ἐν ἅγιοις πατρὸς ἠμῶν Μάρκου, Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἐφέσου, τοῦ ἐπονομαζόμενου Εὐγενικοῦ.

Τοῦ ἐξαίρετου καὶ σχεδὸν μοναδικοῦ ὑπέρμαχου καὶ φύλακα τῆς ἀμέμπτου κι ἁγιοτάτης κι ἀποστολικῆς καὶ πατροπαράδοτης ὀρθόδοξης πίστης, συγκεντρωμένα σ’ ἕνα βιβλίο καὶ γραμμένο σὲ μορφὴ βιογραφίας

ἀπὸ τὸν ΑΓΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΤΟΝ ΠΑΡΙΟ

Πρὸς ἀπόκτηση γνώσεως καὶ ψυχικῆς ὠφέλειας τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων χριστιανῶν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ἐμεῖς στὴν ἐποχή μας δὲν χρησιμοποιοῦμε τέτοιου εἴδους προσδιορισμοὺς γιὰ τὶς αἱρέσεις, εἴμαστε ἐμποτισμένοι μὲ τὸ οἰκουμενικὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποίησης ἡ τὸν ὑπέρμετρο ἀνθρωπισμὸ ἡ καὶ κάποιοι ἄλλοι εἶναι φιλικοὶ πρὸς κάθε αἵρεση δῆθεν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο ἀλλὰ ἐχθρικοὶ στὴν ὀρθὴ πίστη. Υπάρχει καὶ ἄλλος λόγος πού γίνεται αἰτία νὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη, ἡ ἔλλειψη πνευματικῆς ζωῆς πού συνεπάγεται τὴν ἔλλειψη τῆς κάθαρσης τῶν παθῶν καὶ τὴν ἀντίστοιχη ἔλλειψη τῆς θεωρίας τοῦ Ἄκτιστου. Ἡ ἔλλειψη ἐμπειριῶν κάνει τὴν πίστη μᾶς χαλαρή. Ἡ χαλαρότητα αὐτὴ μας ὁδηγεῖ νὰ σχετικοποιήσουμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας καὶ νὰ τὴν δοῦμε σὰ μιὰ θρησκευτικὴ πολιτιστικὴ ἔκφραση, ἔτσι μᾶς κυριεύει ὁ οἰκουμενικὸς οἶστρος. Ἡ πίστη μας δὲν εἶναι ζωηρή, καθάρια, ἀγωνιστική, ἀσκητική, ἐμπειρικὴ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἄντιπαραβαλουμε μὲ τὴν σκοτεινότητα τῆς αἵρεσης. Οἱ φράσεις λοιπὸν αὐτὲς πού συχνὰ θὰ τὶς συναντοῦμε μέσα στὸ κείμενο τοῦ ἅγιου Ἀθανασίου, μᾶς προσδιορίζουν μιὰ κατάσταση τὴν ὅποια αἰσθάνεται ὁ μέτοχός της Ἄκτιστου Χάρης ὅταν συνειδητοποιεῖ πώς ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν θέα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἂν ἀκολουθήσει τὴν λανθασμένη πίστη. ’Ἴσως ἂν ἔχουμε πνευματικὲς προυποθέσεις θὰ καταλάβουμε ὅτι οἱ βαρεῖς φαίνομενικα χαρακτηρισμοὶ πού προσάπτει γιὰ τοὺς παπικοὺς καὶ τοὺς συνοδοιπόρους τοὺς ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πὰ-ριος εἶναι εἰρηνικὰ κι ἀληθινὰ συμπεράσματα πού περιγράφουν τὴν πραγματικὴ πνευματικὴ κατάσταση τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας καὶ ὄχι κραυγὲς συνθήματα ἡ συκοφαντίες ὅπως τ’ ἀντιλαμβάνονται οἱ ἀδιάφοροι καὶ οἱ φιλοαιρετικοί. Αὐτοὶ τρομάζουν ἀπὸ τὶς λέξεις ὅταν τοὺς φανερώνουν τὴν πνευματικὴ ἄρρωστεια κι ὄχι ἀπὸ τὴν ἄρρωστειά της αἵρεσης.
[2] Παράδειγμα ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γιὰ τοὺς ἄρειανοφρονες, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς γιὰ τοὺς εἴκονομαχους, ὁ ἅγιος Φώτιος γιὰ τοὺς Λατινοφράγκους τοῦ φιλιόκβε (filioque), ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμας γιὰ τοὺς ἄγνωστικιστές του Βαρλαὰμ καὶ τοὺς σχολαστικούς του Κυόωνη.
[3] Καύχημα τῆς Ἀσίας ὡς μητροπολίτης Ἐφέσου καὶ ΄Μάστιγα τῆς Εὐρώπης΄ ὡς κήρυκας τῆς ὀρθόδοξης ἀλήθειας μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ) παπισμοῦ στὴν κεντρικὴ Ἰταλία, σὲ μιὰ ληστρικὴ ψευδοσύνοδο γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ οἰκουμενικὴ γιὰ τοὺς κακοδόξους παπικοὺς καὶ οὐνίτες.
[4] Ἐννοεῖται στὰ Μηνολόγια καὶ Ὡρολόγια τῆς ἐποχῆς τοῦ 1780 περίπου καὶ πρίν. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι στὰ τυπογραφεῖα τῆς Δύσης ἡ Παπικὴ ἐκκλησία εἶχε ἐντεταλμένους Ἰησουίτες, ἀπόφοιτούς του ἕλληνογλωσσου οὐνιτικοῦ Ἄθανασιανου σχολείου τῆς Ρώμης. Οἱ Ἰησουίτες αὖτοι λογόκριναν τὰ ’Ὀρθόδοξα βιβλία πού ἦταν στὰ τυπογραφεῖα. Υπάρχουν σὲ πολλὰ βιβλία τῆς ὀθωμανικῆς ἐποχῆς διορθώσεις πρὸς τὸ φιλοπαπικό, σφῆνες φιλοδυτικῶν ἀπόι|ἰεων ἡ διαγραφὲς παραγράφων πού ἐξέφραζαν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὑπῆρξε ἐπίσης ἀπαγόρευση νὰ τυπωθοῦν συγκεκριμένα βιβλία καὶ ἄλλες λογοκριτικὲς ἐνέργειες πού ἔπραξαν οἱ παπικοί. Ἔτσι ἂν ἤθελε κάποιος νὰ τυπώσει ἕνα βιβλίο πού πιθανὸν νὰ ἔνοχλουσέ τους Παπικούς, ἔπρεπε νὰ πάει πιὸ βόρεια στὶς ΙΊροτεσταντικές χῶρες. Αὐτὸ σήμαινε μεγαλύτερο κόστος καὶ προσοχὴ νὰ μὴν ἐνοχλήσει τότε τὶς προτεσταντικὲς θέσεις.
[5] Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος χρησιμοποιεῖ τὴν πραγματικὴ ἱστορικὴ ὀνομασία, ΄βασιλεία τῶν Ρωμαίων΄ καὶ δχὶ ὅπως ἐμεῖς τὴν ἀποκαλοῦμε Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, μιμούμενοι τὴν Δυτικὴ ἀκαδημαῖκὴ ἐπιστήμη. ΄Ὅταν ἀναφέρει τὴν λέξη Βυζάντιο ἐννοεῖ τὴν ΄Πόλη΄ ἡ Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποιεῖ δηλαδὴ τὴν λέξη Βυζάντιο΄ πού εἶναι τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ἡ ἕλληνιστικο ἡ πρωτορωμαῖκὸ ὄνομα τῆς Πόλης.
[6 ] Ἔχοντας τὸν σύντομο βίου του καὶ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μάρκου γνωρίζουμε μερικὰ πράγματα γιὰ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὶς σπουδὲς τῶν Εὐγενικῶν. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος ἂν καὶ δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ τότε τὶς χειρόγραφες αὐτὲς πληροφορίες, τὰ συμπεράσματα τοῦ δμῶς εἶναι πράγματι εὔστοχα. Στὸ τέλος τοῦ βιβλίου σελίδα 199 παραθέτουμε τῆς πληροφορίες πού μᾶς δίνει τὸ μικρὸ συναξάρι γιὰ τὸν ἅγιο Μάρκο.

[7.] Ἀξίζει, νὰ ἀναφέρουμε δτὶ ὁ ἅγιος Μακάριος Κόρινθου ὁ Νοταρᾶς καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συμπεριέλαβαν στὴν συλλογὴ τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν κειμένων καὶ κείμενο τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ «Περὶ τῶν λόγων τῆς Θείας προσευχῆς»
[8]. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος χρησιμοποιεῖ τὸν ὄρο Φράντζα καὶ στὰ ἄλλα ἔργα του. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἔτσι ὀνομαζόταν ἡ σημερινὴ Γαλλία καὶ ἀπὸ τοὺς ΄Ἕλληνες. Ἐπειδὴ ἡ φράση ΄Φράγκοι΄ δήλωνε καὶ ἦταν ἀντεθνικὸς καὶ ἄντιχριστιανικος ὅρος γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους ΄Ἕλληνες, οἱ φιλοφράγκοι ἡ φιλογάλοι ΄Ἕλληνες, δηλαδὴ ὁ Κοραὴς καὶ οἱ ἀκόλουθοί του, οἱ ὅποιοι ἐξυπηρετοῦσαν τὰ πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Γαλλικοῦ-Φραγκικοῦ κράτος δημιούργησαν τὴν καθαρεύουσα καὶ καθάρισαν τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀπὸ κάθε τί πού θὰ θυμίζει τὴν ἀρνητικὴ εἰκόνα τῶν Δυτικῶν. ΄Ἔτσι μέσω τοῦ πολιτιστικοῦ διαφωτισμοῦ προσπάθησαν καὶ κατάφεραν νὰ δημιουργήσουν ἕνα καταξιωμένο φιλοδυτικὸ καὶ φιλιφραγκικὸ κόμμα πού νὰ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἕκαστοτε πολιτικὴ τῆς Φραγκικῆς-Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἡ καὶ τῆς Φρᾶ-γκικῆς-Γαλλικῆς Αὐτοκρατορίας εἰς βάρος τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ μετέπειτα εἰς βάρος τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ κράτους.
[9] Κατὰ τὰ Δυτικὰ ἐγχειρίδια ἱστορίας τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὰ ὅποια δυστυχῶς ἀντιγράφουν καὶ οἱ δικοί μας ὀρθόδοξοι στὶς σύγχρονες ἔκκλησιαστικες ἱστορίες τους, περιγράφουν καὶ λύνε γιὰ τὸ ΄σχίσμα τοῦ Φωτίου΄. Ὁ ἅγιος Φώτιος δὲν ἔκανε κανένα σχίσμα, εἶναι πλαστογραφία καὶ συκοφαντία τῆς δυτικῆς παπικῆς ἱστοριογραφίας. Κανονικὰ εἶναι ΄σχίσμα τοῦ πάπα Νικολάου΄, ἡ ΄σχίσμα περὶ Πρωτείου τοῦ ἔπισκοπου Ρώμης Νικολάου΄.
[10] Εἶναι ἡ 8η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐπὶ πατριάρχου Φωτίου στὴν ὅποια καταδικάστηκε τὸ Φιλιόκβε.
[11] Εἶναι ἡ Φράγκικη-Γαλικὴ ψευδοσύνοδος στὸ Aix la Chapelle ἡ Ἄκυῖσγρανου-’Ἄαχεν τὸ 809 καὶ τοποθέτησε τὸ δόγμα τοῦ «Φιλιόκβε» μέσα στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης. Πρωτεργάτης αὐτῆς τῆς πράξης εἶναι ὁ Καρλομάγνος καὶ οἱ σύμβουλοί του. Εἶναι ἡ γέννηση τοῦ σημερινοῦ παπισμοῦ καὶ εἶχε ἰσχὺ τότε μέσα στὰ ὅρια τοῦ Φραγκικοῦ κράτους ἥ της Ἁγίας Ρωμαῖκῆς Αὐτοκρατορίας μετέπειτα ὅπως αὐτοεπικαλοῦνταν τότε ἡ σημερινὴ Γαλλία καὶ Γερμανία.
[12]. Τὰ δόγματα τὰ ὅποια ἄναφερονται στὸ πρόσωπο τοῦ ἕκαστοτε Πάπα εἶναι ΄πρωτεῖο ἐξουσίας΄, ΄ἀλάθητο΄, ὑπέρτατη ἱεροσύνη ,κοσμικὸς ἀρχῶν. Ἀπὸ αὐτὲς τί ς ἄντιχριστιανικες δογματικὲς θέσεις τῶν δυτικῶν ἀπορρέουν ὅλοι οἵ. χαρακτηρισμοὶ πού ἀναφέρουν οἱ Πατέρες γιὰ τοὺς Παπικούς.
[13] Εἶναι θλιβερὸ ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ πραγματικότητα αὐτὸ δείχνει. Στὴν ἐποχὴ τὴν Ρωμαῖκὴ-Βυζαντινὴ γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν οἱ στρατιωτικοὶ ἐχθροί, ἔμπαινε πάντα στὴν ἀτζέντα τῶν διπλωματικῶν ἔπαφων Δύσης- Ἀνατολῆς τὸ θέμα γιὰ ἕνωση θρησκευτική. Οἱ μὲν Δυτικοὶ γιὰ νὰ κυβερνήσουν τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἡ γιὰ νὰ ἔπιδειξουν τὴν παπικὴ ἰσχὺ τοὺς ὅταν μιὰ δυτικὴ σύνοδος ἡ ἕνα δυτικὸ κράτος τοὺς τὸ ἀμφισβητοῦσε. Οἱ δὲ Ἀνατολικοὶ γιὰ ν’ ἀποτρέψουν Δυτικὴ στρατιωτικὴ ἐπίθεση ἡ νὰ ζητήσουν στρατιωτικὴ βοήθεια γιὰ τὸν κίνδυνο στ’ ἄνατο-λικὰ τοὺς σύνορα. Φυσικὰ κάτι ἀντίστοιχο ὑποφαίνεται καὶ σήμερα καὶ μὲ πολιτικὴ παρότρυνση μάλιστα. Ἃς συνεργαστοῦμε σὲ κοινὴ πορεία γιὰ ν’ ἀντιμετωπίσουμε τὴν ἔκκοσμικευση ἡ τὸν φονταμενταλισμὸ ἡ γιὰ νὰ δείξουμε δτὶ ἔχουμε ἰσχὺ στὴν κοινωνία.
[14]. Σύνοδοι πού καταδίκασαν τὸ Φιλιόκβε εἶναι ἡ 8η Οἰκουμενική, ἡ Σύνοδος τοῦ 1054 ἐπὶ Κηρουλαρίου, ἡ σύνοδος τοῦ Νυμφαίου, ἡ Β’ Σύνοδος Βλαχερνῶν (1285), καὶ οἱ Σύνοδοι Ἱεροσολύμων, Κωνσταντινουπόλεως, Μόσχας πού καταδικάζουν τὴν ψευδὸ-σύνοδο τῆς Φερράρα- Φλωρεντίας. Ἐπίσης ἔχουμε πολλὲς συνόδους καὶ ἔγκυκλιούς των ὀρθοδόξων πατριαρχείων πού καταδικάζουν ἡ στηλιτεύουν διδασκαλίες καὶ ἐνέργειες προπαγανδιστικές του παπισμοῦ στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
[15]. Ὁ Ἀθανάσιος Πάριος μιλᾶ σὲ μιὰ ἐποχὴ πρὶν τὴν Ἑλληνικὴ ἐπανάσταση καὶ τὴν ἵδρυση τὸν Νεοελληνικοῦ κράτους, γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ ἀναψέρεται ἀρνητικὰ γιὰ τὴν ἴσλαμικη καὶ ὀθωμανικὴ κυριαρχία εἴτε φανερὰ εἴτε μὲ πλάγιους τρόπους καὶ ὑπονοούμενα.
[16]. Η πρώτη ἱστορικὰ Οὔνια ἔγινε στὴν παπικὴ σύνοδο τῆς Λυὼν τὸ 1274. Αὐτὴ ἡ ἕνωση καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Β’ Σύνοδο Βλαχερνῶν τὸ 1285. Πολλοὶ μετέπειτα Πατέρες θεωροῦν τὴν Β’ Σύνοδο Βλαχερνῶν ὡς Οἰκουμενική, ὅπως καὶ ὁ ἅγιος’Ἀθανάσιος Πάριος. Σ’ αὐτὴν ἔγραψε ὑπόμνημα ὁ Γεννάδιος Σχολάριος.
[17]. Τώρα ἔχει ἄλλο νούμερο γιὰ τοὺς Παπικοὺς στὴ σειρὰ τῶν οἰκουμενικῶν τους συνόδων.
[18.] Ἡ χρόνια πρακτικὴ ἐφαρμογὴ γιὰ ἔξευρεση χρημάτων μέσω αὐτῆς τῆς διδασκαλίας τοῦ πουργατόριου, ἦταν ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξεκινήσει ἡ λεγάμενη διαμαρτύρηση τὸ 1517 στὴν περιοχὴ τῆς Γερμανίας. Ἀποτέλεσμα ἦταν ὁλόκληρες ὁμάδες παπικῶν ν’ ἀποσχιστοῦν ἀπὸ τὴν Ρώμη καὶ νὰ δημιουργήσουν τὶς προτε-σταντικὲς ὁμολογίες. Ἐπίσης ξεκίνησαν μιὰ σειρὰ ἀπὸ καταστροφικοὺς θρησκευτικοὺς πολέμους στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Κατάλοιπο τέτοιου εἴδους πολέμου, παπικῶν καὶ προτεσταντῶν, ὑπάρχει μέχρι σήμερα στὴν βόρεια Ἰρλανδία.
[19]. Ἰωάννης Πρωτονοτάριος ἡ Ἰσπανὸς ἡ Τορκουεμάδας, εἶναι ὁ θεῖος τοῦ περίφημου Ἱεροεξεταστῆ τῆς Ἰσπανίας Θωμὰ Τορκουεμάδα.
[20]. Τὸ ἲδιο γίνεται καὶ στὴν ἐποχή μας. Ἂν πεῖς τὴν γνώμη σου γιὰ τὶς οἴκουμενιστικες συνελεύσεις, ὅτι δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴν πίστη στὸν Τή σου Χριστό. ” Ἂν ἐπίσης ἀναφερθεῖς στὶς φίλο-παπικὲς πέρα δώθε συναντήσεις ἡ στὶς φιλοπροτεστάντικες συνεδριάσεις μὲ θεολογικὰ ΄λάιφ στὺλ΄ θέματα, ἄμεσος σὲ βγάζουν ἀγράμματο, ἀπάνθρωπο ἡ ὅτι τοὺς κατέβει στὸ οἴκουμενι-στικὸ παγκοσμιοποιημένο κεφάλι τους. Ἔτσι ἐξυψώνουν τὴν ἀγάπη τους γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς ὡς ἔργο δῆθεν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ συκοφαντοῦν τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη γιὰ τὴν ὀρθὴ πράξη καὶ τὴν ὀρθὴ πίστη τὴν ὁποία οἱ θεόπνευστοι Πατέρες μᾶς παρέδωσαν μὲ τὴν δράση τους καὶ τὰ συγγράμματά τους. Τελικὰ μᾶλλον ἐφαρμόζουν οἱ οἴκουμενιστές το εὐαγγελικὸ ρητό τους: ΄ζητεῖτε δὲ πρώτον τὴν ἀγάπη τῶν αἱρετικῶν καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτῶν, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὕμιν΄, μοντέρνα σύγχρονη πρωτοποριακὴ πίστη.
[21]. Δὲν ὑπάρχει τὸ Φιλιόκβε στὴν Ἑλληνικὴ ἡ Λατινικὴ Χριστιανικὴ Γραμματεία παρὰ μόνο στοὺς Λατινόφωνους Φράγκουςτης ἐποχῆς τοῦ Καρλομάγνου καὶ τοὺς διαδόχους τους. Η νοθεία τῶν ἑλληνικῶν πηγῶν μὲ τὸ φιλιόκβε ἔγινε τὴν ἐποχὴ τοῦ πρώτου Οὐνίτη πατριάρχη Βέκου. Στὶς 6έ Λατινικὲς πηγὲς εἶναι ἀποδεδειγμένα οἱ πολλὲς παπικὲς προσθῆκες καί, νοθεῖες μὲ αἱρετικὲς δοξασίες.
[ 22] Πρόσφατα στὸ διάλογο Ὀρθοδόξων καὶ Προτεσταντῶν ἀποδείχθηκε καὶ ὅμολογηθηκε ὅτι : προηγήθηκε ἡ ἱερὰ παράδοση καὶ μέρος αὐτῆς καταγράφηκε στὸν κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅμως οἱ προτεστάντες ὁμολόγησαν ὅτι παραμένουν πιστοὶ στὸ δόγμα τοῦ Λουθήρου μόνο ἡ Ἁγία Γραφή΄.
[ 23]. Τελικὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἱστορία ὅτι καμιὰ σταυροφορία τῶν παπικῶν δὲν πέτυχε τίποτα ὑπὲρ τῶν ὀρθοδόξων, ὅλες κατέληξαν σὲ καταστροφὴ τῶν παπικῶν στρατευμάτων.
[24]. διὰ σημαίνει διαμέσου, τὸ πέρασμα ἀπὸ κάπου.ἐκ ἡ ἕξ΄: ἀπὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω, καὶ μὲ γενική του σημαίνει τὴν καταγωγή, τὴν αἰτία ἀπ’ δποὺ προέρχεται, τὴν προέλευση. Μᾶλλον οἱ Λατινόψρονες ἀποσιωποῦν τοὺς γραμματικοὺς καὶ συντακτικοὺς κανόνες καὶ μὲ τὴν ψιλοπαπικὴ μανία τοὺς ἀλλάζουν καὶ τὴν γλώσσα.
[25] Ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου, λόγω ἰῶν ἄθλιων συνθηκῶν διαβίωσης θὰ ἔδωσε λαβὴ γιὰ τὴν διατύπωση αὐτῆς τῆς συκοφαντίας. Ἐπίσης πρέπει νὰ τοῦ εἶχαν ἐπιβάλει νὰ εἶναι σὲ ἀπομόνωση.

[26]. Ἡ φράση αὐτὴ δείχνει, ὅτι ἤδη κάποιοι εἶχαν προδώσει εἶχαν προσκηνύσει καὶ εἶχαν συνεννοηΟέῖ ὀὲ παρασυναγωγὲς μὲ τοὺς καρδιναλίους τοῦ πάπα. Καὶ ἐπίσης εἶχαν εἴσπραξει χρηματικὰ ποσὰ ὅπως τὸ ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἱστορικὲς πηγές.
[27.] Ὁ Νεῖλος Καβάσιλας εἶναι ἅγιος της ἐκκλησίας. Σχισματικὸ τὸν ἀποκαλοῦν οἱ Οὐνίτες καὶ οἱ Παπικοὶ ἐπειδὴ μὲ τὰ ἔργα τοῦ ἀναιρεῖ τὶς αἱρετικές τους διδασκαλίες.
[28.] Εἶναι πραγματικότητα ὅτι οἱ αἱρετικοί, παπικοὶ ἀντιμάχονται μόνιμα τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, φυσικὰ αὐτὸ ἄλλοτε τὸ κάνουν μὲ βάρβαρο τρόπο καὶ ἀπάνθρωπο (σταυροφορίες, ἱερὰ ἐξέταση) καὶ ἄλλοτε μὲ ἤπιο καὶ πλάγιο τρόπο. Ἕνα ἀπὸ τὰ ὕπουλα ὅπλα τοὺς εἶναι ἡ προπαγάνδα. Αὐτὴ γίνεται μέσα ἀπὸ τὰ βιβλία τοὺς τὰ σχολεῖα τους καὶ τὰ κυρήγματα πού ἐξαπέλυαν τότε ἀλλὰ καὶ τώρα πρὸς τοὺς ὀρθοδόξους. Ἔτσι μὲ βάση τὶς ἐπιστημονικὲς δῆθεν μελέτες τους πού ἔχουν κάνει στὶς σχολὲς τοὺς μέμψονται μὲ πλάγιο τρόπο τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν ὀρθοδόξων ἂγ ἲ ὧν ποὺ ξεσκέπασαν καὶ ξεσκεπάζουν μὲ τοὺς λόγους καὶ τὶς πράξεις τοὺς τὴν αἵρεσή τους. Στὸ στόχαστρό τους ἔχουν βρεθεῖ ὁ ἅγιος Φώτιος, ὁ ἅγι ὃς Καβάσι.λᾶς, ὁ ἅγιος Γρὴ-γόριος ΙΙαλαμάς, καὶ φυσικέ/, καὶ ὁ ἅγιος Μάρκος. Γὶ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος καταφεύγει συχνὰ σὲ ἐγκώμια πρὸς τὸν ἅγιο Μάρκο. Συγκεκριμένα σ’ αὐτὸ τὸ ἐγκώμιο συγκρίνει τὶς πράξεις τοῦ ἅγιου Μάρκου μὲ τοὺς παλαιότερους ἅγιους γιὰ νὰ μὴν μείνει στοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς καμιὰ ἀμφιβολία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Ἐπίσης παραθέτει καὶ τὴν ἐμπειρία καὶ ἄλλων μελῶν τῆς ἔκκλησιας συχνὰ γι’ αὐτὸ τὸν σκοπό, γιὰ νὰ χτυπήσει τὴν συκοφαντία, τὴν ὑποτίμηση, τὴν συσκότιση, τὴν στρέβλωση πού παρατηρεῖται. μόνιμα νὰ διοχετεύεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς πρὸς τοὺς ὀρθοδόξους καὶ πολλὲς φορὲς κάποιοι ὄυτικυπληκτοι σπουδασμένοι γίνονται καλοθελητὲς τῶν παπικῶν καὶ μᾶς τὰ φέρνουν καὶ στὴν ἐκκλησία μας
[29.] Αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ εἶναι κοινοὶ στὶς γνῶμες τῶν ἅγιων γιὰ τὸν Πάπα. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἴτωλος καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς τὸ ἴδιο λένε γιὰ τὸν Πάπα. Στηρίζουν αὖτά τα συμπε-ράσματά τους καὶ στὸ πλῆθος τῶν αἱρετικῶν δογμάτων τοῦ παπισμοῦ ἀλλὰ κατὰ κύριο λόγο στὰ βασικὰ δύο δόγματα τοῦ πρωτείου καὶ τοῦ ἀλάθητου καὶ στὴν διδασκαλία ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἴησου Χριστοῦ, δηλαδὴ τοῦ Θεανθρώπου. Ἔνω ὁ Ἴησους εἶναι παρὼν καὶ κεφαλὴ στὴν ἐκκλησία τοῦ πάντα καὶ παντοτινά.
[30.] Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ἔχει τὸ θάρρος νὰ κυκλοφορεῖ τὸ βιβλίο τοῦ μέσα στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία καὶ νὰ μπορεῖ νὰ στηλιτεύει τὴν Ἴσλαμικη πίστη. Αὐτὸ τὸ κάνει καὶ σ’ ἄλλες ἔντυπες δικές του ἐκδόσεις πού κυκλοφόρησαν τότε στὴν Ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια, μάλιστα σὲ κάποια ἔργα τοῦ στηλιτεύει καὶ τὴν πολιτικὴ τῶν Σουλτάνων χωρὶς φόβο. Ἀξίζει ν’ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Πάριος συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Διαφωτιστὲς (ὅπως ὁ Κοραὴς) οἱ ὅποιοι τότε, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στὸ Παρίσι, ἔγραφαν πατριωτικὰ φυλάδια ὅταν τοὺς τὸ ζητοῦσε ἡ Γαλλικὴ ἰμπεριαλιστικὴ προπαγάνδα καὶ σιωποῦσαν ὅταν ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία συμμαχοῦσε μὲ τὸν Σουλτάνο. Ἔνω ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος παρέμεινε σταθερὰ ἐντός της ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας καὶ σταθερὰ στηλίτευε τὴν ἴσλαμικη πίστη καὶ ὑποστήριξε καὶ ἔγραφε καὶ τοὺς βὶ οὖς τῶν Νεομαρτύρων στὰ κείμενα. Δὲν φοβόταν νὰ γράψει ἔναντια στὴν ἴσλαμικη πίστη καὶ τὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία καὶ νὰ δημοσιεύσει τὰ ἔργα του.
[31] Κωνσταντῖνος ΙΑ’ Παλαιολόγος (6. 1.1449 -29. 5. 1453). Στὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ εἶχε φιλορΟόδοξη πολιτική, ἀλλὰ ἀργότερα γιὰ λόγους στρατιωτικοὺς ἔδειξε ἀνοχὴ καὶ ἀτοὺς Λατινὸ-φρονες.
[32.] Μᾶλλον ἐδῶ ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πάριος ὑποσημειώνει δὲν τοῦ φαινόταν ἡ τοποθέτηση τῶν γεγονότων σὲ σωστὴ σειρά, ἐπειδὴ δὲν εἶχε πηγὲς γιὰ νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσει. Αὐτὴ ἡ Σύνοδος λοιπὸν συνχέεται μὲ κάποια ἄλλη ἡ ὅποια ἔγινε μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἅγιου Μάρκου. ΄Ὅμως θεολογικὰ εἶναι τοῦ ἴδιου πνεύματος, ἀντιλατι,νικὲς καὶ ἐνοχικὲς πρὸς τοὺς μετανούντας ὑπογράψαντες ὀρθοδόξους
[33.] Ἀθανάσιος Β’ (1450-3;) Γιὰ τὸν ΄Ἀθανάσιο πατριάρχη δὲν ὑπάρχουν πληροφορίες καὶ αὐτὸ ἔξαιτιάς της ἅλωσης τῆς Πόλης πατᾶ τὴν ὁποία χάθηκαν πολλά.
[34]. Ἐννοεῖ ΄μετανοοῦντες΄ αὐτοὺς πού εἶχαν ὑπογράψει στὴν Φλωρεντία, τὴν Οὔνια καὶ μετὰ ἔπεστρεψαν στὴν Ἐκκλησία. Αὐτοὶ λοιπὸν ἑνώνονται μὲ τοὺς σταθερὰ παραμένοντες στὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀντιλατὶ νοῦς στὸ σῶμα τῆς Μίας, Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
[35] Ὁ Σχολάριος συκοφαντήθηκε ἀπὸ τὴν πανεπιστημιακὴ σχολαστικὴ κοινότητα τοῦ Παπισμοῦ Ἦταν σταθερὰ Ὀρθόδοξος καί. δὲν εἶχε ὑπογράψει ὀτὴν Φλωρεντία. Εἶχε ἀποχωρήσει μαζί, μὲ τὸν Δημήτριο Παλαιολόγο καὶ τὸν Πλήθωνα ὀτὴν Βενετία πρὶν ὑποχρεωθοῦν νὰ ὑπογράψουν.

ΤΕΛΟΣ

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *