ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ

2017-04-23_142534Διδαχὴ τὴν Κυριακή του Ἀντίπασχα γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ

«Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»  (Ἰω. 20, 29)

«ΜΑΚΑΡΙΟΙ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν χωρὶς νὰ μ’ ἔχουν δεῖ». Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε ὁ Κύριος στὸν πιστὸ μαθητή Του, ποὺ ἀρνήθηκε νὰ πιστέψει στὴν ἀνάστασή Του, ὅταν οἱ ἀδελφοί του, οἱ ἀπόστολοι, τοῦ τὴ γνωστοποίησαν. Αὐτὰ τὰ Λόγια εἶπε ὁ Κύριος στὸν μαθητή Του, ποὺ εἶχε δηλώσει ὅτι δὲν θὰ πίστευε στὴν ἀνάστασή Του, ὥσπου νὰ βεβαιωνόταν μὲ τὶς αἰσθήσεις τοῦ γι’ αὐτὸ τὸ τόσο θαυμαστὸ καὶ τόσο σημαντικὸ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα γεγονός. «Εἴδαμε τὸν Κύριο μὲ τὰ μάτια μας!» (Ἰω. 20, 25), ἔλεγαν μὲ χαρὰ στὸν ἅγιο Θωμὰ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, στοὺς ὁποίους ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος τὴν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεώς Του, ὅταν βράδιασε. Οἱ μαθητὲς ἦταν συγκεντρωμένοι σ’ ἕνα σπίτι μὲ κλειδωμένες τὶς πόρτες, ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ μόλις εἶχαν διαπράξει τὴ θεοκτονία κι ἔπαιρναν ἤδη μέτρα ἐναντίον τῆς προαναγγελμένης ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ (Βλ. Ἰω. 20, 19). Ὁ Κύριος εἶχε μπεῖ στὸ σπίτι χωρὶς ν’ ἀνοίξει τὶς πόρτες. Continue reading


Ὁ γέροντας αὐτός, καθὼς προσευχόταν, θέλησε νὰ δεῖ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ καὶ τὴν ψυχὴ ἑνὸς δικαίου τὴν ὥρα πού θὰ χωρίζονταν ἀπὸ τὰ σώματά τους...........

Παρήγορη, διδακτικὴ καὶ ψυχοσωτήρια εἶναι ἡ ἄκολουθη διήγηση, ἀπὸ τὴν ὁποία μαθαίνουμε μὲ πόση καρδιακὴ συντριβὴ καὶ ταπείνωση ἑτοιμάζονται οἱ δίκαιοι γιὰ τὸν θάνατο καὶ μὲ πόσον ἅγιο φόβο τὸν ὑποδέχονται:

Ὁ Θεὸς ἱκανοποιοῦσε πάντοτε τὰ αἰτήματα ἑνὸς γέροντα μὲ μεγάλη ἀρετή. Μιὰ μέρα, λοιπόν, ὁ γέροντας αὐτός, καθὼς προσευχόταν, θέλησε νὰ δεῖ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ καὶ τὴν ψυχὴ ἑνὸς δικαίου τὴν ὥρα πού θὰ χωρίζονταν ἀπὸ τὰ σώματά τους.

Ὁδηγημένος ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἔφτασε σὲ μιὰ πόλη. Ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, σ’ ἕνα μοναστήρι, ζοῦσε ἕνας ἀναχωρητὴς μὲ μεγάλη φήμη, πού τώρα ἦταν ἄρρωστος καὶ περίμενε τὸν θάνατο. Ὃ γέροντας εἶδε νὰ ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γι’ αὐτὸν πολλὰ κεριὰ καὶ καντήλια. Ὅλη ἡ πόλη τὸν ἔκλαιγε, λέγοντας:
— Ό Θεὸς μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ ἀναχωρητῆ μᾶς ἔδινε τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Ὅλη τὴν πόλη τὴν ἔσωζε ὁ Θεὸς χάρη σ’ αὐτόν. Ἄν, λοιπόν, πάθει κάτι, ὅλοι θὰ πεθάνουμε.

Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ὁ γέροντας εἶδε τὸν ἄγγελο τοῦ θανάτου μὲ πύρινη τρίαινα στὸ χέρι νὰ ἔρχεται κοντὰ στὸν ἀναχωρητή, καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ λέει:

— Όπως οὔτε γιὰ μία ὥρα δὲν μὲ ἀνέπαυσε ἡ ψυχή του, ἔτσι κι ἐσὺ νὰ μὴν τὸν λυπηθεῖς, καθὼς θὰ τοῦ τὴ βγάζεις.
Ἔμπηξε, λοιπόν, ὁ ἄγγελος τὴν πύρινη τρίαινα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀναχωρητῆ καί, ἀφοῦ τὸν βασάνισε γιὰ πολλὴ ὥρα, τράβηξε τὴν ψυχή του.

Ὓστερ’ ἂπ’ αὐτὸ ὁ γέροντας μπῆκε στὴν πόλη. Ἐκεῖ βρῆκε ριγμένο στὴν ἄκρη ἑνὸς δρόμου κάποιον ξένο ἀδελφό, πού ἦταν ἑτοιμοθάνατος. Δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν φροντίζει, γὶ` αὐτὸ ὁ γέροντας ἔμεινε κοντά του ὅλη τὴ μέρα. Τὴν ὥρα πού πέθαινε ὁ ξένος ἐκεῖνος, ὁ γέροντας εἶδε τοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ νὰ ἔρχονται γιὰ νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή του. Στάθηκαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τ’ ἀριστερά του ἑτοιμοθάνατου ἀδελφοῦ, παρακαλώντας τὴν ψυχὴ νὰ βγεῖ. Ἢ ψυχή, ὅμως, δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσει τὸ σῶμα. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Μιχαὴλ στὸν Γαβριήλ:
— Τράβηξέ τὴν, γιὰ νὰ φύγουμε.
Μὰ ὁ Γαβριὴλ ἀποκρίθηκε:
— Ό Κύριος μας πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουμε χωρὶς νὰ πονέσει. Γὶ` αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε βία.

Τότε ὁ Μιχαὴλ φώναξε δυνατά:
— Κύριε, ποιὸ εἶναι τὸ θέλημά Σου γι` αὐτὴν ἐδῶ τὴν ψυχή, πού δὲν θέλει νὰ βγεῖ;
Καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει:
— Τώρα στέλνω τὸν Δαβὶδ μὲ τὴν κιθάρα καὶ ὅλους τους θείους ὑμνωδοὺς τῆς οὐράνιας Ἱερουσαλήμ. Μόλις ἀκούσει ἡ ψυχὴ τὶς μελωδικὲς φωνές τους, θὰ βγεῖ μὲ χαρά.
Πράγματι, ὅλοι αὐτοὶ κατέβηκαν καὶ κύκλωσαν τὴν ψυχή, ψάλλοντας θεσπέσιους ὕμνους. Τότε ἡ ψυχὴ ἀναπήδησε καὶ τινάχθηκε χαρούμενη στὰ χέρια τοῦ Μιχαήλ.

Ποιὸς δὲν θὰ θαυμάσει τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δυστυχῶς, ὅμως, ἐμεῖς, οἱ σκληροτράχηλοι, διώχνουμε μακριὰ μας τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴν ἄλογη τυφλότητά μας γινόμαστε ὀπαδοὶ καὶ δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ του Θεοῦ καὶ ἐχθροῦ δικοῦ μας.
Τὰ τέλη τῶν ἐκλεκτῶν δούλων τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔνδοξα. Τὸ πρόσωπο τοῦ ἄββα Σισώη, ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο.

Εἶπε τότε στοὺς πατέρες, πού κάθονταν γύρω του:
— Να, ἦρθε ὁ ἄββας Ἀντώνιος.
'Ὓστερ’ ἀπὸ λίγο εἶπε:
— Να, ἦρθε ἡ χορεία τῶν προφητῶν.
Τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε πάλι περίσσια.
— Να, εἶπε, ἦρθε ἡ χορεία τῶν ἄποστολων.
Τὸ πρόσωπό του ἔγινε ἀκόμα πιὸ λαμπερό. Φαινόταν σὰν νὰ μιλοῦσε μὲ κάποιους.
— Μέ ποιὸν μιλᾶς, πάτερ; τὸν ρώτησαν οἱ πατέρες.
— Να, εἶπε ἐκεῖνος, ἄγγελοι ἦρθαν νὰ μὲ πάρουν, καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσουν λίγο ἀκόμα, γιὰ νὰ μετανοήσω.
— Εσύ, πάτερ, δὲν ἔχεις ἀνάγκη νὰ μετανοήσεις, τοῦ εἶπαν οἱ γέροντες.
Μὰ ὁ ἄββας ἀποκρίθηκε:
— Αλήθεια σᾶς λέω, δὲν βλέπω νὰ ἔχω βάλει ἀρχή.
"Ἔτσι κατάλαβαν ὅλοι πῶς εἶχε φτάσει στὴν τελειότητα. Καὶ πάλι, ξαφνικά, τὸ πρόσωπό του ἔγινε σὰν τὸν ἥλιο. Ὅλοι φοβήθηκαν.
— Κοιτάξτε!, τοὺς εἶπε. Ἦρθε ὁ Κύριος καὶ λέει: “Φέρτε μου τὸ σκεῦος τῆς ἐρήμου”.

Καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Φάνηκε σὰν ν’ ἄστραψε, καὶ ὅλο το κελὶ γέμισε ἀπὸ εὐωδία.


Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΙΛΗΣΤΗ.

Ἀλλὰ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ πού εἰλικρινὰ μετανοοῦν, ἀξιώνονται τοῦ θείου ἐλέους, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἑπόμενη διήγηση.
Στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602), ἦταν στὴ Θράκη ἕνας ἀρχιληστὴς ἄγριος καὶ σκληρός, πού οἱ ἀρχὲς δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν. Ὃ αὐτοκράτορας, ἀκούγοντας γὶ` αὐτόν, τοῦ ἔστειλε τὸν ἐπιστήθιο σταυρό του καὶ τοῦ μήνυσε νὰ μὴ φοβᾶται. Τοῦ συγχωροῦσε ὅλα τα κακουργήματα πού εἶχε διαπράξει, φτάνει νὰ διορθωνόταν. Ὃ ληστὴς κατανύχθηκε. Πῆγε στὸν βασιλιὰ κι ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ μετανοημένος. Καὶ ὁ Μαυρίκιος, ὅπως εἶχε ὑποσχεθεῖ, τὸν συγχώρησε.
'Ὓστερ’ ἀπὸ λίγες μέρες ὁ ληστὴς ἀρρώστησε. Ἐπειδὴ ἡ κατάστασή του ὅλο καὶ χειροτέρευε, τὸν ἔβαλαν στὸ νοσοκομεῖο τοῦ Ἁγίου Σαμψῶν. Τὴ νύχτα, στὸν ὕπνο του, εἶδε ἰὸ φοβερὸ κριτήριο τοῦ Κυρίου. Ξυπνώντας, κατάλαβε ὅτι πλησίαζε τὸ τέλος του καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται μὲ δάκρυα:
— Φιλάνθρωπε Κύριε, Ἐσὺ πού ἔσωσες τὸν ὅμοιό μου ληστῆ, στεῖλε καὶ σ’ ἔμενα τὸ ἔλεός Σου. Σοῦ προσφέρω τὸ ἐπιθανάτιο κλάμα μου. Ὅπως δέχτηκες ἐκείνους πού ἦρθαν τὴν «ἑνδεκάτη ὥρα», μολονότι τίποτα τὸ σπουδαῖο δὲν ἔπραξαν, δέξου καὶ τὰ δικά μου λιγοστὰ δάκρυα. Βάπτισε μὲ σ’ αὐτὰ καὶ καθάρισε μὲ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου. Τίποτε’ ἄλλο μὴ μοῦ ζητήσεις, γιατί δὲν ἔχω καιρὸ- οἱ δανειστὲς πλησιάζουν γιὰ ν’ ἀπαιτήσουν τὰ χρέη μου. Μὴν ἀναζητήσεις μέσα μου κανένα καλὸ- δὲν πρόκειται νὰ βρεῖς. Νυχτώθηκα πιά, καὶ μὲ πρόλαβαν οἱ ἀνομίες μου. Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ κακουργήματά μου. Ὅπως δέχτηκες τὸν πικρὸ κλαυθμὸ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἔτσι δέξου καὶ τὸν δικό μου, Φιλάνθρωπε, καὶ ρίξε τὰ δάκρυά μου πάνω στὸ χρεόγραφο τῶν ἁμαρτημάτων μου. Σβῆσε τὰ ὅλα μὲ τὸ σφουγγάρι τῆς εὐσπλαχνίας Σου.
’Ἔτσι προσευχόταν γιὰ μερικὲς ὧρες ὁ ληστής, σκουπίζοντας μ’ ἕνα μαντήλι τὰ δάκρυά του, ὥσπου παρέδωσε τὸ πνεῦμα.
Τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ὁ ἀρχίατρος τοῦ νοσοκομείου, πού κοιμόταν στὸ σπίτι του, εἶδε τὸ ἑξῆς ὄνειρο: Στὸ κρεβάτι τοῦ ληστῆ ἦρθαν δαίμονες, σὰν Αἰθίοπες, μὲ χαρτιά, ὅπου ἦταν γραμμένα τὰ πολυάριθμα ἁμαρτήματά του. Μετὰ πλησίασαν δύο πανέμορφοι νέοι μὲ μιὰ ζυγαριά. Ἦταν ἄγγελοι. 05 δαίμονες ἔβαλαν στὸν ἕνα δίσκο τῆς ζυγαριᾶς τὰ χαρτιὰ μὲ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ληστῆ.
Ἀμέσως ὁ δίσκος αὐτός, βαραίνοντας, χαμήλωσε, ἔνω ὁ ἄλλος ἀνέβηκε.
— Δεν ἔχουμε ἐμεῖς νὰ βάλουμε κάτι ἐδῶ; ἀναρωτήθηκαν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι.
— Τί νὰ ἔχουμε; εἶπε ὁ ἕνας ἂπ’ αὐτούς. Δὲν εἶναι πάνω ἀπὸ δέκα μέρες πού σταμάτησε νὰ σκοτώνει.
— Ας ψάξουμε, ὡστόσο, εἶπε ὁ ἄλλος, κάτι τὸ καλὸ μπορεῖ νὰ βροῦμε.
Ψάχνοντας, βρῆκαν τὸ μαντήλι τοῦ ληστῆ ποτισμένο μὲ τὰ δάκρυά του.
— Ας τὸ βάλουμε στὸν ἄλλο δίσκο τῆς ζυγαριᾶς μαζὶ μὲ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, εἶπαν, καὶ βλέπουμε...
Μόλις ἔβαλαν τὸ μαντήλι στὸν δίσκο, αὐτὸς βάρυνε τόσο, πού σήκωσε ψηλὰ τὸν ἄλλο μὲ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ληστῆ. 0ι ἄγγελοι ἀναφώνησαν χαρούμενοι:
— Νίκησε ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ!
Πῆραν, λοιπόν, μαζί τους τὴν ψυχὴ τοῦ ληστῆ, ἔνω ὁ! δαίμονες ἔφυγαν ντροπιασμένοι μὲ θρηνητικὲς κραυγές.

Ὃ γιατρός, ξυπνώντας, πῆγε στὸ νοσοκομεῖο. Πλησιάζοντας στὸ κρεβάτι τοῦ ληστῆ, βρῆκε τὸ σῶμα τοῦ ζεστὸ ἄλλα ἐγκαταλειμμένο ἤδη ἀπὸ τὴν ψυχή. Τὸ μαντήλι του, μουσκεμένο ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἦταν ἁπλωμένο πάνω στὰ μάτια του. Μαθαίνοντας ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἄρρωστους ἀλλὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὶς τελευταῖες του ὧρες, πῆρε τὸ μαντήλι καὶ πῆγε στὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο.

— Βασιλιά μου, τοῦ εἶπε, ἃς δοξάσουμε τὸν Θεό. Σώθηκε ὁ ληστής!
Ὡστόσο, ὅπως πολὺ συνετὰ σημειώνει στὸ τέλος τῆς διηγήσεως ὁ συντάκτης της, εἶναι πολὺ καλύτερα να ετοιμάζει κανεὶς ἔγκαιρα ἰὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου μὲ τὴ μετάνοια. Γιατί, παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «ὅποιος ἔχει ζυμωθεῖ πιὰ μὲ τὴν κακία, ἀπὸ τὴ μακροχρόνια συνήθεια, μένει τελείως ἀδιόρθωτος» «Ἢ κακὴ συνήθεια τύραννε! πολλὲς φορὲς καὶ τὸν ἄνθρωπο πού πενθεῖ» ἐπισημαίνει μὲ θλίψη ὁ μεγάλος διδάσκαλος τῶν μοναχῶν.

Ἃς προσθέσουμε σ’ αὐτὰ πῶς ἡ ἀληθινὴ μετάνοια προϋποθέτει ὀρθὴ πίστη καὶ ἀκριβῆ —ἔστω καὶ ἀπλὴ— γνώση αὐτῆς τῆς πίστεως. Ἢ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ξένη πρὸς κάθε αἵρεση καὶ κάθε διαφθορὰ τοῦ νοῦ. Ὅσοι, λοιπόν, υἱοθετοῦν τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν βιβλίων ἥ των κοσμικῶν περιοδικῶν γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τοὺς κανόνες τῆς ζωῆς, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἀληθινὴ μετάνοια.

Σὲ τέτοια βιβλία καὶ περιοδικά, πολλὰ θανάσιμα ἅμαρτηματα, πού ὁδηγοῦν στὸν ἅδη, παρουσιάζονται σὰν ἀσήμαντα καὶ συγγνωστὰ παραπτώματα καὶ πολλὰ ἁμαρτωλὰ πάθη παρουσιάζονται σὰν ἐλαφριὲς καὶ εὐχάριστες ἀδυναμίες. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού παραδίνονται ἄφοβα σὲ τέτοια πάθη, ἔνω βρίσκονται κιόλας μπροστὰ στὶς πύλες τοῦ θανάτου. Πόσο μεγάλη συμφορὰ εἶναι ἡ ἄγνοια τοῦ Χριστιανισμοῦ!

Ὃ Κύριος μας καλεῖ σὲ μετάνοια καὶ σωτηρία ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας. Αὐτὴ τὴν τελευταία στιγμὴ εἶναι ἀκόμη ἀνοιχτῆ ἡ θύρα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ σ’ ὅποιον θελήσει νὰ τὴ διαβεῖ. Κανεὶς ἃς μὴν ἀπελπίζεται! Λίγες στιγμὲς ἀρκοῦν γιὰ
πολλοῖς τὲ καὶ πικροῖς ἔπι πολλᾶς ὥρας λέγοντος ταύτην [Α. Δ. Σιμωνώφ, Μέγα Προσευχητάριο, ἔκδ. Πελεκάνος, Ἄθηναι σελ. 440]).

Πρβλ. Ἀναστασίου πατριάρχου Ἀντιόχειας τοῦ Σιναίτου, Λόγος εἰς τὸν ἕκτον ψαλμὸ (ἀπόσπασμα). (Σ.τ.Μ.: Πρβλ. Εὐχὴ τοῦ ἐπὶ Μαυρίκιου βασιλέως ἀρχιληστοῦ ψυχορραγοϋντος καὶ σὺν δάκρυσι

πηγή


ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΟΝΑΧΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Σ’ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μόναζε μαζὶ μὲ τὴν ἡγουμένη καὶ ἢ ἀνιψιά της, ποῦ ἦταν πανέμορφη σωματικὰ καὶ ἄμεμπτη ψυχικά. Ὅλες οἱ ἀδελφὲς τὴ θαύμαζαν καὶ παραδειγματίζονταν ἀπὸ τὴν ἀγγελικὴ ἁγνότητα τῆς ἄλλα καὶ τὴ σπάνια μετριοφροσύνη της.

Ὅταν κοιμήθηκε, τὴν κήδεψαν μὲ μεγαλοπρέπεια, βέβαιες πῶς ἢ καθαρὴ ψυχὴ τῆς εἶχε ἀνέβει στὸν παράδεισο. Ἢ ἡγουμένη, λυπημένη γιὰ τὴ στέρηση τῆς ἐνάρετης ἀνιψιᾶς της, ἀγρυπνοῦσε μὲ νηστεία καὶ προσευχή, παρακαλώντας τὸν Κύριο νὰ τῆς ἄποκαλυψει τὴν οὐράνια δόξα τῆς κεκοιμημένης ἀνάμεσα στὶς ἄλλες μακάριες παρθένες. Καὶ κάποτε, περασμένα μεσάνυχτα, καθὼς προσευχόταν μέσα στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ της, ἄνοιξε ξαφνικὰ ἢ γῆ μπροστά της, κι ἀπὸ τὸ ρῆγμα, ποῦ δημιουργήθηκε, τινάχτηκε καυτὴ λάβα. Ἔντρομη ἢ γερόντισσα, ἔριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἄβυσσο, ποῦ ἔχασκε σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὰ πόδια της, καὶ εἶδε τὴν ἀνιψιὰ τῆς μέσα στὶς φλόγες τοῦ ἅδη. 

— Θεέ μου! ἀναφώνησε μὲ ἀπελπισία. Ἐσένα βλέπω 

ἐκεῖ; 

— Ναί, ἀποκρίθηκε ἐκείνη, ἀναστενάζοντας μὲ πόνο. 

— Καὶ γιατί ἔγινε αὐτό; τὴ ρώτησε ἢ θεία της μὲ φωνὴ γεμάτη πικρία καὶ συμπόνια Ἤλπιζα νὰ σὲ δῶ στὴ δόξα τοῦ παραδείσου, στὴ χορεία τῶν ἀγγέλων, ἀνάμεσα στὶς ἄμεμπτες κόρες τοῦ Χριστοῦ, κι ἐσύ... Γιατί; Γιατί; 

Βαριαναστέναξε πάλι ἢ ἀνιψιά της καὶ ἀναφώνησε: 

— Συμφορὰ σ’ ἐμένα, τὴν ἄθλια! Ἐγὼ ἢ ἴδια εἶμαι ἢ αἰτία τοῦ αἰώνιου θανάτου μου μέσα σὲ τοῦτες τὶς φλόγες, ποῦ διαρκῶς μὲ καταβροχθίζουν χωρὶς νὰ μὲ ἀφανίζουν. Ἤθελες νὰ δεῖς ποῦ βρίσκομαι, καὶ νὰ ποῦ σου τὸ ἀποκάλυψε ὃ Θεός! 

— Μὰ γιατί, τέλος πάντων, ἔγινε αὐτό; τὴν ξαναρώτησε κλαίγοντας ἢ ἡγουμένη. 

— Ἐπειδὴ δὲν ἤμουνα παρθένα ἄσπιλη σὰν ἄγγελος, ὅπως νομίζατε. Δὲν μόλυνα, βέβαια, τὸ σῶμα μὲ σαρκικὸ ἅμαρτημα, ἀλλὰ οἱ λογισμοί μου, οἱ ἐπιθυμίες μου καὶ οἱ ἁμαρτωλὲς φαντασιώσεις μου μὲ ἔριξαν στὴ γέεννα. Δὲν μπόρεσα νὰ διατηρήσω τὴν ψυχή μου ἀμόλυντη, ὅπως τὸ παρθενικὸ σῶμα μου, καὶ γὶ` αὐτὸ παραδόθηκα στὰ βασανιστήρια τοῦ ἅδη. ’Ἀπὸ ἀπροσεξία, ἄφησα νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ στερεωθεῖ στὴν καρδιά μου μιὰ ἐμπαθὴς ἕλξη πρὸς ἕναν ὄμορφο νέο. Ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὴ μορφή του κι ἔνιωθα εὐχαρίστηση, ὅταν ἑνωνόμουν φανταστικὰ μαζί του. Καταλάβαινα πῶς αὐτὸ ἦταν ἁμαρτία, ἄλλα ντρεπόμουνα νὰ τὸ φανερώσω στὸν πνευματικὸ κατὰ τὴν Ἐξομολόγηση. Καὶ νὰ ποιὰ εἶναι ἢ συνέπεια τῆς αἰσχρῆς ἱκανοποιήσεώς μου μὲ τοὺς ἀκάθαρτους λογισμοὺς καὶ τὶς ἀσελγεῖς φαντασιώσεις: Στὸ τέλος μου, οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μὲ ἀποστράφηκαν καὶ μὲ ἄφησαν στὰ χέρια τῶν δαιμόνων. Ἔτσι, τώρα καίγομαι στὶς φλόγες τῆς γέεννας, καὶ θὰ φλέγομαι αἰώνια χωρὶς ποτὲ νὰ καῶ, καθὼς δὲν τελειώνει ὃ βασανισμὸς ἐκείνων ποῦ δὲν ἀξιώθηκαν ν’ ἀνέβουν στὸν οὐρανό! Ἀναστέναξε πάλι, ἢ δύστυχη, κι ἔτριξε τὰ δόντια της, πρὶν τὴν ἁρπάξει ἢ κοχλαστὴ λάβα καὶ τὴν ἐξαφανίσει ἀπὸ τὰ μάτια τῆς ἡγούμενης. 


Στις παρακάτω δύο περιπτώσεις η λεπτή ύλη του Παραδείσου, με παραχώρηση του Θεού, συμπυκνώθηκε, για να γίνει αισθητή στους ανθρώπους

Αξιομνημόνευτες είναι καί δύο διηγήσεις γιά τούς οσίους Παύλο τόν Υποτακτικό καί Ευφρόσυνο τόν Μάγειρο, τίς οποίες διέσωσε ή εκκλησιαστική παράδοση.

Τόν όσιο Παύλο τόν είδαν στον παράδεισο οι πιο ευλαβείς αδελφοί της μονής του, την ώρα τού ύπνου τους, καί τόν όσιο Ευφρόσυνο τόν είδε, επίσης, στον παράδεισο ό ηγούμενός του Βλάσιος, πέφτοντας σε έκσταση -κατάσταση στήν οποία βρίσκονται συνήθως όσοι βλέπουν οράματα, όπως γίνεται φανερό καί από τίς Πράξεις τών Αποστόλων.
Καί στις δύο περιπτώσεις ό παράδεισος περιγράφεται ώς μεγάλος κήπος μέ ανέκφραστη ωραιότητα καί υπέροχη ευωδία Ό όσιος Παύλος μοίρασε στούς πατέρες λουλούδια, κλαδιά, φύλλα, βότανα, ότι ήθελε ό καθένας από τόν θεϊκό κήπο. Κι εκείνοι, μόλις ξύπνησαν, βρήκαν στα χέρια τους αυτά πού είχαν πάρει από την παραδείσια βλάστηση. Ό όσιος Ευφρόσυνος, πάλι, έδωσε στον ηγούμενο Βλάσιο τρία μυρωδάτα μήλα. Ό ηγούμενος, όταν συνήλθε, βρήκε τά μήλα στα χέρια του. Τά έκοψε καί τά μοίρασε στούς αδελφούς, πού, όταν τά γεύθηκαν, ένιωσαν μιαν ανέκφραστη πνευματική ευφροσύνη όσοι, μάλιστα, ήταν άρρωστοι, θεραπεύθηκαν.
Στις παραπάνω δύο περιπτώσεις ή λεπτή ύλη τού παραδείσου, με παραχώρηση τού Θεού, συμπυκνώθηκε, γιά να γίνει αισθητή στους ανθρώπους.

 

 

ιγνατιου μπριαντσιανινωφ“Κανείς ἃς μὴ σᾶς κατακρίνει, δείχνοντας δῆθεν ταπεινοφροσύνη”, λέει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος.Ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ οἰκείωση τοῦ φρονήματος τοῦ Χριστοῦ, “ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἦταν Θεός, …τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα καὶ πῆρε μορφὴ δούλου, ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά, ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικού”.Ἡ ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ διάκριση, ποὺ ἀποτελεῖ δῶρο Θεοῦ, ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος στὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Continue reading

ιγνατιος μπριαντσιανινωφ(Ἀχρονολόγητη Ἐπιστολὴ σὲ κάποιον γνωστό του)

Ἀξιοδάκρυτον θέαμα ἀληθῶς εἶναι οἱ Χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν κατανοοῦν τὴν οὐσίαν τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ἕνα θέαμα ποῦ μαρτυρεῖται σχεδὸν παντοῦ εἰς τὰς ἡμέρας μας. Εἶναι σπάνιον νὰ παρηγορήση κανεὶς τοὺς ὀφθαλμούς του ἀπὸ ἕνα ἀντίθετο φαινόμενο. Βλέποντας τὸ πλῆθος τῶν λεγομένων «χριστιανῶν» σπανίως διακρίνει τὸ βλέμμα σου κατ' ὄνομα καὶ κατ' ἔργον ἀληθινὸν χριστιανόν. Continue reading

ιγνατιου μπριαντσιανινωφ

Ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων ἀπό τήν ἐνέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς

«θλίψεις καί ἀνάγκαι εὕροσάν με·
αἱ ἐντολαί σου μελέτη μου.
δικαιοσύνη τά μαρτύριά σου εἰς τόν αἰῶνα·
συνέτισόν με, καί ζήσομαι».

Ψαλμ. 118 : 143 -144

Σέ μιάν ἀπόμερη καί ἄσημη μονή, πού βρισκόταν ἀνάμεσα σέ δάση καί βάλτους, ζοῦσε κάποιος μοναχός1. Μελετοῦσε τά Πατερικά συγγράμματα καί συνάμα, μέ φόβο καί ταπείνωση, ἀσκοῦσε τήν προσευχή ἔχοντας τόν νοῦ βυθισμένο στά βάθη τοῦ μυστικοῦ θαλάμου τῆς καρδιᾶς.

Κάποτε προσευχόταν μέσα στήν ἐκκλησία. Ξαφνικά ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του κινήθηκαν προσευχητικά, παρασύροντας καί ὅλο τό σῶμα του σέ μιάν ἁγιασμένη πνευματική κατάσταση πού ξεπερνοῦσε κάθε ἔκσταση, μιά κατάσταση πού δέν ἐκφράζεται μέ λόγια ἀλλά μόνο βιώνεται.
Μέσα σ᾿ αὐτή τήν πρωτόγνωρη ψυχοσωματική κατάσταση, ὁ νοῦς τοῦ μοναχοῦ φωτίστηκε μέ μιά μυστική γνώση καί κατανόησε τά παρακάτω λόγια τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, πού ὥς τότε τοῦ φαίνονταν αἰνιγματικά καί παράδοξα: «Προσευχήθηκα μ᾿ ὅλη μου τήν καρδιά”2 δηλαδή καί μέ το σῶμα3 μου καί μέ τήν ψυχή μου καί μέ τό πνεῦμα μου»4.

«Ἐκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου·
ἐπάκουσόν μου, Κύριε,
τά δικαιώματά σου ἐκζητήσω».

Ψαλμ. 118 : 145

Νά μιά ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων, ἀπόδειξη πού τά σώματα τήν ἔχουν μέσα τους!
Ἄν ἕνα σῶμα εἶναι ἱκανό νά βιώσει πνευματικές καταστάσεις, ἄν αὐτό μπορεῖ μαζί μέ τήν ψυχή νά ἀπολαύσει τήν παρηγοριά τῆς χάριτος, ἄν αὐτό μπορεῖ στήν παρούσα ζωή νά μετάσχει στή χάρη, τότε πῶς εἶναι δυνατό νά μήν ἀναστηθεῖ καί νά ζήσει αἰώνια, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Γραφῆς;

«ἐκέκραξά σοι·
σῶσόν με, καί φυλάξω τά μαρτύριά σου».

Ψαλμ. 118 : 146

«Ἁλατισμένα» ἀπό τή χάρη εἶναι τά σώματα τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ, καί ἡ φθορά δέν μπορεῖ νά τ᾿ ἀγγίξει! Μέ τή νίκη τους ἐπί τῆς φθορᾶς προηγήθηκαν τῆς ἀναστάσεως τους. Μέ τήν ἰαματική τους δύναμη ἀποδεικνύουν ὅτι μέσα τους ὑπάρχει ἡ χάρη καί ἡ αἰώνια ζωή, πού δέν μπορεῖ παρά νά καταλήξει κάποτε σέ ἔνδοξη ἀνάσταση, ἀνάσταση προορισμένη καί χαρισμένη στήν ἀνθρωπότητα ἀπό τόν Λυτρωτή μας Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀμήν.

«προέφθασαν ἐν ἀωρίᾳ καί ἐκέκραξα,
εἰς τούς λόγους σου ἐπήλπισα».

Ψαλμ. 118 : 147.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
ἐπισκόπου Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας
Ἀπό τό βιβλίο: “ ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ”
Τόμος β΄
Ἱερά Μονή Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς

1 Σ.τ.Μ.: Προφανῶς πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν ἅγιο Ἰγνάτιο.
2 Ψαλμ. 118 : 145.
3 Ἄλλη γραφή : στόμα.
4 Κλῖμαξ, ΚΗ΄, 59.

http://hristospanagia3.blogspot.gr

 

Άγιος Ιγνάτιος Brianchaninov

1. Λουκ. 18:38, 39.
2. Πρβλ. Μαρκ. 7:32.
3. Λουκ. 18:39.
4. Πρβλ. Α Κορ. 15:50.
5. Ψαλμ. 49:23.
6 Ματθ. 24:42.
7. Εβρ. 13:12-13.
8. Α’ Ιω. 2:17.
9. Εβρ. 13:14.
10. Πρβλ. Οσίου Ησυχίου του Πρεσβυτέρου.
Προς Θεόδουλον λόγος ψυχωφελής και σωτήριος περί νήψεως και αρετής κεφαλαιώδης, δ’, ριζ’.

agiazoni.gr


Ακόμη κι ένας άγιος ΔΕΝ μπορεί ν' αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν για να μας επισκεφθεί η θλίψη...

[...] Tα ιερά κείμενα μάς διδάσκουν πως όλοι οι άγιοι του Θεού χωρίς καμιά εξαίρεση,τελείωσαν το επίγειο ταξίδι τους βαδίζοντας "την στενή και τεθλιμμένη οδό" .
Η ζωή τους ήταν γεμάτη θλίψεις και στερήσεις (βλ. Εβρ.ιβ΄).
Αυτή ήταν η άποψη των αληθινών φίλων του Θεού για τις θλίψεις. Αυτή η στάση τους για τις θλίψεις που τους τύχαιναν τους έκανε να συμπεριφέρονται με μεγάλη σοφία και αυταπάρνηση.
Τις θλίψεις που τους έβρισκαν, ό,τι λογιών και αν ήσαν, τις δέχονταν σαν κάτι που τους άξιζε, που τους έπρεπε.(βλ. Αγίου Μάρκου του Ασκητού,226 κεφάλαια Περί των οιομένων εξ έργων νόμου δικαιούσθαι, κεφ. 6).

Πίστευαν μ' όλη τους την ψυχή πως άν δεν το επέτρεπε ο Θεός, αν δεν ήταν απαραίτητο δηλαδή για τις πνευματικές ανάγκες τους,δεν θα τους έβρισκε η θλίψη.

Το πρώτο που έκαναν με το που τους έβρισκε κάποια στενοχώρια, ήταν να ομολογήσουν ότι την άξιζαν.
Έψαχναν και πάντα έβρισκαν μέσα τους την αιτία της θλίψης.

Μόνο αν παρατηρούσαν πως η θλίψη τους στεκόταν εμπόδιο να ευαρεστήσουν στο Θεό, μόνο τότε παρακαλούσαν με την προσευχή τους τον Κύριο να τους απαλλάξει από αυτήν.
Και την εκπλήρωση ή μη εκπλήρωση του αιτήματός τους την άφηναν στο θέλημα του Θεού.
Ποτέ δεν λογάριαζαν σωστή τη δική τους γνώμη για τον πνευματικό σκοπό της θλίψης.

Η κρίση του ανθρώπου ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα σωστή. Γιατί ακόμη και ενός αγίου ανθρώπου η κρίση είναι περιορισμένη.
Δεν μπορεί να αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν για να μας επισκεφθεί η θλίψη όπως τ' αντιλαμβάνεται το μάτι του Θεού που τα βλέπει όλα.
Ο Θεός επιτρέπει να δοκιμάσουν τις θλίψεις ακόμα και οι δούλοι Του, οι εκλεκτοί Του.
Ο απόστολος Παύλος παρακάλεσε "τρις" τον Κύριο για να απομακρύνει τον πειρασμό που τον βρήκε , τον "άγγελον σατάν", που τον εμπόδιζε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου.
Κι ο Παύλος δεν εισακούστηκε. Η κρίση του Θεού εκείνη τη στιγμή ήταν διάφορη από την κρίση του θεοπνεύστου αποστόλου (βλ. Β Κορινθ. 7-10) [...]

(Από το βιβλίο "Προσευχή και Πλάνη", Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ,
μετάφραση Πέτρου Μπότση, σελ.114-115)

http://salograia.blogspot.gr


O αόρατος εσωτερικός πόλεμος

O αόρατος εσωτερικός πόλεμος του χριστιανού με τα πάθη δεν είναι καθόλου κατώτερος ή ευκολότερος από τον αιματηρό αγώνα των μαρτύρων της πίστεως.

«Δώσε αίμα, για να λάβεις Πνεύμα», λένε, όπως είδαμε, οι πατέρες, πού γνώρισαν εμπειρικά αυτόν τον πόλεμο. Μόνο οι επιμελείς τηρητές των ευαγγελικών εντολών, μόνο οι αληθινοί μαθητές του Χριστού πολεμούν με συνέπεια και αυταπάρνηση τα πάθη τους...

«Η ακριβής τήρηση των εντολών διδάσκει στους ανθρώπους πόσο αδύναμοι είναι», λέει ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Στη γνώση και τη συναίσθηση της αδυναμίας μας θεμελιώνεται όλο το οικοδόμημα της σωτηρίας μας.

«Η ακριβής τήρηση των εντολών διδάσκει στους ανθρώπους πόσο αδύναμοι είναι»:

Τί παράξενη λογική για την επιφανειακή σκέψη! Και όμως, τα λόγια τούτα είναι λόγια πείρας. Μόνο με την επιμελημένη τήρηση των εντολών μπορεί ο άνθρωπος να δει το πλήθος των παθών του. Μόνο με την επιμελημένη τήρηση των εντολών μπορεί ο άνθρωπος να πεισθεί για την απόλυτη αδυναμία του παλαιού Αδάμ, για τη δύναμη του νέου Αδάμ και για την ορθότητα του πατερικού εκείνου ορισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο πνευματικός νόμος δεν μπορεί να εκπληρωθεί παρά μόνο με τους οικτιρμούς του Χριστού.

Με την οικονομία της παντοδύναμης αγαθής πρόνοιας του Θεού, ακόμα και η ίδια η αμαρτία πού ζει μέσα στον άνθρωπο, η αμαρτία πού κυριαρχεί σ” όλη την ύπαρξή του, σ” όλα τα μέρη της ψυχής του και σ” όλα τα μέλη του σώματός του, συμβάλλει στην πνευματική του πρόοδο, αν βέβαια είναι αληθινός χριστιανός.

Η συναίσθηση της πνευματικής μας φτώχειας, η παραδοχή της πνευματικής μας πτώσεως, η αναγνώριση της αναγκαιότητας της λυτρώσεως και η ολόψυχη ομολογία ως Λυτρωτή του Υιού του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είναι οι καρποί της πάλης μας με τα πάθη. Αυτοί οι καρποί αποτελούν το εχέγγυο της αιώνιας μακαριότητας.

Η συναίσθηση της πνευματικής φτώχειας, η παραδοχή της πτώσεως, η ζωντανή ομολογία του Λυτρωτή είναι άγνωστες στον άνθρωπο πού έχει κοσμικό φρόνημα. Αυτός είναι δούλος των παθών, δεν βλέπει στον εαυτό του παρά μόνο προτερήματα, μόνο αρετές, και είτε δεν περιμένει τίποτα στον ουρανό, καθώς δεν συλλογίζεται ποτέ τον ουρανό, είτε περιμένει βραβεία σαν οφειλές, έχοντας πλήρη άγνοια της μοναδικής αρετής πού βραβεύεται στον ουρανό και πού δεν είναι άλλη από τον χριστιανικό τρόπο ζωής.

Ο δούλος του Θεού, τηρώντας τις ευαγγελικές εντολές, όλο και πιο καθαρά βλέπει τα πάθη του. Και όσο η χάρη του Αγίου Πνεύματος δημιουργεί μέσα του μακάριες πνευματικές καταστάσεις -τη συναίσθηση της πνευματικής φτώχειας, το πένθος, την πραότητα, το έλεος, την καθαρότητα, τη διάκριση-, τόσο νιώθει τον εαυτό του πιο αμαρτωλό απ” όλους τους αμαρτωλούς, αμέτοχο σε οποιοδήποτε καλό, ένοχο αναρίθμητων κακών, άξιο αιώνιων βασάνων στη γέεννα του πυρός για τη διαρκή αθέτηση των εντολών του Θεού.

Του Αγίου Ιγνατίου Μπρατσιανίνωφ

http://ekklisiaonline.gr


Το αμάρτημα της πορνείας

Το αμάρτημα της πορνείας έχει την ιδιότητα να ενώνει άνομα δυο σώματα σε ένα.
Έτσι, μολονότι συγχωρείται αμέσως μετά τη μετάνοια και την εξομολόγηση, εφόσον βέβαια ο αμαρτωλός άνθρωπος το εγκαταλείψει, ή κάθαρση του σώματος και της ψυχής απ’ αυτό απαιτεί πολύ χρόνο, ώστε ο σύνδεσμος πού δημιουργήθηκε ανάμεσα στα σώματα, φυτεύτηκε μέσα στις καρδιές και δηλητηρίασε τις ψυχές, να καταστραφεί και να αφανιστεί.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία ορίζει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μετάνοιας σ’ εκείνους πού έπεσαν σε πορνεία ή μοιχεία, μετά την παρέλευση του όποιου τους επιτρέπει να κοινωνήσουν το πανάγιο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού.

Όλοι, λοιπόν, όσοι έζησαν με ελευθεριότητα, όσοι πληγώθηκαν από διάφορα πάθη και ιδιαίτερα όσοι έπεσαν στον γκρεμό της πορνείας, αν μάλιστα η αμαρτία αυτή τους έχει γίνει συνήθεια, χρειάζονται χρόνο πολύ για να καθαριστούν με τη μετάνοια, να εξαλείψουν από τις ψυχές τους τις κοσμικές εντυπώσεις και τις αμαρτωλές αναμνήσεις, να απομακρυνθούν οριστικά από την αμαρτία, να αποκτήσουν χριστιανικό ήθος με την τήρηση των ευαγγελικών εντολών κι έτσι να γίνουν ικανοί για την άσκηση της νοεράς και καρδιακής προσευχής.

Αγ. Ιγνατίου Μπριντσιανίνωφ

http://proskynitis.blogspot.gr/



Βλέποντας τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ

Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ γίνει θεατὴς τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο κυβερνᾶ τὸν κόσμο. Οἱ αἰτίες, ὡστόσο, τῶν γεγονότων, οἱ ἀφετηρίες τῶν θείων προσταγμάτων, εἶναι μόνο στὸν Θεὸ γνωστές: «Ποιὸς γνώρισε τὴ σκέψη τοῦ Κυρίου; Καὶ ποιὸς μπόρεσε νὰ γίνει σύμβουλός Του;». Καὶ μόνο το ὅτι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντικρίσει τὸν Θεὸ μέσα στὶς ποικίλες ἐκφάνσεις τῆς πρόνοιάς Του γιὰ τὴν κτίση Του, μέσα στὰ ἱστορικὰ γεγονότα, μέσα στὴν ἴδια τοῦ τὴ ζωή, ἀποτελεῖ γι’ αὐτὸν τὸ πιὸ πολύτιμο ἀγαθό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποκομίζει πλούσια ψυχικὴ ὠφέλεια.
Ὑπερφυσικὴ δύναμη ἀποκτᾶ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει στὴν κτίση τὸν Κτίστη της, τὸν Δημιουργὸ καὶ Κύριο ὅλων των ὄντων, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, καὶ πού, βλέποντας Τὸν, Τὸν ἀναγνωρίζει ὡς παντοδύναμο Βασιλιὰ τοῦ σύμπαντος μὲ ἀπεριόριστη ἐξουσία πάνω σ’ αὐτό. Τὶς τρίχες τῶν κεφαλιῶν μας, τὶς τόσο μηδαμινὲς γιὰ τὴν περιορισμένη σκέψη μας, κι αὐτὲς τὶς ἔχει μετρημένες, κι αὐτὲς τὶς ἐξουσιάζει ἡ ἄπειρη καὶ «πανταχοῦ παροῦσα» Σοφία. Ἂν οὔτε μιὰ τρίχα μας δὲν μπορεῖ νὰ χαθεῖ δίχως τὸ δικό Της νεῦμα, πολὺ περισσότερο τίποτε ἄλλο σημαντικότερο δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει στὴ ζωή μας, ἂν δὲν τὸ θελήσει ἢ δὲν τὸ παραχωρήσει Ἐκείνη. Γι’ αὐτὸ ὁ χριστιανός, προσβλέποντας σταθερὰ στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα κι ὅταν βρίσκεται μέσα στὶς πιὸ μεγάλες συμφορές, διατηρεῖ ἀδιάπτωτη ἀνδρεία καὶ ἀπαρασάλευτη πίστη, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο προφήτη καὶ ψαλμωδό: «Βλέπω τὸν Κύριο παντοτινὰ μπροστά μου· στὰ δεξιά μου βρίσκεται, γιὰ νὰ μὴν κλονιστῶ». Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου. Δὲν θὰ φοβηθῶ καμιὰ συμφορά, δὲν θὰ παραδοθῶ στὴν ἀκηδία, δὲν θὰ βυθιστῶ στὴ βαθιὰ θάλασσα τῆς λύπης. Γιὰ ὅλα, δόξα τῷ Θεῶ!
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, γνωρίζοντας τὴν πρόνοιά Του, ὑποτάσσεται ἀπόλυτα στὸ θέλημά Του. Καὶ νὰ πὼς παρηγορεῖ τὴν πονεμένη καρδιά του, ὅταν τὸν χτυποῦν ἀπὸ παντοῦ οἱ θλίψεις: Ὅλα τα βλέπει ὁ Θεός. Ἂν
Αὐτός, ὁ πάνσοφος, γνώριζε πὼς οἱ θλίψεις δὲν θὰ μὲ ὠφελοῦσαν, θὰ τὶς ἔδιωχνε μακριὰ μὲ τὴν παντοδύναμη βουλή Του. Ἀφοῦ δὲν τὶς διώχνει, τὸ πανάγιο θέλημά Του εἶναι νὰ δοκιμαστῶ. Πολύτιμο, πιὸ πολύτιμο κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ εἶναι γιὰ μένα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Καλύτερα εἶναι νὰ πεθάνει τὸ πλάσμα, παρὰ ν’ ἀρνηθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Πλάστη του· γιατί σ’ αὐτὸ ὑπάρχει ἡ ἀληθινὴ ζωή! Ὅποιος πεθαίνει γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, μεταβαίνει στὴν ἀνώτερη, τὴν αἰώνια ζωή. Γιὰ ὅλα, δόξα τῷ Θεῶ!
Βλέποντας τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ψυχὴ κυριεύεται ἀπὸ ἀπόλυτη γαλήνη καὶ ἀκλόνητη ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, αἰσθήματα ποὺ κανένας ἄνεμος δὲν μπορεῖ νὰ ταράξει ἢ νὰ θολώσει. Γι’ αὐτὴ τὴν ψυχὴ δὲν ὑπάρχουν προσβολές, δὲν ὑπάρχουν ἀδικίες, δὲν ὑπάρχουν βλάβες, καθὼς κατανοεῖ πὼς ὅλη ἡ κτίση ὑπακούει τυφλὰ στὸν Κτίστη της καὶ ἐνεργεῖ μὲ δική Του ἐντολὴ ἢ δική Του παραχώρηση. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ψυχὴ ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τῆς ταπεινοφροσύνης, ποὺ τὴν καταδικάζει γιὰ ἀναρίθμητα ἁμαρτήματα, ἐνῶ, ἀπεναντίας, δικαιώνει τοὺς ἄλλους ὡς ὄργανα τῆς δίκαιης θείας πρόνοιας. Παρηγορητικὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς ταπεινοφροσύνης μέσα στὶς ὀδύνες. Ἠρεμεῖ, ἀνακουφίζει. Ἁπαλὰ μονολογεῖ: “Θὰ ὑπομείνω ὅλα ὅσα μου ἀξίζουν γιὰ τὶς ἄνομες πράξεις μου. Καλύτερα νὰ ὑποφέρω στὴ σύντομη τούτη ζωή, παρὰ νὰ βασανίζομαι αἰώνια στὸν ἅδη. Δὲν μποροῦν νὰ μείνουν ἀτιμώρητά τα ἁμαρτήματά μου· τὸν κολασμὸ τοὺς ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ. Ἀνέκφραστη, λοιπόν, εἶναι ἡ εὐσπλαχνία Του, ἀφοῦ στέλνει τὶς δίκαιες τιμωρίες στὴν πρόσκαιρη ἐπίγεια ζωή!”. Γιὰ ὅλα, δόξα τῷ Θεῶ!
Βλέποντας τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, κάθε ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν πίστη τοῦ σ’ Ἐκεῖνον νὰ στερεώνεται καὶ νὰ αὐξάνεται. Διακρίνοντας πίσω ἀπ’ ὅλα τα γεγονότα τὸ ἀόρατο χέρι τοῦ Κυρίου νὰ κυβερνᾶ τὸν κόσμο, μένει ἀτάραχος μπροστὰ στὶς φοβερὲς φουρτοῦνες τῆς θάλασσας τοῦ βίου. Τὰ ἄγρια κύματα, οἱ τρομερὲς θύελλες, τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν τὸν τρομάζουν. Πιστεύει πὼς τὸ νὰ γίνει κανεὶς πολίτης τῆς θείας πολιτείας τῆς Ἐκκλησίας καθὼς καὶ οἱ τύχες ὅλων των ἀνθρώπων ὁρίζονται ἀπὸ τὸν παντοδύναμο καὶ πάνσοφο Θεό. Αὐτὴ ἡ πεποίθηση τὸν γεμίζει ἱκανοποίηση καὶ εἰρήνη. Στὸ ἀδύναμο πλάσμα, τὸν ἄνθρωπο, ταιριάζουν ἡ ταπεινὴ ὑποταγὴ καὶ ἡ εὐλαβικὴ ἀποδοχὴ τῶν κρίσεων τοῦ δυνατοῦ Πλάστη. Μακάρι πάντοτε στὴ ζωή του νὰ ἀκολουθεῖ τὴν πορεία ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει χαράξει καὶ νὰ ἐκπληρώνει τοὺς σκοποὺς ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει καθορίσει! Γιὰ ὅλα, δόξα τῷ Θεῶ!
Βλέποντας τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος στέκεται μὲ πνεῦμα ταπεινῆς ὑποταγῆς ὄχι μόνο μπροστὰ στὶς πρόσκαιρες θλίψεις, ἀλλὰ —τολμηρὸ νὰ τὸ πὼ— μπροστὰ καὶ σ’ ἐκεῖνες ποὺ τὸν περιμένουν πέρα ἀπὸ τὸν τάφο, στὴν αἰωνιότητα! Γιατί ἀκόμα καὶ τὶς αἰώνιες θλίψεις τὶς ἐπισκιάζει, τὶς ἐξουδετερώνει ἡ εὐλογημένη παρηγοριὰ ποὺ πλημμυρίζει τὴν ψυχή, ὅταν αὐτὴ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό της καὶ ὑποταχθεῖ στὸν Κύριο. Ἡ αὐταπάρνηση, ἡ ἐγκατάλειψη στὴ θεία βούληση, διώχνει τὸν φόβο τοῦ θανάτου! Ὁ πιστὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ παραδίνει τὴν ψυχή του καὶ τὴν αἰώνια προοπτική του στὰ χέρια Ἐκείνου, μὲ ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη καὶ ἀταλάντευτη ἐλπίδα στὴν ἀγαθότητα καὶ τὴ δύναμή Του. Ὅταν ἡ ψυχὴ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα μὲ ἀναίδεια καὶ θρασύτητα θὰ τὴ ζυγώσουν οἱ δαίμονες. Τότε ἐκείνη μὲ τὴν αὐταπάρνησή της θὰ τρέψει σὲ φυγὴ τοὺς μοχθηροὺς ἀγγέλους τοῦ σκοτεινοῦ κόσμου. “Πάρτε μέ! Πάρτε μέ!”, θὰ τοὺς πεῖ μὲ ἀνδρεία. “Ρίξτε μὲ στὴν ἄβυσσο τοῦ ἅδη, ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μου, ἂν ἔτσι ἀποφάσισε Ἐκεῖνος. Καλύτερα νὰ στερηθῶ τὴ γλυκύτητα τοῦ παραδείσου, καλύτερα νὰ καίγομαι στὶς φλόγες τοῦ ἅδη, παρὰ νὰ ἐναντιωθῶ στὸ θέλημα καὶ τὴν ἀπόφαση τοῦ μεγάλου Θεοῦ. Σ’ Αὐτὸν παραδόθηκα καὶ παραδίνομαι! Αὐτὸς εἶναι, ὄχι ἐσεῖς, ὁ Κριτὴς τῶν παθῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν μου! Ἐσεῖς εἶστε μόνο ἐκτελεστές των ἀποφάσεών Του, παρ’ ὅλη τὴν ἄλογη ἀποστασία σας”. Θὰ φρίξουν καὶ θὰ σαστίσουν οἱ ὑπηρέτες τοῦ κοσμοκράτορα διαβόλου μπροστά σε τέτοια γενναία αὐταπάρνηση, μπροστά σε τέτοια ταπεινὴ παράδοση στὸ θεῖο θέλημα! Γιατί ἐκεῖνοι, ἀποστέργοντας αὐτὴ τὴ μακάρια ὑποταγή, ἀπὸ ἄγγελοι ἅγιοι καὶ ἀγαθοὶ ἔγιναν δαίμονες ζοφεροὶ καὶ κακόβουλοι. Θὰ φύγουν, λοιπόν, ντροπιασμένοι, καὶ ἡ ψυχὴ ἀνεμπόδιστα θὰ κινήσει γιὰ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ θησαυρός της. Ἔτσι Αὐτόν, ποὺ τώρα Τὸν βλέπει μὲ τὴν πίστη μέσα στὴν πρόνοιά Του, θὰ Τὸν βλέπει τότε ὅπως πραγματικὰ εἶναι, καὶ αἰώνια θὰ ἀναφωνεῖ: “Δόξα τῷ Θεῶ!”.

(Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Ἀσκητικὲς ἐμπειρίες, τ. Β΄, ἔκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου 2009, σ. 140-144)

http://www.diakonima.gr


Ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν προσευχή

Ἡ προσευχὴ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξει ἡ σωστὴ προετοιμασία πρὶν ἀπὸ αὐτὴν - ὅπως λέει καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη: «Προετοιμάσου πρὶν προσευχηθεῖς καὶ μὴν γίνεσαι σὰν ἕνας ποὺ πειράζει τὸν Κύριο».

«Ὅταν θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν βασιλέα καὶ Θεό μας γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί Του», λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, «ἂς μὴν βιαστοῦμε νὰ τὸ κάνουμε χωρὶς προετοιμασία μήπως καὶ μᾶς δεῖ ἀπὸ μακρυὰ νὰ μὴν ἔχουμε τὰ ὅπλα καὶ τὴν στολὴ ποὺ ἁρμόζουν γιὰ τὴν παρουσίαση ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ διατάξει τοὺς ὑπηρέτες καὶ δούλους Του νὰ μᾶς δέσουν καὶ νὰ μᾶς ἐξορίσουν μακρυὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπό Του καὶ τὶς δεήσεις μας νὰ τὶς σχίσουν καὶ νὰ τὶς πετάξουν στὸ πρόσωπό μας».

Ἡ πρώτη προετοιμασία συνίσταται στὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἡ πικρία καὶ ἡ κατάκριση γιὰ τὸν πλησίον. Αὐτὴ ἡ προετοιμασία διατάσσεται ἀπὸ τὸν Κύριόν μας. «Καὶ ὅταν στήκητε προσευχόμενοι ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατὰ τινὸς ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφῇ ὑμῶν τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Εἰ δε ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν».

Ἡ περαιτέρω προετοιμασία περιλαμβάνει τὴν ἐκδίωξη τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστης στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς παράδοσης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς προσωπικῆς ἁμαρτωλότητος ποὺ ἔχει σὰν ἐπακόλουθο τὴν συντριβὴ καὶ ταπείνωση τοῦ πνεύματος. «Ἂν ἐπιθυμοῦσες θυσίες θὰ σοῦ τὶς πρόσφερα» λέει ὁ προφήτης Δαυὶδ στὸν Θεὸ ἐκ μέρους ὁποιουδήποτε ποὺ ἔπεσε καὶ παραμένει στὴν πτώση. Ὄχι μόνο μιὰ μερικὴ θυσία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ πλήρη «...ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἐπαναλαμβάνει τὸ ἀπόφθεγμα ἑνὸς ἄλλου ἁγίου: « Ἐὰν ἕνας δὲν ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς ἁμαρτωλὸ ἡ προσευχή του δὲν εἶναι δεκτὴ στὸν Θεό».

Θὰ πρέπει νὰ στέκεται ἕνας μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεὸ σὰν νὰ Τὸν βλέπει καὶ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι τὸν βλέπει καὶ τὸν ἀκούει προσεκτικά. Θὰ πρέπει νὰ στέκεται ἕνας μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεό, ἀκριβῶς ὅπως ἕνας ἔνοχος ἐγκληματίας ποὺ εἶναι καταδικασμένος γιὰ ἀναρίθμητα ἐγκλήματα σὲ θάνατο στέκεται μπροστὰ σ’ ἕνα αὐστηρὸ καὶ ἀμερόληπτο δικαστή. Ἀκριβῶς! Στέκεται μπροστὰ στὸν Κυρίαρχο Δεσπότη καὶ Κριτή του, μπροστὰ στὸν Δικαστὴ στὸ βλέμμα τοῦ Ὁποίου καμμιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ δὲν θὰ δικαιωθεῖ• ὁ Ὁποῖος πάντα δικαιώνεται στὶς κρίσεις Του• ὁ Ὁποῖος, δὲν καταδικάζει παρὰ μόνον ὅταν μέσα στὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη Του συγχωρεῖ κάποιου τὶς ἁμαρτίες του καὶ δὲν εἰσέρχεται εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Του.

Νοιώθοντας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ αἰσθανόμενος ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόβο τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἕνας προσεύχεται θὰ δεῖ -χωρὶς νὰ βλέπει - μὲ μιὰ πνευματικὴ αἴσθηση, Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀόρατος, θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ νὰ στέκεται μὲ συναίσθηση ὅτι βρίσκεται μπροστὰ στὴν φοβερὴ κρίση τοῦ Θεοῦ.

Στάσου στὴν προσευχὴ μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ τὰ πόδια ἀλύγιστα καὶ ἀκίνητα• βοήθησε τὴν προσευχή σου μὲ συντριβὴ τῆς καρδίας μὲ ἀναστεναγμοὺς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ ἄφθονα δάκρυα. Μία εὐλαβικὴ ἐξωτερικὴ στάση στὴν προσευχὴ εἶναι πολὺ βοηθητικὴ γιὰ ὅλους ποὺ παλεύουν στὴν κονίστρα τῆς προσευχῆς, ἰδίως στοὺς ἀρχαρίους στοὺς ὁποίους ἡ διάθεση τῆς ψυχῆς συμμορφώνεται σὲ μεγάλο βαθμὸ μὲ τὴ στάση τοῦ σώματος.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει εὐχαριστίες ὅταν προσευχόμαστε: «Τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ.» Ὁ Ἀπόστολος λέει ἀκόμη ὅτι τὴν εὐχαριστία τὴν προστάζει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε• ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε• τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς».

Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τῆς εὐχαριστίας; Εἶναι ὅτι δίνει εὐχαριστίες στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἄπειρές Του εὐλογίες ποὺ ξεχύνονται σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ στὸν καθένα. Μὲ μία τέτοια εὐχαριστία ἡ ψυχὴ γεμίζει μὲ μιὰ θαυμάσια εἰρήνη• καὶ γεμίζει μὲ εἰρήνη παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι λύπες τὴν περιζώνουν ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές. Μὲ τὴν εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ μία ζωντανὴ πίστη ἔτσι ὥστε νὰ ἀπορρίπτει κάθε ἀνησυχία γιὰ τὸν ἑαυτό του, καταπατᾶ τὸν φόβο τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν δαιμόνων καὶ παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μιὰ τέτοια διάθεση τῆς ψυχῆς εἶναι μιὰ θαυμάσια προδιάθεση καὶ προετοιμασία γιὰ προσευχή. Λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ὡς οὖν παρελάβετε τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε, ἐρριζωμένοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ» - δηλαδὴ μέσω τῆς εὐχαριστίας λαμβάνεται μία πληρότης πίστεως. «Χαίρετε ἐν Κυρίω πάντοτε• πάλιν ἐρῶ, χαίρετε... ὁ Κύριος ἐγγύς• μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῆ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν».

Ἡ σημασία τῆς πνευματικῆς προσπάθειας τῆς εὐχαριστίας ἐξηγεῖται μὲ ἰδιαίτερη πληρότητα ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη στὸ ἔργο τους «Καθοδήγηση στὴν πνευματικὴ ζωή».

Ἅγιος Ιγνάτιος Brianchaninov

http://nefthalim.blogspot.gr


Ἡ ἀποστασία προστάδιο τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου

Ὁ ἀντίχριστος θὰ ἔλθη στὸν καιρὸ τοὺ• τὴν ἐποχὴ ποὺ θὰ τοῦ καθωρίσθη. Θὰ προηγηθῆ μιὰ γενικὴ ἀποστασία. Τὸ μέγιστο μέρος τῶν ἀνθρώπων θὰ ἐγκαταλείψουν τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἡ ἀποστασία θὰ εἶναι τὸ προστάδιο. Θὰ προετοιμάση τὸν κόσμο νὰ δεχθῆ τὸν ἀντίχριστο. Καὶ μάλιστα νὰ τὸν δεχθοῦν μὲ τὸ δικό του πνεῦμα, ποὺ τότε θὰ μπῆ στὴν δομὴ τῆς σκέψης τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀντίχριστου θὰ τοὺς γίνη ἀναγκαιότητα, γιατί τὰ συναισθήματα θὰ συμπίπτουν. Θὰ διψοῦν γι’ αὐτόν, ὅπως διψοῦν σὲ στιγμὲς βαθειᾶς θλίψης γιὰ ποτά, ποὺ διαφορετικά τα θεωροῦν αὐτοκτονία. Θὰ τὸν ἐπικαλοῦνται. Ἡ ἱκεσία σ’ αὐτόν, νὰ ἔλθη, θὰ ἀντηχῆ σὲ κοινὲς συνάξεις. Θὰ ἐκφράζη ἐπίμονα τὴν ἀξίωση νὰ ἔλθη ἐπὶ τέλους ἡ μεγαλοφυΐα τῶν μεγαλοφυϊῶν, ποὺ θὰ μπορέση νὰ ἀνεβάση τὴν τεχνικὴ ἀνάπτυξη στὴν ἀνώτατη δυνατὴ βαθμίδα της καὶ νὰ φέρη στὴ γῆ τέτοια εὐπραγία, ὥστε ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ παράδεισος νὰ καταντήσουν πράγματα περιττά! Ὁ ἀντίχριστος θὰ εἶναι ἀπόλυτα εὐθυγραμμισμένος μὲ τὴν γενικὴ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατεύθυνση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του.

Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ

http://www.orthodoxfathers.com



Γιατί ὁ κόσμος δὲν πιστεύει;

Ἐκεῖνοι, ποὺ πίστευσαν μὲ τὰ θαύματα, ἀποτελοῦσαν τὴν πιὸ χαμηλὴ βαθμίδα πιστῶν. Καὶ γι’ αὐτό, ὅταν μετὰ τοὺς παρουσίαζαν τὴν πνευματικὴ ὑψίστη καὶ ἁγιωτάτη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τότε πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἑρμήνευαν, ὅπως τοὺς ἄρεσε ὁ καθένας[43]! Δὲν ἤθελαν νὰ ἀναζητήσουν τὴν σωστὴ ἑρμηνεία του. Ἐκριτίκαραν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι «πνεῦμα καὶ ζωὴ»[44]. Καὶ ἔτσι, μὲ τὴν ἐπιπολαιότητά τους ἔχαναν καὶ τὴν πίστη• δηλ. ἀκόμη καὶ τὸν ἀρραβώνα ποὺ εἶχαν λάβει. Καὶ συνέβη αὐτὸ τὸ τραγικό: πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, παρ’ ὅτι εἶχαν ἰδεῖ πολλὰ θαύματα καὶ σημεῖα, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω (= ἔκαναν πίσω) «καὶ οὐκ ἔτι μετ’ αὐτοῦ περιεπάτουν»[45], δηλ. δὲν ξαναπῆγαν κοντά Του!...
Ὅμως οὔτε τὸ κήρυγμα οὔτε τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου εἶχαν τὴν πρέπουσα ἐπίδραση στοὺς ἑβραίους ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς, φαρισαίους καὶ σαδδουκαίους• παρ’ ὅτι – μὲ ἐξαίρεση ἴσως τοὺς σαδδουκαίους – ὅλοι οἱ ἄλλοι ἤξεραν πολὺ καλὰ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἤσαν ξένοι στὸν Θεό, ἐχθροί του Θεοῦ, μόνο ἐξ αἰτίας τῆς ροπῆς στὴν ἁμαρτία, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτοὶ ἔγινα ἠθελημένα ἐχθροί του Θεοῦ. Καὶ ἔμειναν σ’ αὐτὸ ἀσάλευτα σταθεροί. Ἐπῆραν τὴν σφραγίδα τοῦ ἐχθροῦ του Θεοῦ. Μὲ τὴν δική τους αὐτεξούσια θέληση. Μὲ τὴν δική τους γνώμη. Ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ κάνουν ἐκείνη τὴν ζωὴ (καὶ μάλιστα νὰ προκόψουν σ’ ἐκείνη τὴν ζωή!), ποὺ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο τὴν θεωρεῖ ψυχώλεθρη! Μὲ τέτοιο φρόνημα δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ δώσουν σημασία στὰ λόγια τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν εἰσάκουσαν, ὅπως ὤφειλαν, τὸν λόγο Του. Δὲν τοῦ ἔδωκαν σημασία. Προσπαθοῦσαν μόνο νὰ Τὸν ψαρεύουν! Νὰ τοῦ πιάνουν λόγια, ποὺ τὰ εὕρισκαν νὰ ἐπιδέχωνται παρερμηνεῖες, καὶ τὰ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ νὰ Τὸν κατηγοροῦν. Ἔτσι γίνεται συνήθως. Ὅποιος ἔχει μίσος ἐναντίον κάποιου ἄλλου, ἐποικοδομεῖ ἐπάνω στὰ λόγια ἐκείνου ποὺ μισεῖ! «Διατὶ ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμὶν»[46], ἐρώτησε τοῦ ἐχθρούς Του ὁ Σωτήρας μας, ὅταν τοὺς εἶδε νὰ ἀποκρούουν μὲ πεῖσμα τὴ σωτηρία, ποὺ τοὺς ἐπρότεινε. Γιατί δὲν τὰ καταλαβαίνετε τὰ λόγια μου; Γιατί δὲν δέχεσθε τὸ λόγο μου ποῦ δίνει ἴαση; Ἐπειδὴ δὲν μπορεῖτε οὔτε νὰ τὸν ἀκούσετε! Ἐπειδὴ σᾶς εἶναι ἀνυπόφορος! Ἐπειδὴ εἶσθε «ψεύδους ἔκγονα». Καὶ δουλεύετε μόνο μὲ τὸ ψέμα. Γιὰ αὐτὸ δὲν πιστεύετε σὲ μένα, «ἐπειδὴ ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμὶν»[47]. «Ὁ ὧν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει». Γιὰ αὐτὸ ἐσεῖς δὲν τὰ ἀκούετε, ἐπειδὴ δὲν εἶσθε «ἐκ τοῦ Θεοῦ»[48]. Καὶ συνέχισε ὁ Κύριος: «Ἂν αὐτὰ ποὺ κάνω δὲν εἶναι ἔργα τοῦ Πατρός μου, μὴ μὲ πιστεύετε. Ἂν ὅμως κάνω τὰ ἔργα τοῦ Πατέρα μου, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν πιστεύετε ἐμένα, τουλάχιστον πιστεύσατε στὰ ἔργα μου. Καὶ τότε θὰ τὸ καταλάβετε καὶ θὰ τὸ πιστεύσετε, ὅτι ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί, καγῶ ἐν Αὐτῶ»[49]. Λόγια σταράτα. Καί, σὰν λόγια, ἔκλειναν μέσα τους τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια[50]. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ θαύματα. Καὶ αὐτὰ ἔκλειναν μέσα τους τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια. Καὶ ἤσαν τόσο σαφῆ καὶ πασιφανῆ, ὥστε οἱ ἐχθροί του Κυρίου, παρ’ ὅλες τους τὶς προσπάθειες νὰ τὰ συγκαλύψουν, δὲν εἶχαν παρὰ νὰ τὸ ὁμολογοῦν ὅτι ἤσαν ἀληθινὰ[51]! Ἐκεῖνο ποὺ ἀσκοῦσε μεγάλη ἐπίδραση στὸ λαὸ (ποὺ δὲν ἤξερε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἢ τὸν ἤξερε πολὺ λίγο, καὶ ἔστρεφε τὴν προσοχή του, τὴν ἐνασχόλησή του, στὶς μέριμνες τοῦ κόσμου τούτου, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνη ὅτι ἀπέρριπτε καὶ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἔτσι θέλω), αὐτὸ δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπολύτως ἐπίδραση σὲ ἐκείνους ποὺ ἤξεραν καλὰ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, μὰ τὸν ἀπέρριπταν μὲ τὴ ζωὴ τοὺς ἠθελημένα [52]. Ὅ,τι ἔγινε γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἔγινε ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου. Ἂν δὲν εἶχα ἔλθει καὶ δὲν τοὺς τὸ εἶχα εἰπεῖ – ξεκαθάρισε τὰ πράγματα ὁ Σωτήρας μας – δὲν θὰ εἶχαν σημασία. Ἂν δὲν εἶχα κάμει αὐτὰ τὰ ἔργα, ποὺ ἔκανα μπροστά τους καὶ ἀνάμεσά τους, ποὺ ποτὲ δὲν ἔκαμε ἄνθρωπος ἄλλος, δὲν θὰ εἶχαν ἁμαρτία. Νὰ ὅμως, ποὺ καὶ τὰ εἶδαν καὶ παρὰ ταῦτα ἐμίσησαν ὄχι μόνο ἐμένα, ἀλλὰ καὶ τὸν Πατέρα μου[53]. Ὁ Χριστιανισμὸς παρεδόθη στὸν κόσμο μὲ τέτοια ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, ὥστε νὰ μὴ μπορῆ νὰ ἔχη κανένας πιὰ δικαιολογία, ἂν τὸν ἀγνοεῖ. Αἰτία τῆς ἄγνοιας αὐτῆς εἶναι μία: τὸ «ἔτσι θέλω».

Ἅγιος Ἰγνάτιος (Ἀλεξάνδροβιτς Μπριαντσιανίνωφ)

Βιβλιογραφία
[43] Ἰωάν. 6, 60. [44] Ἰωάν. 6, 63. [45] Ἰωάν. 6, 66. [46] Ἰωάν. 8, 45. [47] Ἰωάν. 8, 47. [48]Ἰωάν. 10, 37-38. [49] Ἰωάν. 8, 14. [50] Ἰωὰν 9, 24. [51] Ἰωάν. 5, 46-47 καὶ 7, 19. [52] Ἰωὰν 8, 14. [53] Ἰωάν. 15, 22-25.

http://www.orthodoxfathers.com/


Ἡ τελειότητα τῆς ἀγάπης βρίσκεται στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό!

/Νὰ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ ἔτσι ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς πρόσταξε νὰ τὸν ἀγαπᾶμε καὶ ὄχι ὅπως τὸν ἀγαποῦν τάχα οἱ πλανεμένοι ὀνειροπόλοι.

Μὴν ἐπιδιώκεις ἐκστάσεις, μὴν προξενεῖς στὸν ἑαυτό σου νευρικὴ ἔξαψη, μὴ φλογίζεις τὴν καρδιά σου μὲ φλόγα σαρκική, μὲ τὴ φλόγα τοῦ αἵματός σου. Θυσία εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ταπείνωση τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ συντριβὴ τοῦ πνεύματος.
Ἀποστρέφεται ὁ κύριος τὴ θυσία ποὺ τοῦ προσφέρεται μὲ αὐτοπεποίθηση μὲ ὑπερηφάνεια ἔστω κι ἂν πρόκειται γιὰ Ὁλοκαύτωμα.

Ἡ ὑπερηφάνεια ταράζει τὰ νεῦρα, θερμαίνει τὸ αἷμα, διεγείρει τὴ φαντασία συντηρεῖ τὴ ζωὴ τῆς πτώσεως. Ἡ ταπείνωση γαληνεύει τὰ νεῦρα, κατευνάζει τὴν κυκλοφορία τοῦ αἵματος, καταπαύει τὴν ὀνειροπόληση, τερματίζει τὴ ζωὴ τῆς πτώσεως, δίνει τὴ ζωὴ ποὺ ἔφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
«Ἡ ὑπακοὴ εἶναι γιὰ τὸν Κύριο καλύτερη ἀπὸ κάθε θυσία καὶ ἡ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ ἀνώτερη ἀπὸ τὸ λίπος τῶν κριαριῶν» εἶπε ὁ προφήτης Σαμουὴλ στὸν βασιλιὰ Σαούλ, ποὺ τόλμησε νὰ προσφέρει στὸν Θεὸ θυσία ἀνάρμοστη. Ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ προσφέρεις στὸν Θεὸ τὴ θυσία τῆς ἀγάπης μὴν τὴν προσφέρεις αὐθαίρετα καὶ ἀλόγιστα, νὰ τὴν πρόσθεση μὲ ταπείνωση ὅταν καὶ ὅπου ὅρισε ὁ Θεός. Ὁ πνευματικὸς τόπος ποὺ μᾶς δόθηκε ἐντολὴ νὰ προσθέσουμε πνευματικὲς θυσίες εἶναι ἡ ταπείνωση.

Θέλεις νὰ διδαχθεῖς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό; Μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶς τὸ Εὐαγγέλιο τὶς ἐντολὲς τοῦ κυρίου καὶ νὰ προσπαθεῖς νὰ τὶς ἐφαρμόζεις στὴν πράξη, ἀποκτώντας ἔτσι σιγὰ σιγὰ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς καὶ κάνοντας τὲς ἕξεις σου, ἰδιότητες τῆς ψυχῆς σου. Χαρακτηριστικό του ἀνθρώπου ποὺ ἀγαπᾶ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ ἀγαπημένου τοῦ προσώπου.

Μὲ τὴν σταθερὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴν οἰκείωση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν φτάνουμε στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο παραμένουμε σὲ αὐτὴ τὴν ἀγάπη: «Ἂν τηρήσετε τὶς ἐντολές μου, θὰ μείνετε πιστοὶ στὴν ἀγάπη μου» εἶπε ὁ Σωτήρας.

Ἡ τελειότητα τῆς ἀγάπης βρίσκεται στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἡ πρόοδος στὴν ἀγάπη συνοδεύεται ἀπὸ ἀνέκφραστη πνευματικὴ παρηγοριά, γλυκύτητα καὶ φώτιση. Ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ τοῦ ἀγώνα τοῦ ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης πρέπει νὰ πολεμήσει σκληρὰ μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, μὲ τὴ βαριὰ ἀρρωστημένη φύση του. Τὸ κακὸ λόγο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔγινε στοιχεῖο τῆς φύσεώς μας, ἔγινε νόμος γὶ αὐτὴ τὴ μεταπτωτικὴ φύση, νόμος ποὺ ἀντιστρατεύεται τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, τὸν νόμο τῆς Ἁγίας ἀγάπης.

Νὰ θυμᾶσαι πάντα πὼς ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ὕψιστη δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι νὰ ἑτοιμάσει τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη, γιὰ νὰ δεχθεῖ αὐτὴ τὴ δωρεά, μὲ τὴν ὁποία ἀλλοιώνονται ὁ νοῦς, ἡ καρδιὰ καὶ τὸ σῶμα.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

http://www.exomologistetokirio.gr

ιγνατιος μπριαντσιανινωφΛέγοντας μελέτη ἤ μνήμη τοῦ Θεοῦ, οἱ ἅγιοι πατέρες ἐννοοῦν μιά σύντομη προσευχή ἤ ἀκόμα καί μιά σύντομη πνευματική σκέψη γιά τόν Θεό, στήν ὁποία ἑκεῖνοι μαθήτευσαν καί τήν ὁποία ἀγωνίστηκαν νά ἐντυπώσουν στόν νοῦ καί τή μνήμη τους, ἀντί γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη σκέψη.

Μποροῦμε μέ μιά σύντομη πνευματική σκέψη γιά τόν Θεό νά ἀντικαταστήσουμε ὅλες τίς ἄλλες σκέψεις; Continue reading

ιγνατιου μπριαντσιανινωφΝὰ βλέπει κανεὶς καὶ νὰ χύνει δάκρυα πικρά! Χριστιανοὺς ποὺ δὲν γνωρίζουν εἰς τί συνίσταται ὁ Χριστιανισμός! Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ θέαμα βλέπει κανεὶς σήμερα, ὅπου κι ἂν στρέψει τὰ μάτια του. Σπανιώτατα μπορεῖ κανεὶς σήμερα μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν αὐτοκαλούμενων Χριστιανῶν νὰ βρεῖ ἕναν, ποὺ νάναι πράγματι ἐνσυνείδητος, λόγω καὶ ἔργω Χριστιανός!….
Θ’ ἀπαντήσω μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λιγώτερες λέξεις σ’ ὅλες τὶς ἐρωτήσεις ποὺ ὑποβάλλετε, μίαν πρὸς μίαν. Γράφετε: Continue reading

ιγνατιου μπριαντσιανινωφ (Μὰρκ 8, 34)

Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι

Ο ΚΥΡΙΟΣ είπε στους μαθητές Του: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του κι ας με ακολουθεί».
Γιατί είπε, «τον σταυρό του»; Επειδή είναι σταυρός προσωπικός. Κάθε άνθρωπος, δηλαδή, έχει να σηκώσει τον δικό του σταυρό, ό όποιος, όμως, ονομάζεται συνάμα και Σταυρός του Χριστού. Continue reading

ιγνατιος μπριαντσιανινωφἈνύμφευτε Παρθένε, ἡ τόν Θεόν ἀφράστως συλλαβοῦσα σαρκί, Μήτηρ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, σῶν οἰκετῶν παρακλήσεις δέχου, Πανάμωμε, ἡ πᾶσι χορηγοῦσα καθαρισμόν τῶν πταισμάτων· νῦν τάς ἡμῶν ἱκεσίας προσδεχομένη, δυσώπει σωθῆναι πάντας ἡμᾶς.

Δόξα τῷ Θεῷ! Δόξα τῷ Θεῷ! Δόξα τῷ Θεῷ! Continue reading

ιγνατιου μπριαντσιανινωφὍταν μελετᾶς τό Εὐαγγέλιο, μή ζητᾶς ἀπόλαυση, μή ζητᾶς ἔξαρση, μη ζητᾶς περίλαμπρες σκέψεις. Ζήτα να δεῖς τήν ἀλάθητη ἁγία Ἀλήθεια.
Μην ἀρκεῖσαι στήν ἄκαρπη μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου. Μελέτα το ἔμπρακτα. Ἀγωνίσου νά ἐκπληρώνεις τίς ἐντολές του. Σάν βιβλίο ζωῆς, μελέτα το μέ τήζωή σου.
Μή νομίζεις ὅτι χωρίς λόγο τό πιό ἱερό βιβλίο, τό Τετραευάγγελο, ἀρχίζει με τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο και τελειώνει μέ τό κατά Ἰωάννην. Continue reading

ιγνατιος μπριαντσιανινωφΨυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὁπότε καμιὰ φορά, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.

Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μας ὅσο καὶ μέσα στὸν θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ. Continue reading