Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ὅτι ὅταν ἦλθα στὴν Κωνσταντινούπολί μου γεννήθηκε ἡ ἐπιθυμία νὰ τὴν γνωρίσω. Καὶ περπατώντας σὲ κάποια γειτονιά, καὶ ἡ συνείδησίς μου βεβαιώνει τὴν ἀλήθεια γιὰ ὅσα λέγω, βλέπω μὲ τὰ νοητὰ μάτια, τὰ ὁποῖα μου δώρησε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κατανοῶ τὰ θαυμάσιά του, βλέπω κάποιον ἄνθρωπο, σὰν νὰ ἦταν εὐνοῦχος καὶ νὰ στέκεται ἔξω ἀπὸ πορνικὸ καταγώγιο. Φαινόταν πολὺ στενοχωρημένος καὶ ἔκρυβε μὲ τὶς δύο παλάμες τὸ πρόσωπό του, καὶ ἔκλαιγε ἔτσι ποὺ νόμιζες ὅτι καὶ ὁ οὐρανὸς θρηνοῦσε μαζί του.

Ἀφοῦ τὸν πλησίασα καὶ τὸν ρώτησα. Ποιὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τέτοιο θρῆνο καὶ τόση στενοχώρια; Καὶ γιατί δὲν φεύγεις ἀπὸ ἐδῶ, ποὺ εἶναι καταγώγιο πορνῶν καὶ ἀσελγῶν γυναικών; Πές μου, σὲ παρακαλῶ, διότι προκαλεῖ μεγάλη συμπάθεια ὁ θρῆνος σου.

Καὶ ἀπαντώντας μου λέγει: Ὡς πρὸς τὴν φύσι μου εἶμαι, ἔνδοξε δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἄγγελος, ὅπως ὅλοι οἱ χριστιανοὶ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος ὁ καθένας παίρνει ἀπὸ τὸν Θεὸ ἕναν φύλακα ἄγγελο, γιὰ προστασία καὶ σκέπη αὐτοῦ του ἀνθρώπου ποὺ τώρα εἶναι ἐδῶ, καὶ πολὺ θλίβομαι ποὺ τὸν βλέπω νὰ διαπράττη τὴν ἀνομία καὶ νὰ ἀσωτεύη, ὅπως βλέπης, μὲ αὐτὴν τὴν πόρνη. Καὶ πῶς νὰ μὴ θρηνήσω ὅταν βλέπω τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ νὰ χάνεται σὲ τέτοιο σκοτάδι;

Τοῦ λέγω τότε ἐγώ. Καὶ γιατί δὲν τὸν νουθετεῖς καὶ διδάσκεις νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὸ σκοτάδι αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας;

Καὶ μοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω περιθώρια νὰ τὸν πλησιάσω, διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀρχίσει νὰ διαπράττη τὴν ἁμαρτία γίνεται δοῦλος τῶν δαιμόνων, καὶ δὲν ἔχω καμμία ἐξουσία πάνω του.

Καὶ πάλι λέγω πρὸς αὐτόν. Ἀπὸ ποῦ γίνεται φανερὸ ὅτι δὲν ἔχεις καμμία ἐξουσία πάνω του, ἀφοῦ ὁ Θεός σου τὸν ἐμπιστεύθηκε;

Μοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος. Ὁ Θεός μας, ποὺ εἶναι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἔκανε τὸν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο καὶ τὸν ἄφησε νὰ πορεύεται τὴν ὁδὸ ποὺ τοῦ ἀρέσει, ἀφοῦ πρῶτα του ἔδειξε καὶ τὶς δύο ὁδούς, τὴν στενὴ δηλ. καὶ τὴν πλατεία. Καὶ βεβαίως ἀφοῦ πρῶτα του φανέρωσε τὸ τέρμα καὶ τῶν δύο ὁδῶν, ὅτι δηλ. τὸ βάδισμα τῆς στενῆς καὶ θλιμμένης ὁδοῦ περνάει μέσα ἀπὸ πόνους προσωρινά, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὴν ἀτελεύτητη μέσα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων ἀνάπαυσι, ἡ δὲ πλατεία στὴν αἰώνιο κόλασι καὶ στὸ πῦρ τῆς γεέννης καὶ σὲ ὅλες τὶς ἄλλες τιμωρίες. Ἑπομένως τί ἄλλη νουθεσία μένει νὰ κάνω ἐγὼ στὸν δικό μου ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖο μου ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεὸς νὰ σκεπάζω; Ἐξ ἄλλου ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μᾶς Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος νουθετεῖ καὶ παρακαλεῖ καὶ τοὺς διδάσκει ὅλους νὰ μὴ μετέχουν σὲ αἰσχρὲς πράξεις, καὶ μόλις κάποιοι σπανίως σκέπτονται μὲ σεβασμὸ τὰ θεία τοῦ λόγια.

Τοῦ λέγω πάλι. Γιατί σηκώνεις μὲ κλάματα τὰ χέρια σου πρὸς τὸν οὐρανό;

Μοῦ ἀπαντάει ὁ ἄγγελος. Βλέπω δαίμονας νὰ τὸν ἔχουν κυκλώσει καὶ νὰ τὸν κρατᾶνε, ἄλλους νὰ τραγουδᾶνε καὶ ἄλλους νὰ γελᾶνε χαρούμενοι, καὶ γι’ αὐτὸ κλαίγοντας καὶ ἀλαλάζοντας σήκωσα τὰ χέρια μου σὲ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό, γιὰ νὰ λύτρωση τὸ πλάσμα του ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Καὶ νὰ μοῦ δωρήση μία ἥμερα νὰ χαρῶ γιὰ τὴν μετάνοιά του καὶ τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὰ ἔργα του, γιὰ τὴν ἐξομολόγησί του, καὶ νὰ μὲ ἀξιώση νὰ παραδώσω τὴν ψυχή του, μετὰ ἀπὸ ἐξομολόγησι καὶ μετάνοια, ἀψεγάδιαστη καὶ καθαρὴ στὸν Κύριο, χωρὶς καμμία κατηγορία στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀφοῦ μου τὰ εἶπε αὐτὰ ἔγινε ἄφαντος ἀπὸ μπροστά μου ὁ ἄγγελος. 

Σᾶς λέγω λοιπόν, ἀδελφοί μου, πὼς γνωρίζω μὲ ἀκρίβεια ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη πιὸ βρωμερῆ ἁμαρτία, παρὰ μόνον ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία καὶ ἡ καταραμένη τῶν Σοδόμων. Καὶ ἐὰν θέλει νὰ μετανοήση αὐτὸς ποὺ σέρνεται σὲ αὐτὲς τὶς ἁμαρτίες, τὸν δέχεται ὁ Θεὸς μὲ περισσότερη καὶ μεγαλύτερη θερμότητα ἀπὸ ὅλους τους ἁμαρτωλούς, διότι τὸ πάθος εἶναι τῆς δικῆς μας ἐπιλογῆς, ἀλλὰ τὸ πολλαπλασιάζει ὁ διάβολος μὲ τοὺς ἐρεθισμούς. Καὶ ἐὰν κάποιος θέλει νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πάθη μπορεῖ νὰ τὰ ξηράνη μὲ τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν ἐγκράτεια.

(Μακαρίου Αἰγυπτίου, Πράξεις, ΡG 34, 221Α-224Β) (Ἀπὸ τὸ μηνιαῖο φυλλάδιο «ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ» Φλωρίνης, Ν. 138-2003 τοῦ Δημ. Π. Ρίζου).

Πηγή: «Ἀφυπνιστικὲς ὀπτασίες καὶ θεϊκὲς ἐπεμβάσεις». Ἔκδοσις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Σεπτέμβριος 2003.

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *