Agia_Eugenia_3Μέσα στὴν πολυάριθμη χορεία τῶν καλλιπαρθένων γυναικὼν μαρτύρων ποὺ ἀγάπησαν μὲ ὅλη τους τὴν ψυχὴ τὸν Νυμφίο Χριστὸ καὶ ἔλαβαν τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς θεϊκῆς δόξας, συναριθμεῖται καὶ ἡ ἔνδοξος ὀσιοπαρθενομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Εὐγενία, ἡ χαριέστατη αὐτὴ ἀμνὰς τοῦ Κυρίου καὶ πανάμωμος νύμφη τοῦ Ὑψίστου, ἡ ὁποία ἀξιώθηκε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη Τοῦ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς εὐφροσύνου ἑορτῆς τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ τιμωμένη ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὶς 24 Δεκεμβρίου καλλιπάρθενος καὶ πανσεμνὸς νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Εὐγενία, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε «κρηπὶς παρθενίας καὶ συνέσεως», «ἐνδιαίτημα θείας ἀρετῆς», «φωτολαμπρὸς λαμπὰς χρηστοηθείας καὶ ἀνδρικῆς φρονήσεως», καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἔζησε τὸ δεύτερο μισό του 3ου μ.Χ. αἰώνα κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλιὰ Κομμόδου. Οι γονεῖς τῆς ὀνομάζονταν Φίλιππος καὶ Κλαυδία, εἶχε δὲ καὶ δύο ἀδελφούς, τὸν Ἀβίτα καὶ τὸν Σέργιο. Ὅταν ὅμως ὁ ἐπιφανὴς καὶ πλούσιος πατέρας της, ὁ Φίλιππος, διορίσθηκε ἔπαρχος στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἔχοντας μάλιστα ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο, ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ καὶ ἡ εὐγενέστατη στὴν ψυχή, ἡ ἐνάρετη στὴ βιοτὴ καὶ ἡ ὄμορφη στὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση κόρη του, ἡ Εὐγενία. Στὴν περιώνυμη πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν κέντρο παιδείας, γραμμάτων καὶ τεχνῶν μὲ μεγάλη πνευματικὴ ἀκτινοβολία, μορφώθηκε ἡ εὐφυὴς Εὐγενία καὶ ἀπόκτησε ἑλληνικὴ καὶ ρωμαϊκὴ παιδεία καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὅλοι τὴ θαύμαζαν γιὰ τὴ σοφία της, ὅταν ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν. Γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅμως δὲν τῆς εἶχε μιλήσει κανείς, ἀφοῦ ὁ πατέρας τῆς ἦταν εἰδωλολάτρης. Παρόλα αὐτὰ ὁ εἰδωλολάτρης αὐτὸς ἔπαρχος κυβερνοῦσε τὸν λαὸ μὲ δικαιοσύνη καὶ ἀγαποῦσε τοὺς καλοὺς καὶ ἐνάρετους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ καὶ συμπαθοῦσε τοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι διακρίνονταν γιὰ τὴν ἐνάρετη βιοτὴ καὶ τὴ σωφροσύνη τους. Ἀκολουθώντας ὅμως πιστὰ τὶς προσταγὲς τοῦ βασιλιὰ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ κατοικοῦν μέσα στὴν πόλη, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη αὐτῆς. Ἀπεναντίας ἐξεδίωκε καὶ συχνὰ φόνευε τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους καὶ ἰδιαίτερά τους Ἰουδαίους καὶ τοὺς μάντεις. 

Στὸ μεταξὺ ἡ φήμη τῆς ἐνάρετης καὶ σοφῆς Εὐγενίας προσέλκυσε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἄρχοντα Ἀκυλίνου ποὺ εἶχε μάλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπάτου στὴ Ρώμη καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα της, τὸν Φίλιππο, νὰ τὴν παντρευτεῖ. Ἡ σεμνὴ καὶ ἐνάρετη ὅμως Εὐγενία ἀρνήθηκε μία τέτοια πρόταση, ἀφοῦ δήλωσε στὸν πατέρα της ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μείνει σὲ ὅλη της τὴ ζωὴ παρθένος. Ἄλλωστε ἡ φιλομάθειά της τὴν ὁδήγησε στὸ νὰ ἀρχίσει νὰ μελετᾶ χριστιανικὰ βιβλία, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα γνώρισε τὴν ἀλήθεια περὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὅταν μάλιστα κάποια ἡμέρα ἔπεσαν στὰ χέρια τῆς οἱ ἐπιστολὲς τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου καὶ τὶς διάβασε μὲ ἐπιμέλεια, κατενόησε πλήρως τὸ μεγαλεῖο του ἑνὸς καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ καὶ Δημιουργοῦ ὅλου του κόσμου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὴ σαγήνευσε σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἔχοντας μέσα στὴν ψυχὴ τῆς τὸν θεῖο ἔρωτα, ἐγκατέλειψε τοὺς γονεῖς καὶ τὸ σπίτι της, ὅπου διέμενε, καὶ ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Νυμφίο Χριστὸ γιὰ ὅλη της τὴ ζωή. Γιὰ νὰ μπορέσει ὅμως νὰ φύγει ἀπὸ τὸ σπίτι, ζήτησε μία ἡμέρα ἀπὸ τοὺς γονεῖς της νὰ μεταβεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ γνωρίσει τὰ μέρη ποὺ ὑπάρχουν. 

Ἔτσι ἀφοῦ πῆρε δύο ὑπηρέτες, τὸν Πρωτὰ καὶ τὸν Ὑάκινθο, βγῆκε ἀπὸ τὴν πόλη καὶ μὲ τὴν ἅμαξα ἔφτασε σὲ τόπο, ὅπου οἱ χριστιανοὶ εἶχαν οἰκοδομήσει ἐκκλησία. Τὴ στιγμὴ μάλιστα ἐκείνη ἔλεγαν τὸ γνωστὸ ρητό: «Πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια. Ὁ δὲ Κύριος τους οὐρανοὺς ἐποίησεν». Μόλις ἡ Εὐγενία ἄκουσε αὐτοὺς τοὺς λόγους, μίλησε στοὺς δύο ὑπηρέτες γιὰ τὴν πλάνη τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν, ἐνῶ τοὺς τόνισε τὸ μεγαλεῖο των χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ εἶναι ἐνάρετοι, σώφρονες καὶ ταπεινοί. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τοὺς δήλωσε ὅτι θέλει νὰ γίνει χριστιανή, τοὺς πρότεινε δὲ νὰ ἀσπασθοῦν καὶ ἐκεῖνοι τὴ χριστιανικὴ πίστη, ὥστε νὰ κερδίσουν τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους καὶ νὰ ζοῦν καὶ οἱ τρεῖς ὡς πνευματικὰ ἀδέλφια κάτω ἀπὸ τὴν προστασία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑνὸς καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Οἱ δύο ὑπηρέτες συμφώνησαν νὰ ἀκολουθήσουν τὴ σωτήρια πρόταση τῆς Εὐγενίας καὶ ἀφοῦ προχώρησαν μέσα στὴ νύχτα, ἔφτασαν σὲ τόπο, ὅπου ἡ σεμνὴ καὶ ἐνάρετη κόρη εἶχε ἀκούσει ὅτι ὑπάρχει μοναστήρι, τὸ ὁποῖο βρίσκεται ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ ἐναρέτου ἐπισκόπου Ἔλενου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐνθρονίσει στὴ μονὴ τὸν ἡγούμενο Θεόδωρο. Στὴ μονὴ αὐτὴ δὲν ἐπιτρεπόταν ὅμως νὰ εἰσέλθει γυναίκα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στοὺς δύο ὑπηρέτες νὰ τὴν κουρέψουν καὶ ἀφοῦ βάλει στὴ συνέχεια ἀνδρικὰ ἐνδύματα, νὰ εἰσέλθουν καὶ οἱ τρεῖς στὴ μονή, ὥστε νὰ συναριθμηθοῦν στὴν ἀδελφότητά της. Τότε ὁ Πρωτᾶς καὶ ὁ Ὑάκινθος ἐκτέλεσαν τὴν ἐντολὴ τῆς Εὐγενίας καὶ κατόπιν καὶ οἱ τρεῖς κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ μοναστήρι. 

Στὴ διαδρομὴ συνάντησαν ἕναν ἐπίσκοπο, τὸν ὁποῖο ἀκολουθοῦσε πλῆθος χριστιανῶν. Μάλιστα ἡ Εὐγενία ρώτησε κάποιον, ὀνόματι Εὐτρόπιο, ποιὸς εἶναι ὁ γέροντας ποὺ προηγεῖται μπροστὰ ἀπὸ ὅλους. Τότε πληροφορήθηκε ὅτι εἶναι ὁ ἐπίσκοπος Ἔλενος, ὁ ὁποῖος μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀπέδειξε ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σὲ ἀντίθεση μὲ κάποιον μάντη, ὀνόματι Ζαρέα, ὁ ὁποῖος διακήρυττε ὅτι τὸν ἔστειλε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ διδάξει καὶ νὰ εὐεργετήσει τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ γιὰ νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ μεγαλεῖο του ἀληθινοῦ Θεοῦ, διέταξε ὁ ἐπίσκοπος Ἔλενος νὰ ἀνάψουν μία μεγάλη φωτιὰ καὶ νὰ μποῦν καὶ οἱ δύο μέσα. Ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο θὰ ἔμενε ἄθικτος ἀπὸ τὴ φωτιά, θὰ ἦταν καὶ ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Κυρίου. Ὁ Ζαρέας πρότεινε νὰ μπεῖ πρῶτος ὁ Ἔλενος, ὁ ὁποῖος ἔμεινε σῶος καὶ ἀβλαβὴς γιὰ πολλὴ ὥρα μέσα στὴ φωτιά. Βλέποντας ὅμως ὁ πλανεμένος μάντης τὸ παράδοξο αὐτὸ γεγονός, τρομοκρατήθηκε καὶ προσπάθησε νὰ φύγει. Τότε ὁ κόσμος τὸν ἅρπαξε καὶ τὸν ἔριξε μέσα στὴ φωτιά. Ὅταν ὅμως ἄρχισε νὰ καίγεται, φώναζε κλαίγοντας τόσο πολύ, ὥστε τὸν λυπήθηκε ὁ Ἔλενος καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε μέσα ἀπὸ τὴ φωτιὰ μισοπεθαμένο, τὸν ἔδιωξε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. 

Ἀκούγοντας ἡ Εὐγενία ἀπὸ τὸν Εὐτρόπιο αὐτὴ τὴ διήγηση, ἐντυπωσιάσθηκε τόσο πολύ, ὥστε τὸν παρακάλεσε νὰ μιλήσει στὸν ἐνάρετο ἐπίσκοπο ὅτι ἐπιθυμεῖ τόσο ἐκείνη ὅσο καὶ οἱ δύο συνακόλουθοί της νὰ γίνουν μοναχοί. Τότε ὁ Εὐτρόπιος ὑποσχέθηκε νὰ μιλήσει στὸν Ἔλενο, ἀλλὰ ἀργότερα, διότι εἶναι κουρασμένος καὶ θέλει νὰ ἀναπαυθεῖ. Ὁ ἐπίσκοπος ὅμως εἶδε στὸν ὕπνο τοῦ γλυπτὸ εἴδωλο γυναίκας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀντικείμενο λατρείας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ὁ Ἔλενος ἀπευθυνόμενος μὲ θλίψη στὸ εἴδωλο, τὸ ρώτησε γιατί δέχεται νὰ τὸ λατρεύουν οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ἡ γυναίκα ποὺ λατρευόταν ὡς θεά, πλησίασε τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ δήλωσε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ κοντά του, μέχρι νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν Δημιουργό της. Μόλις ξύπνησε ὁ Ἔλενος, ἔμεινε ἐκστατικὸς ἀπὸ τὸ ὄνειρο. Κατενόησε ὅμως πλήρως τὴ σημασία του, ὅταν ὁ Εὐτρόπιος τοῦ εἶπε ὅτι τρεῖς ἄνδρες ποὺ εἶναι ἀδέλφια, ἀρνήθηκαν τὴν εἰδωλολατρικὴ πίστη καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ βαπτισθοῦν καὶ νὰ γίνουν μοναχοὶ σ’ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, μὲ τὴν παράκληση ὅμως νὰ μείνουν καὶ οἱ τρεῖς μαζί. 

Μόλις ἐμφανίσθηκαν ἐνώπιόν του ἐπισκόπου, ἡ Εὐγενία τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι τρία ἀδέλφια κατὰ σάρκα ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ τὰ ὀνόματά τους εἶναι Εὐγένιος, Πρωτᾶς καὶ Ὑάκινθος. Τότε ὁ Ἔλενος ἀπευθυνόμενος στὴν Εὐγενία τῆς εἶπε ὅτι ὀρθὰ ὀνομάσθηκε Εὐγένιος, διότι ἔχει ἀνδρικὸ φρόνημα, παρόλο ποὺ ἔχει γυναικεία φύση. Μάλιστα γιὰ τὴν ἀγάπη Τοῦ ἄλλαξε σχῆμα καὶ ὄνομα καὶ φαίνεται ἄνδρας, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα εἶναι γυναίκα. Αὐτὸ βεβαίως τὸ γνωρίζει, διότι τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος βλέπει τὴν καθαρότητα καὶ ἁγνότητα τῆς ψυχῆς της, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐνάρετη κόρη ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει μέσα στὴν πνευματικὴ ἀγαλλίαση τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὁ ἐπίσκοπος ἀπευθύνθηκε καὶ στοὺς δύο συνακολούθους της Εὐγενίας, τὸν Πρωτὰ καὶ τὸν Ὑάκινθο, καὶ τοὺς εἶπε ὅτι ὁ Κύριος του ἀποκάλυψε ὅτι παρόλο ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι ὑπηρέτες, εἶναι ἐλεύθεροι στὴ σκέψη καὶ τὴν ψυχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν τοὺς θεωρεῖ δούλους, ἀλλὰ φίλους, ἀφοῦ δὲν ἐμπόδισαν τὴν Εὐγενία στὴν πραγματοποίηση τῆς ἀφιερώσεώς της στὸν Θεὸ καὶ μάλιστα τὴ συνόδευσαν μὲ προθυμία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ ὁδηγήσει καὶ τοὺς τρεῖς μέσα στὴν ἄφθαστη χαρὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Κατόπιν ὁ Ἔλενος βάπτισε καὶ τοὺς τρεῖς καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔκειρε μοναχούς, τοὺς συναρίθμησε στὴν ἀδελφότητα τῆς μονῆς. 

Στὸ μεταξὺ μόλις ἐπέστρεψε ἡ ἅμαξα στὸ σπίτι τῆς Εὐγενίας, βγῆκαν ὅλοι οἱ ὑπηρέτες καὶ οἱ συγγενεῖς νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Ὅταν ὅμως ἀνέβηκαν στὴν ἅμαξα, εἶδαν ὅτι ἡ σεμνὴ καὶ ἐνάρετη κόρη τοῦ Φιλίππου καὶ τῆς Κλαυδίας δὲν ὑπῆρχε. Τότε οἱ γονεῖς καὶ τὰ ἀδέλφια της, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ δοῦλοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε γοερῶς, νὰ χτυποῦν τὰ στήθη τους καὶ νὰ φωνάζουν δυνατά, ἐπειδὴ εἶχαν χάσει τὴν πολυαγαπημένη τοὺς Εὐγενία. Μάλιστα ἐπιστρατεύτηκαν ἄνθρωποι γιὰ νὰ ψάξουν νὰ τὴ βροῦν καὶ ρώτησαν ἀκόμη καὶ γεωργούς, μάντεις καὶ ἐμπόρους, ἀλλὰ ὅλες οἱ προσπάθειες ἀπέβησαν ἄκαρπες. Τότε ὁ Φίλιππος ζήτησε ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων νὰ παρακαλέσουν τοὺς πατρώους θεούς, ὥστε νὰ βρεθεῖ ἡ χαμένη κόρη του, ὑποσχόμενος νὰ τοὺς δώσει πλούσια δῶρα. Σὲ περίπτωση ὅμως ποὺ δὲν τοῦ ἀποκαλύψουν τὸν τόπο, ὅπου βρίσκεται ἡ Εὐγενία, θὰ θανατωθοῦν ἀνηλεῶς. Ἐκεῖνοι ὅμως γιὰ νὰ σώσουν τὴ ζωή τους, συμφώνησαν μεταξύ τους καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι οἱ θεοὶ ὀρεγόμενοι τὴν ὀμορφιά της, τὴν ἅρπαξαν στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν ἔκαναν θεά. Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ πατέρας της, ἔδωσε τὴ διαταγὴ νὰ τῆς κατασκευάσουν χρυσὸ ἄγαλμα καὶ νὰ τὴ λατρεύουν ὡς θεά. 

Στὸ μοναστήρι ὅμως, ὅπου μόναζε ἡ Εὐγενία, ἡ πανεύφημος αὐτὴ νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ἀναδείχθηκε μὲ τοὺς σκληροὺς ἀσκητικούς της ἀγῶνες, τὴν ἀξιομνημόνευτη ὑπακοή, τὴν ἄκρα ταπείνωση καὶ τὴν καθημερινὴ συμμετοχή της στὶς ἀκολουθίες τῆς μονῆς «καλλονὴ ἀσκητριῶν», κατέστη δὲ ὁλόλαμπρο παράδειγμα πρὸς μίμηση τῶν συμμοναστῶν της. Γιὰ τὶς πολλές της ἀρετὲς ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θαυματουργεῖ ἀδιαλείπτως στοὺς ἀσθενεῖς ποὺ προσέρχονταν στὴ μονὴ γιὰ τὴν ἴαση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός τους. Μετὰ ὅμως ἀπὸ τρία ἔτη παραμονῆς της στὴ μονή, ἐκοιμήθη ὁ ἡγούμενος Θεόδωρος καὶ τότε ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἐκτιμώντας τὴν ἐνάρετη βιοτὴ καὶ τὶς πάμπολλες ἀρετές της καὶ μὴ γνωρίζοντας βέβαια ὅτι πρόκειται γιὰ γυναίκα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ ὄνομα Εὐγένιος, ἄρχισαν νὰ τὴν παρακαλοῦν νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς. Ἐκείνη ὅμως φοβόταν νὰ ἀναλάβει τέτοιο ὑψηλὸ ἀξίωμα, δεδομένου ὅτι ἦταν γυναίκα. Τὴ λύση τὴ βρῆκε ὅμως μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ Κυρίου στοὺς Ἀποστόλους : «εἰ τὶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος εἴς σᾶς, ἃς γίνη μικρότερος καὶ πάντων διάκονος». Ἔτσι δέχθηκε νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς, ἐκτελώντας τὰ εὐτελέστερα διακονήματα μαζὶ μὲ τοὺς ἀσκητικούς της ἀγῶνες καὶ τὰ διάφορα ἀνδραγαθήματα. 

Στὴν Ἀλεξάνδρεια ζοῦσε ὅμως καὶ μία πλούσια γυναίκα, ὀνόματι Μελανθία, ἡ ὁποία ἦταν πονηρὴ καὶ ἄσεμνη. Κάποια στιγμὴ ἀρρώστησε βαριὰ καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ τὴ θεραπεύσει ὁ ἐνάρετος ἡγούμενος Εὐγένιος. Μόλις ἔφτασε ἐκεῖ καὶ ἀφοῦ ἄλειψε τὴ Μελανθία μὲ λάδι, θεραπεύτηκε ἀμέσως. Γιὰ τὴν εὐεργεσία αὐτὴ ἡ θεραπευθεῖσα γυναίκα ἀπέστειλε στὴ μονὴ χρυσὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἡ πανάμωμος Εὐγενία τῆς τὰ ἐπέστρεψε, ὑποδεικνύοντάς της νὰ τὰ διανείμει στοὺς φτωχούς. Ἀλλὰ ἡ Μελανθία τὴν παρακάλεσε νὰ δεχθεῖ τὰ δῶρα της, ἔκτοτε δὲ ἄρχισε νὰ συχνάζει στὸ μοναστήρι καὶ νὰ συναντᾶ τὸν ἀγαπημένο τῆς ἡγούμενο. Ὅμως ἡ πολλή της ἀγάπη καὶ ἐκτίμηση πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Εὐγενίας, τὴν ὁποία θεωροῦσε ὅτι εἶναι ἄνδρας, μεταβλήθηκε σὲ σαρκικὸ ἔρωτα λόγω τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς νεότητος τῆς παναμώμου νύμφης τοῦ Ὑψίστου. Ἔτσι προσποιήθηκε ὅτι εἶναι καὶ πάλι ἀσθενὴς καὶ ἔστειλε ἄνθρωπο νὰ εἰδοποιήσει τὸν ἡγούμενο νὰ πάει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ στὸ σπίτι της. Ὅταν ἡ Εὐγενία μπῆκε στὸ δωμάτιο τῆς δῆθεν ἀσθενοῦς, ἡ Μελανθία ἔδιωξε ὅλους τους ὑπηρέτες. Κατόπιν ἀποκάλυψε στὸν ἡγούμενο ὅτι εἶναι πολὺ ἐρωτευμένη μαζί του καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ τὸν παντρευτεῖ, τοῦ ὑποσχέθηκε δὲ νὰ τὸν καταστήσει κυρίαρχο ὁλόκληρής της περιουσίας της. Τότε ἡ Εὐγενία τῆς ἀπάντησε ἐξοργισμένη ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ μολύνει τὴν παρθενία της καὶ ὁ πλοῦτος τῆς εἶναι τὰ οὐράνια ἀγαθά, ἀφοῦ εἶναι νυμφευμένη μὲ τὸν Οὐράνιο Νυμφίο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ἡ μιαρὴ Μελανθία θύμωσε, ἀλλὰ καὶ φοβήθηκε μήπως καὶ διασυρθεῖ τὸ ὄνομά της. Γι’ αὐτὸ καὶ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ συκοφάντησε στὸν ἔπαρχο Φίλιππο τὸν ἡγούμενο Εὐγένιο ὡς ἀσελγῆ. Συγκεκριμένα τοῦ εἶπε ὅτι ἕνας ὄμορφος, ἀλλὰ ἄσεμνος νεαρός, προσποιούμενος μάλιστα ὅτι εἶναι καὶ εὐλαβὴς χριστιανός, τὴν πλησίασε καὶ ἀφοῦ τῆς εἶπε ἀρχικὰ μιαρὰ λόγια, προσπάθησε νὰ τὴ βιάσει, εὐτυχῶς ὅμως ποὺ φώναξε μία ὑπηρέτρια καὶ ἔτσι σώθηκε. Ὁ ἔπαρχος Φίλιππος ἐξαγριώθηκε, ἀκούγοντας αὐτὸ τὸ ἀνοσιούργημα, καὶ διέταξε νὰ φέρουν δεμένους τόσο τὸν ἡγούμενο ὅσο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀδελφούς της μονῆς ποὺ ἀνέρχονταν σὲ τριακόσιους. Κατόπιν τοὺς ὁδήγησε ὅλους στὴ φυλακὴ μέχρι νὰ ἀποφασίσει τὴ θανάτωσή τους. 

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διαδόθηκε ταχύτατα στὴν πόλη καὶ τὴ γύρω περιοχὴ καὶ πλῆθος ἀνδρῶν καὶ γυναικὼν συγκεντρώθηκε στὴν ἀγορὰ τὴν ἡμέρα τῆς θανατικῆς καταδίκης, φωνάζοντας ὅτι ὁ ἁλυσοδεμένος ἡγούμενος Εὐγένιος πρέπει νὰ θανατωθεῖ καὶ μάλιστα μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀπευθυνόμενος ὁ ἔπαρχος στὴν Εὐγενία τὴν ἐπέπληξε αὐστηρότατα γιὰ τὴν πονηρὴ καὶ ἀναίσχυντη συμπεριφορὰ τῆς ἀπέναντί σε μία εὐγενικὴ καὶ συνετὴ ἄρρωστη γυναίκα, ὅπως ἦταν ἡ Μελανθία. Τότε ἡ Εὐγενία τοῦ ἀπάντησε ἐξοργισμένη ὅτι ὁ Θεὸς τὴν πρόσταξε νὰ κάνει ὑψηλὰ πράγματα, μεταξὺ δὲ ἄλλων νὰ διατηρήσει ἄσπιλη τὴν παρθενία της. Τοῦ τόνισε ἐπίσης ὅτι ἐὰν θέλει νὰ εἶναι δίκαιος, θὰ πρέπει νὰ ἀκούσει καὶ τὶς δύο πλευρὲς γιὰ νὰ μὴν καταλήγει σὲ λανθασμένα συμπεράσματα καὶ πέφτει σὲ κατάκριση. Στὴν περίπτωση δὲ ποὺ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὁ ἡγούμενος ἔφταιξε, νὰ ὑποστεῖ καὶ τὴν πρέπουσα τιμωρία, ἐὰν ὅμως τὸ φταίξιμο εἶναι στὴ Μελανθία, τότε νὰ μὴν τιμωρηθεῖ, διότι ὁ Χριστὸς διδάσκει νὰ μὴν ἀνταποδίδουμε τὸ κακὸ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ τοὺς εὐεργετοῦμε. Τότε ὁ ἔπαρχος συμφώνησε νὰ ἀκούσει καὶ τὶς δύο πλευρές. Κατόπιν ἡ Εὐγενία ἀπευθύνθηκε στὴ Μελανθία, ἐπιπλήττοντας τὴν γιὰ τὸ ὅτι τολμᾶ καὶ λέει ψέματα ἐνώπιόν του Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν παντελῆ ἔλλειψη συνείδησης, ἀφοῦ ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει νὰ τιμωροῦνται οἱ ἀθῶοι. Ἡ μιαρὴ καὶ ἄσεμνη ὅμως γυναίκα δὲν ἔδειξε καμία μεταμέλεια καὶ μάλιστα ἔφερε καὶ μία ὑπηρέτρια ὡς αὐτόπτη μάρτυρα γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὶς ἀνυπόστατες κατηγορίες. Τότε ὁ ἔπαρχος ἐξοργισμένος ρώτησε τὴν Εὐγενία τί ἔχει νὰ ἀπαντήσει σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς κατηγορίες. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ ποὺ τίθετο πλέον σὲ κίνδυνο ἡ ζωὴ ὅλων των ἀδελφῶν της μονῆς, ἀφοῦ ἔβλεπε ἡ Εὐγενία ὅτι ὅλοι ἔτειναν νὰ πιστέψουν τὶς συκοφαντίες τῆς Μελανθίας, ἀποφάσισε νὰ ἀποκαλύψει ἐπιτέλους τὴν ἀλήθεια. Ἔτσι ἀφοῦ δήλωσε ὅτι παρόλο ποὺ ἡ ἀρχική της πρόθεση ἦταν νὰ ὑπομείνει μέχρι τέλους αὐτὸν τὸν φοβερὸ πειρασμό, θὰ ἀποκαλύψει αὐτὸ ποὺ γνωρίζει μόνο ὁ Κύριος, προκειμένου νὰ μὴν ντροπιάσει τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἔτσι ἀποκάλυψε ὅτι εἶναι γυναίκα, ἀλλὰ ἐνδύθηκε μὲ ἀνδρικὴ ἀμφίεση, μιμούμενη τὶς γυναῖκες ποὺ ὑπερέβησαν τὴ γυναικεία φύση γιὰ νὰ καταπολεμήσουν τοὺς δαιμονικοὺς πειρασμούς. Μάλιστα γιὰ νὰ γίνει ἀπόλυτα πιστευτῆ, ἔσχισε τὸ ἀνδρικὸ ἔνδυμα μέχρι τὴ μέση γιὰ νὰ δοῦν ὅλοι ὁλοφάνερα τὴ γυναικεία της φύση. Στὴ συνέχεια ἀπευθυνόμενη στὸν Φίλιππό του εἶπε ὅτι εἶναι ἡ κόρη του, ἡ Εὐγενία, ἡ δὲ σύζυγός του, ἡ Κλαυδία, εἶναι ἡ μητέρα της. 

Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς φοβερῆς καὶ ἀπρόσμενης ἀποκάλυψης ὅλοι σκίρτησαν ἀπὸ ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση καὶ ἀνεφώνησαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἕνας καὶ ἀληθινὸς Θεὸς σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν ψεύτικων εἰδωλολατρικῶν θεῶν ποὺ διακήρυτταν ὅτι ἡ Εὐγενία ἁρπάχθηκε ἀπὸ τοὺς πατρώους θεούς. Μάλιστα ὁ ἔπαρχος Φίλιππος ἕντυσε τὴν κόρη του μὲ λαμπρὰ στολὴ καὶ τὴν ἀνέβασε σὲ ὑψηλὸ θρόνο γιὰ νὰ τὴ δοῦν καὶ νὰ τὴ χαροῦν ὅλοι. Κατόπιν βαπτίσθηκε χριστιανὸς ὁ ἴδιος καὶ ἔδωσε τὴ διαταγὴ οἱ χριστιανοὶ νὰ κατοικοῦν μέσα στὴν πόλη καὶ νὰ λατρεύουν ἐλεύθερα τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό. Μάλιστα ἡ διαταγὴ αὐτὴ τοῦ ἐπάρχου ἐπικυρώθηκε ἐπισήμως καὶ ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς Σεβῆρο καὶ Ἀντωνίνο. 

Κάποιοι ὅμως εἰδωλολάτρες ἐνημέρωσαν τοὺς βασιλεῖς ὅτι στὴν Ἀλεξάνδρεια κινδυνεύει νὰ ἐξαφανισθεῖ ἡ λατρεία τῶν προγονικῶν θεῶν, διότι ὁ ἔπαρχος Φίλιππος ἐγκατέλειψε τὴν πατρώα πίστη καὶ λατρεύει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σταυρώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Ἐπιπλέον ἀποδίδει περισσότερη τιμὴ στοὺς χριστιανοὺς σὲ σύγκριση μὲ ἐκείνους ποὺ λατρεύουν τοὺς προγονικοὺς θεούς. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἐστάλη ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς ἐπιστολὴ στὸν Φίλιππο, στὴν ὁποία τὸν προειδοποίησαν ὅτι ἐὰν δὲν συνεχίσει νὰ λατρεύει τοὺς θεούς, θὰ χάσει τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν περιουσία του. Τότε ὁ χριστιανὸς πλέον ἔπαρχος προσποιήθηκε ὅτι εἶναι ἄρρωστος καὶ ἀφοῦ πούλησε ὅλη του τὴν περιουσία, μοίρασε τὰ μισὰ χρήματα σὲ ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια, ἐνῶ τὰ ἄλλα μισά τα διένειμε στοὺς φτωχούς. Κατόπιν χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία ὅλου του λαοῦ τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἀφοῦ εἶχε καταστεῖ ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ διέθετε ἐπιμελημένη ἑλληνικὴ παιδεία. Ὡς ἐπίσκοπος διέλαμψε γιὰ ἕνα ἔτος καὶ τρεῖς μῆνες, διότι πληροφορούμενοι οἱ βασιλεῖς τὰ γενόμενα, ἔστειλαν στὴ θέση τοῦ τὸν ἔπαρχο Τερέντιο καὶ τὸν διέταξαν νὰ φονεύσει τὸν Φίλιππο μὲ μυστικὸ καὶ δόλιο τρόπο. Ἔτσι ὁ νέος εἰδωλολάτρης ἔπαρχος δωροδόκησε κάποιους ἀνθρώπους γιὰ νὰ προσποιηθοῦν ὅτι εἶναι χριστιανοὶ καὶ νὰ φονεύσουν τὸν Φίλιππο, τὸν ὁποῖο καὶ κατέσφαξαν τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν. Παρόλα αὐτὰ ἔζησε τρεῖς ἡμέρες, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ στερεώσει τὴν πίστη στοὺς νεοφώτιστους χριστιανούς, κατόπιν δὲ παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν δικαιοκρίτη Ὕψιστο. Ἐνταφιάσθηκε σὲ μία ἐκκλησία ἐντός της πόλεως, τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ ἴδιος, ἐνῶ ἡ σύζυγός του, ἡ Κλαυδία, ἀνήγειρε ἐκεῖ κοντὰ πανδοχεῖο γιὰ τὴν ἀνάρρωση τῶν ἀσθενῶν καὶ τὴ φιλοξενία τῶν ξένων. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Φιλίππου ἡ Κλαυδία μαζὶ μὲ τὴν Εὐγενία καὶ τὰ δύο ἀδέλφια της, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο πιστοὺς ὑπηρέτες, τὸν Πρωτὰ καὶ τὸν Ὑάκινθο, ἐπέστρεψαν στὴ Ρώμη, ὅπου οἱ Ρωμαῖοι ἐξέλεξαν τὸν μὲν Ἀβίτα ἀνθύπατο Καρθαγένης, τὸν δὲ Σέργιο βικάριο τῆς Ἀφρικῆς. Ἡ Εὐγενία μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της, τὴν Κλαυδία, καὶ τοὺς δύο ὑπηρέτες παρέμειναν στὸ σπίτι τους, διάγοντας τὸν βίο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Μάλιστα ἡ πανάμωμος καὶ πανσεμνὸς Εὐγενία νουθετοῦσε τὶς κόρες τῶν ἀρχόντων τῆς πόλεως, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν θεοσέβεια καὶ νὰ διατηρήσουν τὴν παρθενία τους. 

Τὴν ἐποχὴ ὅμως αὐτὴ ζοῦσε στὴ Ρώμη μία νεαρὴ καὶ ὄμορφη κοπέλα μὲ βασιλικὴ καταγωγή, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν Βασίλα καὶ εἶχε μνηστευτεῖ μὲ τὸν ἐξέχοντα ἄρχοντα Πομπήιο. Ἡ Βασίλα ἐπιθυμοῦσε ὅμως διακαῶς νὰ γνωρίζει ἀπὸ κοντὰ τὴν Εὐγενία γιὰ νὰ γίνει χριστιανή, ἀλλὰ οἱ συγγενεῖς της δὲν τῆς ἐπέτρεπαν νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, μέχρι νὰ παντρευτεῖ. Τότε ἐκείνη ἔστειλε μὲ τὸν ὑπηρέτη Πορθμέα ἕνα γράμμα στὴν Εὐγενία, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὴν παρακαλοῦσε θερμὰ νὰ τῆς ἀποστείλει τὶς ἀρχὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ἡ Εὐγενία ἀπέστειλε τότε στὴ Βασίλα γιὰ νὰ καθοδηγηθεῖ πνευματικὰ καὶ νὰ διδαχθεῖ τὴν ἀμώμητο χριστιανικὴ πίστη τὸν Πρωτὰ καὶ τὸν Ὑάκινθο, τοὺς ὁποίους ὑποδέχθηκε μὲ ἰδιαίτερη χαρά, ἐνῶ τοὺς τίμησε ὡς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ. Τὸ εὐφρόσυνο αὐτὸ γεγονὸς πληροφορήθηκε ὁ ἐπίσκοπός της Ρώμης Κορνήλιος, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε μία νύχτα νὰ τὴ βαπτίσει κρυφὰ χριστιανή. Ἔκτοτε ἡ Εὐγενία καὶ ἡ Βασίλα συνδέθηκαν μεταξύ τους πνευματικὰ μὲ μοναδικὸ πρόσωπο ἀναφορᾶς τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστό, παρόλο ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ συναντηθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν ἀπὸ κοντά. 

Τὴν ἐποχὴ ὅμως ἐκείνη (253-260μ.Χ.) βασίλευαν στὴ Ρώμη οἱ αὐτοκράτορες Βαλλεριανὸς καὶ Γαλλιηνὸς καὶ μὲ τὴν ἀνάρρησή τους στὴν ἐξουσία ξεκίνησαν ἕναν ἀδυσώπητο διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὁ ἐπίσκοπος Κορνήλιος δὲν τολμοῦσε νὰ παρουσιασθεῖ πουθενά. Ἔβγαινε μόνο κρυφὰ γιὰ νὰ κοινωνήσει τὴ Βασίλα καὶ τὴν Εὐγενία, οἱ ὁποῖες κατόρθωσαν κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπικίνδυνες συνθῆκες γιὰ τὴ ζωή τους νὰ συναντηθοῦν ἐπιτέλους καὶ νὰ συνομιλήσουν. Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ἔνδοξο καλλιπάρθενο Εὐγενία ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὅτι τῆς ἔχει ἑτοιμάσει δύο στεφάνια, τὸ ἕνα γιὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες καὶ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸ ἄλλο γιὰ τὸν θάνατο ποὺ θὰ λάβει χώρα στὴ Ρώμη γιὰ τὴν ἀγάπη Του. 

Στὸ μεταξὺ μία ὑπηρέτρια τῆς Βασίλας ἐνημέρωσε τὸν ἀρραβωνιαστικό της, τὸν Πομπήιο, ὅτι ἡ μνηστὴ τοῦ ἔγινε χριστιανὴ καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναέρθει στὸ σπίτι του. Τότε ὁ Πομπήιος θύμωσε πολὺ καὶ πῆγε στὸν θεῖο τῆς Βασίλας γιὰ νὰ τοῦ πεῖ νὰ ἐπισπευθεῖ ὁ γάμος του. Ὁ θεῖος τῆς ὅμως τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἡ ἀνιψιὰ τοῦ εἶναι πλέον ἐνήλικη καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς ἀποφασίζει ἡ ἴδια. Κατόπιν ὁ ἐξαγριωμένος ἀρραβωνιαστικὸς πῆγε στὸ σπίτι τῆς Βασίλας, ἀλλὰ ἐκείνη τὸν ἐνημέρωσε μέσω τῆς ὑπηρέτριάς της ὅτι πρέπει νὰ φύγει, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ παντρευτεῖ, ἀλλὰ θέλει νὰ μείνει παρθένος σὲ ὅλη της τὴ ζωή. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ἐξαγριώθηκε τόσο πολὺ ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας, ὥστε μαζὶ μὲ τοὺς συμβούλους τοῦ πῆγε στοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς ἐπεσήμανε τὸν μεγάλο κίνδυνο ποὺ διατρέχει αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἡ Ρώμη ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, ἀφοῦ περιφρονοῦν ὄχι μόνο τὴν πίστη τῶν πατρώων θεῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς βασιλικοὺς νόμους, φτάνουν δὲ ἀκόμη καὶ στὸ σημεῖο νὰ διαλύουν καὶ τοὺς γάμους. Τότε δόθηκε ἡ διαταγὴ καὶ μάλιστα γραπτῶς ποὺ διαμήνυε ὅτι ἢ ἡ Βασίλα θὰ παντρευόταν τὸν Πομπήιο ἢ θὰ ὁδηγεῖτο στὸν θάνατο, ἡ δὲ Εὐγενία ἢ θὰ θυσίαζε στοὺς προγονικοὺς θεοὺς ἢ θὰ θανατωθεῖ, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ὅταν ὅμως ἄκουσε ἡ Βασίλα αὐτὴ τὴ διαταγή, δήλωσε μὲ παρρησία ὅτι νυμφεύτηκε τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ σχέση μὲ φθαρτοὺς ἀνθρώπους. Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ὁμολογία πίστεως τὴν ὁδήγησε στὴ δὶ’ ἀποκεφαλισμοῦ μαρτυρική της τελείωση. 

Κατόπιν οἱ δήμιοι ὁδήγησαν μὲ βιαιότητα τὸν Πρωτὰ καὶ τὸν Ὑάκινθο στὸ ναὸ τοῦ θεοῦ Δία γιὰ νὰ προσφέρουν θυσία. Ἐκεῖ ὅμως οἱ πιστοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ἄρχισαν νὰ προσεύχονται στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος συνέτριψε τὸ εἰδωλολατρικὸ εἴδωλο ποὺ βρισκόταν μπροστά τους. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξόργισε τόσο πολὺ τὸν ἔπαρχο τῆς Ρώμης Νικίτιο, ὥστε τοὺς ἀποκεφάλισε. Στὴ συνέχεια ὁ εἰδωλολάτρης ἔπαρχος ἀπευθυνόμενος στὴν Εὐγενία, τὴ ρώτησε ποῦ ἔμαθε τὴν τέχνη τῆς μαγείας, μὲ τὴν ὁποία ἐξουσιάζει τοὺς μεγάλους θεούς. Ἀλλὰ ἡ πανσεμνὸς νύμφη τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὰ πάντα γίνονται μὲ τὴν παντοδυναμία καὶ τὴ χάρη τοῦ ἑνὸς καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τότε κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπάρχου ὁδηγήθηκε μὲ τὴ συνοδεία ἑνὸς δημίου στὸν ναὸ τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος γιὰ νὰ προσκυνήσει τὰ ψεύτικα εἴδωλα. Ὅταν ὅμως μπῆκε ἡ Εὐγενία στὸν ναό, προσευχήθηκε στὸν αἰώνιο καὶ παντοδύναμο Θεὸ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπακολουθήσει ἰσχυρὸς σεισμός, νὰ πέσει ὅλος ὁ ναὸς καὶ νὰ συντριβεῖ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος. Τὸ παράδοξο αὐτὸ γεγονὸς προκάλεσε θαυμασμὸ καὶ πολλοὶ πίστεψαν ὅτι ἦταν θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ δὲν ἔλειψαν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίστηκαν ὅτι πρόκειται γιὰ μαγεία. 

Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ αὐτοκράτορας τὰ γενόμενα, διέταξε νὰ δέσουν μία μεγάλη πέτρα στὸν τράχηλο τῆς Εὐγενίας καὶ νὰ τὴ ρίξουν στὸν βυθὸ τοῦ ποταμοῦ Τίβερη. Ἡ πέτρα ὅμως λύθηκε καὶ ἡ πανάμωμος κόρη περπατοῦσε μὲ ἀσφάλεια πάνω στὸ νερό. Κατόπιν τὴν ἔριξαν σὲ ἀναμμένο καμίνι, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγῆκε σώα καὶ ἀβλαβής. Ἀλλὰ καὶ στὴ σκοτεινὴ φυλακὴ ποὺ τὴν ἔκλεισαν, πιστεύοντας ὅτι θὰ ἀποβιώσει ἀπὸ τὴν πείνα, ἐπέζησε, ἀφοῦ οἱ Ἄγγελοι τῆς ἔδιναν καθημερινὰ οὐράνια τροφή, ἐνῶ εἶχε τὴν ξεχωριστὴ εὐλογία νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἀγγέλων. Ἀξιοσημείωτο εἶναι μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν εὐλογημένη καὶ πανευφρόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ ἔνδοξος ὀσιοπαρθενομάρτυς Ἁγία Εὐγενία, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε «τῶν σεπτῶν καὶ ὁσίων ἀθληφόρων τὸ ἀγλάισμα» καὶ «τῶν στερροψύχων ἀθλητριῶν τὸ σέμνωμα», κατεσφάγη ἀπὸ τὸν δήμιο καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς. Τὸ ἱερό της λείψανο ἐνταφίασαν ἡ μητέρα της, ἡ Κλαυδία, καὶ τὰ δύο ἀδέλφιά της σ’ ἕναν ἀγρὸ ἔξω ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἡ Εὐγενία ὅμως γιὰ νὰ παρηγορήσει τὴ μητέρα της ποὺ ἔκλαιγε διαρκῶς πάνω ἀπὸ τὸν τάφο της, τῆς παρουσιάσθηκε στὸν ὕπνο καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι βρίσκεται σὲ μεγάλη πνευματικὴ ἀγαλλίαση μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της καὶ τοὺς ἄλλους χριστιανούς. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ κλαίει καὶ νὰ στεναχωριέται. 

Οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες, τὸ ἀνδρεῖο φρόνημα, οἱ πάμπολλες ἀρετὲς καὶ τὸ ἔνδοξο μαρτύριο τῆς Ἁγίας Εὐγενίας ὑμνοῦνται καὶ γεραίρονται καὶ μέσα ἀπὸ τὴν πλούσια ὑμνογραφία ποὺ συντάχθηκε πρὸς τιμήν της, τόσο ἀπὸ τὸν Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Γεράσιμο Μοναχὸ τὸν Μικραγιαννανίτη, ὁ ὁποῖος ἐποίησε Ἀκολουθία, Παρακλητικὸ Κανόνα καὶ Χαιρετιστηρίους Οἴκους στὴν Ἁγία ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Μέγα Ὑμνογράφο τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, Δρ. Χαραλάμπη Μ. Μπούσια, ὁ ὁποῖος συνέταξε Ἀκολουθία καὶ Παρακλητικὸ Κανόνα πρὸς τιμήν της. Ἀλλὰ καὶ ἡ εὐσέβεια τοῦ ὀρθόδοξου ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀνήγειρε ἱεροὺς ναοὺς ἐπ’ ὀνόματί της. Ἔτσι στὸν εὐρύτερο ἑλλαδικὸ χῶρο ναοὶ (ἐξωκκλήσια-παρεκκλήσια) ἀφιερωμένοι στὴν Ἁγία Εὐγενία ἔχουν καταγραφεῖ στὶς περιοχὲς Ἐπισκοπῆ τῆς Ὕδρας καὶ Λαγκάδες τῆς Τήνου, στὰ χωριὰ Ἄνω Μερὰ τῆς Μυκόνου καὶ Καμπιὰ τῆς Χίου, καθὼς καὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ραφαὴλ Θερμῆς Λέσβου. Ἀξιομνημόνευτη εἶναι καὶ ἡ ἱστορηθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Φώτη Κόντογλου εἰκόνα τῆς Ἁγίας, ἡ ὁποία κοσμεῖ τὸ τέμπλο τοῦ μεγαλοπρεποῦς Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Εἰσοδίων Θεοτόκου (Παναγίας Ὁδηγήτριας) Κιμώλου.

Στὴ σημερινὴ ἀλλοπρόσαλλη κοινωνία τοῦ 21ου αἰώνα, ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ ἐλευθερία τῶν ἠθῶν καὶ ἡ ἔλλειψη ἐγκράτειας καὶ σωφροσύνης, προβάλλει ἡ Ἁγία Εὐγενία, ἡ καλλιπάρθενος καὶ πανσεμνὸς αὐτὴ νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ἡ «ἀνδροπρεπῶς ἀσκήσασα καὶ πλάνου τεχνάσματα φυγοῦσα τὴ θεία συνεργεῖα» ὡς ὁλόλαμπρο παράδειγμα ἐναρέτου βιοτής, ἄκρας ταπεινώσεως καὶ ἀπολύτου ἀφοσιώσεως στὸν Νυμφίο Χριστό. Ἃς ἐπικαλεστοῦμε λοιπὸν τὶς πρεσβεῖες της καὶ ἃς μιμηθοῦμε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη της στὸν Κύριο, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς τῆς πνευματικῆς ἐκείνης χαρᾶς ποὺ βίωσε καὶ βιώνει μέχρι σήμερα ἥ «της χαρᾶς οὐρανῶν ἀεὶ κατατρυφώσα» Ἁγία Εὐγενία.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία

  • Ὁ κατὰ πλάτος βίος τῆς Ἁγίας ἐνδόξου ὀσιοπαρθενομάρτυρος Εὐγενίας, Ἰωακεὶμ Μοναχοῦ «Δέκα Μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου», Ἅγιον Ὅρος 1980.

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *